Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μεγάλη Βρετανία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μεγάλη Βρετανία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 26 Μαρτίου 2026

Σάρκα - David Szalay

Τα βραβεία, τα λογοτεχνικά και τα λοιπά, είναι μια σύμβαση, τη δέχεσαι ή την απορρίπτεις, δικαίωμά σου είναι, προφανέστατα. Προβληματικό είναι όταν τα δέχεσαι, αν συμφωνείς, και τα  απορρίπτεις, αν διαφωνείς, που και αυτό δικαίωμά σου είναι, προφανέστατα, αλλά καταλαβαίνετε, θαρρώ, τι θέλω να πω. Το Βραβείο Μπούκερ για το 2025 το κέρδισε η Σάρκα του Ντέιβιντ Σόλοϊ. Αναμενόμενα συζητήθηκε το βιβλίο αυτό, κάποιοι αρκετοί έσπευσαν να το διαβάσουν στα αγγλικά, σε άλλους άρεσε και σε άλλους όχι, είθισται να συμβαίνει και αυτό, κάποιοι, όπως εγώ, περίμεναν την ελληνική εκδοχή του.

Αν δέχεσαι τα βραβεία, έχεις κάθε δικαίωμα να κρίνεις ένα βραβευμένο με βάση τη βράβευσή του, σε σχέση, κυρίως, με τα άλλα υποψήφια, αλλά και με παλαιότερους νικητές του θεσμού. Αν δεν τα δέχεσαι, τότε και πάλι μπορείς να κρίνεις αλλά όχι με βάση τη βράβευση ή μη, ακριβώς γιατί δεν δέχεσαι τα βραβεία.

Το Μπούκερ, αντίθετα με το Νόμπελ, αφορά συγκεκριμένα βιβλία, που εκδόθηκαν την ίδια χρονιά, είναι γραμμένα πρωτότυπα στα αγγλικά, μια πρώτη μακρά λίστα ανακοινώνεται, ύστερα μια τελική πεντάδα, από την οποία προκύπτει το νικητήριο. Από τη βραχεία λίστα μόνο το Οντισιόν της Κιταμούρα έχω διαβάσει και μόνο ως προς αυτό δύναμαι να κρίνω τη Σάρκα συγκριτικά, αν έχει, που δεν έχει, νόημα μια τέτοια σύγκριση.

Η βράβευση και, κυρίως, η μετέπειτα συζήτηση σίγουρα αποτελεί μια αφορμή ανάγνωσης, ιδιαίτερα από τη στιγμή που το βιβλίο κυκλοφόρησε στα ελληνικά και βρέθηκε στις προθήκες των βιβλιοπωλείων, η επίσπευση της ανάγνωσης υπήρξε δικαιολογημένη και αναμενόμενη. Χωρίς την ανάγνωση πέφτει στο κενό η όποια κρίση. Προείπα, ωστόσο, μόνο άλλο ένα ακόμα έχω διαβάσει από τη λίστα, επομένως η αξιολόγηση, η αίσθηση αν προτιμάτε, της ανάγνωσης είναι ανεξάρτητη των γύρω τριγύρω στοιχείων.

Εκείνο που περισσότερο με ιντρίγκαρε δεν ήταν τόσο η πόλωση των απόψεων, όσο το γεγονός πως και τα δύο μέρη στέκονταν στο ίδιο τεχνικό γνώρισμα, στον τρόπο του Σόλοϊ να αφηγηθεί την ιστορία του Ίστβαν, ενός προσώπου με μηδενικό βάθος χαρακτήρα, που άγεται και φέρεται με όσα η ζωή του φέρνει, και με έναν αφηγηματικό τρόπο αρκετά στεγνό, απλό και περιγραφικό. Κάποιοι ενθουσιάστηκαν, άλλοι απογοητεύτηκαν, αμφότερα τα μέρη, ωστόσο, επεσήμαναν το ίδιο χαρακτηριστικό. Ένα πρώτο ερώτημα είναι: υπάρχει στο βυθό κάτω από την επιφάνεια κάτι που βράζει; 

Δεν είχα προσδοκίες, μόνο επιθυμία να διαβάσω το βιβλίο αυτό.

«Στα δεκαπέντε του, μετακομίζει με τη μητέρα του σε καινούργια πόλη και πηγαίνει σε καινούργιο σχολείο. Δεν είναι εύκολη ηλικία για κάτι τέτοιο, η κοινωνική ιεραρχία του σχολείου είναι ήδη εδραιωμένη, και δυσκολεύεται να κάνει φίλους. Ύστερα από λίγο, όμως, κάνει ένα φίλο, ένα άλλο μοναχικό άτομο. Μερικές φορές, μετά το σχολείο πηγαίνουν παρέα στο καινούργιο εμπορικό κέντρο δυτικού τύπου που μόλις έχει ανοίξει στην πόλη».

Η πρώτη παράγραφος λειτουργεί εισαγωγικά και κατατοπιστικά, θέτει τις συνθήκες, τη μετακόμιση, την ηλικία, τον χαρακτήρα, τη μεταβατική εποχή στην Ουγγαρία, περιλαμβάνει και τον τρόπο με τον οποίο ο συγγραφέας, μέσω του αφηγητή του, θα πει την ιστορία αυτή, στεγνά, απλά και περιγραφικά.

Ο τρόπος του Σόλοϊ με μαγνήτισε, δεν μπορούσα να αφήσω το βιβλίο από τα χέρια μου, αναζητούσα το οποιοδήποτε κενό ώστε να διαβάσω λίγες ακόμα σελίδες, ένα ακόμα επεισόδιο από τη ζωή του. Η λογοτεχνία, είτε ως μορφή είτε ως περιεχόμενο, πλέει σε ένα μικρό μέρος της ανθρώπινης συνθήκης, αναπόφευκτα ίσως, ανακουφιστικά, επίσης, μια συνθήκη εξαίρεσης που μονώνει το μπούνκερ του καθενός μας. Ο Σόλοϊ λέει πως ήθελε να γράψει ένα μυθιστόρημα με δύο πλευρές, μια αγγλική και μια ουγγρική, για τη ζωή ενός μετανάστη τη στιγμή που η Ουγγαρία μπαίνει στην Ευρωπαϊκή Ένωση, για τη ζωή ως σωματική εμπειρία.

Πριν από ό,τι άλλο: ο Σόλοϊ, συμφωνεί ή διαφωνεί κανείς με τις προθέσεις ή το αποτέλεσμα, έχει ένα ξεκάθαρο πλάνο γραφής, οι αποφάσεις έχουν ληφθεί και διατηρούνται μέχρι το τέλος. Είναι σημαντικό να λεχθεί κάτι τέτοιο, η τυχαιότητα βασανίζει εξόχως την τέχνη, ένα απλό εύρημα δεν θα προμήθευε με ικανό καύσιμο την κατασκευή. Ο τρόπος του, στεγνός, απλός και περιγραφικός, δεν στοχεύει στον αναγνωστικό εντυπωσιασμό, μάλλον διακινδυνεύει το αντίθετο, προείπα ήδη για τις ενστάσεις και τις κατηγορίες που πατούν ακριβώς εκεί που πατάει και ο θαυμασμός (μου).

Πάνε χρόνια, είχα δει την ταινία του Τζάρμους, ίσως την πλέον υποτιμημένη της εργογραφίας του, Στα όρια του ελέγχου (Limits of control, 2009), μια ταινία δράσης χωρίς καθόλου δράση, μια ταινία δράσης στα διαλείμματα της δράσης, ένας επαγγελματίας δολοφόνος που περιφέρεται στη Μαδρίτη, αργά και νωχελικά, βαρετά ίσως να σκεφτεί κάποιος, στοιχειωτικά θα έλεγα εγώ. Τη σκεφτόμουν αυτή την ταινία, την αίσθηση που χρόνια μετά έχει διατηρηθεί για εκείνη μέσα μου.

Επεισόδια από τη ζωή του Ίστβαν, που τίποτα ξεχωριστό δεν έχει ως χαρακτήρας, που όλο οκ απαντά στις ερωτήσεις που του γίνονται, που ακολουθεί τη ροή χωρίς να αναρωτιέται πολλά πολλά. Ένας άνθρωπος της εποχής του, ένας απλός, συνηθισμένος άνθρωπος, διαμορφωμένος σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο, χωρίς θεωρία, χωρίς βάθος σκέψης, χωρίς ενεργή σύνδεση με το συναίσθημά του, χωρίς ιδιαίτερο πλάνο και σχεδιασμό. Ο Ίστβαν είναι ιδιαίτερα γνώριμος, οικείος, αν και ίσως να μην ανήκει στον μικρόκοσμό μας, στην πλάνη μας, και όμως αντιπροσωπεύει μια ισχυρή πλειοψηφία, μια σιωπηλή πλειοψηφία, μια ακατανόητη, ίσως, πλειοψηφία.

Ο Σόλοϊ παρουσιάζει έναν μη λογοτεχνικό χαρακτήρα, έναν μη συνηθισμένο λογοτεχνικό χαρακτήρα, και τον υποστηρίζει άψογα γλωσσικά και αφηγηματικά, του φτιάχνει το πλαίσιο εντός του οποίου κινούνται οι πολλοί Ίστβαν του καιρού μας, επίπεδοι και μονοδιάστατοι. Ο Σόλοϊ προγραμματικά κατασκευάζει κάτι το οποίο αποτελεί συνήθη ανώμαλη προσγείωση για μια λογοτεχνία υψηλών βλέψεων. Η Σάρκα οφείλει να κριθεί και με βάση τις ορατές συγγραφικές επιδιώξεις, αν τα κατάφερε ο συγγραφέας σε αυτό που θέλησε να κάνει.

Η κάμερα καδράρει διαρκώς στον Ίστβαν, αφήνοντας έξω τον υπόλοιπο κόσμο, μόνο ό,τι φτάνει ως αυτόν γίνεται ορατό. Αυτή η αποκοπή ενισχύει/αποτυπώνει τον τρόπο με τον οποίο ο Ίστβαν ζει, παρ' όλες τις εξωτερικές συνθήκες. Μα πώς γίνεται, αναρωτιόμαστε εμείς οι σκεπτόμενοι, ο κόσμος να μην αντιδρά στο ένα ή στο άλλο, πώς γίνεται να συνεχίζουν με ό,τι κάνουν. Αναρωτιόμαστε και αρνούμαστε να στρέψουμε το βλέμμα προς τα εκεί.

Θα μπορούσε το μυθιστόρημα να έχει μια πιο έντονη κριτική προσέγγιση, να επιχειρήσει μια κοινωνιολογική προσέγγιση, όμως αυτό δεν συμβαίνει, όχι στην επιφάνεια τουλάχιστον, όχι ως μασημένη τροφή, όχι ως μια σύνθεση από κλισέ, όπως ο φτωχός μη προνομιούχος που παλεύει να επιβιώσει, για παράδειγμα. Ο αφηγητής κρατάει μια απόσταση σταθερή, απόσταση που αποτυπώνεται στον τρόπο του, δεν κρίνει και δεν συναισθάνεται, δεν επιχειρεί να εξηγήσει και να δικαιολογήσει, όχι γιατί δεν τον ενδιαφέρει αλλά γιατί δεν υπάρχει κάτι που να γεννά την ανάγκη στην ιστορία του Ίστβαν, ο αφηγητής προσαρμόζεται στα μέτρα του ήρωα της ιστορίας του.

Αν κάποιος αναζητά το βάθος και το υψηλό, ό,τι και αν αυτό σημαίνει πραγματικά, στη λογοτεχνία, ας προσπεράσει, εδώ δεν θα βρει το αγαπημένο του φλιτζάνι με τσάι, θα βαρεθεί και θα δυσανασχετήσει. Συμβαίνει σπάνια, εδώ συμβαίνει, ωστόσο, να μπορώ να φανταστώ να μην αρέσει καθόλου σε κάποιον ένα βιβλίο που εμένα μου άρεσε πολύ, με ενθουσίασε για την ακρίβεια, και μάλιστα, για τους ίδιους λόγους.

Η απάντηση στο ερώτημα, υπάρχει στο βυθό κάτω από την επιφάνεια κάτι που βράζει;, είναι θετική, η στεγνή, απλή και περιγραφική αφήγηση διαθέτει κάτι το ανησυχαστικό, κάτι το τρομακτικό, κάτι το σκληρά ρεαλιστικό, κάτι που αφήνει το προνόμιο της σκέψης, της ιδεολογίας, της αισθητικής, και όποιο ακόμα αντίστοιχο, αμήχανο και κατατροπωμένο. Η ιδιώτευση του Ίστβαν στέκει στον αντίποδα της δικής μας, εκείνος, τουλάχιστον, δεν επιχειρεί να τη θεωρητικοποιήσει.

Η Σάρκα μού άρεσε πολύ, ο Ίστβαν, πού να το φανταζόταν, με καθήλωσε και με στοίχειωσε, ο Σόλοϊ κατασκεύασε ένα αριστούργημα με τα πλέον απλά συστατικά. 

υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!

Μετάφραση Βάσια Τζανακάρη
Εκδόσεις Ψυχογιός

Πέμπτη 29 Ιανουαρίου 2026

Και τα πρόσωπά μας, καρδιά μου, φευγαλέα σαν φωτογραφίες

Όταν περνούν οι γιορτές, η εργασιακή εντατικοποίηση παραμερίζει, αφήνει πλέον χρόνο και χώρο στο πριν και μετά του ωραρίου, και τότε μία από τις απόπειρες επιστροφής είναι εκείνη προς την επικράτεια της ανάγνωσης, καθώς η στοίβα των επιθυμητών έχει γιγαντωθεί στα απόνερα της εκδοτικής πλημμυρίδας, η επανένταξη στις ράγες, η ανάκτηση του ρυθμού, η διεκδίκηση του ελέγχου απαιτούν μια ομαλή μετάβαση, σαν τον αθλητή που ξεκινά αποθεραπεία πριν επιστρέψει στο αγωνιστικό ταρτάν. Βιβλία σύντομα σε έκταση, η απώλεια της αναγνωστικής κατάστασης να μην προδώσει την αναμέτρηση, βιβλία με υποσχόμενο ωστόσο ορίζοντα προσδοκιών, επανεθισμός. Να ένα βιβλίο που ταίριαζε στην περιγραφή.

Λίγο πριν το τέλος της χρονιάς, ενώ οι λίστες με τα πιο αγαπημένα συντάσσονταν συνειδητά και κυρίως υποσυνείδητα, κυκλοφόρησε στην καινούρια σειρά μεταφρασμένης λογοτεχνίας των εκδόσεων Αλεξάνδρεια, και σε μετάφραση Δανάης Σιώζου, το δύσκολα ειδολογικά κατατάξιμο Και τα πρόσωπά μας, καρδιά μου, φευγαλέα σαν φωτογραφίες του Τζον Μπέρτζερ, που για χρόνια πρόφερα το όνομά του Μπέργκερ, ένα βιβλίο που συμπτωματικώς και μόνο απουσίασε εν τέλει από τη λίστα των αγαπημένων.

Εκείνο που με τα χρόνια μεταβάλλεται είναι η επίγνωση της άγνοιας, η άγνοια προϋπήρχε, ο ωκεανός ήταν εκεί έξω, τα κοντινά νησιά της ήρεμης και γνώριμης θάλασσας τον κρατούσαν μακριά, όσο οι πλοηγήσεις πύκνωναν η υποψία εμφανίστηκε, αργότερα η επίγνωση της άγνοιας, αρχικά ο τρόμος του άπειρου, ακολούθως, μετά από αρκετά ναυτικά μίλια, η καθησύχαση, έτσι είναι. Πριν δέκα χρόνια, λοιπόν, δεν γνώριζα τον Τζον Μπέρτζερ, δεν είχα σχετικές σπουδές ώστε να έχω αναπόφευκτα πέσει πάνω στο Η εικόνα και το βλέμμα, μία από τις βίβλους των παραστατικών τεχνών. Τότε η Ν. μου μίλησε με ενθουσιασμό για το Από την Άιντα στον Χαβιέρ. Έτσι ξεκίνησαν όλα.

Ύστερα, λες και όλα εκεί έξω περίμεναν αυτή τη γνωριμία, έπεφτα διαρκώς πάνω στο όνομά του, αναφορές στο έργο του, αποσπάσματα από τα λόγια του, μια παρουσία οικουμενικής χροιάς, ένας homo universalis από αυτούς που τόσο μας λείπουν πια στην εποχή της ολοένα εξειδίκευσης και απομάγευσης, εδώ που τα νήματα πια δεν γραπώνονται από πεινασμένα χέρια, στέκουν ορφανά.

