Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εκδόσεις Ίνδικτος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εκδόσεις Ίνδικτος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 24 Σεπτεμβρίου 2020

Ρεμπώ ο γιος - Pierre Michon


Είναι, θαρρείς, η μοίρα των κομητών να εμφανίζονται ξαφνικά, ν' αναφλέγονται στον μανδύα της ατμόσφαιρας και να σβήνουν κάπου πέρα στο βάθος. Και όσοι έγιναν μάρτυρες της εξώκοσμης αυτής εμπειρίας με πάθος να μιλούν γι' αυτήν, με τη λάμψη χαραγμένη στο βλέμμα. Και το βιογραφικό σημείωμα για τον Ρεμπώ στη Βικιπαίδεια να διαβάσει κανείς, αρκεί για να μαγευτεί. Η ζωή που έζησε, το αποτύπωμα που άφησε σε όσους άγγιξε, είκοσι χρονών είχε τελειώσει πια με την ποίηση, ακολούθησε το κάθετο ταξίδι προς τη Μαύρη Ήπειρο, έμπορος και εξερευνητής, ο ακρωτηριασμός και οι πυρετοί. Αν δεν είχε γεννηθεί ο Ρεμπώ κάποιος λογοτέχνης θα έπρεπε να τον επινοήσει και να διηγηθεί την ιστορία του. Η ποίηση μιας βιογραφίας του Ρεμπώ είναι το αποτέλεσμα της έμπνευσης του Ρεμπώ στον Μισόν, μια βιογραφία που πόρρω απέχει από μια τυπική απόγονο του είδους, καθώς αδιαφορεί για τη λεπτομερή καταγραφή, δελεάζεται από την κρυπτικότητα και πατά σε γυαλιστερές πέτρες για να περάσει στην απέναντι όχθη. Ο Μισόν αποδίδει στο χαρτί τη μαγεία που του ασκεί ο βίος του Ρεμπώ, κάθε λέξη που χρησιμοποιεί είναι εμπνευσμένη από εκείνον, είναι το ελάχιστο που ο Μισόν νιώθει πως μπορεί να προσφέρει στον βωμό του ποιητή. Υπάρχουν σημεία στα οποία η ποιητική εξιστόρηση συναντά στο διάβα της πρόσωπα και καταστάσεις, που εγκολπώνονται, λιγότερο ή περισσότερο, στην αφηγηματική ροή, γίνονται μέρος του λογοτεχνικού σύμπαντος που ο Μισόν υψώνει. Η βαθιά γνώση της ζωής και του έργου του Ρεμπώ προφανώς και είναι απαραίτητες σ' ένα κείμενο όπως αυτό, ακριβώς για να μπορέσουν να απορροφηθούν και να γίνουν ένα.
Και πίσω από όλα τα παραπετάσματα εκείνα στο βάθος των αντρών αυτών, στο Καφενείο της Μαδρίτης, στον Ψόφιο Ποντικό, στου Μπαττύρ, στο Δέλτα, στα χίλια παραρτήματα της Ακαδημίας του αψεντιού, υπήρχε κάτι άλλο που ο Ρεμπώ το αναγνώρισε ευθύς, πιο γρήγορα ίσως απ' ό,τι αναγνώρισε το gloria σε κάποιο κύπελλο, σε κάποιο άλλο το αψέντι: ήταν σαν ένα δεύτερο δέρμα πάνω στο δέρμα τους, έσχατο παραπέτασμα εκκρίνοντας όλα τα άλλα, και από το οποίο όλα τα άλλα, γενειάδες, εφημερίδες, μπυροπότηρα, προέκυπταν, σαν ένα παραπέτασμα σκυθρωπότητας πιο αδιάφανο. Ο ποιητής ήταν ο πολλαπλός εκείνος άνθρωπος που σκυθρώπαζε στο Παρίσι.        
Το κείμενο του Μισόν, που δυσκολεύομαι να το κατατάξω οριστικά και χωρίς υποσημειώσεις στη λογοτεχνία, είναι ένα κείμενο απαιτητικό, περίτεχνα φτιαγμένο. Δεν ξέρω αν στέκει αντάξιο του έργου και της ζωής του θηρίου εκείνου από τη Σαρλβίλ, όπως το οπισθόφυλλο της έκδοσης αναφέρει, δεν ξέρω καν τι μπορεί να σημαίνει μια φράση όπως αυτή, αλλά η επιλογή της λέξης θηρίο για να αναφερθεί κανείς στον Ρεμπώ είναι συγκινητικά εύστοχη παρότι παρακινδυνευμένη. Αν κάποιος βιαστικά απαντήσει, χωρίς να το καλοσκεφτεί, στην ερώτηση για το πόσο χρονών ήταν ο Ρεμπώ όταν πέθανε, θα πόνταρα πως δύσκολα θα έλεγε τριάντα επτά, όσο εξοικειωμένος και αν είναι με τον ποιητή. Μοιάζει να έχει χαραχτεί στην κοινή μνήμη πως ο Ρεμπώ πέθανε αδικαιολόγητα νέος. Ίσως γιατί τονίζεται με την κάθε ευκαιρία πως ήταν είκοσι χρονών όταν εγκατέλειψε την ποίηση.
  
