Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γερμανόφωνη λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γερμανόφωνη λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 28 Μαρτίου 2026

Καθένας με το βάσανό του - Mariana Leky

Πριν από δύο χρόνια, περίπου, διάβασα Το όνειρο της Ζέλμα και στην κατακλείδα του αντίστοιχου κειμένου σημείωνα: «Το όνειρο της Ζέλμα είναι ένα καλογραμμένο μυθιστόρημα, που διαθέτει όλες τις αρετές ενός ευπώλητου ποιοτικού βιβλίου, κάτι το οποίο ήδη αποτυπώνεται στις διάφορες λίστες. Δεν ενδείκνυται ωστόσο για αναγνώστες που παίρνουν υπέρμετρα σοβαρά τον ενήλικα εαυτό τους».

Με χαρά υποδέχτηκα την κυκλοφορία του νέου βιβλίου της Γερμανίδας Μαριάνα Λέκι, χαρά που τη διαδέχτηκε ο σκεπτικισμός από το γεγονός πως επρόκειτο για μια συλλογή διηγημάτων. Έπιασα στη δουλειά να ξεφυλλίσω το βιβλίο και να διατρέξω κάποιες από τις ιστορίες, το απόγευμα έφυγα και το πήρα μαζί μου.

Ένας δείκτης που σε βάθος χρόνου ίσως να δείχνει πόσο μου άρεσε ένα βιβλίο να έχει να κάνει με την επίμονη παρουσία του στην αδύναμη μνήμη μου, και το βιβλίο αυτό το θυμάμαι ακόμα, κυρίως για εκείνη τη γλυκιά αίσθηση που μου άφησε η ανάγνωση και το πέρας της. Και αν σ' εκείνο το πρόσκαιρο συναίσθημα καθοριστικό ρόλο διαδραμάτισε το ευπώλητο που σημείωσα στην αποφώνηση, η αντοχή στον χρόνο κάτι βαθύτερο δείχνει.

Η πιο δύσκολη ερώτηση που μπορεί να μου κάνει ένας πελάτης στο βιβλιοπωλείο είναι πιθανότατα εκείνη για ένα γλυκό, αισιόδοξο βιβλίο, αλλά όχι κακογραμμένο, όχι στέλεχος της παραλογοτεχνίας. Πάρτε δύο λεπτά και σκεφτείτε, πόσα τέτοια βιβλία σας έρχονται στον νου; Υποθέτω λίγα, αν όχι ελάχιστα. Το όνειρο της Ζέλμα είναι εκείνο που πρώτα μου έρχεται κατά νου, πρόταση που συμπληρώνεται από την επιθυμία να είχα έναν θείο σαν τον οπτικό φίλο της Ζέλμα.

Το όνειρο της Ζέλμα θα ήταν το υπέρτατο μπεστ σέλερ σ' έναν κόσμο που η ανάγνωση θα ήταν κανόνας και όχι εξαίρεση, ένας κοινός τόπος συνάντησης αναγνωστών που κατά τα λοιπά θα ακολουθούσαν διαφορετικά αναγνωστικά μονοπάτια. Δεν είναι πως το βιβλίο δεν πήγε καλά από άποψη πωλήσεων και διάδρασης, αλλά θα μπορούσε να έχει πάει πολύ καλύτερα. Για να κλείσω την αναφορά μου σε αυτό θα προσθέσω: αν ψάχνετε ένα γλυκό βιβλίο, αν ακόμα θυμάστε το συναίσθημα βγαίνοντας από την αίθουσα όπου προβαλλόταν το Αμελί, τότε αναζητείστε αυτό το βιβλίο.

Ο σκεπτικισμός μου για το Καθένας με το βάσανό του εντάθηκε από το γεγονός πως τα κείμενα/διηγήματα που αποτελούν τη συλλογή αυτή πρωτοδημοσιεύτηκαν στη στήλη που κρατούσε η συγγραφέας στο περιοδικό Psychologie Heute (Ψυχολογία σήμερα). Έχω μια δυσανεξία σε αυτό το κομμάτι της επιστήμης της ψυχολογίας, την εκλαϊκευμένη πτέρυγά του, μέρος καθώς είναι μιας γενικότερης συνταγογράφησης ευζωίας, οδηγίες διέλευσης ενός περίπλοκου κόσμου, ευαγγελιστές της υπέρτατης αλήθειας. Ένα λογοτεχνικό υποείδος έχει προκύψει τα τελευταία χρόνια, εκεί που τα βιβλιοπωλεία είναι φαρμακεία και οι ιστορίες μπορούν να μας σώσουν, ποιος όμως θα μας σώσει από την κακή λογοτεχνία;

Αναπόσπαστο μέρος της κακής λογοτεχνίας είναι ο αναχωρητισμός της, αυτό συμβαίνει ακόμα και αν φαινομενικά είναι στρατευμένη πολιτικά, αλλά αυτό είναι κάτι που τη θετική ενέργεια, που ισχυρίζονται πως έχουμε ανάγκη και πως έτσι όλα θα πάνε καλύτερα, δεν την αγγίζει. Καταλαβαίνετε πως διόλου προσδοκίες δεν είχα τελικά από το βιβλίο αυτό, η αρχική χαρά είχε ξεπεράσει τον απλό σκεπτικισμό, η απογοήτευση χτυπούσε δυνατά την πόρτα.

Και όμως.

Ήταν κάτι που είχε διαφανεί και από Το όνειρο της Ζέλμα, ο τρόπος της συγγραφέως να κοιτάζει τον κόσμο μέσα από τα μάτια της νεαρής αφηγήτριάς της είχε κάτι το καθαρό και συνάμα λοξό. Στα ιδιότυπα αυτά διηγήματα μικρού μήκους η ματιά της κεντρικής αφηγήτριας, που κάθε λόγο έχουμε να την ταυτίσουμε με τη συγγραφέα, διατηρεί τόσο την καθαρότητα όσο και εκείνη τη λοξότητα. Παρατηρώντας τον στενό της περίγυρο, αφηγείται ιστορίες μικρής κλίμακας, στιγμιότυπα από μια απλή, αληθοφανή καθημερινότητα, μέσα στην οποία οι χαρακτήρες επιδιώκουν να επιζήσουν, χωρίς να διαθέτουν υπερδυνάμεις, πέρα από τη λογική και το συναίσθημα. Ο μικρόκοσμός μας είναι κάτι που μπορούμε να το ελέγξουμε, ως ένα βαθμό τουλάχιστον.

Η Λέκι πετυχαίνει να ισορροπήσει ανάμεσα στο μελό και το γλυκό, στο απλό και το απλοϊκό, το σοβαρό και το σοβαροφανές, χωρίς να θυσιάσει τη λογοτεχνικότητα στον βωμό ενός κειμένου που θα φιλοξενηθεί στις σελίδες ενός περιοδικού ψυχολογίας. Μια ευδιάκριτη, κοινή αφηγηματική φωνή συνέχει τα διηγήματα αυτά, επί της οποίας στερεώνεται και υψώνεται η συνολική κατασκευή με τις όποιες ιδιαιτερότητές της. Δεν ξέρω αν τα διηγήματα αυτά, ως λογοτεχνία ή ως μια στήλη, δύνανται να βοηθήσουν κάποιους από τους αναγνώστες να νιώσουν καλύτερα, να τους προσφέρουν εργαλεία πρόσληψης και αντιμετώπισης της καθημερινότητας, εγώ δεν αναζητούσα αυτό, αν και ποτέ κανείς δεν μπορεί να είναι σίγουρος για τα όσα λαμβάνουν χώρα στο υποσυνείδητό του. Άλλωστε, εδώ για λογοτεχνία κάνουμε λόγο.

Προγραμματικά και με βάση την αρχική τους χρησιμότητα, τα διηγήματα αυτά δεν θα ανατρέψουν την παράδοση, δεν θα εκτρέψουν το λογοτεχνικό ποτάμι, θα προσφέρουν, ωστόσο, μια ικανή ανάπαυση στις κοιλότητες που το ρεύμα αδύναμο εγκλωβίζεται. Η ησυχία είναι μια αδικημένη λειτουργία της λογοτεχνίας, και η ησυχία εδώ προκύπτει από την αποφυγή, την υπονόμευση ακόμα ακόμα, της ψυχολογικής υποστήριξης, έξω από ένα απαραίτητο πλαίσιο θεραπείας. Μπορεί κανείς, επίσης, να αντιμετωπίσει τα διηγήματα αυτά ως μια ιδιότυπη άσκηση συγγραφής, ένα εργαστήριο μελέτης του κόσμου τριγύρω και της μετατροπής του σε λογοτεχνία.

Το ο Καθένας με το βάσανό του σε συνδυασμό με Το όνειρο της Ζέλμα μας προσφέρουν μια ικανοποιητική θέα στον λογοτεχνικό τρόπο της Λέκι. Η φαινομενική αφέλεια με την οποία τον παρατηρεί και μέσω της οποίας αρχικώς στήνει και ακολούθως καθοδηγεί τους χαρακτήρες της. Η αφέλεια αυτή είναι ωστόσο φαινομενική, υπάρχει ο κίνδυνος κάποιος αναγνώστης να μη μπορέσει να το διακρίνει αυτό, τότε για εκείνον η κατασκευή δεν θα λειτουργήσει, μια αίσθηση λιγώματος θα εμφανιστεί στον ουρανίσκο εκείνο. Εδώ η αφέλεια είναι το αντίπαλο δέος της σοβαροφάνειας.

Διάβασα τα διηγήματα αυτά ευχάριστα. Δεν είμαι ωστόσο σίγουρος πως αργότερα θα θυμάμαι πολλά πέρα από την αίσθηση γλυκύτητας που μου άφησαν. Δεν είναι κάτι λίγο αυτό, σίγουρα δεν είναι κάτι άχρηστο εντός του ζόφου που κινούμαστε. Η λογοτεχνία της Λέκι, ακόμα και σε αυτή την εκδοχή που εκκινώντας από το ιδιωτικό επιχειρεί να γενικεύσει, δημιουργώντας, ή ελπίζοντας πως δημιουργεί, τον απαραίτητο κοινό τόπο ανάμεσα σε εκείνη, τους ήρωές της και τον αναγνώστη, δεν είναι μια λογοτεχνία αναχωρητική, αλλά μάλλον πολιτική, χωρίς να το φωνάζει άναρθρα, επισημαίνοντας με τον τρόπο της πως η κύρια πηγή των ατομικών προβλημάτων είναι κοινωνικοπολιτική. Δεν επιχειρεί να δώσει συνταγές ευτυχίας και παλέματος, δεν αμελεί πως αυτό που ξέρει και θέλει να κάνει είναι λογοτεχνία, αλλά η λογοτεχνία, όταν είναι καλή, ναι, μπορεί να αποδειχτεί μια συνταγή ευτυχίας και σίγουρα παλέματος.

Θυμήθηκα την αίσθηση που Το όνειρο της Ζέλμα μου άφησε, αυτό σίγουρα συνέβη, και αυτό καθόλου λίγο δεν είναι.

(το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα) 

υγ. Για Το όνειρο της Ζέλμα περισσότερα μπορείτε να διαβάσετε εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Άγγελος Αγγελίδης, Μαρία Αγγελίδου
Εκδόσεις Gutenberg

Δευτέρα 18 Σεπτεμβρίου 2023

Όλα για το τίποτα - Walter Kempowski

Σχετικά πρόσφατα, οι εκδόσεις Δώμα σύστησαν για πρώτη φορά στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό έναν σπουδαίο της γερμανικής λογοτεχνίας, τον Βάλτερ Κεμπόφσκι. Η κυκλοφορία του κύκνειου άσματος του γεννημένου το 1929 συγγραφέα υπήρξε ένα από τα πλέον σημαντικά στιγμιότυπα της εγχώριας βιβλιοπαραγωγής της προηγούμενης χρονιάς. Παρότι η μετάφραση της Δέσποινας Κανελλοπούλου έγινε από το γερμανικό πρωτότυπο, για τον τίτλο, επιλέχθηκε εκείνος της αγγλικής έκδοσης (All for nothing) αντί της γερμανικής (Alles umsonst, Όλα μάταια).

Γενάρης, 1945. Το ανατολικό μέτωπο καταρρέει, οι Ρώσοι προελαύνουν. Στο Γκεόργκενχοφ ο αχός της επέλασης ακούγεται καθαρά. Εκεί βρίσκεται το αρχοντικό της οικογένειας φον Γκλόμπιχ. Ο πατέρας, αξιωματικός της Βέρμαχτ, απουσιάζει εδώ και μήνες στην Ιταλία. Η μητέρα, διαρκώς κουρασμένη, μάταια αναζητά την ησυχία. Ο δωδεκάχρονος Πήτερ διάγει έναν βίο μοναχικό, καθώς τα παιδιά του γειτονικού οικισμού δεν είναι του επιπέδου του, ακόμα και τα μαθήματα τα κάνει κατ' οίκον. Γύρω από τον στενό οικογενειακό πυρήνα κινείται μια ομάδα προσώπων, που φροντίζει να μη διαταράσσεται η οικιακή ρουτίνα, να μη λείπει τίποτα παρά την ολοένα και πιο δύσκολη καθημερινότητα. Τα νέα που φτάνουν είναι αντιφατικά, τα καραβάνια των Γερμανών προσφύγων ολοένα και πυκνώνουν, η μητέρα, πατέρα απόντος αρχηγός, καλείται να πάρει μια δύσκολη απόφαση.

Με σημείο αναφοράς το αρχοντικό της οικογένειας φον Γκλόμπιχ, με το πρόθεμα φον να υπονοεί μια, έστω και μακρινή, αριστοκρατική καταγωγή, ο Κεμπόφσκι αργά και σταθερά θα οικοδομήσει τον μικρόκοσμο του Γκεόργκενχοφ, λίγα μόλις χιλιόμετρα από το πεδίο των μαχών. Η προπαγάνδα ρίχνει βαριά τη σκιά της στην πρόσληψη των πραγματικών γεγονότων, η σκέψη και μόνο για εγκατάλειψη και φυγή αποδεικνύει έλλειψη εμπιστοσύνης στην πατρίδα και τον στρατό που μάχεται σκληρά απέναντι στους Κόκκινους. Ο συγγραφέας, ευφυώς, επιλέγει να γνωρίσει καλά στον αναγνώστη τους ενοίκους του αρχοντικού, πριν επιταχυνθεί η εξέλιξη της πλοκής, καθώς επιθυμεί τη δημιουργία ενός έντονου συναισθηματικού δεσμού μεταξύ τους, ώστε να μικρύνει η απόσταση που χωρίζει την πολυθρόνα του αναγνώστη από το Γκεόργκενχοφ λίγο πριν τη λήξη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Και τα καταφέρνει περίφημα.

