Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γερμανία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γερμανία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 28 Μαρτίου 2026

Καθένας με το βάσανό του - Mariana Leky

Πριν από δύο χρόνια, περίπου, διάβασα Το όνειρο της Ζέλμα και στην κατακλείδα του αντίστοιχου κειμένου σημείωνα: «Το όνειρο της Ζέλμα είναι ένα καλογραμμένο μυθιστόρημα, που διαθέτει όλες τις αρετές ενός ευπώλητου ποιοτικού βιβλίου, κάτι το οποίο ήδη αποτυπώνεται στις διάφορες λίστες. Δεν ενδείκνυται ωστόσο για αναγνώστες που παίρνουν υπέρμετρα σοβαρά τον ενήλικα εαυτό τους».

Με χαρά υποδέχτηκα την κυκλοφορία του νέου βιβλίου της Γερμανίδας Μαριάνα Λέκι, χαρά που τη διαδέχτηκε ο σκεπτικισμός από το γεγονός πως επρόκειτο για μια συλλογή διηγημάτων. Έπιασα στη δουλειά να ξεφυλλίσω το βιβλίο και να διατρέξω κάποιες από τις ιστορίες, το απόγευμα έφυγα και το πήρα μαζί μου.

Ένας δείκτης που σε βάθος χρόνου ίσως να δείχνει πόσο μου άρεσε ένα βιβλίο να έχει να κάνει με την επίμονη παρουσία του στην αδύναμη μνήμη μου, και το βιβλίο αυτό το θυμάμαι ακόμα, κυρίως για εκείνη τη γλυκιά αίσθηση που μου άφησε η ανάγνωση και το πέρας της. Και αν σ' εκείνο το πρόσκαιρο συναίσθημα καθοριστικό ρόλο διαδραμάτισε το ευπώλητο που σημείωσα στην αποφώνηση, η αντοχή στον χρόνο κάτι βαθύτερο δείχνει.

Η πιο δύσκολη ερώτηση που μπορεί να μου κάνει ένας πελάτης στο βιβλιοπωλείο είναι πιθανότατα εκείνη για ένα γλυκό, αισιόδοξο βιβλίο, αλλά όχι κακογραμμένο, όχι στέλεχος της παραλογοτεχνίας. Πάρτε δύο λεπτά και σκεφτείτε, πόσα τέτοια βιβλία σας έρχονται στον νου; Υποθέτω λίγα, αν όχι ελάχιστα. Το όνειρο της Ζέλμα είναι εκείνο που πρώτα μου έρχεται κατά νου, πρόταση που συμπληρώνεται από την επιθυμία να είχα έναν θείο σαν τον οπτικό φίλο της Ζέλμα.

Το όνειρο της Ζέλμα θα ήταν το υπέρτατο μπεστ σέλερ σ' έναν κόσμο που η ανάγνωση θα ήταν κανόνας και όχι εξαίρεση, ένας κοινός τόπος συνάντησης αναγνωστών που κατά τα λοιπά θα ακολουθούσαν διαφορετικά αναγνωστικά μονοπάτια. Δεν είναι πως το βιβλίο δεν πήγε καλά από άποψη πωλήσεων και διάδρασης, αλλά θα μπορούσε να έχει πάει πολύ καλύτερα. Για να κλείσω την αναφορά μου σε αυτό θα προσθέσω: αν ψάχνετε ένα γλυκό βιβλίο, αν ακόμα θυμάστε το συναίσθημα βγαίνοντας από την αίθουσα όπου προβαλλόταν το Αμελί, τότε αναζητείστε αυτό το βιβλίο.

Ο σκεπτικισμός μου για το Καθένας με το βάσανό του εντάθηκε από το γεγονός πως τα κείμενα/διηγήματα που αποτελούν τη συλλογή αυτή πρωτοδημοσιεύτηκαν στη στήλη που κρατούσε η συγγραφέας στο περιοδικό Psychologie Heute (Ψυχολογία σήμερα). Έχω μια δυσανεξία σε αυτό το κομμάτι της επιστήμης της ψυχολογίας, την εκλαϊκευμένη πτέρυγά του, μέρος καθώς είναι μιας γενικότερης συνταγογράφησης ευζωίας, οδηγίες διέλευσης ενός περίπλοκου κόσμου, ευαγγελιστές της υπέρτατης αλήθειας. Ένα λογοτεχνικό υποείδος έχει προκύψει τα τελευταία χρόνια, εκεί που τα βιβλιοπωλεία είναι φαρμακεία και οι ιστορίες μπορούν να μας σώσουν, ποιος όμως θα μας σώσει από την κακή λογοτεχνία;

Αναπόσπαστο μέρος της κακής λογοτεχνίας είναι ο αναχωρητισμός της, αυτό συμβαίνει ακόμα και αν φαινομενικά είναι στρατευμένη πολιτικά, αλλά αυτό είναι κάτι που τη θετική ενέργεια, που ισχυρίζονται πως έχουμε ανάγκη και πως έτσι όλα θα πάνε καλύτερα, δεν την αγγίζει. Καταλαβαίνετε πως διόλου προσδοκίες δεν είχα τελικά από το βιβλίο αυτό, η αρχική χαρά είχε ξεπεράσει τον απλό σκεπτικισμό, η απογοήτευση χτυπούσε δυνατά την πόρτα.

Και όμως.

Ήταν κάτι που είχε διαφανεί και από Το όνειρο της Ζέλμα, ο τρόπος της συγγραφέως να κοιτάζει τον κόσμο μέσα από τα μάτια της νεαρής αφηγήτριάς της είχε κάτι το καθαρό και συνάμα λοξό. Στα ιδιότυπα αυτά διηγήματα μικρού μήκους η ματιά της κεντρικής αφηγήτριας, που κάθε λόγο έχουμε να την ταυτίσουμε με τη συγγραφέα, διατηρεί τόσο την καθαρότητα όσο και εκείνη τη λοξότητα. Παρατηρώντας τον στενό της περίγυρο, αφηγείται ιστορίες μικρής κλίμακας, στιγμιότυπα από μια απλή, αληθοφανή καθημερινότητα, μέσα στην οποία οι χαρακτήρες επιδιώκουν να επιζήσουν, χωρίς να διαθέτουν υπερδυνάμεις, πέρα από τη λογική και το συναίσθημα. Ο μικρόκοσμός μας είναι κάτι που μπορούμε να το ελέγξουμε, ως ένα βαθμό τουλάχιστον.

Η Λέκι πετυχαίνει να ισορροπήσει ανάμεσα στο μελό και το γλυκό, στο απλό και το απλοϊκό, το σοβαρό και το σοβαροφανές, χωρίς να θυσιάσει τη λογοτεχνικότητα στον βωμό ενός κειμένου που θα φιλοξενηθεί στις σελίδες ενός περιοδικού ψυχολογίας. Μια ευδιάκριτη, κοινή αφηγηματική φωνή συνέχει τα διηγήματα αυτά, επί της οποίας στερεώνεται και υψώνεται η συνολική κατασκευή με τις όποιες ιδιαιτερότητές της. Δεν ξέρω αν τα διηγήματα αυτά, ως λογοτεχνία ή ως μια στήλη, δύνανται να βοηθήσουν κάποιους από τους αναγνώστες να νιώσουν καλύτερα, να τους προσφέρουν εργαλεία πρόσληψης και αντιμετώπισης της καθημερινότητας, εγώ δεν αναζητούσα αυτό, αν και ποτέ κανείς δεν μπορεί να είναι σίγουρος για τα όσα λαμβάνουν χώρα στο υποσυνείδητό του. Άλλωστε, εδώ για λογοτεχνία κάνουμε λόγο.

Προγραμματικά και με βάση την αρχική τους χρησιμότητα, τα διηγήματα αυτά δεν θα ανατρέψουν την παράδοση, δεν θα εκτρέψουν το λογοτεχνικό ποτάμι, θα προσφέρουν, ωστόσο, μια ικανή ανάπαυση στις κοιλότητες που το ρεύμα αδύναμο εγκλωβίζεται. Η ησυχία είναι μια αδικημένη λειτουργία της λογοτεχνίας, και η ησυχία εδώ προκύπτει από την αποφυγή, την υπονόμευση ακόμα ακόμα, της ψυχολογικής υποστήριξης, έξω από ένα απαραίτητο πλαίσιο θεραπείας. Μπορεί κανείς, επίσης, να αντιμετωπίσει τα διηγήματα αυτά ως μια ιδιότυπη άσκηση συγγραφής, ένα εργαστήριο μελέτης του κόσμου τριγύρω και της μετατροπής του σε λογοτεχνία.

Το ο Καθένας με το βάσανό του σε συνδυασμό με Το όνειρο της Ζέλμα μας προσφέρουν μια ικανοποιητική θέα στον λογοτεχνικό τρόπο της Λέκι. Η φαινομενική αφέλεια με την οποία τον παρατηρεί και μέσω της οποίας αρχικώς στήνει και ακολούθως καθοδηγεί τους χαρακτήρες της. Η αφέλεια αυτή είναι ωστόσο φαινομενική, υπάρχει ο κίνδυνος κάποιος αναγνώστης να μη μπορέσει να το διακρίνει αυτό, τότε για εκείνον η κατασκευή δεν θα λειτουργήσει, μια αίσθηση λιγώματος θα εμφανιστεί στον ουρανίσκο εκείνο. Εδώ η αφέλεια είναι το αντίπαλο δέος της σοβαροφάνειας.

Διάβασα τα διηγήματα αυτά ευχάριστα. Δεν είμαι ωστόσο σίγουρος πως αργότερα θα θυμάμαι πολλά πέρα από την αίσθηση γλυκύτητας που μου άφησαν. Δεν είναι κάτι λίγο αυτό, σίγουρα δεν είναι κάτι άχρηστο εντός του ζόφου που κινούμαστε. Η λογοτεχνία της Λέκι, ακόμα και σε αυτή την εκδοχή που εκκινώντας από το ιδιωτικό επιχειρεί να γενικεύσει, δημιουργώντας, ή ελπίζοντας πως δημιουργεί, τον απαραίτητο κοινό τόπο ανάμεσα σε εκείνη, τους ήρωές της και τον αναγνώστη, δεν είναι μια λογοτεχνία αναχωρητική, αλλά μάλλον πολιτική, χωρίς να το φωνάζει άναρθρα, επισημαίνοντας με τον τρόπο της πως η κύρια πηγή των ατομικών προβλημάτων είναι κοινωνικοπολιτική. Δεν επιχειρεί να δώσει συνταγές ευτυχίας και παλέματος, δεν αμελεί πως αυτό που ξέρει και θέλει να κάνει είναι λογοτεχνία, αλλά η λογοτεχνία, όταν είναι καλή, ναι, μπορεί να αποδειχτεί μια συνταγή ευτυχίας και σίγουρα παλέματος.

Θυμήθηκα την αίσθηση που Το όνειρο της Ζέλμα μου άφησε, αυτό σίγουρα συνέβη, και αυτό καθόλου λίγο δεν είναι.

(το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα) 

υγ. Για Το όνειρο της Ζέλμα περισσότερα μπορείτε να διαβάσετε εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Άγγελος Αγγελίδης, Μαρία Αγγελίδου
Εκδόσεις Gutenberg

Πέμπτη 22 Μαΐου 2025

Στον γιατρό ή Το εβραϊκό πουλί - Katharina Volckmer

Ήθελα από καιρό να διαβάσω το βιβλίο αυτό, απ' όταν κυκλοφόρησε, ένιωσα μια περιέργεια, απ' όταν άρχισαν τα πρώτα θετικά σχόλια να ακούγονται, προστέθηκε μια προσδοκία, απ' όταν διάβασα το Wonderfuck, περιέργεια και προσδοκία χτύπησαν ταβάνι· ο καιρός έφτασε.

Με ελάχιστες λέξεις, θα μπορούσε κάποιος να συνοψίσει πως η νουβέλα Στον γιατρό ή Το εβραϊκό πουλί διαπραγματεύεται το ζήτημα της ταυτότητας, για την ακρίβεια τους πιο κεντρικούς πυλώνες της, την ανέκαθεν παρούσα εθνική και τη σχετικά πρόσφατη λογοτεχνικά διαδεδομένη σεξουαλική. Οι ομοιότητες με το Wonderfuck είναι αρκετές, παρότι εδώ η αφήγηση είναι πρωτοπρόσωπη, με τη μορφή ενός θεατρικού μονολόγου, μια γυναίκα που αφηγείται κατά τη διάρκεια μιας ιατρικής εξέτασης, με τα πόδια στους αναβολείς, απευθυνόμενη στον γιατρό, τον μοναδικό παρόντα στο εξεταστήριο. Η κύρια ομοιότητα είναι κατασκευαστική, ο σύντομος και πεπερασμένος αφηγηματικός χρόνος και ο σταθερός τόπος. Στο Wonderfuck η πλοκή λαμβάνει χώρα σε ένα εργασιακό οκτάωρο στο τηλεφωνικό κέντρο που ο Τζίμι εργάζεται. Η δεύτερη βασική ομοιότητα, διακριτό στοιχείο ταυτότητας της γραφής της Φόλκμερ, είναι η οξυδέρκεια με την οποία διαπραγματεύεται τη συγχρονία, η φρεσκάδα που αναβλύζει, μια λογοτεχνία που συμβαίνει τώρα.

Στον γιατρό ή Το εβραϊκό πουλί, το εντυπωσιακό και υποσχόμενο πρωτόλειο έργο τής, γεννημένης το 1987 στη Γερμανία, πλέον κάτοικος Λονδίνου, Καταρίνα Φόλκμερ, η αφηγηματική επιλογή του μονόλογου ορίζει εν πολλοίς την επιτυχία ή μη της απόπειρας συνολικά. Μπορεί και να μοιάζει εύκολο, σε μένα διόλου αν με ρωτάτε, ή απλό ως επιλογή, τουλάχιστον στη θεωρία, αλλά στην πράξη, πέρα από μια εντυπωσιακή αρχή ή κάτι το μη αναμενόμενο, απαιτεί πολλή προσπάθεια ώστε να σταθεί και να προχωρήσει, να μην αποτύχει συναντώντας ανοιχτά από τη βαρεμάρα στόματα, να ανατροφοδοτείται διαρκώς από το απαραίτητο καύσιμο, παρά το σχετικά μικρό μέγεθος της κατασκευής, μια αφήγηση που κάπως θυμίζει τη ροή συνείδησης και όλες τις απαιτήσεις που αυτή φέρει, όλη τη μαστοριά του να μετατραπεί σε λογοτεχνία αυτό το λέω ό,τι μου έρχεται στο μυαλό, να λειτουργήσει πέρα από τα όρια της συγγραφής και της όποιας ηδονής αυτή προσφέρει, της όποιας αυτοϊκανοποίησης.

