Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εκδόσεις Μεταίχμιο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εκδόσεις Μεταίχμιο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 19 Φεβρουαρίου 2026

Το αγόρι από τη θάλασσα - Garret Carr

Λίγους μήνες πριν, διάβασα ένα ωραίο μυθιστόρημα, ήταν το Τέσσερα ερωτικά γράμματα του Ιρλανδού Νάιαλ Ουίλλιαμς, κλασσικότροπο, καλώς εννοούμενο παλιακό, με επικέντρωση στην πλοκή και τη γλώσσα, αργού ρυθμού που πρόσφερε χρόνο για βύθιση κατά την ανάγνωση, σημείωνα τότε πως «λογοτεχνία ίσως να είναι η τέχνη με την οποία μια ιστορία, που μπορεί να συνοψίσει κανείς σε μερικές μόλις γραμμές, να απλώνεται σε δεκάδες σελίδες. Και ίσως αναγνωστική απόλαυση να είναι όταν η ανυπομονησία για το τι συνέβη τελικά να παραμερίζεται για να δώσει τη θέση της στο πώς συνέβησαν τα πράγματα, στην απόλαυση της διαδρομής, στην ανάγκη για λεπτομέρειες, αναλήψεις, παρεκβάσεις και εσωτερικούς μονολόγους, λεπτομέρειες για ανθρώπους και τοπία. Και ακόμα παραπέρα, όταν το τέλος του βιβλίου αφήνει τον αναγνώστη με την επιθυμία για έστω λίγο ακόμη, για μια αναγνωστική παράταση. Αν τα παραπάνω όντως ισχύουν, τότε η λογοτεχνία του Ουίλλιαμς είναι σπουδαία».

Μόλις κυκλοφόρησε Το αγόρι από τη θάλασσα, διαισθητικά σκέφτηκα το Τέσσερα ερωτικά γράμματα, η ανάμνηση της ανάγνωσης εκείνης ξύπνησε μέσα μου ένα όμορφο συναίσθημα, μια νοσταλγία, για το σαββατοκύριακο προβλέπονταν βροχές, η συνθήκη έμοιαζε ιδανική.

Μια μικρή, παραθαλάσσια, σχετικά απομονωμένη πόλη, στη Δυτική Ιρλανδία, εκεί όπου όσοι κάτοικοι παρέμεναν και δεν μετανάστευαν για την Αγγλία ή το Δουβλίνο ασχολούνταν κατά κύριο λόγο με την αλιεία. Μια μέρα, ένας σαλός, από αυτούς που κάθε μικρός τόπος διαθέτει, και όπου μόλις χαθεί κάποιος άλλος βρίσκεται να πάρει τη θέση του, εμφανίζεται με ένα μωρό στην αγκαλιά, το οποίο, κατά δήλωσή του, το βρήκε μέσα σε ένα σχισμένο στα δύο πλαστικό βαρέλι να επιπλέει στη θάλασσα κοντά στην ακτή. Η τοπική κοινωνία το υποδέχεται με διάθεση φροντιστική. Ο Άμπροουζ, ψαράς, πατέρας ήδη ενός αγοριού, σύζυγος της Κριστίν, το φέρνει μια μέρα στο σπίτι, το υιοθετούν, τα γραφειοκρατικά εμπόδια ξεπερνιούνται σύντομα, το ονομάζει Μπρένταν, βρισκόμαστε στο 1973.

Ο Καρ, δάσκαλος δημιουργικής γραφής και συγγραφέας παιδικής λογοτεχνίας, με Το αγόρι από τη θάλασσα κάνει το ντεμπούτο του στην ενήλικη λογοτεχνία. Επιλέγει μια αφήγηση σε πρώτο πληθυντικό, έναν συλλογικό παντογνώστη αφηγητή, μια απόφαση που λειτουργεί τόσο αφηγηματικά, όσο και ως μια υπενθύμιση πως σε τόπους μικρούς οι πάντες γνωρίζουν τα πάντα και μάλιστα με λεπτομέρειες. Η πλοκή δεν έχει κάποια ιδιαίτερη πρωτοτυπία, μια ιστορία ενηλικίωσης δύο παιδιών που η μοίρα τα χαρακτήρισε αδέρφια, το εύρημα της άφιξης του αγοριού απλώς λειτουργεί ως σημείο εκκίνησης της αφήγησης. Πότε επιταχύνοντας και πότε επιβραδύνοντας, ο Καρ διανύει διάφορες χρονικές περιόδους σε διάστημα δύο δεκαετιών, όπου, παράλληλα με την ιστορία των δύο αγοριών και της οικογένειάς τους, αφηγείται και την ιστορία του τόπου, τη χρυσή εποχή της αλιείας, την είσοδο στην ευρωπαϊκή ένωση, το επαγγελματικό άνοιγμα των συνόρων και τους διάφορους περιορισμούς. Με έναν τρόπο συνοπτικό, κάθε τόσο, αναφέρει διάφορα γεγονότα στη ζωή των υπόλοιπων κατοίκων, μικρές μεταβολές, αρρώστιες, θάνατοι και χρεοκοπίες, μεταξύ άλλων.

Το εύρημα της άφιξης του Μπρένταν από τη θάλασσα, η ροπή του στο να διανύει περπατώντας μεγάλες αποστάσεις και να επισκέπτεται κατοίκους με δυσκολίες ώστε να τους παρηγορήσει με έναν τρόπο μάλλον παιδικό παρά μεταφυσικής υφής, σε συνδυασμό με το μέτωπο του τόπου στον Ατλαντικό Ωκεανό και τον καιρό του, αλλά και τον απόηχο της ιρλανδικής ροπής προς το μαγικό παρέα με τον βαθύ χριστιανισμό, συντελούν στη δημιουργία μιας ατμοσφαιρικής συνοχής, στην οποία ο αναγνώστης, ακόμα και εκείνος που δεν γνωρίζει τα μέρη από πρώτο χέρι, βρίσκεται να πατάει αργά και σταδιακά.

Μια αφήγηση χαμηλού τόνου και ρυθμού, παλιακή και κλασικότροπη, χωρίς διάθεση για πειραματισμούς και πρωτοτυπίες, επιτρέπει στη συνολική κατασκευή να λειτουργήσει, δημιουργώντας τις κατάλληλες αναγνωστικές συνθήκες για τον αναγνώστη εκείνο που επιθυμεί να χωθεί μέσα σε μια αφήγηση και να χαλαρώσει, ελάχιστα είναι απαιτητά από εκείνον, μια ρέουσα αφήγηση, ολοένα και πιο αναμενόμενη, με την καλή έννοια, κάποιες λίγες ανατροπές, όχι βεβιασμένες, μια επιτυχής ισορροπία ανάμεσα στο λυρικό και το ρεαλιστικό, ανάμεσα σε μια λογοτεχνία παραμυθένια και σε μια αντίστοιχη κοινωνικοπολιτική, χωρίς βεβιασμένες γέφυρες αναλογίας, με ελάχιστη ως καθόλου πρόθεση συναισθηματικής καθοδήγησης, χωρίς περιττές εξάρσεις. Και αυτό το αφηγηματικό εμείς υποστηρίζει πλήρως όσα μοιάζει να αποτελούν συγγραφική πρόθεση.

Υπάρχει, και αναφέρομαι συχνά πυκνά σ' αυτό, μια λογοτεχνία που την χαρακτηρίζω τίμια, μια λογοτεχνία που δεν υπόσχεται περισσότερα απ' όσα μπορεί να εκπληρώσει, που στέκεται αντίκρυ στο εξεζητημένο, που δεν στοχεύει στην έκπληξη, παρότι η εποχή δείχνει να το ζητά, καθώς ολοένα και περισσότερο ακούγεται η φράση απόρριψης δεν ήταν κάτι το ξεχωριστό. Αυτή η τίμια λογοτεχνία, που οι Ιρλανδοί ξέρουν να παράγουν με αξιοσύνη, είναι μια λογοτεχνία καταφύγιο, που δεν επιθυμεί να τα κάνει όλα άνω κάτω, αλλά πετυχαίνει να χαρίσει μια όμορφη παράλληλη πραγματικότητα στον αναγνώστη, τον κουρασμένο αναγνώστη από τη ζωή και την καθημερινότητα, εκεί όπου η απομάγευση, και ας μείνω σε αυτήν, κυριαρχεί κατασπαράζοντας κάθε τι στο διάβα της.

Μου άρεσε πολύ αυτό το μυθιστόρημα, εκτίμησα την απλότητά του, τον ομαλό τρόπο με τον οποίο ενέταξε στοιχεία γνώριμα, και συχνά λάφυρα εξωτισμού, όπως τη ζωή του ναυτικού-ψαρά στην καθημερινότητα ενός τόπου πάνω στον Ατλαντικό, ίσως γιατί μου θύμισε πως χρειάζεται κάποια δεξιότητα ώστε να μπορέσεις να αντικρίσεις κάτι ελάχιστα μαγικό μέσα σε έναν κόσμο σκληρό, να χαλαρώσεις και να διαβάσεις για την ιστορία ενός παιδιού, πόσα παραμύθια δεν ξεκινούν έτσι, που ήρθε από τη θάλασσα.

Όπως συνέβη και με τα Τέσσερα ερωτικά γράμματα, έτσι και Το αγόρι από τη θάλασσα μου έφερε ξανά στην μνήμη την ανάγνωση ενός από τα καλύτερα βιβλία που διάβασα πέρυσι, την Υδάτινη χώρα του Γκράχαμ Σουίφτ.

υγ. Για τα Τέσσερα ερωτικά γράμματα περισσότερα θα βρείτε εδώ, για την Υδάτινη χώρα εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Ιωάννα Ηλιάδη
Εκδόσεις Μεταίχμιο

Σάββατο 11 Οκτωβρίου 2025

Σου γράφω από την κοιλιά του κτήνους - Μίνως Ευσταθιάδης

Ο Μίνως Ευσταθιάδης είναι ένας από τους πλέον συνεπείς σύγχρονους συγγραφείς αστυνομικής λογοτεχνίας. Στα τελευταία τέσσερα βιβλία του (Το δεύτερο μέρος της νύχτας, Ο δύτης, Κβάντι, Σχέδια του χάους) πορεύτηκε με τον ντετέκτιβ Κρις Πάπας σε πρωταγωνιστικό ρόλο, πάντοτε μπλεγμένο σε υποθέσεις που αρχικά έμοιαζαν απλές, για να αποδειχθούν ωστόσο παγόβουνα μεγάλου υποθαλάσσιου όγκου στην πορεία. Παρότι τα βιβλία δύνανται να διαβαστούν αυτόνομα, η εξέλιξη του χαρακτήρα και η εν γένει πορεία της ζωής τού Κρις Πάπας αποτελούσαν ένα κρίσιμο αναγνωστικό ζητούμενο.

Με το Σου γράφω από την κοιλιά του κτήνους ο Ευσταθιάδης αφήνει τον γοητευτικό Κρις Πάπας στην άκρη και αποφασίζει να δοκιμάσει κάτι διαφορετικό, παραμένοντας ωστόσο στα εδάφη της αστυνομικής λογοτεχνίας, που, ευτυχώς, εδώ και χρόνια έχει πάψει να αντιμετωπίζεται ως παραλογοτεχνία. Είναι ένα είδος, ωστόσο, που απαιτεί αρκετή έρευνα, αφού ζητούμενά της είναι τόσο η ρεαλιστική αληθοφάνεια όσο και η σχετική πρωτοτυπία. Το κυνήγι της πρωτοτυπίας, αναπόφευκτα, οδηγεί συχνά σε υπερβολές και παρεμβολές στην πυξίδα, η πρόθεση καταπίνει την εκτέλεση και επισκιάζει την τελική κατασκευή. Σε κάθε λογοτεχνικό είδος, οι συμβάσεις, ενίοτε, αποδεικνύονται ανυπέρβλητα εμπόδια.

Αναφέρθηκα στην απαιτούμενη έρευνα και προεργασία γιατί τέκνο αυτής μοιάζει να είναι το Σου γράφω από την κοιλιά του κτήνους. Όπως γενικότερα συμβαίνει στη λογοτεχνία, έτσι και στην αστυνομική εκδοχή της, συναντάμε τον εφοδιασμό της από την ίδια την πραγματικότητα, όσο καλυμμένο και αν είναι το δάνειο αυτό. Ο Ευσταθιάδης, νομικός στο επάγγελμα, είμαι σίγουρος πως περνά αρκετό χρόνο μελετώντας δικονομικά έγγραφα, υποθέσεις που έμειναν ορφανές, παλαιότερα αποκόμματα εφημερίδων και γενικότερα ό,τι έχει σχέση με το έγκλημα και την απόδοση δικαιοσύνης. Αποτέλεσμα της γενικότερης αυτής έρευνας είναι και οι υποθέσεις που του κίνησαν εδώ το ενδιαφέρον, τον παρέσυραν βαθιά στον πυρήνα τους, επιβάλλοντάς του να επιχειρήσει να τις αναμοχλεύσει, αναζητώντας πιθανά κενά και παραλείψεις, ζητώντας άδεια να επισκεφτεί και να μιλήσει με κατηγορούμενους μέσα σε σωφρονιστικά καταστήματα στη Γερμανία.

Είναι επίφοβο να δοκιμάσει κανείς να αναφερθεί στην πλοκή ενός αστυνομικού μυθιστορήματος, καθώς ο κίνδυνος να στερήσει από τον αναγνώστη μέρος της απόλαυσης παραμονεύει, έστω και αν το Σου γράφω από την κοιλιά του κτήνους δεν είναι το πλέον τυπικό δείγμα αστυνομικής μυθοπλασίας. Με τον Κρις Πάπας παροπλισμένο, ο Ευσταθιάδης τοποθετεί εαυτόν στον ρόλο του ερευνητή, με αποτέλεσμα ένα μη μυθοπλαστικό μυθιστόρημα στα βήματα των Ουόλς και Καπότε. Η έρευνα και η τυχαιότητα, που πάντοτε αποτελεί συστατικό κρίσιμο, θα τον οδηγήσει σε κάποια εγκλήματα τα οποία θεωρητικά επιλύθηκαν, οι ένοχοι βρέθηκαν και οδηγήθηκαν στη φυλακή και οι υποθέσεις έκλεισαν. Ο Ευσταθιάδης θα σκαλίσει εκ νέου τις υποθέσεις αυτές, που για κάποιο διάστημα απασχόλησαν έντονα την κοινή γνώμη. Η ανασύνθεση των υποθέσεων αποτελεί το κυρίως σώμα του βιβλίου, την αστυνομική του πλευρά, την περιγραφή του εγκλήματος και των ερευνών, ωστόσο η επίλυσή τους εδώ δεν αποτελεί το τέλος της διαδρομής αλλά την ιδιότυπη και εκ νέου αφετηρία της, το σημείο αμφιβολίας για το αν εκείνοι που καταδικάστηκαν ήταν οι πραγματικοί δράστες.

Έτσι, ο Ευσταθιάδης επιστρέφει στην τέλεση του εγκλήματος και την ακόλουθη έρευνα, αποπείραται να διακρίνει αν όλα έγιναν καλά, ανοίγει ξανά τον φάκελο παρά τα όποια εμπόδια και τις ιδιαιτερότητες του δικονομικού γερμανικού συστήματος. Η απονομή της δικαιοσύνης είναι το ζητούμενο, αν τελικά ο ένοχος βρέθηκε αρχικά στο εδώλιο και ύστερα στη φυλακή, αλλιώς, η ενοχή ενός αθώου ανατρέπει έναν από τους βασικούς πυλώνες επί των οποίων στηρίζονται οι σύγχρονες κοινωνίες. Πέρα από τις φωνές και την πίεση της κοινωνίας για τιμωρία, εκείνοι που αποδίδουν δικαιοσύνη οφείλουν να παραμείνουν αφοσιωμένοι στο χρέος τους. Το Σου γράφω από την κοιλιά του κτήνους διαθέτει έναν υβριδικό χαρακτήρα, αφού εδώ οι ειδολογικοί περιορισμοί παραμερίζονται και το απελευθερωμένο έδαφος παραχωρείται στον στοχασμό γύρω από την απόδοση δικαιοσύνης. Το αίσθημα δικαίου είναι αυτό που κινητοποιεί τον συγγραφέα, αυτό είναι που καθιστά αναγκαία τη συγγραφή και αυτή η αναγκαιότητα διαπνέει το βιβλίο από άκρη σε άκρη.  

