Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εκδόσεις Αλεξάνδρεια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εκδόσεις Αλεξάνδρεια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 16 Φεβρουαρίου 2026

Στα τέσσερα - Miranda July

Είκοσι ένα χρόνια πριν, στον Δαναό της Κηφισίας, είδα μια ταινία. Ήταν το Εγώ, εσύ και όλοι μας οι γνωστοί, της άγνωστης τότε σε μένα, Μιράντα Τζουλάι, η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία που σκηνοθέτησε. Θυμάμαι ακόμα κάποια καρέ, το συναίσθημα τρέλας και χρώματος, τόσες και τόσες ταινίες μεσολάβησαν έκτοτε, λίγες θυμάμαι με αντίστοιχη λαχτάρα. Τέτοια λαχτάρα που δεν έχω τολμήσει να επαναλάβω τη θέαση μέσα στα χρόνια.

Πριν από δέκα χρόνια σε μετάφραση Χαράς Γιαννακοπούλου και από τις εκδόσεις Παπαδόπουλος κυκλοφόρησε, πέρασε και δεν ακούμπησε, Ο πρώτος κακός, το πρώτο μυθιστόρημα της Τζουλάι, ελάχιστα πράγματα θυμάμαι από εκείνη την ανάγνωση, πρακτικά τίποτα, τη λαχτάρα μόνο να διαβάσω το βιβλίο εκείνο λόγω της ανάμνησης της ταινίας.

Τα χρόνια πέρασαν όπως συνηθίζουν με μανία να κάνουν.

Το 2024 κυκλοφόρησε το All fours, από διάφορες πλευρές αντιλήφθηκα πως υπήρχε ένα χάιπ για το βιβλίο αυτό, χάρηκα όταν είδα πως οι εκδόσεις Αλεξάνδρεια το ενέταξαν στο ανανεωμένο εκδοτικό τους πρόγραμμα μεταφρασμένης λογοτεχνίας. Το Στα τέσσερα κυκλοφόρησε στα τέλη της περασμένης χρονιάς.

Όταν διάβαζα το Ο πρώτος κακός, σε κάποια αναγνωστική ανασκόπηση εντόπισα πως εκείνη την περίοδο με απασχολούσε διακαώς και απολάμβανα πολύ μυθιστορήματα που στο επίκεντρο της πλοκής υπήρχε ένας μεσήλικας ή κάπως μεγαλύτερος άντρας πρωταγωνιστής ο οποίος από τη μια μέρα στην άλλη ένιωσε (τι ρήμα και αυτό για τους λευκούς μεσήλικες άντρες ε;) το έδαφος να υποχωρεί κάτω από τα πόδια του, ο κόσμος όπως τον ήξερε, εξαιτίας ενός ελάχιστου σφάλματος στο σύστημα της ύπαρξης, να καταρρέει. Η τριλογία του Φορντ και το Ένα κάποιο τέλος του Μπαρνς βρίσκονται στην κορυφή εκείνων των αναγνωσμάτων.

Η Τζουλάι, σε κάθε ευκαιρία, αρνείται την όποια αυτοβιογραφική συσχέτιση με την πλοκή, την οποιαδήποτε ταύτιση με την πρωτοπρόσωπη αφηγήτρια. 

Πετυχημένη σε διάφορες καλλιτεχνικές επικράτειες, μετά τα σαράντα, η αφηγήτρια αποφασίζει κάπως εν θερμώ να διασχίσει την Αμερική, ξεκινώντας από το Λος Άντζελες, όπου μένει με τον άντρα και το παιδί της, για να πάει στη Νέα Υόρκη, με το αυτοκίνητο, θυσιάζοντας την ευκολία που το αεροπορικό εισιτήριο θα της χάριζε, ελπίζοντας σε μια εμπειρία αυτογνωσίας, εκεί που το σώμα ενεργεί μια συγκεκριμένη συνεχή λειτουργία επιτρέποντας στο μυαλό να κινηθεί αυτόνομα. Μισή ώρα από τη στιγμή που θα βγει στον δρόμο θα σταματήσει σε μια μικρή πόλη, θα περιηγηθεί, θα κλείσει εν τέλει δωμάτιο για μια νύχτα σε ένα μοτέλ ξεχασμένο από τον θεό της ανακαίνισης.

Αυτή η ελάχιστη παράκαμψη από το σχεδιασμένο με αρκετή λεπτομέρεια ταξίδι αποδεικνύεται ικανή να το εξοβελίσει πλήρως, μαζί με αυτό και το γενικότερο μονοπάτι στο οποίο βάδιζε ως τότε. Η αφήγηση έχει τον χαρακτήρα ενός ημερολογίου καταγραφής της έκκεντρης αυτής ανακατεύθυνσης. Όταν κάτι το ελάχιστο δημιουργήσει ρήγμα στην κυρίως κατασκευή, η υπονόμευσή της σύντομα γενικεύεται, αποκτά όρους ανταρσίας, περνώντας σε άλλους ορόφους και δωμάτια, δοκιμάζοντας τη στατικότητα συνολικά, τα ίδια τα θεμέλια επίσης. Είναι εκείνο το χρονικό σημείο μιας στροφής μέχρι να εμφανιστεί ξανά μπροστά ο ορίζοντας, αυτό το τόσο κρίσιμο σημείο, εκεί κάπου στη μέση ηλικία, όπως ο Καμύ με ενάργεια το όρισε. Δεν συμβαίνει κάτι άξιο αναφοράς, δεν συμβαίνει κάτι το οποίο με ακρίβεια να μπορεί να περιγραφεί, το παράλογο ενδύεται ρουχισμού ποικιλόμορφου, ξεγελώντας τη λογική χωρίς δυσκολία.

Αναρωτιέμαι αν μπορώ να ανασύρω από τη μνήμη κάποιο αντίστοιχο βιβλίο, κάποια ιστορία κρίσης μέσης ηλικίας με πρωταγωνίστρια γυναίκα, δυσκολεύομαι αν και μάλλον αποκλείω την πιθανότητα να μην έχει συμβεί μια τέτοια ανάγνωση. Ανεξέλεγκτοι οι μηχανισμοί της μνήμης, δεν υπακούν σε καμία μηχανή αναζήτησης.