Τεχνικά μιλώντας η πρόζα της Φόλκμερ αποδεικνύεται υψηλοτάτου επιπέδου, επιτρέποντας στην κατασκευή να λειτουργήσει, διατηρώντας το ύφος και την ορμή καθ' όλη τη διάρκεια της διαδρομής. Αυτό είναι ένα δεδομένο, το οποίο, ωστόσο, χωρίς το απαραίτητο περιεχόμενο, θα έστεκε όμορφο και καλοφτιαγμένο μα άψυχο. Δεν είναι εύκολο να ισχυριστεί κανείς με βεβαιότητα τι προηγήθηκε και τι ακολούθησε, η μορφή ή το περιεχόμενο, ή αν το ένα κουβαλούσε στις πλάτες του το άλλο, πότε η τεχνική και πότε η έμπνευση, ίσως και να μην έχει σημασία ή ίσως η αδυναμία απάντησης να αποτελεί τιμητικό παράσημο στο πέτο της συγγραφέως, που κατάφερε να απαντήσει καταφατικά και στα δύο ζητούμενα: και φρέσκια γραφή, σύγχρονη, κοντά στην επιφάνεια βρασμού της πραγματικότητας, και τεχνικά άρτια δοσμένη, ικανή να ενσωματώσει τη φρεσκάδα και την πρόζα της γραφής.

Η αφηγήτρια, όπως και η συγγραφέας, είναι γερμανικής καταγωγής και τα τελευταία χρόνια ζει στην Αγγλία, μια μετανάστρια που φέρνει μαζί το πολιτισμικό και ιστορικό φορτίο της χώρας στην οποία γεννήθηκε και μεγάλωσε, μια ξένη παρά τη φαινομενική ομοιομορφία της παγκοσμιοποίησης. Το εβραϊκό ζήτημα και ο τρόπος με τον οποίο το έγκλημα καταγράφηκε στο συλλογικό συνειδητό και ασυνείδητο, η ντροπή και η ενοχή, αλλά και, ας μην ξεχνάμε πως πρακτικά και ουσιαστικά αποναζιστικοποίηση δεν έγινε ποτέ, από τη μια μέρα στην άλλη η απόλυτη πλειοψηφία βρέθηκε να καταδικάζει, να δηλώνει άγνοια ή ακόμα και να περηφανεύεται για επαναστατική δράση, πια δεν ήταν αποδεκτό να είσαι από εκείνους, πια η πλευρά είχε αλλάξει και καλό θα ήταν να περάσεις απέναντι, πέρα από ό,τι πιστεύεις πραγματικά, όποια και αν είναι η ιδεολογία σου, άλλωστε, η επάνοδος της ακροδεξιάς, στη Γερμανία συγκεκριμένα, αλλά και σε παγκόσμιο επίπεδο γενικότερα, δεν έγινε εν κενώ, ο σπόρος υπήρχε, τα ζιζάνια ήταν εκεί, και ας ήταν πλούσια τα άνθη της δημοκρατίας, της ελευθερίας και της οικονομικής ευμάρειας και τα έκρυβαν, τώρα με τους πρώτους τριγμούς ξεμυτίζουν ξανά.

Στέκομαι περισσότερο, ίσως όχι αναμενόμενα, στο κομμάτι της εθνικής ταυτότητας, όχι γιατί το θεωρώ πιο σημαντικό από εκείνο της σεξουαλικής, αλλά γιατί μου έκανε μεγαλύτερη εντύπωση, ίσως να μην το περίμενα σε τέτοιο εύρος, έκταση και οξύνοια, ίσως γιατί το κομμάτι της σεξουαλικότητας και της λογοτεχνίας φύλου συμβαίνει εκεί έξω πολύ και καλά, ίσως γιατί το εθνικό προσφέρει μια μεγαλύτερη βάση ταύτισης ή συγγένειας, παρότι εγώ δεν έχω γεννηθεί εκεί και δεν έχω μεταναστεύσει, το ιδεολογικό ανακάτεμα της σούπας μού είναι πιο οικείο, ίσως και πιο αντικειμενικά διαπραγματεύσιμο, όχι τόσο καυτό και προσωπικό όπως εκείνο της σεξουαλικής ταυτότητας, για την οποία μόνο να ακούσω μοιάζει να έχω, να αναμετρηθώ με τα δικά μου δαιμόνια, τη στερεοτυπία και το προνόμιο, εκεί έχω μεταφέρει τις αμυντικές μου μονάδες, εκεί βρίσκομαι σε επιφυλακή να διακρίνω και να καταλάβω, και η Φόλκμερ πέτυχε να με βάλλει από μια πλευρά που ένιωθα πιο έτοιμος, όχι γιατί μου είπε πράγματα που στη θεωρεία δεν γνώριζα, αλλά γιατί ο τρόπος με τον οποίο το ενέπλεξε στον μονόλογό της υπήρξε καίριος και εύστοχος, ικανός να μην αφήσει τη νουβέλα να μπατάρει προς τη μια πλευρά, περίμενα, να είμαι ειλικρινής, πως αργά ή γρήγορα το εθνικό θα αποδεικνυόταν άσφαιρο, απλώς ένα επιπλέον τικ στον κατάλογο με τα θέματα που διαπραγματεύεται. Και δεν ήταν έτσι.

Το Στον γιατρό ή Το εβραϊκό πουλί ξεπέρασε κατά πολύ τις προσδοκίες μου, ήδη υψηλές εκ των προτέρων, απόρροια όσων μου μετέφεραν οι αναγνώστες και όσων το Wonderfuck καλλιέργησε. Σε σημεία εντυπωσιακό, στην οξυδέρκεια και την πύκνωση, χωρίς αυτό να αφήνει υπόνοιες για ανισότητα, τεχνικά, άλλωστε προείπα, υπήρξε αρτιότατο, η ψυχή που εμφύσησε η Φόλκμερ ήταν το αναπάντεχο, η πρόζα της, η ισορροπία ανάμεσα σε ποικίλα ζεύγη αντιθέτων, το γέλιο και ο θυμός, για να δώσω ένα μόνο παράδειγμα, ο πλουραλισμός και η ποικιλομορφία, επίσης.

(το κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στη στήλη Αφορμή της εφημερίδας Χανιώτικα Νέα)

υγ. Για το Wonderfuck περισσότερα θα βρείτε εδώ.

Μετάφραση Δημήτρης Καρακίτσος
Εκδόσεις Ποταμός

Πέμπτη 18 Ιουλίου 2024

Καιρός - Jenny Erpenbeck

Η Τζέννυ Έρπενμπεκ, γεννημένη το 1967 στην Ανατολική Γερμανία, είναι ιδιαιτέρως αγαπητή στη χώρα μας και το όνομά της συχνά ψιθυρίζεται ως ευχή κάθε που η απονομή του Νόμπελ Λογοτεχνίας πλησιάζει. Στις 21 Μαΐου 2024 το μυθιστόρημά της Καιρός και η αγγλική του μετάφραση τιμήθηκαν με το Διεθνές Βραβείο Μπούκερ. Λίγο αργότερα, πάντοτε σε μεταφραστική φροντίδα του Αλέξανδρου Κυπριώτη, κυκλοφόρησε και στα ελληνικά από τις εκδόσεις Καστανιώτη.

Αυτή είναι μια ερωτική ιστορία. Βερολίνο, Ιούλιος 1986. Μια ξαφνική μπόρα και μια σειρά από λοιπές, εν πολλοίς αδιόρατες, μικροσυμπτώσεις θα φέρουν τη δεκαεννιάχρονη Καταρίνα και τον πενηντατριάχρονο συγγραφέα Χανς στο ίδιο λεωφορείο. Έτσι θα ξεκινήσει η σχέση τους. Όταν εκείνος θα πεθάνει, χρόνια μετά, η Καταρίνα θα είναι χιλιόμετρα μακριά, δεν θα τηρήσει την υπόσχεσή της να παραβρεθεί στην κηδεία του. Έξι μήνες μετά μια γυναίκα θα παραδώσει στο σπίτι της Καταρίνα δύο κούτες, δύο μαύρα κουτιά της σχέσης τους, εκείνη, μαζί με δικά της αναμνηστικά φυλαγμένα σε μια βαλίτσα, θα τα ανασύρει, ο τριτοπρόσωπος παντογνώστης αφηγητής θα μεσολαβήσει στην ανασύσταση της ιστορίας τους.

Ένα βασικό, αν όχι το κυρίαρχο, συστατικό της εργογραφίας της Έρπενμπεκ είναι ο πολιτικός και ιστορικός χαρακτήρας ως περιβάλλον εντός του οποίου διαδραματίζεται η εκάστοτε πλοκή, σχηματίζοντας ένα σφιχτοδεμένο ζευγάρι. Έτσι κι εδώ. Η ερωτική ιστορία, με όλες τις ιδιαιτερότητές της, εξελίσσεται όταν η Λαοκρατική Δημοκρατία της Γερμανίας πνέει τα λοίσθια, όταν το Τείχος, τι και αν ακόμα δεν έχει υποχωρήσει, θρυμματίζεται κιόλας.

Την ιστορία τη γράφουν οι νικητές. Αυτή είναι μια από τις ελάχιστες αρχές της ανθρώπινης ιστορίας που δεν διαθέτει εξαιρέσεις. Και νικητές ήταν οι Δυτικοί, καμία ισονομία στη μετάβαση δεν υπήρξε, και έτσι έγραψαν την ιστορία κατά το δικό τους δοκούν, παρουσιάζοντας την απέναντι όχθη σαν ένα άθροισμα τεράτων εντός ενός διάχυτου ζόφου. Το μηδέν ένα είναι που περισσότερο απ' όλα ενοχλεί, αυτή η απλοϊκή διάκριση την οποία ενστερνίζονται επιστήμονες και μελετητές, οι άκρες του δόρατος της προπαγάνδας, όταν ήδη η συζήτηση για το τέλος της ιστορίας ολοένα και περισσότερο έδαφος κέρδιζε.

Τα προηγούμενα μυθοπλαστικά έργα αλλά και οι δημόσιες τοποθετήσεις της Έρπενμπεκ χαρακτηρίζονται από θυμό για την επικρατούσα στρέβλωση. Δυτικά όλα ήταν καλά, ανατολικά όλα άσχημα, τελεία και παύλα, ναι καλά. Αν επιχειρούσε κανείς να προσδιορίσει συνοπτικά την κύρια συγγραφική φιλοδοξία εδώ, αυτή θα ήταν η απόπειρα να δειχτεί πως η καθημερινότητα εκεί δεν περιοριζόταν στις κοινωνικοπολιτικές συνθήκες που επικρατούσαν, πως οι άνθρωποι ζούσαν. Ονειρεύονταν, ερωτεύονταν, γλεντούσαν, έκλαιγαν και τα λοιπά και τα λοιπά ανθρώπινα πάθη τούς χαρακτήριζαν.

Η Έρπενμπεκ συνεχίζει τη σημαντική λογοτεχνία της μη λήθης, που ως κύριο εκφραστή της είχε τον σπουδαίο Χάινριχ Μπελ, χωρίς απλοϊκές και ψευδείς ωραιοποιήσεις, μια απόπειρα αποτύπωσης των αποχρώσεων μεταξύ λευκού και μαύρου, μια υψηλής στάθμης πολιτική λογοτεχνία, διαχρονικής και οικουμενικής, που στον πυρήνα της φέρει την υποκρισία με την οποία το παρελθόν αντιμετωπίστηκε και αντιμετωπίζεται, τη γραμμή εκείνη που διέκρινε το ναζιστικό προηγούμενο, τη συνέχεια του κράτους και της πατρίδας, μιας εκ θαύματος μετάβασης και ήττας του τέρατος, για το οποίο κανείς δεν μιλάει, αντίθετα με ό,τι συνέβη, και καλώς συνέβη ως ένα βαθμό, μετά την πτώση του Τείχους, όταν όλα τα αρχεία ήρθαν στο φως.

Ο Καιρός δεν είναι το αποτέλεσμα μιας στρατευμένης λογοτεχνίας, όσο και αν κάποιοι επωφελούνται αντιμετωπίζοντάς το, όπως και την ευρύτερη λογοτεχνική παρουσία της Έρπενμπεκ, ως τέτοιο, παρακάμπτοντας την απάντηση σε πλήθος ερωτημάτων και αμελώντας να αναφερθούν στη δεδομένη λογοτεχνική αξία του έργου της. Η υψηλή λογοτεχνία πάντοτε θα αντιμετωπίζεται και ως ένα ενοχλητικό πετραδάκι που δυσκολεύει το αγέρωχο βάδισμά των εκάστοτε νικητών, θέτοντας τη βεβαιότητα εν αμφιβόλω.

Ο πολιτικός χαρακτήρας του έργου διόλου δεν υποτάσσει τη λογοτεχνική αξία, την αφηγηματική ικανότητα της Έρπενμπεκ στο χτίσιμο και τη λειτουργία του μυθιστορήματος. Ο τρόπος με τον οποίο μπλέκει τις ιστορίες των δύο εραστών, αλλά και αυτές με την Ιστορία, κυρίως, και η ομοιόμορφη από άκρη σε άκρη αφηγηματική φωνή, επίσης. Ιδιαίτερα στο καταιγιστικό τελευταίο τρίτο του μυθιστορήματος, μετά την πτώση του Τείχους, όταν για κάποιους το να αγοράσουν ένα παντελόνι τζιν δεν ήταν η απάντηση σε όλα τα ερωτήματα, όταν η Κρίστα Βολφ πίστευε πως ακόμα υπήρχε η καύσιμη ύλη για να οικοδομηθεί μια σοσιαλιστική κοινωνία, δίκαιη και όχι υποταγμένη στην ατομική κατανάλωση και ιδιοκτησία.

Ο Καιρός αποτελεί μαζί με την Ιστορία του γερασμένου παιδιού και τη Δοκιμασία τις ψηλότερες κορυφές μιας σπουδαίας συγγραφέως, μιας από τις σπουδαιότερες της εποχής μας, της Τζέννυ Έρπενμπεκ.

υγ. Για τα προηγούμενα έργα της Έρπενμπεκ: Ιστορία ενός γερασμένου παιδιού (εδώ), Σκύβαλα (εδώ), Παιχνίδι με τις λέξεις (εδώ), Δοκιμασία (εδώ), Περαστικοί (εδώ), Η συντέλεια του κόσμου (εδώ).

Μετάφραση Αλέξανδρος Κυπριώτης
Εκδόσεις Καστανιώτη

Πέμπτη 1 Φεβρουαρίου 2024

Διάχυτο φως - Deniz Ohde

Το αναγνωστικό προαίσθημα είναι ένα από τα πολλά φίλτρα που χρησιμοποιεί κανείς όταν πρόκειται να διαλέξει το επόμενο βιβλίο. Κι εμένα το προαίσθημά μου υπερθεμάτιζε πως αυτό θα ήταν ένα καλό βιβλίο, ένα βιβλίο που θα μου άρεσε, το κατάλληλο βιβλίο για εκείνη τη στιγμή. Σίγουρα το προαίσθημα με τα χρόνια διαμορφώνεται από πλήθος άλλων παραγόντων, γεγονός που το μεταβάλει περισσότερο σε αιτιοκρατικό ένστικτο, απομακρύνοντας το από το βασίλειο του μεταφυσικού που κάποτε έδρευε. Εδώ για παράδειγμα έχουμε μια ενδιαφέρουσα σειρά ξένης λογοτεχνίας, την Aldina, μια νεαρή συγγραφέα, τη Γερμανοτουρκάλα Ντενίς Όντε, και ένα οπισθόφυλλο που περιγράφει την επιστροφή της αφηγήτριας στο χωριό που μεγάλωσε. Στοιχεία ικανά να μου τραβήξουν το ενδιαφέρον και να επιτρέψουν σε κάποιες πρώτες γραμμές του υπό διαμόρφωση ορίζοντα προσδοκιών να φανούν.