Θυμάμαι κάποτε μια φίλη σε μια παρέα -είχε πάει αργά και ήμασταν όλοι αρκετά μεθυσμένοι- να επιμένει πως, αν η μητέρα του δεν ήταν τόσο πιεστική, ο Ρεμπώ δεν θα εγκατέλειπε την ποίηση. Την ποίηση, είπε, και όχι τη Γαλλία πρώτα, και ύστερα την Ευρώπη, όπως κάποιος θα υπέθετε, με ένα καινούριο πάθος για τα χρήματα, μια ανάγκη για να επιβεβαιώσει πως ήταν καθ' όλα ικανός να επιβιώσει, να σταθεί στα πόδια του, με έναν τρόπο που εκείνη βέβαια ποτέ δεν θα επικροτούσε, μια αποπληρωμή σε ίδιο νόμισμα. Ήμασταν αρκετά νέοι τότε και ξενυχτούσαμε με συζητήσεις όπως αυτή, που ξεκινούσαν από αλλού και κατέληγαν αλλού, ήταν κάτι που συνέβαινε συχνά, -ισχυριζόμασταν σε κάθε ευκαιρία πως- κυνηγούσαμε την ομορφιά, χωρίς να είμαστε ακόμα σίγουροι πώς μοιάζει -χωρίς να ξέρουμε αν θα μας φαινόταν πικρή αν τυχόν τη νταντεύαμε στα γόνατά μας. Είναι αδιανόητο, συνέχιζε η φίλη, να μην έγραψε τίποτε μετά.
 
Αν κάποιος γυρεύει μια τυπική βιογραφία του Ρεμπώ χάνει τον χρόνο του εδώ, υπάρχει πλούσια βιβλιογραφία σχετικά άλλωστε, εδώ δεν θα βρει παρά εκλάμψεις του βίου, εκλάμψεις που γεννούν έντονο φως μα αφήνουν πίσω τους πυκνό σκοτάδι.
 
Μετάφραση Ανθή Λεούση
Εκδόσεις Ίνδικτος 

Δευτέρα 16 Δεκεμβρίου 2019

Το τρίτο βιβλίο για τον Άχιμ - Uwe Johnson




Αυτό δεν θα ήταν το πρώτο βιβλίο που θα γραφόταν για τον Άχιμ, τον ποδηλάτη σύμβολο της χώρας, άλλα δύο είχαν κιόλας γραφτεί, ενώ πιθανότατα και άλλα θα ακολουθούσαν. Ο Καρς, βέβαια, ούτε που θα μπορούσε να φανταστεί πως θα ενδιαφερόταν να γράψει μια βιογραφία για τον Άχιμ, πόσο μάλλον πως θα έπαιρνε άδεια και από το κράτος στην απέναντι πλευρά της πόλης για κάτι τέτοιο. Εκείνος απλά δέχτηκε την πρόσκληση της Κάριν, της παλιάς του ερωμένης, να την επισκεφτεί. Είχαν διατηρήσει πολύ καλές σχέσεις οι δυο τους, συχνά μιλούσαν και στο τηλέφωνο, τώρα εκείνη είχε σχέση με τον Άχιμ, όλοι το ήξεραν αυτό, ήταν ένα από τα πλέον λαμπερά ζευγάρια της δημόσιας ζωής, με το οποίο ασχολούνταν οι κοσμικές στήλες επισταμένα.