Σύντομα εμφανίστηκε μια γνώριμη αμφιθυμία. Απολάμβανα και δυσανασχετούσα την ίδια στιγμή, ή, μάλλον καλύτερα, μέχρι κάποια στιγμή, αφού τελικά η ανάγνωση με απορρόφησε και με κράτησε υπάκουο δέσμιο της. Απολάμβανα την πρόζα, την άνεση, την άγνωστη επικράτεια, τη διάθεση για αυτοϋπονόμευση, το φλερτάρισμα με το παράλογο, ακόμα και το προνόμιο της αφηγήτριας. Δυσανασχετούσα με πολλά από αυτά, κυρίως με κάτι που θα το ονομάζαμε προβλήματα του πρώτου κόσμου. Η γοητεία που η αφήγηση μου ασκούσε με τοποθετούσε κάπου ανάμεσα στην απόλαυση και την ενοχή. Μέρες μετά την ανάγνωση νιώθω πως δεν είμαι σίγουρος για τις συγγραφικές προθέσεις. Πρόσφατα το έπαθα αυτό και με τη νουβέλα Οι Άγγλοι καταλαβαίνουν το μαλλί. Δεν μπορώ με βεβαιότητα να σταθώ και να υποστηρίξω αν η αφήγηση υπονομεύεται σκόπιμα, αν οι συγγραφείς ειρωνεύονται τα πρόσωπα που οι ίδιες κατασκεύασαν ή αν είναι μια δική μου ιδέα, μια δικαιολογία για την έλξη που ένιωσα για τις αφηγήσεις αυτές.

Είναι κλισέ, είναι προφανές, δεν είναι πάντα εύκολο, ωστόσο, να διαχωρίσει κανείς τη μορφή από το περιεχόμενο, να τραβήξεις μια ευδιάκριτη γραμμή ανάμεσα στον μύθο και τη ζωή, ακόμα και αν ο μύθος διαπραγματεύεται κάτι που συνέβη, άπαξ και αυτό περάσει στην επικράτειά του διαχωρίζεται από τη ζωή. Είναι κλισέ, είναι προφανές, όμως εγώ δεν μπορώ να εξαιρέσω την αφηγήτρια από τον κόσμο μέσα στον οποίο ζω, την ίδια στιγμή διάβασα αχόρταγα την αφήγησή της. Αν με βεβαιότητα μπορούσα να υποθέσω τις συγγραφικές προθέσεις, τότε θα είχα περισσότερα στοιχεία στα χέρια μου, ίσως ακόμα στην αμφιθυμία μου να είχα σύμμαχο την ίδια τη συγγραφέα.

Όταν διάβαζα και απολάμβανα τόσο τις αφηγήσεις αποτυχίας διαφόρων μεσήλικων αντρών, απείχα αρκετά από εκείνη την επικράτεια. Ήμουν νέος και σίγουρος πως θα τα κάνω καλύτερα τα πράγματα, το αντιπαράδειγμα με οδηγούσε με ασφάλεια πίστευα. Εκείνο που δεν ήξερα, που δεν μπορούσα να ξέρω σε εκείνη την αναγνωστική φάση ζωής, ήταν αυτό που συνειδητοποίησα μέσα στα χρόνια, πως όσο πιο ασφαλής και εκτός νιώθω σε μια ιστορία ανθρώπινης εμπειρίας, τόσο πιο πιθανό είναι να χαλαρώσω τις άμυνες και να βρεθώ σε δυσχερή θέση, να λυγίσω κάτω από το βάρος μιας αφήγησης που αρχικά ένιωθα πως δεν με αφορά, πως τίποτα δεν έχει να κάνει με μένα. Τελευταία φορά η πανωλεθρία αυτή συνέβη όταν έπιασα να διαβάσω με περισσή αυτοπεποίθηση το Η μητέρα μου γελάει της Άκερμαν.

Τώρα που είμαι μεσήλικας, διαβάζω λιγότερες τέτοιες ιστορίες. Όταν έπιασα το Στα τέσσερα στα χέρια μου δεν είχα ιδιαίτερα σχεδιάσει τον ορίζοντα προσδοκιών, ήθελα απλά να διαβάσω αυτό το βιβλίο για διάφορους λόγους. Όσο η ανάγνωση προχωρούσε και η αμφιθυμία θέριευσε, η λογική ενάντια στο συναίσθημα, τόσο ένιωθα ευάλωτος, ανοιχτός, παρότι η επικράτεια εκείνη είναι μη επισκέψιμη, οι ορμόνες και το πάρτυ τους, η ίδια η γυναικεία φύση με τις αποσκευές της στο σύνολό της. Το προνόμιο, ωστόσο, μου ήταν οικείο, και αυτό επέτεινε τον θυμό με τον οποίο σκεφτόμουν το προνόμιο της αφηγήτριας να μπορεί να αφεθεί και να δράσει εκτός σχεδιασμού, να αναστείλει, να ξοδέψει, να επαναδιαπραγματευτεί όρους και συμφωνίες, να αφεθεί στο συναίσθημά της, να ακούσει την εαυτή της, να την υπακούσει ακόμα-ακόμα. Ξέρετε, το ξέρετε είμαι σίγουρος, πως το προνόμιο είναι κάτι το σχετικό, από τη φύση του συγκριτικό, που μπορεί να έρθει και να κολλήσει σε διάφορα σχήματα και μορφές, δεν απαιτείται μια αναλογία ένα προς ένα, δεν χρειάζεται και εγώ να μπορώ να ταξιδέψω από το Λος Άντζελες ως τη Νέα Υόρκη διαθέτοντας ένα τεράστιο μπάτζετ, για να νιώσω την οικεία όψη του προνομίου. Ο θυμός, αυτό το δεν με αφορά, το εδώ ο κόσμος καίγεται, το αν είναι δυνατόν να συμμερίζομαι συναισθηματικά μια γυναίκα λευκή και πλούσια που κάνει ό,τι της κατέβει στο κεφάλι, είναι μια άρνηση να κοιτάξουμε το δικό μας προνόμιο, ο καθένας το δικό του. Είναι ένα σχήμα η κάθε ιστορία που διαβάζουμε.

Αποσύρω όλο το στράτευμα από το μέτωπο της λογικής επεξεργασίας. Υπογράφω τη συνθήκη αναγνώρισης των λογοτεχνικών αρετών. Το στράτευμα δεν εξυπηρετούσε την προώθηση, αλλά την εσωτερική επιβολή, την αμφισβήτηση του συναισθήματος, την αποτροπή διερεύνησης κοινών πηγών, την αποδοχή της ανεπάρκειας της άμυνας, την ευαλωτότητά της, την αδυναμία να ορίσω με ακρίβεια το συναίσθημα, την αιτία του, τη διαδρομή του, τη φοβία να ψηλαφήσω και να αναζητήσω στα σκοτεινά, την παραδοχή, κυρίως αυτή, πως το Στα τέσσερα μου άρεσε πολύ, το απόλαυσα με τον τρόπο που μπορούσα να το απολαύσω, με τον τρόπο που λειτούργησε μέσα μου αναλογικά, όχι διακριτά, και γι' αυτό τόσο δυναμικά.