Δεν είναι εύκολο, αλλά ούτε και χρήσιμο, να κατατάξει κανείς το συγκεκριμένο βιβλίο, κάπου στην επικράτεια της λογοτεχνίας κινείται, αλλά αυτό πολλά και τίποτα λέει. Μια σύνθεση ποιητικής πρόζας, με διάσταση εμφανώς πολιτική, με διάχυτη την ανάγκη για αναστοχασμό, με τον έρωτα στο επίκεντρο, χέρι χέρι με τη βούληση, παρέα με το κόστος αυτής, για έναν κόσμο πιο δίκαιο, που καταφέρνει, ιδιοφυώς πώς, να λειτουργήσει ως σύνολο, παρότι αποτελείται από θραύσματα που αναγκάζουν τον αναγνώστη να σταθεί, να επαναλάβει και να σημειώσει, πριν προχωρήσει, την ώρα που μια δευτεροπρόσωπη απεύθυνση κυλάει πότε υπόγεια, εξαφανίζεται, πότε επίγεια, επανεμφανίζεται, μια απεύθυνση συγκεκριμένα ερωτική, μια επιστολή, ένα ημερολόγιο, ένα ποίημα σε μέρη πεζά, ένα άθροισμα από υποσύνολα, χωρισμένο στα δύο, Το πρώτο μέρος είναι για τον χρόνο, το δεύτερο μέρος είναι για τον τόπο σηματοδοτεί εξαρχής ο συγγραφέας.

Διόλου διδακτικά αποστειρωμένο. 

Στην εποχή της εκτεταμένης και επείγουσας ιδιώτευσης, ο Μπέρτζερ, σαράντα και πλέον χρόνια πριν, κληροδοτεί ένα υπόδειγμα στάσης στη δημιουργία, στην καλλιτεχνική έκφραση αλλά και στην ίδια τη ζωή, πώς ξεκινάει από το εγώ, τον πυρήνα της σκέψης, του βιώματος, του συναισθήματος, της πρόσληψης, της εμπειρίας της ζωής και της ύπαρξης, της ανάγκης να εκφράσει και να προσδιορίσει αυτό το άγνωστο και πώς κατευθύνεται προς το συλλογικό, πώς το συμπεριλαμβάνει, πώς επωμίζεται την ευθύνη για τον κόσμο, πώς η μαρξιστική θεωρία στέκει παρά πόδα, πώς η δημιουργία από αναχωρητική δύναται να μεταβληθεί σε ενεργητική πολιτική στάση, πώς η ποίηση δεν αιωρείται αλλά πατάει στη γη, στο χώμα και το νερό, τη λάσπη, σύνθεση ρυπαρά σιχαμερή μα ταυτόχρονα οικοδομικά πολύτιμη.

Διατρέχω το κείμενο και στέκομαι σε διάφορα σημεία που ξεχώρισα και σηματοδότησα, αναρωτιέμαι αν το ένα ή το άλλο θα ήταν αντιπροσωπευτικό, διστάζω, δεν είναι πως εκτοπισμένα από το σύνολο δεν στέκουν, μια χαρά το κάνουν, αλλά ποιο να ξεχωρίσεις, σε ποιο να στρέψεις τον στιγμιαίο προβολέα σε ένα κείμενο όπως αυτό, χωρίς να αμφιταλαντευτείς, ξανά και ξανά, μήπως κάποιο άλλο θα ήταν πιο ταιριαστό, πιο αντιπροσωπευτικό, πιο επείγον με τον τρόπο που μια αποστροφή λόγου μπορεί να είναι.

Υπάρχουν βιβλία που σε αναγκάζουν να διαβάσεις ξανά και ξανά κάποιες επικράτειες που διέσχισες, κάποια, όχι αυτό, για λόγους κατανόησης, αυτό για την άμεση αναβίωση του στιγμιαίου συναισθήματος που σπινθηροβόλησε. Εκείνη γράφει ποίηση. Έμοιαζα να είμαι έτοιμος να τα αφήσω πίσω όλα. Σήμερα της έγραψα, νομίζω πως θα σου αρέσει αυτό το βιβλίο, υποσχέθηκε, βαρύγδουπο ψέμα, απλά είπε πως θα το αγοράσει, της άρεσε πολύ ο τίτλος, έτσι και αλλιώς.

Ύστερα από το καθηλωτικά πολιτικό και ποιητικό συνάμα, Από την Άιντα στον Χαβιέρ, ακολούθησε το Ένας ζωγράφος του καιρού μας, ένα μυθιστόρημα που βασίζεται στο εύρημα της εύρεσης του ημερολογίου ενός ζωγράφου, πάντοτε, όταν αναθυμάμαι το μυθιστόρημα αυτό, κάθε φορά κάνω το ίδιο lapsus, προσθέτοντας έναν επιθετικό προσδιορισμό, Ένας ζωγράφος του ρευστού καιρού μας, κάθε lapsus κάτι δείχνει, δεν απαιτείται ψυχαναλυτική εμπειρία για να το υποψιαστεί αυτό κανείς.

Μπορεί η ομορφιά να σώσει τον κόσμο; Εξαρτάται τι ορίζει ως κόσμο κανείς, σκέφτομαι, χωρίς το είδος μας, προχωρώ τη σκέψη μου, η ομορφιά είναι αδιαπραγμάτευτα παρούσα, παρ' όλα τα αντιθετικά ζεύγη, ζωή-θάνατος, φως-σκοτάδι, κυρίαρχα αυτά. Επιστρέφω στα παραπάνω λόγια, το έργο του Μπέρτζερ, στο σύνολό του, είναι μια παρακαταθήκη, ένας οδηγός πλοήγησης εντός της ιδιώτευσης, μια υπενθύμιση πως η δημιουργία, σε όποια μορφή, με όποιο τρόπο επιτέλεσης, δεν διαχωρίζεται από την ευθύνη, από τον λόγο, από την ηθική, την πολιτική, το αίσθημα δικαίου, δεν απαλλάσσει από την υποχρέωση το υποκείμενο. Καταφέρνει, ο Μπέρτζερ, να συνδυάσει το πολιτικό με το ποιητικό, τον έρωτα, την ηδονή και τον πόνο, επίσης, σε ένα κείμενο που αναβλύζει μια διάχυτη προσωπική ανάγκη, μια σωσίβια λέμβος ατομική, μια απόπειρα οι λέξεις να αποδώσουν και να εκτονώσουν το φλέγον μέσα, καταφέρνει, έλεγα, ένα τέτοιο κείμενο να λειτουργήσει συμπεριληπτικά, οικουμενικά, όχι γιατί ο αναγνώστης, εγώ στην προκειμένη περίπτωση, απλώς θα βρει, βρήκα είναι η αλήθεια, δικά του πράγματα, σκέψεις και συναισθήματα, ανάγκες και φόβους, ελπίδες και ματαίωση, πείνα και δίψα, αλλά γιατί ο αναγνώστης, πάλι εγώ, θα διακρίνει μια σπορά για έναν κόσμο που πρέπει, διάολε, κάποια στιγμή να αλλάξει.

Κάπου στα μέσα της νεαρής μεσήλικης ζωής μου, αναρωτιέμαι, συχνά το κάνω, μήπως είναι κάποιο μπαρμπαδίστικο αντανακλαστικό εκείνο που με κάνει να βλέπω με τρόμο το παρόν και το μέλλον επιπλέον ζοφερό, ανέλπιδο, εφιαλτικό, ή αν όντως έτσι είναι, ευχόμενος να θυσιάσω την αισιόδοξη και έτοιμη ανά πάσα στιγμή να βγάλει τη γλώσσα νεότητά μου, να κάνω λάθος, να είμαι λάθος. Αναρωτιέμαι αν κάποιος σαν τον Μπέρτζερ, με αυτή την διάχυτη αισιοδοξία και πίστη, τι και αν κρυμμένες πίσω από την παρατήρηση εκ του σύνεγγυς της αδικίας, ας χρησιμοποιήσω μόνο αυτή τη λέξη, αναρωτιέμαι αν κάποιος σαν τον Μπέρτζερ ζούσε στο σήμερα, πώς θα αντιδρούσε;

Διαισθητικά, άγνωστο μέσα από ποια κανάλια σκέψης, ανάμνησης και συναισθήματος, το Και τα πρόσωπά μας, καρδιά μου, φευγαλέα σαν φωτογραφίες, ήρθε και στάθηκε στον αντίποδα της ανάγνωσης των σκέψεων του Λεοπάρντι στο Η θεωρία της ηδονής, που διάβαζα αχόρταγα, χωμένος μέσα στο ατομικό μου παλάτι πόνου και ηδονής, ένα καλοκαίρι, είκοσι χρόνια πριν, κάπου στο Αιγαίο. Αντίποδας που έχει να κάνει ακριβώς με αυτό που το κείμενό μου τελικά διαπραγματεύεται, τη θέση του παρόντος βιβλίου στην εποχή της ιδιώτευσης.

Πολύτιμο.

υγ. Για το Από την Άιντα στον Χαβιέρ περισσότερα θα βρείτε εδώ, για το Ένας ζωγράφος του καιρού μας εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Δανάη Σιώζου
Εκδόσεις Αλεξάνδρεια

Σάββατο 17 Ιανουαρίου 2026

Ο πετρίτης - J. A. Baker

Όταν έπιασα στα χέρια μου το βιβλίο αυτό, ένιωσα μια αμφιθυμία έντονη, διάβασα δυο φορές το οπισθόφυλλο για να βεβαιωθώ πως όντως το βιβλίο αυτό ήταν η ημερολογιακή καταγραφή ενός πετρίτη, είδος γερακιού, στην αγγλική ύπαιθρο τη δεκαετία του '60, κατά τη διάρκεια της παραμονής των πουλιών αυτών σε εκείνα τα μέρη. Η αμφιθυμία, ως εκκρεμές σε κίνηση, στη μια άκρη της ταλάντωσης συναντούσε την επικράτεια της δεδομένης επιθυμίας μου για δοκιμή αναγνωσμάτων έξω από την όποια ζώνη άνεσης, στην άλλη άκρη το ερώτημα: τι με ενδιαφέρει εμένα ένα τέτοιο βιβλίο, με τόσα επιθυμητά αδιάβαστα να με περιμένουν; Τελικά, η απόφαση για ανάγνωση υποβοηθήθηκε, μάλλον υποσυνείδητα, από τη λαχτάρα μου να διαβάζω/ακούω αφηγήσεις εμμονής ή/και μονομανίας με έντονο το στοιχείο του πάθους.

Η οικολογοτεχνία δεν είναι σε καμία περίπτωση καταχώρηση στο αγαπημένο μου μενού. Παρότι ολοένα και πιο επίκαιρη, εγώ αναζητώ κυρίως αστικά περιβάλλοντα στη λογοτεχνία. Υπάρχει, βέβαια, όπως σε κάθε υπό διαμόρφωση αλλά και αίρεση κανόνα, μια, τουλάχιστον, εξαίρεση. Στην περίπτωση αυτή το Walden ή Η ζωή στο δάσος του Θορώ. Από τις πρώτες κιόλας σελίδες της ανάγνωσης το είχα το βιβλίο αυτό κατά νου, το ημερολόγιο καταγραφής της σποράς πατάτας, ο διαρκής υπολογισμός του κόστους, η θέα του γαλανού ουρανού από θέση ύπτια στο νερό της λίμνης, η άρνηση του συγγραφέα να πληρώσει φόρους που θα πήγαιναν σε έναν ακόμα πόλεμο, η αβίαστη απόλαυση που η ανθρώπινη μοναξιά του προσέφερε.

Αν δεν υπήρχε το πάθος του Μπέικερ, λίγες σελίδες θα άντεχα, ίσως, αν δεν υπήρχε το πάθος αυτό, να μην είχε εκδοθεί ποτέ Ο πετρίτης. Το πάθος υπερκαλύπτει τις όποιες αρετές στη γραφή του ή, για την ακρίβεια, το πάθος του μετασχηματίζεται μέσα από τις λέξεις και τις περιγραφές, μια γλώσσα δουλεμένη αλλά όχι προσποιητή, μια ποιητικότητα γλυκιά και όχι γλυκερή, πάθος εμμονικό, αυτό που γυρεύω καθημερινά. Και άπαξ και η αμφιθυμία καταλάγιασε, και η ανάγνωση μπήκε στις ράγες μιας αργής και νωχελικής περιδιάβασης στο πλευρό του συγγραφέα/αφηγητή/παρατηρητή, η παράδοση υπήρξε άνευ όρων, ένιωθα κι εγώ να είμαι σε εκείνες τις υγρές και τεράστιες εκτάσεις που ακόμα δεν είχα αποτελέσει θήρα της αστικοποίησης, της εξάπλωσης του Λονδίνου, της επίμονης και επίφοβης επέλασης του ανθρώπινου στο φυσικό περιβάλλον.

Η παρατήρηση και η καταγραφή δεν είναι μέρος της ζωής του συγγραφέα εντός των γραμμών του βιβλίου αυτού, ελάχιστα, ως και τίποτα, μαθαίνουμε για εκείνον, ποιος είναι, από πού έρχεται, πού μένει, πώς κερδίζει τον επιούσιο. Μόνο η παρατήρηση του πετρίτη. Δεν μαθαίνουμε επίσης τίποτα για το τι συμβαίνει μερικά χιλιόμετρα μακριά σε μια περίοδο που μετά το τέλος του πολέμου βρίσκει την Αγγλία σε φάση πλήρους ανάπτυξης. Δεν μπορώ να ξέρω πόσο δύσκολο ή εύκολο ήταν για τον Μπέικερ να τα κρατήσει όλα αυτά εκτός, να παραμείνει προσηλωμένος στη γραφή στον ίδιο βαθμό που υπήρξε στην παρατήρηση του πετρίτη. Αυτή η μονομανία λειτούργησε περίφημα, δεν ήταν κάποια παράπλευρη δραστηριότητα της καθημερινότητάς του, αλλά η καθημερινότητά του ήταν εκείνη που πορευόταν παραπλεύρως και στα σκοτεινά τού κυρίου ενδιαφέροντός του.

Ο πετρίτης, σχετικά πρόσφατα, γνώρισε ένα νέο κύμα ενδιαφέροντος. Δεν μου προκαλεί εντύπωση αυτό, έχουμε απομακρυνθεί τόσο από τον φυσικό κόσμο, παρότι τον αλώσαμε και τον καταλάβαμε, σχήμα οξύμωρο η απομάκρυνση δια του πλησιάσματος, που μια κοντινή στο αστικό κέντρο παρατήρηση ενός πουλιού αποπνέει έναν εξωτισμό, σαν να επρόκειτο για την παρατήρηση κάποιου άγριου ζώου σε κάποια δυσπρόσιτη αφρικανική σαβάνα. Επίσης, η προσήλωση σε ένα πάθος, η μη διάσπαση της προσοχής, το μη ανικανοποιητό συναίσθημα, ο θόρυβος, ο όποιος θόρυβος, που προέρχεται από τη φύση και όχι από τον άνθρωπο και τις μηχανές, το δέος που η παρατήρηση ενός ζώου προκαλεί εξαιτίας της μη ματαιότητας της ύπαρξης, της μη βαρεμάρας, όπως παρατηρούσε εύστοχα ο πάσχων από ανίατη βαρεμάρα και ματαιότητα Λεοπάρντι. Όλα αυτά είναι ικανά να προκαλέσουν εντύπωση, ίσως και τότε, τη δεκαετία του '60 να συνέβαινε το ίδιο, αναλογικά πάντα, ίσως και τότε η απόσταση να ήταν ευδιάκριτη. Όπως, ταυτόχρονα, δεν μου προκαλεί εντύπωση η αρνητική, χωρίς να δοκιμάσει να περπατήσει στο πλευρό τού συγγραφέα, στάση του σημερινού αναγνώστη, η ανοικειότητα που νιώθει να τον κατακλύζει και να του γεννά απροθυμία. Δύο όψεις του ίδιου νομίσματος.