Χωρίς να εγκαταλείπει εντελώς την τεχνική του κολάζ, που τον καθιέρωσε στα προηγούμενα έργα του, εκεί που η προσωπική εμπειρία και η επίσημη ιστορία συνυπάρχουν αρμονικά, ο συγγραφέας εδώ καταφεύγει σχεδόν αποκλειστικά στη μυθοπλασία, αφήνοντας στην άκρη, ως υπόνοια και μόνο, την υποκειμενική μαρτυρία. Η τοποθέτηση του αρχοντικού στο επίκεντρο της πλοκής ως ενός βασικού χαρακτήρα της, φέρνει στο μυαλό του αναγνώστη το σπουδαίο μυθιστόρημα της Τζέννυ Έρπενμπεκ, Η δοκιμασία (μτφρ. Αλέξανδρος Κυπριώτης, Καστανιώτης). Εκεί, μέσα από την εναλλαγή των ενοίκων και των ιδιοκτητών ενός σπιτιού, η Γερμανίδα συγγραφέας αναβιώνει με έναν μοναδικό τρόπο όλη τη γερμανική ιστορία του εικοστού αιώνα. Τα δύο βιβλία κυκλοφόρησαν σχεδόν ταυτόχρονα στη Γερμανία.

Στο Όλα για το τίποτα ο Κεμπόφσκι, κινούμενος έκκεντρα του μετώπου της μάχης, καταφέρνει να μεταφέρει τον πολεμικό απόηχο, το κλίμα που επικρατεί σε απόσταση αναπνοής, εκεί που η αγωνία και ο εφησυχασμός ανταγωνίζονται να επικρατήσουν έχοντας συμμάχους τις φήμες, την προπαγάνδα και την έλλειψη γνώσης. Άλλωστε, ποτέ άλλοτε, όσο κατά τη διάρκεια ενός πολέμου, η ανθρώπινη ζωή δεν λογίζεται τόσο φτηνή και αναλώσιμη. Ο συγγραφέας, παρότι παραδίδει ένα βαθιά πολιτικό βιβλίο, αρνείται να πάρει θέση, να διαλέξει πλευρά, να βαφτίσει καλούς και κακούς. Εκείνο που τον ενδιαφέρει είναι τα βατράχια που την πληρώνουν όταν μαλώνουν τα βουβάλια, η ευκολία με την οποία αλλάζει κατεύθυνση ο άνεμος παρά τις καθησυχαστικές προβλέψεις των πάσης φύσεως μετεωρολόγων.

Το Όλα για το τίποτα είναι ένα σημαντικό μυθιστόρημα. Και είναι σημαντικό γιατί το ιστορικό και πολιτικό του βάρος δεν συνθλίβει τον λογοτεχνικό αυχένα, πετυχαίνοντας να υψώσει μέσα από τα συντρίμμια υψηλή λογοτεχνία, επιπέδου Χάινριχ Μπελ ή Χανς Έριχ Νόσακ. Ο Κεμπόφσκι ήταν ένας ακόμα Γερμανός συγγραφέας στρατευμένος στον αγώνα ενάντια στη λήθη, ένας συγγραφέας που αξίζει να γνωρίσει κανείς.

υγ. Για τη Δοκιμασία περισσότερα μπορείτε να διαβάσετε εδώ, για το έργο του Μπελ εδώ και για εκείνο του Νόσακ εδώ.

(Το κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών)
 
Μετάφραση Δέσποινα Κανελλοπούλου
Εκδόσεις Δώμα

Δευτέρα 27 Μαρτίου 2023

Η υπέρβαση της βαρύτητας - Heinz Helle

Όταν κυκλοφόρησε το μυθιστόρημα αυτό, ήταν σε πλήρη άνθηση το προχριστουγεννιάτικο πρόγραμμα όλων των εκδοτικών οίκων, ατύχησε, θέλω να πω, να βρίσκεται ανάμεσα σε πολυαναμενόμενα βιβλία, ανάμεσα στα γερά χαρτιά μιας χρονιάς αρκετά δύσκολης για εκδότες και βιβλιοπώλες, μιας ακόμα χρονιάς. Είναι και η συγκυρία ένας αστάθμητος παράγοντας, μια ρωγμή στον ορθολογισμό, που συχνά καθορίζει τη μοίρα ενός βιβλίου, την επιτυχία, την αποτυχία ή το αδιάφορο, σύντομο πέρασμά του από τους πάγκους των βιβλιοπωλείων στη λήθη. Η υπέρβαση της βαρύτητας, παρότι λάμβανε και συνεχίζει να λαμβάνει θετικές, έως και ενθουσιαστικές, κριτικές από μεμονωμένους αναγνώστες, ποτέ δεν έκανε το μεγάλο μπαμ στις πωλήσεις, όχι ακόμα τουλάχιστον, όχι το μπαμ που ένα τέτοιο βιβλίο θα μπορούσε να κάνει. Αργά ή γρήγορα θα διάβαζα το βιβλίο του άγνωστου σε μένα Χάιντς Χέλε, γιατί το ένστικτό μου το επέβαλλε, ίσως όμως όχι τόσο σύντομα, ας όψονται τα λαχταριστά βιβλία στη στοίβα με τα προσεχώς, αν δεν άκουγα από αναγνώστη που εκτιμώ βαθιά τη μαγική φράση: το πρώτο μέρος είναι εντελώς μπερνχαρντικό, δύο αδέρφια γυρίζουν από μπαρ σε μπαρ μια νύχτα.

Παρένθεση. Συχνά ακούω μια υποτίμηση στη φράση: ο τάδε συγγραφέας μιμείται τον δείνα διάσημο και καταξιωμένο συγγραφέα. Αν το κάνει καλά και πειστικά τότε δεν βλέπω πού είναι η ένσταση, γιατί δηλαδή να μην έχουμε λίγο ακόμα έργο που θα μπορούσε να ανήκει στην εργογραφία κάποιου μεγάλου γραφιά, νεκρού από χρόνια; Εκτός και αν στο μυαλό κάποιου είναι απλό να γράψει κανείς κατά τρόπο τέτοιο που να φέρνει στον νου του αναγνώστη ένα ιερό τέρας. Αρκεί να το κάνει καλά. Γιατί υπάρχουν συγγραφείς, όπως ο Μπέρνχαρντ, για να κλείνω σιγά σιγά την παρένθεση, που η επιρροή τους είναι καταλυτική, που η πρόζα τους εγκλωβίζει τον αναγνώστη του έργου τους. Θυμάμαι την Έρπενμπεκ να λέει, αναφερόμενη σε ένα κατά Μπέρνχαρντ διήγημα που περιλαμβάνεται στη συλλογή διηγημάτων Σκύβαλα, πως εκείνη την περίοδο διάβαζε τον σπουδαίο Αυστριακό και της ήταν αδύνατο να ξεφύγει γλωσσικά, ό,τι και αν δοκίμαζε να γράψει είχε κάτι από τις σπείρες και τη μανιέρα του Μπέρνχαρντ, δεν θα διάβαζε, είπε, ξανά, όσο και αν τον αγαπούσε, ήταν μονόδρομος μια τέτοια απόφαση αν ήθελε να χαράξει τον δικό της δρόμο στη λογοτεχνία. Τέλος παρένθεσης.

Ξεκίνησα την ανάγνωση με προσδοκίες τεράστιες, με προσδοκίες κατά κάποιο τρόπο ανάλογες ενός έργου του ίδιου του Μπέρνχαρντ, άδικες και υπερβολικές προσδοκίες, σύμφωνοι. Και όμως. Η ιστορία των δύο αδερφών με γράπωσε από τον λαιμό και δεν με άφησε παρά με το γύρισμα της τελευταίας σελίδας, η συγκίνηση και το τρέμουλο άργησαν να υποχωρήσουν, οι λεκτικές δίνες συνέχιζαν να αντηχούν στο μυαλό μου. Ναι, θυμίζει Μπέρνχαρντ. Αλλά δεν ξέρω και αν θα υπήρχε άλλος τρόπος παρά αυτός ώστε να αποδοθεί το βάρος του πόνου και της ενοχής που κατακλύζει τον αφηγητή, όταν, έχοντας μάθει τον χαμό του ετεροθαλή αδερφού του, αναλογίζεται την τελευταία φορά, μήνες πριν, που συναντήθηκαν, όταν εκείνος πέρασε από το σπίτι του και, ενώ αρχικά τσακώθηκαν, ο αδερφός του επέστρεψε και βρέθηκαν να περιφέρονται από μπαρ σε μπαρ, μεθυσμένοι από νωρίς, έστω και αν έπιναν απλώς μπύρες, και ο αφηγητής άκουγε τον χωρίς φρένο μονόλογο ενός ιδεαλιστή, κάποιου που δεν ήταν, όπως ο αφηγητής,  αρκετά πραγματιστής για να αντέξει αυτό τον κόσμο, για να επιζήσει και να επιπλεύσει σε αυτό τον ζόφο. Και τώρα ο πραγματιστής πληρώνει το τίμημα για την απόσταση που κράτησε από τον μεγαλύτερο αδερφό του, απόφαση που έμοιαζε μονόδρομος αν ήθελε να τα καταφέρει καλύτερα, τώρα εκείνος είναι νεκρός και δεν έχει και τόση σημασία τι κατάφερε τελικά, από ποιο πεπρωμένο γλίτωσε, τώρα αυτό που μετράει είναι οι μήνες από την τελευταία φορά που τον είδε, τώρα εκείνος είναι νεκρός, για πάντα νεκρός, ποτέ ξανά ζωντανός.

Αλλά και στην ενοχή του ο αφηγητής παραμένει πραγματιστής, παρότι επιτρέπει στο συναίσθημα να παρεισφρήσει, σε δόσεις ωστόσο μικρές και ελεγχόμενες, η λογική κρατάει τα γκέμια σφιχτά, και αυτό τροφοδοτεί διαρκώς την αφήγηση αυτή και την καθιστά συγκλονιστική, επειδή ακριβώς αναδεικνύει πως όσες φορές και αν επαναλαμβανόταν η ζωή, τόσες φορές ο αφηγητής θα κρατιόταν μακριά από τον μεγαλύτερο αδερφό του νιώθοντας πως αυτός είναι ένας μονόδρομος για εκείνον, και άλλες τόσες φορές θα ένιωθε την ενοχή για την απόσταση, για τους μήνες που μεσολάβησαν από την τελευταία φορά που είδε τον αδερφό του, που είναι, τώρα πια, για πάντα νεκρός. Το περιεχόμενο της αφήγησης, με την αντίστιξη ανάμεσα στα δύο αδέρφια, ανάμεσα στον ιδεαλιστή και τον πραγματιστή, ανάμεσα στη λογική και το συναίσθημα, στο ευαίσθητο και το σκληρό δέρμα, ταυτόχρονα συμβαίνει και στην ίδια την κατασκευή της αφήγησης, εκεί που ο Χέλε χτίζει ένα άρτια μπερνχαρντικό κατασκεύασμα, χωρίς να τον καταπίνει η σκιά του σπουδαίου προγόνου, πετυχαίνοντας να αφήσει την προσωπική του σφραγίδα σε αυτή την π.ο.π. κατασκευή. Επίσης, ο Χέλε καταφέρνει να παίξει με την πατίνα του χρόνου, διανθίζοντας με συγχρονία το αφήγημά του, απομακρυνόμενος σε αυτό το κομμάτι από τον Μπέρνχαρντ, κάτι που το κάνει με τη χρήση πραγματολογικών στοιχείων της πρόσφατης επικαιρότητας. Έτσι, τη στιγμή που η ανάγνωση, το στυλ και το ύφος, διαθέτουν κάτι το παλιακό, οι γλωσσικές δίνες και παρηχήσεις το ίδιο, το μίσος για τη γλώσσα και η προβληματική οικογένεια, επίσης, η κριτική στον κόσμο απαραιτήτως παρούσα, έρχονται τα σύγχρονα μαντάτα της επικαιρότητας να διαρρήξουν αυτή την αίσθηση, να φέρουν την αφήγηση στο εδώ και τώρα, σχεδόν.

Δεν ένιωσα στιγμή πως διαβάζω ένα μπερνχαρντικό κακέκτυπο, κάθε άλλο. Απόλαυσα κάθε στιγμή της ανάγνωσης αυτού του αφηγήματος που επέβαλλε την ανάγνωσή του σε δύο φάσεις, με μόνο τον βραδινό ύπνο να μεσολαβεί. Ο Χέλε πέτυχε κάτι δύσκολο, αν όχι ακατόρθωτο, με εμφανής επιρροής στυλιζάρισμα να πει μια δυνατή ιστορία, να αναγκάσει τον αναγνώστη να αναρωτηθεί: πώς λέγαμε τέτοιες ιστορίες πριν ο Μπέρνχαρντ μας δείξει τον δρόμο;

υγ. Περισσότερα για τα Σκύβαλα, τη συλλογή διηγημάτων της Έρπενμπεκ, θα βρείτε εδώ, ενώ για το Παλιοί δάσκαλοι του Μπέρνχαρντ εδώ

Μετάφραση Λένια Μαζαράκη
Εκδόσεις Gutenberg

Δευτέρα 23 Ιανουαρίου 2023

Υπό τας φιλύρας - Christa Wolf

Ήταν πρωί Σαββάτου και δεν ήμουν σίγουρος αν τελικά θα βρέξει. Σκεφτόμουν την Έρπενμπεκ, αναρωτιόμουν πότε θα κυκλοφορήσει επιτέλους στα ελληνικά το τελευταίο της βιβλίο, φλέρταρα με την ιδέα να διαβάσω ξανά τα διηγήματά της (Σκύβαλα). Κάπως έτσι έπιασα να ξεφυλλίζω το Υπό τας Φιλύρας της Κρίστα Βολφ, μια από τις τόσες αξιοπρόσεκτες εκδόσεις της χρονιάς που πέρασε, σε μετάφραση Σούλας Ζαχαροπούλου. Το έργο τής σημαντικής και πολυγραφότατης (Ανατολικο–) Γερμανίδας συγγραφέως μόνο σποραδικά έχει εκδοθεί στη γλώσσα μας, με αποτέλεσμα να μην έχει καθιερωθεί με τη δέουσα σημασία στη συνείδηση του εγχώριου αναγνωστικού κοινού.

Υπό τας Φιλύρας μου άρεσε πάντα να περπατάω. Προτιμούσα, το ξέρεις, μόνη. Πρόσφατα ο δρόμος, αφότου τον είχα αποφύγει για καιρό, εμφανίστηκε στο όνειρό μου. Τώρα μπορώ επιτέλους να μιλήσω γι' αυτό.

Η Βολφ, από την πρώτη κιόλας παράγραφο, θέτει τους χωροχρονικούς και αφηγηματικούς άξονες της νουβέλας. Ο τόπος: η οδός Unter den Linden του τότε Ανατολικού Βερολίνου, γεμάτη φλαμουριές κατά μήκος της, δεξιά και αριστερά, δρόμος σημαντικός, χρόνια μετά τουριστικός. Ο χρόνος κάποτε απτός, στο αφηγηματικό τώρα ονειρικός, είναι εκείνος που της επιτρέπει, επιτέλους, να μιλήσει γι' αυτό, απομακρυσμένη από εκείνο το παρελθόν. Το πρώτο πρόσωπο της αφήγησης, γένους θηλυκού, η προτίμηση στην κατά μόνας πορεία, η δυναμικότητα που απορρέει από αυτό καθίσταται κύριο γνώρισμα του χαρακτήρα· το δεύτερο πρόσωπο της απεύθυνσης που η ταυτότητά του δεν αποκαλύπτεται, φανερώνει την ανάγκη της να μοιραστεί, προσδίδει μια αμεσότητα και καθιστά τον αναγνώστη ενεργά μέτοχο, εν δυνάμει αποδέκτη.