Ο Καρς δεν είχε κάτι συγκεκριμένο στο μυαλό του διασχίζοντας τα σύνορα, ήθελε να συναντήσει ξανά την παλιά του αγαπημένη, να περάσει κάποιον καιρό στην από κει πλευρά της πατρίδας του και να γυρίσει πίσω στο διαμέρισμά του, εκεί που φρόντιζε όλα να 'ναι έτοιμα να τον υποδεχτούν ξανά. Τον Άχιμ τον γνώρισε μέσω της Κάριν, σιγά σιγά άρχισε να ενδιαφέρεται για εκείνον, σκέφτηκε πως θα ήθελε να γράψει το τρίτο βιβλίο για εκείνον. Για να γραφτεί όμως μια βιογραφία πρέπει να προηγηθούν ερωτήσεις και έρευνα, έτσι και ο Καρς γυρεύει να μάθει διάφορα πράγματα για τον Άχιμ, για την παιδική του ηλικία, για το πρώτο του ποδήλατο, τους αγώνες, για την εποχή του ναζισμού, για τον πόλεμο, για τα χρόνια του σοσιαλισμού, για την επανάσταση. Μια από τις αρετές ενός εθνικού ήρωα είναι η άσπιλη φήμη του, η απουσία της οποιασδήποτε μελανής κηλίδας επ' αυτής. Όσο ανασκαλεύει κανείς στο παρελθόν εμφανίζονται κενά και σκοτεινές γωνιές, μένουν αναπάντητα ερωτήματα. 
σκέφτηκα λοιπόν ν' αρχίσω λιτά και αυστηρά ως εξής: του τηλεφώνησε, να παρεμβάλω ένα σημείο στίξης και έπειτα να συνεχίσω σαν να ήταν αυτονόητο: απ' την απέναντι μεριά των συνόρων, για να αιφνιδιαστείς και να νομίσεις ότι καταλαβαίνεις. Κι ύστερα δειλά (δεν μου αρέσει να δείχνω αβεβαιότητα από την αρχή κιόλας) να προσθέσω ότι μέσα στη Γερμανία της δεκαετίας του πενήντα υπήρχαν κρατικά σύνορα· βλέπεις πόσο άβολη είναι η θέση αυτής της δεύτερης πρότασης δίπλα στην πρώτη.   
Είναι ο χρόνος που πια βαραίνει την επιλογή των Boehlich και Enzensberger να αλλάξουν τον τίτλο που αρχικά ο Johnson είχε επιλέξει για το μυθιστόρημα αυτό, και δεν μας αφήνει ανεπηρέαστους να επιλέξουμε ανάμεσα στους δύο, αλλά καλό θα ήταν να αναφερθεί και ο τίτλος που ο συγγραφέας οραματίστηκε, Περιγραφή μιας περιγραφής, γιατί δείχνει τον τρόπο με τον οποίο δούλεψε ο συγγραφέας αυτό το βιβλίο. Γιατί η βιογραφία κάποιου τι άλλο από μια περιγραφή του είναι άραγε; Και εδώ έχουμε την περιγραφή μιας βιογραφίας, την περιγραφή μιας περιγραφής, την περιγραφή ενός φαινομένου που ήταν συνηθισμένο στις σοσιαλιστικές χώρες του ανατολικού μπλοκ, εκείνο της αθλητικής βιογραφίας, της εν γένει  προώθησης του αθλητισμού ως δείγματος υπεροχής και προόδου. Άλλωστε και ο Άχιμ σε υπαρκτό πρόσωπο στηρίζεται εν πολλοίς.

