Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εκδόσεις Άγρα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εκδόσεις Άγρα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 15 Σεπτεμβρίου 2025

Και τι να πούμε εμείς οι τρομοκράτες; - Σίμος Κουτσολιούτσος

Ο προβοκατόρικος τίτλος σε συνδυασμό με την παιδική ζωγραφιά στο εξώφυλλο τράβηξαν το βλέμμα, έπιασα το βιβλίο και το γύρισα, για να δω τι υπόσχεται το οπισθόφυλλο, σκέφτηκα, διάβασα πως «Ο Σίμος Κουτσολιούτσος γράφει ένα αποσπασματικό προσωπικό χρονικό από τις εμπειρίες του στα χρόνια της δικτατορίας στην Ιταλία και τη Γαλλία», ίσως εξαιτίας του επιθέτου προσωπικό ίσως λόγω του ουσιαστικού χρονικό ίσως λόγω της υποσχόμενης αποσπασματικότητας, που είναι του γούστου μου, όπως και να έχει ένιωσα την επιθυμία να το ξεφυλλίσω, βρέθηκα να το διαβάζω εν τέλει.

Ένα από τα αγαπημένα θέματα της εγχώριας λογοτεχνίας, ιδιαίτερα κατά τις προηγούμενες δεκαετίας, πια ευτυχώς όχι, ήταν το Πολυτεχνείο. Εδώ και χρόνια αποφεύγω τα βιβλία αυτά, όπως ο διάβολος το λιβάνι, πάντοτε σκέφτομαι πως το πλέον αντιπροσωπευτικό υπήρξε το μυθιστόρημα Οι πτυχιούχοι του Βακαλόπουλου, ακριβώς γιατί η χούντα αποτελεί απλώς το περιτύλιγμα, κάτι που συμβαίνει παράλληλα με την καθημερινότητα, με την αγωνία των επί πτυχίω φοιτητών στην επικείμενη αναμέτρηση με το τέρας της οικονομετρίας. Δεν είναι μόνο πως κουράστηκα λόγω της θεματικής, τα ίδια και τα ίδια, αλλά, κυρίως, επειδή δεν αντέχω άλλο την υποκρισία της σιωπηλής τότε μάζας που εκ των υστέρων έρχεται να καρπωθεί την υπεραξία του τέλους της δικτατορίας, το αφήγημα πως οι στρατιωτικοί είχαν απέναντί τους τον ελληνικό λαό, κυρ παντελήδες που κοίταζαν τη δουλειά τους, δεν μιλούσαν και έκαναν πως δεν ακούν τις κραυγές των βασανιστηρίων.

Τρία χρόνια πριν, διαβάζοντας το Καλημέρα σας, κυρία Παχλαβί, το κείμενο της Μάινχοφ με αφορμή την επικείμενη επίσκεψη του ζεύγους Παχλαβί στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατίας της Γερμανίας, το 1967, και τα όσα τραγικά συνέβησαν κατά τις διαμαρτυρίες των φοιτητών, με αποτέλεσμα τη δολοφονία του Μπένο Όνεζοργκ από πυρά αστυνομικού, με τον ρόλο σε αυτή την καταστολή των μυστικών ιρανικών υπηρεσιών που λειτουργούσαν τότε στη Γερμανία, αλλά και σε άλλες χώρες, διάβασα, στο επίμετρο του μεταφραστή Αλέξανδρου Κυπριώτη, για την ύπαρξη και αντίστοιχων ελληνικών υπηρεσιών που στο στόχαστρο είχαν το εκεί φοιτητικό αντιδιδακτορικό κίνημα. Τριάντα χρόνια πριν είχα γνωρίσει τον κύριο Γιάννη που ήταν φοιτητής στη Μπολόνια κατά τη διάρκεια της χούντας και δεν επέστρεψε στην Ελλάδα παρά μετά την πτώση της, τις τότε διαμαρτυρίες και τον αγώνα να ευαισθητοποιήσουν τη διεθνή κοινότητα, να ξεσκεπάσουν τα ψέματα των στρατιωτικών, την προπαγάνδα τους πως όλα έβαιναν καλώς, πως γύψος δεν υπήρχε.

Ο Κουτσολιούτσος έφυγε για σπουδές οικονομικών στο Μιλάνο, η κατάλυση της δημοκρατίας τον βρήκε εκεί, η πρώτη αντίδραση των εκεί Ελλήνων, κυρίως φοιτητών, υπήρξε άμεση, ένας δημοκρατικός πυρήνας οργανώθηκε πρώτα σε επίπεδο πόλεων, ύστερα εθνικά και εν τέλει πανευρωπαϊκά, πυρήνας που εξ αρχής έπασχε από την παθογένεια των προοδευτικών δυνάμεων τη ροπή στη διάσπαση, στη διύλιση του κώνωπα. Εκείνος πολιτικά άβγαλτος, ενστικτωδώς ένιωσε το πού ανήκε, σε ποια πλευρά της ιστορίας έστεκε, δεκαεννέα χρονών παιδί ήταν.

Αυτό το αποσπασματικό προσωπικό χρονικό ισορροπεί εν μέσω ενός συνόλου φαινομενικά αντιθετικών συστατικών. Ας πω πρώτα τι δεν είναι αυτό το χρονικό: Δεν είναι, λοιπόν, μια εγωπαθής περιαυτολογία, μια ηρωική καταγραφή πράξεων αντίστασης, ένας προσωπικός διθύραμβος γαματοσύνης. Δεν είναι, επίσης, αποκομμένο από την πραγματική καθημερινότητα που περιελάμβανε επίσης το επίδικο της οικονομικής επιβίωσης, του έρωτα και της νεότητας. Δεν είναι, σίγουρα, ένα χρονικό διδακτισμού ενός παλαιότερου προς εμάς τους νεότερους, ένα μαυσωλείο ενός ηρωικού παρελθόντος έναντι στη σημερινή αδράνεια. Δεν είναι, ευτυχώς, έμπλεο μιας νοσταλγίας για τη νεότητα του αφηγηματικού υποκειμένου, αλλά, ταυτόχρονα, δεν είναι αποκομμένο από τη νοσταλγία αυτή.

Λέγοντας τι δεν είναι το χρονικό αυτό, είναι ίσως προφανές το τι τελικώς είναι. Είναι, λοιπόν, μια ειλικρινής, φαινομενικά τουλάχιστον, καταγραφή της φοιτητικής νεότητας μακριά από την Ελλάδα εν μέσω δικτατορίας, τη στιγμή που ανά την υφήλιο υπάρχει ένας γενικός ξεσηκωμός της νεολαίας, είναι μια εποχή που υπάρχει η πίστη, η ελπίδα για έναν καλύτερο, δικαιότερο κόσμο, χωρίς εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο,  χωρίς πολέμους και ανελευθερία, έναν κόσμο ισότητας και ισονομίας, και η πίστη αυτή ωθεί τη νεολαία στη δράση, αν κάτι λείπει από τον κόσμο σήμερα είναι αυτή η πίστη, στη θέση της μια ηττοπάθεια κυριαρχεί, τίποτα δεν μπορεί να αλλάξει, τίποτα δεν μπορεί να γίνει, αυτό σκεφτόμουν διαβάζοντας το χρονικό αυτό, είναι έτσι και αλλιώς κάτι που συχνά πυκνά σκέφτομαι, μια σκέψη που είναι και καθησυχαστική με τον τρόπο της, τίποτα δεν μπορεί να αλλάξει άρα δεν χρειάζεται να νιώθω άσχημα που δεν κάνω κάτι γι' αυτό.

Το Και τι να πούμε εμείς οι τρομοκράτες;, ωστόσο, είπαμε, δεν λειτουργεί διδακτικά δείχνοντας διαρκώς και επισταμένως με το δάκτυλο, και αυτό συμβαίνει και με τον τρόπο που ο Κουτσολιούτσος διαπραγματεύεται το τότε αλλά (κυρίως ίσως) με τον τρόπο που διαπραγματεύεται το μέχρι σήμερα, το τι απέγιναν τα ιδεώδη εκείνα, πώς μεταμορφώθηκαν οι άλλοτε αγωνιστές, πώς φτάσαμε στο σήμερα, επιμεριζόμενος το βάρος της ευθύνης μην αφήνοντάς το συνολικά, γενικά και αόριστα στις νέες γενιές, και αυτό είναι κάτι που δίνει ισορροπία στον απολογισμό, δεν απομονώνει την τότε αντίδραση από τη μεγάλη εικόνα. Είναι, ευτυχώς, πολυπρισματικό, θέλω με αυτό να πω πως δεν απομονώνεται στον πολιτικό αγώνα, αλλά εντάσσει και το καθημερινό, τη ζωή στην ξενιτιά, την καθημερινότητα με τα ευτράπελά της, τον ατομικό χαρακτήρα της ζήσης. Η νοσταλγία εδώ δεν είναι γλυκερή, δεν λιγώνει. Ο συγγραφέας δεν περιχαρακώνει σοβαροφανώς τον εαυτό το σε κάποιο θρόνο, αλλά αυτοσαρκάζεται και αυτοϋπονομεύεται, είναι και αυτό μέρος της νοσταλγίας άλλωστε.

Με αφηγηματική λιτότητα που αναδεικνύει το επίδικο της αναπόλησης ο Κουτσολιούτσος αποτυπώνει μια πραγματικότητα για την οποία εγώ προσωπικά ελάχιστα γνώριζα. Πετυχαίνει έτσι ένα διττό αποτέλεσμα, ικανοποιεί την δική του, προσωπική ανάγκη για αναστοχασμό και ανασύνθεση των περασμένων, ταυτόχρονα ωστόσο δεν εξαντλείται στην αυτοϊκανοποίηση του υποκειμένου της γραφής αλλά καλοδέχεται και τον αναγνώστη, του προσφέρει θέση στο όχημα της περιδιάβασης σε εκείνα τα μέρη εκείνα τα χρόνια, και αυτή είναι η διαφορά ενός προσωπικού ημερολογίου και ενός λογοτεχνικού κειμένου.

υγ. Για του Πτυχιούχους έγραφα αυτό, για το Καλημέρα σας, κυρία Παχλαβί αυτό.

Εκδόσεις Άγρα

Σάββατο 13 Σεπτεμβρίου 2025

Η Λούσυ δίπλα στη θάλασσα - Elizabeth Strout

Τα Χριστούγεννα ήδη διαγράφονταν στον ορίζοντα· στολισμοί και νέες κυκλοφορίες, η προετοιμασία του βιβλιοπωλείου· διάβασμα, η προετοιμασία του υπαλλήλου. Με κάποιο τρόπο έψαχνα να σπάσω την αλυσίδα υποσχόμενων, πλην όμως τελικά αδιάφορων, σελίδων, άλλωστε, η αναγνωστική απόλαυση είναι εκείνη που θα οπλίσει με ενθουσιασμό τον πωλητή, ας μη γελιόμαστε.

Έπιασα στα χέρια μου το μυθιστόρημα της Στράουτ σαν το βάλσαμο που θα πότιζε το μέσα μου με ελπίδα και καθησυχασμό, να συναντήσω ξανά τη Λούσυ, να διαβάσω για τη ζωή της δίπλα στη θάλασσα, να θυμηθώ πως καλή λογοτεχνία μπορεί ακόμα να παραχθεί χωρίς ανάγκη για στείρο εντυπωσιασμό, χωρίς ευρήματα-πυροτεχνήματα που αφήνουν γρήγορα πίσω τους ακόμα πιο πηκτό το σκοτάδι, που έτσι και αλλιώς μας περιβάλει.

Αυτό εδώ είναι το τέταρτο βιβλίο της Στράουτ με κεντρική ηρωίδα τη Λούσυ Μπάρτον, την ηλικιωμένη πια, καταξιωμένη συγγραφέα. Ο Ουίλιαμ, ο πρώην σύζυγός της, με τον οποίο πια διατηρούν μια καλή σχέση, την πιέζει και την πείθει να αφήσουν τη Νέα Υόρκη της πολυκοσμίας και να καταφύγουν σε ένα σπίτι δίπλα στη θάλασσα για όσο είναι ενεργή η απειλή του κορωνοϊού. Αυτή είναι με ελάχιστες λέξεις η υπόθεση.

Στα βιβλία της Στράουτ η πλοκή είναι απλή, η καθημερινή ζωή γυναικείων χαρακτήρων με οξυμένη τη ματιά στα πράγματα. Οι σκέψεις και τα συναισθήματα σε μια αργή, αντιστικτική τής ολοένα και επιταχυνόμενης ταχύτητας με την οποία ο κόσμος κινείται. Με απλά υλικά, χωρίς φανφάρες, με μια πρόζα ιδιαίτερη και ταυτόχρονα κλασική, η συγγραφέας παραδίδει μια λογοτεχνία στέρεα, καθησυχαστική, ανθρώπινη, γεμάτη από ελπίδα, μια απόφαση επαναστατική σε έναν κόσμο που διέπεται από πόνο και απελπισία.

Μια πελάτισσα μου είπε πως της κάνει εντύπωση που τα βιβλία της Στράουτ αρέσουν σε έναν νεαρό άντρα. Σκέφτηκα να της απαντήσω πως η καλή λογοτεχνία αρέσει σε όλους, δεν το είπα, σώπασα, κούνησα το κεφάλι μου παραδομένος σε μια ακόμα στερεοτυπική προσέγγιση της ανάγνωσης. Με τη σειρά μου της πρότεινα τα Πέτρινα ημερολόγια της Κάρολ Σιλντς· την επόμενη μέρα έψαξα και παράγγειλα και τα υπόλοιπα βιβλία της, από καιρό εξαντλημένα.

Η απλή πλοκή, τα αρκετά γνώριμα συστατικά της ιστορίας, δημιουργούν μια δυσκολία στο να μιλήσει κανείς για τα βιβλία της Στράουτ. Η λάμψη στα μάτια είναι μια οδός, η χρήση επιθέτων όπως καλή, καθησυχαστική —αλλά όχι αναχωρητική, σε καμιά περίπτωση αναχωρητική— και ανθρώπινη λογοτεχνία, ακόμα μία. Η εποχή μας δεν σηκώνει την απλότητα και την αργή καύση, και όμως, γνώμη μου, τις έχουμε ανάγκη, παρότι ίσως και να μην το γνωρίζουμε. Βιβλία κατεξοχήν μπούνκερ, όπως συνηθίζω να τα αποκαλώ, εκεί που ο αέρας κόβει, η καταιγίδα δεν ακούγεται, η ανάπαυση είναι δυνατή, η αποκοπή σωτήρια.

Στη σειρά των βιβλίων με κεντρικό πρόσωπο τη Λούσυ, με την πρωτοπρόσωπη αφήγηση, σημαντικό στοιχείο από το οποίο αντλώ περαιτέρω απόλαυση είναι το γεγονός πως η Λούσυ είναι συγγραφέας. Συνήθως τέτοια βιβλία αποκαλούνται βιβλιοφιλικά, λες και υπάρχουν βιβλία βιβλιοεχθρικά, τέλος πάντων, για χάρη συνεννόησης αποδέχομαι και χρησιμοποιώ αυτό το κλισέ. Είναι μια λογοτεχνική περιοχή ανάπαυσης για μένα αυτή η λογοτεχνία, όπως για άλλους είναι η ποίηση ή η αστυνομική λογοτεχνία, με ξεκουράζει και με χαλαρώνει, με βοηθάει να υπερκεράσω το όποιο μπλοκάρισμα που μια σειρά από αδιάφορα βιβλία μπορεί να υψώσει.