Διαρκώς, από ένα σημείο και ύστερα, σκεφτόμουν το I love Dick, τις αναλογίες των δύο βιβλίων μέσα μου.

υγ. Για την τριλογία του Φορντ περισσότερα θα βρείτε εδώ. Για το Ένα κάποιο τέλος εδώ. Για το συγκλονιστικό Η μητέρα μου γελάει εδώ. Για το I love Dick εδώ. Για το προηγούμενο μυθιστόρημα της Τζουλάι, Ο πρώτος κακός, εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Νατάσα Σίδερη
Εκδόσεις Αλεξάνδρεια

Πέμπτη 29 Ιανουαρίου 2026

Και τα πρόσωπά μας, καρδιά μου, φευγαλέα σαν φωτογραφίες

Όταν περνούν οι γιορτές, η εργασιακή εντατικοποίηση παραμερίζει, αφήνει πλέον χρόνο και χώρο στο πριν και μετά του ωραρίου, και τότε μία από τις απόπειρες επιστροφής είναι εκείνη προς την επικράτεια της ανάγνωσης, καθώς η στοίβα των επιθυμητών έχει γιγαντωθεί στα απόνερα της εκδοτικής πλημμυρίδας, η επανένταξη στις ράγες, η ανάκτηση του ρυθμού, η διεκδίκηση του ελέγχου απαιτούν μια ομαλή μετάβαση, σαν τον αθλητή που ξεκινά αποθεραπεία πριν επιστρέψει στο αγωνιστικό ταρτάν. Βιβλία σύντομα σε έκταση, η απώλεια της αναγνωστικής κατάστασης να μην προδώσει την αναμέτρηση, βιβλία με υποσχόμενο ωστόσο ορίζοντα προσδοκιών, επανεθισμός. Να ένα βιβλίο που ταίριαζε στην περιγραφή.

Λίγο πριν το τέλος της χρονιάς, ενώ οι λίστες με τα πιο αγαπημένα συντάσσονταν συνειδητά και κυρίως υποσυνείδητα, κυκλοφόρησε στην καινούρια σειρά μεταφρασμένης λογοτεχνίας των εκδόσεων Αλεξάνδρεια, και σε μετάφραση Δανάης Σιώζου, το δύσκολα ειδολογικά κατατάξιμο Και τα πρόσωπά μας, καρδιά μου, φευγαλέα σαν φωτογραφίες του Τζον Μπέρτζερ, που για χρόνια πρόφερα το όνομά του Μπέργκερ, ένα βιβλίο που συμπτωματικώς και μόνο απουσίασε εν τέλει από τη λίστα των αγαπημένων.

Εκείνο που με τα χρόνια μεταβάλλεται είναι η επίγνωση της άγνοιας, η άγνοια προϋπήρχε, ο ωκεανός ήταν εκεί έξω, τα κοντινά νησιά της ήρεμης και γνώριμης θάλασσας τον κρατούσαν μακριά, όσο οι πλοηγήσεις πύκνωναν η υποψία εμφανίστηκε, αργότερα η επίγνωση της άγνοιας, αρχικά ο τρόμος του άπειρου, ακολούθως, μετά από αρκετά ναυτικά μίλια, η καθησύχαση, έτσι είναι. Πριν δέκα χρόνια, λοιπόν, δεν γνώριζα τον Τζον Μπέρτζερ, δεν είχα σχετικές σπουδές ώστε να έχω αναπόφευκτα πέσει πάνω στο Η εικόνα και το βλέμμα, μία από τις βίβλους των παραστατικών τεχνών. Τότε η Ν. μου μίλησε με ενθουσιασμό για το Από την Άιντα στον Χαβιέρ. Έτσι ξεκίνησαν όλα.

Ύστερα, λες και όλα εκεί έξω περίμεναν αυτή τη γνωριμία, έπεφτα διαρκώς πάνω στο όνομά του, αναφορές στο έργο του, αποσπάσματα από τα λόγια του, μια παρουσία οικουμενικής χροιάς, ένας homo universalis από αυτούς που τόσο μας λείπουν πια στην εποχή της ολοένα εξειδίκευσης και απομάγευσης, εδώ που τα νήματα πια δεν γραπώνονται από πεινασμένα χέρια, στέκουν ορφανά.

Δεν είναι εύκολο, αλλά ούτε και χρήσιμο, να κατατάξει κανείς το συγκεκριμένο βιβλίο, κάπου στην επικράτεια της λογοτεχνίας κινείται, αλλά αυτό πολλά και τίποτα λέει. Μια σύνθεση ποιητικής πρόζας, με διάσταση εμφανώς πολιτική, με διάχυτη την ανάγκη για αναστοχασμό, με τον έρωτα στο επίκεντρο, χέρι χέρι με τη βούληση, παρέα με το κόστος αυτής, για έναν κόσμο πιο δίκαιο, που καταφέρνει, ιδιοφυώς πώς, να λειτουργήσει ως σύνολο, παρότι αποτελείται από θραύσματα που αναγκάζουν τον αναγνώστη να σταθεί, να επαναλάβει και να σημειώσει, πριν προχωρήσει, την ώρα που μια δευτεροπρόσωπη απεύθυνση κυλάει πότε υπόγεια, εξαφανίζεται, πότε επίγεια, επανεμφανίζεται, μια απεύθυνση συγκεκριμένα ερωτική, μια επιστολή, ένα ημερολόγιο, ένα ποίημα σε μέρη πεζά, ένα άθροισμα από υποσύνολα, χωρισμένο στα δύο, Το πρώτο μέρος είναι για τον χρόνο, το δεύτερο μέρος είναι για τον τόπο σηματοδοτεί εξαρχής ο συγγραφέας.

Διόλου διδακτικά αποστειρωμένο. 

Στην εποχή της εκτεταμένης και επείγουσας ιδιώτευσης, ο Μπέρτζερ, σαράντα και πλέον χρόνια πριν, κληροδοτεί ένα υπόδειγμα στάσης στη δημιουργία, στην καλλιτεχνική έκφραση αλλά και στην ίδια τη ζωή, πώς ξεκινάει από το εγώ, τον πυρήνα της σκέψης, του βιώματος, του συναισθήματος, της πρόσληψης, της εμπειρίας της ζωής και της ύπαρξης, της ανάγκης να εκφράσει και να προσδιορίσει αυτό το άγνωστο και πώς κατευθύνεται προς το συλλογικό, πώς το συμπεριλαμβάνει, πώς επωμίζεται την ευθύνη για τον κόσμο, πώς η μαρξιστική θεωρία στέκει παρά πόδα, πώς η δημιουργία από αναχωρητική δύναται να μεταβληθεί σε ενεργητική πολιτική στάση, πώς η ποίηση δεν αιωρείται αλλά πατάει στη γη, στο χώμα και το νερό, τη λάσπη, σύνθεση ρυπαρά σιχαμερή μα ταυτόχρονα οικοδομικά πολύτιμη.