Ο Ευσταθιάδης παίρνει ένα ρίσκο, εγκαταλείποντας μια γνώριμη σε εκείνον συνταγή για να δοκιμάσει κάτι διαφορετικό. Το αποτέλεσμα τον δικαιώνει.

(το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στις 22.2.25 στην Εφημερίδα των Συντακτών) 

υγ. Υπόλοιπα βιβλία του Ευσταθιάδη στο μπλογκ: Το δεύτερο μέρος της νύχτας (εδώ), Ο δύτης (εδώ), Κβάντι (εδώ), Σχέδια του χάους (εδώ).
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ» μπορείτε εδώ

Εκδόσεις Μεταίχμιο

Δευτέρα 29 Σεπτεμβρίου 2025

Θα πέσει η νύχτα - Κωνσταντίνος Τζαμιώτης

Ο Κωνσταντίνος Τζαμιώτης γεννήθηκε το 1970 στη Λάρισα και εμφανίστηκε στα εκδοτικά πράγματα με τη νουβέλα Συνάντηση (εκδόσεις Ίνδικτος, 2002), που σηματοδότησε την πρώτη περίοδο ενός συνεπή συγγραφέα, ο οποίος, εμφανώς επηρεασμένος από την κεντροευρωπαϊκή γραμματεία, επέδειξε ένα έργο ώριμο, απαλλαγμένο από διάφορες εγχώριες νοσηρότητες, αλλά και ακκισμούς, προκαλώντας ιδιαίτερη αίσθηση στην εποχή του. Παρακολουθώντας κανείς την πορεία του μέσα στα χρόνια, Η πόλη και η σιωπή (εκδόσεις Καστανιώτη, 2013), με πρωταγωνιστή τον Αργύρη Τρίκορφο, ένα από τα πλέον ολοκληρωμένα και αληθοφανή μυθιστορηματικά πρόσωπα της νεοελληνικής λογοτεχνίας, δεν αποτέλεσε έκπληξη. Ήδη, χωρίς να εγκαταλείπει τις δεδομένες και καλά χωνεμένες επιρροές του, πλησίαζε ολοένα το εδώ και το τώρα, τη μετάβαση σε μια λογοτεχνία σύγχρονη και εμφανώς πολιτική, χωρίς την ανάγκη παραβολών και αναλογιών από το παρελθόν. Η πόλη και η σιωπή ξεχώρισε ανάμεσα σε πολλά μυθιστορήματα που γράφτηκαν για την ελληνική κρίση.

Στη δεύτερη αυτή περίοδο, ο Τζαμιώτης ασχολήθηκε και με τη θεατρική γραφή, εξέδωσε δύο συλλογές διηγημάτων, ενώ τον Απρίλιο του 2016, κυκλοφόρησε το Πέρασμα (εκδόσεις Μεταίχμιο), ένα νατουραλιστικής σύλληψης και υφής μυθιστόρημα με τόπο ένα μικρό νησί του Αιγαίου και το ναυάγιο μιας βάρκας με πρόσφυγες εν μέσω σφοδρής κακοκαιρίας. Το εδώ και το τώρα της γραφής εμπεριέχει ένα ρίσκο, όπως και η κάθε θεωρητική προσέγγιση ανάλυσης του παρόντος, και αυτό είναι να αποβεί κενή και καιροσκοπική, να υποχωρήσει από το ίδιο της το βάρος. Ευτυχώς, υπάρχουν και εξαιρέσεις.

Ένα από τα δυνατά χαρτιά της γραφής τού Τζαμιώτη είναι οι χαρακτήρες του, δουλεμένοι μέχρι την τελευταία, πιο καταχωνιασμένη, κρεμάστρα στην ερμητικά κλειστή ντουλάπα. Σκεπτόμενος αυτή τη συγγραφική αρετή αναρωτιόμουν αν και πότε θα δοκίμαζε να γράψει ένα μεγάλο, πλουραλιστικό και φιλόδοξο μυθιστόρημα, από τα οποία παρατηρείται έλλειψη, με ελάχιστες απόπειρες και ακόμα λιγότερες επιτυχείς καταλήξεις. Η ανακοίνωση της κυκλοφορίας του Θα πέσει η νύχτα έφερε μαζί της προσδοκίες.

Ένα μυθιστόρημα, ένα μεγάλο και φιλόδοξο μυθιστόρημα, δεν μπορεί παρά να έχει ως καταστατική βλέψη να συμπεριλάβει την πραγματικότητα στο σύνολό της, η βλέψη αυτή καθορίζει το ύψος που ο πήχης τίθεται. Ο Τζαμιώτης θέλησε, και κατά τη γνώμη μου κατόρθωσε, να γράψει ένα τέτοιο μυθιστόρημα. Ο αφηγηματικός χρόνος, παρά τις όποιες αναγκαίες αναλήψεις από το παρελθόν, είναι το πρόσφατο παρόν, ο αφηγηματικός τόπος εναλλάσσεται μεταξύ Αθήνας, θεσσαλικού κάμπου και της επαρχίας της Βορείου Ελλάδας. Ένα πλήθος από πρόσωπα, η ζωή των οποίων με τον έναν ή τον άλλο τρόπο συναντάται και διαπλέκεται, εμφανίζονται, πρόσωπα αντλημένα από έναν τεράστιο ταμιευτήρα, διόλου στερεοτυπικά και ασώματα. Εκεί που τα πράγματα είναι ακόμα πιο σύνθετα είναι στην απόπειρα ειδολογικής κατάταξης του Θα πέσει η νύχτα, όμως, ένα μεγάλο μυθιστόρημα συνήθως μένει ανένταχτο, θυμίζοντας, και σε αυτό, την πραγματική ζωή. Η φιλοδοξία εδώ πατάει σταθερά και στις δύο όχθες, στην ιστορία και στην αφηγηματική κατασκευή.

Απόρροια των σεμιναρίων δημιουργικής γραφής, σε συνδυασμό με την επίτευξη της συνταγής εκείνης που θα καταστήσει ένα βιβλίο ευπώλητο, παρατηρείται η απόπειρα ενσωμάτωσης διαφόρων ιδιοτήτων της επικαιρότητας, έστω και ως απλή αναφορά, σαν ο συγγραφέας να βάζει τικ σε κουτάκια, είτε αυτό είναι το περιβάλλον, είτε το κουήρ, είτε το μεταποικιακό, είτε το φεμινιστικό. Στο Θα πέσει η νύχτα, κάθε τι, μικρό ή μεγάλο, έχει έναν οργανικό χαρακτήρα, τίποτα δεν φέρνει στο νου διεκπεραίωση και hype. Η καλή λογοτεχνία, άλλωστε, πάντοτε αφουγκράζεται και περιλαμβάνει την εποχή της, με όλες της τις διαστάσεις, τις παθογένειες και τις ομορφιές, αλλά και τη νύχτα.

Ο Τζαμιώτης υπογράφει με έμπνευση, τεχνική και οξυδέρκεια ένα σημαντικό μυθιστόρημα, σε μια κορυφαία στιγμή της εργογραφίας του, αλλά και της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας, πετυχαίνοντας να συγκεράσει λογιών λογιών φαινομενικά ετερόκλητα χαρακτηριστικά, να καταστήσει λειτουργικές και απαραίτητες ακόμα και τις όποιες αδυναμίες η μεγάλη φόρμα παρουσιάζει στο εξαντλητικής ταχύτητας και ερεθισμάτων σήμερα, δοκιμάζοντας να πάει κόντρα στο ρεύμα της μικρής και αποσπασματικής φόρμας που δείχνει να επικρατεί. Ωστόσο, η καταβύθιση στις σελίδες ενός καλού μυθιστορήματος είναι ένα από τα πλέον ασφαλή μπούνκερ καταφυγής και το Θα πέσει η νύχτα, πέρα από τις λοιπές αρετές του, είναι ένα χορταστικό μυθιστόρημα.

(το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών)


υγ. Για τα υπόλοιπα βιβλία του Κωνσταντίνου Τζαμιώτη περισσότερα μπορείτε να βρείτε εδώ. υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ» μπορείτε εδώ!
 

Εκδόσεις Μεταίχμιο

Δευτέρα 9 Ιουνίου 2025

Κάτω από το ηφαίστειο - Malcolm Lowry

Εκκρεμούσε αυτή η κυκλοφορία, η επανασύσταση ενός κλασικού έργου στο ελληνικό κοινό· υπεύθυνοι γι' αυτό οι εκδόσεις Μεταίχμιο και η καλή μεταφράστρια Κατερίνα Σχινά. Το Κάτω από το ηφαίστειο είναι το πρώτο βήμα ενός ευρύτερου εκδοτικού σχεδιασμού του έργου τού Λόουρυ, ήδη το Ουλτραμαρίν και η Πέτρα της κόλασης βρίσκονται στις προθήκες των βιβλιοπωλείων.

Το Κάτω από το ηφαίστειο πρωτοεκδόθηκε το 1947 και ειδολογικά (όσο ασφυκτικά και αν είναι τέτοια όρια) ανήκει στον ύστερο μοντερνισμό, αποτελεί εξέχων μέλος μια εκλεκτής και ολιγομελής ομάδας έργων που, παρότι παράγωγα υψηλής και κλασικής λογοτεχνίας, έχουν ευρέως διαβαστεί και ενταχθεί στην πολιτισμική κληρονομιά, ξεπερνώντας τους όποιους χωροχρονικούς περιορισμούς και τα στεγανά μιας μειοψηφούσας αναγνωστικής ελίτ, δημιουργώντας έναν μύθο γύρω τους. Επίσης, μιλώντας για εξαιρέσεις, εδώ υπάρχει ακόμα μία, η πετυχημένη κινηματογραφική μεταφορά του μυθιστορήματος το 1984 από τον Τζον Χιούστον, κάτι το οποίο συντέλεσε επίσης καθοριστικά στη διαδρομή του μέσα στα χρόνια.

Η πλοκή διαδραματίζεται μέσα σε δύο μέρες, με απόσταση ενός χρόνου της μίας από την άλλη. Στο πρώτο κεφάλαιο, δύο Νοεμβρίου του 1939, Μέρα των Νεκρών, στην Κουαουναγουάκ του Μεξικό, στη σκιά των δύο ηφαιστείων, Ποποκατέπετλ και Ιστακσίουατλ, στη δύση του ηλίου, ο δρ Αρτούρο Ντίας Βίγκιλ και ο Ζακ Λαρυέλ πίνουν ανίς στην κεντρική βεράντα ενός ξενοδοχείου μετά από έναν απαιτητικό αγώνα τένις. Σύντομα αναθυμούνται τα τραγικά γεγονότα που διαδραματίστηκαν πέρυσι την ίδια μέρα. Ο παντογνώστης αφηγητής θα ακολουθήσει τον Λαρυέλ στην επιστροφή του στο σπίτι του, για την οποία διαλέγει ένα μεγαλύτερης έκτασης μονοπάτι, βυθισμένος καθώς είναι στους συλλογισμούς και τις αναμνήσεις για την τραγική μοίρα του Πρόξενου και της πρώην συζύγου του που επέστρεψε την ίδια εκείνη μέρα στην μεξικανική ενδοχώρα.

Ένα χρόνο πριν, άυπνος και μεθυσμένος ο Βρετανός Πρόξενος θα συναντήσει την Υβόν στον σταθμό των λεωφορείων, την πανέμορφη Υβόν που σαν από θαύμα γύρισε σε εκείνες τις εσχατιές παρότι είχαν εδώ και καιρό χωρίσει. Χαμένος στους λαβύρινθους του αλκοόλ, δεν μπορεί να είναι σίγουρος αν αυτό εντάθηκε με τον χωρισμό και τη φυγή της ή αν ο χωρισμός και η μετέπειτα φυγή της οφείλονταν στη διαρκή μέθη του, ίσως και τα δύο να συνέβησαν, καμιά φορά αυτό συμβαίνει, η μια εκδοχή βυθίζεται στο σώμα της άλλης, δυσδιάκριτες διαφορές ενός κοινού σώματος πια. Ο Πρόξενος, που κάποτε θεωρήθηκε ήρωας της πατρίδας του, κατέληξε μετά από διάφορους σταθμούς μιας καριέρας φθίνουσας, σ' αυτή την αδιάφορη πόλη στη σκιά των ηφαιστείων, χωρίς πραγματική ατζέντα αρμοδιοτήτων. Και όμως, κάποτε η ζωή, δίπλα στην Υβόν, έμοιαζε υπέροχη ή μήπως όχι; Μια ακόμα ιστορία αγάπης. Και ναι, και όχι.

Ήδη, στην ανάμνηση της προ εικοσαετίας πρώτης ανάγνωσης, το μεγαλύτερο εμβαδόν καταλάμβαναν η θλίψη και μια αίσθηση βύθισης σε κινούμενη άμμο, παρούσες και τώρα, αρχής γενομένης από το δεύτερο κεφάλαιο, παρότι η επιστροφή της Υβόν μοιάζει να υπόσχεται ένα ανάχωμα στην πτώση. Εδώ έχουμε ένα επίτευγμα της γραφής, ένα λογοτεχνικό κομψοτέχνημα, με πρώτη ύλη το άνυδρο έδαφος και την περιδιάβαση σ' αυτό του Πρόξενου υπό την επήρεια του αλκοόλ. Ο Λόουρυ πετυχαίνει ταυτόχρονα να αποδώσει αυτή τη θολή πραγματικότητα, εσωτερική και εξωτερική, της μέθης, χωρίς ωστόσο στιγμή να απολύει τον συνολικό προσανατολισμό του. Η συνεχής αντίστιξη του θολωμένου αντιήρωα και του οξυδερκή και σε διαρκή ετοιμότητα τριτοπρόσωπου παντογνώστη αφηγητή, χαρίζει μια φαινομενικά εύθραυστη ισορροπία, που, χωρίς να μειώνει την εγκεφαλικότητα της κατασκευής, δεν στερεί τον αέρα από το έντονο και πολυποίκιλο συναίσθημα που η τραγωδία φέρει, τη στιγμή που καμπυλώνει, συστέλλοντας και διαστέλλοντας, τον χρόνο, επιτείνοντας το συναίσθημα της βύθισης σε κινούμενη άμμο. Κυρίως, όμως, δεν υψώνει τείχη αποκλεισμού, παρά μόνο περαιτέρω επίπεδα αναγνωστικής βύθισης. Μια ανάγνωση ποτέ δεν είναι άλλωστε αρκετή για βιβλία όπως αυτό.

Παράλληλα με την ερωτική ιστορία, στα κενά και στα πλαϊνά της, ανάμεσα σε δύο γουλιές μεσκάλ, το κλίμα της εποχής βρίσκει τον απαραίτητο χώρο για να υπάρξει ως απόηχος λόγω της δεδομένης απόστασης από την Ευρώπη, της κεντρικής σκηνής, όπου ο εμφύλιος στην Ισπανία και η άνοδος του ναζισμού είναι κάποια από τα προεόρτια ενός ζόφου που αλλού χτυπούσε επίμονα την πόρτα και αλλού ήδη στρογγυλοκαθόταν στο σαλόνι. Η παρουσία ενός Βρετανού αξιωματούχου στην μεξικανική ενδοχώρα, ενός ξένου σ' ένα περιβάλλον ανοίκειο, εντείνει τη θολότητα και το αίσθημα διαρκούς απειλής, ενώ ταυτόχρονα δικαιολογεί την εξωτικότητα του τόπου, καθιστώντας τον Πρόξενο, αλλά και την Υβόν και τον αδερφό του Χιου, ολοκληρωτικά χαμένους, παρά τα όποια τυπικά προνόμιά τους.