Ένα δείγμα, μία παράγραφος, ίσως σας προσανατολίσει καλύτερα:

Άφηνε νωχελικά τον άνεμο να την παρασέρνει· απόμακρη, απειλητική. Ισορροπούσε στα 700 μέτρα ύψος, ενώ το άσπρο σύννεφο πίσω της πέρασε και τράβηξε για τη νότια όχθη του ποταμόκολπου. Αργά-αργά οι φτερούγες της μαζεύτηκαν πίσω. Γλιστρούσε στον αέρα τόσο ήρεμα που ήταν σαν να κρεμόταν από τεντωμένο καλώδιο. Αυτή η επικράτηση επί του ανέμου που μούγκριζε, αυτή η μεγαλοπρέπεια κι η ευγενής δύναμη του πετάγματός της μ' έκαναν να βγάλω μια φωνή και να χοροπηδήσω από ενθουσιασμό. Μόλις είχα δει ό,τι ωραιότερο μπορεί να δει κανείς από τους πετρίτες, σκέφτηκα. Δεν υπάρχει λόγος να συνεχίσω· δεν θα θελήσω ποτέ να την αναζητήσω ξανά. Φυσικά, δεν ήταν καθόλου έτσι. Ποτέ δεν χορταίνεις.

Ένας από τους μεγαλύτερους σύγχρονους φανς του Πετρίτη, ένας από εκείνους που συνέβαλαν στην επιστροφή του στο προσκήνιο, πενήντα χρόνια μετά, εν μέσω οικολογικής ανησυχίας –όχι όλων σίγουρα αλλά τι σημασία έχει αυτό– υπήρξε ο Ρόμπερτ Μακφάρλεϊν. Πριν από τέσσερα χρόνια διάβασα το βιβλίο του, Υπογαία (μτφρ. Μιχάλης Μακρόπουλος, εκδόσεις Μεταίχμιο). Ολοκλήρωνα το τότε κείμενο λέγοντας: Ένα βιβλίο διαφορετικό από ό,τι άλλο είχα διαβάσει. Αυτό το σχόλιο δεν έχει να κάνει με το μη μυθοπλαστικό, αλλά με το περιεχόμενό του. Ο συγγραφέας είχε επισκεφθεί διάφορα μέρη στον πλανήτη, από τους πάγους στον Βόρειο Πόλο μέχρι τις κατακόμβες του Παρισιού, και είχε καταγράψει την οριακή –τουλάχιστον, για εμάς τους μη ριψοκίνδυνους ταξιδευτές– εμπειρία του. Αν κάτι τότε με είχε ενοχλήσει, αυτό ήταν η κάπως γλυκερή ενίοτε γλώσσα που χρησιμοποιούσε, είχα, τότε, σκεφτεί πως ίσως ήταν θέμα της μετάφρασης. Διαβάζοντας τον Πετρίτη, μια ξεκάθαρη, ομολογημένη επιπλέον από τον ίδιο, επιρροή, μπορώ να υποθέσω πως και το πρωτότυπο κείμενο έπασχε από τη γλυκερή γεύση που εκείνη η ανάγνωση άφησε στον ουρανίσκο μου.

Ένα ακόμα νήμα ξεπετάχθηκε μπροστά μου: η Μαρία Ξυλούρη και Η νυχτερινή βάρδια του καλλιγράφου, το πάθος με το οποίο μιλούσε για βιβλία που είχαν να κάνουν με πουλιά και την παρατήρησή τους, η συμβολή της στην έκδοση της Υπογαίας, δεν το θυμάμαι αλλά είμαι σίγουρος πως θα είχε αναφερθεί, ανάμεσα σε άλλα, και στον Πετρίτη.

Επιστρέφοντας στο βιβλίο και κλείνοντας το κείμενο αυτό, νιώθω την επιθυμία να αναφερθώ στο πάθος του Μπέικερ για να διευκρινίσω, αν όντως χρειάζεται, πως είναι καθάριο και απαλλαγμένο από διάθεση για διδαχή, για προσηλυτισμό, για επίδειξη. Ανόθευτος και πηγαίος ο ενθουσιασμός του, η προσήλωσή του όμοια με εκείνη κάθε ενός που έχει ένα ειδικό ενδιαφέρον, για εκείνον καθοριστικό και προφανές, και αφήνεται σε αυτό, αντλώντας πρώτιστα ο ίδιος ικανοποίηση από την παρατήρηση και εν συνεχεία από τη γραφή, που λειτουργεί ως ολοκλήρωση της εμπειρίας, το είδος του ερασιτέχνη που τόσο μοιάζει να εκλείπει στις μέρες μας, εκείνου που έλκεται από το πάθος του όπως τα έντομα από το φως. Και αυτό υπήρξε για μένα ο συνδετικός ιστός με το βιβλίο, το πάθος για κάτι που ποσοτικά δεν μπορεί να καταστεί σημαντικό, ειδικά σε μια εποχή όπως η σημερινή, όπου οι αγορές ρυθμίζουν τα δήθεν πάθη και ενδιαφέροντα, και όμως είναι.

Χωρίς να έχω διαβάσει το πρωτότυπο, νιώθω πως η μετάφραση της Ζαχαριάδου υπήρξε υποδειγματική παρά την προφανή δυσκολία να πατήσει κανείς ταυτόχρονα στη βάρκα του μη μυθοπλαστικού και τεχνικού και σε εκείνη της λεπτής λογοτεχνικής αποτύπωσής τους.

(το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα) 

υγ. Για την Υπογαία περισσότερα θα βρείτε εδώ, για το πολύ καλό και αδικημένο μάλλον μυθιστόρημα της Ξυλούρη, Η νυχτερινή βάρδια του καλλιγράφου, εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Μαργαρίτα Ζαχαριάδου
Εκδόσεις Δώμα

Δευτέρα 12 Ιανουαρίου 2026

Ανοίξτε, ουρανοί - Seán Hewitt

Απόφαση με την πρώτη ματιά, να διαβάσω τώρα το βιβλίο αυτό, χωρίς να ξέρω πολλά, κάπου είχε πάρει το μάτι μου κάτι για μια ερωτική ιστορία που συνέβη χρόνια πριν, κάπως στο μυαλό μου έγινε η σύνδεση, παντελώς αυθαίρετη αρχικά, αν και στη συνέχεια ως δια μαγείας επιβεβαιώθηκε, με τα Τέσσερα ερωτικά γράμματα, αλλά και Το αγόρι από τη θάλασσα, το Ανοίξτε, ουρανοί είναι το πρώτο μυθιστόρημα του Αγγλοϊρλανδού Σον Χιούιτ, που είχε στις αποσκευές του δύο ποιητικές συλλογές, ένα πρωτόλειο, λοιπόν, από μια επικράτεια που παραδοσιακά δίνει καλές ιστορίες αγάπης, από αυτές που όσες και να ειπωθούν, πάντα θα υπάρχει επιπλέον χώρος για μερικές ακόμα.

Ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής, είκοσι χρόνια μετά, θα βρει μια αγγελία για ένα σπίτι προς πώληση στο χωριό που μεγάλωσε, χωρίς δεύτερη σκέψη, χωρίς να δώσει χώρο στη λογική να αναπτύξει τα όποια επιχειρήματά της, θα κλείσει ραντεβού με τη μεσίτρια, θα οδηγήσει ως εκεί, θα τη συναντήσει, θα περιπλανηθεί μαζί της στους χώρους, δεν θα δώσει ιδιαίτερη προσοχή στα όσα εκείνη λέει για να τον πείσει. Το αφηγηματικό παρόν, οι σκόρπιες σκέψεις του αφηγητή, πράγματα για εκείνον γνωστά, βιωμένα, για τον αναγνώστη ακόμα άγνωστη γη, παρότι μπορεί να υποψιαστεί με ευκολία πως κάτι υπήρξε εκεί, κάτι συνέβη σε εκείνο το σπίτι, τότε παλιά, το αφηγηματικό παρόν, λοιπόν, θα το διαδεχθεί μια εκτενής ανάληψη από το παρελθόν, ο αφηγητής θα πιάσει το νήμα από την αρχή, θα συνοδεύσει τον αναγνώστη σε εκείνο το μονοπάτι.

Δεν υπάρχει τίποτα το πρωτότυπο ούτε ως προς το περιεχόμενο ούτε ως προς την κατασκευή, η ανάληψη μιας ερωτικής ιστορίας δύο εφήβων, του Τζέιμς, όπως ονομάζεται ο αφηγητής, που κάποια στιγμή συνειδητοποίησε την έλξη του για το ίδιο φύλο, συνειδητοποίηση που καθόρισε εν πολλοίς τη ζωή του σε εκείνη τη μικρή επαρχία, με τους δικούς της νόμους και κανόνες, εκεί που όλοι γνωρίζουν όλους, εκεί που το μυστικό είναι απλά κάτι που οι άλλοι δεν συζητάνε μπροστά σου, παρότι ξέρεις, το ξέρεις καλά, πως γνωρίζουν και κρίνουν και γελούν στα κρυφά, και του Λουκ, που ζει με μια οικογένεια αναδοχής, μετά τον χωρισμό των γονιών του, μια συνθήκη προσωρινή, αφού πάντα υπάρχει το ενδεχόμενο ο πραγματικός του πατέρας να εμφανισθεί και να τον πάρει μαζί του. 

Μια ερωτική ιστορία που στιγμάτισε τον Τζέιμς, παρότι ένας εφηβικός έρωτας πάντοτε έχει κάτι το αφελές για τους ενήλικες, που υποτιμούν ως παιδιαρίσματα και σαχλαμάρες όλα αυτά, το μυαλό και η καρδιά των εφήβων, λένε, έχει τρομακτική ροπή προς το μελόδραμα και την υπερβολή, σαν εκείνοι ποτέ να μην υπήρξαν έφηβοι, ποτέ ερωτευμένοι έφηβοι, σαν να μην ένιωσαν ποτέ πως βρίσκονται στο τέλος του κόσμου. Η ένταση του στίγματος αυτού είναι διάχυτη στην αφήγηση, στην ανάληψη της παλιάς αυτής ιστορίας, και αυτή η διάχυτη ένταση είναι που βάζει πλάτες στο μάλλον χαζό αλλά συχνό ερώτημα του γιατί κάποιος να διηγηθεί μια ιστορία γνώριμη μέσες άκρες, όσο και αν ο τόπος, ο χρόνος και τα πρόσωπα είναι διαφορετικά, στον πυρήνα της δεν παύει να είναι γνώριμη και οικεία. Ο Χιούιτ πετυχαίνει να παραμείνει σε υψηλές εντάσεις, να μη φοβηθεί ο αφηγητής το συναίσθημά του, να μη φοβηθεί τα πλήγματα της αναπόλησης, της αναβίωσης εκείνων των μηνών.

Οι κουήρ ιστορίες ενηλικίωσης, αρκετές τα τελευταία χρόνια, που συνήθως περιλαμβάνουν και ένα στοιχείο ερωτικής ιστορίας, έχουν την τάση να κινούνται στις επικράτειες του θυμού, ενός θυμού ολοκληρωτικού, ενάντια σε όσους και όσα τους συμπεριφέρθηκαν με άσχημο τρόπο εξαιτίας της σεξουαλικότητάς τους, θυμός απέναντι στην οικογένεια και τη μικρή επαρχία, στη στενομυαλιά των συντοπιτών, την ανακούφιση που ακολουθεί τον θυμό, την ανακούφιση της φυγής, οριστικής συνήθως, για μια μεγαλύτερη πόλη εκεί όπου ένα νέο ξεκίνημα μοιάζει να είναι εφικτό, παρότι το παρελθόν είναι μια αποσκευή που δεν μπορούμε απλώς να ξεχάσουμε στον χώρο υποδοχής ενός σταθμού. Εδώ, στο Ανοίξτε, ουρανοί αυτός ο θυμός υποβόσκει, σίγουρα υπάρχει αλλά δεν κυριαρχεί, αυτό είναι κάτι το οποίο με απασχόλησε, αρχικά μου έκανε εντύπωση, σαν κάτι να έλειπε, προσπάθησα να το παρατηρήσω κατά την προώθηση της πλοκής, να το επιβεβαιώσω, έχει ενδιαφέρον πώς ο θυμός έχει ταυτιστεί μέσα μου με την ειλικρίνεια και την αληθοφάνεια κάθε ιστορίας όπως αυτή, σε τέτοιο βαθμό που πια δεν τη θεωρώ κάποιου είδους συναισθηματική καθοδήγηση, πόσο μάλλον εκβιασμό, αλλά αποτελεί ένα ζητούμενο, κάτι που έχει κυρίαρχη θέση στον εκάστοτε αυθαίρετα υψωμένο ορίζοντα προσδοκιών.

Σκέφτηκα πως ίσως αυτό έχει να κάνει με το ποιητικό υπόβαθρο του Χιούιτ, με τον τρόπο ενός ποιητή να αποτυπώνει το ρεαλιστικό στοιχείο, κάτι τέτοιο εκτίμησα πολύ στο δεύτερο μυθιστόρημα του Όσεαν Βουονκ, τον τρόπο με τον οποίο αποτύπωνε τον σκληρό ρεαλισμό εκείνης της αμερικανικής γωνιάς, χωρίς να απολύει την ποιητική του ταυτότητα, προσφέροντας έτσι μια διαφορετική ματιά σε κάτι που θεωρείται γνώριμο. Στην πορεία, σκέφτηκα επίσης πως αυτή η απόφαση εξυπηρετεί και την εξιστόρηση του εφηβικού εκείνου έρωτα, την ένταση και τον ολοκληρωτικό της χαρακτήρα για τον αφηγητή, εκείνο το κλισέ που λέει πως από όταν τον αντίκρισε τίποτα άλλο δεν είχε σημασία παρά το να είναι μαζί του. Και ενώ η ποιητικότητα, τόσο άσχημα χρησιμοποιημένη κατά καιρούς και τόπους, που συχνά αφήνει ένα λίγωμα ως επίγευση, εδώ λειτούργησε περίφημα, ακριβώς γιατί ήρθε και κούμπωσε αρμονικά με την ένταση του συναισθήματος και της αναπόλησής του, δημιουργώντας ένα αντιστικτικό ώρες και στιγμές ζεύγος, που καθόρισε το σύνολο της κατασκευής, που την έκανε να ξεχωρίσει, να αναδυθεί με το δικό της αποτύπωμα παρότι το χωράφι και ο σπόρος έμοιαζαν να είναι εκ των προτέρων γνωστοί.

Η αναλυτική ανάληψη του παρελθόντος που ακολουθεί την παρορμητική και έντονα συναισθηματική απόφαση του αφηγητή να ταξιδέψει πίσω σε εκείνο το χωριά της Βόρειας Αγγλίας ώστε να δει το προς πώληση σπίτι, στο οποίο άλλοτε έμενε ο Λουκ, η άνιση έκταση της ανάληψης σε σχέση με το παρόν της αφήγησης, για το οποίο μόλις στο τέλος μαθαίνουμε δύο πράγματα, λειτουργεί επίσης σαν ένα ανάστροφο παγόβουνο. Ο Χιούιτ ποντάρει στην ένταση της τότε ιστορίας, καθόλου δεν τον ενδιαφέρει να πείσει, ωστόσο η αφήγηση χρειάζεται πειστικότητα, σε αυτό το μάλλον οξύμωρο σχήμα, δεν προβαίνει σε αναλογίες ένα προς ένα, δεν έρχεται να απλώσει το παρόν και το παρελθόν δίπλα δίπλα για να συγκρίνει, δεν λεπτολογεί στον τρόπο με τον οποίο έκτοτε η ζωή του καθορίστηκε από εκείνη την ιστορία, απόφαση, κατά τη γνώμη μου, καθοριστική, ως προς τη συνολική λειτουργία της πλοκής, που κρατά το αναγνωστικό βλέμμα προσηλωμένο στην ερωτική ιστορία, επιλέγοντας να αφήσει να εννοηθεί το μετά παρά το τότε. Έτσι, είναι στο χέρι του αναγνώστη αν θα πειστεί πως η ιστορία εκείνη θα μπορούσε να είναι τόσο καταλυτική ή όχι και η στάση απέναντι σε αυτό το ερώτημα δεν μπορεί, κάτι θα λέει για εκείνον τον αναγνώστη, η μυθοπλασία, άλλωστε, άλλο δεν είναι παρά μια σύμβαση με τις δικές της ιδιαιτερότητες, σε έναν κόσμο πλήρους απομάγευσης και σαρώματος της αυστηρής λογικής.