Διατρέχω το κείμενο και στέκομαι σε διάφορα σημεία που ξεχώρισα και σηματοδότησα, αναρωτιέμαι αν το ένα ή το άλλο θα ήταν αντιπροσωπευτικό, διστάζω, δεν είναι πως εκτοπισμένα από το σύνολο δεν στέκουν, μια χαρά το κάνουν, αλλά ποιο να ξεχωρίσεις, σε ποιο να στρέψεις τον στιγμιαίο προβολέα σε ένα κείμενο όπως αυτό, χωρίς να αμφιταλαντευτείς, ξανά και ξανά, μήπως κάποιο άλλο θα ήταν πιο ταιριαστό, πιο αντιπροσωπευτικό, πιο επείγον με τον τρόπο που μια αποστροφή λόγου μπορεί να είναι.

Υπάρχουν βιβλία που σε αναγκάζουν να διαβάσεις ξανά και ξανά κάποιες επικράτειες που διέσχισες, κάποια, όχι αυτό, για λόγους κατανόησης, αυτό για την άμεση αναβίωση του στιγμιαίου συναισθήματος που σπινθηροβόλησε. Εκείνη γράφει ποίηση. Έμοιαζα να είμαι έτοιμος να τα αφήσω πίσω όλα. Σήμερα της έγραψα, νομίζω πως θα σου αρέσει αυτό το βιβλίο, υποσχέθηκε, βαρύγδουπο ψέμα, απλά είπε πως θα το αγοράσει, της άρεσε πολύ ο τίτλος, έτσι και αλλιώς.

Ύστερα από το καθηλωτικά πολιτικό και ποιητικό συνάμα, Από την Άιντα στον Χαβιέρ, ακολούθησε το Ένας ζωγράφος του καιρού μας, ένα μυθιστόρημα που βασίζεται στο εύρημα της εύρεσης του ημερολογίου ενός ζωγράφου, πάντοτε, όταν αναθυμάμαι το μυθιστόρημα αυτό, κάθε φορά κάνω το ίδιο lapsus, προσθέτοντας έναν επιθετικό προσδιορισμό, Ένας ζωγράφος του ρευστού καιρού μας, κάθε lapsus κάτι δείχνει, δεν απαιτείται ψυχαναλυτική εμπειρία για να το υποψιαστεί αυτό κανείς.

Μπορεί η ομορφιά να σώσει τον κόσμο; Εξαρτάται τι ορίζει ως κόσμο κανείς, σκέφτομαι, χωρίς το είδος μας, προχωρώ τη σκέψη μου, η ομορφιά είναι αδιαπραγμάτευτα παρούσα, παρ' όλα τα αντιθετικά ζεύγη, ζωή-θάνατος, φως-σκοτάδι, κυρίαρχα αυτά. Επιστρέφω στα παραπάνω λόγια, το έργο του Μπέρτζερ, στο σύνολό του, είναι μια παρακαταθήκη, ένας οδηγός πλοήγησης εντός της ιδιώτευσης, μια υπενθύμιση πως η δημιουργία, σε όποια μορφή, με όποιο τρόπο επιτέλεσης, δεν διαχωρίζεται από την ευθύνη, από τον λόγο, από την ηθική, την πολιτική, το αίσθημα δικαίου, δεν απαλλάσσει από την υποχρέωση το υποκείμενο. Καταφέρνει, ο Μπέρτζερ, να συνδυάσει το πολιτικό με το ποιητικό, τον έρωτα, την ηδονή και τον πόνο, επίσης, σε ένα κείμενο που αναβλύζει μια διάχυτη προσωπική ανάγκη, μια σωσίβια λέμβος ατομική, μια απόπειρα οι λέξεις να αποδώσουν και να εκτονώσουν το φλέγον μέσα, καταφέρνει, έλεγα, ένα τέτοιο κείμενο να λειτουργήσει συμπεριληπτικά, οικουμενικά, όχι γιατί ο αναγνώστης, εγώ στην προκειμένη περίπτωση, απλώς θα βρει, βρήκα είναι η αλήθεια, δικά του πράγματα, σκέψεις και συναισθήματα, ανάγκες και φόβους, ελπίδες και ματαίωση, πείνα και δίψα, αλλά γιατί ο αναγνώστης, πάλι εγώ, θα διακρίνει μια σπορά για έναν κόσμο που πρέπει, διάολε, κάποια στιγμή να αλλάξει.

Κάπου στα μέσα της νεαρής μεσήλικης ζωής μου, αναρωτιέμαι, συχνά το κάνω, μήπως είναι κάποιο μπαρμπαδίστικο αντανακλαστικό εκείνο που με κάνει να βλέπω με τρόμο το παρόν και το μέλλον επιπλέον ζοφερό, ανέλπιδο, εφιαλτικό, ή αν όντως έτσι είναι, ευχόμενος να θυσιάσω την αισιόδοξη και έτοιμη ανά πάσα στιγμή να βγάλει τη γλώσσα νεότητά μου, να κάνω λάθος, να είμαι λάθος. Αναρωτιέμαι αν κάποιος σαν τον Μπέρτζερ, με αυτή την διάχυτη αισιοδοξία και πίστη, τι και αν κρυμμένες πίσω από την παρατήρηση εκ του σύνεγγυς της αδικίας, ας χρησιμοποιήσω μόνο αυτή τη λέξη, αναρωτιέμαι αν κάποιος σαν τον Μπέρτζερ ζούσε στο σήμερα, πώς θα αντιδρούσε;

Διαισθητικά, άγνωστο μέσα από ποια κανάλια σκέψης, ανάμνησης και συναισθήματος, το Και τα πρόσωπά μας, καρδιά μου, φευγαλέα σαν φωτογραφίες, ήρθε και στάθηκε στον αντίποδα της ανάγνωσης των σκέψεων του Λεοπάρντι στο Η θεωρία της ηδονής, που διάβαζα αχόρταγα, χωμένος μέσα στο ατομικό μου παλάτι πόνου και ηδονής, ένα καλοκαίρι, είκοσι χρόνια πριν, κάπου στο Αιγαίο. Αντίποδας που έχει να κάνει ακριβώς με αυτό που το κείμενό μου τελικά διαπραγματεύεται, τη θέση του παρόντος βιβλίου στην εποχή της ιδιώτευσης.