Η αφήγηση, κατά τόπους ιδιαιτέρως ερμητική παρά την έντονη λογοτεχνική γοητεία που ασκεί, κινείται στον δυσδιάκριτο χώρο ανάμεσα στο όνειρο και τις αναμνήσεις, έτσι όπως  η αφηγήτρια μπλέκεται στους ιστούς των περασμένων και των σύγχρονων, των ελπίδων και των φόβων, της ελπίδας και της απογοήτευσης, του ατομικού και του συλλογικού. Μια ονειρική ροή συνείδησης που διαμορφώνει έναν ιδιότυπο ρεαλισμό, ανοιχτό σε ερμηνεία και πρόσληψη, στο οποίο η δευτεροπρόσωπη απεύθυνση έχει καθοριστική λειτουργία, ιδιαίτερα για τον σύγχρονο με τη συγγραφέα αναγνώστη, μέτοχο στο όραμα της δημιουργίας ενός καλύτερα μοιρασμένου κόσμου, κομμάτι ενός υπό διαμόρφωση εμείς. Το Υπό τας Φιλύρας, όπως και συνολικά το έργο της Βολφ, δεν μπορεί να προσεγγιστεί χωρίς το πολιτικό και ιδεολογικό πλαίσιο εντός του οποίου κινήθηκε η ζωή και το έργο της, παρότι ειδολογικά δημιουργεί στον αντίποδα του σοσιαλιστικού ρεαλισμού. Έτσι, η αναζήτηση του εγώ σε σχέση με το εμείς αποκτά περαιτέρω διαστάσεις, αλλά και μια σημασία επιτακτική. Το όνειρο, αλλά και η χρήση εγκιβωτισμένων παραμυθιών στην αφήγηση, αποκαλύπτει επίσης το ενδιαφέρον της Βολφ για τη θεωρία της ψυχανάλυσης.

Μόνο πολύ αργότερα, σήμερα, μου ήρθε στο νου να δώσω κατά το σύνηθες, λόγο για τα βιώματά μου, διότι πάνω απ' όλα βάζουμε τη διάθεση να είμαστε γνώριμοι. Εγώ Ευτυχισμένη ήξερα αμέσως σε ποιον μπορούσα να το διηγηθώ, ήρθα σε σένα, είδα πως ήθελες ν' ακούσεις και άρχισα: Υπό τας Φιλύρας μού άρεσε πάντα να περπατάω. Προτιμούσα, το ξέρεις, μόνη.

Η νουβέλα αυτή ανήκει στην πρώτη περίοδο της Βολφ. Το εισαγωγικό σημείωμα της μεταφράστριας είναι ιδιαιτέρως κατατοπιστικό, ικανά βοηθητικό για τον αναγνώστη, ορθά τοποθετημένο στην αρχή. Το Υπό τας Φιλύρας  είναι ένα έργο ιδιαιτέρως απαιτητικό που με πείσμα κρατά κάποια κλειδιά σφιχτά, ενώ και αυτά που προσφέρει τα βουτάει μέσα στην αμφιβολία, ένα έργο που ωστόσο χαρίζει μια αναγνωστική εμπειρία που μόνο η υψηλή λογοτεχνία μπορεί.

υγ. Για τα Σκύβαλα της Έρπενμπεκ, μια δεκαετία σχεδόν πριν, εδώ.

Μετάφραση Σούλα Ζαχαροπούλου
Εκδόσεις Σκαρίφημα

Σάββατο 13 Νοεμβρίου 2021

Δύο σημαντικές γερμανόφωνες γραφές

Πρόσφατα και σχεδόν ταυτόχρονα κυκλοφόρησαν στα ελληνικά δύο αξιοπρόσεχτες συλλογές διηγημάτων, Η παρηγοριά των στρογγυλών πραγμάτων του Κλέμενς Γ. Ζετς (μτφρ. Χρήστος Αστερίου, εκδόσεις Gutenberg) και Το δέντρο με τα μπουκάλια του Ουίσκι της Καταρίνα Μπέντιξεν (μτφρ. Αλέξανδρος Κυπριώτης, εκδόσεις Σκαρίφημα). Από τη μια πλευρά, ο πολυγραφότατος Ζετς, γεννημένος στο Γκρατς της Αυστρίας το 1982, ένα από τα πλέον δυναμικά ονόματα της σύγχρονης γερμανόφωνης λογοτεχνίας (στον οποίο απονεμήθηκε φέτος το μεγαλύτερο γερμανικό βραβείο λογοτεχνίας, το Βραβείο Μπίχνερ, καθώς, όπως σημειώνει η κριτική επιτροπή, κάθε βιβλίο του «μαρτυρεί το πείσμα και την ομορφιά της λογοτεχνίας») ενταγμένος εδώ και μια δεκαετία στον περιώνυμο κατάλογο του εκδοτικού οίκου Suhrkamp. Από την άλλη, η Μπέντιξεν, γεννημένη το 1981 στη Λειψία της τότε Ανατολικής Γερμανίας, μοιάζει να είναι ένα καλά κρυμμένο μυστικό των γερμανικών γραμμάτων που για πρώτη φορά, εξ όσων γνωρίζω, κάποιο έργο της μεταφράζεται για να κυκλοφορήσει στο εξωτερικό.

Τα στοιχεία που μοιράζονται οι δύο συγγραφείς, μεταξύ άλλων η κοινή γλώσσα και η ηλικιακή εγγύτητα, αλλά και η μικρή φόρμα μέσω της οποίας μας συστήνονται στα ελληνικά, από μόνα τους δεν θα αρκούσαν για μια παράλληλη προσέγγιση. Η λογοτεχνική συγγένεια των δύο συλλογών έγκειται στη χρήση του παράδοξου ως βασικού συστατικού στη σύνθεση των διηγημάτων. Και είναι αυτή η παράνοια που καταλαμβάνει την καθημερινότητα που καθιστά τα διηγήματα μια κοινωνικοπολιτική κριτική του περιβάλλοντος κόσμου, αίροντας τις όποιες εναπομείνασες βεβαιότητες, κινούμενη ανάμεσα στην πρόκληση και την παραβολή. Η λοξή ματιά στα πρόσωπα και τις καταστάσεις, η υπέρβαση της πραγματικότητας και το περιθώριο στο απρόοπτο αφήνουν μια διάχυτη αίσθηση κωμικού, στα όρια του γκροτέσκο, ένα γέλιο ενοχικό σε ευθεία αντίστιξη με τα όσα διαδραματίζονται. Όπως, άλλωστε, λέει και η ηρωίδα στη Δοκιμασία της Έρπενμπεκ, «χιούμορ είναι όταν παρ' όλ' αυτά γελάς».

Η παρηγοριά των στρογγυλών πραγμάτων αποτελείται από είκοσι διηγήματα μεγάλης έκτασης στην πλειοψηφία τους, που, παρότι κινούνται σε γνώριμα αφηγηματικά μονοπάτια, διαθέτουν έναν έντονα προσωπικό χαρακτήρα. Οι ιστορίες εκκινούν ομαλά, τίποτα δεν προδιαθέτει τον αναγνώστη για την εισβολή του παράδοξου, για την εκτροπή στην εξέλιξη των πραγμάτων. Εξαίρεση αποτελεί το διήγημα Κβάλογια, καθώς το παράδοξο εδώ εισάγεται ευθύς εξ αρχής με τη μορφή γενικής αλήθειας, «Όπως είναι γνωστό, δεν είναι καθόλου εύκολο να ταξιδεύεις παρέα μ' ένα Ορ». Το παράδοξο στοιχείο δεν είναι πάντοτε διακριτό, ενίοτε αιωρείται με τη μορφή απειλής κρυμμένο πίσω από τη φαινομενικά ανεξήγητη αντίδραση των προσώπων, ως ένα τουίστ στην πλοκή. Χαρακτηριστικό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο ο Ζετς «παραπλανά» τον αναγνώστη, υποσχόμενος μια ρεαλιστική απεικόνιση του γύρω κόσμου, για να τον εγκλωβίσει εν τέλει σε μια κατάσταση επαρκώς παράλογη είναι το πρώτο διήγημα της συλλογής, Νότιο Λαζαρέτο. Ο αφηγητής ετοιμάζεται να φύγει για ταξίδι, χαιρετά την κοπέλα του και πηγαίνει στο αεροδρόμιο. Όλα μοιάζουν να χωρούν κάτω από την ομπρέλα του φυσιολογικά αναμενόμενου· η αμηχανία πριν την επιβίβαση, η παρατήρηση των συνεπιβατών, τα μηνύματα που ανταλλάσσει μαζί της, ακόμα και η ακύρωση της πτήσης. Και όμως τελικά τα πράγματα δεν εξελίσσονται σύμφωνα με την αναγνωστική προσδοκία.

Το παράδοξο αποτυπώνεται όμως και γλωσσικά, καθώς λυρικές εξάρσεις και αποστασιοποιημένη αφήγηση αναμειγνύονται με τρόπο μοναδικό, «Δύσκολο να είσαι αυστηρός με τον εαυτό σου όταν έξω μαίνεται βαρύς ο χειμώνας. Η κυρία Άννα Μαρία Πέρχαλερ, πτυχιούχος πανεπιστημίου, μπήκε με μια κιθάρα κι ένα MP3-player στο δωμάτιο του γιου της», έτσι ξεκινά ο Μάγος. Η αφηγηματική φωνή, πρωτοπρόσωπη ή τριτοπρόσωπη, παρά τις όποιες εξάρσεις, παραμένει σταθερή και συναισθηματικά νηφάλια, δεν επηρεάζεται από εξωτερικούς παράγοντες, δεν εκπλήσσεται, δεν συμμερίζεται, δεν επιχειρεί να κατανοήσει ή να εξηγήσει, ενισχύοντας έτσι το ανοίκειο συναίσθημα που νιώθει ο αναγνώστης στο σύμπαν που στήνει ο συγγραφέας. Η συνδιαλλαγή με το λογοτεχνικό παρελθόν είναι εμφανής, όμως εξίσου εμφανές είναι και το νέο που επιχειρεί να κομίσει ο Ζετς στην παράδοση αυτή.

Το δέντρο με τα μπουκάλια του Ουίσκι αποτελείται από εικοσιένα διηγήματα μεσαίου μεγέθους. Είναι η πρωτόλεια συλλογή διηγημάτων της Μπέντιξεν. Από την πρώτη φράση, του πρώτου διηγήματος, η συγγραφέας πιάνει τον αναγνώστη από τον λαιμό, «Όταν ο αδερφός μου ήτανε πέντε χρονών, τον πάτησε ένα τρακτέρ, και ενώ το τρακτέρ το οδηγούσε ο πατέρας μου, δεν έφταιγε μόνο εκείνος για τον θάνατο του αδελφού μου, αλλά το φταίξιμο το είχαμε τρία άτομα», και δεν τον αφήνει παρά στο τέλος της ανάγνωσης, αν και το σημάδι της λαβής καθυστερεί να εξαφανιστεί. Τα διηγήματα της συλλογής χωρίζονται σε δύο βασικές κατηγορίες, στα οικογενειακά και τα εργασιακά. Τα πρόσωπα στις ιστορίες της Μπέντιξεν παραμένουν ανώνυμα, προσδιορίζονται με βάση το φύλο (άντρας, γυναίκα), την οικιακή ιδιότητά τους (παιδιά, γονείς, παππούδες) αλλά και το χρώμα του δέρματός τους (νέγρος), και φέρουν όλο το βάρος της ιδιότητάς τους, τη στιγμή που κάθε πρόσωπο θα μπορούσε να εμφανίζεται σε κάθε ιστορία.

Ο τρόπος με τον οποίο η Μπέντιξεν αφηγείται, συνήθως σε πρώτο, αλλά και σε τρίτο πρόσωπο, λειτουργεί εξόχως συνεκτικά· αφήγηση στακάτη χωρίς ιδιαίτερα φτιασίδια, λόγος κοφτός με εμμονικές και παραληρηματικές κορυφώσεις, γλώσσα ψυχρή και συναισθηματικά γυμνή. Μέρος της διάχυτης παραδοξότητας οφείλεται στην αφήγηση αλλά και στον τρόπο με τον οποίο τα πρόσωπα στέκονται απέναντι στις καταστάσεις, εγκλωβισμένα καθώς είναι στις λεπτομέρειες της μεγάλης εικόνας. Αν για τον Ζετς το παράδοξο λειτουργεί ως βαλβίδα εκτόνωσης, για τη Μπέντιξεν θρέφει το αίσθημα ασφυξίας. Στα διηγήματα της Μπέντιξεν διαγράφεται μόνο η επιφάνεια των πραγμάτων, το πάνω μέρος του παγόβουνου. Ελάχιστα μαθαίνουμε για τα πρόσωπα και όμως νιώθουμε να τα γνωρίζουμε σε βάθος. Τα αντικρίζουμε σε μια συγκεκριμένη συνθήκη και όμως είμαστε σίγουροι για το πώς αντιδρούν απέναντι σε κάθε μικρή ή μεγάλη πρόκληση της ύπαρξης. Η διδαχή απουσιάζει, τα περιθώρια αντίδρασης είναι ούτως ή άλλως περιορισμένα και οδηγίες χρήσεως δεν υπάρχουν. 

Η παρηγοριά των στρογγυλών πραγμάτων και Το δέντρο με τα μπουκάλια του Ουίσκι είναι δύο βιβλία που αξίζει να διαβαστούν, δείγματα σπουδαίας γραφής σ' ένα απαιτητικό και όχι τόσο δημοφιλές λογοτεχνικό είδος όπως είναι το διήγημα.

υγ. Το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο ένθετο Ανοιχτό Βιβλίο (επιμ. Μισέλ Φάις) της Εφημερίδας των Συντακτών το Σάββατο 28 Αυγούστου 2021, το λινκ για την ψηφιακή του εκδοχή βρίσκεται εδώ.

Δευτέρα 19 Ιουλίου 2021

Ο Μπλούμφελντ, ένας γηραιός εργένης - Franz Kafka

Έχουμε ταχθεί υπέρ των Μαξ Μπροντ αυτού του κόσμου, τελεσίδικα, και, όσα και αν ισχυριστούμε, με τίποτα δεν μπορούμε να φανταστούμε τον κόσμο αυτόν χωρίς τα έργα που ο Κάφκα ζήτησε από τον φίλο του να καταστρέψει· ανακουφιζόμαστε, μάλιστα, ηθικά και συναισθηματικά, στην απλή σκέψη πως θα τα είχε καταστρέψει με τα ίδια του τα χέρια, όπως άλλωστε έκανε νωρίτερα με κάποια άλλα. Ανάμεσα σε εκείνα που η προδοσία του Μπροντ διέσωσε ήταν και Ο Μπλούμφελντ, ένας γηραιός εργένης, μια ανολοκλήρωτη νουβέλα (γι' αυτό και σπάραγμα), την οποία ο Κάφκα ξεκίνησε να γράφει τον Φεβρουάριο του 1915, μια ιστορία μ' έναν σκύλο, όπως σημείωσε στην καταχώρηση της 9ης Φεβρουαρίου, για την οποία δήλωνε δυσαρεστημένος και ανικανοποίητος, χαρακτηρίζοντας την αρχή άσχημη και μηχανική, ικανή να προκαλέσει πονοκέφαλο. Όμως, όπως εύστοχα σημειώνει ο Αλέξανδρος Κυπριώτης, ο άνθρωπος που βρίσκεται πίσω από αυτή την υπέροχη έκδοση, «είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον να δει κανείς τι είχε στις αποσκευές του μέχρι τότε ο 32άχρονος συγγραφέας της», σε επίπεδο επαγγελματικό, συναισθηματικό και δημιουργικό.