Συμπερασματικά, το Ανοίξτε, ουρανοί είναι ένα καλογραμμένο βιβλίο με κάποιες πρόδηλες αρετές, που δεν προκαλεί τη δυσφορία της επανάληψης ενός γνώριμου αφηγηματικού μοντέλου. Ο Χιούιτ, στο πρωτόλειό του, συνεχίζει να κρατά την ποιητική σκευή του, μετατρέποντάς την σε πρόζα που ισορροπεί με σχετική άνεση στον λυρισμό και δεν προκαλεί λίγωμα στον ουρανίσκο, έχει μια καλή ιστορία να αφηγηθεί και το κάνει.

υγ. Για τα Τέσσερα ερωτικά γράμματα περισσότερα μπορείτε να βρείτε εδώ, για το βιβλίο του Βουόνγκ, Ο Aυτοκράτορας της Xαράς, εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Κατερίνα Σχινά
Εκδόσεις Στερέωμα

Σάββατο 22 Νοεμβρίου 2025

Τροχιές - Samantha Harvey

Η Σαμάνθα Χάρβεϊ, γεννημένη το 1975 στο Κεντ της Αγγλίας, τιμήθηκε με το πρόσφατο Βραβείο Μπούκερ, για το μυθιστόρημά της Τροχιές. Με άμεσα αντανακλαστικά και παραδίδοντας τη μεταφραστική μπαγκέτα στον έμπειρο Γιώργο Κυριαζή, το βιβλίο κυκλοφόρησε πρόσφατα και στα ελληνικά από τις εκδόσεις Gutenberg, που πρόσθεσαν έτσι ένα ακόμα στολίδι στην Aldina, την περιώνυμη σειρά σύγχρονης λογοτεχνίας, που εν καιρώ φιλοδοξεί να μετατραπεί σε κλασική.

Έξι αστροναύτες, από αντίστοιχες χώρες, περιστρέφονται σε τροχιά γύρω από τη γη, πλήρωμα ενός δορυφόρου και η Χάρβεϊ, μέσω ενός παντεπόπτη  αφηγητή, αποτυπώνει ένα εικοσιτετράωρό τους. Αυτή είναι η υπόθεση του βιβλίου, απλά και περιεκτικά δοσμένη. Παρότι το Μπούκερ είναι ένα βραβείο που διαχρονικά μου ταιριάζει αναγνωστικά, η αλήθεια είναι πως η παραπάνω περιγραφή μού γέννησε διάφορες αμφιβολίες, κυρίως γιατί αδυνατούσα να διακρίνω πώς με ένα τέτοιο (αρκετά τεχνικό) πρωτογενές υλικό η συγγραφέας θα κατόρθωνε να παράξει μυθοπλασία αξιώσεων. Με φόβισε επίσης και εκείνο το απόσπασμα από το σκεπτικό της επιτροπής βράβευσης: «Ένα γράμμα αγάπης προς την ανθρωπότητα και τον πλανήτη μας, αλλά και ένα βιβλίο που αναγνωρίζει, με βαθιά συγκινητικό, τρόπο, την αξία κάθε ανθρώπινης ζωής».

Και όμως, λίγες σειρές αρκούσαν για να παρασύρουν στο διάβα τους την όποια αμφιβολία. Το πρώτο συναίσθημα, δυνατό πλην όμως αναπάντεχο, υπήρξε η αβίαστη και δυσδιάκριτης πηγής συγκίνηση, καθώς το φως του προβολέα στρεφόταν πότε στο ένα και πότε στο άλλο μέλος του πληρώματος. Η απόσταση, γύρω στα τετρακόσια χιλιόμετρα, από τον πλανήτη, εκεί που οι αστροναύτες άφησαν πίσω τους τη γήινη πραγματικότητά τους, η διαρκής περιστροφή, δεκαέξι ανατολές και δύσεις του ηλίου μέσα σε ένα εικοσιτετράωρο, η εναλλαγή των εποχών και του τοπίου, η έλλειψη βαρύτητας, η άδεια εικόνα της γης στο φως, η ανθρώπινη παρουσία στο σκοτάδι, η καθημερινή ρουτίνα, η επικοινωνία με το διαστημικό κέντρο αλλά και τους ανθρώπους τους, οι σκέψεις και οι αναμνήσεις, το καθήκον, η υλοποίηση ενός παιδικού ονείρου: όταν μεγαλώσω θα γίνω αστροναύτης.

Εν μέσω επικράτησης ενός δυστοπικού λογοτεχνικού περιβάλλοντος –περιβαλλοντικά, πολιτικά και κοινωνικά–, η Χάρβεϊ, χωρίς να κάνει χρήση κάποιου ευρήματος από τον καμβά της σκληρής επιστημονικής φαντασίας, αφήνει τον πλανήτη και τοποθετεί τη δράση του μυθιστορήματός της σε τροχιά γύρω του. Το εύρημα αυτό αποδεικνύεται λειτουργικό και εν τέλει θελκτικό γιατί η συγγραφέας καταφέρνει να ισορροπήσει ανάμεσα στην απαραίτητη τεχνική του φύση και τη λογοτεχνία. Πείθει, κάποιον τουλάχιστον με συγκεκριμένες γνώσεις περί διαστημικής, πως γνωρίζει γιατί μιλάει, πως έχει καταναλώσει ώρες έρευνας ώστε να ενισχύσει την αληθοφάνεια της συνθήκης διαβίωσης. Αυτό το τεχνικό μέρος είναι ο σκελετός του μυθιστορήματος, από μόνος του γοητευτικός, πλην όμως ανίκανος να σταθεί αυτόνομα με λογοτεχνικές αξιώσεις.

Τον εναπομείναντα χώρο, η συγγραφέας τον γεμίζει δεξιοτεχνικά, ήπια και χωρίς αχρείαστες κραυγές, με ένα μείγμα ανθρωπινότητας, χωρίς να υποκύπτει στην ευκολία και την υπερβολή του εξωτικού χωροχρόνου. Τα έξι πρόσωπα, δεδομένης της οριακής για το ανθρώπινο μυαλό συνθήκης, μεταφέρουν στην παρουσία τους εκεί τον εαυτό τους, τα κύρια συστατικά από τα οποία αποτελείται, τις αναμνήσεις και τα συναισθήματά τους, δηλαδή. Εκεί φύεται και καρπίζει η συγκίνηση στην οποία αναφέρθηκα παραπάνω, στη θέα που κόβει την ανάσα, επίσης. Προσπερνώντας μια ακόμα φαινομενική ευκολία, η Χάρβεϊ συντάσσει αυτό το «γράμμα αγάπης» χωρίς να αναλώνεται σε μεγαλοστομίες, χωρίς να λιγώνει τον αναγνώστη, χωρίς διάθεση διδακτική, χωρίς υπερβολική ιδεολογική κατήχηση, χωρίς καταφυγή στο προφανές.

Ο παντεπόπτης αφηγητής, που ακολουθεί τα πρόσωπα εναλλάσσοντας τη σκόπευσή του όσο εκείνα είναι ξύπνια, όταν την ορισμένη ώρα αποσυρθούν για ανάπαυση, προσπαθώντας να διατηρήσουν έναν κιρκάδιο ρυθμό, απομένει μόνος του να παρατηρεί από τα παράθυρα τον πλανήτη σε έναν απολαυστικό, υψηλής λογοτεχνικής αξίας, ζηλευτής έμπνευσης και εκτέλεσης, μονόλογο, ένα ιδανικό κλείσιμο ενός υπέροχου βιβλίου.

Εν ολίγοις, οι Τροχιές είναι ένα δείγμα πολύ καλής λογοτεχνίας, που δεν καταπλακώνεται μήτε από το κεντρικό εύρημα μήτε από την τεχνική του φύση, αλλά πετυχαίνει να τα μπολιάσει με την παιδική απλότητα της ανθρώπινης σκέψης κοιτάζοντας τον βραδινό ουρανό. Ένα βιβλίο που απευθύνεται σ' ένα μεγάλο μέρος του αναγνωστικού κοινού· με τον τρόπο του οικουμενικό και διαχρονικό, ευφυώς σύνθετο και απλό, ταυτόχρονα, λογοτεχνικά στρατευμένο, σίγουρα.

(το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών)

υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ! 

Μετάφραση Γιώργος Κυριαζής
Εκδόσεις Gutenberg

Σάββατο 18 Οκτωβρίου 2025

Συνάντηση - Natasha Brown

Πρέπει να το σταματήσεις αυτό, είπε εκείνη. Τι να σταματήσω, είπε εκείνος, δεν κάνουμε τίποτα. Ήθελε να τον διορθώσει. Δεν υπήρχε εμείς. Υπήρχε εκείνος, το υποκείμενο, και εκείνη, το αντικείμενο, αλλά της αποκρίθηκε, κοίτα, δεν υπάρχει λόγος ν' αρπάζεσαι για το τίποτα.

Το οπισθόφυλλο της Συνάντησης κατάφερε να μου δημιουργήσει ταυτόχρονα προσδοκίες και σκεπτικισμό. Προσδοκίες γιατί έμοιαζε να ανήκει σε μια σύγχρονη λογοτεχνία την οποία όσο μπορώ ακολουθώ και συνήθως απολαμβάνω, σκεπτικισμό γιατί νιώθω πως, αργά ή γρήγορα, η μανιέρα στη λογοτεχνική αυτή παραγωγή αναπόφευκτα θα (με) κουράσει. Οι παραπάνω πρώτες γραμμές ωστόσο στάθηκαν ικανές να βαρύνουν την πλευρά των προσδοκιών.

Το κεντρικό πρόσωπο της ιστορίας αυτής, πότε υποκείμενο και πότε αντικείμενο της αφήγησης,  πότε παρατηρήτρια και πότε παρατηρούμενη, κόρη Αφρικανών μεταναστών, Αγγλίδα η ίδια, όχι απλώς και μόνο στα χαρτιά, επενδύει στην κοινωνική αφομοίωση και ανέλιξη μέσω της επαγγελματικής οδού, αρπάζει κάθε δυνατότητα που το εκπαιδευτικό σύστημα της προσφέρει, παρότι της λείπει το προνόμιο, εισέρχεται σε ένα αιματηρά ανταγωνιστικό περιβάλλον όπως αυτό των υψηλόβαθμων τραπεζικών στελεχών. Έρχεται αντιμέτωπη με πλήθος εμποδίων, με επιμονή και υπομονή τα υπερπηδά, οι συνάδελφοί της αποδίδουν την εξέλιξή της σε μια θετική διάκριση, είναι αναμενόμενο, λένε, να πάρει την προαγωγή μια μαύρη γυναίκα, έτσι το σύστημα καθησυχάζει τις φωνές περί ισότητας και ισονομίας, μια διάκριση, λένε, είναι αυτή, ένα προνόμιο, μια κατάφωρη αδικία.

Η ερωτική σχέση της με έναν λευκό προνομιούχο φέρνει στην επιφάνεια μια σειρά από στερεότυπα και συσχετισμούς δυνάμεων, η ειλικρίνεια των συναισθημάτων του δοκιμάζεται, ο χαρακτήρας της σχέσης, το υπέδαφος και τα θεμέλια, ο περίγυρός του εν πολλοίς θεωρεί πως σύντομα θα αντιληφθεί το συμφέρον του, θα χωρίσει και θα βρει μια ισάξια με αυτόν και την τάξη του σύντροφο, η συνάντηση στο ευρύχωρο και πολυτελές σπίτι των γονιών του με αφορμή τον εορτασμό μιας πολύχρονης επετείου της προκαλεί πίεση, πώς όχι, ό,τι και αν λέει το βιογραφικό της, όσα ψηφία και αν διαθέτει ο μισθός της, εκείνη, στα μάτια τους, εξακολουθεί να είναι μια μαύρη γυναίκα. Τα ανησυχητικά αποτελέσματα μιας εξέτασης ρουτίνας την παραλύουν, δεν ξέρει πώς να αντιδράσει, αντανακλαστικά σκέφτεται πως δεν θα κάνει τίποτα, ό,τι είναι να γίνει ας γίνει.

Η συνοπτική αυτή περίληψη επιβεβαιώνει τη συγγένεια με το σώμα μιας διαδεδομένης, στις μέρες μας κυρίως, λογοτεχνίας φύλου και φυλής, ένα γνώριμο περιβάλλον που κλείνει το μάτι στο βίωμα. Η ανάγνωση δεν σκόνταψε σε αυτή την ομοιότητα, οι σκέψεις που προηγήθηκαν επανήλθαν μετά το πέρας της. Αυτός είναι ένας ξεκάθαρος πόντος που το ολιγοσέλιδο αυτό μυθιστόρημα της Νατάσα Μπράουν λαμβάνει, καθοριστικός ώστε η ανάγνωση να μετατραπεί σε κείμενο και να μην αφεθεί στο έμπλεο αδιαφορίας περιθώριο. Επανερχόμαστε στο κλισέ σχετικά με την αξία του τρόπου αφήγησης έναντι του περιεχομένου αυτής. Γιατί αυτός, παρότι πιθανά παρωχημένος και πολυχρησιμοποιημένος, είναι που διακρίνει τη Συνάντηση σε σχέση με τα υπόλοιπα παράγωγα της σύγχρονης τάσης των πάσης φύσεως σεμιναρίων δημιουργικής γραφής που ακολουθούν κατά πόδας τις απαιτήσεις της λογοτεχνικής βιομηχανίας, που απαιτεί την παρουσία μιας σειράς συστατικών ικανών να κομίσουν πωλήσεις, το περιβόητο τικάρισμα στα αντίστοιχα κουτάκια: φύλο, φυλή, μετα–αποικιοκρατία, σεξουαλικότητα, αυτομυθοπλασία, κλιματική αλλαγή κ.τ.λ. Αρκετά από αυτά είναι παρόντα εδώ.

Η Μπράουν δεν επενδύει στη διάχυτη ανάγκη να ειπωθεί αυτή η ιστορία ώστε να δικαιολογήσει την ύπαρξή της. Επιλέγει ένα μονοπάτι πιο επίφοβο, μια αφήγηση ελλειπτική και αλληλοκαλυπτόμενη, που ωστόσο δεν προκαλεί σύγχυση και αναγνωστικό εκνευρισμό, αλλά αποδεικνύεται αρκούντως λειτουργική ως αφηγηματικό όχημα και συνολική κατασκευή, χωρίς να υποτάσσεται αμαχητί σε μια αποστειρωμένη εγκεφαλικότητα. Ένα διαρκές παρόν, χωρίς πριν και μετά, χωρίς μπρος και πίσω, έτσι όπως όλα δείχνουν να συμβαίνουν ταυτόχρονα, όλα τα μονοπάτια να καταλήγουν στο ίδιο σημείο και από αυτό να εκκινούν. Καλοξεψαχνισμένο περιεχόμενο που δεν φυλλορροεί και δεν πλατιάζει εκτρέποντας τον βηματισμό, αλλά προσφέρει την απαραίτητη συνοχή και το διακριτό ύφος.

Γιατί μπορεί σε σύγκριση με το κυρίως σώμα της λογοτεχνίας, η Συνάντηση να μην κομίζει κάτι το αναπάντεχα ξεχωριστό και πρωτότυπο, στο υποείδος ωστόσο που ανήκει ως ένα βαθμό το κάνει, γι' αυτό και τελικώς ξεχωρίζει ανάμεσα σε μια υπό διαμόρφωση επικίνδυνη και αναμενόμενη ομοιογένεια. Καθοριστική, επίσης, αποδεικνύεται η απουσία συναισθηματικής καθοδήγησης ή εκβιασμού, η φωνή, σε πρώτο ή τρίτο πρόσωπο, δεν απαιτεί να ακουστεί σε μια ένταση που δεν έχει το προνόμιο να το κάνει, που θα ξένιζε, δεν θα έπειθε και δεν θα μακροημέρευε, μια ακόμα φωνή σ' έναν θορυβώδες από τις κραυγές των πωλητών παζάρι. Παραμένει χαμηλόφωνη και εσωτερική, γεμάτη από την επίγνωση της μοναξιάς απέναντι στον έξω κόσμο που, παρά τη φαινομενική της ανέλιξη, κανείς δεν της επιτρέπει στιγμή να ξεχάσει ποια είναι και από πού προέρχεται, ποιες είναι οι ρίζες και οι περιορισμοί της, το καρότο που μετεωρίζεται μπροστά της και κάνει το μαστίγιο αναγκαίο κακό. Δεν απαιτεί αλλά ταυτόχρονα δεν επαιτεί λίγα κέρματα.