Ο Λόουρυ με το Κάτω από το ηφαίστειο, το δεύτερο ολοκληρωμένο και τελευταίο βιβλίο που εξέδωσε εν ζωή, αφήνει πίσω του μια πολύτιμη κληρονομιά, έναν αξέχαστο και αρχετυπικό αντίηρωα, μια σκληρή ιστορία αγάπης και μια παράπλευρη ανατομία της εποχής. Ένα σπουδαίο στο σύνολό του μυθιστόρημα, σκληρού ρεαλισμού και ασφυκτικής υπαρξιακής αγωνίας, υψίστης λογοτεχνικής στάθμης και αναγνωστικής απόλαυσης, προπομπός σημαντικών έργων και ρευμάτων.

(πρωτοδημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών)

υγ. Για το Σκοτεινά σαν τον τάφο που ο φίλος μου κείται περισσότερα θα βρείτε εδώ, για την κινηματογραφική μεταφορά του Κάτω από το ηφαίστειο εδώ, για Το ρολόι φάντασμα εδώ.

Μετάφραση Κατερίνα Σχινά
Εκδόσεις Μεταίχμιο

Δευτέρα 31 Μαρτίου 2025

Στο σπίτι της - Yael van der Wouden

Είχα ένα θετικό προαίσθημα για το βιβλίο αυτό και περίμενα την κυκλοφορία του. Ίσως γιατί γνώριζα πως η απόφαση για την αγορά των δικαιωμάτων του έγινε πολύ πριν το βιβλίο αυτό εκδοθεί, όταν ακόμα ήταν ένα κείμενο word· η θερμή υποδοχή, οι πωλήσεις, η ένταξη στη βραχεία λίστα του βραβείου Booker 2024, ακολούθησαν. Στο Μεταίχμιο, θεωρώ από πρόταση της Μαρίας Ξυλούρη, πίστεψαν στο πρωτόλειο βιβλίο της Γιάελ φαν ντερ Βάντεν, πριν πασπαλιστεί με τη χρυσόσκονη των κριτικών και των βραβείων. Και κάτι τέτοια ντεσού πρέπει να αναδύονται και να εκτιμώνται· στους αναγνώστες των εκδοτικών οίκων χρωστάμε πολλά ωραία βιβλία.

Ολλανδική ύπαιθρος, 1961. Η Ίζαμπελ μένει μόνη στο τεράστιο σπίτι στο οποίο μετακόμισαν με τη μητέρα και τα δύο αδέρφια της όταν εκείνη ήταν μικρή, όταν ο ζόφος του πολέμου έμοιαζε να ανήκει πια αμετάκλητα στο παρελθόν, όταν ένα μέλλον υποσχόμενο απλωνόταν μπροστά τους. Εκτός από μια κοπέλα που έρχεται και κάνει τις δουλειές του σπιτιού, η Ίζαμπελ μένει μόνη της, παρέα με τις αναμνήσεις της μητέρας της, παρέα με όλα εκείνα τα ενθύμια, οικιακά σκεύη και λοιπά διακοσμητικά ως επί το πλείστον, τα οποία και προσπαθεί με μανία να προστατέψει από τη φθορά του χρόνου και την ανθρώπινη απερισκεψία και ατσουμπαλιά, αλλά και τον δόλο της υφαρπαγής, της κλοπής.

Όταν θα γνωρίσει την Εύα, θα σκεφτεί πως είναι ακόμα μια ερωμένη του Λούις, του μεγάλου αδερφού της, ακόμα μια επιπόλαια δήλωση με μεγαλόστομες φράσεις όπως ο έρωτας της ζωής μου και η γυναίκα που θα παντρευτώ και αυτή είναι η μία και μόνη, η μοναδική, μεταξύ άλλων. Λίγο καιρό αργότερα, εκείνος θα αναγκαστεί να λείψει για επαγγελματικούς λόγους, επιβάλλοντας με τον τρόπο του τη συγκατοίκηση των δύο γυναικών κάτω από την ίδια σκέπη, κατά το διάστημα της απουσίας του. Εκεί, σ' αυτό το χρονικό σημείο, εκκινά η κεντρική πλοκή της ιστορίας αυτής, τίποτα όμως δεν γεννιέται ξαφνικά, χωρίς ρίζες στο παρελθόν.

Περισσότερα για την πλοκή δεν θα πω γιατί θεωρώ πως θα λειτουργήσουν εις βάρος της αναγνωστικής απόλαυσης. Η Ολλανδή-Ισραηλινή συγγραφέας επενδύει πολλά στο χτίσιμο της ιστορίας και την εξέλιξη της πλοκής· με αυτό το αργό και σταδιακό αφηγηματικό βάδισμα ελπίζει να βυθίσει τον αναγνώστη στην ιστορία, προβαίνοντας σε απαραίτητες αναλήψεις από το παρελθόν, προωθώντας, επίσης, παράλληλες μικροϊστορίες ενισχυτικές και διαφωτιστικές επί της κεντρικής και κύριας, ώστε όταν αρχίσουν να εμφανίζονται οι ανατροπές, ο αναγνώστης να είναι «εγκλωβισμένος» για τα καλά στον ιστό, ο φωτισμός να έχει εγκατασταθεί και ελεγχθεί.

Οι ανατροπές λειτουργούν ως τέτοιες και για την Ίζαμπελ, όχι μόνο για τον αναγνώστη, και εδώ έγκειται η λειτουργικότητά τους εντός της εξέλιξης της ιστορίας. Δεν έχουν στόχο να εντυπωσιάσουν ή να πιάσουν κορόιδο τον αναγνώστη, αλλά αποτελούν οργανικά συστατικά της μυθοπλασίας, που, ταυτόχρονα, με τον τρόπο τους επιτείνουν τον ρεαλιστικό χαρακτήρα της, φέρνοντας στην επιφάνεια θέματα για τα οποία δεν γίνεται συχνά λόγος, αλλά αφήνονται στο παρελθόν, ό,τι έγινε έγινε και τώρα δεν έχει νόημα να κοιτάμε στο παρελθόν, πώς έγινε ό,τι έγινε, η ανθρώπινη ιστορία, ιδιαίτερα μετά από ζοφερά ιστορικά συμβάντα, αναζητά καταφύγιο στη λήθη, ό,τι έγινε έγινε, εμείς δεν ξέραμε, εμείς δεν φταίμε, μην τα σκαλίζεις αυτά, πάνε τώρα, πέρασαν, σαν μια ανείπωτη συμφωνία τοποθέτησης ενός ορόσημου, ενός συμφώνου κοινωνικής ειρήνης, μιας ημερομηνίας που ως επέτειος εορτάζεται σημαίνοντας το τέλος του κακού, όμως το παρελθόν, αχ το παρελθόν, ακολουθεί κατά πόδας το παρόν, δεν το αφήνει αμόλυντο, λίγο αν σκάψει κανείς θα βρει ρίζες του κακού ανέγγιχτες, σκεπασμένες πρόχειρα με χώμα. Και για το τέλος το κλισέ: όποιος δεν μαθαίνει από το παρελθόν, σύντομα θα το δει να επιστρέφει, μια διόλου ευχάριστη φάρσα.

Σκεφτόμουνα πρόσφατα πως, σε μια εποχή ακραίας διάσπασης της προσοχής, θα είχε κάποιο νόημα να σημειώνεται με κάποιο τρόπο η κάθε μία εγκατάλειψη της ανάγνωσης, ακόμα και η πιο σύντομη για το τσεκάρισμα του κινητού τηλεφώνου, μιας ειδοποίησης από κάποιο κοινωνικό δίκτυο, και στο τέλος, αφού η ανάγνωση ολοκληρωθεί να ελέγχονται αυτές οι παύσεις και όσο πιο αραιές είναι τόσο μεγαλύτερη να είναι η αναγνωστική εμπλοκή, και αυτό, αναπόφευκτα, κάτι θα σημαίνει και για το ίδιο το βιβλίο, αλλά και για τον ίδιο τον αναγνώστη. Το λέω αυτό ως προέκταση της άμυνας που πάντα υψώνω ως τείχος απέναντι στην παρεξήγηση εκείνη που σημειώνει ως αρνητικό στοιχείο ενός βιβλίου το γρήγορο γύρισμα των σελίδων, λες και είναι εύκολο, ειδικά σήμερα, να βυθιστεί κάποιος σε μια ανάγνωση απερίσπαστος και διαρκώς παρών. Το Στο σπίτι της το διάβασα σε φρενήρη ρυθμό.

Η Γιάελ φαν ντερ Βάντεν κατέχει τη λογοτεχνική θεωρεία, φαίνεται πως είναι μια καλή αναγνώστρια, έχει στη σκευή της αρκετά μαθήματα δημιουργικής γραφής, ως μαθήτρια και ως διδάσκουσα. Στο πρωτόλειο βιβλίο της έχει μια δυνατή ιστορία να πει, δεν παίρνει ιδιαίτερα ρίσκα γραφής, συντεταγμένα προωθεί την πλοκή, οικοδομεί ικανοποιητικά τους χαρακτήρες της, εκχερσώνει και προετοιμάζει το έδαφος, κάνει ορθή χρήση των ανατροπών και των ευρημάτων, παραδίδει ένα βιβλίο το οποίο θα μπορούσε να έχει γραφτεί παλιότερα και από έναν πιο πεπειραμένο συγγραφέα, μια λογοτεχνία χορταστική για τους αναγνώστες που γυρεύουν καλές ιστορίες ωραία ειπωμένες, ίσως βαρετό και ως ένα βαθμό ανούσιο για εκείνους που επιθυμούν να εντυπωσιαστούν από κάτι πιο παράτολμο. Είναι σημείο των ύστερων χρόνων, αυτή η διττή φύση των βιβλίων που προκύπτουν μέσα από σεμινάρια δημιουργικής γραφής, στρογγυλεμένα καθώς είναι, χωρίς ακίδες.

Οφείλει, ωστόσο, να αναγνωρίσει κανείς πως η συγγραφέας εδώ, τονίζω πως πρόκειται για το πρωτόλειο έργο της, διακρίνεται για την ωριμότητά της, δεν καιροσκοπεί στην διαλογή των συστατικών μερών, ως μια σύγχρονη συνταγή επιτυχίας, σκέφτεται και ασχολείται πρώτιστα με το πώς θα γράψει το βιβλίο που θέλει, ένα καλό βιβλίο με μια δυνατή ιστορία, που το καθιστά οικουμενικό και επίκαιρο, και ακολούθως με την εμπορική προοπτική του. Άλλωστε, θα ήταν υποκριτικό και ύπουλο κάποιος να ψέξει τη συγγραφέα για τη φιλοδοξία της να εκδοθεί και εν συνεχεία να διαβαστεί το βιβλίο που γράφει.

Το Στο σπίτι της είναι ένα βιβλίο τίμιο. Είναι ένα επίθετο που χρησιμοποιώ συχνά, και ας μοιάζει αμφίσημο στη χρήση του, εγώ επιμένω να το θεωρώ κομπλιμέντο, αφού προκύπτει από την –σίγουρα υποκειμενική– διάκριση της συγγραφικής φιλοδοξίας. Η Γιάελ φαν ντερ Βάντεν δεν στοχεύει στην εκτροπή του ρου της λογοτεχνικής ιστορίας, αυτό δεν σημαίνει πως κάνει εκπτώσεις στη γραφή, το αντίθετο, παραδίδει ένα καλογραμμένο και απολαυστικό βιβλίο, που ανταμείβει τον αναγνώστη για τον χρόνο του.

Κλείνοντας θέλω κάτι ακόμα να πω: Το μυστικό ή η ανατροπή αν προτιμάτε, δεν είναι κάτι πρωτότυπο που κάποιος ως τώρα δεν το έχει σκεφτεί ή ίσως συναντήσει και αλλού, σε κάποιο βιβλίο ή σε κάποιο οικογενειακό τραπέζι. Προγραμματικά άλλωστε η συγγραφέας δεν επιθυμεί μια τέτοιου είδους ανατροπή. Ο αγώνας για τη μη λήθη, από το μετερίζι και με τον τρόπο τού καθενός, στο οπλοστάσιο του διαθέτει προφανή και ήδη γνωστά πυρομαχικά, θυμίζει κάτι που έγινε, δεν κάνει κάποιου είδους τρανταχτές αποκαλύψεις, απλώς υπενθυμίζει πώς έγιναν τα πράγματα. Και όμως, η απόπειρα για λήθη, για το κόψιμο και ράψιμο της ιστορίας στα μέτρα μας, μαίνεται με τέτοια ένταση που ακόμα και το πλέον προφανές βελάκι είναι χρήσιμο και απαραίτητο να εκτοξευθεί ως μια επιθετική άμυνα, την ώρα που το κακό επιστρέφει όλο και πιο δυνατό, με ολοένα και πιο ευδιάκριτο ποδοβολητό κατά πάνω μας. Είμαστε σε αρκετά δεινή θέση για να υποτιμούμε το προφανές, πόσο μάλλον το κοίταγμα στον καθρέφτη.

Το Στο σπίτι της μου έφερε στον νου τη γραφή της Σάρα Ουότερς. Προσδοκίες, με τον τρόπο της Γιάελ φαν ντερ Βάντεν, εκπληρωμένες.

υγ. Το σπίτι, ως κυρίαρχο συστατικό στην ιστορία, μου έφερε στο μυαλό ένα σπουδαίο μυθιστόρημα, αυτό. Για τους Ενοικιαστές της Σάρα Ουότερς περισσότερα μπορείτε να διαβάσετε εδώ.

Μετάφραση Ιλάειρα Διονυσοπούλου
Εκδόσεις Μεταίχμιο

Δευτέρα 17 Μαρτίου 2025

Μπαουμγκάρτνερ - Paul Auster

Ο Πολ Όστερ πέθανε στις 30 Απριλίου του 2024 σε ηλικία 77 ετών. Ο Μπαουμγκάρτνερ είναι ο τελευταίος χαρακτήρας στο ύστατο μυθιστόρημα που αυτός ο σπουδαίος γραφιάς άφησε πίσω του. Έχει κάτι το γλυκόπικρο να κρατά κανείς στα χέρια του το βιβλίο των τίτλων τέλους. Γλύκα για ένα ακόμα δώρο από κάποιον σε σένα άγνωστο, πίκρα για την απώλεια κάποιου σε σένα άγνωστου που ωστόσο πιστεύεις πως γνωρίζεις τόσο καλά. Ο Όστερ, λίγα μόλις χρόνια μεγαλύτερος από τον Μπαουμγκάρτνερ, πιθανώς γνωρίζει πως αυτό ίσως να είναι το τελευταίο βιβλίο που θα στείλει στον εκδοτικό οίκο.

Ο Μπαουμγκάρτνερ ζει μόνος του, εδώ και δέκα χρόνια, όταν η Άννα τόλμησε μια ακόμα βουτιά παρά τα ορμητικά κύματα του ωκεανού· εκείνος της φώναξε, εκείνη δεν τον άκουσε. Ένα μεγάλο σπίτι, μακριά από την πολύβουη Νέα Υόρκη, μια καθημερινή ρουτίνα εργασίας, που περιλαμβάνει σχέδια για καινούργια βιβλία, είναι ο τρόπος του, φυσικός και αβίαστος, για να διαχειρίζεται μια καθημερινότητα με ελάχιστα περιστατικά κοινωνικότητας, κομμάτια και εκείνα της αρκετά αυστηρής ρουτίνας, που ένα αναπάντεχο κουδούνι ή κάποιο τηλέφωνο μπορούν να διαρρήξουν ανεπανόρθωτα.