Ο Εντουάρ Λουί, τουλάχιστον στα καθ' ημάς, έφερε στο προσκήνιο μια λογοτεχνία πολιτική, που μιλά σε πρώτο πρόσωπο για το τραύμα, για την οικογένεια, την τάξη, την παρηκμασμένη (γαλλική) επαρχία και βέβαια τη σεξουαλικότητα. Οι ενστάσεις απέναντι στο έργο του έχουν κυρίως να κάνουν με τις λογοτεχνικές αξιώσεις, αλλά και την υποψία μανιέρας από βιβλίο σε βιβλίο. Ήμουν τυχερός και διάβασα το πρώτο του βιβλίο πριν γίνει της μόδας και, εκτός των άλλων, οι προσδοκίες εκτοξευθούν και γίνουν αόριστες και αφηρημένες. Τα λέω αυτά, πριν ακόμα μιλήσω για το βιβλίο της Όντε, γιατί σκεφτόμουν αρκετά έντονα τα βιβλία τού Λουί αλλά και τη συζήτηση γύρω από αυτά, όσο διάβαζα το Διάχυτο φως.

Η αφηγήτρια, μια πιθανή εκδοχή της ίδιας της συγγραφέως, κοντινή ή μακρινή μικρή σημασία έχει, επιστρέφει μετά από χρόνια στο χωριό που γεννήθηκε και μεγάλωσε, στο σπίτι που πια μένει ο πατέρας της μόνος του. Επιστρέφει για να παραστεί στον γάμο δύο παιδικών της φίλων. Η αιτία της επιστροφής, μια κοινωνική υποχρέωση, θέτει εξαρχής την απόσταση που πλέον νιώθει να τη χωρίζει με το μέρος εκείνο, με τα χρόνια εκείνα, με τον ίδιο της τον πατέρα, μεταξύ άλλων, απόσταση όχι απλά και μόνο χιλιομετρική, αφού έμενε σε άλλη πόλη της Γερμανίας και όχι στο νότιο ημισφαίριο, και όμως εκείνη εδώ και καιρό δεν είχε επιθυμήσει μια, έστω και ολιγοήμερη, επιστροφή. Ο αέρας αλλάζει όταν μπαίνεις στην περιοχή. Έτσι ξεκινά η αφήγηση αυτή.

Μπορεί το κουήρ στοιχείο, έντονο και κυρίαρχο στο έργο του Λουί, να λείπει εδώ, όμως, η επιστροφή τής αφηγήτριας εκεί, με τις παρεπόμενες αναλήψεις από εκείνα τα χρόνια, σε πολλά ομοιάζει με τη σύσταση του εδάφους στον γαλλικό βορρά. Η Όντε δεν επιλέγει μια ευθεία αυτοβιογραφική πρόζα, σκεπάζει καλά την ιστορία αυτή με τον μανδύα της μυθοπλασίας. Έτσι, ενώ η αφετηρία των δύο μοιάζει, η αφηγηματική διαδρομή είναι διαφορετική. Ένας προβληματικός γάμος, αυτός των γονιών της αφηγήτριας, ένα προβληματικό μέρος, το μικρό χωριό, η συντηρητική κοινωνία, οι ταξικοί φραγμοί, η απουσία προνομίων, ο αγώνας, σε συνδυασμό με τη συγκυρία, που θα οδηγήσει την αφηγήτρια ύστερα από μια παράκαμψη στο τεχνικό γυμνάσιο, στο πανεπιστήμιο και σε μια άλλη ζωή. Η επιστροφή, ο χρόνος που μοιάζει να έμεινε αυστηρά ακινητοποιημένος, εντείνει το αίσθημα της αλλαγής της, την ώρα που οι συνομήλικοί της συνέχισαν στα βήματα των γονιών τους, ο αλκοολικός και ελάχιστα συναισθηματικός πατέρας, που εδώ χαρακτηρίζεται από μια ιδιότυπη καταναλωτική μανία που συνδυάζεται με μια ασφυκτική συσσώρευση πραγμάτων εξ αρχής άχρηστων στο πεπερασμένης έκτασης σπίτι, ανάμεσα σε άλλα. Σημαντική παράμετρος στο Διάχυτο φως είναι και η καταγωγή της μητέρας, μετανάστριας από την Τουρκία, που δραπέτευσε από ένα ασφυκτικό περιβάλλον ανέχειας και θρησκευτικής πειθαρχίας, για να βρεθεί σε έναν αδιέξοδο γάμο, κάνοντας αιώνια υπομονή, που μόνο, μια στο τόσο, της επέτρεπε να απολαμβάνει ένα ποτήρι αλκοόλ στο τέλος μιας ακόμα κοπιώδους μέρας.

Η Όντε δεν περιγράφει μια πρωτότυπη ιστορία, ειδικά για τη γερμανική κοινωνία, που παρά την αυξημένη ενσωμάτωση, η ταμπέλα του ξένου εξακολουθεί να υπάρχει και να διαχωρίζει, όπως αντίστοιχα συμβαίνει με τις κοινωνικοοικονομικές διαφοροποιήσεις του πληθυσμού, παρότι το βιοτικό επίπεδο μοιάζει να είναι υψηλότερο σε σύγκριση με άλλες χώρες. Η έλλειψη πρωτοτυπίας ωστόσο δεν αποτελεί ψεγάδι αλλά πεδίο στο οποίο η οξυδερκής παρατηρητικότητα της αφηγήτριας επιβεβαιώνεται, και αυτό γίνεται με έναν λογοτεχνικά άρτιο τρόπο. Οι διαρκείς παρεκβάσεις δεν πετούν τον αναγνώστη εκτός ιστορίας, αλλά είναι ενταγμένες με τέτοιο τρόπο ώστε να αποτυπώνουν αληθοφανώς τον καταιγισμό σκέψεων και αναμνήσεων που την κατακλύζουν αναπόφευκτα κατά την επιστροφή της. Μένοντας στο κομμάτι των παρεκβάσεων, η Όντε πετυχαίνει κάτι ακόμα. Δεν επισκιάζει τον τότε εαυτό της με τον παροντικό ενήλικα, αλλά του επιτρέπει να ακουστεί χωρίς να χάνει την παιδικότητα στο βλέμμα απέναντι στα πράγματα. Αυτό λειτουργεί και εξωλογοτεχνικά αφού επιτρέπει στην ίδια την αφηγήτρια να βεβαιώσει την απόσταση που τη χωρίζει, τα βήματα που έχει πραγματοποιήσει, τον προσωπικό αγώνα που έδωσε σε διάφορα επίπεδα και που κανέναν άλλον δεν αφορά, όχι τουλάχιστον με τον τρόπο και την ένταση που αφορά την ίδια.

Αυτή η απόσταση στην παρατήρηση και την καταγραφή απαλλάσσει το μυθιστόρημα από κάθε διάθεση επίκλησης στο συναίσθημα· η  αφηγήτρια επ' ουδενί δεν επιθυμεί τη λύπηση ή την επιβράβευση. Το αυτό συμβαίνει και με κάθε υπόνοια διδακτισμού. Η αφηγήτρια, που για χρόνια ντρεπόταν για το πραγματικό της όνομα, έτσι όπως ξεχώριζε στις λίστες με τα ονόματα των συμμαθητών της, έρχεται ξανά αντιμέτωπη με εκείνο το εγγύς παρελθόν χωρίς να έχει διάθεση να υπεραμυνθεί των επιλογών και των δράσεων της, κάτι το οποίο θα ήταν έντονα αντίθετο με τον χαμηλών τόνων χαρακτήρα της. Αναφέρεται απλώς στη ζωή της, που, όπως και να μοιάζει απέξω και από απόσταση, για εκείνη ήταν απλώς η δική της εκδοχή. Απουσία συναισθηματικού εκβιασμού και διδακτισμού οι επιθετικοί προσδιορισμοί που συνωστίζονται να προηγηθούν της ιστορίας παραμένουν στο συρτάρι. Είναι ο τρόπος με τον οποίο αφηγείται η Όντε την ιστορία αυτή που κάνει το βιβλίο να ξεχωρίζει και όχι αποκλειστικά και μόνο το περιεχόμενο, που, ας μη γελιόμαστε, κοντά λογοτεχνικά πόδια έχει, και περισσότερο αφορά τις προωθητικές ενέργειες των τμημάτων μάρκετινγκ. Και αυτός ο λογοτεχνικός τρόπος επιτρέπει στην ιστορία να αντέξει το ίδιο της το βάρος, χωρίς να μοιάζει βαρυφορτωμένη και μπουκωμένη.

Το Διάχυτο φως είναι ένα πολύ ωραίο βιβλίο, σύγχρονο, λογοτεχνικά άρτιο, που ικανοποιεί με άνεση τις συγγραφικές επιδιώξεις, χωρίς να χάνεται ανάμεσα στα πολλά βιβλία προσωπικών ιστοριών που εκδίδονται.

υγ. Για τα βιβλία του Εντουάρ Λουί περισσότερα μπορείτε να βρείτε εδώ.

Μετάφραση Άγγελος Αγγελίδης, Μαρία Αγγελίδου
Εκδόσεις Gutenberg

Δευτέρα 18 Σεπτεμβρίου 2023

Όλα για το τίποτα - Walter Kempowski

Σχετικά πρόσφατα, οι εκδόσεις Δώμα σύστησαν για πρώτη φορά στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό έναν σπουδαίο της γερμανικής λογοτεχνίας, τον Βάλτερ Κεμπόφσκι. Η κυκλοφορία του κύκνειου άσματος του γεννημένου το 1929 συγγραφέα υπήρξε ένα από τα πλέον σημαντικά στιγμιότυπα της εγχώριας βιβλιοπαραγωγής της προηγούμενης χρονιάς. Παρότι η μετάφραση της Δέσποινας Κανελλοπούλου έγινε από το γερμανικό πρωτότυπο, για τον τίτλο, επιλέχθηκε εκείνος της αγγλικής έκδοσης (All for nothing) αντί της γερμανικής (Alles umsonst, Όλα μάταια).

Γενάρης, 1945. Το ανατολικό μέτωπο καταρρέει, οι Ρώσοι προελαύνουν. Στο Γκεόργκενχοφ ο αχός της επέλασης ακούγεται καθαρά. Εκεί βρίσκεται το αρχοντικό της οικογένειας φον Γκλόμπιχ. Ο πατέρας, αξιωματικός της Βέρμαχτ, απουσιάζει εδώ και μήνες στην Ιταλία. Η μητέρα, διαρκώς κουρασμένη, μάταια αναζητά την ησυχία. Ο δωδεκάχρονος Πήτερ διάγει έναν βίο μοναχικό, καθώς τα παιδιά του γειτονικού οικισμού δεν είναι του επιπέδου του, ακόμα και τα μαθήματα τα κάνει κατ' οίκον. Γύρω από τον στενό οικογενειακό πυρήνα κινείται μια ομάδα προσώπων, που φροντίζει να μη διαταράσσεται η οικιακή ρουτίνα, να μη λείπει τίποτα παρά την ολοένα και πιο δύσκολη καθημερινότητα. Τα νέα που φτάνουν είναι αντιφατικά, τα καραβάνια των Γερμανών προσφύγων ολοένα και πυκνώνουν, η μητέρα, πατέρα απόντος αρχηγός, καλείται να πάρει μια δύσκολη απόφαση.

Με σημείο αναφοράς το αρχοντικό της οικογένειας φον Γκλόμπιχ, με το πρόθεμα φον να υπονοεί μια, έστω και μακρινή, αριστοκρατική καταγωγή, ο Κεμπόφσκι αργά και σταθερά θα οικοδομήσει τον μικρόκοσμο του Γκεόργκενχοφ, λίγα μόλις χιλιόμετρα από το πεδίο των μαχών. Η προπαγάνδα ρίχνει βαριά τη σκιά της στην πρόσληψη των πραγματικών γεγονότων, η σκέψη και μόνο για εγκατάλειψη και φυγή αποδεικνύει έλλειψη εμπιστοσύνης στην πατρίδα και τον στρατό που μάχεται σκληρά απέναντι στους Κόκκινους. Ο συγγραφέας, ευφυώς, επιλέγει να γνωρίσει καλά στον αναγνώστη τους ενοίκους του αρχοντικού, πριν επιταχυνθεί η εξέλιξη της πλοκής, καθώς επιθυμεί τη δημιουργία ενός έντονου συναισθηματικού δεσμού μεταξύ τους, ώστε να μικρύνει η απόσταση που χωρίζει την πολυθρόνα του αναγνώστη από το Γκεόργκενχοφ λίγο πριν τη λήξη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Και τα καταφέρνει περίφημα.

Χωρίς να εγκαταλείπει εντελώς την τεχνική του κολάζ, που τον καθιέρωσε στα προηγούμενα έργα του, εκεί που η προσωπική εμπειρία και η επίσημη ιστορία συνυπάρχουν αρμονικά, ο συγγραφέας εδώ καταφεύγει σχεδόν αποκλειστικά στη μυθοπλασία, αφήνοντας στην άκρη, ως υπόνοια και μόνο, την υποκειμενική μαρτυρία. Η τοποθέτηση του αρχοντικού στο επίκεντρο της πλοκής ως ενός βασικού χαρακτήρα της, φέρνει στο μυαλό του αναγνώστη το σπουδαίο μυθιστόρημα της Τζέννυ Έρπενμπεκ, Η δοκιμασία (μτφρ. Αλέξανδρος Κυπριώτης, Καστανιώτης). Εκεί, μέσα από την εναλλαγή των ενοίκων και των ιδιοκτητών ενός σπιτιού, η Γερμανίδα συγγραφέας αναβιώνει με έναν μοναδικό τρόπο όλη τη γερμανική ιστορία του εικοστού αιώνα. Τα δύο βιβλία κυκλοφόρησαν σχεδόν ταυτόχρονα στη Γερμανία.

Στο Όλα για το τίποτα ο Κεμπόφσκι, κινούμενος έκκεντρα του μετώπου της μάχης, καταφέρνει να μεταφέρει τον πολεμικό απόηχο, το κλίμα που επικρατεί σε απόσταση αναπνοής, εκεί που η αγωνία και ο εφησυχασμός ανταγωνίζονται να επικρατήσουν έχοντας συμμάχους τις φήμες, την προπαγάνδα και την έλλειψη γνώσης. Άλλωστε, ποτέ άλλοτε, όσο κατά τη διάρκεια ενός πολέμου, η ανθρώπινη ζωή δεν λογίζεται τόσο φτηνή και αναλώσιμη. Ο συγγραφέας, παρότι παραδίδει ένα βαθιά πολιτικό βιβλίο, αρνείται να πάρει θέση, να διαλέξει πλευρά, να βαφτίσει καλούς και κακούς. Εκείνο που τον ενδιαφέρει είναι τα βατράχια που την πληρώνουν όταν μαλώνουν τα βουβάλια, η ευκολία με την οποία αλλάζει κατεύθυνση ο άνεμος παρά τις καθησυχαστικές προβλέψεις των πάσης φύσεως μετεωρολόγων.