Η Στράουτ αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα συγγραφέως που έχει δημιουργήσει και κινείται σε έναν κόσμο παράλληλο της πραγματικότητας, εκεί που μπορεί η ίδια να έχει τον έλεγχο, μακριά από το αναπάντεχο, να συναναστρέφεται τους ανθρώπους εκείνους που επιθυμεί, να παίρνει τον χρόνο της, να κλείνει το μάτι στη μακρά παράδοση της καλής γυναικείας λογοτεχνίας, χωρίς αυτό να μοιάζει παρωχημένο τελικά. Και σε αυτό το σύμπαν μετέρχεται των χαρακτήρων της Λούσυ Μπάρτον και της Όλιβ Κίτριτζ, μέσα από εκείνες εξερευνά και σκαλίζει την τριγύρω τους πραγματικότητα, που είναι και η δική της πραγματικότητα, η πραγματικότητα κατ' επέκταση του αναγνώστη, έστω και από διαφορετικό σημείο εκκίνησης, έστω και χωρίς την ικανότητα ελέγχου, κάθε άλλο, αλλά αυτό είναι μέρος της μαγείας της λογοτεχνίας, τόσο για τους συγγραφείς όσο και για τους αναγνώστες. Η Όλιβ κάνει ένα πέρασμα από τις σελίδες, πλάγιο και ελάχιστο, ικανό ωστόσο να γεννήσει ένα επιπλέον συναίσθημα στον αναγνώστη, που η συνάντηση, έστω και φευγαλέα, με κάποιο αγαπητό πρόσωπο δημιουργεί, έτσι όπως η μνήμη κινητοποιείται.

Και εξαιτίας της προαναφερθείσας απλότητας και ανθρωπινότητας, η αναφορά σε μια περίοδο τραυματική, όπως εκείνη της πανδημίας, με τον φόβο του θανάτου, αλλά κυρίως με τον φόβο, ας μη γελιόμαστε, του άλλου, του πιθανού κομιστή του ιού, δεν εγείρει υποψίες καιροσκοπισμού από πλευράς της συγγραφέως, ούτε αποδεικνύεται ελάχιστο το χρονικό διάστημα που έχει μεσολαβήσει ώστε να γίνει αντικείμενο λογοτεχνίας. Η ελπίδα στα βιβλία της Στράουτ δεν είναι κενή και χαζή, αλλά ανθρώπινη, καθώς μας υπενθυμίζει πως οφείλουμε να προσπαθούμε να καταλάβουμε και να συναισθανθούμε, να διακρίνουμε τα όρια και τις αδυναμίες μας, να μην παίρνουμε τον εαυτό μας υπέρμετρα σοβαρά αλλά, ταυτόχρονα, και να μην τον παραμελούμε. Μια ανάσχεση της ευθείας γραμμής που οδηγεί στον μισανθρωπισμό και την πλήρη ιδιωτεία, στην απόλυτη αδιαφορία.

Διαβάζω ξανά την τελευταία παράγραφο και αντιλαμβάνομαι πώς διαβάζεται αποκομμένη από το βιβλίο. Η απλότητα είναι μια σπουδαία (συγγραφική) ικανότητα. Τα βιβλία είναι για να διαβάζονται κυρίως, να μιλάμε γι' αυτά τόσο όσο χρειάζεται για να διαβαστούν, τότε τα βλέμματα θα είναι αρκετά.

Παρότι κάθε βιβλίο διαβάζεται ανεξάρτητα, άλλη μια σπουδαία ικανότητα της Στράουτ που, χωρίς να συστήνει εξαρχής τη Λούσυ, πετυχαίνει να κάνει να νιώθει τον αναγνώστη πως τη γνωρίζει καλά, όσο καλά θα μπορούσε κάποιος να γνωρίζει κάποιον άλλον, η συμβουλή μου είναι να πιάσετε την ιστορία της Λούσυ από την αρχή, από Το όνομά μου είναι Λούσυ Μπάρτον.

(το κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα) 

υγ. Με ηρωίδα τη Λούσυ: Το όνομά μου είναι Λούσυ Μπάρτον (εδώ), Όλα γίνονται (εδώ), Αχ, Ουίλιαμ (εδώ). Με ηρωίδα την Όλιβ: Όλιβ Κίτριτζ (εδώ), Όλιβ, ξανά (εδώ). Για τα Πέτρινα ημερολόγια (εδώ).

Μετάφραση Μαργαρίτα Ζαχαριάδου
Εκδόσεις Άγρα

Δευτέρα 9 Δεκεμβρίου 2024

Αχ, Ουίλλιαμ - Elizabeth Strout

Οι εκδόσεις Άγρα, με την αγαστή μεταφραστική φροντίδα της πολύπειρης Μαργαρίτας Ζαχαριάδου, έχουν αναλάβει την επανασύσταση της Ελίζαμπεθ Στράουτ με το ελληνικό αναγνωστικό κοινό, καθώς οι παλιότερες εκδοτικές απόπειρες δεν είχαν στεφθεί με την πρέπουσα επιτυχία. Το Αχ, Ουίλλιαμ είναι το πέμπτο βιβλίο της που κυκλοφορεί και το τρίτο μέρος της σειράς με πρωταγωνίστρια τη συγγραφέα Λούσυ Μπάρτον. Είχαν προηγηθεί: Το όνομά μου είναι Λούσυ Μπάρτον και Όλα γίνονται.

Η Λούσυ Μπάρτον είναι μια πετυχημένη συγγραφέας που ζει στη Νέα Υόρκη, μητέρα δύο ενήλικων πια κοριτσιών, πρόσφατα χήρα μετά τον θάνατο του δεύτερου συζύγου της. Από την πρώτη κιόλας αράδα του βιβλίου, χωρίς προλόγους και εισαγωγές, η Στράουτ, δια της αφηγήτριας της, ορίζει με σαφήνεια το θέμα του: «Θέλω να πω μερικά πράγματα για τον πρώτο μου σύζυγο, τον Ουίλλιαμ». Γραμμένο σε πρώτο πρόσωπο και με χαρακτηριστικά αυτομυθοπλασίας, το Αχ, Ουίλλιαμ είναι η ιστορία του Ουίλλιαμ, που, όντας σύζυγος της Λούσυ για πολλά χρόνια και έχοντας μαζί της δύο παιδιά, αναπόφευκτα περιλαμβάνει και τη δική της, στενά συνυφασμένη, ιστορία. Σε προχωρημένη ηλικία, ο Ουίλλιαμ θα έρθει αντιμέτωπος με τη γνώση πως έχει μια ετεροθαλή αδερφή, που ζει στην επαρχία του Μέιν, κάτι το οποίο αγνοούσε. Η αποκάλυψη αυτή θα τον αναστατώσει. Καλεί τη Λούσυ, με την οποία διατηρούν μια ήσυχη και στενή, δεδομένων των συνθηκών, σχέση, να τον συνοδεύσει στην αναζήτηση αυτή. Το παρελθόν, παρά την παγιωμένη σύστασή του, δεν παύει ποτέ να εκπλήσσει, έτσι όπως αναδύονται στην επιφάνεια μυστικά και κρυμμένα γεγονότα και καταστάσεις, «αλλά έτσι πάει η ζωή: Είναι τόσα και τόσα που δεν ξέρουμε ώσπου είναι πια πολύ αργά».

Είναι σημαντικό να διευκρινιστεί εξ αρχής πως, όπως και τα προηγούμενα, αλλά και τα επόμενα φαντάζομαι, μέρη τής ιστορίας αυτής, το Αχ, Ουίλλιαμ μπορεί να διαβαστεί αυτόνομα. Η Στράουτ έχει την εμπειρία να επαναλάβει, χωρίς να κουράζει και να απολύει τον βηματισμό της, όσα στοιχεία κρίνει απαραίτητα να τεθούν στη γνώση του αναγνώστη, ώστε να δικαιολογηθούν διάφορες σκέψεις και πράξεις της Λούσυ, αλλά και να συντελέσουν στην πληρότητα του χαρακτήρα της. Ωστόσο, η πρότερη επαφή με τα προηγηθέντα μέρη, επιτρέπει στον αναγνώστη να νιώσει την οικειότητα και τη συνέχεια του χαρακτήρα της Λούσυ, να βρει ξανά αυτή τη γνώριμη και καθησυχαστική αφήγηση. Το αναγνωστικό δέσιμο με τον αγαπημένο αυτόν λογοτεχνικό χαρακτήρα ικανοποιείται στον μέγιστο βαθμό.

Ο αυτομυθοπλαστικός χαρακτήρας του Αχ, Ουίλλιαμ, το παιχνίδι με τα όρια και τις προϋποθέσεις του υποείδους, είναι ένα εύρημα που η Στράουτ το χειρίζεται άκρως λειτουργικά και καθοριστικά για τη συνολική κατασκευή. Τοποθετώντας την ίδια τη συγγραφή του βιβλίου στον πυρήνα της αφήγησης και αποκαλύπτοντας εξ αρχής τις συγγραφικές προθέσεις τής Λούσυ, καθιστά σαφή και κυρίως λογοτεχνικά τα όρια του ρεαλισμού και της αληθοφάνειας, εγείροντας στον αναγνώστη βάσιμες υποψίες περί μη ταύτισης αφήγησης και πραγματικότητας. Επιπρόσθετα, επιλέγοντας μια συγγραφέα για αφηγήτρια, παρά την αναγνωστική αναρώτηση σχετικά με το αν πρόκειται για ένα άλτερ έγκο της Στράουτ, η συγγραφέας καταφέρνει να κρυφτεί ακόμα περισσότερο, να βγει εντελώς από τη σκηνή, να πάρει περαιτέρω αποστάσεις από το αφηγηματικό υποκείμενο, και αυτό σε μια αφήγηση με χαρακτήρα μύχιο και έντονα προσωπικό.

Αφηγήσεις όπως αυτή, περισσότερο ή λιγότερο αυτοβιογραφικές, δημιουργούν συχνά, τουλάχιστον, δύο ενστάσεις: πρώτη είναι η σχετική με τη φαινομενική ευκολία, δεύτερη η απουσία λογοτεχνικότητας. Παρότι, μάλλον, παρωχημένο, αξίζει να επαναληφθεί πως η αναγνωστική ευκολία και η απρόσκοπτη ροή της αφήγησης προϋποθέτουν τόσο ταλέντο όσο και μαστοριά. Είναι απίστευτο το πώς ο όρος pageturner έχει μετατραπεί, όπως άλλωστε και η γυναικεία γραφή, σε σχόλιο αρνητικό. Όσον αφορά τη λογοτεχνικότητα, παρά τον υποκειμενικό χαρακτήρα των κριτηρίων, η συγγραφέας πετυχαίνει με μαεστρία να προσδώσει μυθοπλαστικές αρετές σε μια ιστορία, παρά τα όποια μικροευρήματα, κοινή και πιθανώς γνώριμη, η οποία διακρίνεται από διάχυτο ρεαλισμό και ισχυρή αίσθηση αληθοφάνειας. Η Στράουτ κατασκευάζει έναν κόσμο εντός του περιβάλλοντος σύμπαντος, στον οποίο κινούνται και δρουν οι χαρακτήρες της, χωρίς να έχει ανάγκη το ανοίκειο και η απουσία του να στερεί από την αναγνωστική απόλαυση.

Η ενδελεχής παρατήρηση της Λούσυ στα πράγματα, αναπόσπαστο κομμάτι της συγγραφικής φύσης, ενσωματώνεται στην πλοκή χωρίς να ενοχλεί, παρότι δεν κυνηγάει απεγνωσμένα την πρωτοτυπία και την έκπληξη. Αυτό είναι που προσδίδει έναν χαρακτηριστικά καθησυχαστικό τόνο στην αφήγηση, γνώριμο από βιβλίο σε βιβλίο της Στράουτ, ο αποκλεισμός της ολοένα και αυξανόμενης ταχύτητας με την οποία έξω από τις σελίδες τρέχει η ζωή και πολλές φορές, κυνηγώντας την κακώς, και η λογοτεχνία.

υγ. Το Αχ, Ουίλλιαμ ήταν αναπόφευκτα μέρος της λίστας με Τα δέκα καλύτερα βιβλία που δεν διάβασα το '23, την οποία βρίσκεται εδώ. Για τα άλλα βιβλία της καθησυχαστικά καλής συγγραφέως: Το όνομά μου είναι Λούσυ Μπάρτον (εδώ), Όλα γίνονται (εδώ), Όλιβ Κίττριτζ (εδώ) και Όλιβ, ξανά (εδώ).
 
υγ2. Το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών στις 9 Μαρτίου 2024, πρόσφατα κυκλοφόρησε το Η Λούσυ δίπλα στη θάλασσα (μτφρ. Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, εκδόσεις Άγρα), πραγματικό βάλσαμο, σε λίγο καιρό θα ανεβάσω το σχετικό με αυτό κείμενο.
 
Μετάφραση Μαργαρίτα Ζαχαριάδου
Εκδόσεις Άγρα


Δευτέρα 27 Νοεμβρίου 2023

Νυχτωδία της Χιλής - Roberto Bolaño

Η ετήσια σταθερά: ένα ακόμα βιβλίο του τεράστιου Ρομπέρτο Μπολάνιο στα ελληνικά σε μετάφραση Κρίτωνα Ηλιόπουλου από τις εκδόσεις Άγρα. Αυτή τη φορά δεν χρειάζεται να απολογηθούμε ως ταγμένοι άπαξ και δια παντός στο πλευρό των Μαξ Μπροντ αυτού του κόσμου· η Νυχτωδία της Χιλής κυκλοφόρησε όσο εκείνος ζούσε και δεν ανασύρθηκε από κάποιο μπαούλο ή ψηφιακό σύννεφο. Η πρώτη πρόταση ανασύρει έναν λυγμό:

Πεθαίνω τώρα, αλλά έχω πολλά ακόμα να πω.

Η Νυχτωδία της Χιλής κυκλοφορεί τρία χρόνια πριν ο Μπολάνιο πεθάνει, η αρρώστια βρίσκεται ήδη στο κορμί του, πεθαίνει αλλά έχει ακόμα πολλά να πει. Τι απάτητες κορυφές έμελλε ακόμα να κατακτήσει, δεν θα το μάθουμε ποτέ. Κυκλοφορεί ένα χρόνο μετά από το Φυλαχτό. Τα δύο αυτά σύντομα μυθιστορήματα, νουβέλες αν προτιμάτε και όχι λόγω μεγέθους, συνθέτουν ένα δίπολο. Από τη μία στέκεται η Αξούλιο Λακουτύρ, μητέρα της μεξικανικής ποίησης, παγιδευμένη στην τουαλέτα την ώρα που οι δυνάμεις καταστολής μακελεύουν όποιον συναντούν κατά την εισβολή τους στο πανεπιστήμιο. Από την άλλη ο Σεμπαστιάν Ουρούτια Λακρουά, ιερέας και κριτικός λογοτεχνίας, κατάκοιτος στο κρεβάτι προσμένοντας πια τον θάνατο.