Και αν δεν φωνάξεις πώς περιμένεις να ακουστείς; Μία ερώτηση που απαντάται με ερώτηση: Και τι πραγματικά θα κερδίσω αν για μια και μόνη στιγμή ακουστώ;

Αυτή είναι η κρίσιμη απάντηση, που επεκτείνεται και στη λογοτεχνική αρένα στην οποία το βιβλίο εμφανίζεται. Πρόσκαιρη προσοχή, μια ακόμα φωνή ανάμεσα σε τόσες άλλες, μια ακόμα γονυκλισία, μια ακόμα ψευδαίσθηση πως ο προβολέας στρέφεται πια και έξω από τον κανόνα του προνομίου, πως το βήμα παραχωρείται χωρίς όρους και υστεροβουλία, από μια βασισμένη στην ενοχή παραδοχή της αδικίας χρόνων. Σε αφήνουν να μιλήσεις επειδή είσαι μια μαύρη γυναίκα και όχι γιατί έχεις κάτι να πεις, αυτό είναι το κύμα τώρα, μην περνιέσαι για καμιά ξεχωριστή, και αν δεν το λένε, το καθιστούν με τον τρόπο τους ξεκάθαρο και προφανές.

Η Μπράουν, συνειδητά ή μη, επιχειρεί να ισορροπήσει σε ένα τεντωμένο σκοινί, να μην πέσει και τσακιστεί σε εκείνο που περιμένουν από αυτή, ένα ακόμα ανδρείκελο ισοτιμίας, αλλά να χρησιμοποιήσει την ευκαιρία, τι και αν είναι περιστασιακή, τίποτα δεν έχει κατακτηθεί ακόμα, κανένα προνόμιο δεν έχει καταπέσει, καμία αδικία δεν έχει επανορθωθεί, όχι οριστικά, όχι αμετάκλητα, η μάχη είναι σε εξέλιξη. Εκείνη την καίνε αυτά που προτίθεται να αφηγηθεί, δεν είναι μόδα, δεν είναι παροδικά, είναι η ταυτότητά της, ο τρόπος με τον οποίο στέκεται και ζει, όχι απαραίτητα υπό ιδεολογική στράτευση, αυτά που έχει να πει δεν ζέχνουν θεωρία αλλά μυρίζουν ζωή.

Η Συνάντηση είναι ένα ακόμα λιθαράκι σε ένα υπό διαμόρφωση μονοπάτι, μια απόπειρα να διαπλατυνθεί αυτός ο παραπόταμος, να μη λιμνάσει, να αποκτήσει λόγο ύπαρξης στο σύστημα γύρω από την κυρίως λογοτεχνική ροή, να αφομοιωθεί διακριτά και να μην απορροφηθεί, να μη στερέψει όταν το κύμα αλλάξει κατεύθυνση και η μόδα μεταβληθεί. Τέτοια βιβλία, όπως αυτό, είναι με τον τρόπο τους σημαντικά, τέτοιες απόπειρες είναι καθοριστικές έναντι στη στασιμότητα που αρκετοί, τρίβοντας τα χέρια τους, προσμένουν και ελπίζουν.

Συχνά, ένα πρωτόλειο έργο, όπως αυτό, μοιάζει με μια δοκιμή· ένα, δύο, τρία, τέσσερα, τέσσερα, ακούγομαι, ναι, ακούγεσαι. Ο κόσμος σιγά σιγά μαζεύεται τριγύρω, διάφοροι περαστικοί από περιέργεια στέκονται, ρωτούν τι και πώς, επαναλαμβάνουν το όνομα κάποιοι σπεύδουν να το σημειώσουν, αναρωτιούνται: τι έχει μετά;

(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα) 

υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ
 
Μετάφραση Βαγγέλης Τσίρμπας
Εκδόσεις Gutenberg

Πέμπτη 25 Σεπτεμβρίου 2025

Η απόδειξη της αθωότητάς μου - Jonathan Coe

Ο Τζόναθαν Κόου, ένας από τους αγαπημένους τού ελληνικού κοινού, επέστρεψε με νέο βιβλίο, το οποίο πρόσφατα κυκλοφόρησε και στα μέρη μας, πάντα από τις εκδόσεις Πόλις και σε καλή μετάφραση της Άλκηστις Τριμπέρη. Οι κριτικές της αγγλικής έκδοσης πλημμύριζαν με προσδοκίες τους φανατικούς του αναγνώστες, κάνοντας λόγο για έναν Κόου από τα παλιά, σε μεγάλη και παιγνιώδη φόρμα, δυστυχώς εμπνευσμένο από τη σύγχρονη κοινωνικοπολιτική κατάσταση στη Μεγάλη Βρετανία. Συμβαίνει, ωστόσο, με τους συγγραφείς που αγαπάμε να είμαστε πιο αυστηροί και απαιτητικοί, να μην αποφεύγουμε τις ενδοεργογραφικές συγκρίσεις. Προσδοκίες και επιφυλάξεις πριν την ανάγνωση, λοιπόν.

Ο κοινωνικοπολιτικός άξονας, πότε λιγότερο και πότε περισσότερο, αποτελεί διαχρονικά βασικό δομικό παράγοντα στη μυθοπλασία τού γεννημένου το 1961 συγγραφέα. Σ' αυτόν οφείλεται η φήμη του, πέρα της λογοτεχνικής αξίας των έργων του, για την οξυδερκή και προοδευτική ματιά του στα χρόνια που ακολούθησαν την άνοδο της Θάτσερ στην εξουσία, άλλωστε τα βιβλία του, και κυρίως το Τι ωραίο πλιάτσικο, αποτελούν συχνή απάντηση αρκετών πολιτικών στην ερώτηση ποιο είναι το αγαπημένο τους βιβλίο.

Λίγα λόγια για την υπόθεση: Η Φιλ, μετά το τέλος των σπουδών της, επιστρέφει στο πατρικό της, στο παλιό της δωμάτιο, χωρίς ξεκάθαρο πλάνο πλοήγησης, πιάνει –μια προσωρινή μέχρι αποδείξεως του εναντίου– δουλειά σ' ένα ιαπωνικό εστιατόριο στο αεροδρόμιο του Χίθροου, αρκούντως χειρωνακτική και ρουτινιάρικη, ώστε να μην σκέφτεται πολύ, κοπιαστική επίσης, ώστε να μη δυσκολεύεται να κοιμηθεί τα βράδια. Η αντίδραση ενός άντρα ταξιδιώτη στο ασανσέρ θα τη θυμώσει· ένα απλό, ίσως μικρό, πλην όμως χαρακτηριστικό παράδειγμα mansplaining. Ως τότε ποτέ της δεν είχε σκεφτεί να γράψει, το περιστατικό αυτό της γεννά αυτή την επιθυμία. Πώς, όμως, ξεκινά κανείς να γράφει;

Η ανάγνωση του Η απόδειξη της αθωότητάς μου σύντομα δείχνει πως ο Κόου βρίσκεται σε δαιμονιώδη φόρμα, σε τρελά κέφια. Παρότι το έντονο κοινωνικοπολιτικό στοιχείο είναι ιδιαιτέρως παρόν· η διαδρομή μέσω της οποίας ένα περιθωριακό think tank βρήκε χώρο στα κορυφαία ακαδημαϊκά ιδρύματα και έφτασε μέχρι την πολιτική επικράτηση στη δεύτερη δεκαετία του εικοστού πρώτου αιώνα με τα αποτελέσματα του δημοψηφίσματος για την έξοδο της χώρας από την Ευρωπαϊκή Ένωση να το αποδεικνύουν χαρακτηριστικά· ο βρετανικός τραμπισμός στο πρόσωπο του Μπόρις Τζόνσον· το αποτύπωμα στο σήμερα με την άλωση κάθε κρατικής και δημόσιας δομής, με προεξέχουσα αυτή του Εθνικού Συστήματος Υγείας· η κατακρήμνιση του βιοτικού επιπέδου και το άνοιγμα της ψαλίδας μεταξύ των λίγων και των πάρα πολλών. Παρά τον γνώριμο κοινωνικοπολιτικό χαρακτήρα, λοιπόν, ο Κόου διαφεύγει της δικής του πεπατημένης και δοκιμάζει κάτι πιο σύνθετο και συνάμα παιγνιώδες αφηγηματικά.

Αν επιχειρήσει κανείς να κατατάξει με αυστηρά ειδολογικά κριτήρια το Η απόδειξη της αθωότητάς μου, τότε θα τα βρει μάλλον σκούρα και αυτό γιατί το μυθιστόρημα αυτό εμπεριέχει στοιχεία αυτομυθοπλασίας, αστυνομικού μυθιστορήματος και campus novel, την ώρα που ένα υπό συγγραφή μυθιστόρημα είναι εγκιβωτισμένο εντός του μυθιστορήματος, ενώ και οι διακειμενικές αναφορές στο έργο ενός παραγνωρισμένου συγγραφέα της δεκαετίας του '80 κατέχουν εξέχουσα θέση στην κεντρική πλοκή. Ταυτόχρονα, με τρόπο που φανερώνει την αγάπη του και την πίστη του στη λογοτεχνία και στη λειτουργία της, τρόπο διόλου ελιτίστικο, αφοριστικό ή διδακτικό, ο Κόου δεν διστάζει να υπονομεύσει, ενίοτε και τον ίδιο του τον εαυτό.

Και αυτή η παιγνιώδης διάθεση του Κόου έρχεται να λειτουργήσει παρηγορητικά, ίσως και απολογητικά, σ' έναν σημερινό κόσμο βυθισμένο στον διάχυτο ζόφο, όπου η θατσερική απουσία εναλλακτικής μοιάζει να επιβεβαιώνεται εν τοις πράγμασι και όχι με την επιβολή της εξουσίας. Η γενιά του Κόου, που βρέθηκε στα πράγματα την αισιόδοξη δεκαετία του '80, όταν υπήρχε η πίστη για έναν καλύτερο και πιο δίκαιο κόσμο, όταν οι δρόμοι φιλοξενούσαν μάχες σώμα με σώμα, και σύντομα, από απογοήτευση ή (και από) κομφορμισμό υποτάχθηκαν αφήνοντας την επόμενη γενιά γυμνή από έναν ιδεολογικό μανδύα πίστης σ' ένα καλύτερο σήμερα, έρμαιο του ιδιωτεύειν.

Προσοχή ωστόσο, το μυθιστόρημα, η κοινωνικοπολιτική στάση του ίδιου του Κόου δηλαδή, ούτε αιθεροβατεί, δεν έχουμε μια λογοτεχνία αναχωρητική εδώ, ούτε καταβάλλεται από ηττοπάθεια. Πάντοτε η καθημερινή ζωή θα είναι μια πρόκληση, πάντοτε το σήμερα θα μοιάζει πιο δύσκολο και πιο αδιέξοδο από το οριοθετημένο και ήδη βιωμένο χτες, αυτό ωστόσο ούτε κέλευσμα για παραίτηση είναι, ούτε για εφησυχασμό.

Η απόδειξη της αθωότητάς μου είναι μια σημαντική κορυφή στην εργογραφία του Κόου, ιδιαίτερα αν συνυπολογίσει κανείς τη φρεσκάδα στη γραφή και τη σκέψη, τη μη παράδοση στη –συνήθη– συντήρηση μετά τα μισά του μονοπατιού, όταν το νεύρο της νεαρής ηλικίας παρακμάζει και χάνεται ηττημένο.

υγ. Τα πλέον αγαπημένα μου βιβλία του Κόου τα διάβασα πριν αρχίσω να γράφω σε αυτή τη γωνιά. Για μερικά από τα βιβλία του, περισσότερα μπορείτε να βρείτε: Οι νάνοι του θανάτου (εδώ), Expo 58 (εδώ), Αριθμός 11 (εδώ), Μέση Αγγλία (εδώ).  

Μετάφραση Άλκηστις Τριμπέρη
Εκδόσεις Πόλις

Πέμπτη 10 Ιουλίου 2025

Στο φάρο - Virginia Woolf

Η κυκλοφορία αυτή από μόνη της αποτελεί ένα εκδοτικό γεγονός, εξαιτίας και της νέας μετάφρασης δια χειρός Μαργαρίτας Ζαχαριάδου, έκδοση προσεγμένη σε όλα τα επίπεδα, από το εξώφυλλο έως και το επίμετρο, τοποθετημένο ορθά στο τέλος. Και αν για κάποιους, όπως εγώ, ήταν μια τέλεια αφορμή για επιστροφή στη νήσο Σκάυ, χρόνια μετά από εκείνη την πρώτη και τόσο καθοριστική εν γένει επίσκεψη, όταν το σύμπαν της Γουλφ, βιβλίο βιβλίο, απλωνόταν μπροστά μας, καθορίζοντάς μας εν πολλοίς σε πλείστα επίπεδα, ακόμα πιο σημαντικό, θεωρώ, είναι πως μια νέα κυκλοφορία ενός κλασικού και τόσο σημαντικού κειμένου όπως το Στο φάρο, είναι το γεγονός πως δύναται να αποτελέσει μια κολυμπήθρα βάφτισης για νεότερους αναγνώστες. Ζηλεύω, ξεκάθαρα, στη σκέψη της πρώτης περιδιάβασης στον γουλφικό κόσμο.

Ωστόσο, παρότι η ανάγνωση έγινε και τα αυλάκια που εκείνη η πρώτη ανάγνωση είχε σκαλίσει και με τον καιρό είχαν ξεθωριάσει ανοίχτηκαν εκ νέου και βαθύτερα ενώ ταυτόχρονα η διαχρονική επιρροή της Γουλφ φωτίστηκε ακόμα καλύτερα αφού όλα εκείνα τα βιβλία που μεσολάβησαν έκτοτε στο αναγνωστικό μονοπάτι θα ήταν τόσο διαφορετικά αν υποθέσουμε πως θα είχαν γραφτεί, η απόφαση για το αν θα γράψω ένα κείμενο σχετικά με την ανάγνωση αυτή με βασάνισε. Γύρευα το διακύβευμα ενός τέτοιου κειμένου, κάτι περισσότερο από την παραπάνω εισαγωγή, κάτι περισσότερο από μια ημερολογιακή καταγραφή αναγνωστικής επιστροφής.

Σκεφτόμουν πώς θα ήταν αν είχα σπουδάσει αγγλική φιλολογία και είχα διαβάσει στο πρωτότυπο το σύνολο του γουλφικού κόρπους, ενώ παράλληλα θα είχα εξοικειωθεί με την κριτική προσέγγιση μέσα στα χρόνια, την επίδραση στην αγγλοσαξονική και όχι μόνο λογοτεχνία, τη φεμινιστική προσέγγιση και κριτική ανάγνωση, όλα αυτά θα ήταν σπουδαία. Βέβαια, θα μπορούσα να έχω φοιτήσει στην αγγλική φιλολογία και ποτέ να μην έχω διαβάσει Γουλφ, ούτε αυτό είναι σπάνιο· όπως και να έχει εγώ ένα ταπεινό και βαρετό οικονομικό τελείωσα. Το σκεφτόμουν αυτό γιατί αναρωτιόμουν αν μπορεί σήμερα να γραφτεί ένα κριτικό κείμενο για το Στο φάρο, χωρίς αυτό να συνοδεύεται από μια συνολική τοποθέτηση εντός του ευρύτερου κόρπους και χωρίς να προσφέρει κάτι καινούριο, μια νέα αναζήτηση, μια νέα διερεύνηση, μια νέα ανάγνωση, ή αν ακόμα παραπέρα θα μπορούσε να σταθεί ένα κριτικό κείμενο χωρίς να περιλαμβάνει μια θεώρηση της μετάφρασης, μια σύγκριση με τις υπόλοιπες που προηγήθηκαν με κορυφή εκείνη του Μπερλή. Αναρωτιόμουν τα παραπάνω και ένιωθα πως η απάντηση είναι όχι. Άσχετα με το γεγονός πως εγώ έτσι και αλλιώς δεν θα έγραφα ένα κριτικό κείμενο, δεν θα το ισχυριζόμουν τουλάχιστον, ήταν μια σκέψη η οποία έμοιαζε να ενισχύει την απόφασή μου να μην καταγράψω την αναγνωστική εμπειρία, υπάρχουν κείμενα που μας υπερβαίνουν, σε όλα τα επίπεδα, αυτό είναι ένα από αυτά, και η ανάγνωση, ως πράξη ενεργητική συχνά μας ευλογεί ορίζοντας τα όρια μας. Ύστερα, κάπως αυθαίρετα και υποκειμενικά, όπως γίνονται συνήθως τα πράγματα δηλαδή, σκεφτόμουν πως της Γουλφ θα της άρεσε η ιδέα ενός κειμένου συνειρμικού βασισμένου στην υποκειμενική και διαισθητική εμπειρία και όχι στην αντικειμενική και διακριτή γνώση, αλλά ένιωσα λίγος ή χωρίς έμπνευση για να το επιχειρήσω.