Το Όλα για το τίποτα είναι ένα σημαντικό μυθιστόρημα. Και είναι σημαντικό γιατί το ιστορικό και πολιτικό του βάρος δεν συνθλίβει τον λογοτεχνικό αυχένα, πετυχαίνοντας να υψώσει μέσα από τα συντρίμμια υψηλή λογοτεχνία, επιπέδου Χάινριχ Μπελ ή Χανς Έριχ Νόσακ. Ο Κεμπόφσκι ήταν ένας ακόμα Γερμανός συγγραφέας στρατευμένος στον αγώνα ενάντια στη λήθη, ένας συγγραφέας που αξίζει να γνωρίσει κανείς.

υγ. Για τη Δοκιμασία περισσότερα μπορείτε να διαβάσετε εδώ, για το έργο του Μπελ εδώ και για εκείνο του Νόσακ εδώ.

(Το κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών)
 
Μετάφραση Δέσποινα Κανελλοπούλου
Εκδόσεις Δώμα

Δευτέρα 27 Μαρτίου 2023

Η υπέρβαση της βαρύτητας - Heinz Helle

Όταν κυκλοφόρησε το μυθιστόρημα αυτό, ήταν σε πλήρη άνθηση το προχριστουγεννιάτικο πρόγραμμα όλων των εκδοτικών οίκων, ατύχησε, θέλω να πω, να βρίσκεται ανάμεσα σε πολυαναμενόμενα βιβλία, ανάμεσα στα γερά χαρτιά μιας χρονιάς αρκετά δύσκολης για εκδότες και βιβλιοπώλες, μιας ακόμα χρονιάς. Είναι και η συγκυρία ένας αστάθμητος παράγοντας, μια ρωγμή στον ορθολογισμό, που συχνά καθορίζει τη μοίρα ενός βιβλίου, την επιτυχία, την αποτυχία ή το αδιάφορο, σύντομο πέρασμά του από τους πάγκους των βιβλιοπωλείων στη λήθη. Η υπέρβαση της βαρύτητας, παρότι λάμβανε και συνεχίζει να λαμβάνει θετικές, έως και ενθουσιαστικές, κριτικές από μεμονωμένους αναγνώστες, ποτέ δεν έκανε το μεγάλο μπαμ στις πωλήσεις, όχι ακόμα τουλάχιστον, όχι το μπαμ που ένα τέτοιο βιβλίο θα μπορούσε να κάνει. Αργά ή γρήγορα θα διάβαζα το βιβλίο του άγνωστου σε μένα Χάιντς Χέλε, γιατί το ένστικτό μου το επέβαλλε, ίσως όμως όχι τόσο σύντομα, ας όψονται τα λαχταριστά βιβλία στη στοίβα με τα προσεχώς, αν δεν άκουγα από αναγνώστη που εκτιμώ βαθιά τη μαγική φράση: το πρώτο μέρος είναι εντελώς μπερνχαρντικό, δύο αδέρφια γυρίζουν από μπαρ σε μπαρ μια νύχτα.

Παρένθεση. Συχνά ακούω μια υποτίμηση στη φράση: ο τάδε συγγραφέας μιμείται τον δείνα διάσημο και καταξιωμένο συγγραφέα. Αν το κάνει καλά και πειστικά τότε δεν βλέπω πού είναι η ένσταση, γιατί δηλαδή να μην έχουμε λίγο ακόμα έργο που θα μπορούσε να ανήκει στην εργογραφία κάποιου μεγάλου γραφιά, νεκρού από χρόνια; Εκτός και αν στο μυαλό κάποιου είναι απλό να γράψει κανείς κατά τρόπο τέτοιο που να φέρνει στον νου του αναγνώστη ένα ιερό τέρας. Αρκεί να το κάνει καλά. Γιατί υπάρχουν συγγραφείς, όπως ο Μπέρνχαρντ, για να κλείνω σιγά σιγά την παρένθεση, που η επιρροή τους είναι καταλυτική, που η πρόζα τους εγκλωβίζει τον αναγνώστη του έργου τους. Θυμάμαι την Έρπενμπεκ να λέει, αναφερόμενη σε ένα κατά Μπέρνχαρντ διήγημα που περιλαμβάνεται στη συλλογή διηγημάτων Σκύβαλα, πως εκείνη την περίοδο διάβαζε τον σπουδαίο Αυστριακό και της ήταν αδύνατο να ξεφύγει γλωσσικά, ό,τι και αν δοκίμαζε να γράψει είχε κάτι από τις σπείρες και τη μανιέρα του Μπέρνχαρντ, δεν θα διάβαζε, είπε, ξανά, όσο και αν τον αγαπούσε, ήταν μονόδρομος μια τέτοια απόφαση αν ήθελε να χαράξει τον δικό της δρόμο στη λογοτεχνία. Τέλος παρένθεσης.

Ξεκίνησα την ανάγνωση με προσδοκίες τεράστιες, με προσδοκίες κατά κάποιο τρόπο ανάλογες ενός έργου του ίδιου του Μπέρνχαρντ, άδικες και υπερβολικές προσδοκίες, σύμφωνοι. Και όμως. Η ιστορία των δύο αδερφών με γράπωσε από τον λαιμό και δεν με άφησε παρά με το γύρισμα της τελευταίας σελίδας, η συγκίνηση και το τρέμουλο άργησαν να υποχωρήσουν, οι λεκτικές δίνες συνέχιζαν να αντηχούν στο μυαλό μου. Ναι, θυμίζει Μπέρνχαρντ. Αλλά δεν ξέρω και αν θα υπήρχε άλλος τρόπος παρά αυτός ώστε να αποδοθεί το βάρος του πόνου και της ενοχής που κατακλύζει τον αφηγητή, όταν, έχοντας μάθει τον χαμό του ετεροθαλή αδερφού του, αναλογίζεται την τελευταία φορά, μήνες πριν, που συναντήθηκαν, όταν εκείνος πέρασε από το σπίτι του και, ενώ αρχικά τσακώθηκαν, ο αδερφός του επέστρεψε και βρέθηκαν να περιφέρονται από μπαρ σε μπαρ, μεθυσμένοι από νωρίς, έστω και αν έπιναν απλώς μπύρες, και ο αφηγητής άκουγε τον χωρίς φρένο μονόλογο ενός ιδεαλιστή, κάποιου που δεν ήταν, όπως ο αφηγητής,  αρκετά πραγματιστής για να αντέξει αυτό τον κόσμο, για να επιζήσει και να επιπλεύσει σε αυτό τον ζόφο. Και τώρα ο πραγματιστής πληρώνει το τίμημα για την απόσταση που κράτησε από τον μεγαλύτερο αδερφό του, απόφαση που έμοιαζε μονόδρομος αν ήθελε να τα καταφέρει καλύτερα, τώρα εκείνος είναι νεκρός και δεν έχει και τόση σημασία τι κατάφερε τελικά, από ποιο πεπρωμένο γλίτωσε, τώρα αυτό που μετράει είναι οι μήνες από την τελευταία φορά που τον είδε, τώρα εκείνος είναι νεκρός, για πάντα νεκρός, ποτέ ξανά ζωντανός.

Αλλά και στην ενοχή του ο αφηγητής παραμένει πραγματιστής, παρότι επιτρέπει στο συναίσθημα να παρεισφρήσει, σε δόσεις ωστόσο μικρές και ελεγχόμενες, η λογική κρατάει τα γκέμια σφιχτά, και αυτό τροφοδοτεί διαρκώς την αφήγηση αυτή και την καθιστά συγκλονιστική, επειδή ακριβώς αναδεικνύει πως όσες φορές και αν επαναλαμβανόταν η ζωή, τόσες φορές ο αφηγητής θα κρατιόταν μακριά από τον μεγαλύτερο αδερφό του νιώθοντας πως αυτός είναι ένας μονόδρομος για εκείνον, και άλλες τόσες φορές θα ένιωθε την ενοχή για την απόσταση, για τους μήνες που μεσολάβησαν από την τελευταία φορά που είδε τον αδερφό του, που είναι, τώρα πια, για πάντα νεκρός. Το περιεχόμενο της αφήγησης, με την αντίστιξη ανάμεσα στα δύο αδέρφια, ανάμεσα στον ιδεαλιστή και τον πραγματιστή, ανάμεσα στη λογική και το συναίσθημα, στο ευαίσθητο και το σκληρό δέρμα, ταυτόχρονα συμβαίνει και στην ίδια την κατασκευή της αφήγησης, εκεί που ο Χέλε χτίζει ένα άρτια μπερνχαρντικό κατασκεύασμα, χωρίς να τον καταπίνει η σκιά του σπουδαίου προγόνου, πετυχαίνοντας να αφήσει την προσωπική του σφραγίδα σε αυτή την π.ο.π. κατασκευή. Επίσης, ο Χέλε καταφέρνει να παίξει με την πατίνα του χρόνου, διανθίζοντας με συγχρονία το αφήγημά του, απομακρυνόμενος σε αυτό το κομμάτι από τον Μπέρνχαρντ, κάτι που το κάνει με τη χρήση πραγματολογικών στοιχείων της πρόσφατης επικαιρότητας. Έτσι, τη στιγμή που η ανάγνωση, το στυλ και το ύφος, διαθέτουν κάτι το παλιακό, οι γλωσσικές δίνες και παρηχήσεις το ίδιο, το μίσος για τη γλώσσα και η προβληματική οικογένεια, επίσης, η κριτική στον κόσμο απαραιτήτως παρούσα, έρχονται τα σύγχρονα μαντάτα της επικαιρότητας να διαρρήξουν αυτή την αίσθηση, να φέρουν την αφήγηση στο εδώ και τώρα, σχεδόν.

Δεν ένιωσα στιγμή πως διαβάζω ένα μπερνχαρντικό κακέκτυπο, κάθε άλλο. Απόλαυσα κάθε στιγμή της ανάγνωσης αυτού του αφηγήματος που επέβαλλε την ανάγνωσή του σε δύο φάσεις, με μόνο τον βραδινό ύπνο να μεσολαβεί. Ο Χέλε πέτυχε κάτι δύσκολο, αν όχι ακατόρθωτο, με εμφανής επιρροής στυλιζάρισμα να πει μια δυνατή ιστορία, να αναγκάσει τον αναγνώστη να αναρωτηθεί: πώς λέγαμε τέτοιες ιστορίες πριν ο Μπέρνχαρντ μας δείξει τον δρόμο;

υγ. Περισσότερα για τα Σκύβαλα, τη συλλογή διηγημάτων της Έρπενμπεκ, θα βρείτε εδώ, ενώ για το Παλιοί δάσκαλοι του Μπέρνχαρντ εδώ

Μετάφραση Λένια Μαζαράκη
Εκδόσεις Gutenberg

Δευτέρα 23 Ιανουαρίου 2023

Υπό τας φιλύρας - Christa Wolf

Ήταν πρωί Σαββάτου και δεν ήμουν σίγουρος αν τελικά θα βρέξει. Σκεφτόμουν την Έρπενμπεκ, αναρωτιόμουν πότε θα κυκλοφορήσει επιτέλους στα ελληνικά το τελευταίο της βιβλίο, φλέρταρα με την ιδέα να διαβάσω ξανά τα διηγήματά της (Σκύβαλα). Κάπως έτσι έπιασα να ξεφυλλίζω το Υπό τας Φιλύρας της Κρίστα Βολφ, μια από τις τόσες αξιοπρόσεκτες εκδόσεις της χρονιάς που πέρασε, σε μετάφραση Σούλας Ζαχαροπούλου. Το έργο τής σημαντικής και πολυγραφότατης (Ανατολικο–) Γερμανίδας συγγραφέως μόνο σποραδικά έχει εκδοθεί στη γλώσσα μας, με αποτέλεσμα να μην έχει καθιερωθεί με τη δέουσα σημασία στη συνείδηση του εγχώριου αναγνωστικού κοινού.

Υπό τας Φιλύρας μου άρεσε πάντα να περπατάω. Προτιμούσα, το ξέρεις, μόνη. Πρόσφατα ο δρόμος, αφότου τον είχα αποφύγει για καιρό, εμφανίστηκε στο όνειρό μου. Τώρα μπορώ επιτέλους να μιλήσω γι' αυτό.

Η Βολφ, από την πρώτη κιόλας παράγραφο, θέτει τους χωροχρονικούς και αφηγηματικούς άξονες της νουβέλας. Ο τόπος: η οδός Unter den Linden του τότε Ανατολικού Βερολίνου, γεμάτη φλαμουριές κατά μήκος της, δεξιά και αριστερά, δρόμος σημαντικός, χρόνια μετά τουριστικός. Ο χρόνος κάποτε απτός, στο αφηγηματικό τώρα ονειρικός, είναι εκείνος που της επιτρέπει, επιτέλους, να μιλήσει γι' αυτό, απομακρυσμένη από εκείνο το παρελθόν. Το πρώτο πρόσωπο της αφήγησης, γένους θηλυκού, η προτίμηση στην κατά μόνας πορεία, η δυναμικότητα που απορρέει από αυτό καθίσταται κύριο γνώρισμα του χαρακτήρα· το δεύτερο πρόσωπο της απεύθυνσης που η ταυτότητά του δεν αποκαλύπτεται, φανερώνει την ανάγκη της να μοιραστεί, προσδίδει μια αμεσότητα και καθιστά τον αναγνώστη ενεργά μέτοχο, εν δυνάμει αποδέκτη.

Η αφήγηση, κατά τόπους ιδιαιτέρως ερμητική παρά την έντονη λογοτεχνική γοητεία που ασκεί, κινείται στον δυσδιάκριτο χώρο ανάμεσα στο όνειρο και τις αναμνήσεις, έτσι όπως  η αφηγήτρια μπλέκεται στους ιστούς των περασμένων και των σύγχρονων, των ελπίδων και των φόβων, της ελπίδας και της απογοήτευσης, του ατομικού και του συλλογικού. Μια ονειρική ροή συνείδησης που διαμορφώνει έναν ιδιότυπο ρεαλισμό, ανοιχτό σε ερμηνεία και πρόσληψη, στο οποίο η δευτεροπρόσωπη απεύθυνση έχει καθοριστική λειτουργία, ιδιαίτερα για τον σύγχρονο με τη συγγραφέα αναγνώστη, μέτοχο στο όραμα της δημιουργίας ενός καλύτερα μοιρασμένου κόσμου, κομμάτι ενός υπό διαμόρφωση εμείς. Το Υπό τας Φιλύρας, όπως και συνολικά το έργο της Βολφ, δεν μπορεί να προσεγγιστεί χωρίς το πολιτικό και ιδεολογικό πλαίσιο εντός του οποίου κινήθηκε η ζωή και το έργο της, παρότι ειδολογικά δημιουργεί στον αντίποδα του σοσιαλιστικού ρεαλισμού. Έτσι, η αναζήτηση του εγώ σε σχέση με το εμείς αποκτά περαιτέρω διαστάσεις, αλλά και μια σημασία επιτακτική. Το όνειρο, αλλά και η χρήση εγκιβωτισμένων παραμυθιών στην αφήγηση, αποκαλύπτει επίσης το ενδιαφέρον της Βολφ για τη θεωρία της ψυχανάλυσης.