Η παρουσία ενός άγνωστου νεαρού στον χώρο πυροδοτεί την ανάγκη στον Λακρουά να απολογηθεί/εξομολογηθεί/υπερασπιστεί τα πεπραγμένα του, τη στιγμή που ο νεαρός τον δείχνει με το δάκτυλο, ο ρυτιδιασμένος νεαρός ευθύνεται για τη διασάλευση της ηρεμίας του, την κατάρριψη της πίστης του πως εκείνος καλώς έπραξε όσα έπραξε, το βρώμισμα της συνείδησής του. Πότε με περιόδους μακριές και πότε κοφτές, ο Λακρούα, αμφιβόλου αξιοπιστίας αφηγητής, σε πρώτο πρόσωπο και με μια μνήμη που ούτε ο ίδιος δεν εμπιστεύεται απόλυτα, ανασύρει και ξεδιπλώνει το κουβάρι της ζωής του, από τα μικράτα του, όταν και εισήχθη στην ιερατική σχολή, για να γίνει μέλος της Opus Dei λίγο αργότερα. Περπατώντας παράλληλα με την ιστορία της Χιλής, θα αναφερθεί σε κάθε καθοριστικό συναπάντημα μαζί της.

Ο Μπολάνιο επινοεί έναν ακόμα αμφίσημο αφηγητή. Δεν είναι εύκολο να κατατάξει κανείς τον Λακρουά ιδεολογικά με απόλυτους όρους, παρότι φαινομενικά αποτελείται από ψηφίδες συντηρητικές. Στέκεται στον αντίποδα της σιωπηλής πλειοψηφίας που ανέχεται τον ζόφο και που εκ των υστέρων περιαυτολογεί για τον καθοριστικό ρόλο που έπαιξε στην ανατροπή και την επόμενη μέρα, πλειοψηφία της οποίας οι δυνάμεις της προόδου χαϊδεύουν τα αυτιά, ο λαός που πάντα δικαιώνεται, που ποτέ δεν φταίει. Ανήκει σε μια συντηρητική σιωπηλή πλειοψηφία διαποτισμένη από τον φόβο και την ανασφάλεια, στα προαύλια των ναών, στην πρώτη σειρά των παρελάσεων, στα προπύργια του μίσους, στο προσωπικό συμφέρον, παρότι στο άκουσμα του προσδιορισμού εθνικιστής θα διαρρήξει των ιματίων του αρνούμενος την κατηγορία. Ο Μπολάνιο δεν αρκείται ωστόσο σε αυτό. Θέτει ευθύς εξαρχής το ζήτημα της ειλικρίνειας, της παρρησίας με την οποία κάποιος αποδέχεται όσα είναι, όσα ο ίδιος, τέλος πάντων, έχει συνείδηση πως είναι. Από τις πρώτες σελίδες αντιγυρίζει στον ρυτιδιασμένο νεαρό που τον κατηγορεί πως υπήρξε μέλος της Opus Dei, ποτέ δεν το έκρυψα ωστόσο, ποτέ δεν το αρνήθηκα. Εδώ βρίσκεται ένα από τα κλειδιά της πρόσληψης του έργου αυτού, στο γεγονός πως τουλάχιστον αυτό αναγνωρίζεται στον αφηγητή, έστω και την ύστατη στιγμή, έστω και έχοντας κατά νου ένα συγχωροχάρτι σε περίπτωση που του φανεί χρήσιμο περνώντας στην απέναντι πλευρά.

Η αμφισημία του προκύπτει και από το σύντομο βιογραφικό του, ιερέας, κριτικός και ποιητής. Εδώ, περισσότερο από αλλού, είναι ξεκάθαρο πως η πλειοψηφία των προσώπων για τα οποία η αναζήτηση του αναγνώστη δεν θα κομίσει αποτελέσματα, αντιστοιχούν σε πραγματικά πρόσωπα, παρότι η απόσταση που μας χωρίζει από τη Χιλή είναι τεράστια. Ο Λακρουά, υπό άλλο όνομα, υπήρξε. Ο αφηγητής, ακριβώς λόγω της ταυτότητάς του, κινείται σε διάφορα επίπεδα της καθημερινότητας, επιτρέποντας έτσι στον Μπολάνιο να ασχοληθεί με την ίδια τη λογοτεχνία, όπως αγαπά να κάνει, να αναφερθεί με τρόπο σχετικά ευθύ στον ρόλο των μελών της την ώρα που έγραφαν ποίηση ή πρόζα και έξω από την κάμαρά τους ο κόσμος άλλαζε και εκείνοι ήταν πάντοτε τρομακτικά έτοιμοι να σωπάσουν και να αρνηθούν, να πανηγυρίσουν πάντοτε από τους πρώτους σε κάθε αλλαγή σελίδας, είτε επιλέγοντας να παραμείνουν είτε έχοντας τη δυνατότητα να διαφύγουν μακριά από την κάθε Χιλή.

Σε ένα σύμπαν πολιτικής και λογοτεχνικής μυθιστορίας, η Νυχτωδία της Χιλής κατέχει ξεχωριστή θέση. Σε μόλις εκατόν εβδομήντα σελίδες, ο Μπολάνιο διατρέχει την ταραχώδη ιστορία της Χιλής κατά τον εικοστό αιώνα. Διόλου τυχαία και συμπτωματικά, η περίοδος του Αλιέντε καταλαμβάνει μόνο τρεις εξ αυτών, όταν ο αφηγητής μας, γεμάτος από φόβο, περισσότερο από ποτέ άλλοτε, κρυμμένος στο σπίτι του διαβάζει ξανά την αρχαία ελληνική γραμματεία. Όμως εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με μια τυπικά στρατευμένη λογοτεχνία, όχι μόνο γιατί ο Μπολάνιο δεν διστάζει να κακοκαρδίσει όσους προτείνουν μια ασπρόμαυρη ανάγνωση ιδεολογικής καθαρότητας, υπερθεματίζοντας στην απόλυτη διάκριση καλού και κακού, αλλά γιατί μας υπενθυμίζει διαρκώς πως η ανθρώπινη φύση και τα παράγωγά της είναι μια ιδιαιτέρως σύνθετη συνθήκη, πως και εμείς φέρουμε τον ζόφο και αρκούν οι συνθήκες για να τον ξεράσουμε με την πρώτη ευκαιρία. Σε όσους έχουν πρότερη επαφή με το έργο του η συνύπαρξη σκληρού ρεαλισμού και ποιητικού λόγου δεν θα κάνει εντύπωση, στους νεοεισελθόντες ναι, και αυτό είτε θα τους μαγέψει καθηλώνοντάς τους, είτε θα τους μπερδέψει. Αυτό το κράμα, περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, είναι η λογοτεχνική παρακαταθήκη του Μπολάνιο, ένας ποιητής που αναγνωρίστηκε για την πρόζα του.

Επίσης, οι ιστορίες μέσα σε ιστορίες, αυτό το συνεχές γαϊτανάκι, γνώριμο, ακόμα και στη μικρή φόρμα και όχι μόνο στην απλωσιά των Ντετέκτιβ ή του 2666, ιστορίες που επίσης δεν είναι πλήρως επινοημένες αλλά έχουν τις ρίζες τους στην πραγματικότητα, ρίζες βαθιές που δεν επιτρέπουν στον αναγνώστη να θαυμάσει τη φαντασία αλλά απλώς και μόνο –λες και είναι κάτι μικρό ή εύκολο– τη συγγραφική ικανότητα του Μπολάνιο να τις διαμορφώνει και να τις εντάσσει με τρόπο φαινομενικά και μόνο απλό στο κυρίως σώμα μιας τρεμώδους αφήγησης ενός αμφίβολης αξιοπιστίας προσώπου. Το αυτό και με το χιούμορ, που κινείται στην επικράτεια του παράλογου αλλά και οι δικές του ρίζες δεν επιτρέπουν στο χαμόγελο να σχηματιστεί σε πλήρη ανάπτυξη, αλλά να σημάνει άμεση οπισθοχώρηση στους μύες του προσώπου, φρίκη και βλοσυρότητα ξανά. Σ' ένα χαρακτηριστικό έργο του ευρύτερου μπολανικού σύμπαντος δεν θα μπορούσε να λείπει η εμφάνιση ενός μυστηριώδους διδύμου, εδώ με αναγραμματισμό των λέξεων φόβος και μίσος, που θα υπηρετήσει τον δικό του ρόλο πυροδότησης και προώθησης της πλοκής, για να εξαφανιστεί αναπάντεχα, με τον ίδιο τρόπο που εμφανίστηκε αρχικά.

Ο Μπολάνιο ποτέ δεν έγραψε λογοτεχνία που αφορούσε ένα μικρό και εκλεκτό κοινό, αυτό τον καθιστά ακόμα πιο σπουδαίο στα μάτια μου, ίσως και επειδή με πρώτη ύλη την ανθρώπινη φρίκη, υλικό που εντοπίζεται σε μεγάλο μέρος της λογοτεχνίας, κατάφερε να παραδώσει κάτι το τόσο ιδιαίτερα προσωπικό και ακολούθως καθοριστικής επιρροής. Και διαχειρίστηκε την φρίκη καταφεύγοντας στην ίδια τη λογοτεχνία, αναζητώντας τα σημάδια της εκεί, στο ίδιο μέρος που γύρευε και την αποσύνδεση ή την απόλαυση, αντέχοντας να μην αναζητήσει πλήρη κάλυψη στο χιούμορ ή την παραίτηση, όπως τόσοι και τόσοι άλλοι, ούτε καλοπιάνοντας τον ίδιο του τον εαυτό πρώτα, και ύστερα τους αναγνώστες, πως πάνε αυτά, πέρασαν, ήταν μόνο κάποια τέρατα που εμφανίστηκαν, κάποιες μεμονωμένες εξαιρέσεις στο γενετικό υλικό, γυρίστε τώρα πλευρό ήσυχοι. Και το έκανε με τρόπο τέτοιο που να μην αφήνει το βλέμμα να αποστραφεί μπροστά στη φρίκη, θυμηθείτε μόνο το κεφάλαιο με τις γυναικοκτονίες στο 2666, αλλά μαγνητίζοντάς το χωρίς ποτέ να καταπέφτει στον αναχωρητισμό, στην τέχνη για την τέχνη, χωρίς να εγκαταλείπει στιγμή τη φρίκη, αναγκάζοντας τον αναγνώστη να το σκεφτεί τουλάχιστον μια δεύτερη φορά πριν περιπέσει στην κλισέ χρήση ενός μου γενικού και αόριστου μου άρεσε, αλήθεια, τι σου άρεσε ακριβώς;

Η περιήγηση στο μπολανικό σύμπαν, η επιστροφή, ξανά και ξανά, στα πλέον φλογοβόλα αστέρια του, αναπόφευκτα θέτει ένα ενδοσυμπαντικό μέτρο σύγκρισης. Έτσι, επειδή ο αναγνώστης σε πολλά ομοιάζει με τον εξαρτημένο χρήστη, που στην ανάμνηση της πρώτης εμπειρίας επιστρέφει και δοκιμάζει,  μη μπορώντας να κάνει αλλιώς, ελπίζοντας πως θα νιώσει όπως τότε, εκεί γεννάται η αμφιβολία, άραγε, αναρωτιέται ο αναγνώστης, θα είναι αυτό το βιβλίο του ισάξιας έντασης με εκείνα τα πιο σπουδαία, θα σταθεί αντάξιο των προσδοκιών του για πλήρη φυγή από το πραγματικό, όπως τότε που χωρίς να το περιμένει βρέθηκε ανάμεσα στις σελίδες του και ύστερα όλα άλλαξαν και τίποτα δεν ήταν πια το ίδιο. Η Νυχτωδία της Χιλής είναι, σε συνδυασμό με το Φυλαχτό, μια τέτοια εμπειρία, που την καθιστά κατάλληλη πύλη εισόδου στο έργο του Μπολάνιο και που μόνο η συντομία της απογοητεύει καθώς περιορίζει χρονικά την επίδραση της περιήγησης σε κορυφές ψηλές, εκεί που η αναλογία του οξυγόνου δεν είναι εκείνη των ομοιόμορφων πεδινών και των χαμηλών λόφων.

υγ. Για τα υπόλοιπα έργα του Μπολάνιο: 2666 (εδώ), Οι άγριοι ντετέκτιβ (εδώ), Το Τρίτο Ράιχ (εδώ), Φυλαχτό (εδώ), Παγοδρόμιο (εδώ), Λούμπεν μυθιστορηματάκι (εδώ), Τηλεφωνήματα (εδώ), Το πνεύμα της επιστημονικής φαντασίας (εδώ), Μνήματα καουμπόυδων/Πατρίδα/Γαλλική κωμωδία τρόμου (εδώ), Συμβουλές από έναν μαθητή του Μόρρισον σε έναν φανατικό του Τζόις (εδώ).

Μετάφραση Κρίτων Ηλιόπουλος
Εκδόσεις Άγρα

Δευτέρα 20 Νοεμβρίου 2023

Όλιβ, ξανά - Elizabeth Strout

Τα τελευταία χρόνια, οι εκδόσεις Άγρα, με την πολύτιμη μεταφραστική αρωγή της Μαργαρίτας Ζαχαριάδου, έχουν αναλάβει να κυκλοφορήσουν τα βιβλία τής πολύ καλής Αμερικανίδας συγγραφέως Ελίζαμπετ Στράουτ (Πόρτλαντ, 1956), απόφαση στην οποία το εγχώριο αναγνωστικό κοινό ανταποκρίνεται κάθε φορά με ενθουσιασμό. Το Όλιβ, ξανά είναι η συνέχεια του επιτυχημένου, απ' όλες τις απόψεις, μυθιστορήματος Όλιβ Κίττριτζ. Η Στράουτ πιάνει το νήμα από εκεί που το άφησε, μερικά χρόνια νωρίτερα, για να αφηγηθεί τη συνέχεια της ιστορίας. Ωστόσο, είναι σημαντικό να ειπωθεί ήδη από την αρχή πως, παρά την άρρηκτη σχέση των δύο μυθιστορημάτων, το Όλιβ, ξανά δύναται να διαβαστεί και αυτόνομα, παρότι, αναπόφευκτα, αποκαλύπτει αρκετά σχετικά με την ιστορία.

Το μυθιστόρημα πατάει σε ένα αλληλοεξαρτώμενο δίπτυχο, την Όλιβ και το αφηγηματικό εύρημα. Η Όλιβ Κίττριτζ, συνταξιούχος καθηγήτρια μαθηματικών, ζει σε μια παραθαλάσσια κωμόπολη του Μέην. Ο άντρας της πέθανε, ο γιος της παντρεύτηκε και μετακόμισε στη Νέα Υόρκη, εκείνη έμεινε μόνη στο σπίτι να μάχεται με τις αναμνήσεις και τις καθημερινές προκλήσεις της ζωής, να αναζητά το νόημα, αρνούμενη να παραδοθεί άνευ αγώνα. Η Όλιβ είναι ένας αξέχαστος και πλήρης λογοτεχνικός ήρωας, αποτελούμενος από αιχμηρές γωνίες, που δεν του λείπουν τα ελαττώματα και οι σκοτεινές πλευρές, γεγονός που την εξανθρωπίζει και την ξεκολλά από την επιφάνεια και την όποια στερεοτυπία, προσδίδοντάς της τις απαραίτητες διαστάσεις μέσω των οποίων αναδύονται οι αντιφάσεις του χαρακτήρα της, αντιφάσεις οι οποίες, άλλωστε, αποτελούν τη ραχοκοκκαλιά κάθε ανθρώπινου όντος. Ο τρόπος με τον οποίο ο αφηγητής στέκεται απέναντι στην Όλιβ δεν είναι ούτε μεροληπτικός ούτε εχθρικός, αλλά, όσο αυτό είναι δυνατόν, αντικειμενικός, γεγονός καθοριστικό για την αναγνωστική πρόσληψη, για την ανάδυση της ενσυναίσθησης· αυτή είναι η Όλιβ, μοιάζει να λέει, και δεν θα προσαρμοστεί ούτε στη δική μου ούτε στη δική σας εικόνα.