Πολύτιμο.

υγ. Για το Από την Άιντα στον Χαβιέρ περισσότερα θα βρείτε εδώ, για το Ένας ζωγράφος του καιρού μας εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Δανάη Σιώζου
Εκδόσεις Αλεξάνδρεια

Σάββατο 20 Δεκεμβρίου 2025

Μέρα - Michael Cunningham

Τα τελευταία χρόνια, ολοένα και περισσότεροι εκδοτικοί οίκοι, νεοσύστατοι ή παλαιότεροι, στρέφονται και επενδύουν στην καλή λογοτεχνία, σύγχρονη και κλασική. Οι εκδόσεις Αλεξάνδρεια αποφάσισαν να εμπλουτίσουν τον κατάλογό τους με ένα πολλά υποσχόμενο εκδοτικό πρόγραμμα μεταφρασμένης λογοτεχνίας, κυκλοφορώντας πρόσφατα τέσσερις τίτλους και ανακοινώνοντας κάμποσους ακόμα για το εγγύς μέλλον. Μεταξύ των βιβλίων που κυκλοφόρησαν, το τελευταίο μυθιστόρημα του Μάικλ Κάνινγκαμ (γνωστού από το μυθιστόρημα Οι ώρες), Μέρα, σε μετάφραση Παναγιώτη Κεχαγιά.

Το μυθιστόρημα αποτελείται από τρία μέρη, διαδραματίζεται το πρωί, το μεσημέρι και το βράδυ της πέμπτης Απριλίου σε διάστημα τριών ετών, αρχής γενομένης το 2019. Τέσσερις ενήλικες, τρεις ανήλικοι και μια φανταστική ψηφιακή περσόνα πρωταγωνιστούν. Το κυρίως σκηνικό είναι η Νέα Υόρκη, η επαρχία της πολιτείας και η εξωτικά αποκομμένη Ισλανδία.  Τα πρόσωπα του μυθιστορήματος χαρακτηρίζονται από μια αληθοφανή ανθρωπινότητα, τίποτα το ιδιαίτερο ή το εξωφρενικό δεν σημαδεύει τη ζωή τους, μόνο όνειρα, διαψεύσεις, απομάγευση, απωθημένα και φόβος, μια συνθήκη οικεία στον αναγνώστη.

Σε μια εποχή κατά την οποία ολοένα και περισσότεροι δημιουργοί εναποθέτουν την πρόζα τους σε μια συνθήκη εξαίρεσης, γυρεύοντας καταφύγιο στην πρωτοτυπία, ο Κάνινγκαμ δεν δελεάζεται από το ρεύμα αυτό, αλλά κινείται αντίθετα, καταφεύγει σε μια συνταγή κλασική. Εκκινά από τα πρόσωπα, τις ιδιαιτερότητες και τον χαρακτήρα τους, έτσι, όσα συμβαίνουν και αντιμετωπίζουν πηγάζουν και ρέουν αβίαστα.

Η γονεϊκότητα, η ενηλικίωση, η κόπωση, η επαγγελματική φιλοδοξία, η ανάγκη για συντροφικότητα παράλληλα με τη διασφάλιση της ατομικότητας, ο έρωτας, το πένθος, οι υποσχέσεις και η δέσμευση σε αυτές, οι άλλοι, η ενοχή, η αμφιβολία, το βάρος της ύπαρξης, η ματαιότητα, ο φόβος της απώλειας, αλλά και, το κέντρο της πόλης, τα ενοίκια, η ψηφιακή εγγύτητα, οι συνθήκες εξαίρεσης που αποκτούν χαρακτηριστικά κανόνα, η ιλιγγιώδης ταχύτητα με την οποία ο κόσμος μεταβάλλεται, η ολοένα και μεγαλύτερη ανάγκη για καταφυγή στα μπούνκερ του παρελθόντος της παιδικής ή της νεανικής ηλικίας, το χάσμα των γενεών, ο ολοένα και αυξανόμενος θόρυβος, η πλημμύρα από πληροφορίες και γεγονότα, η διαρκής συνθήκη προσαρμογής, ένα καρότο μπροστά στα μάτια μας, με λίγα λόγια: ο κόσμος μας.

Σκιαγραφώντας με λεπτομέρεια, που υπάρχει ακόμα και αν δεν επισημαίνεται, τα πρόσωπα της πλοκής, ο Κάνινγκαμ πετυχαίνει να συμπεριλάβει ένα μεγάλο μέρος του δυτικού κόσμου, ικανοποιώντας την πρωταρχική συνθήκη της τέχνης της μεγάλης φόρμας, παρότι το μυθιστόρημά του δεν πάσχει από αχρείαστο βερμπαλισμό και δεν υποκύπτει στη συνήθη νόσο της απόπειρας συγγραφής ενός μεγάλου αμερικανικού μυθιστορήματος, όπως τόσοι και τόσοι ομότεχνοί του.

Αν θα μπορούσε κανείς να ξεχωρίσει μία και μόνη αρετή σ' αυτό το καλό μυθιστόρημα, τότε εκείνη μάλλον θα ήταν η ωριμότητα του συγγραφέα, ο τρόπος με τον οποίο διαχειρίζεται το υλικό του κατά την προώθηση της πλοκής. Η απλότητα είναι επίσης μια αρετή, συχνά παρεξηγημένη, θύμα σύγχυσης με την απλοϊκότητα, απόρροια εδώ της διαύγειας με την οποία ο Κάνινγκαμ αντιμετωπίζει μέσα από τα πρόσωπα τις δυσκολίες της ζωής, γεγονός που προσδίδει την απαραίτητη συγχρονία στη Μέρα

Παρά τη συναισθηματική απόσταση που ορθώς διατηρεί ο παντογνώστης αφηγητής από τα πρόσωπα, μια γλυκύτητα με τη μορφή της κατανόησης υπάρχει διάχυτη στο μυθιστόρημα, γιατί δεν αρκεί να διακρίνονται τα πρόσωπα για την ανθρωπινότητά τους, το ίδιο οφείλει να χαρακτηρίζει και τον αφηγητή, κατ' επέκταση και τον συγγραφέα, όταν επιχειρεί να καταγράψει την απόπειρα ύπαρξης εντός ενός πλαισίου φρικώδους, κυρίως γιατί δεν προσφέρει απαντήσεις παρά θέτει διαρκώς νέες προκλήσεις και ερωτήματα, κόσμου. 