Τα τετράδια του Στίλερ, στο σπουδαίο μυθιστόρημα του Φρις, δίνουν εδώ τη θέση τους σε μια σειρά ερωταποκρίσεων, που μοιάζουν πότε με συνέντευξη και πότε με ανάκριση. Ή, για να αναφερθούμε στην καθ' ημάς λογοτεχνία, τις κόλλες αναφοράς προς τον σύντροφο ανακριτή στο Κιβώτιο του Αλεξάνδρου. Αυτή η έκκεντρη φόρμα, που επιλέγει ο Johnson, ξετυλίγει την πλοκή του μυθιστορήματος, ενώ προσδίδει μια υποβόσκουσα αίσθηση αγωνίας, κυρίως στην απόπειρα του αναγνώστη να υποθέσει ποιος μπορεί να θέτει τις ερωτήσεις, υπό ποιες συνθήκες δόθηκαν οι απαντήσεις και αν ο Καρς ταυτίζεται εν τέλει με τον αφηγητή της ιστορίας αυτής. Παράλληλα με τη βιογραφία του Άχιμ, τη διαδικασία βιογράφησής του για την ακρίβεια, υπάρχει και αυτό το χαλαρό ερωτικό τρίγωνο να αιωρείται και να υπονοείται, τρίγωνο που ίσως κάπως να αποτελεί και έναν συμβολισμό.

Το τρίτο βιβλίο για τον Άχιμ είναι ένα βιβλίο στενού χώρου, καθώς, ενώ η πλοκή του διαδραματίζεται σε πλήθος εξωτερικών σημείων, η αφήγησή της μοιάζει να γίνεται σε ένα μικρό δωμάτιο. Ένα αίσθημα ασφυξίας διακατέχει τον αναγνώστη, καθώς ο πυρετός της αφήγησης, εντέχνως και υπογείως, διαρκώς ανεβαίνει. Και παρότι διάσπαρτα στο κείμενο υπάρχουν διάφορα κωμικά συμβάντα, στιγμές αφέλειας και φαινομενικής χαλάρωσης, είναι διάχυτο το αίσθημα πως κάποιος καταγράφει, κάποιος παρακολουθεί και σημειώνει, κάποιος περιμένει να ακούσει κάτι συγκεκριμένο. Η μη ονομασία των πραγμάτων, τα οποία ακόμα και ο πλέον αμύητος στη γερμανική ιστορία αναγνώστης γνωρίζει, επεκτείνει και εκτός βιβλίου την αίσθηση πως κάποιος παρακολουθεί, ενώ ταυτόχρονα δίνει έναν οικουμενικό χαρακτήρα στο μυθιστόρημα αυτό, καθώς ο εκτός Γερμανίας αναγνώστης μπορεί να κάνει τις δικές του αντιστοιχίες. Και είναι σημαντικό κάτι τέτοιο για ένα βιβλίο που θεωρείται χαρακτηριστικό παράδειγμα γερμανογερμανικής λογοτεχνίας. Αξίζει να διαβάσει κανείς τον Jonhson παρέα με τον Böll, για τον τρόπο με τον οποίο και οι δύο εντάσσουν οργανικά το ζητούμενο της μη λήθης, καθένας με τον δικό του τρόπο, καθένας από τη δική του σκοπιά. Ο λοξός τρόπος με τον οποίο ο Jonhson χρησιμοποιεί την πραγματικότητα για να τη μεταποιήσει σε λογοτεχνία μου θύμισε -κυρίως- την Ιστορία του γερασμένου παιδιού, αλλά και γενικότερα τα πρώτα βιβλία της Έρπενμπεκ.       

Το παράδοξο είναι πως αυτό πρόκειται για το μοναδικό βιβλίο του Johnson που κυκλοφορεί στα ελληνικά, κάτι το οποίο δυσκολεύομαι να εξηγήσω πού μπορεί να οφείλεται.


Μετάφραση: Τούλα Σιετή
Επίμετρο: Κώστας Καλφόπουλος
Εκδόσεις Ίνδικτος