Τον Φεβρουάριο του 1915, λοιπόν, ο Κάφκα εργάζεται ήδη εξίμισι  χρόνια στο Ίδρυμα Ασφάλισης Εργατικών Ατυχημάτων, τον Γενάρη έχει προηγηθεί μια αποτυχημένη απόπειρα επανασύνδεσης με τη Φελίτσε Μπάουερ, μετά τη διάλυση του σύντομου αρραβώνα τους την προηγούμενη χρονιά, όταν και ξεκίνησε να γράφει τη Δίκη, τη συγγραφή της οποίας σταμάτησε κάποια στιγμή τον Γενάρη του 1915, αφήνοντας  ανολοκλήρωτα κάποια μέρη, έχοντας γράψει όμως την οριστική κατακλείδα, με τον Γιόζεφ Κ. να λέει «Σαν σκυλί!». Στα παραπάνω αξίζει να προσθέσει κανείς πως στις 10 Φεβρουαρίου ο Κάφκα μετακομίζει για πρώτη φορά μακριά από την οικογενειακή εστία, ώστε να μπορεί με ηρεμία να γράφει. Ωστόσο, λίγο παραπάνω από ένα μήνα μετά, σε μια ημερολογιακή καταγραφή που ξεκινά με τη φράση «Από τον θόρυβο κυνηγημένος», ο Κάφκα καταγράφει τους ανυπόφορους, σαν κύλισμα μπάλας του μπόουλινγκ, θορύβους που φτάνουν από το κενό διαμέρισμα του πάνω ορόφου. 

Από τον παράξενο αυτό θόρυβο θα γεννηθεί το παράδοξο με το οποίο έρχεται αντιμέτωπος Ο Μπλούμφελντ, ένας γηραιός εργένης, γυρίζοντας στο πάντα τακτοποιημένο διαμέρισμά του, αργά το απόγευμα, μετά από μια άκρως κοπιαστική μέρα στο εργοστάσιο λευκών ειδών όπου εργάζεται, παράδοξο ικανό να κλονίσει το στέρεο και υπό πλήρη έλεγχο οικοδόμημα. Ο Μπλούμφελντ, ένας γηραιός εργένης αποτελείται από δύο σεκάνς, στις οποίες και αποτυπώνονται τα δύο κολαστήρια του Κάφκα, η προσωπική και η επαγγελματική ζωή του ανθρώπου, οι δύο κύριοι άξονες περιστροφής του δυτικού κόσμου. Δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι για τους λόγους που οδήγησαν τον Κάφκα να εγκαταλείψει ανολοκλήρωτη τη νουβέλα αυτή, και να μην επιστρέψει σ' αυτήν ξανά, τουλάχιστον απ' όσα γνωρίζουμε από τα ημερολόγιά του, αφού η τελευταία καταγραφή στην οποία γίνεται αναφορά στον «Εργένη», όπως πια την αποκαλεί, είναι τον Ιούλιο του 1916, όταν και βρίσκονται με τη Φελίτσε διακοπές στο Μαρίενμπαντ και ο Κάφκα της διαβάζει την ιστορία του Μπλούμφελντ, για να γράψει λίγο αργότερα στο ημερολόγιό του: «Δυστυχισμένη νύχτα. Αδύνατον να ζήσω με την Φ. Ανυπόφορη η συμβίωση με οποιονδήποτε. Δεν λυπάμαι γι' αυτό, λυπάμαι για το ότι είναι αδύνατον να μην είμαι μόνος».

Δεν είναι η πρώτη φορά που Ο Μπλούμφελντ, ένας γηραιός εργένης μεταφράζεται και κυκλοφορεί στα ελληνικά, καθώς υπάρχει σε τουλάχιστον μία συλλογή με έργα του Κάφκα. Και όμως αυτή η καλαίσθητη έκδοση, από τις πρωτοεμφανιζόμενες εκδόσεις η βαλίτσα, είναι σημαντική για μια σειρά από λόγους. Αρχικά, είναι, απ' όσο είμαι σε θέση να γνωρίζω, η πρώτη δίγλωσση έκδοση κάποιου έργου του Κάφκα, η αξία σ' αυτή την επιλογή δεν εξαντλείται μόνο στη δυνατότητα αντιπαράθεσης του μεταφρασμένου με το πρωτότυπο κείμενο. Τα γραπτά του Κάφκα, όσα δεν εκδόθηκαν όσο εκείνος ήταν εν ζωή, έχουν την ιδιαιτερότητα της επιμέλειας στην οποία τα υπέβαλε ο Μπροντ πριν εκδοθούν για πρώτη φορά, διαδικασία η οποία περιελάμβανε κάποιες περαιτέρω προδοσίες. Στο δελτίο τύπου ο μεταφραστής Αλέξανδρος Κυπριώτης σημειώνει πως το γερμανικό κείμενο είναι το επιμελημένο κείμενο της έκδοσης του χειρογράφου του Μπλούμφελντ. Επιπλέον, η εισαγωγή, ιδιαίτερα εμπνευσμένη και κατατοπιστική, εντάσσει το συγκεκριμένο έργο στο γενικότερο πλαίσιο της ζωής του Κάφκα κατά την περίοδο εκείνη και αποτελεί έναν πρότυπο οδηγό πλοήγησης στο καφκικό corpus, εκεί όπου η λογοτεχνία αποτελεί μια κρυψώνα του προσωπικού, συχνά στα βάθη της συνείδησης, καθώς τα ημερολόγια, οι επιστολές και τα βιογραφικά στοιχεία της ζωής του Κάφκα έρχονται να συνεισφέρουν στην πρόσληψη και κατανόηση του συχνά ερμητικού έργου του. Στην κατεύθυνση αυτή κινείται και το επίμετρο με τη μορφή χρονολογίου, στο οποίο ο Κυπριώτης επιχειρεί να δώσει μια συμπυκνωμένα χαρακτηριστική εικόνα του Κάφκα και της εποχής του.

Η παρούσα έκδοση διαθέτει μια λεπτομέρεια, που διόλου λεπτομέρεια δεν είναι. Παρότι η ανάγνωση θεωρείται εμπειρία οπτική, στο βιβλίο περιλαμβάνονται QR κώδικες που οδηγούν στην ακουστική εκδοχή της έκδοσης. Γιατί η πρόσβαση είναι δικαίωμα όλων και συχνά εμείς οι τυχεροί το ξεχνάμε ή, ακόμα χειρότερα, το θεωρούμε ήσσονος σημασίας λεπτομέρεια.

Ο Μπλούμφελντ, ο γηραιός εργένης, που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τη βαλίτσα σε μετάφραση, εισαγωγή και επίμετρο Αλέξανδρου Κυπριώτη, με το τόσο ταιριαστό με το περιεχόμενο σκίτσο της Μελίνας Γαληνού στο εξώφυλλο, είναι μια πλήρης απ' όλες τις απόψεις έκδοση ενός σπαράγματος που ο ήρωάς του, ο γηραιός εργένης Μπλούμφελντ, έχει μια σημαντική διαφορά από τους προηγούμενους απ' αυτόν ήρωες του Κάφκα, τόσο από τον Γκέοργκ Μπέντεμαν της Κρίσης και τον Γκρέγκορ Ζάμζα της Μεταμόρφωσης όσο και από τον Γιόζεφ Κ. της Δίκης, γεγονός που καθιστά το έργο αυτό περαιτέρω σημαντικό στην εργογραφία του Τσεχοεβραίου συγγραφέα.

Μετάφραση Αλέξανδρος Κυπριώτης
Εκδόσεις η βαλίτσα

Δευτέρα 24 Μαΐου 2021

Δοκιμασία - Jenny Erpenbeck

 
Άργησε αλλά κυκλοφόρησε και στα ελληνικά, πάντοτε σε μετάφραση Αλέξανδρου Κυπριώτη, η Δοκιμασία της Τζέννυ Έρπενμπεκ, που εκδόθηκε για πρώτη φορά το 2008 και σήμανε το πέρασμα της συγγραφέως από τη μικρή στη μεγάλη φόρμα. Της Δοκιμασίας είχαν προηγηθεί δύο νουβέλες (Ιστορία του γερασμένου παιδιού, Παιχνίδι με τις λέξεις) και μια συλλογή διηγημάτων (Σκύβαλα), ενώ ακολούθησαν τα δύο πολυβραβευμένα μυθιστορήματά της (Η συντέλεια του κόσμου, Περαστικοί). Πλέον, κυκλοφορεί στα ελληνικά το σύνολο των μυθοπλαστικών έργων της γεννημένης στο Ανατολικό Βερολίνο Έρπενμπεκ, μιας εκ των σημαντικότερων συγγραφέων της εποχής μας.
Το πρώτο τρίτο από το δάσος της Κλάρας ο γερο‒Βούραχ το πουλάει σ' έναν εισαγωγέα καφέ και τσαγιού από την Φρανκφούρτη στον Όντερ, το δεύτερο τρίτο σ' έναν υφαντουργό από το Γκούμπεν, ο οποίος βάζει τον γιο του στο πωλητήριο συμβόλαιο, για να κανονίσει το κληρονομικό μερίδιό του, το τρίτο τρίτο τελικά, σ' εκείνο που είναι η μεγάλη βελανιδιά, το πουλάει ο Βούραχ σ' έναν Βερολινέζο αρχιτέκτονα, ο οποίος ανακάλυψε αυτή τη σκεπασμένη με δέντρα και βάτα πλαγιά σε μια εξόρμηση με ατμόπλοιο και θέλει εκεί να χτίσει για εκείνον και την αρραβωνιαστικιά του μια θερινή κατοικία.
Στο Βρανδεμβούργο, λίγο έξω από το Βερολίνο, βρίσκεται το δάσος της Κλάρας, που πήρε το όνομά του από την τέταρτη και τελευταία κόρη του πρόκριτου της περιοχής, κληρονομιά της οποίας θα 'ταν αν τα πράγματα είχαν εξελιχθεί διαφορετικά· για χρόνια το έλεγαν υλοτόμιο. Βρέχεται από τα νερά της λίμνης Scharmützel, που είναι γνωστή και ως Θάλασσα της Μαρκ. Ένα σπίτι θα χτιστεί στο οικόπεδο του αρχιτέκτονα και της αρραβωνιαστικιάς του. Η αγορά γης θεωρείται μια ασφαλής επένδυση. Η αγορά γης και το χτίσιμο ενός σπιτιού υπόσχονται ρίζες και σταθερότητα. Ο ξεριζωμός, όμως, παραμονεύει. Το σπίτι, κάθε που ο άνεμος της ιστορίας φυσάει διαφορετικά, υποδέχεται νέους ενοίκους, και τον εικοστό αιώνα ο άνεμος άλλαζε διαρκώς κατευθύνσεις. Το σπίτι πρωταγωνιστεί και συνέχει το μυθιστόρημα, για την ακρίβεια, το έδαφος πάνω στο οποίο το σπίτι χτίζεται, το ελάχιστο αυτό κομμάτι γης. Το σπίτι, οι κήποι, τα βοηθητικά κτίσματα και τα γεφύρια, συνοψίζουν τις εφήμερες ανθρώπινες επεμβάσεις, υποταγμένες στη φθορά του χρόνου. 
 
Ο κηπουρός, από πού είχε έρθει κανένας δεν ξέρει στο χωριό. Ίσως να ήταν ανέκαθεν εδώ, αναλαμβάνει εκτός από τον κήπο και την επιστασία του σπιτιού, το συντηρεί και το προετοιμάζει κάθε που είναι να δεχτεί ανθρώπινη παρουσία, υπακούοντας σιωπηλά στις εντολές των εκάστοτε ενοίκων. Η παρουσία του κηπουρού αποτελεί σημείο αναφοράς στο μυθιστόρημα. Η ρουτίνα των εργασιών του λειτουργεί αντιστικτικά σ' ένα περιβάλλον ασταθές. Παρουσία αινιγματική και άχρονη, που ίσως να συμβολίζει εκείνους που για τον έναν ή τον άλλο λόγο, δεν μετακινήθηκαν από τον τόπο τους, παρά έμειναν εκεί, να τον συντηρούν και να τον φροντίζουν, ίσως γιατί δεν είχαν πού αλλού να πάνε. Άνθρωποι, που όπως και ο κηπουρός, στέκουν λιγομίλητοι απέναντι στις αλλαγές, όσο μεγάλες και αν είναι, για να μην τραβήξουν πάνω τους την προσοχή και άρα την πιθανή μήνι εκείνων που κάθε φορά άρχουν και διατάζουν.
 
Γλωσσικά, η συνοχή υλοποιείται με την αρκετά εκτεταμένη και ευφυή χρήση του λάιτ μοτίβ. Η Έρπενμπεκ χωρίς να βιάζει, αφηγείται τις ιστορίες των ενοίκων του σπιτιού, των φιλοξενούμενων και των γειτόνων τους, σ' ένα μυθιστόρημα που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί σπονδυλωτό, αλλά δεν είναι. Η Δοκιμασία είναι το πλέον αντιπροσωπευτικό έργο της Έρπενμπεκ, καθώς αποτυπώνει την προέλευση και προοικονομεί την εξέλιξή της, ένα έργο μεταιχμιακό, καθοριστικό για την κατανόηση και την αναγνωστική πρόσληψη του συνόλου του έργου της. Στις πρότερες αρετές προστίθενται νέες. Η παραλληλία με τη μεγάλη ιστορία, χαρακτηριστικό γνώριμο του μυθοπλαστικού σύμπαντος της συγγραφέως, καθίσταται εδώ πιο αναγνωρίσιμη. Εντούτοις, τα έργα της Έρπενμπεκ πόρρω απέχουν από το να χαρακτηριστούν ιστορικά. Η ιστορία, δεδομένη και γνώριμη στον αναγνώστη, λειτουργεί ως το πλαίσιο εντός του οποίου θα αναδειχτεί η ανθρώπινη τραγικότητα. Ο τρόπος με τον οποίο η Έρπενμπεκ πυκνώνει την αφήγησή της είναι τουλάχιστον εντυπωσιακός. Πετυχαίνει, έτσι, να διατρέξει έναν αιώνα ιστορίας σε λιγότερο από διακόσιες σελίδες. Συνολικά, η Δοκιμασία είναι λιγότερο κρυπτική και συμβολική σε σχέση με τις προηγηθείσες νουβέλες, χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν είναι ένα κείμενο ιδιαιτέρως απαιτητικό, όπως κάθε βιβλίο της άλλωστε.
 