Η Στράουτ, με μια κλασικότροπη, τριτοπρόσωπη αφήγηση, συνεχίζει εδώ το εύρημα περιστροφής γύρω από την κεντρική ηρωίδα της, σ' ένα μυθιστόρημα που μοιάζει σπονδυλωτό, έτσι όπως αποτελείται από κεφάλαια στα οποία η παρουσία της Όλιβ ενίοτε είναι έκκεντρη, από υποϊστορίες φαινομενικά και μόνο άσχετες με την κυρίως πλοκή. Εδώ προκύπτει μια πρώτη συγγραφική πρόκληση, το πώς οι υποϊστορίες θα λειτουργήσουν εντός του σώματος της κεντρικής πλοκής, αν θα μπορέσουν, δηλαδή, να ανταποκριθούν στη συγγραφική επιδίωξη ή θα αποδειχτούν μια απλή, μάλλον αχρείαστη, γέμιση, που θα πετά τον αναγνώστη εκτός. Η Στράουτ ξεπερνά με άνεση την πρόκληση αυτή και καταφέρνει, χωρίς να παραμελεί τον βασικό χαρακτήρα της ιστορίας της, να δώσει τη μεγάλη εικόνα του μικρού αυτού τόπου, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της τοπικής κοινωνίας, στην οποία όλοι γνωρίζονται μεταξύ τους, τις σχέσεις μεταξύ των κατοίκων, τον τρόπο με τον οποίο η ζωή κυλά, και μέσω αυτών να φωτίσει ακόμα περισσότερο την ίδια την Όλιβ και τον χαρακτήρα της, κινούμενη στο μεταίχμιο μεταξύ είναι και φαίνεσθαι, υπενθυμίζοντας διαρκώς πως, εκτός από το παρελθόν, είναι και το περιβάλλον εντός του οποίου κινείται κανείς καθοριστικό για τη διαμόρφωση και τη βάδιση, αλλά και πως κάθε άνθρωπος έχει τις δικές του δυσκολίες, κάτι το οποίο καλό είναι να έχουμε κατά νου πριν από κάθε βιαστικό και απόλυτο συμπέρασμα.

Η ίδια η Όλιβ, αλλά και το αφηγηματικό εύρημα της έκκεντρης περιστροφής καθιστούν ξεχωριστή και λογοτεχνικά άξια μια ιστορία μάλλον κοινότοπη, κάτι το οποίο οφείλει να αναγνωρίσει κανείς στη Στράουτ. Το μυθιστόρημα, ωστόσο, ξεπερνά το ίδιο το εύρημα στο οποίο στηρίζεται. Το Όλιβ, ξανά είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα πως σημασία έχει μάλλον ο τρόπος με τον οποίο θα αφηγηθεί κανείς μια ιστορία, χωρίς ωστόσο αυτό να γίνεται εις βάρος του περιεχομένου. Το αφηγηματικό εύρημα δεν αρκείται στην όποια πρωτοτυπία του, αλλά είναι ταυτόχρονα και άκρως λειτουργικό, αφού επιτρέπει στη συγγραφέα να παραδώσει μια, πάντοτε ευπρόσδεκτη, καλοειπωμένη ιστορία. Η αφηγηματική δεινότητα της Στράουτ είναι παροιμιώδης, η ματιά της οξυδερκής, η επιμονή στη λεπτομέρεια συγκινητική, η άρνηση να υποκύψει στην ολοένα αυξανόμενη ταχύτητα της εποχής απόλυτη. Με τα πιο απλά υλικά πετυχαίνει να συνθέσει ένα στέρεο και καλοκατασκευασμένο μυθιστόρημα για τις καθημερινές και οικείες προκλήσεις της ύπαρξης.

υγ. Για τα προηγούμενα βιβλία της Στράουτ: Το όνομά μου είναι Λούσυ Μπάρτον εδώ, το Όλιβ Κίττριτζ εδώ, το Όλα γίνονται εδώ.

(πρωτοδημοσιεύτηκε στη στήλη Ανοιχτό Βιβλίο της Εφημερίδας των Συντακτών)
 
Μετάφραση Μαργαρίτα Ζαχαριάδου
Εκδόσεις Άγρα

Πέμπτη 18 Μαΐου 2023

Το μελαγχολικό κομμάτι της δυτικής ακτής - Jean-Patrick Manchette

Αν επιχειρούσαμε να ανεβούμε στην κορυφή της λίστας με τις στερεοτυπίες που ένας αναγνώστης ακούει συχνά-πυκνά, θα βρίσκαμε, μάλλον, την ερώτηση: υπάρχει, αλήθεια, κάποιο βιβλίο που δεν έχεις διαβάσει; Αχ, και να ήταν μόνο ένα ή έστω μόνο όσα εκδόθηκαν μόλις πρόσφατα, απαντάει εκείνος ο αναγνώστης κάπως ειρωνικά λυπημένος, νιώθοντας ακόμα λίγο πιο μόνος. Ενίοτε, γυρεύοντας πίστη στον άνθρωπο, προσπαθεί να φέρει το ζήτημα στις αληθινές του διαστάσεις, λέγοντας κάτι, για εκείνον, αυτονόητο: όσα βιβλία διαβάζει κανείς τόσα περισσότερα συνειδητοποιεί πως δεν έχει διαβάσει και απεγνωσμένα θέλει κάποια στιγμή να το κάνει. Όχι πως θα γίνει κατανοητός, αλλά τουλάχιστον θα έχει προσπαθήσει και δεν είναι πάντοτε εύκολο αυτό, βασικά, συνήθως δεν είναι. Ο μισανθρωπισμός είναι μια αγιάτρευτη πληγή έτσι και αρχίσει να αιμορραγεί, αν θέλουμε να είμαστε κάπως ειλικρινείς, πρέπει να το παραδεχτούμε.

Σε συνέχεια της διάθεσης για ειλικρίνεια, οφείλω να παραδεχτώ πως, ως ευρύτερο είδος, η αστυνομική λογοτεχνία δεν αποτελεί για μένα προτεραιότητα κάλυψης κενών, όπως συμβαίνει με άλλα είδη, ίσως γιατί δεν με ξεκουράζει με τρόπο που να της επιτρέπει να επωφελείται από χαραμάδες σε πιο απαιτητικές αναγνωστικά περιόδους. Μανσέτ δεν είχα διαβάσει. Το θέτω έτσι ευθέως για να βρει και να χτυπήσει, ελπίζοντας να σπάσει, τον τοίχο του: καλά, πώς γίνεται να μην έχεις διαβάσει τον/τη/το Χ; Ναι, γίνεται και είναι οκ. Νεο-πολάρ, όμως, είχα διαβάσει και δεν είχα ενθουσιαστεί παρότι είχα περάσει ωραία και είχα εκτιμήσει ιδιαιτέρως το νεύρο στη γραφή.

Αυτά ήταν τα δεδομένα μέχρι που μια –ακόμα– συγκυρία άνοιξε έναν –ακόμα– δρόμο. Σχετικά πρόσφατα, ο Μάκης Μαλαφέκας παρουσίαζε το βιβλίο του, Δε λες κουβέντα, σε μια λέσχη ανάγνωσης. Κάπου ανάμεσα στα τόσα που ειπώθηκαν εκείνο το βράδυ, ο συγγραφέας έκανε αναφορά στην εναρκτήρια πρόταση του πασίγνωστου –ως τίτλο– μυθιστορήματος, Το μελαγχολικό κομμάτι της δυτικής ακτής: «Και συνέβαινε καμιά φορά αυτό που συμβαίνει τώρα: ο Ζωρζ Ζερφώ τρέχει με τ' αμάξι του στον εξωτερικό περιφερειακό». Λίγες μέρες μετά, χάζευα κάτι ντάνες με μεταχειρισμένα βιβλία, εκεί που όλα μπορεί να συμβούν. Το είδα μπροστά μου. Και να 'μαστε τώρα εδώ.

Ένιωθα, με την απαραίτητη έπαρση, πως ήξερα ακριβώς τι να περιμένω. Προσδοκίες και ενστάσεις κιόλας παρούσες στη φαρέτρα, έτοιμες για χρήση, πριν καν φτάσω στη βιβλιοθήκη και τραβήξω έξω το βιβλίο. Ζητούσα ένα διάλειμμα από ένα απαιτητικό, κλασικό βιβλίο, ήταν αργά το απόγευμα και το σκοτάδι είχε κιόλας πέσει, οι περιστάσεις έμοιαζαν να υπόσχονται μια βραδιά κατάλληλη για μία ανάγνωση μια και έξω, το μέγεθος και η ευκολία ήταν τα βασικά κριτήρια επιλογής, η απουσία ιδιαιτέρων προσδοκιών επίσης, κάποιος άλλος, θέλω να πω, θα έβαζε απλώς να δει μια τηλεοπτική σειρά. Πέντε, ίσως και λιγότερες, σελίδες ήταν αρκετές για να αναφωνήσω: καλέ, τι βιβλίο είναι αυτό!

Πρωταγωνιστής τής –κάποιες στιγμές παράδοξης– ιστορίας είναι ο Ζωρζ Ζερφώ. Είναι ένας τύπος σκοτεινός, για τον οποίο λίγα πράγματα μαθαίνουμε πραγματικά, για τις προθέσεις και τις φιλοδοξίες του επίσης, πέρα από το γεγονός πως είναι με τον τρόπο του αδίστακτος, πως είναι μπλεγμένος σε διάφορες –επίσης σκοτεινές– ιστορίες, ακόμα και το επάγγελμα που ασκεί δεν ξεκαθαρίζεται επακριβώς, μάλιστα πρόσφατα έκανε μια δουλειά για την οποία έλαβε ένα μεγάλο ποσό ως ανταμοιβή, και απ' όλες αυτές τις ύποπτα θολές ασχολίες του μοιάζει να βγαίνει αλώβητος ώσπου απλώς στέκεται άτυχος και εμπλέκεται σε μια ιστορία τρίτων, ένα συμβόλαιο θανάτου και το πείσμα που συχνά κατακλύζει τους κακούς, πείσμα για το οποίο συχνά πληρώνουν υψηλό τίμημα.

Η πρόζα του Μανσέτ είναι εκείνη που κατακλύζει από άκρη σε άκρη το μυθιστόρημα, η ίδια η ιστορία αυτόνομη στέκει μάλλον αδύναμη, με αρκετά χαλαρές και μη πειστικές συνδέσεις μεταξύ των επεισοδίων που την αποτελούν, είναι, ωστόσο, απλώς η αφορμή, το αναγκαίο περιεχόμενο, αφού εδώ είναι ο ρυθμός της αφήγησης εκείνος που καθιστά το έργο αυτό υποδειγματικό ύφους και δικαιολογεί την ανάγκη ύπαρξης και ονομασίας ενός ακόμα υποείδους της αστυνομικής λογοτεχνίας, που να διαχωρίζει βιβλία όπως αυτό από το κυρίως σώμα. Η φωνή του παντογνώστη, πλην όμως εντελώς αποστασιοποιημένου και χωρίς κανένα συναίσθημα για τα πρόσωπα της πλοκής, αφηγητή στοιχειώνει το μυαλό του αναγνώστη, εντείνει την αντίστιξη ανάμεσα στην αφήγηση και το περιεχόμενο της δράσης, με έναν τρόπο που μόνο λίγοι συγγραφείς μπορούν και επιλέγουν να κάνουν. Κοφτό, στακάτο αλλά και μελωδικό, όπως η τζαζ που αποτελεί ένα από τα βασικά συστατικά του μυθιστορήματος αυτού, Το μελαγχολικό κομμάτι της δυτικής ακτής, αποδείχτηκε κάτι παραπάνω από εθιστικό ανάγνωσμα, ενώ ισοπέδωσε και οποιαδήποτε προσδοκία και ένσταση έφερα ως αποσκευή, αφήνοντάς με με το στόμα ανοιχτό να παραδέχομαι μια συντριπτική αλλά πάντοτε καλοδεχούμενη ήττα. Και, κάπως έτσι, ακόμα υπό την επήρεια του αναγνωστικού σοκ, να και η βιβλιογραφία του Μανσέτ ανάμεσα στα βιβλία που ελπίζω κάποια στιγμή να διαβάσω.

Ο Μανσέτ προσθέτει το όνομά του ανάμεσα στους σημαντικούς της λογοτεχνίας, ανάμεσα σε εκείνους που παγίωσαν κάτι που αιωρείτο ασαφώς στην ατμόσφαιρα της εποχής και ζητούσε, απαιτούσε για την ακρίβεια, να γίνει λέξεις.

υγ. Για το Δε λες κουβέντα, περισσότερα εδώ.
 
Μετάφραση Θοδωρής Τσαπακίδης
Εκδόσεις Άγρα

Δευτέρα 15 Μαΐου 2023

Για τον Αντρέι Ταρκόφσκι

Το Σμιλεύοντας τον χρόνο είναι ένα από εκείνα τα λίγα και εκλεκτά βιβλία στα οποία επανέρχομαι συχνά πυκνά, όχι συνήθως για μια γραμμική ανάγνωση, αλλά για ένα τσιμπολόγημα, πότε τυχαίο και πότε μαρκαρισμένο από διάφορα σημάδια, ιδιαίτερα όταν η ματαιότητα και οι δυσκολίες της καθημερινότητας νιώθω να με κυκλώνουν. Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και με τις ταινίες του Αντρέι Ταρκόφσκι, αυτό όμως το θεωρώ πιο αναμενόμενο εξαιτίας της βασικής καλλιτεχνικής του ιδιότητας ως σκηνοθέτη. Το περασμένο φθινόπωρο κυκλοφόρησαν δύο ακόμα βιβλία με άξονα περιστροφής τον σπουδαίο αυτόν δημιουργό: Ο Χριστός στα χιόνια, Εφτά νύχτες στον κόσμο τού Αντρέι Ταρκόφσκι (Παντελής Μπουκάλας, εκδόσεις Άγρα) και Ο κόσμος της αποκάλυψης, Δύο συναντήσεις στο Λονδίνο (μτφρ. Χρίστος Αγγελακόπουλος, εκδόσεις Κοβάλτιο).

Ο Παντελής Μπουκάλας, γνωστός για την οξυδέρκεια της παρατήρησης επί ποικίλων πραγμάτων και ικανότατος ως προς την αφηγηματική αποτύπωση των σκέψεων και των συναισθημάτων που η παρατήρησή του γεννάει, επιχειρεί κάτι φαινομενικά παράτολμο, στα μάτια μου ωστόσο οικείο, δοκιμάζοντας μια άκρως προσωπική και υποκειμενική προσέγγιση της φιλμογραφίας του Ταρκόφσκι. Είναι πάμπολλα τα εγχειρίδια γύρω από το έργο του Ρώσου δημιουργού, οι ταινίες του διδάσκονται στο υψηλότερο επίπεδο ως αναπόσπαστο μέρος του κινηματογραφικού κανόνα, πλήθος από απόπειρες αποκωδικοποίησης της ποιητικής του έχουν επιχειρηθεί. Το βιβλίο αυτό δεν φιλοδοξεί να αποτελέσει έναν ακόμα τίτλο σε κάποια βιβλιοθήκη και αυτό ο συγγραφέας επιχειρεί να το καταστήσει πλήρως ξεκάθαρο με το επιμύθιο που συμπληρώνει την έκδοση, επιμύθιο που ξεκινά ως εξής: «Ο Αντρέι Ταρκόφσκι με παίδευε πάντα»· λιτά και με ειλικρίνεια, θέτοντας εξ αρχής τα άνισα μεγέθη της εξίσωσης αυτής.