Η Μέρα είναι ένα γλυκό, αλλά όχι γλυκερό, απλό, αλλά όχι απλοϊκό, μυθιστόρημα, χωρίς την ανάγκη για στείρο εντυπωσιασμό, για άχρηστα ευρήματα και επίφοβης στατικότητας υπερβολές. Είναι αυτό που είναι και δεν έχει ανάγκη να εκβιάσει, να καμωθεί κάτι άλλο. Η καλή λογοτεχνία, ακόμα, διαθέτει μια όμορφη αυτάρκεια, ανακουφιστική.

(το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών) 

υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ
 
Μετάφραση Παναγιώτης Κεχαγιάς
Εκδόσεις Αλεξάνδρεια

Πέμπτη 11 Σεπτεμβρίου 2025

I love Dick - Chris Kraus

Τι τρελό βιβλίο που ήταν αυτό! Με αφορμή την επικείμενη έκδοσή του, στο πλαίσιο του πολλά υποσχόμενου ανοίγματος των εκδόσεων Αλεξάνδρεια στη σύγχρονη μεταφρασμένη λογοτεχνία, αρκετοί μου μίλησαν για το I love Dick της Κρις Κράους, που έκανε αρκετή αίσθηση, διχάζοντας κοινό και κριτική, όχι τόσο όταν πρωτοκυκλοφόρησε το 1997, αλλά στην επανέκδοσή του το 2010, όταν οι συνθήκες ήταν πιο σύγχρονες, τη στιγμή που ο φεμινισμός επανερχόταν δυναμικά στο προσκήνιο και ο μεταμοντερνισμός είχε πια καταλάβει μεγάλο μέρος της λογοτεχνικής επικράτειας.

Αν έπρεπε κανείς να δώσει σε δυο τρεις γραμμές την περίληψη αυτού του δύσκολα ειδολογικά κατατάξιμου βιβλίου, τότε σίγουρα θα αναφερόταν σε ένα υπό κατασκευή ερωτικό τρίγωνο στο οποίο πρωταγωνιστούν η Κρις Κράους, μια αποτυχημένη ανεξάρτητη κινηματογραφίστρια λίγο πριν τα σαράντα, ο σύντροφός της, Σιλβέρ Λοτρινζέ, πενήντα έξι ετών καθηγητής πανεπιστημίου, και, το αντικείμενο του πόθου, ο Ντικ, Άγγλος κριτικός πολιτισμού που πρόσφατα μετακόμισε στο Λος Άντζελες. Ένα δείπνο των τριών, που συνεχίστηκε στο σπίτι του Ντικ μέχρι αργά, η αίσθηση της Κράους πως, παρότι έμοιαζε εκτός της συζήτησης των δύο αντρών, ο Ντικ δεν έπαψε στιγμή να την κοιτάζει ερωτικά, η συζήτηση του ζευγαριού περί αυτού την επόμενη μέρα στον δρόμο του γυρισμού, απόρροια της ανοιχτότητας της σχέσης τους, εν συνεχεία, ο Σιλβέρ είναι εκείνος που θα γράψει την πρώτη επιστολή στον Ντικ, μιλώντας του για τα αισθήματα της συζύγου του για εκείνον, η Κρις θα συνεχίσει, σελίδες επί σελίδων, τηλεφωνήματα αναπάντητα, ένα σώμα αφήγησης υπό διαμόρφωση, επιστολικής/ημερολογιακής φύσης, χωρίς ανταπόκριση καλέσματα σε συνάντηση.

Το υπό διαμόρφωση ερωτικό τρίο και η επιστολική/ημερολογιακή φύση του μυθιστορήματος περισσότερο πατούν στην κλασική λογοτεχνική παράδοση παρά προοικονομούν μια σύνθετη, αρκούντως θεωρητική, μεταμοντέρνα κατασκευή και όμως, ευφυώς τοποθετημένα ως γέφυρα με τις απαρχές του ανθρώπινου πόθου τον οποίο η λογοτεχνία υπηρετεί μέσα στα χρόνια, πετυχαίνουν ακριβώς αυτή τη σύνδεση, του αρχέγονου πόθου με τη σύγχρονη φόρμα, την χάραξη της συνέχειας του λογοτεχνικού ποταμού. Επίσης, μπορεί τα τελευταία χρόνια να υπάρχει εξοικείωση με την αυτομυθοπλασία, και έτσι η παρουσία της συγγραφέως Κράους και των λοιπών προσώπων να μην εντυπωσιάζει, αλλά βρισκόμαστε στα τέλη του περασμένου αιώνα όταν το μυθιστόρημα πρωτοκυκλοφορεί, στοιχείο επίσης σημαντικό, τότε και προκλητικό.

Έχοντας κατασκευάσει μια προβλήτα ικανή να δέσει ο αναγνώστης το πλοιάριο του, η Κράους, άπαξ και εκείνος πατήσει το πόδι του στην ακτή, τον παρασέρνει στην ενδοχώρα, βυθίζοντάς τον ολοένα και περισσότερο σε αχαρτογράφητα εδάφη, καθώς οι επιστολές αθροίζονται σε ένα αφηγηματικό σώμα απεύθυνσης στον Ντικ, που ακολουθεί όλες τις διακυμάνσεις του πάθους του ζεύγους, κυρίως βέβαια της Κρις, και όσο βαθύτερα κατευθύνονται στην ενδοχώρα του ανεκπλήρωτου πόθου, τόσο η καταφυγή στη θεωρία εντείνεται, τόσο η εγκεφαλικότητα επικρατεί, τόσο το συναίσθημα τοποθετείται σε πλάκες εξέτασης στο εργαστήριο, τόσο η διακειμενικότητα απλώνει ρίζες και νήματα, τόσο το μετά επικρατεί του όποιου αρχικά παραδοσιακού ρυθμού, τόσο το I love Dick μετατρέπεται, εδώ και η πόλωση, σε μια γοητευτική, για μένα, χάλκευμα, για άλλους, κατασκευή, διανοητικής φύσης και τεχνικής κατασκευής.

Είναι τέτοια η φύση του βιβλίου, της κατασκευής μάλλον καλύτερα, που διόλου αντιφατικό δεν είναι το γεγονός πως παρότι προσωπικά το απόλαυσα ιδιαιτέρως, κατανοώ πλήρως τις όποιες ενστάσεις μπορεί κάποιος να εκφράσει, επιθυμώντας μόνο να προσθέσω πως το θεωρώ ένα παράγωγο της εποχής, παρότι σχεδόν τριάντα χρόνια μετά, ίσως τότε προπομπός της ψηφιακότητας του συναισθήματος και της υπεραναλυτικής και υπερεξειδικευμένης σκέψης και θεωρίας, και η συγχρονία, πόσο μάλλον η προοικονομία της, είναι αναπόφευκτο να διχάσουν.