Υπάρχει ωστόσο ένα μοτίβο εντός του Φάρου που επανέρχεται και έχει να κάνει με τον κύριο Τάνσλυ να ψιθυρίζει στο αυτί της: «Οι γυναίκες δεν ξέρουν να ζωγραφίζουν, οι γυναίκες δεν ξέρουν να γράφουν...», μοτίβο το οποίο διαρκώς με επισκεπτόταν και με έβαζε ξανά και ξανά στη σκέψη γύρω από την υποδοχή του έργου της Γουλφ από τους σύγχρονους κριτικούς και αναγνώστες με δημόσιο λόγο, μια γυναίκα που έγραφε, μια γυναίκα που έγραφε με έναν τρόπο διαφορετικό, για τον οποίο ακόμα δεν υπήρχε η θεωρία, το αποκούμπι του κακού αναγνώστη, αλλά μόνο το συναίσθημα, το ένστικτο, η διαίσθηση, για κάποιους λίγους και η βεβαιότητα, έστω και χωρίς να μπορεί να αποδειχθεί, έστω πως η λογοτεχνία μπορεί να αποδειχθεί, πως αυτό εδώ ήταν ένα μέγιστο συμβάν στην ιστορία της αφήγησης, πως τίποτα πια δεν θα ήταν ξανά το ίδιο, πως ο κόσμος είχε για πάντα μεταβληθεί, την ίδια στιγμή και μπροστά στα μάτια τους, τι τύχη να ζει κανείς σε τέτοιους καιρούς, και όμως η πλειοψηφία, που ευτυχώς η πλειοψηφία της χάθηκε στη λήθη, ισχυριζόταν μετά βεβαιότητος πως αυτό δεν ήταν λογοτεχνία, δεν ήταν άξιο κριτικής, πως μια γυναίκα δεν μπορούσε να γράψει, πως μια γυναίκα δεν μπορούσε να γράψει με έναν τρόπο διαφορετικό, ακατανόητο, έξω από τη σφαίρα της βεβαιότητας και της παράδοσης, έξω από τη συντήρηση και την ασφάλεια του παρελθόντος. Παρότι ένα μέρος μου τους λυπάται όλους εκείνους που μετά βεβαιότητας ισχυρίζονταν πως αυτό δεν είναι λογοτεχνία, ένα άλλο μέρος μου θυμώνει και μόνο στην ιδέα πως τα βιβλία αυτά κατά τύχη έφτασαν σε χρόνια πιο ύστερα, όταν οι αναγνώστες μπορούσαν να τα διαβάσουν και να αποδεχτούν με δάκρυα την ομορφιά. Δεν το λέω γιατί σκέφτομαι την πίκρα της Γουλφ στην απόρριψη, της Γουλφ και της κάθε Γουλφ, αλλά από προσωπικό συμφέρον, από την έστω και ελάχιστη πιθανότητα να μην είχα διαβάσει Γουλφ επειδή κάποιος βλάκας με προνόμιο αδυνατούσε να διακρίνει την ομορφιά και εκ θρόνου ψηλού το καταδίκασε ως ανοησία, και μόνο με την υποψία για το πόσες Γουλφ χάθηκαν εξαιτίας αυτών.

Ένα μεγάλο μέρος της ιστορία της λογοτεχνίας θα μπορούσε να ειπωθεί με τον ίδιο τρόπο, συγγραφείς και έργα μπροστά από την εποχή τους, που ωστόσο, και αυτό είναι συγκλονιστικό, αποτύπωσαν με τον πλέον ευδιάκριτο και οξυδερκή τρόπο την εποχή τους. Οι όμοιοι τους, οι βλάκες με προνόμιο της κάθε επόμενης εποχής, τώρα επικαλούνται τη Γουλφ για να ισχυριστούν εκείνο που οι πρόγονοί τους έλεγαν ενάντια στη Γουλφ, και αυτό θα ήταν υπερκωμικό αν δεν ήταν εξοργιστικό. Τόσους αιώνες μετά από την πρώτη γραφή και ακόμα να αναγνωρίσουμε στη γραφή, στην τέχνη εν γένει, πως δύναται να υπερτερεί των αναγνωστών, όποια ιδέα και αν εκείνοι έχουν για τον εαυτό τους, τη σκευή τους, την άποψή τους, να προπορεύεται αυτών, να σημαίνει το νέο, το επερχόμενο. Έναν αιώνα μετά και ακόμα το αίτημα για ένα δικό του/της/του δωμάτιο είναι επίκαιρο.

υγ. Για το Ένα δικό σου δωμάτιο περισσότερα εδώ.

Μετάφραση Μαργαρίτα Ζαχαριάδου
Εκδόσεις Δώμα

Πέμπτη 3 Ιουλίου 2025

Βλέπω τα κτίρια να πέφτουν σαν αστραπές - Keiran Goddard

Σχετικά πρόσφατα οι εκδόσεις Αλεξάνδρεια έκαναν ένα εμφατικό άνοιγμα στη μεταφρασμένη λογοτεχνία, μέρος της πρώτης τριάδας βιβλίων που κυκλοφόρησαν ήταν και το Βλέπω τα κτίρια να πέφτουν σαν αστραπές. Δεν γνώριζα τίποτα για τον Κίραν Γκόνταρντ, που γεννήθηκε το 1984 στην περιοχή του Μπέρμινχαμ, αυτό είναι το δεύτερο μυθιστόρημά του, είναι επίσης ποιητής ενώ ασχολείται επισταμένα με θέματα που σχετίζονται με την κοινωνική αλλαγή. Πέρα από μια διαίσθηση, άλλο εφόδιο δεν είχα σχετικά με αυτό το βιβλίο.

«Πάρε, για παράδειγμα, όλους τους ανθρώπους που ξέραμε όταν ήμασταν παιδιά. Τόσοι και τόσοι που άλλοτε ήταν σημαντικοί για την καθημερινότητά μας και τώρα δεν θυμόμαστε ούτε τα πρόσωπά τους ή τσακωνόμαστε στην παμπ για το ποιο ήταν το επώνυμό τους. Εγώ, ο Όλι, ο Πάτρικ, ο Κόνορ, η Σιβ, νομίζαμε πως είμαστε διαφορετικοί από τους γονείς μας, πιο δραστήριοι κάπως, πιο γενναίοι. Αλλά είχαμε άδικο. Κάνουμε ακριβώς τα ίδια λάθη, παραιτούμαστε από τα ίδια πράγματα, το ένα μετά το άλλο. Αλλά αυτό δεν σημαίνει πως δεν μπορούμε να πιούμε στην υγειά του μύθου μας, να πούμε μερικές ιστορίες για όλα όσα δεν γίναμε».

Αν και το παραπάνω απόσπασμα εντοπίζεται στις τελευταίες σελίδες του μυθιστορήματος, θεωρώ πως το συνοψίζει σε μεγάλο βαθμό, τόσο θεματικά, περί τίνος πρόκειται αυτή η ιστορία, όσο και υφολογικά, η ποιητική –αλλά σε καμία περίπτωση ποιητικίζουσα– πρόζα. Μια παρέα ανθρώπων, που κάποτε υπήρξαν φίλοι, μεγάλωσαν παρέα, έκαναν όνειρα, μεθύσια, έφαγαν τα μούτρα τους, παρεξηγήθηκαν και ύστερα μόνιασαν, ήταν σίγουροι πως δεν θα γίνουν σαν τους γονείς τους, κάποιοι εγκατέλειψαν την πόλη, κάποιοι δεν άλλαξαν ούτε δρόμο, χάθηκαν και ξαναβρέθηκαν, δεν ήταν πια οι ίδιοι.

Η νεότητα, αρχής γενομένης από την παιδικότητα, εφορμά από μια διφορούμενη αντίφαση, εμείς θα μείνουμε σταθεροί, τα πράγματα θα αλλάξουν. Η απομάγευση της ενηλικίωσης, η κύρια ίσως έκφανσή της, με τη συνειδητοποίηση αυτή έχει να κάνει, εμείς αλλάξαμε, τα πράγματα δεν άλλαξαν, όχι προς το καλύτερο τουλάχιστον, εκεί που λέγαμε για πάντα τώρα λέμε τότε, εκεί που πιστεύαμε πως η λέξη φιλία θα είχε πάντα κεφαλαίο το γράμμα Φ, τώρα είναι μια ανάμνηση, συχνά θολή. Ο κόσμος αποδείχτηκε πολύ μεγαλύτερος από τις δυνάμεις μας, μας εξόντωσε, μας έκανε να νιώσουμε εφιαλτικά μικροί και λίγοι, ο χρόνος που κάποτε έμοιαζε αργοκίνητο καράβι σε ήρεμα ύδατα, τώρα προχωρά χωρίς να μας περιμένει, με δυσκολία κρατάμε το κεφάλι στην επιφάνεια, όσοι το κρατάμε ακόμα, η κάθε μέρα ακόμα μια μάχη επιβίωσης, πόσο αφελείς υπήρξαμε κάποτε.

Ο Γκόνταρντ αφηγείται μια ιστορία ενηλικίωσης τελευταίων σταδίων, μια ύστερη επικράτεια μιας οδυνηρής διαδικασίας, εκεί όπου η απομάγευση παραμερίζει μόνο για να επιτρέψει στην πραγματικότητα να εγκατασταθεί ολοένα και πιο άνετα και επιβλητικά. Ένας από τους αγαπημένους μου συγγραφείς είναι ο Τζον ΜακΓκρέγκορ, κυρίως για τον τρόπο του να στρέφει το παρατηρητήριο του στο πλέον αδιόρατο, μικρό, ατομικό, με έναν τρόπο γλωσσικά και υφολογικά μοναδικό. Εδώ υπάρχει μια ευδιάκριτη επιρροή, αρκούντως χωνεμένη και κατεστημένη οικεία. Και από μόνο του αυτό είναι αρκετό για να υποστηρίξει το πόσο μου άρεσε το βιβλίο αυτό, που ανήκει σε μια χαμηλών τόνων και βραδείας καύσης λογοτεχνία που πολύ μου αρέσει.

Από το απόσπασμα που επέλεξα, εκτός από τη σύνοψη της ιστορίας και του ύφους, περιλαμβάνει και την άλλη ιδιότητα του Γκόνταρντ, εκείνη του κοινωνικού επιστήμονα, του παρατηρητή των αλλαγών. Αυτό το γίναμε σαν τους γονείς μας, κάτι που ήταν πρωταρχική δήλωση αντιπαραδείγματος, το μόνο σίγουρο πως δεν θα γίνει αλλά έγινε και όσο και αν αρνηθήκαμε να το δούμε εντέλει το παραδεχτήκαμε έστω και χαμηλώνοντας το βλέμμα μπροστά στον καθρέφτη, εκτός από λογοτεχνική μαγιά, θεωρώ, πως συνοψίζει και το κομμάτι της κοινωνικής μελέτης. Τα πράγματα άλλαξαν, κυρίως προς το χειρότερο, ας δούμε μόνο το κομμάτι εργασία και κόστος/ποιότητα καθημερινής διαβίωσης, και εμείς γίναμε σαν τους γονείς μας, ούτε καν παρατηρητές της αλλαγής αυτής, γιατί αν την παρατηρούσαμε τότε ίσως και να αντιδρούσαμε, γίναμε σαν τους γονείς μας και τρέχουμε πίσω από την κάθε μέρα, χωμένοι και χαμένοι στην ατομική μας επικράτεια, κάποιοι με την αφέλεια πως θα καταφέρουν να πετύχουν, σε ό,τι και αν συνίσταται μια τέτοια επιτυχία.

Η φιλία, που πιστεύαμε πως θα κρατούσε για πάντα, ως απάγκιο, ως κυματοθραύστης, ως αλεξικέραυνο, ξέφτισε, γνωστοί άγνωστοι που αναλωνόμαστε με το δικό μας, που το εμείς έχει πια εκλείψει από το λεξιλόγιό μας, και μόνο σαν πικρή ανάμνηση κάποια βράδια αργά μας επισκέπτεται, και εμείς τίποτα δεν μπορούμε να κάνουμε γι' αυτό, η παρτίδα δεν σώζεται, παραλίγο θα έγραφα πατρίδα, και αυτό κάτι θα σημαίνει, δεν μπορεί, ίσως εκείνο το σύνθημα στους τοίχους πως μόνη πατρίδα είναι τα παιδικά μας χρόνια. Επανέρχομαι στην ποιητικότητα γιατί νιώθω την ανάγκη να διευκρινίσω ξανά πως δεν πρόκειται για ποιητικούρα, για μελό λέξεις και περιγραφές, για μια πλατφόρμα αναχωρητική, αλλά, ίσως αντίθετα, είναι εκεί, απολαυστικά ενταγμένη στην πρόζα, για να επισημάνει όσα λείπουν, όσα η ζωή στερείται, για να καταστήσει με τον τρόπο της ακόμα πιο ρεαλιστικό το πλαίσιο, για να απομακρύνει τόσο όσο τον προβολέα από τα πρόσωπα της πλοκής ώστε ο αναγνώστης να νιώσει οικεία, κάθε αναγνώστης με τον τρόπο του, κάποιος περισσότερο και κάποιος καθόλου, κάποιος αδιάφορα και κάποιος που δεν θα μπορέσει να μείνει ασυγκίνητος για όλα εκείνα που χάσαμε ενώ διατυμπανίζαμε πως ποτέ κάτι τέτοιο δεν θα συνέβαινε σε εμάς.

Γιατί αν υποθέσουμε, με φόβο και παίζοντας ένα τελευταίο χαρτί, πως ο έρωτας κάπως σώζεται με τη συντροφικότητα, με το μοίρασμα της καθημερινότητας, ένα εμείς που κάπως αντιστέκεται, έστω και όχι έτσι όπως το ονειρευτήκαμε διαβάζοντας ποίηση ή τραγουδώντας με τα μάτια κλειστά καπνίζοντας και πίνοντας, ίσως θα μπορούσαμε να πούμε πως ο έρωτας, έστω και ως μια κοινωνικοοικονομική συμμαχία, κάπως σώζεται, η φιλία, δυστυχώς, δυστυχέστατα, γαμώτο, δεν σώζεται, μαζί με εκείνη και η συλλογικότητα του βίου, μύριες ατομικότητες που το βράδυ δυσκολεύονται να κοιμηθούν. Και δεν είναι τυχαίο που οι πλέον δημοφιλείς τηλεοπτικές σειρές τη φιλία είχαν στο επίκεντρο, άνθρωποι που ό,τι και αν συνέβαινε στον μικρό ή μεγάλο κόσμο είχαν κάπου να γυρίσουν, να πιουν μια μπύρα, να γελάσουν και να κλάψουν, εκείνο που μας λείπει περισσότερο λαχταράμε, εκείνο γυρεύουμε, και πια τέτοιες σειρές δεν γυρίζονται ή δεν γίνονται επιτυχία, και αυτό κάτι θα σημαίνει.