Μόνο πολύ αργότερα, σήμερα, μου ήρθε στο νου να δώσω κατά το σύνηθες, λόγο για τα βιώματά μου, διότι πάνω απ' όλα βάζουμε τη διάθεση να είμαστε γνώριμοι. Εγώ Ευτυχισμένη ήξερα αμέσως σε ποιον μπορούσα να το διηγηθώ, ήρθα σε σένα, είδα πως ήθελες ν' ακούσεις και άρχισα: Υπό τας Φιλύρας μού άρεσε πάντα να περπατάω. Προτιμούσα, το ξέρεις, μόνη.

Η νουβέλα αυτή ανήκει στην πρώτη περίοδο της Βολφ. Το εισαγωγικό σημείωμα της μεταφράστριας είναι ιδιαιτέρως κατατοπιστικό, ικανά βοηθητικό για τον αναγνώστη, ορθά τοποθετημένο στην αρχή. Το Υπό τας Φιλύρας  είναι ένα έργο ιδιαιτέρως απαιτητικό που με πείσμα κρατά κάποια κλειδιά σφιχτά, ενώ και αυτά που προσφέρει τα βουτάει μέσα στην αμφιβολία, ένα έργο που ωστόσο χαρίζει μια αναγνωστική εμπειρία που μόνο η υψηλή λογοτεχνία μπορεί.

υγ. Για τα Σκύβαλα της Έρπενμπεκ, μια δεκαετία σχεδόν πριν, εδώ.

Μετάφραση Σούλα Ζαχαροπούλου
Εκδόσεις Σκαρίφημα

Πέμπτη 15 Δεκεμβρίου 2022

Καλημέρα σας, κυρία Παχλαβί - Ulrike Marie Meinhof

Το 1967, ο σάχης της Περσίας Μοχαμάντ Ρεζά Παχλαβί θα πραγματοποιήσει επίσημη επίσκεψη στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας με την τρίτη σύζυγό του, Φαράχ Ντιμπά, που το 1959 ήρθε να αντικαταστήσει τη «θλιμμένη πριγκίπισσα» Σοράγια στην πριγκιπική κλίνη, με την ελπίδα απόκτησης του πολυπόθητου διαδόχου που θα διασφάλιζε τη συνέχεια. Το πρόγραμμα του ζεύγους περιλαμβάνει διάφορες κοσμικές εκδηλώσεις, πολιτικού, οικονομικού αλλά και πολιτιστικού περιεχομένου, ταυτόχρονα όμως πραγματοποιούνται αρκετές εκδηλώσεις διαμαρτυρίας από ένα ιδιαίτερα μαζικό πλήθος που αψηφά την πολυπληθή αστυνομική παρουσία. Το βράδυ της δευτέρας Ιουνίου, την ώρα που το ζεύγος απολαμβάνει τον Μαγικό αυλό στην όπερα, ο φοιτητής Μπένο Όνεζοργκ θα δολοφονηθεί από πυρά αστυνομικού.

Επίκεντρο της συγκεκριμένης έκδοσης αποτελεί η «ανοιχτή επιστολή στη Φαράχ Ντυμπά» δια χειρός Ουλρίκε Μάινχοφ για το τεύχος Ιουνίου του περιοδικού konkret. Το κείμενο αυτό θα συμπεριληφθεί και στην προκήρυξη την οποία μοιράζουν οι διαμαρτυρόμενοι φοιτητές κατά τη διάρκεια της συγκέντρωσης στο Βερολίνο. Η επιστολή αποτελεί την κατάρριψη δια στοιχείων διαφόρων δηλώσεων της πολυπαινεμένης για την ομορφιά, την κομψότητα, τη μόρφωση και την καλλιέργειά της κυρίας Παχλαβί, μιας σειράς δηλώσεων που φανερώνουν μια αντουανετίστικη άγνοια για την πραγματική κατάσταση στην πολύπαθη χώρα της οποίας τον πλούτο διαφεντεύει ο σύζυγός της.

Πολλά από τα στοιχεία που η δημοσιογράφος Μάινχοφ χρησιμοποιεί βασίζονται στο βιβλίο του αυτοεξόριστου στη Γερμανία Ιρανού Μπαχμάν Νιρουμάντ, Περσία, μοντέλο αναπτυσσόμενης χώρας ή Η δικτατορία του ελεύθερου κόσμου. Το βιβλίο κυκλοφόρησε λίγους μήνες πριν την επίσκεψη του Παχλαβί και τον επίλογο υπέγραφε ο πρόσφατα αποβιώσας Χανς Μάγκνους Εντσενσμπέργκερ (βλ. Το σύντομο καλοκαίρι της αναρχίας). Στατιστικά στοιχεία για τα συντριπτικά ποσοστά φτώχειας και αναλφαβητισμού που έρχονται σε ευθεία αντίθεση με την πραγματικότητα της καθημερινής ζωής (της) στο Ιράν που η πριγκίπισσα περιγράφει, με τρόπο προκλητικά εγωιστικό και απομονωμένο από την αλήθεια των πολλών. Η Μάινχοφ επιχειρεί να συνομιλήσει μαζί της ως γυναίκα προς γυναίκα, μετερχόμενη μια ευγενική ειρωνεία, λαμβάνοντας ως πιθανό ενδεχόμενο πως παρότι σύζυγος του άρχοντα της χώρας μπορεί και να μη γνωρίζει την αλήθεια.

Την επιστολή ακολουθεί το επίμετρο, το οποίο ο Αλέξανδρος Κυπριώτης αφιερώνει στους Ιρανούς φίλους του. Εκεί, γύρω από τη βραδιά της δολοφονίας του νεαρού φοιτητή, με θαυμαστή διαχείριση του υλικού, πετυχαίνει να δώσει τη μεγάλη εικόνα όσον αφορά το κοινωνικοπολιτικό περιβάλλον της εποχής, τόσο στο Ιράν όσο και στη Γερμανία, με τρόπο ευκρινή, στηριζόμενος σε ενδελεχή έρευνα πηγών, οι οποίες και παραθέτονται με τη μορφή βιβλιογραφίας, συμπληρώνοντας μια, απ' όλες τις απόψεις, πλήρη έκδοση. Παρότι εδώ, τουλάχιστον φαινομενικά, έχουμε να κάνουμε με μια έκδοση δοκιμιακού, αρχειακού και ερευνητικού χαρακτήρα, η ανάγνωσή της μου ανάδευε διαρκώς στη μνήμη το συγκλονιστικό Επιχείρηση σφαγή, το μη μυθοπλαστικό μυθιστόρημα του Ροδόλφο Ουόλς. Το Καλημέρα σας, κυρία Παχλαβί είναι ένα υβριδικό κατασκεύασμα που υπερβαίνει τα όρια του είδους στο οποίο ανήκει. Η αναζήτηση της αλήθειας, η μη λήθη για να θυμηθούμε τη λογοτεχνία του Χάινριχ Μπελ, αποτελεί το διακύβευμα. Όμως, δεν είναι ένα απλό ρεπορτάζ αυτό, δεν είναι μια απλή παράθεση γεγονότων.

Υπάρχει κάτι το μυθοπλαστικό εδώ και αυτό σίγουρα δεν είναι τα γεγονότα, δυστυχώς. Είναι η αόρατη έρευνα για την αναζήτηση των κακά φωτισμένων πτυχών της ιστορίας αυτής, η ακολούθηση του νήματος που κάθε στοιχείο τείνει προς τον ερευνητή, αλλά και ο λογοτεχνικός τρόπος με τον οποίο πραγματοποιείται η αφήγηση. Ωστόσο, η υπέρβαση των ειδολογικών ορίων δεν συνεπάγεται την απώλεια του κυρίαρχου στόχου, της μη λήθης, δηλαδή, αλλά ούτε και την απομάκρυνση από την όσο το δυνατόν αντικειμενική θέαση των γεγονότων. Η δια της εκτροπής άνοδος του Παχλαβί στην εξουσία, τα έργα και οι μέρες του, τα ναζιστικά κατάλοιπα στην ηγεσία της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, η απόπειρα λήθης, η συνέχεια του κράτους και ο ρόλος των δυνάμεων τήρησης της τάξης, η εν πολλοίς χαμένη τιμή της δημοσιογραφίας, η εξ αποστάσεως θέα της πραγματικότητας σε μια χώρα μακρινή, η συνεργασία των μυστικών υπηρεσιών, η δολοφονία ενός ακόμα ανθρώπου και η αθώωση του δολοφόνου λόγω ανεπαρκών στοιχείων, μια αυτοκτονία που δεν αποδείχθηκε ποτέ. Όλα αυτά, και άλλα ακόμα, θα μπορούσαν να συνθέτουν ένα καταιγιστικό μυθιστόρημα δράσης, και όμως όχι, είναι απλά το χρονικό κάποιων γεγονότων τελικώς αλληλένδετων μεταξύ τους.

Διαβάζοντας κανείς αυτό το βιβλίο νιώθει ένα άβολο συναίσθημα, ένα σφίξιμο, μια συνήθης παρενέργεια της αλήθειας. Θα μπορούσε να μην είναι τόσο έντονο το συναίσθημα αυτό, να αρκούσε το ό,τι έγινε, έγινε, δεν αρκεί όμως, γιατί η επικαιρότητα δεν αφήνει τον πόνο να υποχωρήσει, την πληγή να γιατρευτεί, η τριγύρω πραγματικότητα έρχεται διαρκώς να υπενθυμίσει τη ρήση της Μάινχοφ: Είναι λες και ένας άδικος κόσμος ακόμα δυσκολεύεται να μοιράσει τουλάχιστον δίκαια τις αδικίες του.

Το εξώφυλλο της Μελίνας Γαληνού αποτελεί το ιδανικό περιτύλιγμα για ένα βιβλίο όπως αυτό.

υγ. Για το Επιχείρηση σφαγή περισσότερα εδώ, για Το σύντομο καλοκαίρι της αναρχίας εδώ.
υγ.2 Η Βαλίτσα μας συστήθηκε με την έκδοση της νουβέλας του Φραντς Κάφκα, Ο Μπλούμφελντ, ένας γηραιός εργένης. Περισσότερα θα βρείτε εδώ.
 
Μετάφραση Αλέξανδρος Κυπριώτης
Εκδόσεις η βαλίτσα

Δευτέρα 25 Ιουλίου 2022

Apollokalypse - Gerhard Falkner

Ο Γκέρχαρντ Φάλκνερ θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους γερμανόφωνους ποιητές και ίσως αυτό, διαβάζοντας το άνω των εξακοσίων σελίδων Apollokalypse, να μην αποτελεί κάτι το παράδοξο. Και αυτό γιατί ίσως μόνο ένας ποιητής θα μπορούσε να αποτυπώσει το Βερολίνο πριν και μετά την πτώση του τείχους με τρόπο ιδιοσυγκρασιακό και όχι, ως είθισται, πολιτικό, αδιαφορώντας συνειδητά για την ερμηνεία και την ευθύγραμμη εξιστόρηση των γεγονότων, αρνούμενος να ταχθεί στη μία ή την άλλη πλευρά της Ιστορίας, προσαρμόζοντας την αφήγησή του στις δοθείσες προδιαγραφές.

«Έτσι πήγαινε η κουβέντα όλο το βράδυ. Το θέμα μ' ενδιέφερε, φυσικά. Τότε έπεσε στο τραπέζι η λέξη Apollokalypse: Απόλλων, το σύμβολο της ομορφιάς, Καλυψώ, το σύμβολο της αποπλάνησης, και Αποκάλυψη, το σύμβολο της καταστροφής».

Το μυθιστόρημα αποτελεί την κάπως λοξή προσωπογραφία του αφηγητή Γκέοργκ Άουτενριτ, μέσω της οποίας διαθλάται η εικόνα μιας ολόκληρης γενιάς. Δεν υπάρχουν και πολλά περισσότερα να αναφέρει κανείς σχετικά με την υπόθεση και την πλοκή, το χωροχρονικό πλαίσιο είναι αρκετό. Ο Φάλκνερ, που δούλευε είκοσι χρόνια τις σελίδες αυτές, εμπνέεται, καθοδηγείται και αντιμάχεται με τα ιερά τέρατα του μοντερνισμού, παρότι με μέθοδο που μάλλον φαινομενικά προσιδιάζει στο μεταμοντέρνο μυθιστόρημα. Το Apollokalypse βαδίζει στα χνάρια του Τζόις (Η αγρύπνια των Φίννεγκαν) και του Μπροχ (Βιργιλίου θάνατος), όχι ως απλή φιλοδοξία μίμησης, αλλά με διάθεση συνομιλίας. Ο όρος ποιητικό μυθιστόρημα είναι στενός για να το χωρέσει. Και αν ο χρόνος μόνο θα αναδείξει τη θέση του Apollocalypse στον κανόνα του μέλλοντος, έχει ενδιαφέρον να σταθεί κανείς και να σχολιάσει πως παρότι το όραμα του Φάλκνερ κοιτάζει προς τις πλέον υψηλές λογοτεχνικές κορυφές, αποφεύγει την απώλεια της επαφής με τον σύγχρονο κόσμο, μιλώντας για ανθρώπους και γεγονότα της εποχής του, δεν προδίδει έτσι τις πηγές του μυθιστορήματος ως λαϊκού είδους.

Στις σελίδες του, ο αναγνώστης θα αναγνωρίσει πλείστα ιστορικά πρόσωπα και γεγονότα, θα βρεθεί και από τις δύο πλευρές του τείχους, θα γίνει μάρτυρας της δράσης κατασκόπων και ένοπλων ομάδων, θα γευτεί τη γλυκόπικρη γεύση του αμερικάνικου ονείρου, θα είναι παρών στην ανάδυση μιας νέας μητρόπολης. Παρά το βάρος της Ιστορίας η ζωή προσαρμόζεται και προχωρά, η τέχνη αποτελεί καταφύγιο και εφαλτήριο, οι σεξουαλικές ορμές ζητούν ικανοποίηση. Στο πρόσωπο του Γκέοργκ Άουτενριτ καθρεφτίζεται αυτή η διαρκής δίνη περιστροφής, χαρακτηριστική μιας περιόδου που διέθετε μαγεία, η άφιξη της επόμενης μέρας και η πίστη σ' ένα καλύτερο αύριο, σε πείσμα της απομάγευσης της νεωτερικότητας και πριν κάποιοι σημάνουν το τέλος της Ιστορίας. Η γραφή του Φάλκνερ μοιάζει να στρέφεται ενάντια στη μονοσήμαντη πρόσληψη του κόσμου και της Ιστορίας. Τα πράγματα δεν είναι είτε έτσι είτε αλλιώς, αλλά και έτσι και αλλιώς, ενίοτε δε και ταυτόχρονα, και οι άνθρωποι ευτυχείς και χαμένοι έξω από μια συνετή και μέση ζωή. Δεν είναι τυχαία η παράδοση της αφήγησης σ' ένα πρόσωπο αφερέγγυο που σταδιακά απολύει οποιαδήποτε εμπιστοσύνη από πλευράς αναγνώστη, ιδιαίτερα καθώς επιχειρεί να φιλοτεχνήσει την αυτοπροσωπογραφία του. Ο Άουτενριτ προκαλεί μια γοητευτική αντιπάθεια, σαν να έχει ξεπηδήσει από τις σελίδες ενός μυθιστορήματος του Μπάλλαρντ.