Στην έβδομη δεκαετία της ζωής του, λογικό και αναμενόμενο είναι να έρχεται ολοένα και συχνότερα αντιμέτωπος με το παρελθόν· ας συνυπολογίσει κάποιος και τη φύση ενός ανθρώπου για τον οποίο ο στοχασμός αποτελεί κυρίαρχο γνώρισμα ταυτότητάς, του τρόπου να κοιτάζει και να επεξεργάζεται τα πράγματα τριγύρω. Το μυστήριο της μνήμης, ο άγνωστος μηχανισμός λειτουργίας που άλλα τα κρατά ακέραια και άλλα τα εξοβελίζει στο βασίλειο της λήθης. 

Ένας τριτοπρόσωπος παντογνώστης αφηγητής, φιλικός αλλά και απόμακρος ταυτόχρονα, αναλαμβάνει να ξεναγήσει τον αναγνώστη, χωρίς να επιθυμεί μήτε τον οίκτο μήτε τον θαυμασμό του. Κανένας συναισθηματικός εκβιασμός δεν λαμβάνει χώρα εδώ. Η ζωή, αρκούντως ακατανόητη, άθροισμα αντιφατικών και αντιθετικών συστατικών, μοιάζει να είναι μια μοναχική διαδρομή ακόμα και στο κέντρο της πλέον θορυβώδους πολίχνης, πόσο μάλλον σε ένα αραιοκατοικημένο προάστιο, εκεί που βρίσκονται ένας ελληνικής καταγωγής μετρητής κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας, μια κοπέλα που εργάζεται σε μια εταιρεία παράδοσης αλληλογραφίας, μια γυναίκα που έχει αναλάβει να διατηρεί το σπίτι συγυρισμένο και καθαρό, πρόσωπα με τα οποία ο Μπαουμγκάρτνερ ανταλλάζει κάποιες απλές κουβέντες.

Το δωμάτιο που διατηρούσε εκείνη ως γραφείο εργασίας παραμένει όπως ήταν την τελευταία φορά που βρέθηκε εκεί, ο Μπαουμγκάρτνερ αδυνατεί να τολμήσει την οποιαδήποτε αλλαγή, τα ρούχα της ναι, εκείνα άργησε αλλά μπόρεσε να τα απομακρύνει, τις στοίβες με τα τετράδια και τα σκόρπια χαρτιά γύρω από τη γραφομηχανή όχι. Η φοιτήτρια ενός παλιού του φίλου εκφράζει την επιθυμία να μελετήσει το ανέκδοτο υλικό της Άννα στο πλαίσιο εκπόνησης μιας διδακτορικής διατριβής. Ο Μπαουμγκάρτνερ, παρότι αρχικά παρέμεινε σκεπτικός στην προοπτική αυτή, στη διατάραξη της ρουτίνας του, σύντομα θα ενθουσιαστεί, να ένα συναίσθημα παλιό, σχεδόν λησμονημένο, χρώμα ξερό στην παλέτα.

Εδώ δεν είναι απούσα μόνο η συναισθηματική καθοδήγηση αλλά και η διδαχή, απουσία που επιτρέπει τη διαμόρφωση ενός κοινού τόπου μεταξύ του Μπαουμγκάρτνερ, του Όστερ και του αναγνώστη. Σ' αυτόν τον τόπο διέκρινα τη μη παραίτηση από τη ζωή, εδώ διαμόρφωσα την αυθαίρετη άποψη πως ο συγγραφέας, ο κάθε ένας συγγραφέας, μέσω του έργου του φαντάζεται και αξιολογεί ως σημαντική τη διατήρηση στη μνήμη των ανθρώπων, παρότι η άγνοια και η αβεβαιότητα συντροφεύουν διαρκώς αυτό το ιδιότυπο άλτερ έγκο· δεν γνωρίζω περισσότερα από όσα συνήθιζα κάποτε να γνωρίζω, μοιάζει να σκέφτεται ο Μπαουμγκάρτνερ, κάθε μία βεβαιότητα, μικρή ή μεγάλη, ήξερα πως αργά ή γρήγορα θα πέσει από το ίδιο της το βάρος.

Η έτσι και αλλιώς συχνά άδικη συνήθεια της κριτικής και της ευρύτερης πρόσληψης ενός έργου στο πλαίσιο της ευρύτερης εργογραφίας εδώ μεγιστοποιείται, καθώς το παρόν βιβλίο αποτελεί το κλείσιμο μιας πλούσιας παραγωγής λόγου. Από κεκτημένη ταχύτητα, ο γνώστης του πρότερου έργου τού Όστερ θα επιχειρήσει να διακρίνει την πιθανότητα του κλεισίματος ενός κύκλου που άνοιξε με την καθοριστική για τη λογοτεχνία Τριλογία της Νέας Υόρκης. Πέρα από κάποια φιλολογικής αξίας σχετική μελέτη, που αργά ή γρήγορα θα παρουσιαστεί και αναπόφευκτα θα ξεχαστεί, το Μπαουμγκάρτνερ είναι ένα μυθιστόρημα αυτάρκες, χωρίς άναρθρες κραυγές, που δεν απαιτεί εξωλογοτεχνικά λύτρα και ίσως γι' αυτό ο συγγραφέας παίρνει φαινομενικές αποστάσεις από τον Μπαουμγκάρτνερ, να σβήσει κάθε ίχνος αυτοβιογραφικής χροιάς σε μια από τις τελευταίες ιστορίες που εκείνο το φοβερό μυαλό γέννησε και στο πέρασμά του στα ελληνικά το φρόντισε με ιδιαίτερη αγάπη η Ιωάννα Ηλιάδη.

(το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών)

υγ. Για τα προηγούμενα βιβλία του Όστερ περισσότερα θα βρείτε: Φλεγόμενο αγόρι (εδώ), 4 3 2 1 (εδώ), Ημερολόγιο του χειμώνα (εδώ), Η μουσική του πεπρωμένου (εδώ), Η νύχτα των χρησμών (εδώ), Σάνσετ Παρκ (εδώ), Η τριλογία της Νέας Υόρκης (εδώ), Το παλάτι του φεγγαριού (εδώ)

Μετάφραση Ιωάννα Ηλιάδη
Εκδόσεις Μεταίχμιο

Πέμπτη 21 Νοεμβρίου 2024

Μελέτη περίπτωσης - Graeme Macrae Burnet

Πριν από έξι χρόνια, διάβασα και απόλαυσα Το ματωμένο του έργο τού, άγνωστου ως τότε σε μένα, Γκρέαμ Μακρέι Μπερνέτ, γεννημένου στη Σκοτία το 1967. Στο μυθιστόρημα εκείνο ο Μπερνέτ, στον ρόλο του αφηγητή-ερευνητή, μεταφέρει τον αναγνώστη στα Χάιλαντς του 19ου αιώνα, με αφορμή ένα τριπλό φονικό και τη δίκη που ακολούθησε, για να διηγηθεί μια ιστορία με τεράστιο ενδιαφέρον, όχι μόνο ως προς την εξέλιξη της δίκης, αλλά κυρίως για τις συνθήκες διαβίωσης σε εκείνη την απομακρυσμένη περιοχή, όπου η ζωή ήταν ένας καθημερινός αγώνας επιβίωσης, η γη ανήκε σε έναν μεγαλογαιοκτήμονα, η εκπαίδευση ήταν αχρείαστη πολυτέλεια, οι βεντέτες κάτι συνηθισμένο και η πατρική εξουσία απόλυτη, χωρίς να παραλείψει κανείς να αναφερθεί στις επικρατούσες δεισιδαιμονίες, την ισχύ της εκκλησίας και τη σεξουαλική καταπίεση. 

Άγνωστες οι βουλές του αναγνωστικού κοινού αλλά και της συγκυρίας, το μυθιστόρημα εκείνο δεν γνώρισε και την πιο ένθερμη υποδοχή, παρότι, μόλις λίγα χρόνια νωρίτερα, ένα αντίστοιχης ατμόσφαιρας βιβλίο, ο λόγος για Τα έθιμα ταφής, διαβάστηκε με ενθουσιασμό και βρέθηκε για καιρό στα πλέον ευπώλητα μυθιστορήματα μεταφρασμένης λογοτεχνίας. Έκανα τον πρόλογο αυτό για να πω πως περίμενα με ενδιαφέρον κάποιο επόμενο βιβλίο του Μπερνέτ στα ελληνικά, φοβούμενος μήπως η χλιαρή υποδοχή εκείνου του πρώτου μυθιστορήματος αποθάρρυνε τον εκδοτικό οίκο. Όμως, όχι! Πρόσφατα σχετικά κυκλοφόρησε η Μελέτη περίπτωσης.

Στον, οργανικά ενταγμένο στο μυθιστόρημα, πρόλογο ο συγγραφέας πληροφορεί τον αναγνώστη πως κάποιος άγνωστος σε εκείνον επικοινώνησε μαζί του για να τον πληροφορήσει πως, ύστερα από το θάνατο μιας συγγενούς του, είχαν πέσει στα χέρια του κάποια τετράδια που αναφέρονταν στην εμπειρία της συγγραφέως στο δωμάτιο του αμφιλεγόμενου ψυχοθεραπευτή Κόλινς Μπρέιθγουεϊτ. Για τον Μπερνέτ, ο Μπρέιθγουεϊτ αποτέλεσε για καιρό αντικείμενο ενδελεχούς έρευνας, γεγονός το οποίο κατέστησε άκρως ιντριγκαδόρικη την ύπαρξη αυτών των τετραδίων ασχέτως αν διατηρούσε επιφυλάξεις σχετικά με την εγκυρότητά τους. Το εύρημα της ύπαρξης ενός χειρογράφου που πέφτει στα χέρια του συγγραφέα είναι αρκετά παλιό και σύνηθες, για μένα ως αναγνώστη πάντοτε δελεαστικό ως ύπαρξη, παρότι δεν είναι λίγες οι φορές που οι ενθουσιώδεις προσδοκίες που αυτό γέννησε δεν ικανοποιήθηκαν εντέλει.

Στα τετράδια της άγνωστης συγγραφέως, ο Μπερνέτ ενσωματώνει και παρεμβάλλει βιογραφικά αποσπάσματα σχετικά με τη ζωή του Μπρέιθγουεϊτ. Το αφηγηματικό αυτό εύρημα αποδεικνύεται ιδιαιτέρως λειτουργικό και καθοριστικό για τη σύλληψη και οικοδόμηση αυτού του απολαυστικού μυθιστορήματος που μας μεταφέρει στο Λονδίνο της δεκαετίας του '60, όταν πια ήδη είχε γίνει σύνηθες η επίσκεψη στο δωμάτιο της ψυχοθεραπείας, την ώρα που η αντικουλτούρα επιτελούσε τον καθοριστικό της ρόλο στη διαμόρφωση όχι μόνο του πολιτισμικού αλλά και του ευρύτερου κοινωνικοπολιτικού πλαισίου.

Η συντάκτρια των τετραδίων θα αποφασίσει να επισκεφθεί ως πελάτισσα το ιατρείο του Μπρέιθγουεϊτ πιστεύοντας πως η υπόθεση της αδερφής της, της Βερόνικα, που αυτοκτόνησε και  που για καιρό τον συναντούσε ως ειδικό ψυχικής υγείας, είχε γίνει περιστατικό με το όνομα Ντόροθυ, με αλλαγμένα κάπως τα πρόσωπα και τις καταστάσεις, σ' ένα από τα διάσημα βιβλία που εκείνος εξέδωσε. Θα επινοήσει μια διαφορετική ταυτότητα, εκείνη της Ρεβέκκα Σμάιθ, και όχι Σμιθ, όπως θα έσπευδε σε κάθε αφορμή να διευκρινίσει, ελπίζοντας να τον παραπλανήσει και να μην αντιληφθεί πως είναι η αδερφή της, έτσι ώστε να μπορέσει, με την πρώτη ευκαιρία, να ψαχουλέψει στους φακέλους με τα περιστατικά του για να επιβεβαιώσει τις υποψίες της. Εκείνος θα αποδειχτεί ωστόσο ένας ικανός αντίπαλος.

Σε αυτή την ευφυή μυθοπλαστική κατασκευή, ο Μπερνέτ, με την τρομερή αφηγηματική άνεση και την έκδηλη ικανότητα στη διαχείριση μιας σύνθετης πρώτης ύλης που τον διακρίνει, θα πετύχει σε μεγάλο βαθμό τις επιδιώξεις του, με κύρια εκείνη της παιγνιώδους, αλλά όχι ελαφριάς, διάθεσης που επιθυμεί και καταφέρνει να διαπνέει από την πρώτη μέχρι την τελευταία σελίδα του μυθιστορήματος αυτού, προσφέροντας γενναιόδωρα μια ιλιγγιώδη ανάγνωση, χωρίς να παραμένει εγκλωβισμένος στην ίδια του την ιστορία, αλλά χρησιμοποιώντας τη συνολική κατασκευή με τέτοιο τρόπο που κατορθώνει να την υπερβεί, αποτυπώνοντας συνολικά εκείνη την ενδιαφέρουσα και σκληρή, όπως κάθε εποχή, εποχή, τη γεμάτη από ετερόκλητες ζυμώσεις. Αλλά, και πέρα από την χρονική εκείνη περίοδο, να αναφερθεί, έστω και πλάγια διαμέσου της μυθοπλαστικής οδού, σε ζητήματα ακόμα και σήμερα, ή ιδιαιτέρως σήμερα, επίκαιρα, που σχετίζονται με την ψυχική υγεία, το σκοτεινό πλαίσιο που την χαρακτηρίζει, καθώς μοιάζει, ίσως περισσότερο από κάθε άλλο επάγγελμα, ένα ξέφραγο αμπέλι για τον κάθε επίδοξο σύμβουλο ή ειδικό, με ό,τι αυτό μπορεί να συνεπάγεται για το εκάστοτε θύμα του.

Και αν η σύλληψη και εμψύχωση της Ρεβέκκας Σμάιθ δεν αποτελεί κάποιο ιδιαίτερης μνείας συγγραφικό παράσημο, παρότι εκείνη αργά και σταθερά χάνεται ανάμεσα στον πραγματικό και επινοημένο εαυτό της, ο χαρακτήρας του Μπρέιθγουεϊτ, παρέα με όλα τα εργοβιογραφικά συστατικά του, σίγουρα αποτελεί ένα παράσημο στο πέτο του Μπερνέτ, λειτουργώντας ως ο κεντρικός άξονας περιστροφής γι' αυτό το ωραίο μυθιστόρημα, χαρακτήρας που αποτυπώνει υπέροχα την έννοια του αμφιλεγόμενου και προκαλεί τα ανάμεικτα συναισθήματα τόσο όσων τον γνώρισαν και τον συναναστράφηκαν αλλά και του ίδιου του αναγνώστη, που ποτέ δεν είναι σίγουρος αν πρόκειται για μια ιδιοφυΐα ή για έναν απατεώνα που εκμεταλλεύεται τους εύπιστους ασθενείς του. Αλλά και παραπέρα, ο Μπερνέτ πετυχαίνει μέσω του Μπρέιθγουεϊτ να αποτυπώσει τον εν γένει αμφιλεγόμενο χαρακτήρα του επαγγέλματος και της επιστήμης της ψυχολογίας αλλά και της ψυχιατρικής, χωρίς να παίρνει ξεκάθαρη, αλλά για τον αναγνώστη αδιάφορη, θέση υπέρ ή κατά, παρότι από τον τίτλο που επιλέγει για το μυθιστόρημά του, Μελέτη περίπτωσης, μοιάζει να ενστερνίζεται τη μοναδικότητα του κάθε περιστατικού, την απουσία, δηλαδή, μιας ξεκάθαρης και γενικευμένης θεωρίας και άρα και θεραπείας. Και αυτή η μοναδικότητα του κάθε ατόμου βρίσκεται ανέκαθεν ανάμεσα στις συμπληγάδες πέτρες της επιβεβλημένης κανονικότητας που την καθιστά ευάλωτη και της ψυχοθεραπείας που συχνά αδυνατεί να τη διακρίνει και να τη φροντίσει.