Κάθε μεμονωμένη πρόταση είναι δουλεμένη στο έπακρο. Η Έρπενμπεκ οδηγεί τη γλώσσα στα όρια της, σε μια σκληροτράχηλη ποιητικότητα, την οποία έχει ολοκληρωτικά οικειοποιηθεί. Η εμμονή με τους αριθμούς και τα στοιχεία, η διαβαθμισμένη ειρωνεία, το χιούμορ στο αδιέξοδο των καταστάσεων (όταν παρ' όλ' αυτά γελάς), η στράτευση στη λογοτεχνία της μη λήθης, η αναζήτηση των χτεσινών κακών στο σήμερα, η απόσταση από τους χαρακτήρες, που επιτρέπει την καθαρή ματιά στην πολυσυλλεκτική ανθρώπινη φύση, η απέχθεια απέναντι στην απόλυτη διάκριση ανάμεσα στο καλό και στο κακό, η αδιαφορία της να αποπλανήσει τον αναγνώστη, η καταφυγή στην ελάχιστη λεπτομέρεια, η οικονομία στον λόγο, η συναισθηματική εγκεφαλικότητα, η μοναδική χρήση της τεχνικής γλώσσας, ο απόλυτος έλεγχος του υλικού, η συντεταγμένη και ακριβής πορεία από την έμπνευση στην υλοποίηση, και τέλος, η διάχυτη αίσθηση πως διαβάζεις κάτι κιόλας κλασικό, κάτι που ανήκει στην υψηλή λογοτεχνία· όλα αυτά είναι παρόντα (και) στην Δοκιμασία.
 
Ο πρωτότυπος τίτλος του μυθιστορήματος είναι Heimsuchung. Η Έρπενμπεκ παίζει πολύ με το Heim, που στα γερμανικά είναι το σπίτι. Σε μια διαφωτιστική υποσημείωση, ο Κυπριώτης εξηγεί το σκεπτικό πίσω από την επιλογή της λέξης Δοκιμασία ως τίτλου στην ελληνική μετάφραση, επιλογή που ίσως αρχικά ξενίσει αλλά εντέλει δικαιώνει τον μεταφραστή, αφού ο ορισμός της λέξης Heimsuchung είναι: χτύπημα της μοίρας, το οποίο γίνεται αισθητό ως δοκιμασία ή τιμωρία από τον θεό. Άλλωστε και το Visitation, τίτλος του μυθιστορήματος στα αγγλικά, διαθέτει και αυτή τη σημασία. Το σπίτι, εκτός από πρωταγωνιστής, αποτελεί και το ζητούμενο, το καταφύγιο που δίνει ασφάλεια και επιτρέπει την ενατένιση και τον σχεδιασμό του μέλλοντος. Η απώλεια της εστίας είναι, μετά τον θάνατο ενός οικείου προσώπου, η πλέον απαιτητική δοκιμασία, όταν πρέπει, από τη μια στιγμή στην άλλη, να αφήσει κανείς πίσω του κάθε βεβαιότητα και να βαδίσει σε αναζήτηση ενός νέου τόπου, όταν το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί, όπως το θέτει η Έρπενμπεκ στους Περαστικούς της, είναι: πού πάει ένας άνθρωπος όταν δεν έχει πού να πάει; 
 
Κλείνοντας το κείμενο αυτό, τολμώ να πω πως η Δοκιμασία είναι πλέον το αγαπημένο μου βιβλίο ανάμεσα στα βιβλία της Έρπενμπεκ. Ίσως γιατί συνδυάζει τις αρετές που επέδειξε στις πιο ερμητικές και συμβολικές νουβέλες της με τον πιο εμφανή ρεαλισμό των δύο τελευταίων μυθιστορημάτων της. Ίσως γιατί ποτέ δεν περίμενα πως ένα αυστηρά τεχνικό απόσπασμα θα με συγκινούσε τόσο πολύ, σ' ένα από τα καλύτερα κλεισίματα βιβλίου που μπορώ να ανακαλέσω. Ίσως για την αφηγηματική πύκνωση, που σε κάθε ανάγνωση προσφέρει φρέσκους χυμούς. Ίσως για τη γλώσσα. Ίσως για τη μοίρα των ηρώων. Ίσως για όλα αυτά ή ίσως για κάτι (ακόμα) άγνωστο.

Η Δοκιμασία είναι ένα βιβλίο που απαιτεί αρκετά από τον αναγνώστη, όμως εν τέλει τον αποζημιώνει πλήρως. Μην αρκεστείτε σε μία ανάγνωση.

υγ. Όλα ξεκίνησαν με την Ιστορία του γερασμένου παιδιού (περισσότερα εδώ), για να ακολουθήσουν τα Σκύβαλα (εδώ), το Παιχνίδι με τις λέξεις (εδώ), Η συντέλεια του κόσμου (εδώ) και οι Περαστικοί (εδώ).
 
Μετάφραση Αλέξανδρος Κυπριώτης
Εκδόσεις Καστανιώτη

Πέμπτη 28 Ιανουαρίου 2021

Η μέρα χωρίς όνομα - Friedrich Ani

Στην περίπτωση της Έστερ Βίντερ -που δεν ήταν καν υπόθεση, όπως ήξερε καλά ο Φρανκ, αλλά η σχεδόν απεγνωσμένη προσπάθεια δύο αντρών να καταπραΰνουν τις συνειδήσεις τους- δεν θα μπορούσαν να σταθούν νέες κατηγορίες, από νομική άποψη τουλάχιστον. Ο Φρανκ ένιωσε την παλιά γνώριμη ανησυχία στις φλέβες του, όταν άρχισε να χτυπάει ξανά ο σφυγμός του αστυνομικού.

Ο Γιάκομπ Φρανκ, πριν βγει στη σύνταξη, υπήρξε για χρόνια αστυνομικός επιθεωρητής, έλαβε μέρος σε δεκάδες έρευνες, ενώ -κανείς δεν θυμάται πια πώς- ήταν εκείνος που πάντοτε αναλάμβανε τον άχαρο ρόλο του αγγελιοφόρου που κομίζει τα άσχημα μαντάτα στους οικείους των θυμάτων. Έτσι έγινε και εκείνο το βράδυ. Χτύπησε το κουδούνι της οικείας Βίντερ, η μητέρα τον κοίταξε παραξενεμένη ακούγοντάς τον να λέει πως είναι αστυνομικός, γρήγορα όμως κατάλαβε πως τίποτα καλό δεν μπορεί να σημαίνει η επίσκεψη ενός αστυνομικού τέτοια ώρα μες τη νύχτα, τον άφησε να περάσει, το σπίτι μύριζε φρεσκοψημένη μηλόπιτα. Στο άκουσμα της είδησης τον πήρε αγκαλιά, τον έσφιξε πάνω της και δεν τον άφησε παρά επτά ώρες αργότερα, όταν κόντευε πια να ξημερώσει, σαν μόλις να συνειδητοποίησε πως δεν του είχε προσφέρει κάτι να πιει, και του ζήτησε να κάτσει στο τραπέζι της κουζίνας ενώ εκείνη έφτιαχνε καφέ και έκοβε ένα κομμάτι μηλόπιτα. Ο άντρας της έλειπε σε ένα ακόμα επαγγελματικό ταξίδι. Η Έστερ Βίντερ, η δεκαεπτάχρονη κόρη τους είχε βρεθεί, λίγο νωρίτερα, κρεμασμένη στο γειτονικό πάρκο.

Ο Γιάκομπ Φρανκ ζει πια μόνος του. Θα αναγνωρίσει αμέσως τη διστακτική φωνή στην άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραμμής, είναι ο πατέρας εκείνου του κοριτσιού. Ο πρώην επιθεωρητής θυμάται τα πάντα σχετικά με την υπόθεση εκείνη με κάθε λεπτομέρεια, παρά το διάστημα που έχει μεσολαβήσει, η γερή του μνήμη είναι κάτι για το οποίο ανέκαθεν διακρινόταν. Η κλήση της γυναίκας που αντίκρισε το αιωρούμενο εφηβικό κορμί, η έρευνα που ακολούθησε, η απόρριψη μιας ενδεχόμενης εγκληματικής ενέργειας, το κλείσιμο της υπόθεσης με το χαρακτηρισμό αυτοκτονία, η κηδεία, η αυτοκτονία της μητέρας μετά από έναν χρόνο. Περισσότερο απ' όλα θυμάται εκείνο το βράδυ, που χτύπησε το κουδούνι των Βίντερ, το γεμάτο από έκπληξη βλέμμα τής γυναίκας πίσω από την πόρτα, τη διάχυτη μυρωδιά μηλόπιτας στο σπίτι, την πολύωρη αγκαλιά, τη γεύση του καφέ το επόμενο πρωί. Ο πατέρας ζητά την αναψηλάφηση της υπόθεσης, ο χρόνος γυρίζει πίσω, ο Γιάκομπ Φρανκ ανοίγει τον φάκελο ξανά, εξετάζει από την αρχή τα στοιχεία, γυρεύει τυχόν λάθη και παραλείψεις, επιδιώκει να συναντηθεί με ανθρώπους από το περιβάλλον του κοριτσιού.

Η αναψηλάφηση μιας υπόθεσης αποτελεί συχνό εύρημα στην αστυνομική λογοτεχνία. Ένα νέο στοιχείο, ένα αρχικά άσχετο με την υπόθεση εκείνη συμβάν ή μια καινούργια μαρτυρία είναι ικανά να οδηγήσουν στο άνοιγμα ενός φακέλου από χρόνια κλειστού. Εδώ είναι το τηλέφωνο του πατέρα της νεκρής εκείνο που κινητοποιεί τον συνταξιούχο επιθεωρητή να ξεσκονίσει το αρχείο του, η έρευνά του δεν διαθέτει επίσημο χαρακτήρα, παρότι θα ζητήσει τη βοήθεια ενός παλιού συναδέλφου που υπηρετεί ακόμα στο σώμα. Η έρευνα δεν υποκινείται από κάποιο επαγγελματικό ή χρηματικό κίνητρο, αφήνοντας να διαφανεί κάποια άλλου είδους εμπλοκή του Γιάκομπ Φρανκ με την υπόθεση αυτή, εμπλοκή που φανερώνει -μέσα και από την εξέλιξη της πλοκής- στοιχεία του χαρακτήρα και της ψυχοσύνθεσης του κεντρικού ήρωα. Ούτε αυτό όμως είναι πρωτότυπο ως στοιχείο πλοκής. Ο Φρίντριχ Άνι χρησιμοποιεί ένα γνώριμο σχήμα για να αφηγηθεί την ιστορία του. Δεν ποντάρει στην πρωτοτυπία για να κερδίσει τον αναγνώστη. Και αυτό αποτελεί μια πρωτοτυπία.

Σημασία εδώ έχει η ανάδειξη του χρόνου, που μεσολάβησε ανάμεσα στο κλείσιμο και το εκ νέου άνοιγμα της υπόθεσης, ως άξονα περιστροφής της ιστορίας αυτής. Ο Άνι εδώ τα καταφέρνει περίφημα. Δεν είναι μόνο ο τρόπος με τον οποίο ενσωματώνει το τότε στο τώρα με τη χρήση των αναμενόμενων αναλήψεων, αλλά ο τρόπος με τον οποίο αποτυπώνει την πατίνα του χρόνου στους χαρακτήρες, κυρίως στον Γιάκομπ Φρανκ και τον πατέρα, οι ενοχές και η αναψηλάφηση του δικού τους παρελθόντος, των αποφάσεων που πήραν και της στάσης που κράτησαν απέναντι στα πράγματα, όλα εκείνα για τα οποία μετάνιωσαν και πλέον είναι αργά, πολύ αργά, για να τα αλλάξουν. Ο πατέρας της Έστερ που οι δύο αυτοκτονίες τον βαραίνουν, και η μετατροπή της αυτοκτονίας σε έγκλημα θα τον απαλλάξει από ένα σημαντικό μέρος του βάρους αυτού, παρότι κάτι τέτοιο δεν θα φέρει πίσω τίποτα, και ο πρώην επιθεωρητής, που η υπόθεση αυτή αντανακλά εκείνα τα χρόνια, όλες εκείνες τις υποθέσεις που διερεύνησε, όλα εκείνα τα αναγγελτήρια θανάτου που παρέδωσε, εκείνον που κάποτε ήταν. Στους δυο τους επικεντρώνεται ο Άνι, κυρίως σε αυτούς τους δύο αλλά και σε διάφορα ακόμα δευτερεύοντα πρόσωπα της πλοκής, χωρίς να παραμελεί όμως τις συμβάσεις του είδους εντός του οποίου αφηγείται την ιστορία του.

Η μέρα χωρίς όνομα είναι ένα αστυνομικό μυθιστόρημα παλαιάς κοπής και χαμηλού προφίλ, βραδυφλεγές και χωρίς εξάρσεις πρόσκαιρου εντυπωσιασμού, που επικεντρώνεται στους χαρακτήρες και αποπνέει μια βαθιά ανθρώπινη μελαγχολία, χωρίς να εκβιάζει συναισθηματικά τον αναγνώστη. Ένα καλό μυθιστόρημα.

Μετάφραση Μαρία Αγγελίδου
Εκδόσεις Gutenberg         

Πέμπτη 10 Δεκεμβρίου 2020

Η καταστροφή - Hans Erich Nossack


Έζησα την καταστροφή του Αμβούργου ως θεατής. Η μοίρα με προφύλαξε από το να παίξω κάποιον προσωπικό ρόλο τότε. Δεν ξέρω γιατί, δεν έχω καν καταλήξει ακόμη αν πρέπει να το πάρω ως εύνοια αυτό. Μίλησα σε πολλές εκατοντάδες από εκείνους που ήσαν εκεί, γυναίκες και άνδρες, αυτά που διηγούνται, όταν μιλούν τουλάχιστον γι' αυτήν, είναι τόσο αδιανόητα φρικτά, που είναι ασύλληπτο πώς μπόρεσαν να τα περάσουν. Αλλά εκείνοι είχαν τον ρόλο τους και τις ατάκες τους και ήσαν αναγκασμένοι να δράσουν αναλόγως· και ό,τι θυμούνται και αναφέρουν, ακόμη κι αν ως κάτι προσωπικό είναι τόσο συγκλονιστικό, είναι πάντα το κομμάτι που συνδέεται με τον δικό τους ρόλο. Οι περισσότεροι, σαν έτρεχαν να βγουν στο ύπαιθρο από τα σπίτια τους που καίγονταν, δεν ήξεραν καν ότι καιγόταν ολόκληρη η πόλη. Πίστευαν ότι ήταν μόνο ο δρόμος τους ή το πολύ η συνοικία τους, και αυτό ίσως ήταν η σωτηρία τους.

Το καλοκαίρι του '43 οι συμμαχικές δυνάμεις θα βομβαρδίσουν το Αμβούργο στο πλαίσιο της Επιχείρησης Γόμορρα. Ο Νόσσακ, λίγες μέρες πριν, θα βρεθεί σε ένα χωριό δεκαπέντε χιλιόμετρα από την πόλη του Αμβούργου, όπου η Μίζι είχε καταφέρει, μετά από επίμονες προσπάθειες, να νοικιάσει μια καλύβα, ώστε να περάσουν εκεί λίγες μέρες διακοπών. Λίγο πριν τον πρώτο βομβαρδισμό μια σειρήνα ήχησε. Δεν ήταν η πρώτη φορά που συνέβαινε κάτι τέτοιο. Αρκετοί πια δεν έδιναν σημασία στο κάλεσμα για τα καταφύγια, γυρνούσαν πλευρό και συνέχιζαν να κοιμούνται. Ο ήχος των αεροπλάνων δεν άφησε αμφιβολία περί της σοβαρότητας της κατάστασης. Η Μίζι κρύφτηκε στο εν είδει καταφυγίου διαμορφωμένο υπόγειο, ενώ ο Νόσσακ βγήκε στον κήπο και έγινε εξ αποστάσεως μάρτυρας του σφοδρού αυτού βομβαρδισμού.