Η ειλικρίνεια διέπει από άκρη σε άκρη το ολιγοσέλιδο αυτό πόνημα παίρνοντας τη μορφή μιας ποιητικής σύνθεσης αρνούμενης να υποδυθεί το κινηματογραφικό δοκίμιο, κάτι το οποίο με βεβαιότητα γνωρίζουμε πως ο Μπουκάλας θα μπορούσε επίσης να φέρει εις επιτυχές πέρας. Όμως τον συγγραφέα δεν τον ενδιαφέρει αυτό. Στην απόπειρα αυτή, με κίνδυνο λάθους, διακρίνω μια ιδέα που λειτουργεί συνεκτικά στην ιδιότυπα ποιητική αυτή προσέγγιση, την ιδέα πως μάλλον δεν υπάρχει αντικειμενικός και μονής κατεύθυνσης ευθύς δρόμος για την προσέγγιση του έργου του Ταρκόφσκι, κάτι το οποίο συμβάλλει καίρια στην ευρύτερη θέση του έργου του στην πολιτισμική κληρονομιά. Γιατί, αν εξαιρέσει κανείς τις τεχνικές όψεις του έργου, τότε μένει μια άβυσσος υποκειμενικών ερμηνειών που εν πολλοίς στοιχειοθετούν τον μεταφυσικό χαρακτήρα του κινηματογράφου του Ταρκόφσκι. Άλλωστε, έργα όπως αυτές οι επτά ταινίες που ο δημιουργός άφησε κληρονομιά, αφού πρώτα χώρισαν στα δύο το κοινό, σ' εκείνο που αναγνώρισε την αξία τους και σε εκείνο, το σαφώς μεγαλύτερο, που αρνήθηκε να αναμετρηθεί με κίνδυνο να ξεβολευτεί, γέννησαν τόσες οδούς προσέγγισης και ερμηνείας όσες, θαρρείς, και οι θεατές της πρώτης κατηγορίας.

Είναι, θεωρώ, ίδιον της τέχνης γενικότερα, αλλά κυρίως αυτής που ονομάζουμε, ελλείψει άλλου επιθέτου, υψηλή, να προσεγγίζεται, ίσως υποσυνείδητα, ως ένα προσωπικό μήνυμα κάποιου που δεν μας γνώρισε ποτέ και ωστόσο δημιούργησε έχοντάς εμάς κατά νου, τέχνη που αναδεικνύει μια λαχταριστή συγγένεια μεταξύ δημιουργού και δέκτη. Μια βεβαιότητα, παρότι κίβδηλη, που καθιστά την τέχνη απαραίτητη. Άλλωστε, και αυτή η χιλιοχρησιμοποιημένη λέξη οικουμενικότητα, τι άλλο ορίζει παρά τον τρόπο μας να αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο γύρω μας, λειτουργώντας ως επιβεβαίωση της πορείας πλεύσης που αργά ή γρήγορα επιλέξαμε, συνειδητά ή μη, να ακολουθήσουμε, το καθησυχαστικό της χτύπημα στον ώμο: υπάρχουν και άλλοι σαν εσένα στον κόσμο. Βέβαια, –ευτυχώς– τα πράγματα δεν γίνονται με αυτή τη σειρά, αφού, παρότι η μη στείρα στρατευμένη τέχνη δεν έχει ως αυτοσκοπό την ανάδειξη μιας συγκεκριμένης ερμηνείας και θεώρησης του κόσμου, συντελεί ωστόσο καθοριστικά προς αυτό με έναν τρόπο φαινομενικά οξύμωρο, αλλά βαθιά φιλοσοφικό, που αντιμάχεται τις απλές βεβαιότητες και δοκιμάζει να τιθασεύσει, έστω πρόσκαιρα, τον τρόμο και το βάρος της ύπαρξης. Έργα τέχνης όπως αυτά απλώς ανασύρουν από το βάθος σκέψεις και στάσεις που ξάφνου ενδύονται τον μανδύα του οικείου. Κάποιος, ο Ταρκόφσκι στην προκειμένη περίπτωση, κάνει εικόνες τις μύχιες και κωδικοποιημένες σκέψεις και συναισθήματα, την αγωνία κυρίως.

Ο Μπουκάλας παράγει έργο με αφορμή το έργο του Ταρκόφσκι, τα κείμενα του βιβλίου αυτού, θέλω να πω, δεν εγκλωβίζονται στα συχνά στενά όρια της απόπειρας για ερμηνεία, αλλά διαθέτουν ξεκάθαρη και αυτόνομη λογοτεχνική αξία, πετυχαίνοντας να δοκιμάσουν μια άκρως υποκειμενική και γι' αυτό ποιητική προσέγγιση, υπενθυμίζοντας πως η θέαση, όπως και η ανάγνωση δεν είναι παθητικές καταστάσεις ή τουλάχιστον δεν θα έπρεπε να είναι τέτοιες.

Ο κόσμος της αποκάλυψης λειτουργεί συμπληρωματικά ως προς το Ο Χριστός στα χιόνια. Αποτελείται από δύο ομιλίες του σκηνοθέτη στο Λονδίνο, τις οποίες ακολούθησε διάλογος με το κοινό. Ο Ταρκόφσκι δεν άφησε πίσω του πλήθος από συνεντεύξεις και ομιλίες, κάτι το οποίο θα ήταν ατυχές να το ερμηνεύσουμε μόνο με βάση την εποχή εκείνη και να μη λάβουμε υπόψη μας πως λειτουργεί ως καθοριστικό στοιχείο ταυτότητας του δημιουργού. Όταν ένας δημιουργός αυτού το διαμετρήματος παίρνει τον λόγο, καλό είναι να σωπαίνουμε και να κρατάμε σημειώσεις όπως και στις ταινίες του. Ο λόγος του, συγκροτημένος και χωρίς έπαρση, με έντονη τη νοσταλγία και την αγωνία για τα ανθρώπινα, έρχεται να λειτουργήσει ως έναν βαθμό συμπληρωματικά στη φιλμογραφία του. Η ανοικειότητα που ευκρινώς διαφαίνεται, το άβολο συναίσθημα του να μιλάει και όχι να κινηματογραφεί ή να γράφει κατά μόνας, αποτελεί το κυρίαρχο συστατικό στις δύο αυτές ομιλίες. Ο προβληματισμός του σχετικά με την πορεία του κινηματογράφου ως μέσου διασκέδασης και όχι ψυχαγωγίας, επίσης.

Αναμενόμενα, πολλές από τις ερωτήσεις που ακολούθησαν είχαν ως επίκεντρο την ερμηνευτική προσέγγιση των ταινιών του, το γιατί πήρε τη μία ή την άλλη απόφαση σε ένα πλάνο ή κατά τη διάρκεια του μοντάζ. Εδώ αναδεικνύεται η έλλειψη λογικής γνώσης σχετικά με την παραγωγή τέχνης. Μιλώντας για τον Καθρέπτη, ο Ταρκόφσκι θα πει πως το τελικό μοντάζ δεν ήταν μια απόφαση που μπορεί να υποστηρίξει με βάση τη γνώση, τη θεωρία ή ακόμα και τη λογική, αλλά το μόνο που έχει να καταθέσει είναι πως μετά από διάφορες απόπειρες συρραφής των πλάνων, στην εικοστή απόπειρα, ένιωσε πως αυτή αποτύπωνε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τα συστατικά που την αποτελούσαν, το σκηνοθετικό όραμα ως ένα ανήμερο και αόρατο θηρίο που ζητά να λάβει χωρίς να διευκρινίζει ή να διευκολύνει. Τα γραπτά του Ταρκόφσκι λειτουργούν και ως ιδιότυπα δοκίμια που απευθύνονται σε κάθε έναν που επιχειρεί να παράξει ένα καλλιτεχνικό αποτέλεσμα, καίτοι γραμμένα για να λειτουργήσουν ως δεκανίκι κατανόησης του ίδιου απέναντι στη δημιουργία αλλά και την ίδια τη ζωή. Ιδιαίτερα σε μια μετέπειτα εποχή, όπως η σημερινή, που η αιτιοκρατία επιχειρεί να κυριαρχήσει στο σύνολο της ύπαρξης, που κάθε καλλιτεχνικό βήμα οφείλει να διαθέτει ένα πλήρες εγχειρίδιο πλοήγησης προς υποστήριξή του, που και η έμπνευση ή η ανάγκη για δημιουργία έχουν πλήρως υποταχθεί στο γελοιότερο των ερωτημάτων, που απαιτεί μια συγκεκριμένη και μονοδιάστατη καθολική απάντηση: τι θέλει να πει ο ποιητής;

Δευτέρα 10 Οκτωβρίου 2022

Συμβουλές από έναν μαθητή του Μόρρισον σε έναν φανατικό του Τζόις - Roberto Bolaño/ A.G. Porta

Η αναμονή της έκδοσης ενός ακόμα βιβλίου του Μπολάνιο στα ελληνικά, πάντα από τις εκδόσεις Άγρα και σε μετάφραση Κρίτωνα Ηλιόπουλου, αποτελεί μία από τις ετήσιες αναγνωστικές σταθερές. Πιάνω το βιβλίο στα χέρια μου και με χαρακτηριστική ανυπομονησία ξεφυλλίζω τις πρώτες σελίδες ώσπου να εντοπίσω την εργογραφία του συγγραφέα, διατρέχω τη λίστα και στέκομαι στο Ετοιμάζονται: Ο αφόρητος Γκαούτσο και Νυχτερινό στη Χιλή. Πριν ακόμα διαβάσω το Συμβουλές από έναν μαθητή του Μόρρισον σε έναν φανατικό του Τζόις φροντίζω να χτίσω τις επικείμενες προσδοκίες. Και αυτό σίγουρα κάτι λέει για τον χαρακτήρα μου. Όπως κάτι ακόμα λέει και το γεγονός πως έχω κρατημένη, επίτηδες αδιάβαστη, τη Ναζιστική λογοτεχνία στην Αμερική, για κάποια δύσκολη στιγμή, ένα ασφαλές αναγνωστικό —και όχι μόνο—καταφύγιο.

Το Συμβουλές από έναν μαθητή του Μόρρισον σε έναν φανατικό του Τζόις διαθέτει τη δική του σημασία στο μπολανικό σύμπαν. Κυρίως γιατί είναι το πρώτο μυθιστόρημά του με αποτέλεσμα να λειτουργεί ως μια πύλη εισόδου στο έργο αυτού του σπουδαίου τύπου, ως η αρχή του πεζογραφικού μονοπατιού που χάραξε. Εκδόθηκε το 1984, πέντε χρόνια μετά την εγκατάσταση του συγγραφέα στην Ισπανία. Ο Μπολάνιο άφησε πίσω του τη Λατινική Αμερική ως ποιητής. Από την περίοδο εκείνη υπάρχουν δύο —τουλάχιστον— συλλογές. Ακολούθως, γιατί το παρόν μυθιστόρημα, όπως και το διήγημα Ημερολόγιο μπαρ, που συνοδεύει την έκδοση, είναι αποτέλεσμα συγγραφής και πάντοτε αυτό το λογοτεχνικό παιχνίδι διαθέτει μια γοητεία, κυρίως στην απόπειρα του αναγνώστη να διακρίνει ανάμεσα στις γραμμές πού βρίσκονται οι λέξεις του ενός και πού του άλλου. Η σχετική γνώση του έργου του Μπολάνιο, σε συνδυασμό με την πλήρη άγνοια για το αντίστοιχο του Πόρτα, καθώς, απ' όσο είμαι σε θέση να γνωρίζω αυτό αποτελεί το πρώτο βιβλίο του που μεταφράζεται στα ελληνικά, δημιουργούν αναπόφευκτα μια άνιση κατανομή ρόλων σ' αυτό το παιχνίδι υποθέσεων. Ο αναγνώστης  διακρίνει, ή θεωρεί ότι διακρίνει, τα χαρακτηριστικά συστατικά, έστω και σε πρώιμο στάδιο, της γραφής του Μπολάνιο, τις συντεταγμένες του κόσμου του.

Για συγγραφείς του διαμετρήματός του, πάντοτε προκύπτει το ερώτημα για το ποιο έργο αποτελεί την κατάλληλη συνθήκη γνωριμίας, το έργο εκείνο που θα επισημαίνει τη σπουδαιότητα και θα δικαιολογεί τον ντόρο, αλλά, ταυτόχρονα, θα προστατεύει από το δέος. Ανάλογα με το ποιος ρωτά, η απάντησή μου είναι είτε το Φυλαχτό είτε Το παγοδρόμιο, ύστερα ο δρόμος είναι ανοιχτός μέχρι τις κορυφές των Άγριων ντετέκτιβ ή του 2666, ύστερα δεν υπάρχει γυρισμός. Σε καμία περίπτωση δεν συμφωνώ με τον χαρακτηρισμό της εργογραφίας τού Μπολάνιο ως άνισης. Μάλιστα, θεωρώ πως στην περίπτωσή του συμβαίνει κάτι φαινομενικά οξύμωρο. Όσο κανείς περιδιαβαίνει στο σύμπαν του Χιλιανού συγγραφέα, τόσο εκτιμά τα περιφερειακά των αριστουργημάτων έργα του. Όχι μόνο γιατί λειτουργούν ησυχαστικά στο σύνδρομο στέρησης, αλλά κυρίως γιατί προσφέρουν μια πανοραμική θέαση. Θέλω να πω πως όσο ανατριχιαστικά όμορφο και αν είναι ένα αστέρι, δεν μπορεί να συγκριθεί με τον πυρετό στη θέα του γαλαξία, πόσο μάλλον, και για να επιστρέψω στο συγκεκριμένο μυθιστόρημα, με τη γέννησή του.

Το Συμβουλές από έναν μαθητή του Μόρρισον σε έναν φανατικό του Τζόις είναι η πρωτοπρόσωπη αφήγηση του Άνχελ Ρος, που κάποια στιγμή θέλησε να γίνει συγγραφέας, κάτι που ίσως να μην είχε συμβεί αν δεν είχε διαβάσει Τζόις. Καθόλου τυχαίο δεν είναι άλλωστε πως το όνομα του ήρωα στο μυθιστόρημα που φιλοδοξεί κάποια στιγμή να γράψει είναι Δαίδαλος. Ζει στη Βαρκελώνη. Γνωρίζει την Άννα, μετανάστρια από τη Λατινική Αμερική, την ερωτεύεται παράφορα. Παρέα καταβυθίζονται στο έγκλημα, πραγματοποιούν μια σειρά από αιματηρές ληστείες, βρίσκονται στα πρωτοσέλιδα του τύπου ανάμεσα σε κραυγές για την έξαρση της βίας. Το βαρκελωνέζικο περιθώριο, η λούμπεν καθημερινότητα, ο έρωτας, η παρανομία, η αγάπη για τον Τζόις, η μουσική και οι στίχοι του Μόρρισον είναι μερικά από τα κομμάτια της ιστορίας αυτής. Το μυθιστόρημα αποτελείται από μια σειρά ολιγοσέλιδων κεφαλαίων, έχοντας τη μορφή ενός άτυπου ημερολογίου.