Η Μελέτη περίπτωσης είναι ένα ωραίο μυθιστόρημα, παρά τον ιδιαιτέρως εγκεφαλικό, σε όλες τις εκφάνσεις, χαρακτήρα του. Ο Μπερνέτ καταφέρνει και εδώ να αναμείξει την επινοημένη πραγματικότητα με τη μυθοπλασία, χωρίς αυτό να μοιάζει με μανιέρα ευκολίας, αλλά, μάλλον, με ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της συγγραφικής του ματιάς.

Θα επαναληφθώ: ελπίζω κάποια στιγμή να κυκλοφορήσει και κάποιο άλλο από τα βιβλία του Σκοτσέζου συγγραφέα.

υγ. Για Το ματωμένο του έργο έγραφα αυτά εδώ, ενώ για τα Έθιμα ταφής εδώ.

Μετάφραση Χίλντα Παπαδημητρίου
Εκδόσεις Μεταίχμιο

Πέμπτη 24 Οκτωβρίου 2024

Cloud Atlas - David Mitchell

Το Cloud Atlas, πιθανώς το πλέον διάσημο βιβλίο του Ντέιβιντ Μίτσελ, συμπληρώνει φέτος είκοσι χρόνια από την πρώτη κυκλοφορία του. Στα ελληνικά εκδόθηκε λίγο μετά, το 2007, από τις εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα σε μετάφραση Άρτεμις Λόη, όμως το κλείσιμο του εκδοτικού οίκου το έθεσε σύντομα εκτός κυκλοφορίας, γεγονός που, παράλληλα με τη λαμπρή πορεία του βιβλίου στο εξωτερικό αλλά και την κινηματογραφική του μεταφορά, δημιούργησε έναν θρύλο γύρω από το μυθιστόρημα, το οποίο έφτασε να πωλείται σε δυσθεώρητες τιμές στην αγορά των μεταχειρισμένων βιβλίων. Πρόσφατα, οι εκδόσεις Μεταίχμιο, με τη μεταφραστική αρωγή της Μαρίας Ξυλούρη, ήρθαν να καλύψουν το κενό αυτό και να δώσουν μια δεύτερη ευκαιρία στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό να έρθει σε επαφή με το, θεωρούμενο ήδη κλασικό, Cloud Atlas.

Μιλώντας για φιλοδοξία, και δη συγγραφική, το όνομα του Μίτσελ θα έπρεπε να είναι ένα από τα πρώτα αποτελέσματα της σχετικής αναζήτησης. Στο ιδιαιτέρως διαφωτιστικό και όμορφο επίμετρο, ορθά τοποθετημένο στο τέλος της έκδοσης, ο συγγραφέας αναλύει το μονοπάτι μέσω του οποίου έφτασε στη σύνθετη αυτή κατασκευή, έχοντας κατά νου να δοκιμάσει να κάνει κάτι που κανείς άλλος ως τότε, εξ όσων εκείνος τουλάχιστον γνώριζε, δεν είχε καταφέρει να υλοποιήσει. Αυτό ήταν ένα μυθιστόρημα με τη μορφή ματριόσκας, που θα αποτελείτο από έξι ιστορίες με την εξής δομή: Α1, Β1, Γ1, Δ1, Ε1, Ζ, Ε2, Δ2, Γ2, Β2, Α2. Μία από τις βασικές επιρροές του υπήρξε το θρυλικό Αν μια νύχτα του χειμώνα ένας ταξιδιώτης του Ίταλο Καλβίνο, βιβλίο που τον σημάδεψε ως αναγνώστη. Αφού, λοιπόν, πρώτα σχεδίασε τη μορφή, ακολούθως έπρεπε να βρει το κατάλληλο περιεχόμενο. Οι έξι αυτές ιστορίες (ένα θαλασσινό ημερολόγιο, μια δέσμη γράμματα, ένα θρίλερ αεροδρομίου, κάποιες σελίδες από απομνημονεύματα, μια συνέντευξη στο μακρινό μέλλον και μια ιστορία γύρω από τη φωτιά) διαδραματίζονται κάθε μία σε διαφορετικό τόπο και χρόνο, διαθέτουν διαφορετικό ύφος και γλώσσα, διαφορετικούς αφηγητές και ήρωες. Κάποιοι συγγραφείς νιώθουν άνετα στο παρελθόν, κάποιοι αναμετρώνται με το παρόν και κάποιοι οραματίζονται το μέλλον. Ο Μίτσελ ανήκει και στις τρεις κατηγορίες.

Εδώ κάπου προκύπτει αναπόφευκτα το ερώτημα: λειτουργεί η κατασκευή αυτή ως μυθιστόρημα; Η απάντηση είναι αδιαμφισβήτητα θετική. Λειτουργεί και μάλιστα άψογα. Παρότι έντονα εγκεφαλική ως προς το σχεδιάγραμμα, η οξύνοια αλλά και η πλούσια φαντασία του Μίτσελ καθιστούν το Cloud Atlas ένα σύγχρονο και ιδιότυπο παραμύθι, μια πολυσέλιδη αφήγηση που θέτει τον πήχη ιδιαιτέρως ψηλά προς τέρψη του αναγνώστη. Ένα ακόμα ερώτημα που αναδύεται αφορά την ύπαρξη ή μη σύνδεσης μεταξύ των έξι αυτών ιστοριών, η συγκολλητική εκείνη ουσία που προσδίδει ενότητα στη μυθιστορηματική αυτή κατασκευή. Και εδώ η απάντηση είναι θετική, όμως, και οφείλω να το διευκρινίσω, ο Μίτσελ δεν θέτει όρια και περιορισμούς στη φαντασία του αναγνώστη, δεν κάνει πρόδηλη και μονοδιάστατη τη σύνδεση αυτή, παρότι στο κείμενο υπάρχουν διάσπαρτα μικρά σημάδια και μοτίβα, η συνολική ερμηνεία και υποδοχή αποτελεί ξεκάθαρα υποκειμενική υπόθεση. Αυτό δεν γίνεται εξαιτίας κάποιας συγγραφικής αδυναμίας ή από τυχαιότητα, αλλά σκόπιμα και στοχευμένα. Όπως ο ίδιος λέει, σε μια από τις πιο όμορφες και ακριβείς απαντήσεις στο ερώτημα τι είναι ένα μυθιστόρημα: Τα μυθιστορήματα είναι διακοπές από τον Εαυτό. Και εδώ οι διακοπές είναι πολυήμερες και περιλαμβάνουν διάφορα ευφάνταστα μέρη.

Τίποτα απ' όλα αυτά ωστόσο δεν θα ήταν φανερό και απολαυστικό αν η γλωσσική διαμεσολάβηση δεν ήταν ανάλογου ύψους με το συγγραφικό έργο. Η Μαρία Ξυλούρη, που τα τελευταία χρόνια έχει υπογράψει κάποιες πολύ σημαντικές μεταφράσεις, παραδίδει εδώ ένα έργο ζωής που την τοποθετεί, άπαξ και δια παντός, στην εγχώρια μεταφραστική ελίτ, εκεί που η μετάφραση είναι υψηλής στάθμης δημιουργία και όχι απλή και διεκπεραιωτική διαμεσολάβηση. Εκτός των δεδομένων δυσκολιών κάθε μεταφράσματος, η Ξυλούρη κλήθηκε να μεταφέρει στα ελληνικά μια μελλοντική εκδοχή της αγγλικής γλώσσας γεμάτη από νεολογισμούς, αλλά και να ελιχθεί ανάμεσα σε ετερόκλητα λογοτεχνικά είδη, τόσο ως προς τη γλώσσα, όσο και ως προς το ύφος, σ' ένα μυθιστόρημα που η κάθε λεπτομέρειά του είναι μελετημένη. Το Cloud Atlas έλαβε τη μεταφραστική φροντίδα που του έπρεπε.

Εκείνο που ζητά το βιβλίο από τον αναγνώστη σε αντάλλαγμα της απόλαυσης και του ταξιδιού είναι η αφοσίωσή του, όχι γιατί παρουσιάζει δυσκολίες ή αποτελείται από κακοτράχαλα μονοπάτια, αλλά γιατί χρειάζεται τον απαραίτητο προσωπικό μας χωροχρόνο ώστε να λειτουργήσει και να ανταποδώσει αυτές τις πολυπόθητες διακοπές από τον εαυτό. Το Cloud Atlas είναι και πάλι στα ράφια των βιβλιοπωλείων, γιορτή!

υγ. Προηγούμενα βιβλία του Ντέιβιντ Μίτσελ στο μπλογκ: Τα κοκάλινα ρολόγια (εδώ) και Utopia Avenue (εδώ).
υγ.2 Το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο Ανοιχτό Βιβλίο της Εφημερίδας των Συντακτών.
 
Μετάφραση Μαρία Ξυλούρη
Εκδόσεις Μεταίχμιο

Δευτέρα 1 Ιουλίου 2024

Όταν ήμασταν μικροί - Oliver Lovrenski

Η επιλογή ενός βιβλίου, του επόμενου βιβλίου, και ακολούθως η διαδικασία της ανάγνωσής του έχει πλήθος από ρίζες ορατές ή μη σε υπόβαθρο γνωστό ή όχι. Οι μετανάστες δεύτερης και τρίτης γενιάς, η ζωή τους, οι προσλαμβάνουσες, το γλωσσικό, κοινωνικό ή θρησκευτικό περιβάλλον εντός και επί του οποίου διαμορφώνονται, η εν γένει ταυτότητα, το πώς αυτοπροσδιορίζονται και το πώς νιώθουν, αποτελούν μια άγνωστη, παρότι μοιρασμένη, γη. Παρεπόμενος, ο τρόπος με τον οποίο εκφράζονται, οι ζυμώσεις που λαμβάνουν χώρα, τα κανάλια μέσω των οποίων ρέουν. Ένα μόνο παράδειγμα είναι η λογοτεχνία. Να μια από τις ρίζες της επιλογής του Όταν ήμασταν μικροί ως επόμενου βιβλίου.

Ο Όλιβερ Λοβρένσκι γεννήθηκε το 2003 στην Κροατία και μεγάλωσε στη Νορβηγία όπου και ζει. Το Όταν ήμασταν μικροί, σε μετάφραση της Κρυστάλλης Γλυνιαδάκη, είναι το πρώτο του βιβλίο. Γνώρισε θερμή υποδοχή, αποτυπωμένη σε πωλήσεις και βραβεία.

χτες το βράδυ ξύπνησα γιατί πήρε ο μάρκο κι έκλαιγε κι έλεγε πέθανε, ίβορ, πέθανε, και δεν χρειαζόταν να ρωτήσω ποιος, γιατί ήξερα, έκλεισα απλώς το τηλέφωνο

Έτσι αρχίζει η αφήγηση αυτής της ιστορίας, με έναν θάνατο που φτάνει σαν μαντάτο στη μέση μιας νύχτας, ένας φόβος που πραγματώνεται. Σε αυτό το ελάχιστο δείγμα, ο αναγνώστης διακρίνει ήδη διάφορα γλωσσικά και αφηγηματικά χαρακτηριστικά όπως την απουσία κεφαλαίων γραμμάτων, τον κοφτό λόγο, την ένταση του βιώματος του αφηγητή, αργότερα θα εμφανιστεί το έντονο χαρακτηριστικό της καινούργιας γλώσσας, αποτέλεσμα συνύπαρξης πολλών διαφορετικών καναλιών επικοινωνίας, η ανάγκη να ονομαστεί το καινούριο και η Γλυνιαδάκη αντιμετώπισε αρκετά πετυχημένα τη στενωπό αυτή, την ώρα που τα λεξικά στέκουν άχρηστα στο σκονισμένο ράφι. Το χρονικό κουβάρι τυλίγεται για να ξετυλιχτεί ξανά, από την αρχή, όταν εκείνος ακόμα ζούσε, όταν όλοι τους ήταν μικρότεροι, όταν η περιπέτεια και η περιέργεια τάιζε την καθημερινότητά τους, όταν ο φόβος δεν κατοικούσε μέσα και γύρω τους.

Το νεύρο είναι διάχυτο, στακάτο και λακωνικό, χωρίς φιοριτούρες, χωρίς ποιητικότητα, χωρίς απόπειρα καλλωπισμού και ωραιοποίησης, χωρίς διάθεση ηρωοποίησης ή θυματοποίησης, χωρίς απόπειρα χρήσης κοινωνιολογικών ή ανθρωπολογικών ή όποιων άλλων θεωρητικών εργαλείων, άχρηστων και ανεπαρκών στην καθημερινή ζωή. Ένας ρεαλισμός στεγνός, στον οποίο δύσκολα ανιχνεύονται ξεκάθαρες και διακριτές λογοτεχνικές επιρροές, μια έντονη προφορικότητα ή, αν προτιμάτε, μια αποτύπωση της εμπειρίας με περιορισμούς διαφόρων ειδών, περιορισμοί οι οποίοι περιγράφουν ως ένα βαθμό την πραγματικότητα του Ίβορ και των φίλων του, του συγγραφέα και της γενιάς του, όπως τουλάχιστον εμείς από απόσταση τη διακρίνουμε και την εξηγούμε, ικανοποιώντας την ανάγκη μας για θεωρία και κουτάκια.

Συμβαίνει σε βιβλία όπως αυτό, η ανάγνωση να πατάει σε δύο, τουλάχιστον, πλευρές, στην αναζήτηση της αλήθειας και της λογοτεχνικής αξίας. Και οι δυο αυτές πλευρές είναι εν πολλοίς και κύρια διαμορφωμένες από τους έχοντες το προνόμιο, την άνεση για τη θεωρητικοποίηση, ακόμα και σε ακαδημαϊκό επίπεδο, για το κυνήγι πολιτικοκοινωνικής αλλά και λογοτεχνικής ερμηνείας. Γιατί, είναι προφανές αλλά συχνά λησμονείται, πως η τέχνη, σε οποιαδήποτε μορφή της είναι η έκφραση μιας ανάγκης για δημιουργία, μια βαλβίδα εκτόνωσης, ένας δίαυλος επικοινωνίας. Επιστρέφουμε, λοιπόν, στις δύο πλευρές στις οποίες η ανάγνωση πατάει: είναι αυθεντικό το περιεχόμενο; είναι αυτό λογοτεχνία;

Και αν για τη μια πλευρά δεν μας πέφτει και τόσος λόγος, ή δεν θα έπρεπε να μας πέφτει λόγος για το πώς ο καθένας βιώνει και εκφράζει τα της ζωής του, ως προς τη λογοτεχνική αξία, κρυμμένοι πίσω από το αναφαίρετο δικαίωμά μας για ένα μου αρέσει ή δεν μου αρέσει, δημιουργείται ένας χώρος κριτικής, που εναντιώνεται, μεταξύ άλλων, στον δυναμικό και ανήσυχο χαρακτήρα της τέχνης εν γένει, στην ανάγκη ή υποχρέωση η λάβα να παγώσει πριν δοκιμάσουμε να τη μελετήσουμε και να την εντάξουμε ή όχι στο κυρίως σώμα του ηφαιστείου που ανά περιόδους εκρήγνυται. Όμως, ταυτόχρονα, δεν μπορούμε να κάνουμε πως οι εκρήξεις αυτές δεν συμβαίνουν, πως η λάβα δεν κυλά στους δρόμους των πόλεων.