Ο Νόσσακ γράφει την Καταστροφή τον Νοέμβριο της ίδιας χρονιάς. Ακόμα δεν ξέρει αν πρέπει να θεωρήσει ως εύνοια της μοίρας το γεγονός πως δεν ήταν στο Αμβούργο εκείνη τη βραδιά, παρότι επιστρέφοντας, λίγες μέρες αργότερα, είδε το σπίτι τους κατεστραμμένο ολοκληρωτικά, ανάμεσα σε τόσα συντρίμμια. Αξίζει να σταθεί κανείς σε αυτή την αποστροφή του λόγου και να εξετάσει την ψυχολογία του απόντα, τη δύναμη που αντλεί από αυτό το "θα 'χα" που επιστρέφει διαρκώς στο κείμενο αυτό ως λάιτ μοτίβ, που εκφράζει το σύνολο του πληθυσμού. "Θα 'χα" κάνει αυτό ή το άλλο την ώρα εκείνη, "θα 'χα" σώσει αυτό ή το άλλο. Αλλά και την επόμενη μέρα, με τη συνειδητοποίηση του τετελεσμένου χαρακτήρα της καταστροφής, το "θα 'χα" γίνεται ένα όχημα διάβασης μιας υποθετικής εναλλακτικής εξέλιξης των πραγμάτων, αν δεν είχε γίνει ο βομβαρδισμός "θα 'χα" εκείνο ή το άλλο, τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά. Στο δεύτερο σημείο που αξίζει να σταθεί κανείς σε αυτή την εναρκτήρια παράγραφο είναι η διαιρεμένη σε μονάδες γενική αίσθηση του πληθυσμού πως το κακό έπληξε μόνο το προσβάσιμο μέσω των πέντε αισθήσεων κομμάτι της πόλης. Ο Νόσσακ οξυδερκώς -και σίγουρα μέσω του βιώματος- επισημαίνει πως αυτό το συναίσθημα, πως μόνο το συγκεκριμένο σπίτι ή ο δρόμος επλήγη, πως η πόλη λίγο πιο πέρα στέκει όρθια και γνώριμη, υπήρξε σωτήριο εκείνη τη στιγμή, καθώς ένα πανοπτικό της καταστροφής θα ήταν δυσβάσταχτο. Είναι η στιγμή εκείνη που το συλλογικό υπερβαίνει το ατομικό, που το ατομικό αναζητά καταφύγιο στο συλλογικό, στην κοινότητα, στην οποία περισσότερο από ποτέ έχει την ανάγκη να νιώσει πως ανήκει.

Παράλληλα με την καταγραφή της μαρτυρίας Η καταστροφή διερευνά την αναγκαιότητα της καταγραφής της:        

Λίγο μετά το Βίλχελμσμπουργκ άρχισαν οι καταστροφές, στο Φέντελ είχες ήδη μπροστά σου την εικόνα της ολοκληρωτικής ισοπέδωσης. Αχ, ενώ θυμάμαι να πηγαίνω πάλι εκείνον τον δρόμο για το Αμβούργο, κάτι με ωθεί να σταματήσω και να δώσω ένα τέλος. Προς τι; Εννοώ: Προς τι να τα καταγράψω όλα αυτά; Δεν θα ήταν καλύτερο να τα αφήσω να περάσουν στη λήθη για πάντα; Διότι εκείνοι που ήσαν εκεί δεν χρειάζεται να τα διαβάσουν. Και οι άλλοι και οι μετέπειτα; Λες και, αν τα διάβαζαν τώρα, θα ψυχαγωγούνταν με τα τρομερά και θα εξύψωναν μ' αυτά το αίσθημα της ζωής τους; Είναι απαραίτητος γι' αυτό ένας κατακλυσμός; Ή μια κάθοδος στον κάτω κόσμο; Κι εμείς, που ήμαστε εκεί, δεν τολμούμε καν να ξεστομίσουμε μια προειδοποιητική προφητεία. Όχι ακόμη!

Και αυτή η διερεύνηση, που μένει -και πώς αλλιώς- αναπάντητη, μετατίθεται ακόλουθα και στον αναγνώστη. Προς τι; Εννοώ: Προς τι να τα διαβάζω όλα αυτά; Δεν θα ήταν καλύτερο να περάσουν στη λήθη για πάντα; Η μαρτυρία του Νόσσακ σχετικά με τον βομβαρδισμό του Αμβούργου από τις συμμαχικές δυνάμεις φέρει μία -τουλάχιστον- επιπλέον ιδιαιτερότητα καθώς αποτελεί την πρώτη, και για χρόνια μοναδική, μαρτυρία μιας πλευράς του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου που για καιρό, αλλά ας μη γελιόμαστε, ακόμα και σήμερα, παραμένει σχεδόν άγνωστη, παραπεταμένη στην άκρη των σελίδων της ιστορίας, ως ένα αναγκαίο κακό για την ήττα του χιτλερικού καθεστώτος, ως μια παράπλευρη απώλεια. Οι βομβαρδισμοί αυτοί (το Αμβούργο ήταν η αρχή μιας σειράς πόλεων που ακολούθησαν) παραμένουν ένα θέμα ταμπού, καθώς ακόμα και η ελάχιστη αναφορά σε αυτούς προσδίδει ένα δύσκολο στη διαχείριση "ναι μεν αλλά" στον καθαγιασμένο και εξιδανικευμένο αγώνα του απόλυτα καλού  εναντίον του απόλυτα κακού. Το 1997, ο σπουδαίος Ζέμπαλντ θα δώσει μια σειρά διαλέξεων στη Ζυρίχη σχετικά με αυτή την αποσιώπηση. Σε μία από αυτές θα σταθεί στον Νόσσακ επισημαίνοντας που υπήρξε ο μοναδικός Γερμανός συγγραφέας της εποχής που, επιδεικνύοντας βούληση και ψυχικό σθένος, κατέγραψε τις επιπτώσεις εκείνης της καταστροφικής εκστρατείας. 

Ο Νόσσακ καταγράφει τον βομβαρδισμό του Αμβούργου προτάσσοντας τον άνθρωπο και αφήνοντας τελείως εκτός ακόμα και την ελάχιστη διαπραγμάτευση σχετικά με την αναγκαιότητά του ή μη στο πλαίσιο ενός πολέμου, ακόμα και με ένα τέτοιο διακύβευμα, χωρίς αυτό να σημαίνει πως έστω και κατ' ελάχιστο συντάσσεται με το χιτλερικό καθεστώς. Δεν εμπλέκεται σε ψευδή διλήμματα, δεν καταφεύγει στη μεμψιμοιρία, δεν διερευνά καν τις προθέσεις των Συμμάχων. Τίποτα από αυτά δεν τον ενδιαφέρει περπατώντας μέσα στα ερείπια αυτού που κάποτε ήταν το Αμβούργο. Η καταστροφή δεν περιορίζεται στην ιστορική της αξία ως η πρώτη καταγραφή των συμμαχικών βομβαρδισμών. Μαρτυρώντας τον βομβαρδισμό του Αμβούργου, ο Νόσσακ πετυχαίνει να εγκολπώσει το ανθρώπινο συναίσθημα απέναντι στην καταστροφή, η μαρτυρία του υπερβαίνει τον τόπο και τον χρόνο, καθίσταται διαχρονική και οικουμενική, και εξ αυτών λογοτεχνία, και μάλιστα υψηλής στάθμης.

Επιστρέφοντας στη διερώτηση του ίδιου του Νόσσακ σχετικά με την αναγκαιότητα της καταγραφής αυτής, ο αναγνώστης διακρίνει τον μονόδρομο που αποτελεί για τον συγγραφέα. Είναι ο τρόπος του να βάλει σε μια σειρά τις σκέψεις και τα συναισθήματά του, να διαχειριστεί το τραύμα. Εν συνεχεία μόνο αυτή η καταγραφή μετατρέπεται σε μαρτυρία. Στον βομβαρδισμό θα χαθούν τα ημερολόγια που κρατούσε ο Νόσσακ επί είκοσι πέντε χρόνια. Γράφοντας όμως αυτό το κείμενο δεν νιώθει πως αποτελεί μια ακόμα ημερολογιακή καταγραφή για προσωπική χρήση στη ματαιότητα της οποίας ήταν συνηθισμένος, εκεί που το εγώ κυριαρχεί ολοκληρωτικά. Αυτό είναι που προκαλεί τη διερώτηση για την αναγκαιότητα αλλά και τη χρησιμότητα της καταγραφής αυτής, και είναι κάτι το αναμενόμενο τη στιγμή εκείνη, με το τραύμα ακόμα ανοιχτό, να μη μπορεί να απαντήσει σε αυτό το ερώτημα και απλώς να συνεχίσει. Δεν μπορεί να κάνει αλλιώς. 

Είναι η πρώτη φορά, καθ' όσων γνωρίζω, που μεταφράζεται στα ελληνικά κάποιο βιβλίο του Νόσσακ. Ελπίζω οι εκδόσεις Σκαρίφημα σε συνεργασία με τον μεταφραστή Αλέξανδρο Κυπριώτη να συνεχίσουν και με τα υπόλοιπα έργα του.

Μετάφραση Αλέξανδρος Κυπριώτης 
Εκδόσεις Σκαρίφημα

               

Δευτέρα 27 Απριλίου 2020

Η βαρύτητα των σχέσεων - Marianne Fritz


 
Η Βιλελμίνε θυμόταν με ακρίβεια τα γεγονότα του έτους 1945. Την αλυσίδα με τη μικρή Μαντόνα δεν την είχε περάσει στον δικό της λαιμό ο Βίλελμ, αλλά στον λαιμό της Μπέρτας. Και αυτό παρ' όλο που η Μπέρτα, και όχι αυτή, η Βιλελμίνε, δεν ήταν πια παρθένα, πράγμα για το οποίο η κοιλιά της Μπέρτας αποτελούσε μια ασφαλή ένδειξη. Στο όνομα όλων των δεσμών φιλίας που τη συνέδεαν με την Μπέρτα, η Βιλελμίνε όφειλε να παραδεχτεί ότι η Μπέρτα ταίριαζε περισσότερο ίσως με τον Ρούντολφ, σίγουρα σε καμιά περίπτωση με τον Βίλελμ.
Η ιστορία που επιλέγει να διηγηθεί η Μαριάννε Φριτς είναι αρκετά γνωστή, επαναλαμβανόμενη στην ανθρώπινη ιστορία, ειδικά στο τέλος των πολέμων. Ο Βίλελμ θα εκπληρώσει την υπόσχεση που έδωσε στον Ρούντολφ στο μέτωπο και θα ταξιδέψει μέχρι το χωριό του μεταφέροντας τα κακά μαντάτα στην Μπέρτα. Η Βιλελμίνε τα θυμόταν όλα αυτά με ακρίβεια, ύστερα από πολλά χρόνια: την άφιξη του Βίλελμ, τον γάμο με την κιόλας έγκυο Μπέρτα, όλα όσα ακολούθησαν.

Δικαιολογημένα θα αναρωτηθεί κανείς γιατί μπορεί να μας ενδιαφέρει μια ιστορία τόσο κοινή, τόσο απλή, μια ιστορία που, με τη μια ή την άλλη διαφορά -μικρή σημασία έχει αυτό- έχει πολλάκις ειπωθεί, όχι μόνο στη λογοτεχνία, αλλά και στον κινηματογράφο και την τηλεόραση, ιστορία που με μια πρώτη ματιά δεν διαθέτει την απαραίτητη μαγιά από την οποία είναι φτιαγμένη η μεγάλη λογοτεχνία. Αξίζει εδώ κανείς να αναρωτηθεί αν είναι η ιστορία ή η αφήγηση που σημαίνει τη μεγάλη λογοτεχνία. Αν δεν βιαστεί, και αφού πρώτα φέρει στον νου του τις ιστορίες εκείνες που τον μάγεψαν, πιθανολογώ πως θα απαντήσει πως είναι ο τρόπος εκείνο που μετράει. Θα μπορούσε να φτάσει κανείς στο συμπέρασμα αυτό και από άλλον δρόμο, αναλογιζόμενος πρώτα αν είναι δυνατό ένας κακός γραφιάς να αξιοποιήσει μια δυνατή ιστορία, και ακολούθως αν ένας ικανός γραφιάς μπορεί να παράγει λογοτεχνία με τα πιο απλά συστατικά. Δεν αντιλέγω, υπάρχει και η ευτυχής συγκυρία που ένας ικανός συγγραφέας αφηγείται μια σπουδαία ιστορία, σύμφωνοι, δεν συμβαίνει όμως και τόσο συχνά αυτό.

Ταυτόχρονα ίσως αναρωτηθεί ο αναγνώστης τι ήταν εκείνο που κίνησε το ενδιαφέρον και γέννησε την ανάγκη μιας συγγραφέως ικανής, όπως η Φριτς, να αφηγηθεί μια ιστορία όπως αυτή. Πριν από περίπου έναν χρόνο, διαβάζοντας το Ένας έρωτας του σπουδαίου Ντίνο Μπουτζάτι, αναρωτήθηκα ξανά κάτι αντίστοιχο. Επιχειρώντας να διακρίνω τα συγγραφικά κίνητρα πίσω από μια τέτοια επιλογή, φλέρταρα με την ιδέα μιας κρυφής σατιρικής διάθεσης, καταλήγοντας -εν πολλοίς αυθαίρετα- πως, ακόμα και αν η σάτιρα αποτέλεσε το αρχικό σημείο εκκίνησης, τελικά ο συγγραφέας αγάπησε τον ήρωά του και επιχείρησε να τον καταλάβει. Κάτι αντίστοιχο σκέφτομαι και για την περίπτωση της νουβέλας αυτής. Το ύφος της αφήγησης έχει μια υπόνοια ειρωνείας, δημιουργεί την αίσθηση μιας απόστασης ανάμεσα στη συγγραφέα και τον κόσμο γύρω της, κόσμο που μοιάζει να της προκαλεί ασφυξία και αποστροφή. Ίσως ύπουλα, λοιπόν, να επιλέγει ένα πρόσωπο όπως αυτό της Μπέρτας για να λειτουργήσει ως ένα -κατ' αναλογία πάντα- άλτερ έγκο, στο οποίο στρέφει την ειρωνεία της, για να υποσκάψει εκ των έσω όσα δεν αντέχει η ίδια στις κοινωνικές συμβάσεις ή ακόμα και στην ίδια τη λογοτεχνία.