Ο Φάλκνερ κατασκευάζει λογοτεχνία χρησιμοποιώντας πρωτίστως υλικά της ποίησης, με κυρίαρχη τη γλώσσα, την επιλογή και την τοποθέτηση των λέξεων. Φλερτάρει με τον βερμπαλισμό, που αποτελεί ίδιο γνώρισμα μιας αφήγησης του εγώ, εντυπωσιακή στη σύνθεση και αβέβαιη ως προς το περιεχόμενο, αλλά δεν υποκύπτει άνευ όρων, δεν αποπροσανατολίζεται. Ποιητής, άλλωστε, ίσως τελικά και να είναι εκείνος που αντιστέκεται στη γοητεία των λέξεων μέχρι να βρει εκείνη που γυρεύει, όσες και αν είναι αυτές που απαιτούνται για να υψωθεί το οικοδόμημα. Το Apollocalypse διαβάζεται με όρους ποίησης, η κάθε λέξη σημαίνει κάτι, το συναίσθημα αποτελεί τον οδηγό εδώ, η πλοκή έπεται. Αναπόφευκτα, υπάρχουν κομμάτια ερμητικά κλειστά, αρνούμενα κάθε απόπειρα αναγνωστικής εισόδου. Η μετάφραση της Αγαθαγγελίδου αποτελεί έναν γλωσσικό άθλο, που εξασφαλίζει τη διατήρηση της ποιητικής πρόσληψης του έργου κατά τη μεταφορά του στην ελληνική. Δεν είναι η πρώτη φορά που η Αγαθαγγελίδου αναμετράται με το σύμπαν του ποιητή, είχε προηγηθεί το σπονδυλωτό ποίημα Πόλη αμφίδρομης επικοινωνίας - Ground Zero (εκδόσεις Γαβριηλίδη, 2015), στο οποίο ο απόηχος του τρομοκρατικού χτυπήματος της 11ης Σεπτέμβρη στη Νέα Υόρκη περιστρέφεται γύρω από το Βερολίνο των τελευταίων δεκαετιών.

Λογοτεχνικά έργα, όπως το Apollocalypse, δεν απαιτούν μονάχα την επάρκεια του αναγνώστη, αλλά γυρεύουν την επιμονή και την παράδοσή του. Μόνο έτσι μπορούν να λειτουργήσουν και να τον ανταμείψουν. Για αυτά τα βιβλία υπάρχει η φράση αναγνωστική εμπειρία.

υγ. Το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο ένθετο Ανοιχτό Βιβλίο της Εφημερίδας των Συντακτών το Σάββατο 11 Ιουνίου. Ο σύνδεσμος για την ψηφιακή του εκδοχή βρίσκεται εδώ.

Μετάφραση Μαρίνα Αγαθαγγελίδου
Εκδόσεις Loggia

Πέμπτη 21 Ιουλίου 2022

Το όνειρο της Ζέλμα - Mariana Leky

Όταν είπε η Ζέλμα πως τη νύχτα είχε δει οκάπι* στον ύπνο της, αμέσως σκεφτήκαμε ότι κάποιος από όλους μας θα πέθαινε, και μάλιστα μέσα στις επόμενες είκοσι τέσσερις ώρες. Ήμασταν σίγουροι. Και πράγματι έτσι έγινε. Σχεδόν έτσι. Κάποιος πέθανε, σε είκοσι εννέα ώρες. [...] Τρεις φορές στη ζωή της είχε ονειρευτεί οκάπι η Ζέλμα. Και τις τρεις φορές κάποιος είχε πεθάνει μετά· γι' αυτό κι ήμασταν τόσο σίγουροι ότι το όνειρο με το οκάπι και ο θάνατος συνδέονταν οπωσδήποτε μεταξύ τους. Έτσι λειτουργεί το μυαλό του ανθρώπου. Καταφέρνει μέσα σε χρόνο μηδέν να συσχετίσει τα πιο άσχετα μεταξύ τους πράγματα.

Η Ζέλμα, η γιαγιά της δεκάχρονης τότε αφηγήτριας, ξυπνάει αναστατωμένη, όπως είναι φυσικό, από το όνειρο αυτό. Το εμπιστεύεται σε δύο τρία άτομα, αλλά μέσα σε λίγη μόλις ώρα το μικρό χωριό κυριεύεται από ανησυχία, αφού ο καθένας έχει τους δικούς του λόγους να θεωρεί πως το οκάπι εμφανίστηκε για εκείνον ή για κάποιον αγαπημένο του. Μέτρα προφύλαξης λαμβάνονται, οι γείτονες της Ζέλμα γίνονται πιο προσεκτικοί στις απλές κινήσεις της καθημερινότητας, δεν παίρνουν αχρείαστα ρίσκα. Ακόμα και εκείνοι που δεν πιστεύουν σε αυτά, στις προλήψεις και τα όνειρα, δοκιμάζουν επίσης να κλείσουν τους ανοιχτούς λογαριασμούς, να μην πάρουν μαζί τους μυστικά και ψέματα, γράφουν επιστολές και αφήνουν σημειώματα για παν ενδεχόμενο. Για κάποιες ώρες, και επ' απειλή θανάτου, η ζωή γίνεται πιο γλυκιά, πιο ανθρώπινη. Έτσι ξεκινά αυτή η ιστορία.

Την αφήγηση της ιστορίας η Λέκι την εμπιστεύεται στη Λουίζε, την οποία και προικίζει με τις δυνάμεις μια παντογνώστριας αφηγήτριας. Η επιλογή μιας πρωτοπρόσωπης και ταυτόχρονα παντογνώστριας αφηγήτριας παρότι σε κάποια σημεία ξενίζει, στο σύνολο του μυθιστορήματος λειτουργεί, καθώς προσδίδει τον απαραίτητα υποκειμενικό και άρα συναισθηματικό χαρακτήρα που η συγκεκριμένη ιστορία χρειάζεται, ενώ ταυτόχρονα δικαιολογείται στο ευρύτερο ειδολογικό πλαίσιο του μαγικού ρεαλισμού στο οποίο Το όνειρο της Ζέλμα εντάσσεται. Το εύρημα με τα οκάπι που εμφανίζονται και σηματοδοτούν κάποιον επερχόμενο θάνατο προβάλλεται υπερβολικά τόσο στην επιλογή του ελληνικού τίτλου (ο πρωτότυπος τίτλος είναι: Τι μπορείς να δεις από εδώ) όσο και στο οπισθόφυλλο. Ωστόσο, το μυθιστόρημα ευτυχώς δεν αναλώνεται στο συγκεκριμένο εύρημα και τα εύπεπτα φιλοσοφικά ερωτήματα περί βίου που προκύπτουν από αυτό. Τα όρια σε μια τέτοια περίπτωση θα ήταν ασφυκτικά και η μεταφυσική διάσταση θα κινδύνευε αντί για στοιχείο μαγικού ρεαλισμού να προσληφθεί ως απλή δεισιδαιμονία.

Η Λέκι χρησιμοποιεί το εύρημα του ονείρου, πρώτα και κύρια, για να εισάγει τον αναγνώστη στην ιστορία της, για να του συστήσει τα πρόσωπα και να τον ξεναγήσει στο μικρό χωριό που θα χρησιμοποιήσει ως ένα ιδιότυπο εργαστήριο. Η προθανάτια αγωνία δικαιολογεί την ανάδυση στην επιφάνεια αρκετών στοιχείων του χαρακτήρα, που υπό άλλες συνθήκες θα απαιτούσαν αφηγηματικό χρόνο και κόπο. Ταυτόχρονα, η συγγραφέας φανερώνει εξ αρχής τα χαρτιά της, αυτή η ιστορία θα έχει κάτι το ανοίκειο, το μαγικό, δεν θα είναι μια αυστηρά ρεαλιστική και μονοσήμαντη εκδοχή του κόσμου. Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση, παρότι γίνεται εκ των υστέρων, όταν η Λουίζε είναι μεγαλύτερη σε ηλικία, αναπόφευκτα διαθέτει κάτι από την παιδικότητα της ματιάς του δεκάχρονου κοριτσιού, που ο κόσμος του εκτείνεται στα λίγα σπίτια του χωριού που μένει και τριγυρνά με τον φίλο της τον Μάρτιν όλη μέρα. Η αφήγηση αποκαλύπτει πολλά για τον χαρακτήρα της Λουίζε, αλλά και το αντίστροφο, ο χαρακτήρας της Λουίζε εν πολλοίς καθορίζει την αφήγηση αλλά και την ίδια την ιστορία, καθώς η οπτική της καθορίζει εν πολλοίς την πρόσληψη του περιβάλλοντος κόσμου. Η Λέκι καταφέρνει να καταστήσει πειστική μια ιδιαίτερη φωνή και αυτό της πιστώνεται.

Σε πρώτο επίπεδο, Το όνειρο της Ζέλμα είναι ένα μυθιστόρημα ενηλικίωσης. Ωστόσο, η Λέκι δεν αρκείται σε αυτό. Μαζί με τη Λουίζε μεγαλώνει και ο κόσμος της. Η συγγραφέας το δίνει αυτό περίφημα. Ξεκινά, συνεχίζει και ολοκληρώνει αρκετές υποϊστορίες, στις οποίες προσδίδει το απαραίτητο βάρος και βάθος ώστε να σταθούν και να λειτουργήσουν εντός του κυρίως σώματος της αφήγησης, ενώ ταυτόχρονα διευκολύνουν την προώθηση της κεντρικής πλοκής. Ξοδεύει συνετά τις απαραίτητες λέξεις ώστε να δώσει διαστάσεις στα πρόσωπα και στις καταστάσεις, δεν αρκείται στην ευκολία του παραμυθιού, αναζητά σχέσεις αιτιοκρατίας για τις συμπεριφορές και τα γεγονότα, καθώς δεν επιθυμεί να διαρρήξει πλήρως τους δεσμούς με τον πραγματικό κόσμο. Ο τρόπος με τον οποίο η Λέκι χτίζει το αφηγηματικό της σύμπαν επιτρέπει την παρουσία μιας ποικιλόμορφης συναισθηματικής παλέτας, που δεν βαραίνει, δεν ξενίζει και δεν απειλεί τον αναγνώστη, αντίθετα του προκαλεί αβίαστα τη συγκίνηση και το γέλιο. 

Η αθωότητα στη ματιά της Λουίζε, αποτυπωμένη, όπως είπαμε και παραπάνω, πειστικά στις λέξεις της Λέκι, προσδίδει μια παιδικότητα στο μυθιστόρημα. Ο τρόπος με τον οποίο προσλαμβάνει τον κόσμο γύρω της και διαχειρίζεται τα συναισθήματά της, επίσης. Αυτή η αθωότητα απαλλάσσει το μυθιστόρημα από κάθε υποψία σοβαροφάνειας και ψευδοκουλτουριάρικης φιλοσοφικής αναζήτησης.  Η Ζέλμα και ο Οπτικός είναι δύο πρόσωπα που δύσκολα θα ξεχάσει κανείς, δύο πρόσωπα που ο καθένας θα λαχταρούσε να έχει στη ζωή του μεγαλώνοντας, ενώ η ιστορία τους είναι ένας ύμνος στη συντροφικότητα, ένα ξόρκι ενάντια στη μοναξιά που το πέρας της ηλικίας επιφυλάσσει. Το όνειρο της Ζέλμα μοιάζει να έρχεται σε ευθεία σύγκρουση με τον κόσμο γύρω μας, με τον τρόπο με τον οποίο βιώνουμε και αξιολογούμε την κάθε μέρα, και αυτό το κάνει αβίαστα και διόλου επιτηδευμένα, όσο οξύμωρο και αν μοιάζει ένα τέτοιο σχόλιο. Το μυθιστόρημα θα μπορούσε να ενταχθεί στη σύγχρονη νεανική λογοτεχνία, εκεί που ο πήχης είναι πια σε μεγάλα ύψη, όμως, ακόμα και εκεί, η αθωότητα στη ματιά της Λουίζε θα μαγνήτιζε τον αναγνώστη. Καμία εντύπωση δεν θα μου έκανε αν ανάμεσα στους αγαπημένους συγγραφείς της Λέκι συναντούσα τον Μίτσελ, τον Ρόμπινς και τον Μουρακάμι. Η επίγευση της ανάγνωσης μου έφερε στον νου το μυθιστόρημα Αρκαδία της Εμμανυέλ Μπαγιαμάκ-Ταμ, τη στιγμή που καθ' όλη τη διάρκεια της ανάγνωσης τσέκαρα το βιογραφικό της συγγραφέως για να επιβεβαιώσω πως δεν είναι Γαλλίδα, ίσως γιατί ανήκω σε μια γενιά που η Αμελί απέκτησε χαρακτήρα αρχέτυπου.

Το όνειρο της Ζέλμα είναι ένα καλογραμμένο μυθιστόρημα, που διαθέτει όλες τις αρετές ενός ευπώλητου ποιοτικού βιβλίου, κάτι το οποίο ήδη αποτυπώνεται στις διάφορες λίστες. Δεν ενδείκνυται ωστόσο για αναγνώστες που παίρνουν υπέρμετρα σοβαρά τον ενήλικα εαυτό τους.


*Το οκάπι είναι ένα αρτιοδάκτυλο θηλαστικό της οικογένειας των Καμηλοπαρδαλιδών, που απαντά αποκλειστικά στα δάση βροχής της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό. Η επιστημονική ονομασία του είναι Okapia johnstoni, δεν περιλαμβάνει υποείδη και παρέμενε άγνωστο στον δυτικό κόσμο μέχρι τον εικοστό αιώνα.

υγ. Περισσότερα για το Αρκαδία θα βρείτε εδώ.

Μετάφραση Μαρία Αγγελίδου
Εκδόσεις Gutenberg

Σάββατο 13 Νοεμβρίου 2021

Δύο σημαντικές γερμανόφωνες γραφές

Πρόσφατα και σχεδόν ταυτόχρονα κυκλοφόρησαν στα ελληνικά δύο αξιοπρόσεχτες συλλογές διηγημάτων, Η παρηγοριά των στρογγυλών πραγμάτων του Κλέμενς Γ. Ζετς (μτφρ. Χρήστος Αστερίου, εκδόσεις Gutenberg) και Το δέντρο με τα μπουκάλια του Ουίσκι της Καταρίνα Μπέντιξεν (μτφρ. Αλέξανδρος Κυπριώτης, εκδόσεις Σκαρίφημα). Από τη μια πλευρά, ο πολυγραφότατος Ζετς, γεννημένος στο Γκρατς της Αυστρίας το 1982, ένα από τα πλέον δυναμικά ονόματα της σύγχρονης γερμανόφωνης λογοτεχνίας (στον οποίο απονεμήθηκε φέτος το μεγαλύτερο γερμανικό βραβείο λογοτεχνίας, το Βραβείο Μπίχνερ, καθώς, όπως σημειώνει η κριτική επιτροπή, κάθε βιβλίο του «μαρτυρεί το πείσμα και την ομορφιά της λογοτεχνίας») ενταγμένος εδώ και μια δεκαετία στον περιώνυμο κατάλογο του εκδοτικού οίκου Suhrkamp. Από την άλλη, η Μπέντιξεν, γεννημένη το 1981 στη Λειψία της τότε Ανατολικής Γερμανίας, μοιάζει να είναι ένα καλά κρυμμένο μυστικό των γερμανικών γραμμάτων που για πρώτη φορά, εξ όσων γνωρίζω, κάποιο έργο της μεταφράζεται για να κυκλοφορήσει στο εξωτερικό.