Τι νόημα θα είχε άραγε, παρά μόνο φιλολογικό, να σταθεί κανείς στην απουσία ή τη λάθος χρήση των κανόνων, αντικειμενικών ή υποκειμενικών, που σύμφωνα με τη θεωρία διέπουν ή θα έπρεπε να διέπουν τη λογοτεχνία. Όπως η πιστή και τυφλή τήρηση των κανόνων δεν παράγει αυτόματα λογοτεχνικό αποτέλεσμα, χιλιάδες τα παραδείγματα, έτσι και το αντίθετο δεν αποκλείει βιβλία όπως αυτό, ή δεν θα έπρεπε να το κάνει, όχι πριν ο χρόνος δώσει τις απαντήσεις του. Είναι, ωστόσο, υπαρκτή μια αναγνωστική προσέγγιση κατά την οποία ο αναγνώστης επιθυμεί την ασφάλεια του παλαιού, του γνωστού και του ασφαλούς, την απόσταση από το εδώ και το τώρα. Ο Λοβρένσκι δεν είναι γι' αυτούς. Ξεκάθαρα, όχι.

Δεν είναι απλό να απαντήσω στο ερώτημα μου άρεσε δεν μου άρεσε το βιβλίο αυτό. Και δεν είναι εύκολο γιατί από αυτό απουσιάζει η κάπως παγιωμένη άποψη περί απόλαυσης. Το βιβλίο αυτό δεν έχει τίποτα το απολαυστικό, δεν έχει ήρωες, δεν έχει έρωτες, δεν έχει ελπίδα, δεν έχει καλό τέλος, δεν έχει πλατφόρμα εκτόξευσης μακριά από την απομαγευμένη πραγματικότητα, έχει ζόφο, μισανθρωπία, απογοήτευση, ακόμα και φόβο για το εκεί έξω. Όχι μόνο λόγω του περιεχομένου, το μυθιστόρημα αυτό έχει διάφορα στοιχεία που ενοχλούν, κυρίως γιατί δεν δίνονται μεταμφιεσμένα με τον μανδύα μιας ιδιότυπης εξωτικότητας, αλλά με έναν τρόπο ευθύ και απότομο, έτσι είναι, έτσι είναι στα μάτια μου και άλλα μάτια δεν έχω, δεν απολογούμαι γι' αυτό, ώχου και δεν με νοιάζει η γνώμη σου.

Αποτελούμενο από μικρά κεφάλαια, το Όταν ήμασταν μικροί αφήνει μια πικρή γεύση στον ουρανίσκο, κυρίως γιατί αντίθετα με την ωραιοποιημένη, κυρίως κινηματογραφικά, συνθήκη πως ο κόσμος είναι γεμάτος από ευκαιρίες τις οποίες αρκεί κανείς να εκμεταλλευτεί, εδώ κυριαρχεί η μη ελπίδα και η μη πίστη.

Ούτε είναι εύκολο και ασφαλές να κρίνω την αλήθεια που φέρει η ιστορία αυτή, παρότι μοιάζει οργανικά ενταγμένη, μήτρα από την οποία η αφήγηση απορρέει, ακριβώς γιατί δεν ξέρω πώς πραγματικά είναι η ζωή κάποιου που ζει στο περιθώριο μιας κοινωνίας όπως η νορβηγική, που αποτελεί λαμπρό παράδειγμα ανάμεσα στις χώρες της γης, για τους υψηλούς δείκτες, ποιοτικούς και ποσοτικούς, που τις αποδίδονται και τη φέρνουν στην κορυφή από λίστες και διαγράμματα. Και ο Ίβορ ουδόλως επιθυμεί να πείσει.

Βιβλία όπως αυτό αναδεικνύουν το κοινωνικοπολιτικό κενό που ολοένα και μεγαλώνει απέναντι στην πρόσληψη της τέχνης, στον τρόπο με τον οποίο κάθε καινούργια και από τα κάτω απόπειρα αυτομάτως οικειοποιείται από ένα δεδομένο κοινωνικοοικονομικό και πολιτικό σύστημα, που την αγκαλιάζει με σκοπό να την αφομοιώσει και να την καταστήσει ακίνδυνη, να την εντάξει στην κυρίαρχη αφήγηση, να την πασπαλίσει ταυτόχρονα με μυθοπλαστική εξωτικότητα, αχ τι ωραία ιστορία, αλλά ταυτόχρονα και με τον σπόρο της αμφισβήτησης της όποιας αλήθειας φέρει, τι ευφάνταστη ιστορία, να την καταστήσει θέαμα, να την απολυμάνει, να θέσει τη φλόγα υπό απόλυτο έλεγχο.

Η απουσία του πολιτικού είναι εκείνη που περισσότερο απ' όλα ενέτεινε την πίκρα της ανάγνωσης αυτής, αλλά, τι άλλο από επίδειξη προνομίου είναι μια θέση όπως αυτή, να ζητά κανείς από παιδιά που μεγαλώνουν μέσα στον βόθρο των λημμάτων μας να οραματιστούν έναν καλύτερο κόσμο και να παλέψουν επιπλέον γι' αυτό και όχι την επιβίωση με τους όρους που το παιχνίδι παίζεται.

Το Όταν ήμασταν παιδιά, παρότι στέκει εκτός του σώματος της λογοτεχνίας που αποζητώ και απολαμβάνω, είναι ένα σημαντικό βιβλίο γιατί ζόρισε και τελικά έτρεψε, ελπίζω, σε φυγή την απενοχοποίηση της εκ του ασφαλούς απόστασης απ' όσα περιγράφει, που πάγωσε αυτό το φρικτό συγκαταβατικό κούνημα του κεφαλιού, που φώτισε την τάφρο που με χωρίζει από αυτή την πλευρά, που προπηλάκισε την όποια ενστικτώδη απόπειρα κατανόησης και ερμηνείας, που άλλο δεν στόχευαν από ένα νοητό πατ πατ στην πλάτη του Ίβορ και της παρέας του.

Μετάφραση Κρυστάλλη Γλυνιαδάκη
Εκδόσεις Μεταίχμιο

Πέμπτη 4 Απριλίου 2024

Ανοιχτή θάλασσα - Caleb Azumah Nelson

Για πολλούς λόγους είχα την ανάγκη/επιθυμία να διαβάσω κάτι σύγχρονο, τόσο ως προς το περιεχόμενο, όσο και ως προς τη μορφή. Η Ανοιχτή θάλασσα, το λογοτεχνικό ντεμπούτο του Νέλσον, έμοιαζε να είναι το κατάλληλο βιβλίο. Έμενε να αποδειχτεί.

Αυτή είναι η ιστορία μιας αγάπης, μιας σχέσης που δεν άντεξε, ακόμα μια ιστορία αγάπης, μιας σχέσης που δεν άντεξε. Ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής, ένας νεαρός μαύρος που ασχολείται με τη φωτογραφία, στοιχεία ταυτότητας που δημιουργούν υπόνοιες συσχετισμού με τον ίδιο τον συγγραφέα, λέει την ιστορία του απευθυνόμενος σε δεύτερο πρόσωπο στον ίδιο του τον εαυτό. Βγαίνει από το σώμα του για να πάρει απόσταση, για να μπορέσει να πει την ιστορία αυτή. Όταν γνωρίστηκαν, εκείνη ήταν σύντροφος ενός φίλου του, εκείνος ήταν που ανέλαβε να τους συστήσει ένα βράδυ ανάμεσα σε ποτά και νότες. Πρώτα ήρθε η φιλία, μέσα της κρύφτηκε και άνθισε ο έρωτας, το τέλος του παρέσυρε τα πάντα στο διάβα του. Η αφήγηση ξεκινάει in medias res, σ' ένα κουρείο, όπου εκείνη μπαίνει αποφασισμένη να απαλλαγεί από το μακρύ της μαλλί, ζητώντας από τον κουρέα να της τα πάρει όλα. Ο κουρέας αντιλαμβάνεται το συναίσθημα που αιωρείται ανάμεσα στους δύο νεαρούς, το σχολιάζει, κάτι όμορφο υπάρχει εδώ, λέει. Ύστερα, ο αφηγητής θα πιάσει το νήμα από την αρχή, από το βράδυ εκείνο που γνωρίστηκαν.

Ο αφηγητής ξεδιπλώνει το ρολό από την καταγραφή στο μαύρο κουτί της σχέσης, εκείνα που προηγήθηκαν και όσα ακολούθησαν, εκείνα που έκαναν τη φιλία έρωτα, εκείνα που υποχώρησαν και άφησαν πίσω τους ένα κενό, όλα τα μικρά, καλά κρυμμένα, συστατικά αυτής της αντίδρασης, την έλξη και την αποκόλληση, εκείνον να αφηγείται την ιστορία αυτή. Το τέλος μιας σχέσης αναδύεται ως ενδεχόμενο μόνο εξαιτίας της δημιουργίας της ίδιας της σχέσης, χωρίς τη σχέση δεν υπάρχει χωρισμός. Κοινοτοπίες, θα πείτε, ίσως και να έχετε δίκιο, θα πω, κοινοτοπίες που ωστόσο ακόμα γεμίζουν με γράμματα άδειες σελίδες. Μεγάλο μέρος των όσων καταφέρνει ο Νέλσον σχετίζεται με το αφηγηματικό εύρημα, με τον τρόπο που κρύβει το εγώ στο εσύ, παρότι πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο, εύρημα άκρως λειτουργικό, απαλλαγμένο από προθέσεις στείρου εντυπωσιασμού, που ταυτόχρονα απλώνει μια σκιά στην οποία στέκεται εκείνη, που με τον τρόπο αυτό τονίζεται η απουσία της από τη ζωή του αφηγητή. Τώρα, εκείνος αποτελεί τον μοναδικό αυτόπτη μάρτυρα με τον οποίο μοιράζεται την επιθυμία για αναπόληση, για ανασύσταση μιας ιστορίας που ανήκει πια στο παρελθόν. Η επιτακτικότητα της δευτεροπρόσωπης απεύθυνσης διαθέτει μια έντονη δυναμική, ικανή να εμπλέξει τον αναγνώστη στην ιστορία αυτή, να προσφέρει απλόχερα ένα εμβαδό ταύτισης, πετυχαίνοντας να διατηρήσει την ένταση του συναισθήματος καθ' όλη τη διάρκεια της αφηγηματικής πορείας. Μια εις εαυτόν ανάκληση των περασμένων, μια απόπειρα επισήμανσης όλων εκείνων των λεπτομερειών που την ώρα της καύσης πέρασαν ίσως απαρατήρητες, περί αυτού πρόκειται η Ανοιχτή θάλασσα.

Η ιστορία, παρά τα όποια ιδιαίτερα πραγματολογικά στοιχεία, δεν διαθέτει πρωτοτυπία, είπαμε: ακόμα μία ιστορία αγάπης, ακόμα μια σχέση που δεν άντεξε. Αλλά, όπως κάθε ιστορία αγάπης, διαθέτει μια μοναδικότητα, όχι μόνο για εκείνους που την έζησαν, αλλά και για μας που τη διαβάζουμε, αυτή τη μοναδικότητα φροντίζει να εκφράσει ο Νέλσον, τις λεπτές της αποχρώσεις που κάτι οικείο μας θυμίζουν, που κάτι δικό μας έχουν. Και αυτό το διαρκές εσύ στην απεύθυνση διατηρεί τον αναγνώστη σε συναισθηματική εγρήγορση, τουλάχιστον τον αναγνώστη που θέλησε να διαβάσει μια ακόμα ιστορία αγάπης, τον αναγνώστη που δεν θα πει: και τι με νοιάζει εμένα. Και ο συγγραφέας, αφού βρήκε το κατάλληλο αφηγηματικό όχημα, σχεδίασε τις λεπτομέρειες της σχέσης με λελογισμένη χρήση της ποιητικότητας και της λυρικότητας, διατηρώντας, όσο μπορούσε, το βλέμμα στον σκληρό και επώδυνο ρεαλισμό μιας κατάστασης μεταφυσικής όπως αυτή μιας ερωτικής ιστορίας που έληξε. Πέρα από τα δύο πρόσωπα της ιστορίας, υπάρχουν και συμπρωταγωνιστές, το Λονδίνο, η μαύρη πραγματικότητα, η μουσική και η λογοτεχνία. Συμπρωταγωνιστές που ωστόσο δεν βαραίνουν άνισα την ιστορία, αλλά αποτελούν το απαραίτητο περιτύλιγμα, το σκηνικό εντός του οποίου τοποθετείται η δράση, επιτυγχάνοντας τη συγχρονία, χωρίς κάτι τέτοιο να αποτελεί αυτοσκοπό.

Τα όσα γνώριζα για το βιβλίο αυτό, πριν το πιάσω στα χέρια μου ένα πρωί και το τελειώσω χωρίς να σηκωθώ από τον καναπέ, εκτός από προσδοκίες συγχρονίας, είχαν εγείρει μέσα μου και επιφυλάξεις. Επιφυλάξεις που δεν είχαν τόσο να κάνουν με το πρωτόλειο ενός νεαρού συγγραφέα και την πιθανή όσμωση στο σωλήνα των εργαστηρίων δημιουργικής γραφής και επιμέλειας, εκεί που οι γωνίες λειαίνονται και η συγχρονία επιβάλλεται, σε μια διαδικασία παραγωγής κειμένων φασόν, όσο με το γεγονός μιας πιθανής συγγένειας με το έργο συγγραφέων όπως ο Λουί ή ο Βουόνγκ, ανάμεσα σε άλλους, ο φόβος για μια απόπειρα αντιγραφής μιας επιτυχημένης συνταγής. Επιφύλαξη η οποία με κρότο έπεσε στο πάτωμα. Γιατί ναι, υπάρχει συγγένεια, αλλά ο Νέλσον καταφέρνει να καταστήσει τη δική του φωνή διακριτή, όχι μόνο εξαιτίας του ευρήματος της αφήγησης, αλλά και γιατί κατάφερε να μπολιάσει με την απαραίτητη συναισθηματική πειστικότητα την ιστορία του, να της προσδώσει έναν χαρακτήρα κατεπείγοντος.

Ένα ωραίο βιβλίο.

υγ. Περισσότερα για το βιβλίο του Βουόνγκ μπορείτε να βρείτε εδώ, ενώ για το έργο του Λουί εδώ. Το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών.

Μετάφραση Αλέξης Καλοφωλιάς
Εκδόσεις Μεταίχμιο

Πέμπτη 28 Μαρτίου 2024

Κορίτσι - Camille Laurens

Ο τρόπος με τον οποίο προωθήθηκε η ελληνική έκδοση του μυθιστορήματος Κορίτσι της Καμίγ Λωράνς δημιούργησε προσδοκίες και επιφυλάξεις έτσι όπως συνδέθηκε με τη σπουδαία, νομπελίστρια πια, Αννί Ερνώ. Και αν οι προσδοκίες είναι μάλλον προφανείς –γυναικεία γραφή, αυτοβιογραφικό υλικό, φεμινισμός και κοινωνικοπολιτικό περίβλημα–, οι επιφυλάξεις είχαν μάλλον να κάνουν με μια κακώς εννοούμενη μανιέρα. Όσο και αν μοιάζει απλό να γράψει κάποια όπως η Ερνώ, καθόλου δεν είναι, ας διευκρινιστεί αυτό, πριν απ' ό,τι άλλο ειπωθεί.