Η συνδετική ουσία της κατασκευής είναι το πάθος της Κρις, ένα πάθος όχι μονοσήμαντο, ένα πάθος πληθωρικό, σωματικό, συναισθηματικό και εκλογικευμένο, ανεξέλεγκτο και ταυτόχρονα υπό απόπειρα πλήρους ελέγχου, το πάθος της Κρις για τον Ντικ είναι ακόμα πιο δύσκολα περιγράψιμο και ορίσιμο από το ίδιο το λογοτεχνικό κατασκεύασμα, ή μάλλον καλύτερα διατυπωμένο: το κατασκεύασμα αποδεικνύεται κατάλληλο ώστε να φιλοξενήσει το πάθος της Κρις. Και αυτό το πάθος, όπως και αν δίνεται, δεν παύει στιγμή να λειτουργεί ως μια γεννήτρια διαρκούς αντίφασης της εγκεφαλικότητας, το συναίσθημα υπό εξωφρενική διύλιση, η καύλα υπό ακραία θεωρητική διερεύνηση και απόπειρα έκφρασης, δεν παύουν στιγμή να επιτείνουν την αντίστιξη, το πάθος που διαισθητικά και δίχως επαρκή επιστημονική γνώση θα το κατατάσσαμε ως ανυπότακτο και αυτή θα ήταν η όποια ποιοτική του στάθμη, η Κράους καταφέρνει, έστω και εντός μιας τέτοιας εξωφρενικής κατασκευής να το περιορίσει, να το καθυποτάξει, να το εξημερώσει, ακόμα χειρότερα, να το εργαλειοποιήσει, και αυτό είναι κάτι που (άλλους) ξενίζει και (άλλους) μας γοητεύει, στην αυγή της τεχνητής νοημοσύνης ακόμα περισσότερο, θα πρόσθετα, ένα καυλωμένο cyborg που γράφει γράμματα απεγνωσμένης αγάπης, βάλτε ερωτηματικό σε παρένθεση μετά από όποια λέξη θέλετε, μετά το καυλωμένο, μετά το cyborg, μετά το γράμματα, μετά το απεγνωσμένης, μετά το αγάπης, όπου εσείς θέλετε.

Ο πρόλογος, του Αϊλίν Μάιλς, και το επίμετρο, της Τζόαν Χόκινς, αναδεικνύουν περαιτέρω γωνιές του μυθιστορήματος, αποτυπώνοντας την οριακή του φύση, διερευνώντας τις επικράτειες της αποδοχής αλλά και της κριτικής που δέχτηκε πριν επανεκδοθεί, αφού έκανε έναν πρώτο κύκλο. Σκέφτομαι, διαβάζοντας σχεδόν τριάντα χρόνια μετά το I love Dick, στην ελληνική έκδοση, στην πολυποίκιλα απαιτητική μετάφραση της Μαρίας Φακίνου, πώς θα ένιωθα διαβάζοντας αυτό το βιβλίο τότε, χωρίς την όποια τριβή, λογοτεχνική αλλά και ευρύτερα βιωματική, των χρόνων που μεσολάβησαν, χρόνων τόσο ισχυρά διαμορφωτικών, συμπυκνωμένων ως αίσθηση, μυλόπετρες που αλέθουν τα πάντα, άρα και το συναίσθημα αλλά και την επαφή μας μαζί του, τον τρόπο που διασχίζουμε και κατανοούμε το σύγχρονο αντιμέτωποι με αρχέγονα συναισθήματα, όπως το πάθος για παράδειγμα, χαραγμένο βαθιά στις πλάκες του υλικού από το οποίο είμαστε φτιαγμένοι, αν θα το δεχόμουν ως προφητεία των όσων επρόκειτο να έρθουν, ή αν θα το απέρριπτα ως μιας κακής πάστας πρόκληση για την πρόκληση, γιατί τώρα, μέσα από εκείνα που επρόκειτο να έρθουν, διαμορφωμένοι και περιχαρακωμένοι από τις απαραίτητες βεβαιότητες δεν είναι το ίδιο σοκαριστικό, θέλω να πω πως η ανάγνωση ενός βιβλίου, όπως αυτό, τόσα καθοριστικά χρόνια μετά, είναι μια συνθήκη οριακά αρχαιολογική, όχι μόνο για τα μέσα επικοινωνίας, αλλά και για την ίδια τη θεώρηση των πραγμάτων εν γένει.

Αλλά, τι τρελό βιβλίο που ήταν αυτό!

υγ. Ευτυχής συγκυρία, διάβασα το I love Dick σχεδόν ταυτόχρονα με αυτό το βιβλίο εδώ

Μετάφραση Μαρία Φακίνου
Εκδόσεις Αλεξάδνρεια

Πέμπτη 3 Ιουλίου 2025

Βλέπω τα κτίρια να πέφτουν σαν αστραπές - Keiran Goddard

Σχετικά πρόσφατα οι εκδόσεις Αλεξάνδρεια έκαναν ένα εμφατικό άνοιγμα στη μεταφρασμένη λογοτεχνία, μέρος της πρώτης τριάδας βιβλίων που κυκλοφόρησαν ήταν και το Βλέπω τα κτίρια να πέφτουν σαν αστραπές. Δεν γνώριζα τίποτα για τον Κίραν Γκόνταρντ, που γεννήθηκε το 1984 στην περιοχή του Μπέρμινχαμ, αυτό είναι το δεύτερο μυθιστόρημά του, είναι επίσης ποιητής ενώ ασχολείται επισταμένα με θέματα που σχετίζονται με την κοινωνική αλλαγή. Πέρα από μια διαίσθηση, άλλο εφόδιο δεν είχα σχετικά με αυτό το βιβλίο.

«Πάρε, για παράδειγμα, όλους τους ανθρώπους που ξέραμε όταν ήμασταν παιδιά. Τόσοι και τόσοι που άλλοτε ήταν σημαντικοί για την καθημερινότητά μας και τώρα δεν θυμόμαστε ούτε τα πρόσωπά τους ή τσακωνόμαστε στην παμπ για το ποιο ήταν το επώνυμό τους. Εγώ, ο Όλι, ο Πάτρικ, ο Κόνορ, η Σιβ, νομίζαμε πως είμαστε διαφορετικοί από τους γονείς μας, πιο δραστήριοι κάπως, πιο γενναίοι. Αλλά είχαμε άδικο. Κάνουμε ακριβώς τα ίδια λάθη, παραιτούμαστε από τα ίδια πράγματα, το ένα μετά το άλλο. Αλλά αυτό δεν σημαίνει πως δεν μπορούμε να πιούμε στην υγειά του μύθου μας, να πούμε μερικές ιστορίες για όλα όσα δεν γίναμε».