Ο Μπολάνιο δεν καταφεύγει ποτέ σε μια προσχηματική χρήση της πλοκής. Όλα τα χαρτιά είναι πάνω στο τραπέζι ανοιχτά, απομένει στον αναγνώστη να στρέψει ή να αποστρέψει το βλέμμα. Διαβάζουμε αυτό που είμαστε. Άκοπα μπορεί κανείς να παραμείνει στην επιφάνεια, να διαβάσει την ιστορία αυτή από την ασφάλεια της δικής του καθημερινότητας, νιώθοντας απόσταση από τον Άνχελ και την Άννα, από τον κόσμο τους, να μη διακρίνει την ανθρώπινη αγωνία, να σταθεί πίσω από το πέπλο της μυθοπλασίας. Ο ποιητής έχει χρέος να μιλήσει γι' αυτά που συμβαίνουν, όχι όμως ως ιστορικός ή δημοσιογράφος, αλλά με τον δικό του τρόπο. Ο ζόφος είναι βασικό συστατικό του κόσμου, άρα και της λογοτεχνίας τού Μπολάνιο, η ανθρώπινη αγωνία επίσης. Και είναι αυτή η αγωνία που διατρέχει την αφήγηση του Άνχελ, που προσδίδει την απαραίτητη ένταση. 

Αφήγηση διόλου στυλιζαρισμένη, αλλά αντίθετα πειστική σε τέτοιο βαθμό που σε συνδυασμό με τα βιογραφικά στοιχεία του συγγραφέα αφήνει την αίσθηση πως ο Μπολάνιο γράφει για μια αγωνία που γνωρίζει καλά. Στο Ημερολόγιο μπαρ αυτή η αγωνία συμπυκνώνεται ακόμα περισσότερο. Εκεί, ένας ανώνυμος Χιλιανός πηδάει από το παράθυρο αφήνοντας πίσω του ένα εντελώς άδειο διαμέρισμα. Ο θαμώνας και ο ιδιοκτήτης ενός παρακμιακού, γεμάτου λίγδα, μπαρ αναρωτιούνται τις επόμενες μέρες πώς ξέρουμε ότι ήταν Χιλιανός ο φερόμενος ως αυτόχειρας αφού δεν βρέθηκε ούτε καν η ταυτότητά του. Είναι η αγωνία του ανθρώπου εκείνου που αναζητά μια καλύτερη τύχη σε μια νέα πατρίδα, που αναγκάζεται να κάνει δουλειές του ποδαριού. Η αγωνία του ανθρώπου με τις ευαίσθητες κεραίες που αρνείται πεισματικά να ωραιοποιήσει την κόλαση και να της παραδοθεί. Εκείνου που δεν είδε έναν δρόμο για λογοτεχνική καριέρα να απλώνεται μπροστά του χωρίς εμπόδια και δυσκολίες, αλλά τον δημιούργησε σπιθαμή προς σπιθαμή.

Το Συμβουλές από έναν μαθητή του Μόρρισον σε έναν φανατικό του Τζόις μοιάζει σχεδόν απίθανο να ικανοποιήσει τις προσδοκίες και να κάμψει τις επιφυλάξεις ενός νεοεισελθόντα. Ένα παλπ μυθιστόρημα, με παιγνιώδη διάθεση. Αυτό ίσως σκεφτεί. Τίποτα το ιδιαίτερο, θα συμπληρώσει. Και δεν θα έχει άδικο. Άλλωστε, η παλπ λογοτεχνία δεν χαίρει του σεβασμού που της πρέπει, αλλά αυτή είναι μάλλον μια άλλη συζήτηση. Ίσως όμως και να νιώσει τη μαγεία, να διαισθανθεί πως εδώ κάτι υπάρχει προς περαιτέρω διερεύνηση και να αποδειχτεί τυχερός έχοντας πιάσει το νήμα από την αρχή του. Ποτέ δεν μπορεί να είναι σίγουρος κανείς.

Η αίσθηση οικειότητας αναδύεται από τις πρώτες κιόλας σελίδες του μυθιστορήματος. Η οικειότητα, ωστόσο, από μόνη της δεν αρκεί. Η επιστροφή σε μια συνθήκη γνώριμη εγκυμονεί τον κίνδυνο της απομάγευσης, του ξαναζεσταμένου φαγητού. Είναι, όμως, καθησυχαστική. Ο Μπολάνιο, από άκρη σε άκρη της εργογραφίας του, δεν προδίδει στιγμή την αγάπη του για τη λογοτεχνία, ούτε όταν στην πορεία κατέκτησε κορυφές απάτητες. Δεν ένιωσε ποτέ μέρος μιας κλειστής ελίτ, δεν λειτούργησε ως αναχωρητής αποτραβηγμένος σε κάποιο κάστρο υψίστης ασφαλείας, δεν απομακρύνθηκε από την πολιτική διάσταση της λογοτεχνίας, από τις λαϊκές της ρίζες. Σε κάθε βιβλίο του η λογοτεχνία βρίσκεται στο επίκεντρο, όχι αποστειρωμένη αλλά ευάλωτη στον ζόφο, όχι ως μια απλή επίδειξη διακειμενικών ικανοτήτων αλλά ως το κυρίως διακύβευμα. Και έγραψε κατά αυτόν τον τρόπο χωρίς να κάνει εκπτώσεις, δοκιμάζοντας και τραβώντας τα όρια, εντείνοντας τα ρήγματα και δημιουργώντας νέα. Μια φίλη λέει πως, παρότι ο Μπολάνιο έμεινε στην ιστορία εξαιτίας των πολυσέλιδων μυθιστορημάτων του, για εκείνη είναι κύρια και πρώτιστα ποιητής. Συμφωνώ.

Είναι άδικο να μένει ο Πόρτα απέξω, παρότι η τελευταία λέξη ανήκει σε εκείνον με τη μορφή του επίμετρου που συνοδεύει την έκδοση. Είναι, όμως, αναπόφευκτο, για μένα τουλάχιστον, που διάβασα το βιβλίο αυτό σαράντα σχεδόν χρόνια μετά την κυκλοφορία του, έχοντας ήδη έρθει σε επαφή με το έργο του Μπολάνιο, και όχι ως το πρώτο βιβλίο, αποτέλεσμα μιας φιλόδοξης συνεργασίας δύο νεαρών συγγραφέων. Και είναι αδύνατο να διαβάσεις ξανά πρώτη φορά έναν συγγραφέα, πόσο μάλλον έναν τέτοιο συγγραφέα.

Λίγο αφού είχα ολοκληρώσει την ανάγνωση, τα νήματα μιας ψηφιακής αναζήτησης με έφεραν στο λήμμα της wikipedia σχετικά με το φροϊδικό Εκείνο. Παραθέτω: «Σύμφωνα με τον Φρόιντ το Εκείνο αποτελείται από δύο βασικές ενορμήσεις, την καταστροφική ενόρμηση που την ονόμαζε θάνατος η οποία είναι η ασυνείδητη επιθυμία μας να πεθάνουμε καθώς ο θάνατος θα μας απελευθέρωνε από τις δυσκολίες της ζωής, σε αυτή την ενόρμηση ο Φρόιντ πρόσεξε πως οι άνθρωποι για να την εκπληρώσουν καταφεύγουν σε ναρκωτικά, μυθοπλασία ακόμα και σε εγκληματικές ενέργειες καθώς πολλές φορές αυτή η ενόρμηση παρουσιάζεται με έντονη επιθετικότητα». Είναι κάτι συμπτώσεις...

Για τα υπόλοιπα έργα του Μπολάνιο: 2666 (εδώ), Οι άγριοι ντετέκτιβ (εδώ), Το Τρίτο Ράιχ (εδώ), Φυλαχτό (εδώ), Παγοδρόμιο (εδώ), Λούμπεν μυθιστορηματάκι (εδώ), Τηλεφωνήματα (εδώ), Το πνεύμα της επιστημονικής φαντασίας (εδώ), Μνήματα καουμπόυδων/Πατρίδα/Γαλλική κωμωδία τρόμου (εδώ).

Μετάφραση Κρίτων Ηλιόπουλος
Εκδόσεις Άγρα

Δευτέρα 19 Σεπτεμβρίου 2022

Όλα γίνονται - Elizabeth Strout

Σε μια παρατεταμένα άνυδρη αναγνωστική περίοδο είναι σύνηθες να αναζητεί κανείς καταφύγιο σε κάτι που ο ορίζοντας προσδοκιών του γι' αυτό διαθέτει κάτι το οικείο.  Οι προσδοκίες τρέφονται —και— από την οικειότητα. Το Όλα γίνονται θα ήταν το τρίτο βιβλίο της Ελίζαμπεθ Στράουτ που θα διάβαζα. Τα προηγούμενα δύο και ειδικά Το όνομά μου είναι Λούσυ Μπάρτον, με το οποίο το Όλα γίνονται συνθέτει μια διλογία, μου άρεσαν πάρα πολύ, γεγονός ικανό ώστε να ανυπομονώ αρκετά για την κυκλοφορία κάποιου επόμενου βιβλίου της Αμερικανίδας συγγραφέως στα ελληνικά. Να γιατί επέλεξα να διαβάσω τώρα το βιβλίο αυτό.

Αξίζει να ξεκαθαρίσει κανείς ήδη από την αρχή πως το Όλα γίνονται στέκει αυτόνομο, δεν απαιτείται, δηλαδή, να έχει προηγηθεί η ανάγνωση του Το όνομά μου είναι Λούσυ Μπάρτον, όχι όσον αφορά την κατανόηση τουλάχιστον. Στο δεύτερο αυτό μέρος της ιστορίας, η Στράουτ εγκαταλείπει την πρωτοπρόσωπη αφήγηση, ένας παντογνώστης αφηγητής αναλαμβάνει δράση. Το αφηγηματικό εύρημα ωστόσο είναι εν πολλοίς κοινό. Στο Το όνομά μου είναι Λούσυ Μπάρτον, που φαινομενικά τουλάχιστον ανήκει στο είδος της αυτομυθοπλασίας, η Λούσυ βρίσκεται στο κρεβάτι του νοσοκομείου όπου την επισκέπτεται η μητέρα της, πολλά χρόνια μετά την τελευταία φορά που ειδώθηκαν οι δυο τους, και η επίδοξη συγγραφέας τής ζητάει να της αφηγηθεί ιστορίες από την μικρή πόλη στην οποία γεννήθηκε και μεγάλωσε, ένα περιβάλλον αποπνιχτικό από το οποίο κατάφερε να γλιτώσει εξαιτίας της υποτροφίας που έλαβε για να σπουδάσει. Από τότε μένει στη Νέα Υόρκη, και τώρα, χρόνια μετά, είναι μια αρκετά γνωστή συγγραφέας, που μόλις κυκλοφόρησε το τελευταίο της βιβλίο, στο οποίο πρωταγωνιστεί η μικρή εκείνη πόλη και οι κάτοικοί της. 

Στο Όλα γίνονται, η Στράουτ, με το γνώριμο αφηγηματικό της στυλ, συνθέτει ένα σπονδυλωτό μυθιστόρημα, αφηγούμενη τις ιστορίες των ανθρώπων εκείνων, χρόνια μετά την εποχή της νοσηλείας τής Λούσυ. Η σύνδεση μεταξύ των ιστοριών είναι αρκετά χαλαρή, το βιβλίο της Λούσυ Μπάρτον αποτελεί τον βασικό ιστό, παρότι ελάχιστα μαθαίνει κανείς για το ίδιο το βιβλίο, πέρα από την παρουσία του στο τοπικό βιβλιοπωλείο, βιβλίο το οποίο ο αναγνώστης υποθέτει πως είναι Το όνομά μου είναι Λούσυ Μπάρτον. Ωστόσο, το εύρημα της Στράουτ εδώ είναι περισσότερο τεχνικό και λειτουργικό κυρίως ως προς τη συγγραφή και όχι τόσο ως προς την αναγνωστική απόλαυση. Η απουσία της αφηγήτριας-μητέρας και η σχέση μάνας και κόρης που υφαίνεται μέσα από αυτό το μάλλον αμήχανο αίτημα της Λούσυ για «κουτσομπολιό» ώστε να καλυφτεί το κενό που τα χρόνια της απουσίας έχουν επιφέρει στη σχέση τους εδώ δεν αναπληρώνεται παρά την τεχνική αρτιότητα που χαρακτηρίζει και αυτό το βιβλίο της Στράουτ. Όπως επίσης δεν υπάρχει ο ισχυρός παρότι απών χαρακτήρας της Όλιβ Κίττριτζ στο ομώνυμο μυθιστόρημα, η παρουσία απουσία της Λούσυ και του βιβλίου της δεν καταφέρνουν να καλύψουν το κενό αυτό, να γεμίσουν το δωμάτιο.

Εντούτοις, οι ιστορίες που αποτελούν το μυθιστόρημα διαθέτουν τη γοητεία που η κλασικότροπη γραφή της Στράουτ προσφέρει, μαζί με την ικανότητά της στο χτίσιμο των χαρακτήρων, αλλά και την αγάπη της για συγγραφείς όπως ο Κάρβερ ή η Μπερλίν, μια κάπως παράδοξη αγάπη στη μικρή φόρμα από μια συγγραφέα μυθιστορημάτων. Οι ιστορίες διαθέτουν αρκετό βάθος παρά τις λίγες σελίδες εντός των οποίων διαδραματίζονται, κάτι το οποίο σίγουρα αποτελεί συγγραφική επιτυχία, αλλά και περαιτέρω συνεκτικό ιστό στην ειδολογική κατάταξη του βιβλίου αυτού ως σπονδυλωτό μυθιστόρημα. Η αμερικανική επαρχία και οι άνθρωποί της είναι οι πρωταγωνιστές εδώ, τα ασφυκτικά όρια παρά τις απέραντες εκτάσεις και τον ανοιχτό ορίζοντα, τα μυστικά και τα συμβάντα της ζωής, η φτώχεια και η συναισθηματική δυστυχία, η αποτυχία που βαραίνει τους ώμους των ανθρώπων, το παρελθόν από το οποίο κανείς δεν μπορεί να απαλλαγεί, ακόμα και αν ταξιδέψει χιλιόμετρα μακριά. Η απόσταση της Λούσυ που κατάφερε να ξεφύγει από τις συγκεκριμένες δυσκολίες, ίσως για να συναντήσει άλλες στη μεγάλη πόλη, δυσκολίες οι οποίες δεν αναφέρονται εδώ, τονίζει αυτή την αδυναμία απαλλαγής από το βίωμα, τη στιγμή που προσφέρει ένα αόρατο μα αισθητό σημείο παρατήρησης εκ του μακρόθεν, γεγονός το οποίο μετατρέπει σε λογοτεχνικό υλικό τις ιστορίες αυτές.

Το Όλα γίνονται είναι ένα καλογραμμένο βιβλίο που καταφέρνει να διατηρήσει σε υψηλό βαθμό την αναγνωστική εγρήγορση, ένα βιβλίο βαθιά ανθρώπινο, που πετυχαίνει να υπερκεράσει τα γεωγραφικά όρια της βορειοαμερικανικής πραγματικότητας. Ωστόσο, σε σύγκριση με τα άλλα δύο βιβλία της Στράουτ, σύγκριση ίσως άδικη αλλά αναπόφευκτη, στέκει κάπως αδύναμο τουλάχιστον για τα δικά μου γούστα, παρότι τεχνικά διόλου δεν υστερεί. Η Στράουτ είναι μια γοητευτική συγγραφέας που αξίζει να γνωρίσει κανείς.