Τα στοιχεία που μοιράζονται οι δύο συγγραφείς, μεταξύ άλλων η κοινή γλώσσα και η ηλικιακή εγγύτητα, αλλά και η μικρή φόρμα μέσω της οποίας μας συστήνονται στα ελληνικά, από μόνα τους δεν θα αρκούσαν για μια παράλληλη προσέγγιση. Η λογοτεχνική συγγένεια των δύο συλλογών έγκειται στη χρήση του παράδοξου ως βασικού συστατικού στη σύνθεση των διηγημάτων. Και είναι αυτή η παράνοια που καταλαμβάνει την καθημερινότητα που καθιστά τα διηγήματα μια κοινωνικοπολιτική κριτική του περιβάλλοντος κόσμου, αίροντας τις όποιες εναπομείνασες βεβαιότητες, κινούμενη ανάμεσα στην πρόκληση και την παραβολή. Η λοξή ματιά στα πρόσωπα και τις καταστάσεις, η υπέρβαση της πραγματικότητας και το περιθώριο στο απρόοπτο αφήνουν μια διάχυτη αίσθηση κωμικού, στα όρια του γκροτέσκο, ένα γέλιο ενοχικό σε ευθεία αντίστιξη με τα όσα διαδραματίζονται. Όπως, άλλωστε, λέει και η ηρωίδα στη Δοκιμασία της Έρπενμπεκ, «χιούμορ είναι όταν παρ' όλ' αυτά γελάς».

Η παρηγοριά των στρογγυλών πραγμάτων αποτελείται από είκοσι διηγήματα μεγάλης έκτασης στην πλειοψηφία τους, που, παρότι κινούνται σε γνώριμα αφηγηματικά μονοπάτια, διαθέτουν έναν έντονα προσωπικό χαρακτήρα. Οι ιστορίες εκκινούν ομαλά, τίποτα δεν προδιαθέτει τον αναγνώστη για την εισβολή του παράδοξου, για την εκτροπή στην εξέλιξη των πραγμάτων. Εξαίρεση αποτελεί το διήγημα Κβάλογια, καθώς το παράδοξο εδώ εισάγεται ευθύς εξ αρχής με τη μορφή γενικής αλήθειας, «Όπως είναι γνωστό, δεν είναι καθόλου εύκολο να ταξιδεύεις παρέα μ' ένα Ορ». Το παράδοξο στοιχείο δεν είναι πάντοτε διακριτό, ενίοτε αιωρείται με τη μορφή απειλής κρυμμένο πίσω από τη φαινομενικά ανεξήγητη αντίδραση των προσώπων, ως ένα τουίστ στην πλοκή. Χαρακτηριστικό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο ο Ζετς «παραπλανά» τον αναγνώστη, υποσχόμενος μια ρεαλιστική απεικόνιση του γύρω κόσμου, για να τον εγκλωβίσει εν τέλει σε μια κατάσταση επαρκώς παράλογη είναι το πρώτο διήγημα της συλλογής, Νότιο Λαζαρέτο. Ο αφηγητής ετοιμάζεται να φύγει για ταξίδι, χαιρετά την κοπέλα του και πηγαίνει στο αεροδρόμιο. Όλα μοιάζουν να χωρούν κάτω από την ομπρέλα του φυσιολογικά αναμενόμενου· η αμηχανία πριν την επιβίβαση, η παρατήρηση των συνεπιβατών, τα μηνύματα που ανταλλάσσει μαζί της, ακόμα και η ακύρωση της πτήσης. Και όμως τελικά τα πράγματα δεν εξελίσσονται σύμφωνα με την αναγνωστική προσδοκία.

Το παράδοξο αποτυπώνεται όμως και γλωσσικά, καθώς λυρικές εξάρσεις και αποστασιοποιημένη αφήγηση αναμειγνύονται με τρόπο μοναδικό, «Δύσκολο να είσαι αυστηρός με τον εαυτό σου όταν έξω μαίνεται βαρύς ο χειμώνας. Η κυρία Άννα Μαρία Πέρχαλερ, πτυχιούχος πανεπιστημίου, μπήκε με μια κιθάρα κι ένα MP3-player στο δωμάτιο του γιου της», έτσι ξεκινά ο Μάγος. Η αφηγηματική φωνή, πρωτοπρόσωπη ή τριτοπρόσωπη, παρά τις όποιες εξάρσεις, παραμένει σταθερή και συναισθηματικά νηφάλια, δεν επηρεάζεται από εξωτερικούς παράγοντες, δεν εκπλήσσεται, δεν συμμερίζεται, δεν επιχειρεί να κατανοήσει ή να εξηγήσει, ενισχύοντας έτσι το ανοίκειο συναίσθημα που νιώθει ο αναγνώστης στο σύμπαν που στήνει ο συγγραφέας. Η συνδιαλλαγή με το λογοτεχνικό παρελθόν είναι εμφανής, όμως εξίσου εμφανές είναι και το νέο που επιχειρεί να κομίσει ο Ζετς στην παράδοση αυτή.

Το δέντρο με τα μπουκάλια του Ουίσκι αποτελείται από εικοσιένα διηγήματα μεσαίου μεγέθους. Είναι η πρωτόλεια συλλογή διηγημάτων της Μπέντιξεν. Από την πρώτη φράση, του πρώτου διηγήματος, η συγγραφέας πιάνει τον αναγνώστη από τον λαιμό, «Όταν ο αδερφός μου ήτανε πέντε χρονών, τον πάτησε ένα τρακτέρ, και ενώ το τρακτέρ το οδηγούσε ο πατέρας μου, δεν έφταιγε μόνο εκείνος για τον θάνατο του αδελφού μου, αλλά το φταίξιμο το είχαμε τρία άτομα», και δεν τον αφήνει παρά στο τέλος της ανάγνωσης, αν και το σημάδι της λαβής καθυστερεί να εξαφανιστεί. Τα διηγήματα της συλλογής χωρίζονται σε δύο βασικές κατηγορίες, στα οικογενειακά και τα εργασιακά. Τα πρόσωπα στις ιστορίες της Μπέντιξεν παραμένουν ανώνυμα, προσδιορίζονται με βάση το φύλο (άντρας, γυναίκα), την οικιακή ιδιότητά τους (παιδιά, γονείς, παππούδες) αλλά και το χρώμα του δέρματός τους (νέγρος), και φέρουν όλο το βάρος της ιδιότητάς τους, τη στιγμή που κάθε πρόσωπο θα μπορούσε να εμφανίζεται σε κάθε ιστορία.

Ο τρόπος με τον οποίο η Μπέντιξεν αφηγείται, συνήθως σε πρώτο, αλλά και σε τρίτο πρόσωπο, λειτουργεί εξόχως συνεκτικά· αφήγηση στακάτη χωρίς ιδιαίτερα φτιασίδια, λόγος κοφτός με εμμονικές και παραληρηματικές κορυφώσεις, γλώσσα ψυχρή και συναισθηματικά γυμνή. Μέρος της διάχυτης παραδοξότητας οφείλεται στην αφήγηση αλλά και στον τρόπο με τον οποίο τα πρόσωπα στέκονται απέναντι στις καταστάσεις, εγκλωβισμένα καθώς είναι στις λεπτομέρειες της μεγάλης εικόνας. Αν για τον Ζετς το παράδοξο λειτουργεί ως βαλβίδα εκτόνωσης, για τη Μπέντιξεν θρέφει το αίσθημα ασφυξίας. Στα διηγήματα της Μπέντιξεν διαγράφεται μόνο η επιφάνεια των πραγμάτων, το πάνω μέρος του παγόβουνου. Ελάχιστα μαθαίνουμε για τα πρόσωπα και όμως νιώθουμε να τα γνωρίζουμε σε βάθος. Τα αντικρίζουμε σε μια συγκεκριμένη συνθήκη και όμως είμαστε σίγουροι για το πώς αντιδρούν απέναντι σε κάθε μικρή ή μεγάλη πρόκληση της ύπαρξης. Η διδαχή απουσιάζει, τα περιθώρια αντίδρασης είναι ούτως ή άλλως περιορισμένα και οδηγίες χρήσεως δεν υπάρχουν. 

Η παρηγοριά των στρογγυλών πραγμάτων και Το δέντρο με τα μπουκάλια του Ουίσκι είναι δύο βιβλία που αξίζει να διαβαστούν, δείγματα σπουδαίας γραφής σ' ένα απαιτητικό και όχι τόσο δημοφιλές λογοτεχνικό είδος όπως είναι το διήγημα.

υγ. Το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο ένθετο Ανοιχτό Βιβλίο (επιμ. Μισέλ Φάις) της Εφημερίδας των Συντακτών το Σάββατο 28 Αυγούστου 2021, το λινκ για την ψηφιακή του εκδοχή βρίσκεται εδώ.

Δευτέρα 24 Μαΐου 2021

Δοκιμασία - Jenny Erpenbeck

 
Άργησε αλλά κυκλοφόρησε και στα ελληνικά, πάντοτε σε μετάφραση Αλέξανδρου Κυπριώτη, η Δοκιμασία της Τζέννυ Έρπενμπεκ, που εκδόθηκε για πρώτη φορά το 2008 και σήμανε το πέρασμα της συγγραφέως από τη μικρή στη μεγάλη φόρμα. Της Δοκιμασίας είχαν προηγηθεί δύο νουβέλες (Ιστορία του γερασμένου παιδιού, Παιχνίδι με τις λέξεις) και μια συλλογή διηγημάτων (Σκύβαλα), ενώ ακολούθησαν τα δύο πολυβραβευμένα μυθιστορήματά της (Η συντέλεια του κόσμου, Περαστικοί). Πλέον, κυκλοφορεί στα ελληνικά το σύνολο των μυθοπλαστικών έργων της γεννημένης στο Ανατολικό Βερολίνο Έρπενμπεκ, μιας εκ των σημαντικότερων συγγραφέων της εποχής μας.
Το πρώτο τρίτο από το δάσος της Κλάρας ο γερο‒Βούραχ το πουλάει σ' έναν εισαγωγέα καφέ και τσαγιού από την Φρανκφούρτη στον Όντερ, το δεύτερο τρίτο σ' έναν υφαντουργό από το Γκούμπεν, ο οποίος βάζει τον γιο του στο πωλητήριο συμβόλαιο, για να κανονίσει το κληρονομικό μερίδιό του, το τρίτο τρίτο τελικά, σ' εκείνο που είναι η μεγάλη βελανιδιά, το πουλάει ο Βούραχ σ' έναν Βερολινέζο αρχιτέκτονα, ο οποίος ανακάλυψε αυτή τη σκεπασμένη με δέντρα και βάτα πλαγιά σε μια εξόρμηση με ατμόπλοιο και θέλει εκεί να χτίσει για εκείνον και την αρραβωνιαστικιά του μια θερινή κατοικία.
Στο Βρανδεμβούργο, λίγο έξω από το Βερολίνο, βρίσκεται το δάσος της Κλάρας, που πήρε το όνομά του από την τέταρτη και τελευταία κόρη του πρόκριτου της περιοχής, κληρονομιά της οποίας θα 'ταν αν τα πράγματα είχαν εξελιχθεί διαφορετικά· για χρόνια το έλεγαν υλοτόμιο. Βρέχεται από τα νερά της λίμνης Scharmützel, που είναι γνωστή και ως Θάλασσα της Μαρκ. Ένα σπίτι θα χτιστεί στο οικόπεδο του αρχιτέκτονα και της αρραβωνιαστικιάς του. Η αγορά γης θεωρείται μια ασφαλής επένδυση. Η αγορά γης και το χτίσιμο ενός σπιτιού υπόσχονται ρίζες και σταθερότητα. Ο ξεριζωμός, όμως, παραμονεύει. Το σπίτι, κάθε που ο άνεμος της ιστορίας φυσάει διαφορετικά, υποδέχεται νέους ενοίκους, και τον εικοστό αιώνα ο άνεμος άλλαζε διαρκώς κατευθύνσεις. Το σπίτι πρωταγωνιστεί και συνέχει το μυθιστόρημα, για την ακρίβεια, το έδαφος πάνω στο οποίο το σπίτι χτίζεται, το ελάχιστο αυτό κομμάτι γης. Το σπίτι, οι κήποι, τα βοηθητικά κτίσματα και τα γεφύρια, συνοψίζουν τις εφήμερες ανθρώπινες επεμβάσεις, υποταγμένες στη φθορά του χρόνου. 
 
Ο κηπουρός, από πού είχε έρθει κανένας δεν ξέρει στο χωριό. Ίσως να ήταν ανέκαθεν εδώ, αναλαμβάνει εκτός από τον κήπο και την επιστασία του σπιτιού, το συντηρεί και το προετοιμάζει κάθε που είναι να δεχτεί ανθρώπινη παρουσία, υπακούοντας σιωπηλά στις εντολές των εκάστοτε ενοίκων. Η παρουσία του κηπουρού αποτελεί σημείο αναφοράς στο μυθιστόρημα. Η ρουτίνα των εργασιών του λειτουργεί αντιστικτικά σ' ένα περιβάλλον ασταθές. Παρουσία αινιγματική και άχρονη, που ίσως να συμβολίζει εκείνους που για τον έναν ή τον άλλο λόγο, δεν μετακινήθηκαν από τον τόπο τους, παρά έμειναν εκεί, να τον συντηρούν και να τον φροντίζουν, ίσως γιατί δεν είχαν πού αλλού να πάνε. Άνθρωποι, που όπως και ο κηπουρός, στέκουν λιγομίλητοι απέναντι στις αλλαγές, όσο μεγάλες και αν είναι, για να μην τραβήξουν πάνω τους την προσοχή και άρα την πιθανή μήνι εκείνων που κάθε φορά άρχουν και διατάζουν.
 