Θα έπρεπε, ίσως, να έχω πει περισσότερα για το ίδιο το βιβλίο, για την αρτιότητα σε επίπεδο τεχνικό, για την απόλαυση σε επίπεδο γλωσσικό, για τον τρόπο με τον οποίο ο Γκόνταρντ διαχειρίστηκε το υλικό και σμίλεψε την ιστορία, για τα κεφάλαια, κάθε ένα με το όνομα ενός, που μας επιτρέπουν να δούμε πιο σφαιρικά τα συμβάντα, να ακούσουμε τη σκέψη πίσω από τη σιωπή, εκείνα που δεν ειπώθηκαν όταν ήταν η στιγμή, και θα μπορούσα με λίγο σύστημα, ίσως αν άφηνα και μερικές μέρες να περάσουν ακόμα, να προσθέσω ακόμα περισσότερα σχόλια, πιο αντικειμενικά, όσο αντικειμενική δύναται να είναι μια ανάγνωση, αλλά δεν μπόρεσα να συγκρατηθώ, αυτό το βιβλίο με πήρε και με σήκωσε, χωρίς να το αντιληφθώ έγκαιρα, και όταν το αντιλήφθηκα ήταν ευτυχώς αργά, δεν μπορούσα να καταφύγω στη λογική, να πάρω απόσταση από το συναίσθημα, να επαναλαμβάνω πως αυτό είναι λογοτεχνία, μια ιστορία που κάποιος φαντάστηκε και θέλησε να πει. Και αυτή η εμπλοκή δεν θα συνέβαινε, όχι με τον ίδιο τρόπο, αν ο Γκόνταρντ δεν άφηνε τις σιωπές να μιλήσουν, το ανείπωτο να γεμίσει τα κενά, αν το κοινωνικό περιβάλλον χωρίς να πρόκειται για δοκίμιο δεν ήταν τόσο αληθοφανές στο κακοφόρμισμά του.

Ας το πω ξανά, παρότι προφανές, το βιβλίο αυτό μου άρεσε πάρα πολύ.

υγ. Για τα βιβλία του αγαπημένου ΜακΓκρέγκορ ένα νήμα εδώ.

Μετάφραση Νατάσα Σίδερη
Εκδόσεις Αλεξάνδρεια


Δευτέρα 9 Ιουνίου 2025

Κάτω από το ηφαίστειο - Malcolm Lowry

Εκκρεμούσε αυτή η κυκλοφορία, η επανασύσταση ενός κλασικού έργου στο ελληνικό κοινό· υπεύθυνοι γι' αυτό οι εκδόσεις Μεταίχμιο και η καλή μεταφράστρια Κατερίνα Σχινά. Το Κάτω από το ηφαίστειο είναι το πρώτο βήμα ενός ευρύτερου εκδοτικού σχεδιασμού του έργου τού Λόουρυ, ήδη το Ουλτραμαρίν και η Πέτρα της κόλασης βρίσκονται στις προθήκες των βιβλιοπωλείων.

Το Κάτω από το ηφαίστειο πρωτοεκδόθηκε το 1947 και ειδολογικά (όσο ασφυκτικά και αν είναι τέτοια όρια) ανήκει στον ύστερο μοντερνισμό, αποτελεί εξέχων μέλος μια εκλεκτής και ολιγομελής ομάδας έργων που, παρότι παράγωγα υψηλής και κλασικής λογοτεχνίας, έχουν ευρέως διαβαστεί και ενταχθεί στην πολιτισμική κληρονομιά, ξεπερνώντας τους όποιους χωροχρονικούς περιορισμούς και τα στεγανά μιας μειοψηφούσας αναγνωστικής ελίτ, δημιουργώντας έναν μύθο γύρω τους. Επίσης, μιλώντας για εξαιρέσεις, εδώ υπάρχει ακόμα μία, η πετυχημένη κινηματογραφική μεταφορά του μυθιστορήματος το 1984 από τον Τζον Χιούστον, κάτι το οποίο συντέλεσε επίσης καθοριστικά στη διαδρομή του μέσα στα χρόνια.

Η πλοκή διαδραματίζεται μέσα σε δύο μέρες, με απόσταση ενός χρόνου της μίας από την άλλη. Στο πρώτο κεφάλαιο, δύο Νοεμβρίου του 1939, Μέρα των Νεκρών, στην Κουαουναγουάκ του Μεξικό, στη σκιά των δύο ηφαιστείων, Ποποκατέπετλ και Ιστακσίουατλ, στη δύση του ηλίου, ο δρ Αρτούρο Ντίας Βίγκιλ και ο Ζακ Λαρυέλ πίνουν ανίς στην κεντρική βεράντα ενός ξενοδοχείου μετά από έναν απαιτητικό αγώνα τένις. Σύντομα αναθυμούνται τα τραγικά γεγονότα που διαδραματίστηκαν πέρυσι την ίδια μέρα. Ο παντογνώστης αφηγητής θα ακολουθήσει τον Λαρυέλ στην επιστροφή του στο σπίτι του, για την οποία διαλέγει ένα μεγαλύτερης έκτασης μονοπάτι, βυθισμένος καθώς είναι στους συλλογισμούς και τις αναμνήσεις για την τραγική μοίρα του Πρόξενου και της πρώην συζύγου του που επέστρεψε την ίδια εκείνη μέρα στην μεξικανική ενδοχώρα.

Ένα χρόνο πριν, άυπνος και μεθυσμένος ο Βρετανός Πρόξενος θα συναντήσει την Υβόν στον σταθμό των λεωφορείων, την πανέμορφη Υβόν που σαν από θαύμα γύρισε σε εκείνες τις εσχατιές παρότι είχαν εδώ και καιρό χωρίσει. Χαμένος στους λαβύρινθους του αλκοόλ, δεν μπορεί να είναι σίγουρος αν αυτό εντάθηκε με τον χωρισμό και τη φυγή της ή αν ο χωρισμός και η μετέπειτα φυγή της οφείλονταν στη διαρκή μέθη του, ίσως και τα δύο να συνέβησαν, καμιά φορά αυτό συμβαίνει, η μια εκδοχή βυθίζεται στο σώμα της άλλης, δυσδιάκριτες διαφορές ενός κοινού σώματος πια. Ο Πρόξενος, που κάποτε θεωρήθηκε ήρωας της πατρίδας του, κατέληξε μετά από διάφορους σταθμούς μιας καριέρας φθίνουσας, σ' αυτή την αδιάφορη πόλη στη σκιά των ηφαιστείων, χωρίς πραγματική ατζέντα αρμοδιοτήτων. Και όμως, κάποτε η ζωή, δίπλα στην Υβόν, έμοιαζε υπέροχη ή μήπως όχι; Μια ακόμα ιστορία αγάπης. Και ναι, και όχι.

Ήδη, στην ανάμνηση της προ εικοσαετίας πρώτης ανάγνωσης, το μεγαλύτερο εμβαδόν καταλάμβαναν η θλίψη και μια αίσθηση βύθισης σε κινούμενη άμμο, παρούσες και τώρα, αρχής γενομένης από το δεύτερο κεφάλαιο, παρότι η επιστροφή της Υβόν μοιάζει να υπόσχεται ένα ανάχωμα στην πτώση. Εδώ έχουμε ένα επίτευγμα της γραφής, ένα λογοτεχνικό κομψοτέχνημα, με πρώτη ύλη το άνυδρο έδαφος και την περιδιάβαση σ' αυτό του Πρόξενου υπό την επήρεια του αλκοόλ. Ο Λόουρυ πετυχαίνει ταυτόχρονα να αποδώσει αυτή τη θολή πραγματικότητα, εσωτερική και εξωτερική, της μέθης, χωρίς ωστόσο στιγμή να απολύει τον συνολικό προσανατολισμό του. Η συνεχής αντίστιξη του θολωμένου αντιήρωα και του οξυδερκή και σε διαρκή ετοιμότητα τριτοπρόσωπου παντογνώστη αφηγητή, χαρίζει μια φαινομενικά εύθραυστη ισορροπία, που, χωρίς να μειώνει την εγκεφαλικότητα της κατασκευής, δεν στερεί τον αέρα από το έντονο και πολυποίκιλο συναίσθημα που η τραγωδία φέρει, τη στιγμή που καμπυλώνει, συστέλλοντας και διαστέλλοντας, τον χρόνο, επιτείνοντας το συναίσθημα της βύθισης σε κινούμενη άμμο. Κυρίως, όμως, δεν υψώνει τείχη αποκλεισμού, παρά μόνο περαιτέρω επίπεδα αναγνωστικής βύθισης. Μια ανάγνωση ποτέ δεν είναι άλλωστε αρκετή για βιβλία όπως αυτό.

Παράλληλα με την ερωτική ιστορία, στα κενά και στα πλαϊνά της, ανάμεσα σε δύο γουλιές μεσκάλ, το κλίμα της εποχής βρίσκει τον απαραίτητο χώρο για να υπάρξει ως απόηχος λόγω της δεδομένης απόστασης από την Ευρώπη, της κεντρικής σκηνής, όπου ο εμφύλιος στην Ισπανία και η άνοδος του ναζισμού είναι κάποια από τα προεόρτια ενός ζόφου που αλλού χτυπούσε επίμονα την πόρτα και αλλού ήδη στρογγυλοκαθόταν στο σαλόνι. Η παρουσία ενός Βρετανού αξιωματούχου στην μεξικανική ενδοχώρα, ενός ξένου σ' ένα περιβάλλον ανοίκειο, εντείνει τη θολότητα και το αίσθημα διαρκούς απειλής, ενώ ταυτόχρονα δικαιολογεί την εξωτικότητα του τόπου, καθιστώντας τον Πρόξενο, αλλά και την Υβόν και τον αδερφό του Χιου, ολοκληρωτικά χαμένους, παρά τα όποια τυπικά προνόμιά τους.

Ο Λόουρυ με το Κάτω από το ηφαίστειο, το δεύτερο ολοκληρωμένο και τελευταίο βιβλίο που εξέδωσε εν ζωή, αφήνει πίσω του μια πολύτιμη κληρονομιά, έναν αξέχαστο και αρχετυπικό αντίηρωα, μια σκληρή ιστορία αγάπης και μια παράπλευρη ανατομία της εποχής. Ένα σπουδαίο στο σύνολό του μυθιστόρημα, σκληρού ρεαλισμού και ασφυκτικής υπαρξιακής αγωνίας, υψίστης λογοτεχνικής στάθμης και αναγνωστικής απόλαυσης, προπομπός σημαντικών έργων και ρευμάτων.

(πρωτοδημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών)

υγ. Για το Σκοτεινά σαν τον τάφο που ο φίλος μου κείται περισσότερα θα βρείτε εδώ, για την κινηματογραφική μεταφορά του Κάτω από το ηφαίστειο εδώ, για Το ρολόι φάντασμα εδώ.

Μετάφραση Κατερίνα Σχινά
Εκδόσεις Μεταίχμιο

Πέμπτη 29 Μαΐου 2025

Περί γάμου και χωρισμού - Rachel Cusk

Συζητούσα με έναν νεαρό πελάτη στη δουλειά γύρω από τα βιβλία της Κασκ. Δεν ξέρω, μου είπε, αν όντως μου αρέσει, θυμάμαι, ωστόσο, να διαβάζω την τριλογία της μαγνητισμένος. Συχνά οι άλλοι εκφράζουν με ακρίβεια, εν τη ρύμη του λόγου τους, πράγματα σκόρπια που για καιρό σκεφτόμαστε. Μαγνητισμένος, ναι, αυτή ήταν η ακριβής περιγραφή, αυτό και το αίτημα για την ανάγνωση που τώρα είχα ανάγκη. Είχα μόλις τελειώσει Το αήττητο καλοκαίρι της Λιλιάνα, ήθελα περισσότερο οξυγόνο, ήθελα όμως και να μείνω σε μια προσωπική γραφή. Έτσι τράβηξα το βιβλίο αυτό από τη στοίβα.

Συχνά ως κριτήριο κρίσης ενός βιβλίου διατυπώνεται το ερώτημα: τι θα θυμάσαι από αυτό σε λίγο καιρό; Δεν ξέρω, είναι η απάντηση. Νιώθω, επίσης, πως το ερώτημα αυτό είναι τεχνηέντως ύποπτο, αφού επιχειρεί να συνδέσει το αδάμαστο και ακατανόητο κτήνος της μνήμης στη διαμάχη με τη λήθη με την ποιοτική λογοτεχνία. Λίγα χρόνια πριν, το 2019, όταν διάβασα το Περίγραμμα της Κασκ, το πρώτο βιβλίο της που διάβαζα, μου άρεσε πολύ, παρότι δυσκολεύτηκα να διατυπώσω τα της ανάγνωσης με λέξεις από τη φαρέτρα της εμπειρίας, έμοιαζε με ένα βιβλίο αυτοβιογραφικής φύσης, αλλά ταυτόχρονα ήταν, ένιωθα πως ήταν, αρκετά διαφορετικό. Ο Κώστας Καλτσάς, στο επίμετρο της έκδοσης, αναφέρθηκε στο γελάκι που θα σχηματιζόταν στα χείλη του Μαρσέλ Προυστ αν μας άκουγε να μιλάμε για αυτομυθοπλασία, δεν είχε άδικο στη βάση του σκεπτικού, ωστόσο, θα επιμείνω, αυτό εδώ ήταν κάτι το διαφορετικό.

Από τότε κύλησε νερό στον μύλο της αυτομυθοπλασίας, η Ανί Ερνό πήρε νόμπελ, οι παρουσιάσεις του Εντουάρ Λουί είναι ασφυκτικά γεμάτες, οι προπαραγγελίες για το καινούργιο βιβλίο του Όσεαν Βουονγκ προκαλούν ίλιγγο. Αυτό το φρέσκο που αρχικά αρκούσε για να προκαλέσει αναγνωστική ευδαιμονία, η παιγνιώδης εμπλοκή του γράφοντος προσώπου ως ανώνυμο πρόσωπο της πλοκής, αυτή η ιδιότυπη παρατήρηση του εαυτού, με τον καιρό δεν είναι από μόνα τους αρκετά. Κάθε τι, λένε οι Ισπανοί, πέφτει από το ίδιο του βάρος. Πολύ σοφά μιλάνε. Συνεχίζω να δοκιμάζω αναγνώσεις αυτού του ύφους, κάποιες τις απολαμβάνω λιγότερο και κάποιες περισσότερο, δεν είναι παράξενο αυτό, κάθε άλλο.

Συχνά πυκνά αναρωτιέμαι, ωστόσο, γιατί με έλκει αυτή η lo-fi και ήπια λογοτεχνία, προερχόμενη κυρίως από θηλυκότητες, γιατί λειτουργεί με τον τρόπο της καταπραϋντικά μέσα μου. Πριν λίγους μήνες κυκλοφόρησε ένας πολύ καλός δίσκος, η Ακίδα του Τσόλιμον. Είχα πολύ καιρό να απολαύσω έναν εγχώριο δίσκο από την αρχή ως το τέλος, και ακόμα περισσότερο να νιώσω πως οι στίχοι δεν είναι ενοχλητικοί και επιζήμιοι για την ακουστική εμπειρία, κάθε άλλο. Στο τραγούδι Δεν με νοιάζει, που μόνο και ως τίτλος είναι σημαντικό για μένα σε διάφορα επίπεδα, λέει: Και όμως κάθομαι και διαβάζω/ Και αναρωτιέμαι γιατί το κάνω/ Ενώ θα μπορούσα απλώς να αράζω/ Βλέπεις, είναι η τρικυμία μου/ Που γαληνεύει μονάχα/ Χαρτογραφώντας την ανθρώπινη/ Εμπειρία μου. Σε αυτή τη συστάδα στίχων διέκρινα την απάντηση που γύρευα στα παραπάνω ερωτήματα.

Καλώς ή κακώς, μας αρέσει ή δεν μας αρέσει, ζούμε τον θρίαμβο (πανωλεθρία αν προτιμάτε) της ιδιωτείας και διαμέσου αυτής καλούμαστε να πλοηγηθούμε στη συντριπτική επικράτεια του επί της γης περάσματός μας. Η ανάγνωση για μένα είναι ίσως το κύριο κανάλι μέσω του οποίου «η τρικυμία μου γαληνεύει μονάχα χαρτογραφώντας την ανθρώπινη εμπειρία μου». Δεν αναφέρομαι, καθόλου όμως, σε κάποιου είδους ταύτιση, σε μια λογοτεχνία γεμάτη από ήρωες και αντίστοιχης ποιότητας πράξεις. Ούτε η ανάγκη για μια ματιά μέσα από την κλειδαρότρυπα, ούτε η ο διαρκής έλεγχος για την πιστότητα των γεγονότων. Δεν συμβαίνει αυτό εδώ. Άλλωστε η εκ των υστέρων αφήγηση, όσο ακριβής και αν θεωρούμε πως είναι, δεν παύει να είναι μια μυθοπλαστική σύνθεση έντονα υποκειμενική, συχνά παραπλανητική και απέναντι στον ίδιο τον εαυτό του γράφοντος υποκειμένου, μια εκ των υστέρων ιδιότυπη όσμωση. Η αναμέτρηση με τον κόσμο, το άθροισμα των προνομίων, των δυσκολιών, των τυχαιοτήτων, της διαφορετικότητας, των αντιφάσεων, της ματαιότητας ή της σκοπιμότητας, των μονόδρομων ή των εναλλακτικών διαδρομών, η αγωνία και η ανάγκη για αφήγηση, η ανάγκη κυρίως για μια αργή κίνηση και παρατήρηση, για μια στιγμή ησυχίας εν μέσω μιας διαρκής καταιγίδας, όλα αυτά και άλλα τόσα ίσως, συνθέτουν τη λογοτεχνία αυτή για την οποία μιλώ, καθιστώντας την με τον τρόπο τους σημαντική για μένα. Στις πηγές της λογοτεχνίας αυτής, περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο του λογοτεχνικού παρελθόντος, θα διέκρινα τη Βιρτζίνια Γουλφ.