υγ. Περισσότερα για Το όνομά μου είναι Λούσυ Μπάρτον θα βρείτε εδώ, ενώ για το Όλιβ Κίττριτζ εδώ.

Μετάφραση Μαργαρίτα Ζαχαριάδου
Εκδόσεις Άγρα

Πέμπτη 17 Μαρτίου 2022

Γείρε Πέσε Σήκω - Jon McGregor

Υπήρξαν κάποια χρόνια, δώδεκα για την ακρίβεια, που κανένα καινούργιο βιβλίο του Τζον ΜακΓκρέγκορ δεν κυκλοφορούσε στα ελληνικά. Και εγώ, από καιρό σε καιρό, αναθυμόμουν πόσο μου είχαν αρέσει εκείνα τα δύο μυθιστορήματά του, το Αν δεν μιλάμε για τα σπουδαία πράγματα και το Τόσοι και τόσοι τρόποι για να γίνει μια αρχή, και τα δύο σε μετάφραση Αθηνάς Δημητριάδου, μια υπογραφή εγγύηση, και όλο και επανερχόμουν στον κατάλογο της Άγρας με τις προσεχείς εκδόσεις για να βεβαιωθώ, ξανά και ξανά, πως όντως περιλαμβανόταν σ' αυτόν η αναγγελία για τον Ταμιευτήρα 13 και δεν το είχα απλώς φανταστεί. Και ήρθε το καλοκαίρι του 2020 -τι καλοκαίρι και εκείνο, πόσο κοντά έφτασαν τα πράγματα να αλλάξουν, πριν ακουστεί η κραυγή: πρύμναν ανακρούσατε- όταν και κυκλοφόρησε ο Ταμιευτήρας 13. Και πριν συμπληρωθούν δύο χρόνια, να και το τελευταίο βιβλίο του γεννημένου στις Βερμούδες συγγραφέα· Γείρε Πέσε Σήκω.

Όταν ήρθε η καταιγίδα ήταν απρόσμενη και ο Τόμας Μέυερς έπεσε στα γόνατα.

Όπως στον Ταμιευτήρα 13, έτσι και εδώ, ο ΜακΓκρέγκορ δίνει αρχικά την εντύπωση πως θα κινηθεί σε ένα λογοτεχνικό περιβάλλον πιο pulp. Η επίφαση αστυνομικού μυθιστορήματος, με την τοποθέτηση της εξαφάνισης μιας νεαρής κοπέλας στο επίκεντρο της πλοκής, στον Ταμιευτήρα 13, θα μετατραπεί εδώ σε επίφαση ενός θρίλερ δράσης, όταν μια ερευνητική αποστολή τριών ατόμων στην Ανταρκτική, αποτελούμενη από τον Λιούκ, τον Τόμας και τον Ντοκ, θα βρεθεί στο έλεος ενός αναπάντεχου καιρικού φαινομένου. Και αν στον Ταμιευτήρα 13 εκείνο που απασχόλησε τον ΜακΓκρέγκορ ήταν οι κύκλοι που δημιουργούνται στο νερό όταν σε αυτό πέσει ένα βότσαλο, κύκλοι που διαδέχονται ο ένας τον άλλο μέχρι που σβήνουν ενώ η επιφάνεια επανέρχεται σταδιακά στην πρότερη κατάσταση ηρεμίας, στο Γείρε Πέσε Σήκω εκείνο που τον απασχολεί είναι η έννοια της επιβίωσης, οι μεγάλες μάχες που συμβαίνουν γύρω μας και όχι απαραίτητα σε κάποιο εξωτικό περιβάλλον όπως η Ανταρκτική· οι αλλαγές που προκύπτουν από τη μια στιγμή στην άλλη, ο εγκλωβισμός μέσα στο ίδιο μας το σώμα, η αδυναμία επικοινωνίας με τους γύρω μας, η ανάγκη για εξωστρέφεια και η περιχαράκωση στο εγώ, ανάμεσα σε άλλα.

Κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης θυμήθηκα ένα άλλο σπουδαίο μυθιστόρημα Το βιβλίο των παράξενων νέων πραγμάτων του Φέιμπερ, όπου ο συγγραφέας χωρίζει ένα ζευγάρι, στέλνοντας τον άντρα σε μια διαστημική αποστολή και αφήνοντας τη γυναίκα πίσω στη γη, και η απόπειρα τους να διατηρήσουν επαφή, με τις προφανείς δυσκολίες, που δεν εξαντλούνται αποκλειστικά στο τεχνικό κομμάτι αλλά σύντομα περνούν και στο πεδίο της τόσο διαφορετικής καθημερινότητας, είναι το εύρημα που επιτρέπει στον συγγραφέα, με την επίφαση της λογοτεχνίας επιστημονικής φαντασίας, να κάνει ευφυώς την αναλογία με τον θάνατο, αφιερώνοντας το βιβλίο στην ετοιμοθάνατη τότε σύζυγό του. Και εκτός από το λογοτεχνικό προκάλυμμα, υπάρχει και κάτι στην ιστορία που δημιουργεί δεσμό ανάμεσα στα δύο βιβλία. Ο Φέιμπερ χωρίζει το ζευγάρι, ο ΜακΓκρέγκορ το επανενώνει με τρόπο όμως απότομο, μη ηθελημένο. Δημιουργεί με τον τρόπο αυτό μια νέα κατάσταση στη ζωή τους, οι ισορροπίες μεταβάλλονται, οι ανάγκες επανακαθορίζονται, τα όρια της ανεξαρτησίας απειλούνται, το συναίσθημα υποτάσσεται σε έναν εκβιασμό.  

Ο ΜακΓκρέγκορ έχει το χάρισμα της αφήγησης. Καθόλου έκπληξη δεν αποτελεί η μαεστρία με την οποία περιγράφει τις γεμάτες ένταση σκηνές εν μέσω καταιγίδας ή ο τρόπος με τον οποίο αποτυπώνει την αγωνία που βιώνουν οι τρεις άντρες κατά την άνιση μάχη που δίνουν. Παρεμβάλει περίτεχνα περιγραφές της μεγαλοσύνης του τοπίου και περιγράφει φωτογραφίες εντυπωσιακές, που ο Τόμας συνήθιζε να τραβάει και να επεξεργάζεται αργότερα στον υπολογιστή του, δημιουργώντας έτσι, μέσω τις αντίστιξης, νησίδες ηρεμίας και ομορφιάς, επιτείνοντας την αγωνία και τον τρόμο. Μοιάζει με έμπειρο ηχολήπτη που αυξομειώνει την ένταση του ήχου κατά τη διάρκεια της προβολής, συχνά σε ευθεία αντιπαράθεση με την οθόνη. Ο συγγραφέας, με το γνώριμο στυλ του, υπνωτίζει τον αναγνώστη, παγώνει τον χρόνο και απλώνει τις στιγμές. Πετυχαίνει έτσι να αποδώσει τις ακραίες συνθήκες εντός των οποίων κινούνται οι ήρωές του, συγχρονίζοντας όσα συμβαίνουν με όσα σκέφτονται, όχι μόνο στην Ανταρκτική, αλλά και αργότερα, όταν θα βρεθούν σε περιβάλλοντα πιο ελεγχόμενα.

Το Γείρε Πέσε Σήκω αποτελείται από ένα πλήθος ζευγών. Το εκεί και το εδώ, το πριν και το τώρα, η συντροφιά και η μοναξιά, η ομάδα και η οικογένεια, το εξωτικό και το συνηθισμένο, το μέσα και το έξω, η ηρεμία και το χάος, η κίνηση και η ακινησία, το εγχειρίδιο οδηγιών και ο αυτοσχεδιασμός, η σιωπή και ο θόρυβος, το απέραντο και το πεπερασμένο, οι βεβαιότητες και ο κρότος από την υποχώρησή τους. Ο ΜακΓκρέγκορ με τρόπο λειτουργικό αναβαθμίζει μια ιστορία φαινομενικά απλή σ' ένα λογοτεχνικό κατασκεύασμα υψηλών απαιτήσεων. Ιστορία απλή με δεδομένες ωστόσο τεχνικές δυσκολίες, που αποτελούν χαρακτηριστικά γνωρίσματα του είδους, όπως τουλάχιστον ξεκινά το βιβλίο, γιατί στην πορεία ο συγγραφέας επιλέγει μια κατεύθυνση διαφορετική, ασχολούμενος με το μετά, θα μπορούσε κάποιος να πει, μιας περιπέτειας δράσης. Η εμπειρία τού συγγραφέα από ένα ταξίδι του στην άκρη της γης σίγουρα αποτέλεσε βοηθητικό παράγοντα, καθώς ακόμα και η πλέον ενδελεχής έρευνα δεν μπορεί να συναγωνιστεί το βίωμα.

Ο τρόπος με τον οποίο ο ΜακΓκρέγκορ στήνει την κατασκευή του του επιτρέπει να εντάξει σε αυτή, χωρίς να τη βαρύνει και να την αλλοιώσει, διάφορα ζητήματα και προεκτάσεις. Για παράδειγμα, θυμίζοντας Κόου ή Λόουτς, στο περιθώριο της ιστορίας, αλλά με φωνή ευδιάκριτη και δυνατή, γίνεται αναφορά στο υπό κατάρρευση κοινωνικό κράτος της Αγγλίας, με τα υπό εξαφάνιση κονδύλια και τις τρανταχτές ελλείψεις σε ανθρώπινο δυναμικό. Το Γείρε Πέσε Σήκω αποτελεί μια υβριδική μίξη ειδών, ένα κοινωνικό θρίλερ εσωτερικής δράσης, θα το ονόμαζα, στο οποίο, με τρόπο εντυπωσιακό και εν πολλοίς ανεξιχνίαστο, ο ΜακΓκρέγκορ όχι μόνο διατηρεί τον πλήρη έλεγχο αλλά το φέρνει στα μέτρα του και ενώ το μυθιστόρημα αυτό τόσο διαφέρει από τα προηγούμενα έργα του τόσο τελικά ανήκει οργανικά στο κυρίως σώμα της εργογραφίας του. Ένα εντυπωσιακό βιβλίο ενός σημαντικού συγγραφέα.

υγ. Αναρτήσεις για τα υπόλοιπα μυθιστορήματα του ΜακΓκρέγκορ που κυκλοφορούν στα ελληνικα: Αν δεν μιλάμε για τα σπουδαία πράγματα (εδώ), Τόσοι και τόσοι τρόποι για να γίνει μια αρχή (εδώ), Ταμιευτήρας 13 (εδώ). Για το μυθιστόρημα του Φέιμπερ Το βιβλίο των παράξενων νέων πραγμάτων, περισσότερα εδώ.

Μετάφραση Αλέξης Καλοφωλιάς
Εκδόσεις Άγρα

Δευτέρα 1 Νοεμβρίου 2021

Ξανά για τον Μπολάνιο

 

Αποτελεί μια βεβαιότητα καθησυχαστική η συστηματική, ανά χρόνο συνήθως, κυκλοφορία κάποιου ακόμα βιβλίου του Ρομπέρτο Μπολάνιο από τις εκδόσεις Άγρα σε μετάφραση του Κρίτωνα Ηλιόπουλου. Καθησυχαστική γιατί προσφέρει μια αναγνωστική σταθερά, ένα ασφαλές απάγκιο σ' εμάς που έχουμε ταχθεί υπέρ των Μαξ Μπροντ αυτού του κόσμου τελεσίδικα. Οι όποιες αντεγκλήσεις αναλώνονται σε καφέ και εκδηλώσεις, τώρα που τα λογοτεχνικά σαλόνια δεν είναι της μόδας, είναι εθιμοτυπικές, χαριτωμένες και διαρκούν ελάχιστα. Για εμάς οι διαθήκες πρέπει να διαβάζονται δυνατά. Τίποτα να μη μένει κρυφό. Ο θάνατος μας δίνει το τέλειο άλλοθι/ο θάνατος στερεί κάθε δικαίωμα από τον νεκρό. Στην περίπτωση του Μπολάνιο υπάρχει έντονο παρασκήνιο και διαμάχη ανάμεσα στους κληρονόμους του έργου του, ούτε αυτό μας ενδιαφέρει, αρκεί η αναγνωστική πείνα να ικανοποιηθεί. Οι κωδικοί πρόσβασης και τα κλειδιά είναι γελοία εύκολο να ανακτηθούν στον κόσμο των ζωντανών, τα όποια γραφειοκρατικά εμπόδια να ξεπεραστούν. Είναι τέτοια η επιθυμία μας για λίγο ακόμα Μπολάνιο που δεν μας απασχολεί ούτε η επεξεργασία που υπέστησαν τα ανολοκλήρωτα έργα του, σίγουροι καθώς είμαστε πως, όπως και να 'χει, εμείς θα τον διακρίνουμε ανάμεσα στις γραμμές. Και μια λίστα με τα ψώνια του σούπερ μάρκετ να βρεθεί στα χειρόγραφα ή τα ψηφιακά υπολείμματα ενός συγγραφέα όπως ο Ρομπέρτο Μπολάνιο, εμείς θα επιθυμήσουμε διακαώς την έκδοση και ανάγνωσή της. Τέτοιοι είμαστε.

Οι τρεις νουβέλες της συλλογής (Μνήματα καουμπόυδων, Πατρίδα, Γαλλική κωμωδία τρόμου) γράφτηκαν σε διαφορετικές περιόδους και ήταν απόφαση των κληρονόμων και του επιμελητή του Μπολάνιο να κυκλοφορήσουν σε έναν ενιαίο τόμο, μέρος μιας μακράς λίστας βιβλίων που κυκλοφόρησαν μετά τον θάνατό του, σίγουρα όχι το τελευταίο, αφού το μπαούλο του Μπολάνιο μοιάζει ανεξάντλητο, και ίσως μόνο το αντίστοιχο του Πεσσόα να κρύβει περισσότερα μυστικά. Τα Μνήματα καουμπόυδων χρονολογούνται μεταξύ 1995 και 1998, η Πατρίδα μεταξύ 1992 και 1993, και η Γαλλική κωμωδία τρόμου μεταξύ 2002 και 2003, χρονιά θανάτου του συγγραφέα. Στέκομαι περισσότερο σε αυτή την τελευταία νουβέλα, που ο Μπολάνιο αφιέρωσε στα παιδιά του, τη στιγμή που αγωνιζόταν να τελειώσει το 2666, πασχίζοντας να κρατηθεί στη ζωή, γνωρίζοντας πως δεν του απέμενε αρκετός χρόνος. Παραθέτω το απόσπασμα από το βιβλίο της Πάτι Σμιθ, M Train, που εκφράζει εν πολλοίς αυτό που νιώθω: «Διαβάζοντας το Φυλαχτό του είχα προσέξει μια φευγαλέα αναφορά στην εκατόμβη -την αρχαία τελετουργική σφαγή εκατό βοδιών. Αποφάσισα να γράψω μια εκατόμβη για εκείνον -ένα ποίημα εκατό στίχων. Θα ήταν ένας τρόπος να τον ευχαριστήσω που ξόδεψε το τελευταίο διάστημα της σύντομης ζωής του για να ολοκληρώσει το αριστούργημά του, το 2666» (μτφρ. Αλέξης Καλοφωλιάς, εκδόσεις Κέδρος). Διαβάζοντας τη Γαλλική κωμωδία τρόμου δεν διέκρινα κάποιο άμεσο νήμα με το 2666, παρότι το αναζητούσα, έχοντας κάνει από πριν τον χρονικό συσχετισμό. Και αυτή η απουσία με εξέπληξε, καθώς θεωρούσα δεδομένο πως η νουβέλα θα είχε ξεπηδήσει από τις σελίδες του, όμως όχι, κάτι που με έκανε να νιώσω περαιτέρω δέος για τον Μπολάνιο που βρήκε τον απαραίτητο χώρο και χρόνο, τη στιγμή που είχε να παλέψει με το κτήνος, γιατί περί κτήνους πρόκειται το 2666, να γράψει κάτι ακόμα.