Την Μπέρτα την τοποθετεί εξ αρχής στο στόχαστρο της Βιλελμίνε, η οποία ξέρει καλά με ποιον θα ταίριαζε καλύτερα εκείνη, και μάλλον ξέρει γενικότερα τι θα ήταν καλύτερο για τη Μπέρτα, πώς θα ήταν προτιμότερο να ζήσει τη ζωή της, και αν τη ρωτούσε κανείς δεν θα έχανε την ευκαιρία να το πει, συμπληρώνοντας αναπόφευκτα πως αν την είχε ακούσει τότε τα πράγματα δεν θα είχαν εξελιχθεί κατά αυτόν τον τρόπο. Και είναι χαρακτηριστικό αυτό της κάθε κοινωνίας, η διάθεση για υπόδειξη της μανιέρας για να ζει ο άλλος, η τάση για τεντωμένο δάκτυλο, αυτό που δημιουργεί ασφυξία σε όποιον νιώθει -και είναι- διαφορετικός, αρνούμενος να δεχτεί την ύπαρξη ενός και μόνου σχεδίου πλοήγησης. Και αν υποθέσει κανείς πως αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η Φριτς θέλησε να αφηγηθεί την ιστορία αυτή, τότε, κάτι αντίστοιχο ίσως να εξηγεί και τον αντισυμβατικό τρόπο με τον οποίο επιλέγει να την αφηγηθεί. Για μια ιστορία όπως αυτή, μιας φτωχής εγκύου που χάνει τον άντρα της στον πόλεμο και παντρεύεται τον σύντροφό του από το πεδίο της μάχης και όλα όσα φέρνει στην συνέχεια η ζωή, θα περίμενε κανείς την επιλογή μιας γραμμικής αφήγησης, με λιτά εκφραστικά μέσα, έτσι ώστε να τονιστεί η τραγικότητα της μοίρας των ηρώων και να γίνει πιο άμεση η επίκληση στο συναίσθημα. Όμως η Φριτς διαλέγει άλλον δρόμο, πιο περίπλοκο, πιο προσωπικό, πιο αποσπασματικό. Χωρίζει την αφήγηση της σε μικρά κεφάλαια, των οποίων οι τίτλοι θυμίζουν κάτι από βινιέτες του βωβού σινεμά. Ο πρώτος πρώτος τίτλος μοιάζει να περιγράφει τα παραπάνω με ακρίβεια: Η Βιλελμίνε δεν είναι Μπέρτα. Η Φριτς δεν αφηγείται γραμμικά, κάτι το οποίο, εκτός των άλλων, προσδίδει ένα σασπένς ως προς το τι ακριβώς συνέβη, κάτι που όμως έχει ως τίμημα ένα πιο κακοτράχαλο -πλην όμως απολαυστικότατο- αναγνωστικό μονοπάτι.

Η βαρύτητα των σχέσεων μου άρεσε με τον τρόπο που μου άρεσε και Η ώρα του αστεριού της υπέροχης Κλαρίσε Λισπέκτορ, για τον απολαυστικά υπονομευτικό του χαρακτήρα, για την προβοκατόρικη διάθεσή της συγγραφέως να ασχοληθεί με την πρώτη ύλη της συναισθηματικής -κατά πολλούς γυναικείας- λογοτεχνίας με τους δικούς της όμως όρους, χωρίς να κάνει εκπτώσεις και οπισθοχωρήσεις. Απόλαυσα τον υπνωτιστικό τρόπο με τον οποίο η Φριτς με παρέσυρε στο οχυρό της, τον τρόπο με τον οποίο τελικά με ενέπλεξε στην ιστορία της Μπέρτας. Νουβέλα βαθιά ανθρώπινη, παρά τον εγκεφαλικό χαρακτήρα της κατασκευής της, παρά τη λεπτή κρούστα μισανθρωπισμού που την καλύπτει, ανθρώπινη όπως και η λογοτεχνία του Μπέρνχαρντ άλλωστε.  

υγ. Για το μυθιστόρημα του Μπουτζάτι Ένας έρωτας μπορείτε να διαβάσετε περισσότερα εδώ, ενώ για το Η ώρα του αστεριού της Λισπέκτορ εδώ.
  
Μετάφραση Βασίλης Τσαλής
Εκδόσεις Γαβριηλίδης  

Δευτέρα 16 Δεκεμβρίου 2019

Το τρίτο βιβλίο για τον Άχιμ - Uwe Johnson




Αυτό δεν θα ήταν το πρώτο βιβλίο που θα γραφόταν για τον Άχιμ, τον ποδηλάτη σύμβολο της χώρας, άλλα δύο είχαν κιόλας γραφτεί, ενώ πιθανότατα και άλλα θα ακολουθούσαν. Ο Καρς, βέβαια, ούτε που θα μπορούσε να φανταστεί πως θα ενδιαφερόταν να γράψει μια βιογραφία για τον Άχιμ, πόσο μάλλον πως θα έπαιρνε άδεια και από το κράτος στην απέναντι πλευρά της πόλης για κάτι τέτοιο. Εκείνος απλά δέχτηκε την πρόσκληση της Κάριν, της παλιάς του ερωμένης, να την επισκεφτεί. Είχαν διατηρήσει πολύ καλές σχέσεις οι δυο τους, συχνά μιλούσαν και στο τηλέφωνο, τώρα εκείνη είχε σχέση με τον Άχιμ, όλοι το ήξεραν αυτό, ήταν ένα από τα πλέον λαμπερά ζευγάρια της δημόσιας ζωής, με το οποίο ασχολούνταν οι κοσμικές στήλες επισταμένα.

Ο Καρς δεν είχε κάτι συγκεκριμένο στο μυαλό του διασχίζοντας τα σύνορα, ήθελε να συναντήσει ξανά την παλιά του αγαπημένη, να περάσει κάποιον καιρό στην από κει πλευρά της πατρίδας του και να γυρίσει πίσω στο διαμέρισμά του, εκεί που φρόντιζε όλα να 'ναι έτοιμα να τον υποδεχτούν ξανά. Τον Άχιμ τον γνώρισε μέσω της Κάριν, σιγά σιγά άρχισε να ενδιαφέρεται για εκείνον, σκέφτηκε πως θα ήθελε να γράψει το τρίτο βιβλίο για εκείνον. Για να γραφτεί όμως μια βιογραφία πρέπει να προηγηθούν ερωτήσεις και έρευνα, έτσι και ο Καρς γυρεύει να μάθει διάφορα πράγματα για τον Άχιμ, για την παιδική του ηλικία, για το πρώτο του ποδήλατο, τους αγώνες, για την εποχή του ναζισμού, για τον πόλεμο, για τα χρόνια του σοσιαλισμού, για την επανάσταση. Μια από τις αρετές ενός εθνικού ήρωα είναι η άσπιλη φήμη του, η απουσία της οποιασδήποτε μελανής κηλίδας επ' αυτής. Όσο ανασκαλεύει κανείς στο παρελθόν εμφανίζονται κενά και σκοτεινές γωνιές, μένουν αναπάντητα ερωτήματα. 
σκέφτηκα λοιπόν ν' αρχίσω λιτά και αυστηρά ως εξής: του τηλεφώνησε, να παρεμβάλω ένα σημείο στίξης και έπειτα να συνεχίσω σαν να ήταν αυτονόητο: απ' την απέναντι μεριά των συνόρων, για να αιφνιδιαστείς και να νομίσεις ότι καταλαβαίνεις. Κι ύστερα δειλά (δεν μου αρέσει να δείχνω αβεβαιότητα από την αρχή κιόλας) να προσθέσω ότι μέσα στη Γερμανία της δεκαετίας του πενήντα υπήρχαν κρατικά σύνορα· βλέπεις πόσο άβολη είναι η θέση αυτής της δεύτερης πρότασης δίπλα στην πρώτη.   
Είναι ο χρόνος που πια βαραίνει την επιλογή των Boehlich και Enzensberger να αλλάξουν τον τίτλο που αρχικά ο Johnson είχε επιλέξει για το μυθιστόρημα αυτό, και δεν μας αφήνει ανεπηρέαστους να επιλέξουμε ανάμεσα στους δύο, αλλά καλό θα ήταν να αναφερθεί και ο τίτλος που ο συγγραφέας οραματίστηκε, Περιγραφή μιας περιγραφής, γιατί δείχνει τον τρόπο με τον οποίο δούλεψε ο συγγραφέας αυτό το βιβλίο. Γιατί η βιογραφία κάποιου τι άλλο από μια περιγραφή του είναι άραγε; Και εδώ έχουμε την περιγραφή μιας βιογραφίας, την περιγραφή μιας περιγραφής, την περιγραφή ενός φαινομένου που ήταν συνηθισμένο στις σοσιαλιστικές χώρες του ανατολικού μπλοκ, εκείνο της αθλητικής βιογραφίας, της εν γένει  προώθησης του αθλητισμού ως δείγματος υπεροχής και προόδου. Άλλωστε και ο Άχιμ σε υπαρκτό πρόσωπο στηρίζεται εν πολλοίς.

Τα τετράδια του Στίλερ, στο σπουδαίο μυθιστόρημα του Φρις, δίνουν εδώ τη θέση τους σε μια σειρά ερωταποκρίσεων, που μοιάζουν πότε με συνέντευξη και πότε με ανάκριση. Ή, για να αναφερθούμε στην καθ' ημάς λογοτεχνία, τις κόλλες αναφοράς προς τον σύντροφο ανακριτή στο Κιβώτιο του Αλεξάνδρου. Αυτή η έκκεντρη φόρμα, που επιλέγει ο Johnson, ξετυλίγει την πλοκή του μυθιστορήματος, ενώ προσδίδει μια υποβόσκουσα αίσθηση αγωνίας, κυρίως στην απόπειρα του αναγνώστη να υποθέσει ποιος μπορεί να θέτει τις ερωτήσεις, υπό ποιες συνθήκες δόθηκαν οι απαντήσεις και αν ο Καρς ταυτίζεται εν τέλει με τον αφηγητή της ιστορίας αυτής. Παράλληλα με τη βιογραφία του Άχιμ, τη διαδικασία βιογράφησής του για την ακρίβεια, υπάρχει και αυτό το χαλαρό ερωτικό τρίγωνο να αιωρείται και να υπονοείται, τρίγωνο που ίσως κάπως να αποτελεί και έναν συμβολισμό.

Το τρίτο βιβλίο για τον Άχιμ είναι ένα βιβλίο στενού χώρου, καθώς, ενώ η πλοκή του διαδραματίζεται σε πλήθος εξωτερικών σημείων, η αφήγησή της μοιάζει να γίνεται σε ένα μικρό δωμάτιο. Ένα αίσθημα ασφυξίας διακατέχει τον αναγνώστη, καθώς ο πυρετός της αφήγησης, εντέχνως και υπογείως, διαρκώς ανεβαίνει. Και παρότι διάσπαρτα στο κείμενο υπάρχουν διάφορα κωμικά συμβάντα, στιγμές αφέλειας και φαινομενικής χαλάρωσης, είναι διάχυτο το αίσθημα πως κάποιος καταγράφει, κάποιος παρακολουθεί και σημειώνει, κάποιος περιμένει να ακούσει κάτι συγκεκριμένο. Η μη ονομασία των πραγμάτων, τα οποία ακόμα και ο πλέον αμύητος στη γερμανική ιστορία αναγνώστης γνωρίζει, επεκτείνει και εκτός βιβλίου την αίσθηση πως κάποιος παρακολουθεί, ενώ ταυτόχρονα δίνει έναν οικουμενικό χαρακτήρα στο μυθιστόρημα αυτό, καθώς ο εκτός Γερμανίας αναγνώστης μπορεί να κάνει τις δικές του αντιστοιχίες. Και είναι σημαντικό κάτι τέτοιο για ένα βιβλίο που θεωρείται χαρακτηριστικό παράδειγμα γερμανογερμανικής λογοτεχνίας. Αξίζει να διαβάσει κανείς τον Jonhson παρέα με τον Böll, για τον τρόπο με τον οποίο και οι δύο εντάσσουν οργανικά το ζητούμενο της μη λήθης, καθένας με τον δικό του τρόπο, καθένας από τη δική του σκοπιά. Ο λοξός τρόπος με τον οποίο ο Jonhson χρησιμοποιεί την πραγματικότητα για να τη μεταποιήσει σε λογοτεχνία μου θύμισε -κυρίως- την Ιστορία του γερασμένου παιδιού, αλλά και γενικότερα τα πρώτα βιβλία της Έρπενμπεκ.       

Το παράδοξο είναι πως αυτό πρόκειται για το μοναδικό βιβλίο του Johnson που κυκλοφορεί στα ελληνικά, κάτι το οποίο δυσκολεύομαι να εξηγήσω πού μπορεί να οφείλεται.


Μετάφραση: Τούλα Σιετή
Επίμετρο: Κώστας Καλφόπουλος
Εκδόσεις Ίνδικτος

Δευτέρα 8 Απριλίου 2019

Περαστικοί - Jenny Erpenbeck




«Πού πάει ένας άνθρωπος,
   όταν δεν ξέρει πού να πάει;»