Γλωσσικά, η συνοχή υλοποιείται με την αρκετά εκτεταμένη και ευφυή χρήση του λάιτ μοτίβ. Η Έρπενμπεκ χωρίς να βιάζει, αφηγείται τις ιστορίες των ενοίκων του σπιτιού, των φιλοξενούμενων και των γειτόνων τους, σ' ένα μυθιστόρημα που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί σπονδυλωτό, αλλά δεν είναι. Η Δοκιμασία είναι το πλέον αντιπροσωπευτικό έργο της Έρπενμπεκ, καθώς αποτυπώνει την προέλευση και προοικονομεί την εξέλιξή της, ένα έργο μεταιχμιακό, καθοριστικό για την κατανόηση και την αναγνωστική πρόσληψη του συνόλου του έργου της. Στις πρότερες αρετές προστίθενται νέες. Η παραλληλία με τη μεγάλη ιστορία, χαρακτηριστικό γνώριμο του μυθοπλαστικού σύμπαντος της συγγραφέως, καθίσταται εδώ πιο αναγνωρίσιμη. Εντούτοις, τα έργα της Έρπενμπεκ πόρρω απέχουν από το να χαρακτηριστούν ιστορικά. Η ιστορία, δεδομένη και γνώριμη στον αναγνώστη, λειτουργεί ως το πλαίσιο εντός του οποίου θα αναδειχτεί η ανθρώπινη τραγικότητα. Ο τρόπος με τον οποίο η Έρπενμπεκ πυκνώνει την αφήγησή της είναι τουλάχιστον εντυπωσιακός. Πετυχαίνει, έτσι, να διατρέξει έναν αιώνα ιστορίας σε λιγότερο από διακόσιες σελίδες. Συνολικά, η Δοκιμασία είναι λιγότερο κρυπτική και συμβολική σε σχέση με τις προηγηθείσες νουβέλες, χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν είναι ένα κείμενο ιδιαιτέρως απαιτητικό, όπως κάθε βιβλίο της άλλωστε.
 
Κάθε μεμονωμένη πρόταση είναι δουλεμένη στο έπακρο. Η Έρπενμπεκ οδηγεί τη γλώσσα στα όρια της, σε μια σκληροτράχηλη ποιητικότητα, την οποία έχει ολοκληρωτικά οικειοποιηθεί. Η εμμονή με τους αριθμούς και τα στοιχεία, η διαβαθμισμένη ειρωνεία, το χιούμορ στο αδιέξοδο των καταστάσεων (όταν παρ' όλ' αυτά γελάς), η στράτευση στη λογοτεχνία της μη λήθης, η αναζήτηση των χτεσινών κακών στο σήμερα, η απόσταση από τους χαρακτήρες, που επιτρέπει την καθαρή ματιά στην πολυσυλλεκτική ανθρώπινη φύση, η απέχθεια απέναντι στην απόλυτη διάκριση ανάμεσα στο καλό και στο κακό, η αδιαφορία της να αποπλανήσει τον αναγνώστη, η καταφυγή στην ελάχιστη λεπτομέρεια, η οικονομία στον λόγο, η συναισθηματική εγκεφαλικότητα, η μοναδική χρήση της τεχνικής γλώσσας, ο απόλυτος έλεγχος του υλικού, η συντεταγμένη και ακριβής πορεία από την έμπνευση στην υλοποίηση, και τέλος, η διάχυτη αίσθηση πως διαβάζεις κάτι κιόλας κλασικό, κάτι που ανήκει στην υψηλή λογοτεχνία· όλα αυτά είναι παρόντα (και) στην Δοκιμασία.
 
Ο πρωτότυπος τίτλος του μυθιστορήματος είναι Heimsuchung. Η Έρπενμπεκ παίζει πολύ με το Heim, που στα γερμανικά είναι το σπίτι. Σε μια διαφωτιστική υποσημείωση, ο Κυπριώτης εξηγεί το σκεπτικό πίσω από την επιλογή της λέξης Δοκιμασία ως τίτλου στην ελληνική μετάφραση, επιλογή που ίσως αρχικά ξενίσει αλλά εντέλει δικαιώνει τον μεταφραστή, αφού ο ορισμός της λέξης Heimsuchung είναι: χτύπημα της μοίρας, το οποίο γίνεται αισθητό ως δοκιμασία ή τιμωρία από τον θεό. Άλλωστε και το Visitation, τίτλος του μυθιστορήματος στα αγγλικά, διαθέτει και αυτή τη σημασία. Το σπίτι, εκτός από πρωταγωνιστής, αποτελεί και το ζητούμενο, το καταφύγιο που δίνει ασφάλεια και επιτρέπει την ενατένιση και τον σχεδιασμό του μέλλοντος. Η απώλεια της εστίας είναι, μετά τον θάνατο ενός οικείου προσώπου, η πλέον απαιτητική δοκιμασία, όταν πρέπει, από τη μια στιγμή στην άλλη, να αφήσει κανείς πίσω του κάθε βεβαιότητα και να βαδίσει σε αναζήτηση ενός νέου τόπου, όταν το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί, όπως το θέτει η Έρπενμπεκ στους Περαστικούς της, είναι: πού πάει ένας άνθρωπος όταν δεν έχει πού να πάει; 
 
Κλείνοντας το κείμενο αυτό, τολμώ να πω πως η Δοκιμασία είναι πλέον το αγαπημένο μου βιβλίο ανάμεσα στα βιβλία της Έρπενμπεκ. Ίσως γιατί συνδυάζει τις αρετές που επέδειξε στις πιο ερμητικές και συμβολικές νουβέλες της με τον πιο εμφανή ρεαλισμό των δύο τελευταίων μυθιστορημάτων της. Ίσως γιατί ποτέ δεν περίμενα πως ένα αυστηρά τεχνικό απόσπασμα θα με συγκινούσε τόσο πολύ, σ' ένα από τα καλύτερα κλεισίματα βιβλίου που μπορώ να ανακαλέσω. Ίσως για την αφηγηματική πύκνωση, που σε κάθε ανάγνωση προσφέρει φρέσκους χυμούς. Ίσως για τη γλώσσα. Ίσως για τη μοίρα των ηρώων. Ίσως για όλα αυτά ή ίσως για κάτι (ακόμα) άγνωστο.

Η Δοκιμασία είναι ένα βιβλίο που απαιτεί αρκετά από τον αναγνώστη, όμως εν τέλει τον αποζημιώνει πλήρως. Μην αρκεστείτε σε μία ανάγνωση.

υγ. Όλα ξεκίνησαν με την Ιστορία του γερασμένου παιδιού (περισσότερα εδώ), για να ακολουθήσουν τα Σκύβαλα (εδώ), το Παιχνίδι με τις λέξεις (εδώ), Η συντέλεια του κόσμου (εδώ) και οι Περαστικοί (εδώ).
 
Μετάφραση Αλέξανδρος Κυπριώτης
Εκδόσεις Καστανιώτη

Πέμπτη 20 Μαΐου 2021

Ο Λεονάρντο ντα Βίντσι και οι γυναίκες - Kia Vahland

Μόλις είδα πως κυκλοφόρησε το βιβλίο αυτό, με θέμα τον Λεονάρντο ντα Βίντσι, ένιωσα την ακατανίκητη επιθυμία να το διαβάσω, αναπροσαρμόζοντας τον όποιο αναγνωστικό προγραμματισμό. Δεν θεωρώ πως ήταν τόσο η αδιαμφισβήτητη γοητεία που συνεχίζει να ασκεί, τόσους αιώνες μετά, ο Λεονάρντο όσο η ημιμάθειά μου σχετικά με τον βίο και το έργο του, ημιμάθεια ‒συνήθως χειρότερη της αμάθειας‒ που αποτελεί μάλλον χαρακτηριστικό γνώρισμα της εποχής της υπερπληροφόρησης, το πασάλειμμα γνώσης στην αρένα που όλοι έχουν γνώμη για τα πάντα, έτοιμοι ανά πάσα στιγμή να βροντοφωνάξουν: το ξέρω! Ήξερα αρκετά από τα έργα του, τα περισσότερα εκ των οποίων είναι άλλωστε αναπόσπαστο μέρος και της ποπ κουλτούρας, κάποια σκόρπια βιογραφικά στοιχεία, κάποιες φήμες σχετικά με τη σεξουαλικότητά του ή για το ενδεχόμενο η Τζιοκόντα να ήταν άντρας ή και αυτοπροσωπογραφία του ίδιου του καλλιτέχνη, κάποια από όλα αυτά τα είχα διαβάσει και σε διάφορα μυθιστορήματα, αν και τον Κώδικα ντα Βίντσι δεν έτυχε να τον διαβάσω στην εποχή της δόξας του· ο ορισμός της ημιμάθειας, δηλαδή. 

Το βιβλίο της ιστορικού και κριτικού τέχνης Κία Βάλαντ έμοιαζε ως η κατάλληλη ευκαιρία τόσο για να συστηματοποιήσω τις άτακτες και αποσπασματικές γνώσεις μου σχετικά με μια προσωπικότητα της διαμέτρου του, όσο, κυρίως, για να αναζητήσω απάντηση στο πού οφείλεται η φήμη και η γοητεία του, στο γιατί ο Λεονάρντο, με το ποσοτικά περιορισμένο έργο, υπήρξε τόσο καταλυτικός στην εξέλιξη της τέχνης αλλά και της διανόησης του δυτικού κόσμου. Η ανάγνωση του βιβλίου κάλυψε και τα δύο αυτά σκέλη. Επιπλέον, η μυθοπλαστική ανάπλαση της ζωής του, βασισμένη στους πίνακες και τα κείμενά του, αλλά και σε ιστορικές πηγές γι' αυτόν, αποδείχτηκε εξόχως γοητευτική και διόλου αποστειρωμένα δοκιμιακή, πετυχαίνοντας να μεταφέρει το γενικότερο κλίμα της εποχής. Η αναπαράσταση του κόσμου μέσα στον οποίο ο Λεονάρντο έζησε και δημιούργησε λειτουργεί συμπληρωματικά και επεξηγηματικά, προσφέροντας το απαραίτητο πλαίσιο, εκτός του οποίου θα ήταν μάλλον αδύνατο να κατανοηθεί τόσο η προσωπικότητα όσο και η επίδρασή του. 

Για παράδειγμα, η θέση της γυναίκας την εποχή εκείνη, δικαιολογεί το γιατί θεωρήθηκε επαναστατικός ο τρόπος με τον οποίο ο Λεονάρντο την αποτύπωσε στους πίνακές του, επαναστατικός όχι μόνο καλλιτεχνικά αλλά και κοινωνικά. Αλλά και άλλα χαρακτηριστικά της εποχής, όπως η σταδιακή εισαγωγή του έρωτα, η στάση απέναντι στους ομοφυλόφιλους, η ανάγκη του καλλιτέχνη να έχει την προστασία κάποιου ισχυρού, ο ρόλος της εκκλησίας στη διαμόρφωση της τέχνης, η πολιτική αστάθεια, είναι στοιχεία που οφείλει κανείς να λάβει υπόψη του στη συγκεκριμένη βιογραφία. Και η Βάλαντ το κάνει αυτό έξοχα. Χωρίζει το βιβλίο της σε κεφάλαια, καλύπτοντας το σύνολο της ζωής του Λεονάρντο, διαχειρίζεται με άνεση το υλικό της και μετέρχεται πλήθος πηγών, γεγονός που της επιτρέπει να γεφυρώνει αβίαστα τα όποια κενά της ζωής του και να υποθέτει πειστικά τις σκέψεις και τα συναισθήματά του. Η παράθεση των πηγών επιτρέπει στον αναγνώστη την περαιτέρω αναζήτηση στοιχείων σχετικά με τον Λεονάρντο, βιβλιογραφία αρκετά πλούσια, αντάξια του διαμετρήματός του. 

Η ζωγραφική δεν θα μπορούσε, προφανώς, να απουσιάζει. Η Βάλαντ, με τρόπο απλό και κατανοητό, παραθέτει επιπρόσθετες πληροφορίες για τα έργα, προχωρά σε συγκρίσεις με άλλους καλλιτέχνες της εποχής, αποκωδικοποιεί τους πίνακες και εξηγεί γιατί το έργο του υπήρξε τόσο καθοριστικό. Η συγγραφέας επανασυστήνει τον αναγνώστη με έργα γνώριμα, επιτρέποντάς του να τα κοιτάξει ξανά με νέα ματιά και να τα επανεκτιμήσει, τοποθετώντας τα εντός του χωροχρονικού πλαισίου μέσα στο οποίο δημιουργήθηκαν, μακριά από όποια δεδομένη και παγιωμένη αντίληψη περί τέχνης ως απλό έκθεμα. Πολλά είναι επίσης τα έργα που αποδίδονται στον Λεονάρντο, χωρίς η αυθεντικότητά τους να επιβεβαιώνεται από ιστορικές πηγές, και αρκεί η ελάχιστη ένδειξη υποψίας σύνδεσης με το όνομά του για να εκτινάξει τις τιμές στα ύψη. Η σχέση αγοράς και τέχνης είναι κάτι που επίσης απασχολεί τη συγγραφέα στο περιθώριο της μελέτης αυτής, σχέση διαχρονική, ολοένα, όμως, και πιο άνιση στο πέρασμα των χρόνων.   

Πνεύμα ανήσυχο, ο Λεονάρντο υπήρξε ο ορισμός του Homo Universalis, δεν περιορίστηκε μόνο στη ζωγραφική, σπάνια ανταποκρινόταν στις προθεσμίες παράδοσης, τελειομανής καθώς ήταν, αλλά και εξαιτίας του δεσμού που ανέπτυσσε με τα έργα του, πολλά από τα οποία μετακόμιζε μαζί του από μέρος σε μέρος. Η Τζιοκόντα, ο πλέον διάσημος πίνακάς του, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα, αφού τον ακολούθησε μέχρι τη Γαλλία όπου ο Λεονάρντο έζησε τα τελευταία τρία χρόνια της ζωής του, για να βρεθεί εν τέλει έκθεμα στο μουσείο του Λούβρου. Το εύρος των ενδιαφερόντων του υπήρξε εντυπωσιακό, από την ανατομία ως τη μηχανική, και αν και οι περισσότερες από τις ιδέες του δεν υλοποιήθηκαν, καθώς προηγήθηκαν της τεχνικής εξέλιξης, άφησαν τον σπόρο τους για τις επερχόμενες γενιές. Η φιλομάθεια που τόσο έντονα τον διέκρινε, η επιθυμία του να κατανοήσει τους μηχανισμούς λειτουργίας της φύσης και ο τρόπος με τον οποίο εμπνεύστηκε από αυτούς, είναι, θεωρώ, το πλέον γοητευτικό στοιχείο στον Λεονάρντο, η άρνησή του να περιοριστεί σ' έναν τομέα ενδιαφέροντος, η επίμονη περιέργεια και η δημιουργική ανησυχία του, ο τρόπος του να κοιτάζει τον κόσμο γύρω του.

Το βιβλίο της Βάλαντ, με το πάθος της συγγραφέως για τον Λεονάρντο να 'ναι ευδιάκριτο αλλά σε καμία περίπτωση αποπροσανατολιστικό, μεταφέρει τον αναγνώστη σε μια εποχή μακρινή και μαγική όπως η Αναγέννηση, ιδιαίτερα ρευστή, μέσα από την οποία ξεπήδησε εν πολλοίς ο δυτικός πολιτισμός, και του φανερώνει έναν από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της, ίσως τον καθοριστικότερο και σίγουρα τον γοητευτικότερο όλων, τον Λεονάρντο ντα Βίντσι. 

Μετάφραση Άντζη Σαλταμπάση
Εκδόσεις Νήσος