Υπάρχει ένα κλισέ, το οποίο μοιάζει να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, που λέει πως ο κάθε σπουδαίος συγγραφέας γράφει πάντοτε το ίδιο βιβλίο, κλισέ που απολαμβάνει αποδοχής και στις υπόλοιπες μορφές καλλιτεχνικής έκφρασης. Ο Μπολάνιο, παρότι ένας από τους σπουδαιότερους συγγραφείς, δεν χωράει σε αυτό το κλισέ. Και δεν χωράει γιατί στην περίπτωσή του έχουμε ένα κάνουμε με ένα ολόκληρο σύμπαν, σύμπαν προορισμένο να διαρκεί στο διηνεκές και να χωράει κάθε κείμενο του Μπολάνιο, σε οποιαδήποτε μορφή, σύμπαν στο οποίο κάθε έργο αποτελεί μια ψηφίδα. Άλλωστε, η διακειμενικότητα στο έργο του Μπολάνιο είναι και εσωτερική, απλώνοντας εμφανή νήματα μεταξύ των έργων του. Είναι το μπολανικό σύμπαν στο σύνολό του που γοητεύει τον αναγνώστη, γι' αυτό και κάθε κομμάτι του χρήζει θερμής υποδοχής, παρά τον ξεκάθαρα άνισο, με φιλολογικούς όρους, χαρακτήρα της εργογραφίας του. Η ανισότητα του μπολανικού έργου, παρότι εμφανής ‒τι αλήθεια μπορεί να σταθεί αξιοπρεπώς δίπλα σε έργα όπως Οι άγριοι ντετέκτιβ ή το 2666;‒ και εκ προοιμίου δεδομένη, καθώς έχουμε να κάνουμε και με έργα που ο συγγραφέας επέλεξε να μη δημοσιεύσει εν ζωή, με όσα συνεπάγονται από την απόφαση αυτή σε επίπεδο ολοκλήρωσης αλλά και επιμέλειας, δεν θεωρώ πως θα έπρεπε να αποτελεί μείζον θέμα συζήτησης. Κάθε έργο του Μπολάνιο κατέχει τη δική του ξεχωριστή και σημαίνουσα θέση στην ‒καταδικασμένη να παραμείνει ανολοκλήρωτη‒ χαρτογράφηση του σύμπαντος, εντός του οποίου δημιούργησε λογοτεχνία αυτός ο σπουδαίος τύπος.

Διάφορα μοτίβα και πρόσωπα γνώριμα συναντά ο αναγνώστης σ' αυτές τις τρεις νουβέλες, που, μαζί με το γνώριμο ύφος του Μπολάνιο, δημιουργούν αυτό το υπέροχο συναίσθημα αναγνωστικής οικειότητας, αυτή την αίσθηση πως αυτό ή το άλλο πρόσωπο κάπου αλλού τα έχεις συναντήσει, πως εκείνη ή η άλλη ιστορία κάτι σου θυμίζει. Κυρίως όμως είναι ο τρόπος με τον οποίο ο Μπολάνιο αντιμετωπίζει την ίδια τη λογοτεχνία, ως μια πράξη επαναστατική, εκείνος που ανατροφοδοτεί το πάθος του αναγνώστη. Καθώς τα χρόνια περνούν γίνεται ολοένα και πιο ορατή η επίδραση του Μπολάνιο στους σύγχρονους συγγραφείς, και όχι μόνο τους ισπανόφωνους, επιβεβαιώνοντας περαιτέρω τη σημαντικότητά του στον ρου της ιστορίας της λογοτεχνίας. Και στο τέλος της ανάγνωσης η επιθυμία για λίγο ακόμα. Οι εκδόσεις Άγρα έχουν προαναγγείλει για φέτος την κυκλοφορία του Συμβουλές ενός μαθητή του Μόρισον σ' έναν φανατικό του Τζόις που έγραψε μαζί με τον Α.Γ. Πόρτα και αποτελεί το πρώτο μυθιστόρημα που εξέδωσε ο Μπολάνιο.

 
υγ. Περισσότερα για το M Train της Πάτι Σμιθ θα βρείτε εδώ.
υγ.2 Περισσότερα για τους Άγριους Ντετέκτιβ εδώ, για το 2666 εδώ, για το Φυλαχτό εδώ, για το Λούμπεν μυθιστορηματάκι εδώ, για το Παγοδρόμιο εδώ, για Το πνεύμα της επιστημονικής φαντασίας εδώ, για το Τρίτο Ράιχ εδώ. 

Μετάφραση Κρίτων Ηλιόπουλος
Εκδόσεις Άγρα

Δευτέρα 6 Σεπτεμβρίου 2021

Όλιβ Κίττριτζ - Elizabeth Strout

Από τη στιγμή που διάβασα Το όνομά μου είναι Λούσυ Μπάρτον (περισσότερα σχετικά με εκείνη την ανάγνωση εδώ) ήταν ζήτημα χρόνου να διαβάσω και το έτερο μυθιστόρημα της Ελίζαμπεθ Στράουτ, Όλιβ Κίττριτζ. Οφείλω να παραδεχτώ, όχι ως κάποιου είδους απολογία, αλλά στο πλαίσιο της πάντοτε απαραίτητης σκιαγράφησης του ορίζοντα προσδοκιών, πως αρχικά απογοητεύτηκα από το γεγονός πως δεν επρόκειτο για ένα μυθιστόρημα αυτομυθοπλασίας. Κάτι τέτοιο περίμενα, επηρεασμένος καθώς ήμουν από Το όνομά μου είναι Λούσυ Μπάρτον, ένα από τα πλέον έξοχα δείγματα autofiction που έχω υπόψη μου. Δεν ξέρω αν  πρέπει να αποδώσω το αρχικό μούδιασμα σ' αυτή την κατάρρευση, τη δυσκολία να ενταχθώ αναγνωστικά στο σύμπαν της Όλιβ Κίττριτζ, ή στον τρόπο με τον οποίο η Στράουτ έστησε -αριστοτεχνικά- το μυθιστόρημά της, τρόπος που απαιτεί έναν χρόνο προσαρμογής.

Η Όλιβ Κίττριτζ είναι ένα μυθιστόρημα που περιστρέφεται γύρω από την Όλιβ Κίττριτζ, μια συνταξιούχο πια καθηγήτρια γυμνασίου που μένει σε μια μικρή παραθαλάσσια πόλη του Μέην. Αυτό είναι κάτι εύκολο να υποθέσει κανείς, ορμώμενος από τον τίτλο του μυθιστορήματος. Όπως έχω αρκετές φορές επαναλάβει στις γραμμές αυτού εδώ του ιστολογίου, οι περισσότερες ιστορίες έχουν από καιρό ειπωθεί, και όσο και αν κάποιοι συγγραφείς επιμένουν να γυρεύουν να επενδύσουν στη θεματική πρωτοτυπία, εκείνο που τελικά απομένει είναι ο τρόπος να αφηγηθεί κανείς μια ιστορία. Θέση η οποία δεν βρίθει πρωτοτυπίας, αλλά αντίθετα αποτελεί κοινό τόπο. Αντίστοιχα, κοινό τόπο αποτελεί και η προσέγγιση εκείνη που δηλώνει πως για να σχηματιστεί ένας ολοκληρωμένος λογοτεχνικός χαρακτήρας, απαραίτητη προϋπόθεση είναι η απόδοση του κόσμου μέσα στον οποίο ζει και ενεργεί. Η Στράουτ, εκκινώντας από το σημείο αυτό, μοιάζει, μέσω της αφηγηματικής τεχνικής που ακολουθεί, να προχωράει ένα βήμα πιο πέρα.

Η συγγραφέας επιλέγει την τριτοπρόσωπη αφήγηση, κλασικότροπη, οικεία και γνώριμη. Η συγγραφική εκείνη επιλογή που κάνει την Όλιβ Κίττριτζ περαιτέρω ξεχωριστή είναι ο τρόπος με τον οποίο απλώνει την ιστορία της. Συνθέτει την προσωπογραφία της Όλιβ μέσα από ένα πλήθος αφηγήσεων του κόσμου της και των ανθρώπων που τον αποτελούν. Σε κάποια κεφάλαια η Όλιβ δεν εμφανίζεται καθόλου, σε κάποια απλώς συμμετέχει και σε κάποια πρωταγωνιστεί. Η Στράουτ, έχοντας διαρκώς την πρωταγωνίστριά της στο επίκεντρο, περιστρέφεται γύρω της, πλησιάζει και απομακρύνεται, και έτσι όπως κινείται στο κάδρο μπαίνουν αναπόφευκτα και τα υπόλοιπα πρόσωπα της μικρής παραθαλάσσιας πόλης, με τις φαινομενικά και μόνο άσχετες με την Όλιβ ιστορίες, απαραίτητες ωστόσο για την πληρότητα του τελικού κάδρου. Η Στράουτ κάνει ένα ακόμα ενδιαφέρον λογοτεχνικό παιχνίδι. Δημιουργεί μια συγγένεια γνώσης ανάμεσα στην Όλιβ και τον παντογνώστη αφηγητή, ο οποίος μοιάζει να ξέρει αναλογικά όσα και η Όλιβ για τους ανθρώπους αυτούς, άμεσα ή έμμεσα, επιτείνοντας τον απόηχο της ζωής σε μια μικρή επαρχιακή πόλη, στην οποία όλοι γνωρίζονται και όλοι, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, σχετίζονται. Αίσθημα που ισορροπεί, όπως και στην πραγματική ζωή, ανάμεσα στην οικειότητα και την ασφυξία που προκαλεί η έλλειψη, καίτοι φαινομενική, της απρόσωπης ζωής της μεγαλούπολης.   

Το βιβλίο αυτό είχε κυκλοφορήσει και παλαιότερα στα ελληνικά από τις εκδόσεις Άγκυρα ως Ο κόσμος της κυρίας Όλιβ, ενώ ο πρωτότυπος τίτλος του μυθιστορήματος περιορίζεται στο ονοματεπώνυμο της πρωταγωνίστριας. Είναι μια περίπτωση «παραποίησης» τίτλου κατά τη γλωσσική μεταφορά, που εμπεριέχει μια απόπειρα επεξήγησης και ερμηνευτικής προσέγγισης, με σκοπό να εξυπηρετήσει την ομαλότερη πρόσληψη και την καλύτερη προώθηση ενός έργου, γεγονός που κατά κόρον συμβαίνει με τους τίτλους των κινηματογραφικών ταινιών. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η αλλαγή αυτή μοιάζει να έρχεται ενάντια στην ίδια τη συγγραφική πρόθεση. Σκοπός της Στράουτ είναι η σύνθεση της Όλιβ ‒και‒ μέσω του κόσμου της. Ο κόσμος της, δηλαδή, αποτυπώνεται για να υπηρετήσει τη συγκεκριμένη πρόθεση, χωρίς να αποτελεί το κυρίως ζητούμενο όπως ο τίτλος Ο κόσμος της κυρίας Όλιβ προοικονομεί, στερώντας εξ αρχής από το μυθιστόρημα ακριβώς το στοιχείο που το ξεχωρίζει. Η Όλιβ είναι ένας απλός άνθρωπος, όσο απλός είναι ο κάθε άνθρωπος δηλαδή, που ζει σε μια φαινομενικά αδιάφορη εποχή, αρκετά οικεία για τον σύγχρονο αναγνώστη. Και στο συγκεκριμένο πλαίσιο η Στράουτ παραδίδει ένα τεχνικά άρτιο και συναισθηματικά πλήρες μυθιστόρημα, χωρίς να προσβλέπει στην άντληση κάποιου πλεονεκτήματος από την εποχή ή την κοινωνική πραγματικότητα εντός και μέσω της οποίας σκιαγραφεί αριστοτεχνικά την Όλιβ Κίττριτζ. 

Τέτοιου είδους συμβάσεις εμπεριέχουν αναπόφευκτα κάποιο ρίσκο, καθώς αν δεν λειτουργήσουν για τον αναγνώστη τότε αφήνουν ένα αίσθημα δυσαρέσκειας. Σημείο στο οποίο ανοίγει μια πολυκαιρισμένη συζήτηση αναφορικά με τη διάκριση ανάμεσα στο προσωπικό γούστο και την εν γένει αξία ενός έργου. Ως αφηγηματική τεχνική, το μυθιστόρημα ομοιάζει με ένα βιβλίο που δίχασε βαθιά, και που εγώ αγάπησα πολύ, τον Ταμιευτήρα 13 του ΜακΓκρέγκορ (μτφρ. Αλέξης Καλοφωλιάς, εκδόσεις Άγρα). Εκεί, ο ΜακΓκρέγκορ εκκινώντας από την εξαφάνιση ενός νεαρού κοριτσιού, ξεφεύγει γρήγορα από τις προσδοκίες ενός τυπικού αστυνομικού μυθιστορήματος για να παραδώσει τον απόηχο της εξαφάνισης αυτής για τη μικρή τοπική κοινότητα καθώς τα χρόνια περνούν. Κάτι αντίστοιχο κάνει και η πρωτοεμφανιζόμενη Φίλιπς στη Γη που χάνεται (μτφρ. Ιωάννα Ηλιάδη, εκδόσεις Μεταίχμιο) στην άγνωστη και αρκούντως εξωτική Καμτσάτκα. Στο μυθιστόρημα της Στράουτ τώρα, αν οι ιστορίες των κατοίκων του χωριού δεν λειτουργήσουν ως απαραίτητο μέρος της διαδικασίας ύφανσης της Όλιβ, τότε είναι αναμενόμενο να κουράσουν και να θεωρηθούν ως αχρείαστες παρεκβάσεις.

Παρά την αρχική απογοήτευση στη συνειδητοποίηση πως δεν επρόκειτο για ένα μυθιστόρημα autofiction, που τόσο είχα ανάγκη να διαβάσω εκείνη την περίοδο, η Όλιβ Κίττριτζ αποδείχθηκε ένα έξοχο μυθιστόρημα που κυριάρχησε πλήρως στα συντρίμμια του αρχικού ορίζοντα προσδοκιών. Η Στράουτ, με το αφηγηματικό της εύρημα, κατορθώνει, μέσω της σκιαγράφησης του χαρακτήρα της Όλιβ, να αποδώσει μοναδικά τον τρόπο με τον οποίο ενεργούμε, σχετιζόμαστε, επηρεαζόμαστε, αποκαλυπτόμαστε και κρυβόμαστε, αλλά και πώς βλέπουμε τον εαυτό μας, πώς θεωρούμε πως οι άλλοι μας βλέπουν και πώς φαινόμαστε στον τριγύρω κόσμο, ειδικότερα στο πλαίσιο μιας μικρής κοινωνίας. Η Όλιβ Κίττριτζ, όπως κάθε σπουδαίο μυθιστόρημα, ξεπερνάει τα όρια μέσα στο οποία κινείται.

υγ. Για τον Ταμιευτήρα 13 περισσότερα μπορείτε να διαβάσετε εδώ, ενώ για τη Γη που χάνεται εδώ.
 
Μετάφραση Μαργαρίτα Ζαχαριάδου
Εκδόσεις Άγρα