Οι Περαστικοί είναι η ιστορία κάποιων εκατοντάδων προσφύγων στο Βερολίνο, η μάχη τους να πάψουν να είναι αόρατοι, να αποκτήσουν χαρτιά και δικαίωμα στην εργασία, να έχουν μέλλον. Είναι η ιστορία κάποιων τυχερών προσφύγων που κατόρθωσαν να φτάσουν μέχρι τη Γερμανία, ενώ οι περισσότεροι με τους οποίους ξεκίνησαν μαζί χάθηκαν στον δρόμο. Τη ζωή τους έχασαν στον δρόμο, όχι τον προσανατολισμό τους. Είναι η ιστορία του Ρίχαρντ, του καθηγητή πανεπιστημίου, που πρόσφατα βγήκε στη σύνταξη. Γεννημένος στο Ανατολικό Βερολίνο, είδε το 1989 το Τείχος να πέφτει, το Βερολίνο να ενώνεται. Προσδοκίες για ένα καλύτερο αύριο γεννήθηκαν σε πολλούς, τώρα εκείνος παίρνει μικρότερη σύνταξη από τους δυτικούς συναδέλφους του. Αν και δεν υπάρχει καμία σημείωση εκ μέρους της συγγραφέως πως το μυθιστόρημα βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα, εντούτοις δεν νομίζω πως υπάρχει αμφιβολία επ' αυτού. Αναρωτιέμαι πόσοι κάτοικοι του Βερολίνου να γνώριζαν την ιστορία αυτή ή κάποια παρόμοιά της. Ο Ρίχαρντ ενεπλάκη στην ιστορία αυτή σταδιακά και από σύμπτωση, κάτι διάβασε μια μέρα στην εφημερίδα, από περιέργεια αποφάσισε μια άλλη να επισκεφτεί το κτίριο που αρχικά φιλοξενούνταν οι πρόσφυγες, ύστερα θέλησε να ακούσει τις ιστορίες τους.
Πού μεγαλώσατε; Ποια είναι η μητρική σας γλώσσα; Σε ποια θρησκεία ανήκετε; Πόσοι άνθρωποι ήσασταν στην οικογένειά σας; Πώς ήταν το διαμέρισμα, το σπίτι, που μεγαλώσατε; Πώς γνωρίστηκαν οι γονείς σας; Είχατε τηλεόραση; Πού κοιμόσασταν; Τι τρώγατε; Ποια ήταν η αγαπημένη σας κρυψώνα στα παιδικά σας χρόνια; Έχετε πάει σχολείο; Τι ρούχα φορούσατε; Είχατε κατοικίδια ζώα; Μάθατε κάποιο επάγγελμα; Έχετε δική σας οικογένεια; Πότε φύγατε από την πατρίδα σας; Γιατί; Έχετε ακόμα επαφές με την οικογένειά σας; Με ποιο σκοπό φύγατε; Πώς τους αποχαιρετήσατε; Τι πήρατε μαζί σας όταν φύγατε; Πώς φανταζόσασταν την Ευρώπη; Τι είναι διαφορετικό; Πώς περνάτε τις μέρες σας; Τι σας λείπει πιο πολύ; Τι επιθυμείτε; Αν είχατε παιδιά που μεγάλωναν εδώ, τι θα τους λέγατε για την πατρίδα σας; Μπορείτε να φανταστείτε ότι θα γεράσετε εδώ; Πού θέλετε να σας θάψουν;
Με κάθε καινούριο βιβλίο της η Έρπενμπεκ μοιάζει να αφαιρεί ολοένα και περισσότερα από τα πέπλα εκείνα με τα οποία έκρυβε τον ωμό ρεαλισμό στα πρώτα της βιβλία, να εγκαταλείπει τους συμβολισμούς και τις παραβολές, να μην αναζητά καταφυγή στο μεταφυσικό «αν», να επικεντρώνεται στην απτή πραγματικότητα. Κάποιες ιστορίες οφείλουν να αποδοθούν χωρίς φτιασίδια. Καλώς ή κακώς η τύχη του κάθε βιβλίου επηρεάζεται πέραν της εγγενούς αξίας του και από τις επικρατούσες συνθήκες. Οι Περαστικοί, το πέμπτο βιβλίο της Έρπενμπεκ που κυκλοφορεί στα ελληνικά -όλα σε μετάφραση Αλέξανδρου Κυπριώτη-, μοιάζει να είναι αυτό που εγκαθιδρύει οριστικά τη φήμη τής συγγραφέως σε παγκόσμιο επίπεδο, καθώς κερδίζει βραβεία ή υποψηφιότητες για βραβεία και διθυραμβικές κριτικές. Ναι, θα μπορούσε κάποιος να πει πως ένα βιβλίο για ένα ζήτημα τόσο φλέγον όσο το προσφυγικό, σε συνδυασμό με την πολεμική που αυτό γεννάει, αποτελεί την κατάλληλη συνταγή για την επιτυχία, επιπρόσθετα θα μπορούσε να κατηγορήσει τη συγγραφέα ακόμα και για καιροσκοπισμό. Ωστόσο η κυκλοφορία του βιβλίου στη Γερμανία (2015) απλώς συνέπεσε με τα κύματα προσφύγων από τη Συρία. Οι πρόσφυγες της Έρπενμπεκ προέρχονται όλοι από την Αφρική. Σαφώς οι περισσότερες κριτικές που κυκλοφορούν για τους Περαστικούς, αποθεωτικές στην πλειοψηφία τους, εκεί τείνουν να εστιάζουν, στο ανθρωπιστικό μέρος, στο ντοκουμέντο. Και προφανέστατα αυτό είναι ένα σημαντικό συστατικό του μυθιστορήματος, η αλήθεια που έχει να διηγηθεί, η ιστορία αυτών των προσφύγων, οι ιστορίες όλων εκείνων που βρέθηκαν ξένοι σε ξένο τόπο. Όμως αποτελεί παράλειψη να μη σταθεί κανείς στην εξέχουσα γλώσσα, στο χτίσιμο των χαρακτήρων, στις διακειμενικές αναφορές, στο στήσιμο της πλοκής και στην αφήγηση. Οι Περαστικοί είναι μυθιστόρημα και όχι ρεπορτάζ εφημερίδας.    

Ο τόπος και ο ήρωας. Το Βερολίνο, στο οποίο η Έρπενμπεκ γεννήθηκε και κατοικεί, είναι το σκηνικό, η πλέον ανοιχτόμυαλη και προοδευτική όψη της Γερμανίας, το Βερολίνο με την πολιτική ταυτότητα και με το βάρος της μνήμης. Εκεί η αντίθεση μοιάζει πιο έντονη. Ο Ρίχαρντ, για τον οποίο η ιστορία των ανθρώπων αυτών είναι κατ' αναλογία γνώριμη και οικεία, προσωποποιεί τις δύο Γερμανίες, τη διαίρεση και την επανένωση, είναι ταυτόχρονα ντόπιος και ξένος, ακόμα και μετά από τόσα χρόνια, και ας μη χρειάστηκε ούτε σπίτι να αλλάξει. Η Έρπενμπεκ δίνοντας μορφή στον Ρίχαρντ δεν αμέλησε να τον προικίσει με περαιτέρω γωνίες και πλευρές πέραν της ενασχόλησής του με τους πρόσφυγες, έτσι ο Ρίχαρντ είναι ένας χαρακτήρας σφαιρικός και αληθοφανής, με παρελθόν, λάθη και απώλειες να τον βαραίνουν, με παρόν, φίλους και ενδιαφέροντα να τον συντροφεύουν. Το πρόβλημα είναι πως η συμπεριφορά του Ρίχαρντ φαντάζει στα μάτια του αναγνώστη ηρωική και όχι ανθρώπινη και αναμενόμενη, δείγμα της εποχής που ζούμε ─αν είμαστε αισιόδοξοι─ ή της ανθρώπινης φύσης ─αν όχι.     

Όταν διαβάζω ένα βιβλίο συχνά αναρωτιέμαι, εν είδει μεταναγνωστικού παιχνιδιού, ποια θα μπορούσαν να είναι τα κίνητρα που ώθησαν τον συγγραφέα να αφηγηθεί τη συγκεκριμένη ιστορία. Και στην περίπτωση των Περαστικών υποθέτω ─γιατί για παιχνίδι υποθέσεων πρόκειται άλλωστε─ πως η Έρπενμπεκ θέλησε να διηγηθεί την ιστορία αυτή για τρεις λόγους. Πρώτον, γιατί είναι μια ιστορία δυνατή, τρομερά στενάχωρη, ιστορία που τείνει να γίνει κλισέ δυστυχώς, μια πραγματικότητα που όσο και αν επιμένουμε να αγνοούμε εμείς οι κάτοικοι της Δύσης είναι ολοένα και πιο παρούσα. Δεύτερον, για να κάνει την απαραίτητη έρευνα, να διαβάσει νόμους και διατάγματα, να καταρρίψει μύθους, να έρθει σε επαφή με τον ξενοφοβικό λόγο, να θέσει τα κατάλληλα ερωτήματα, μήπως και βρει απαντήσεις. Και τρίτον, για να πάρει θέση, θέση πολιτική, να ταχθεί με την πλευρά των προσφύγων και να ορθώσει ανάστημα ενάντια στον ακροδεξιό οχετό. Δεν είναι δεδομένη η κοινωνικοπολιτική θέση κάποιου απλώς και μόνο επειδή είναι ή δηλώνει καλλιτέχνης, η θέση κάποιου πρέπει να δηλώνεται με σαφήνεια.  

Παρότι οι προσδοκίες μου γι' αυτό το βιβλίο ήταν μεγάλες, εντούτοις οφείλω να παραδεχτώ πως, παίρνοντάς το στα χέρια μου και γνωρίζοντας μέσες άκρες την υπόθεση, διακατεχόμουν από έναν φόβο, που είχε να κάνει με την πιθανή ύπαρξη ενός διδακτικού τόνου, φόβο μήπως η δύναμη της ιστορίας των προσφύγων παρέσερνε το μυθιστόρημα σε μονοπάτια ηθικοπλαστικά. Όχι, ο Ρίχαρντ δεν είναι ένας τύπος που κουνάει το δάκτυλο, και δεν είναι ένας τέτοιος τύπος ακριβώς γιατί είναι ένας άνθρωπος που δρα κατά συνείδηση. 

Η πρσοφυγιά και η μετανάστευση δεν είναι όπως πολλοί λανθασμένα πιστεύουν και ─σκοπίμως ή από άγνοια─ διαδίδουν ένα φαινόμενο συγκαιρινό. Η προσφυγιά και η μετανάστευση είναι η ιστορία της ανθρωπότητας, η ιστορία του κάθε τόπου, παλαιότερη από κάθε γραφειοκρατία και από κάθε σύνορο. Η φυγή από την κόλαση είναι ένστικτο, η φυγή από την κόλαση είναι δικαίωμα. Η αναζήτηση ενός καλύτερου αύριο επίσης. Σε μια εποχή που η ανοχή όλων μας στις ιστορίες φρίκης όλο και δυναμώνει, ίσως η λογοτεχνία να έχει την απάντηση, και ίσως μόνο η σπουδαία λογοτεχνία να μπορεί να αφυπνίσει τον ναρκωμένο άνθρωπο, να τον κάνει να αναλογιστεί τη θέση του στον κόσμο, να επιτελέσει τον ρόλο της ψυχαγωγίας. Αν υπάρχει μια τέτοια πιθανότητα ίσως να είναι οι Περαστικοί.  

Μετάφραση Αλέξανδρος Κυπριώτης
Εκδόσεις Καστανιώτη

Πέμπτη 28 Μαρτίου 2019

Μπιλιάρδο στις εννιάμισι - Heinrich Böll




Εκείνο το πρωί, ήταν η πρώτη φορά που ο Φάιμελ τής μίλησε αγενώς, σχεδόν άγρια. Της τηλεφώνησε κατά τις έντεκα και μισή· και μόνο ο ήχος της φωνής του δεν προμήνυε τίποτε καλό· τέτοιες μεταπτώσεις δεν τις συνήθιζε, και επειδή ακριβώς τα λόγια του παρέμεναν άψογα, ο τόνος του την τρόμαξε: σ' αυτή τη φωνή, από την ευγένεια είχε απομείνει μόνο το τυπικό μέρος, σαν να της είχε προσφέρει H2O αντί για νερό.

"Βγάλτε, παρακαλώ", της είπε, " από το γραφείο σας την κόκκινη καρτούλα που σας είχα δώσει πριν από τέσσερα χρόνια". Εκείνη άνοιξε με το δεξί της χέρι το συρτάρι του γραφείου της, παραμέρισε μια σοκολάτα, το πανάκι και το μπράσο για το γυάλισμα κι έβγαλε την κόκκινη καρτούλα. "Διαβάστε μου, παρακαλώ, τι γράφει αυτή η κάρτα". Κι εκείνη, με τρεμάμενη φωνή, διάβασε: "Διαθέσιμος οποιαδήποτε στιγμή για τη μητέρα μου, τον πατέρα μου, την κόρη μου, τον γιο μου και τον κύριο Σρέλλα, και για κανέναν άλλο".
Το Μπιλιάρδο στις εννιάμισι είναι η ιστορία της οικογένειας Φάιμελ, τριών γενεών της οικογένειας, ανήμερα των γενεθλίων του γενάρχη Χάινριχ Φάιμελ, κάποια μέρα του Σεπτέμβρη του 1958. Και μέσω της οικογενειακής αυτής ιστορίας, με τη δράση να εκτυλίσσεται κατά τη διάρκεια μίας και μόνο μέρας, σε ένα απόλυτο παρόν, ο Μπέλ -αυτός ο πολέμιος των προσπαθειών για λήθη που επικράτησαν στη Γερμανία μετά το τέλος του ναζισμού- θα φέρει τους ήρωές του -και κατ' επέκταση τον αναγνώστη- αντιμέτωπους με το ζοφερό παρελθόν, αντιμέτωπους με ένα παρελθόν για το οποίο ελάχιστοι μιλούσαν εκείνη την περίοδο.

Οικογένεια Φάιμελ, μια οικογένεια αρχιτεκτόνων. Ο Χάινριχ έχτισε -ανάμεσα σε άλλα και το αβαείο του Αγίου Αντωνίου-, ο γιος του Ρόμπερτ γκρέμισε -ανάμεσα σε άλλα και το αβαείο του Αγίου Αντωνίου- και ο εγγονός Γιόζεφ προσπαθεί να αποφασίσει τίνος την κατεύθυνση να ακολουθήσει, στεκόμενος πάνω από τα ερείπια του αβαείου του Αγίου Αντωνίου. Στο Μπιλιάρδο στις εννιάμισι, χαρακτηριστικό δείγμα της λογοτεχνίας των ερειπίων, τα ερείπια είναι πρωτίστως πραγματικά και ακολούθως συμβολικά.

Οι τρεις αντρικές μορφές κυριαρχούν στο μυθιστόρημα. Η γιαγιά, κλεισμένη από χρόνια σε κλινική, μια αναχωρήτρια της καθημερινότητας, εκείνης της καθημερινότητας, κατέχει έναν ρόλο κλειδί στην ιστορία, όντας εκείνη που συνειδητά αναμετράται διαρκώς με το παρελθόν, που αρνείται να ξεχάσει, που δεν δέχεται μια καθολική συγχώρεση των πάντων στο όνομα μιας νέας αρχής. Η Λεονόρε, που δουλεύει στο γραφείο μελετών του Ρόμπερτ, ο Χούγκο, που δουλεύει στο ξενοδοχείο που ο Ρόμπερτ παίζει καθημερινά μπιλιάρδο στις εννιάμισι, και η Μαριάνε, η σύντροφος του Γιόζεφ, είναι οι τρεις ακροατές, οι τρεις μάρτυρες των ιστοριών των τριών Φάιμελ. Και τέλος ο Σρέλλα, που την ημέρα εκείνη θα επιστρέψει μετά από είκοσι τόσα χρόνια εξορίας. Οι ήρωες του μυθιστορήματος αποτελούν τη βάση του, όπως οι άνθρωποι αποτελούν τη βάση της ιστορίας, και μόνο μέσα από μία πολυφωνική αφήγηση θα ήταν δυνατό να αποπειραθεί κανείς να αποδώσει την ιστορία, να συνθέσει μια μνήμη συλλογική. 

Το μυθιστόρημα εκτυλίσσεται σε μία μέρα, σε ένα διαρκές σήμερα, και με αφετηρία αυτό το σήμερα οι ήρωες εκκινούν προς το παρελθόν, ανασύρουν μνήμες, επιχειρούν να επουλώσουν τραύματα, να κατευνάσουν τον θυμό, να δικαιολογηθούν, να εξυψωθούν. Δεν είναι εύκολο να βρουν τους κατάλληλους ακροατές, ακόμα και εκείνοι που τελικά επιλέγουν δεν είναι σίγουρο πως τους καταλαβαίνουν.

Ο αγώνας ενάντια στη λήθη ούτε εύκολος είναι ούτε αναίμακτος, αλλά ούτε και αντικειμενικός. Πρέπει να δίνεται, ακόμα και αν δυσαρεστεί. Γιατί κατά πάσα πιθανότητα εθελοτυφλώντας κανείς είναι σχεδόν σίγουρο πως θα πέσει και πάλι. Το Μπιλιάρδο στις εννιάμισι είναι ένα σπουδαίο βιβλίο. Και δεν είναι σπουδαίο μόνο για τα όσα διαπραγματεύεται, είναι σπουδαίο για τον λογοτεχνικό τρόπο με τον οποίο ο Μπελ μάχεται ενάντια στη λήθη.

υγ. Τα επίμετρα της Μαργαρίτας Ζαχαριάδου και του Γιάννη Πάγκαλου συμπληρώνουν ιδανικά τη σημαντική αυτή έκδοση.

υγ.2 Σύντομα από τις εκδόσεις Πόλις αναμένεται η κυκλοφορία σε νέα μετάφραση του πλέον αγαπημένου μου βιβλίου του Μπελ, Οι απόψεις ενός κλόουν, το πλέον θλιμμένο βιβλίο που έχω διαβάσει.

Μετάφραση Μαργαρίτα Ζαχαριάδου
Εκδόσεις Πόλις