Η Λωράνς πιάνει την ιστορία της από την αρχή, όταν γεννήθηκε και ο προγεννητικός έλεγχος ελάχιστα ανεπτυγμένος ήταν, με αποτέλεσμα μέχρι και την τελευταία στιγμή, την έξοδο δηλαδή του εμβρύου από τη μήτρα, ο πατέρας της, γιατρός σε μια μικρή πόλη κοντά στο Παρίσι, να ελπίζει πως το δεύτερο παιδί θα ήταν επιτέλους το αγόρι που τόσο προσδοκούσε και ήθελε. Είναι κορίτσι, η φωνή της μαίας ακούστηκε, λίγο πριν από το κλάμα που επέτρεψε στο βρέφος να πάρει την πρώτη του ανάσα. Το πρώτο εκείνο κομμάτι της ζωής της, από το οποίο η ίδια καμία ανάμνηση δεν διαθέτει, θα δοθεί μέσα από τις αφηγήσεις των τρίτων, γραμμένο σε τρίτο πρόσωπο, σαν να μιλάει η συγγραφέας σε κάποια που δεν γνώρισε παρά μόνο εξ αντανακλάσεως, για να πάρει στη συνέχεια τη σκυτάλη το μνημονικό, ολοένα και πιο λεπτομερές, καθώς η αφήγηση προχωρά μέσα στα χρόνια σε πρώτο πρόσωπο, μέχρι να συγχρονιστεί το παρόν της αφήγησης και της ζωής.

Ο αφηγηματικός τρόπος καθορίζει εν πολλοίς την αναγνωστική πρόσληψη. Ισορροπημένα στακάτος και απολογιστικός, χωρίς υπερβολικό φόρτωμα ποιητικού και γλυκερού ή νοσταλγικού λόγου, με μια εμφανή απόπειρα να σταθεί και να παρατηρήσει από απόσταση τον ίδιο της τον εαυτό, ο τρόπος της Λωράνς είναι επαρκώς καθηλωτικός, με αποτέλεσμα ο αναγνώστης να διατρέχει εξ αρχής τις σελίδες αβίαστα, παρακολουθώντας μια ιστορία, σε πρώτο επίπεδο, αυστηρά προσωπική, με ένα φαινομενικά δυσανάλογο του περιεχομένου ενδιαφέρον. Αυτό κρίνεται σημαντικό ώστε η αφήγηση να μπορέσει να κουβαλήσει στις πλάτες της το προσωπικό βίωμα, καταρρίπτοντας την προαναγνωστική επιφύλαξη: και τι με ενδιαφέρει εμένα η ιστορία της;

Το ύφος ωστόσο από μόνο του δεν είναι επαρκές συστατικό κατασκευής και κυρίως λειτουργίας για ένα μυθιστόρημα, όπως το Κορίτσι προσδοκά να χαρακτηριστεί. Το περιεχόμενο, στην προκειμένη περίπτωση, επίσης δεν είναι αρκετό. Θέλω να πω πως σε μια εποχή που η μυθοπλασία έχει εξερευνήσει πλείστες γωνιές της ύπαρξης, δύσκολα μια προσωπική ιστορία μπορεί να φέρει κάτι το ρηξικέλευθα πρωτότυπο και καινούργιο, ικανό να κεντρίσει και να διατηρήσει το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Δεν είναι, λοιπόν, η ιστορία της Λωράνς, ασχέτως αν είναι ή όχι πιστή στα πραγματολογικά της συστατικά, από μόνη της συνθήκη ικανή ώστε να καταστήσει αξιανάγνωστο το μυθιστόρημα αυτό. Τότε, τι είναι αυτό που καθιστά ωραίο το Κορίτσι;

Η απόσταση από την οποία επιχειρεί την αναδρομή η συγγραφέας. Αυτή είναι που της επιτρέπει να τοποθετήσει τον εαυτό της και την ιστορία της εντός ενός ευρύτερου πλαισίου, εκεί είναι που ο αναγνώστης αντικρίζει ένα πρόσφορο κοινό παρελθόν, πάντοτε ανάλογα με τις προσλαμβάνουσες και τα δικά του ενδιαφέροντα. Μέσα από μια ατομική εξιστόρηση ξεπηδά η θέση της γυναίκας στο δεύτερο μισό του περασμένου αιώνα. Η απόσταση, επίσης, διαχωρίζει τις συγγραφικές προθέσεις, αφήνοντας εκτός τον συναισθηματικό εκβιασμό, το βιβλίο αυτό δεν έχει ως στόχο την (αυτο)λύπηση, το κούνημα του κεφαλιού με κατανόηση, το χτύπημα στην πλάτη. Διαφαίνεται, όμως, η ανάγκη της συγγραφέως να στρέψει το βλέμμα πίσω στον χρόνο και μέσα στον εαυτό της, να παρατηρήσει το περίβλημα, τις εξωτερικές συνθήκες που αναπόφευκτα καθόρισαν και σχημάτισαν αυτό που σήμερα νιώθει/πιστεύει/ελπίζει/φοβάται πως είναι.

Μια απόπειρα κατανόησης και διάκρισης του αυτοπροσδιορισμού και του απέξω αντίστοιχου. Τι απ' όλα επέλεξε η ίδια και τι της φορέθηκε. Αυτό είναι το Κορίτσι. Πιθανολογώ πως σε μια σκληρά ατομική εποχή όπως η σημερινή ίσως να μη βρεθούν αρκετοί αναγνώστες με υπομονή και διάθεση να αφήσουν αρχικά τον εαυτό τους έξω από το βιβλίο, για να τον ξαναβρούν ίσως αργότερα, να μη σκεφτούν πως και εκείνοι, ή η μητέρα τους μάλλον, θα μπορούσαν να γράψουν τη δική τους ιστορία, πως αυτό το μυθιστόρημα δεν τους ενδιαφέρει εξαιτίας του αυτοβιογραφικού του χαρακτήρα, αναγνώστες που θα βιαστούν να το εντάξουν σε μια τρέχουσα λογοτεχνική μόδα, της οποίας αρκετοί με λαχτάρα θα ήθελαν να αποτελέσουν μέρος.

Είναι μια γνώριμη αντιδραστική φωνή που ακούγεται καθάρια παρότι από το βάθος: τα είπατε αυτά ξανά και ξανά, μας έχετε ζαλίσει με τον φεμινισμό, τη ζωή σας και όλα αυτά. Ακριβώς αυτή η αντιδραστική φωνή είναι που δικαιώνει την ανάγκη για βιβλία όπως αυτό. Προσοχή, δεν λέω πως δεν υπάρχουν ευκαιριακές γραφές, απόπειρες επιβίβασης σε ένα όχημα που διασχίζει με προτεραιότητα την τρέχουσα εκδοτική πραγματικότητα. Υπάρχουν και βαραίνουν το σώμα μιας λογοτεχνίας που για χρόνια βρέθηκε στο περιθώριο της λευκής αντρικής λογοτεχνίας, εκείνης που κατασκεύαζε και έφερνε στα μέτρα της τον κόσμο. Ταυτόχρονα, όμως, λειτουργούν και συγκριτικά, και στη σύγκριση αυτή βιβλία όπως το Κορίτσι αναδεικνύονται, δεν μπορούμε όλοι να γράψουμε με τον τρόπο αυτό, όχι μόνο γιατί η ζωή μας είναι πιο βαρετή και εύκολη, ενδεχομένως οπλισμένη με διάφορα προνόμια, αλλά γιατί δεν διαθέτουμε τη ματιά και την ικανότητα μεταφοράς της στο χαρτί.

Βιβλία όπως αυτό της Λωράνς δεν στοχεύουν να αναταράξουν το λογοτεχνικό γίγνεσθαι, λειτουργούν στο μεταίχμιο κοινωνίας και λογοτεχνίας, αναδεικνύουν και επισημαίνουν τον πάντοτε επίκαιρο χαρακτήρα τους, προσφέρουν χώρο επιβίβασης σε όποιο αναγνώστη το έχει ανάγκη, αμφισβητούν ευθέως το καλώς καμωμένο του πράγματος, η συντήρηση και το μάκρος του δρόμους που απομένει αναδύονται. Αναφέρθηκα προηγουμένως στην έλλειψη του στοιχείου της λύπησης, έλλειψη καθοριστική, όπως επίσης και η αντίθετή της, η αυτοηρωοποίηση, το τεράστιο εγώ της γαματοσύνης, το πόσο σπουδαία στάθηκα απέναντι σε όλο αυτό τον ζόφο, την άρνηση της όποιας υποψίας ατομικής ευθύνης. Άλλωστε, ένα, για κάποιους μεγάλο, ποσοστό των γυναικών αποδεικνύονται σε κάθε ευκαιρία οι πλέον φανατικές αντιφεμινίστριες, ο ύπουλος εσωτερικός εχθρός. 

Το Κορίτσι, ωστόσο, πρέπει να διευκρινιστεί πως είναι λογοτεχνία, και μάλιστα καλή, και όχι ένα εγχειρίδιο αυτοβοήθειας, αυτά και αν έχουν κατακλύσει την αγορά του βιβλίου, λογοτεχνία σίγουρα πολιτική αλλά όχι ευνουχισμένη και αποκομμένη από τη ζωή υπό το βάρος και τις παρωπίδες του στρατευμένου λόγου. Ο αφηγηματικός τρόπος της Λωράνς είναι αναγνωστικά καθοριστικός, το περιεχόμενο της προσωπικής της ιστορίας αναγνωστικά ενδιαφέρον, αλλά είναι εκείνος ο χώρος που αφήνει για τον αναγνώστη ανάμεσα στα επεισόδια της δικής της ζωής εκείνος που καθιστά λειτουργικό και πολυεπίπεδο το τελικό αποτέλεσμα, που ξεχωρίζει το βιβλίο από τον σωρό και προσφέρει μια δυνατή ανάγνωση.

Μετάφραση Στέλα Ζουμπουλάκη
Εκδόσεις Μεταίχμιο

Πέμπτη 11 Ιανουαρίου 2024

Κάλμαν - Joachim B. Schmidt

Τι ευχάριστη αναγνωστική έκπληξη ήταν αυτή! Ο τόπος της δράσης, η Ισλανδία, ήταν το πρώτο νήμα ενδιαφέροντος. Η καταγωγή του συγγραφέα, Ελβετός που εδώ και χρόνια ζει στην Ισλανδία, το δεύτερο. Προσδοκίες ιδιαίτερες ωστόσο δεν είχα και μεγάλος λάτρης της βορειοευρωπαϊκής αστυνομικής λογοτεχνίας δεν είμαι. Το εξώφυλλο μου φαινόταν χαριτωμένο, ένας μάλλον χλιαρός επιθετικός προσδιορισμός, το οπισθόφυλλο δεν με έκανε σοφότερο. Έτσι ξεκίνησε η ανάγνωση αυτή.

Πάνε κοντά δέκα χρόνια που διάβασα το Οι σκιές του Μπρούκλιν του Τζόναθαν Λέθεμ. Ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής εκείνης της ιστορίας πάσχει από το σύνδρομο Τουρέτ, μια νευρολογική διαταραχή που χαρακτηρίζεται από πολλαπλά φωνητικά και κινητικά τικ, την ώρα που το μυαλό δεν σταματά ποτέ να παράγει αντηχήσεις και λογοπαίγνια. Σημείωνα τότε πως χωρίς τον Λάιονελ θα επρόκειτο απλώς για ένα αξιοπρεπές αστυνομικό μυθιστόρημα. Ήταν αυτή η συγγραφική ιδέα, και η εκτέλεσή της βεβαίως, που απογείωσε το μυθιστόρημα εκείνο, που την εμπνευσμένη του μετάφραση στα ελληνικά χρωστάμε στον Κώστα Καλτσά. Κάτι αντίστοιχο ισχύει και στο Κάλμαν.

Η ιστορία εκκινεί όταν ο αφηγητής, Κάλμαν Όντισον, κυνηγός και αλιευτής καρχαριών, θα εντοπίσει μια λακκούβα γεμάτη αίμα σε ένα απόμερο, έρημο σημείο της ισλανδικής επαρχίας σκεπασμένο από παχύ χιόνι. Δεν θα μπορέσει να κρατήσει το εύρημα αυτό για τον εαυτό του. Η αποκάλυψη της ανακάλυψής του θα συμπέσει με την εξαφάνιση του Ρόμπερτ Μακένζι, του πλέον οικονομικά επιφανούς μέλους της τοπικής κοινότητας. Την ίδια στιγμή στο Ρέκιαβικ, μια συγκέντρωση πολιτικών ηγετών από διάφορες χώρες έχει θέσει σε επιφυλακή τα σώματα ασφαλείας. Μια μονάδα ωστόσο θα καταφτάσει ώστε να αναλάβει τις έρευνες για την ανεύρεση του Μακένζι.

Ο Κάλμαν Όντισον είναι στο φάσμα του αυτισμού, κάτι που για την τοπική κοινωνία αποτελεί μια επιστημονική λεπτομέρεια που την αφήνει αδιάφορη σχεδόν στο σύνολό της, για εκείνους είναι ιδιαίτερος αν και συνήθως αναφέρονται σε αυτόν ως ο καθυστερημένος. Ο παππούς του, ο άνθρωπος που τον μεγάλωσε και διαρκώς του διευκρίνιζε πως, όπως κάθε άνθρωπος έτσι και αυτός, είναι απλώς διαφορετικός. Δίπλα του έμαθε την τέχνη του κυνηγιού, τα μυστικά του επαγγέλματος, την επεξεργασία της τροφής. Ο παππούς, ηλικιωμένος και παραδομένος στις ορέξεις της άνοιας, ζει πια σε ένα γηροκομείο σε μια πόλη αρκετά χιλιόμετρα μακριά. Ο Κάλμαν είναι αυτάρκης, ζει μόνος του και με τον τρόπο του καταφέρνει να ανταποκρίνεται στις προκλήσεις της καθημερινότητάς του.

Ειδικός επί του αυτισμού δεν είμαι σε καμία περίπτωση, ωστόσο ο συγγραφέας με έπεισε. Φαντάζομαι πως αφού έχουμε να κάνουμε με φάσμα, τα γνωρίσματα του αυτισμού δεν είναι τόσο αυστηρά, κάθε άνθρωπος, άλλωστε, είναι διαφορετικός. Ο Κάλμαν είναι αυτός που καθιστά το μυθιστόρημα αυτό ξεχωριστό, ο τρόπος με τον οποίο αφηγείται, οι σκέψεις και τα συναισθήματά του. Χωρίς αυτόν το μυθιστόρημα δεν θα μπορούσε να σταθεί, αλλά και ως έχει, μάλλον δεν αφορά τους φανατικούς λάτρεις του είδους, η ανατροπή και η τελική λύση είναι μάλλον αδύναμες, ειδικά αν κάποιος τις προσεγγίσει μακριά από τη σκοπιά του αυτισμού, κατάλληλες ωστόσο για τη συγκεκριμένη ιστορία.

Ο Σμιντ κατασκευάζει έναν ιδιαίτερο και δύσκολο να λησμονηθεί χαρακτήρα-αφηγητή και πάνω του στήνει όλο τον μηχανισμό της πλοκής. Ο Κάλμαν δεν επιζητά το συναίσθημα του αναγνώστη, η ενσυναίσθηση, αν προκύψει, προκύπτει εκ του φυσικού. Αυτό μοιάζει απλό αλλά είναι καθοριστικό για τη συνολική πρόσληψη του μυθιστορήματος, συμβάλλοντας, πέραν όλων των άλλων, και στην αληθοφάνεια του χαρακτήρα και των ιδιαιτεροτήτων του. Ιδωμένος μέσα από τη δική του ματιά, ο τρόπος με τον οποίο τον αντιμετωπίζουν φτάνει σε εμάς ως απόηχος, ως μια δεδομένη συνθήκη, χωρίς φωνές και επικριτική διάθεση. Έτσι, ο Σμιντ, εκτός της αστυνομικής πλευράς της ιστορίας, δίνει τη συνολική εικόνα της διαβίωσης του Κάλμαν σε ένα απομονωμένο χωριό λίγων δεκάδων κατοίκων, αλλά και, κατ' επέκταση, της Ισλανδίας ολόκληρης. Καταφέρνει με αυτό τον τρόπο να μην δελεαστεί από την εξωτικότητα του μέρους, να μην ξεφύγει από την κεντρική πλοκή και να χαθεί στις καταχωρήσεις ενός ταξιδιωτικού οδηγού. Για τον Κάλμαν, η Ισλανδία είναι απλώς το μέρος που γεννήθηκε.