Το Περί γάμου και χωρισμού κυκλοφόρησε το 2012, η τριλογία (Περίγραμμα, Μετάβαση, Κύδος) ακολούθησε ανά δύο χρόνια, αρχής γενομένης το 2014. Θέτω την ημερολογιακή διαδοχή αυτών των τεσσάρων βιβλίων της Κασκ, γιατί ένιωσα πως η τριλογία, που ορθώς έγινε δεκτή ως μυθοπλασία, ως αυτομυθοπλασία έστω, πήγασε από το βιβλίο εκείνο, το οποίο, ίσως επειδή προηγήθηκε του όρου αυτομυθοπλασία, εντάχθηκε στην κατηγορία Απομνημονεύματα ή Αυτοβιογραφία. Έχει και αυτό το επιπρόσθετο ενδιαφέρον η ανάγνωση αυτών των τεσσάρων βιβλίων, η απόπειρα να διακρίνει κανείς τα όρια και τα επιμέρους χαρακτηριστικά τους. Αν κάποιος περιμένει μια τυπική αυτοβιογραφική εξιστόρηση του τέλους ενός γάμου, τότε μάλλον θα απογοητευτεί, αν γυρεύει συμβουλές και βοήθεια, τότε είναι που θα απογοητευτεί στα σίγουρα, αν όμως κάποιος αναγνώστης της τριλογίας θεωρήσει πως το συγκεκριμένο δεν τον ενδιαφέρει, τότε μάλλον θα χάσει ένα βιβλίο του γούστου του.

Ποιος θα διάβαζε την ιστορία μιας ξένης γυναίκας σχετικά με τον γάμο ή το διαζύγιο της; Κανείς, έστω ελάχιστοι. Εδώ καλά καλά δεν έχουμε την υπομονή και τη διάθεση να ακούσουμε μια ακόμα τέτοια ιστορία από κοντινούς μας ανθρώπους. Αφού παραπάνω περιέγραψα πως το συγκεκριμένο βιβλίο δεν είναι δοκίμιο, ούτε καν αυτοδοκίμιο, όχι με τον τρόπο που Οι αργοναύτες της Νέλσον είναι, τότε εκείνο το μοναδικό στο οποίο μπορεί να ποντάρει τις προσδοκίες του ένας υποψήφιος αναγνώστης άλλο δεν είναι παρά η λογοτεχνική αξία της αφήγησης της Κασκ.

Και η Κασκ είναι μια δεινή αφηγήτρια, παρότι καταφεύγει στον γνώριμο και βιωμένο ταμιευτήρα για να αντλήσει πρόσωπα και γεγονότα. Κάθε παράγραφος, κάθε μικρό θραύσμα υποϊστορίας εκκινεί με μια απλή εισαγωγική φράση, όπως για παράδειγμα: Κάθε εβδομάδα οδηγώ επί τρία τέταρτα κατά μήκος της ακτής για να συναντήσω τον Ψ./ Συναντιέμαι με την πιο παλιά μου φίλη -την Τ.- για ένα ποτό./ Φεύγω για μερικές μέρες με τα παιδιά και όταν επιστρέφω με επισκέπτεται η γειτόνισσα. Μιλώντας για ανθρώπινη εμπειρία και έχοντας ξεκαθαρίσει πως εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με μια δοκιμιακή γραφή ή ένα εγχειρίδιο αυτοβοήθειας θα συμφωνούσαμε θεωρώ πως το κρίσιμο είναι η αληθοφάνεια. Προσοχή, προσοχή. Δεν αναφέρομαι στα γεγονότα ή τα πρόσωπα, άλλωστε η αυτομυθοπλασία διαθέτει αυτή την ελάχιστη μεμβράνη που στέκεται ανάμεσα στο πρώτο και το δεύτερο συνθετικό. Αν κάποιος δεν μπορεί να αποδεχθεί αυτή τη σύμβαση, τότε μάλλον το υποείδος αυτό δεν είναι του γούστου του.

Η Κασκ είναι μια δεινή αφηγήτρια γιατί η πρόζα της έχει κάτι το πειστικό και ταυτόχρονα χειρουργικό, έτσι όπως ανασύρει, συνθέτει, συνδυάζει, επεξεργάζεται και αφήνει στο χαρτί ένα πυκνό υλικό καταγραφής και επεξεργασίας της δικής της ανθρώπινης εμπειρίας. Και αυτό δίνει λογοτεχνική υπηκοότητα στο αποτέλεσμα, την ώρα που του αφαιρείται η αντίστοιχη δοκιμιακή. Έχουμε έναν δέκτη με πολλά κανάλια, με διάφορα επίπεδα καταγραφής της καθημερινής εμπειρίας και έναν μίκτη επεξεργασίας των δεδομένων πριν από την έξοδο στα ηχεία. Είναι ο τρόπος με τον οποίο συνθέτει το βίωμα αυτό που ταυτόχρονα ενισχύει αλλά και υπονομεύει το αληθοφανές του τελικού αποτελέσματος, αυτό που το καθιστά, κατά τη γνώμη μου, μυθοπλασία, με μια πύκνωση που ίσως δεν διακρίνεται σε μια επιφανειακή και γρήγορη ανάγνωση. Μου έχει κολλήσει μια παρομοίωση: Ο τρόπος της Κασκ, της καλής αυτομυθοπλασίας εν γένει, είναι σαν κάποιος να περιγράφει τα δόντια του, τη μασητική εμπειρία, ένα κομματάκι κρέας που σκάλωσε και η οδοντογλυφίδα δεν τα κατάφερνε, ένα ελάχιστο φύλλο μαρουλιού κολλημένο ανάμεσα στα μπροστινά δόντια, τις επώδυνες επισκέψεις στον οδοντίατρο κτλ κτλ και όσο διαβάζεις αυτό το μάλλον αδιάφορο άθροισμα από οδοντικές εμπειρίες, ξαφνικά και αδιόρατα εμφανίζονται πυκνές ρίζες, κρυφές κύστες που δεν προειδοποιούν δια του πόνου, και φτάνει ίσως μέχρι το πρώτο ξέσκισμα του ούλου για την κάθοδο του πρώτου νεογιλού δοντιού και του μη κατανοητού και αβάσταχτου πόνου χωμένου βαθιά στη ντουλάπα της ζωής πριν τη μνήμη. Και καθόλου δεν θα βοηθήσει η οδοντική εμπειρία κάποιου, ακόμα και αν είναι ο πλέον επιμελής φροντιστής.

Η γραφή της Κασκ με μαγνητίζει.

υγ. Σύνδεσμος για την Ακίδα του Τσόλιμον εδώ. Για Το αήττητο καλοκαίρι της Λιλιάνα εδώ. Οι αργοναύτες της Νέλσον εδώ. Για τα υπόλοιπα έργα της Κασκ εδώ.

Μετάφραση Θεοδώρα Δαρβίρη
Εκδόσεις Gutenberg

Δευτέρα 2 Δεκεμβρίου 2024

Υδάτινη χώρα - Graham Swift

Κάτι παραπάνω από δέκα χρόνια πριν, διάβασα για πρώτη φορά κάποιο βιβλίο του Γκράχαμ Σουίφτ, ακολουθώντας το νήμα που ο θαυμασμός μου για το λογοτεχνικό έργο της Άντζελας Δημητρακάκη δημιούργησε. Εκείνη είχε μεταφράσει το τότε καινούργιο βιβλίο του, Τελευταίος γύρος. Πέρα από τη δεδομένη αναγνωστική απόλαυση που βίωσα, ακόμα ένα συναίσθημα γεννήθηκε, ένα συναίσθημα με τα χρόνια ολοένα και πιο ακριβό, ο καθησυχασμός πως εκεί έξω υπάρχει ένας δημιουργός που το έργο του ξέρεις πως ανά πάσα στιγμή θα σου προσφέρει, όταν οι συνθήκες το απαιτήσουν, ένα ήσυχο καταφύγιο μακριά και πέρα από τον τριγύρω κόσμο, τη βουή και τον ζόφο του.

Μου είχαν πει (;), είχα διαβάσει (;), όπως και να 'χει είχα από νωρίς κυκλώσει την Υδάτινη χώρα ως ένα από τα βιβλία του που ήθελα κάποια στιγμή να διαβάσω. Ο εφησυχασμός πως ένα βιβλίο σε περιμένει στο ράφι του βιβλιοπωλείου αποδεικνύεται συχνά πυκνά παγίδα που φέρει τον τίτλο: εξαντλημένο από τον εκδοτικό οίκο· παγίδα που αποκαλύπτεται όταν εσύ περισσότερο από ό,τι άλλο έχεις ανάγκη το συγκεκριμένο βιβλίο, τι και αν εκατοντάδες άλλα είναι διαθέσιμα, εσύ εκείνο θες.

Ευτυχώς, χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια, και κυρίως χωρίς να απαιτηθεί ένα υψηλό κόστος, βρήκα την Υδάτινη χώρα, που στα ελληνικά, σε μετάφραση Ερρίκου Μπελιέ, κυκλοφόρησε το 1987 (!) από τις εκδόσεις Εστία. Άπαξ και το βιβλίο έφτασε ως εδώ, έμενε να περιμένω την κατάλληλη στιγμή.

Θα ήταν ψέμα να πω πως μόνο επαγγελματικοί λόγοι με ωθούν προς τις νέες κυκλοφορίες, είμαι, κι εγώ, ένα θύμα του μάρκετινγκ και του καταναλωτισμού, που ενώ βρίζω για το πόσα βιβλία κυκλοφορούν, δεν χάνω την ευκαιρία να ρωτήσω στον εκάστοτε εκδοτικό οίκο ποια βιβλία σκοπεύουν να κυκλοφορήσουν στο άμεσο μέλλον, σε μια διαρκή διευθέτηση και αναδιοργάνωση της στοίβας με τα προσεχώς και τις προσδοκίες. Δεν προλαβαίνουμε να διαβάσουμε τα βιβλία που θέλουμε να διαβάσουμε, πόσο μάλλον να διαβάσουμε βιβλία που κάποτε θελήσαμε, και δεν προλάβαμε, να διαβάσουμε, για να μη μιλήσω για εκείνα τα βιβλία που έχουμε την πρόθεση να διαβάσουμε ξανά κάποια στιγμή.

Ο Γκράχαμ Σουίφτ είναι ένας σημαντικός λογοτέχνης του καιρού μας, γεννημένος το 1949, που δεν είμαι σίγουρος για το πόσο χαίρει εκτίμησης στην πλατιά μάζα του εγχώριου αναγνωστικού κοινού. Κρίνοντας από τις αντιδράσεις στην ανάρτηση της φωτογραφίας της Υδάτινης χώρας στο πλαίσιο του Παρασκευή είναι όταν διαλέγεις το επόμενο βιβλίο, είναι περισσότερο γνωστός απ' όσο θα πίστευα, αλλά ίσως λιγότερο γνωστός απ' όσο οι αντιδράσεις του ψηφιακού μου μικρόκοσμου έδειξαν. Δεν έχει και τόση σημασία ίσως.

Εκείνο που σίγουρα έχει σημασία είναι το γεγονός της ανάγνωσης ενός βιβλίου όπως αυτό, τη στιγμή που τα κύματα της εκδοτικής τρέλας των Χριστουγέννων ήδη γλείφουν τις προθήκες των βιβλιοπωλείων. Γιατί η ανάγνωση ενός βιβλίου εκτός εποχής προσφέρει, αν είναι καλό το βιβλίο, μια κάποιου είδους και πάντοτε καλοδεχούμενης αποκοπή από το υψηλής ταχύτητας παρόν.

Ένας ηλικιωμένος μεσήλικας καθηγητής ιστορίας στο τοπικό σχολείο βρίσκεται αντιμέτωπος με την αποπομπή, η αφορμή δόθηκε όταν η σύζυγός του έκλεψε ένα μωρό και το έφερε σπίτι δηλώνοντας πως της το χάρισε ο θεός. Ωστόσο, ο διευθυντής, εναρμονισμένος με το σύγχρονο πνεύμα της και καλά χρηστικής εκπαίδευσης, από καιρό σκεφτόταν να αφαιρέσει το μάθημα της ιστορίας από το πρόγραμμα σπουδών, ως κάτι που τίποτα δεν πρόσφερε, ίσως μόνο αποπροσανατολισμό από το επερχόμενο μέλλον το οποίο κάθε γενιά όταν αποφοιτούσε θα καλούταν να υπηρετήσει.

Το τι και το πώς είναι τα εργαλεία ενός ιστορικού, το μπέρδεμα εμφανίζεται όταν προκύπτει η ανάγκη για γιατί, όταν οι αναλογίες και οι αιτίες του παρόντος, μαζί με τον φόβο για το μέλλον, αναδύονται, τότε η πολιτική εμπλέκεται. Ο Σουίφτ έχει μια ιστορία να πει, την ιστορία του αφηγητή, ενός καθηγητή ιστορίας, που γεννήθηκε και έζησε σε ένα τοπίο υγρό και επίπεδο, ιστορία που, όπως κάθε ατομική ιστορία, πορεύεται χέρι με χέρι με τη μεγάλη, εκείνη που συχνά γράφεται με το γιώτα κεφαλαίο, ακόμα και αν τα υποκείμενα της ζωής δεν έχουν επίγνωση του τι συμβαίνει στον κόσμο την κάθε δεδομένη στιγμή που η δική τους ιστορία δοκιμαζόταν και ανατρεπόταν, ξανά και ξανά.

Είναι μια πρώτη διαφορά του τότε και του τώρα, τότε ήταν δύσκολο να ξέρεις, τώρα είναι δύσκολο να μην ξέρεις, τότε αργούσες να μάθεις τι συμβαίνει, τώρα γρήγορα το ξεχνάς αφού κάτι άλλο συμβαίνει. Ο φόβος αναζωπυρώνεται διαρκώς.

Με μια περίτεχνη δομή, που πότε μοιάζει με μονόλογο σκέψης, πότε με εντός της τάξης παράδοξη παράδοση μαθήματος και πότε με μια κατ' ιδίαν συνάντηση με έναν μαθητή που διαρκώς προκαλεί τον καθηγητή, ρωτώντας και ζητώντας να μάθει το γιατί πρέπει να διδάσκεται την ιστορία, ο Σουίφτ, με θαυμαστή αφηγηματική άνεση, χειρίζεται ένα ογκώδες υλικό, διερχόμενος από αλλεπάλληλες αναλήψεις από το παρελθόν, που αρχικά παιδεύουν αλλά σύντομα αρχίζουν να φανερώνουν τη σημασία τους στο μεγάλο και φιλόδοξο κάδρο, για να παραδώσει ένα σπουδαίο μυθιστόρημα με την πατίνα του κλασικού.

Και αυτό το βιβλίο είναι εξαντλημένο. Μάλιστα.

υγ. Της Υδάτινης χώρας είχαν προηγηθεί: ο Τελευταίος γύρος (εδώ), το Αύριο (εδώ) και το Κυριακή της Μητέρας (εδώ). Έχει περάσει καιρός από το τελευταίο βιβλίο της Δημητρακάκη (ΤΙΝΑ, εκδόσεις Βιβλιοπωλείο της Εστίας, περισσότερα εδώ), σε κάθε αφιέρωμα για βιβλία που αναμένεται να κυκλοφορήσουν με αδημονία γυρεύω το όνομά της. Για κείμενα σχετικά με τα βιβλία της, μια αρχή μπορεί να γίνει από εδώ.

Μετάφραση Ερρίκος Μπελιές
Εκδόσεις Βιβλιοπωλείο της Εστίας