Στη μεγάλη πλειονότητά τους τα αστυνομικά μυθιστορήματα χρησιμοποιούν τη διαλεύκανση ενός εγκλήματος ως αφορμή, ως πρόφαση για να εξετάσουν κοινωνικοπολιτικά ζητήματα, επιλέγοντας μια διαφορετική οπτική γωνία θέασης του κόσμου. Ο Σμιντ δεν εξαιρεί τον εαυτό του. Ο Κάλμαν λειτουργεί, αν και με τον τρόπο του, ως ένας αυτόπτης μάρτυρας της οικονομικής έκρηξης της Ισλανδίας μετά την πρόσφατη χρεοκοπία, με βασικό όχημα –σας θυμίζει κάτι;– τον τουρισμό. Η επέλαση αυτή αναπόφευκτα αλλοιώνει μεγάλος μέρος αυτής της γεωγραφικά απομονωμένης χώρας. Έχει πρόσθετο ενδιαφέρον το γεγονός πως ο συγγραφέας επέλεξε τον τόπο αυτό για κατοικία του. Ένας ξένος με το προνόμιο μιας συντεταγμένης μετανάστευσης, που παρατηρεί τις αλλαγές που συμβαίνουν με μια ματιά σίγουρα διαφορετική από εκείνη των γηγενών. Η φαινομενική απλότητα της σκέψης του Κάλμαν αναδεικνύει τις προφανείς επιπτώσεις της συνθήκης του τουρισμού, αλλά και γενικότερα της οικονομικής πολιτικής, την αδιαφορία για την ύπαιθρο και τους κατοίκους της, τη συσσώρευση κερδών και εξουσίας στα χέρια των λίγων. Το χωριό του Κάλμαν, παρότι τόσο μακριά, μοιάζει τόσο οικείο τελικά.

Ευκολοδιάβαστο και γλυκό, μα ταυτόχρονα καλογραμμένο, το μυθιστόρημα δεν έχει ανάγκη από τρομερά ευφάνταστα ευρήματα και συνεχείς ανατροπές, και αυτό είναι κάτι που δεν ενοχλεί, αλλά αποδεικνύεται λειτουργικό και έξυπνο από πλευράς συγγραφέα. Ο Σμιντ επενδύει πολλά στο στήσιμο του αφηγητή, στον χαρακτήρα του Κάλμαν όπως αυτός πηγάζει από την ίδια του την αφήγηση, και πετυχαίνει να εισπράξει υπεραξία χωρίς ο αναγνώστης να νιώσει πως ο συγγραφέας εκμεταλλεύτηκε τον ήρωά του, το όνομα του οποίου μόνο τυχαίο δεν είναι. Το εξώφυλλο, ως αναπόσπαστο μέρος της εμπειρίας, αποδείχτηκε ιδανικό για το ωραίο αυτό μυθιστόρημα.

υγ. Για το Οι σκιές του Μπρούκλιν του Τζόναθαν Λέθεμ περισσότερα θα βρείτε εδώ. Τα Έθιμα ταφής είναι ίσως το πλέον γνωστό μυθιστόρημα που μια μη Ισλανδή συγγραφέας έχει γράψει, περισσότερα εδώ. Για άλλα μυθιστορήματα γραμμένα από Ισλανδούς: Και τα ψάρια τραγουδούν του νομπελίστα Halldór Laxness εδώ, Παράδεισος και κόλαση του Jón Kalman Stefánsson εδώ, Illska Το κακό του Eirikur-Orn Norddahl εδώ.

Μετάφραση Σοφία Αυγερινού
Εκδόσεις Μεταίχμιο

Πέμπτη 19 Οκτωβρίου 2023

Φλεγόμενο αγόρι - Paul Auster

Ο Πολ Όστερ είναι ένας από τους αγαπημένους μου συγγραφείς, ένας από εκείνους που άντεξαν στο πέρασμα του χρόνου και στις μεταβολές που αναπόφευκτα και ευτυχώς υπέστη η αναγνωστική μου αισθητική. Αν δεν κάνω κάποιο λάθος, έχω διαβάσει το σύνολο των βιβλίων του, τουλάχιστον αυτών που έχουν κυκλοφορήσει στα ελληνικά. Ωστόσο, η κυκλοφορία του τελευταίου του βιβλίου έσυρε μαζί της έναν έντονο προβληματισμό ο οποίος είχε να κάνει με το περιεχόμενο. Χίλιες εκατό σελίδες όπου ο Όστερ θα βιογραφούσε τον Στέφεν Κρέιν, γνωστού κυρίως για το σπουδαίο μυθιστόρημα, Το κόκκινο σήμα του θάρρους, ήταν ένα δεδομένο το οποίο δεν μου γεννούσε το γνώριμο αίσθημα προσδοκίας. Οι βιογραφίες δεν είναι του γούστου μου· ένα μυθιστόρημα χορταστικό ήθελα να έχω στα χέρια μου. Όμως, σε εκείνους που αγαπάμε, συνηθίζουμε να δίνουμε χώρο και χρόνο, χωρίς a priori περιορισμούς, παρά τις όποιες επιφυλάξεις μας.

Είχα ανάγκη για ένα πολυσέλιδο ανάγνωσμα και το Φλεγόμενο αγόρι ξεχώριζε στη στοίβα λόγω του όγκου του και του μεγέθους της γραμματοσειράς που συνέθετε το όνομα του συγγραφέα. Αν δεν μου αρέσει/ταιριάζει τότε απλά θα το παρατήσω, σκεφτόμουν, παρότι ήλπιζα κάτι τέτοιο να μη συμβεί. Και κάπως έτσι, χωρίς ιδιαίτερες συνειδητές προσδοκίες, πήρα το βιβλίο αυτό στα χέρια μου. Την πρώτη μέρα, χωρίς να το καταλάβω, χωρίς να δυσανασχετήσω, έφτασα στη σελίδα διακόσια σχεδόν, παρότι το ερώτημα συνέχιζε να αναβοσβήνει αναλλοίωτο: πώς γίνεται να μου αρέσει μια βιογραφία τόσο που να λαχταρώ να βρω χρόνο και χώρο ώστε να επιστρέψω σε αυτή;

Η δεδομένη αφηγηματική δεινότητα του Όστερ δεν ήταν αρκετή ώστε να σταθεί ως ικανή και μοναδική απάντηση στο ερώτημα. Η αγάπη τού συγγραφέα για τον Κρέιν, χωρίς την απαραίτητη μαστοριά, επίσης όχι. Ο συνδυασμός των δύο, ωστόσο, υπήρξε καταλυτικός. Ξεχνάμε συχνά πως οι αγαπημένοι μας συγγραφείς, εκείνοι που σε δύσκολες στιγμές έσωσαν εν πλήρη άγνοια την παρτίδα για χάρη μας, είναι και εκείνοι αναγνώστες, με το δικό τους εικονοστάσιο σε κάποια γωνιά της εστίας, εκεί που πλησιάζουν για να αποδώσουν τιμές και προσευχές, συχνά κρυφά, αργά τη νύχτα, εικονοστάσιο που, εκτός των άλλων, τους προσφέρει το απαραίτητο μέτρο. Και το πάθος με το οποίο ο Όστερ βουτάει στα νερά του σύντομου βίου του Κρέιν για να συνθέσει, πρώτα για τον ίδιο, την εικόνα με όσο το δυνατόν περισσότερα κομμάτια, να διαβάσει ξανά και ξανά το δυσανάλογο για το εύρος ζωής έργο του, να επισημάνει και να αναδείξει τις φράσεις εκείνες που ένας μάστορας της γραφής φθονεί σε έναν άλλον, αποδεικνύεται καθηλωτικός.

Στη σύνθεση αποτυπώνεται ο συνδυασμός αγάπης και ικανότητας. Κάπως κλισέ, αλλά ο Όστερ καταφέρνει να μετατρέψει σε μυθιστόρημα τη ζωή και το έργο του Κρέιν, η πρώτη ύλη είναι εκεί, μπροστά του, ανακτημένη από μια πλούσια εργογραφία τρίτων, σε ακαδημαϊκό κυρίως επίπεδο, εκείνο που απομένει είναι ο τρόπος με την οποία τα κομμάτια θα μπουν στη σειρά. Είναι εμφανής εδώ, κάτι το οποίο στο μυθοπλαστικό έργο του απουσιάζει ή μακιγιάρεται επιτυχώς, ο σεβασμός του Όστερ απέναντι στο έργο του Κρέιν, η ταπεινότητα με την οποία το πλησιάζει, η ανασφάλεια που ο θαυμασμός συντηρεί. Η αυτοπεποίθηση πως η ανάγνωσή του είναι μοναδική λείπει, απουσία την οποία ο Όστερ υπενθυμίζει στον αναγνώστη διαρκώς, ένα εγώ έτσι το διάβασα πλανάται διαρκώς στον αέρα, ωστόσο, κάθε ίχνος αυθεντίας σβήνεται πριν καλά καλά προλάβει να σχηματιστεί. Το βιβλίο αυτό αποτελεί ταυτόχρονα ένα ανάθημα και μια απόπειρα ενάντια στη λήθη με την οποία περιβάλλεται τα τελευταία χρόνια το έργο του συγγραφέα.

Κάποτε συνήθιζε να είναι αναπόσπαστο μέρος της σχολικής εκπαίδευσης, τώρα πια ακόμα και σε ακαδημαϊκό επίπεδο σπάνια συναντά κανείς κάποια αναφορά στον συγγραφέα που έζησε μέχρι τα είκοσι οκτώ, αφήνοντας ωστόσο πίσω του ένα σημαντικό έργο και κυρίως το ερώτημα: σε τι κορυφές θα βάδιζε αν δεν χανόταν πρόωρα; Ο Κρέιν προσπάθησε μανιασμένα να ζήσει μέσα από τη συγγραφή, μεγάλο μέρος του έργου του παράχθηκε με στόχο την οικονομική ανταμοιβή, αυτός ήταν και ένας από τους λόγους που το έργο του αποτελείται από μεγάλο αριθμό διηγημάτων και άρθρων, αν και αρκετά συχνά έπεφτε με τα μούτρα στη συγγραφή ενός μυθιστορήματος προσδοκώντας σε μια εμπορική επιτυχία ικανή να τον τραβήξει έξω από τον βούρκο των χρεών και του οικονομικού άγχους μέσα στο οποίο συνήθως υπέφερε. Ο Όστερ, προϊόν αγάπης, δεν δοκίμασε να συνθέσει μια αγιογραφία, αλλά να παραμείνει όσο πιο κοντά μπορούσε στις συνθήκες, εσωτερικές και εξωτερικές, εντός των οποίων ο Κρέιν έζησε το σύντομο βίο του και εκ των οποίων προήλθε το έργο του.

Η αγωνία για επιβίωση, ο τρόπος του να αντιμετωπίζει τις καθημερινές προκλήσεις, οι ερωτικές, οικογενειακές, φιλικές και επαγγελματικές σχέσεις του, η ματιά του στα πράγματα, η αναζήτηση και το σμίλευμα της ποιητικής του, σ' όλα αυτά ο Όστερ δίνει σημασία, γυρεύοντας, όχι απαντήσεις, αλλά αντιστοιχίες μεταξύ ζωής και έργου. Τριγυρνά, ξανά και ξανά, ανάμεσα στις γραμμές των έργων του, ανασύρει λέξεις και φράσεις, αντιγράφει μικρότερα ή μεγαλύτερα αποσπάσματα, επιμένοντας στα, για εκείνον σημαντικά, έργα του, χωρίς να παραγνωρίζει και τη σημασία των πιο αδύναμων στιγμών του. Καταφεύγει στην κριτική, κυρίως τη σύγχρονη του έργου του Κρέιν, στον τρόπο με τον οποίο υποδέχτηκαν οι συγκαιρινοί του έναν συγγραφέα που αργότερα αγορεύτηκε κλασικός, τσεκάροντας τα αντανακλαστικά απέναντι στο νέο, επιδιώκοντας να εντοπίσει όσα εκείνος συνεισέφερε ως μια παράδοξη προφητεία στον κόσμο της γραφής. Ο Κρέιν υπήρξε ένας από τους πρώτους μοντερνιστές, συνδυασμός ταλέντου και εποχής, τα χρόνια του ισπανοαμερικανικού πολέμου που εγκαθίδρυσε τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής ως τη νέα παγκόσμια υπερδύναμη, μια πρώτη χάραξη στο λογοτεχνικό μονοπάτι που τόσο σπουδαίοι συνέχισαν χρόνια αργότερα.

Ο Όστερ, γεννημένος το 1947, με τρόπο συγκινητικό, επιλέγει να ασχοληθεί με έναν σπουδαίο λογοτεχνικό πρόγονο, παρότι η επιρροή στο έργο του δεν είναι άμεση και ευδιάκριτη, αντί, βλέποντας τον χρόνο να κυλάει αντίστροφα, να αφιερωθεί σε άλλο ένα μυθιστόρημα ή, ακόμα ακόμα, σε μια δική του αυτοβιογραφία, τη σύνθεση μιας ιδιότυπης διαθήκης, μια τελευταία αναμέτρηση με την άρρηκτα συνδεδεμένη με την ίδια τη ζωή απαραίτητη ματαιοδοξία. Και μάλιστα το έκανε με τρόπο διεξοδικά απαιτητικό, όχι μια απλή σύνθεση στηριγμένη σε γνώριμα βιογραφικά και εργογραφικά στοιχεία, κάτι που συνηθίζεται να γίνεται κατά παραγγελία και με τσαπατσουλιά. Είναι συγκινητικός ο τρόπος με τον οποίο αποτίει φόρο τιμής, η ταπεινότητα με την οποία προσέρχεται και διέρχεται των αφιερωμένων στον Κρέιν σελίδων, χωρίς να αφήνει χώρο για τον ίδιο, πέρα από τον θαυμασμό που ένιωσε και νιώθει για το έργο του, το πάθος της διεσταλμένης κόρης ενός δυνατού αναγνώστη, για να επιστρέψω στην ιδιότητα του αναγνώστη την οποία φέρουν οι, ίσως γι' αυτό, αγαπημένοι μας συγγραφείς, ιδιότητα την οποία συχνά αμελούμε, κακώς, πολύ κακώς.

Χίλιες εκατό σελίδες ανάγνωσης μετά, χίλιες λέξεις κειμένου μετά, ακόμα δεν έχω μια λογική, ακλόνητη, ευκρινή και απλή απάντηση στο γιατί μου άρεσε τόσο πολύ το βιβλίο αυτό, που σε τόσο ανοίκειο περιβάλλον προσδοκιών και επιθυμιών κινείται, παρά μόνο μια συναισθηματική διαίσθηση, που δεν αρκείται στη μυθοπλαστική επίγευση του βιβλίου, αλλά μια μετέωρη, από τη φύση της, πίστη στην αγάπη του αναγνώστη για τη λογοτεχνία, στο πάθος με το οποίο οπλίζεται βγαίνοντας στον έξω κόσμο από το σωτήριο αυτό μπούνκερ.

Την απαιτητική από πλήθος απόψεων μετάφραση έφερε εις πέρας η Ιωάννα Ηλιάδη.

υγ. Πριν λίγους μήνες έγραφα για το επίσης αναπάντεχα καθηλωτικό Ημερολόγιο του χειμώνα, εδώ.

Μετάφραση Ιωάννα Ηλιάδη
Εκδόσεις Μεταίχμιο