Αν και το παραπάνω απόσπασμα εντοπίζεται στις τελευταίες σελίδες του μυθιστορήματος, θεωρώ πως το συνοψίζει σε μεγάλο βαθμό, τόσο θεματικά, περί τίνος πρόκειται αυτή η ιστορία, όσο και υφολογικά, η ποιητική –αλλά σε καμία περίπτωση ποιητικίζουσα– πρόζα. Μια παρέα ανθρώπων, που κάποτε υπήρξαν φίλοι, μεγάλωσαν παρέα, έκαναν όνειρα, μεθύσια, έφαγαν τα μούτρα τους, παρεξηγήθηκαν και ύστερα μόνιασαν, ήταν σίγουροι πως δεν θα γίνουν σαν τους γονείς τους, κάποιοι εγκατέλειψαν την πόλη, κάποιοι δεν άλλαξαν ούτε δρόμο, χάθηκαν και ξαναβρέθηκαν, δεν ήταν πια οι ίδιοι.

Η νεότητα, αρχής γενομένης από την παιδικότητα, εφορμά από μια διφορούμενη αντίφαση, εμείς θα μείνουμε σταθεροί, τα πράγματα θα αλλάξουν. Η απομάγευση της ενηλικίωσης, η κύρια ίσως έκφανσή της, με τη συνειδητοποίηση αυτή έχει να κάνει, εμείς αλλάξαμε, τα πράγματα δεν άλλαξαν, όχι προς το καλύτερο τουλάχιστον, εκεί που λέγαμε για πάντα τώρα λέμε τότε, εκεί που πιστεύαμε πως η λέξη φιλία θα είχε πάντα κεφαλαίο το γράμμα Φ, τώρα είναι μια ανάμνηση, συχνά θολή. Ο κόσμος αποδείχτηκε πολύ μεγαλύτερος από τις δυνάμεις μας, μας εξόντωσε, μας έκανε να νιώσουμε εφιαλτικά μικροί και λίγοι, ο χρόνος που κάποτε έμοιαζε αργοκίνητο καράβι σε ήρεμα ύδατα, τώρα προχωρά χωρίς να μας περιμένει, με δυσκολία κρατάμε το κεφάλι στην επιφάνεια, όσοι το κρατάμε ακόμα, η κάθε μέρα ακόμα μια μάχη επιβίωσης, πόσο αφελείς υπήρξαμε κάποτε.

Ο Γκόνταρντ αφηγείται μια ιστορία ενηλικίωσης τελευταίων σταδίων, μια ύστερη επικράτεια μιας οδυνηρής διαδικασίας, εκεί όπου η απομάγευση παραμερίζει μόνο για να επιτρέψει στην πραγματικότητα να εγκατασταθεί ολοένα και πιο άνετα και επιβλητικά. Ένας από τους αγαπημένους μου συγγραφείς είναι ο Τζον ΜακΓκρέγκορ, κυρίως για τον τρόπο του να στρέφει το παρατηρητήριο του στο πλέον αδιόρατο, μικρό, ατομικό, με έναν τρόπο γλωσσικά και υφολογικά μοναδικό. Εδώ υπάρχει μια ευδιάκριτη επιρροή, αρκούντως χωνεμένη και κατεστημένη οικεία. Και από μόνο του αυτό είναι αρκετό για να υποστηρίξει το πόσο μου άρεσε το βιβλίο αυτό, που ανήκει σε μια χαμηλών τόνων και βραδείας καύσης λογοτεχνία που πολύ μου αρέσει.

Από το απόσπασμα που επέλεξα, εκτός από τη σύνοψη της ιστορίας και του ύφους, περιλαμβάνει και την άλλη ιδιότητα του Γκόνταρντ, εκείνη του κοινωνικού επιστήμονα, του παρατηρητή των αλλαγών. Αυτό το γίναμε σαν τους γονείς μας, κάτι που ήταν πρωταρχική δήλωση αντιπαραδείγματος, το μόνο σίγουρο πως δεν θα γίνει αλλά έγινε και όσο και αν αρνηθήκαμε να το δούμε εντέλει το παραδεχτήκαμε έστω και χαμηλώνοντας το βλέμμα μπροστά στον καθρέφτη, εκτός από λογοτεχνική μαγιά, θεωρώ, πως συνοψίζει και το κομμάτι της κοινωνικής μελέτης. Τα πράγματα άλλαξαν, κυρίως προς το χειρότερο, ας δούμε μόνο το κομμάτι εργασία και κόστος/ποιότητα καθημερινής διαβίωσης, και εμείς γίναμε σαν τους γονείς μας, ούτε καν παρατηρητές της αλλαγής αυτής, γιατί αν την παρατηρούσαμε τότε ίσως και να αντιδρούσαμε, γίναμε σαν τους γονείς μας και τρέχουμε πίσω από την κάθε μέρα, χωμένοι και χαμένοι στην ατομική μας επικράτεια, κάποιοι με την αφέλεια πως θα καταφέρουν να πετύχουν, σε ό,τι και αν συνίσταται μια τέτοια επιτυχία.

Η φιλία, που πιστεύαμε πως θα κρατούσε για πάντα, ως απάγκιο, ως κυματοθραύστης, ως αλεξικέραυνο, ξέφτισε, γνωστοί άγνωστοι που αναλωνόμαστε με το δικό μας, που το εμείς έχει πια εκλείψει από το λεξιλόγιό μας, και μόνο σαν πικρή ανάμνηση κάποια βράδια αργά μας επισκέπτεται, και εμείς τίποτα δεν μπορούμε να κάνουμε γι' αυτό, η παρτίδα δεν σώζεται, παραλίγο θα έγραφα πατρίδα, και αυτό κάτι θα σημαίνει, δεν μπορεί, ίσως εκείνο το σύνθημα στους τοίχους πως μόνη πατρίδα είναι τα παιδικά μας χρόνια. Επανέρχομαι στην ποιητικότητα γιατί νιώθω την ανάγκη να διευκρινίσω ξανά πως δεν πρόκειται για ποιητικούρα, για μελό λέξεις και περιγραφές, για μια πλατφόρμα αναχωρητική, αλλά, ίσως αντίθετα, είναι εκεί, απολαυστικά ενταγμένη στην πρόζα, για να επισημάνει όσα λείπουν, όσα η ζωή στερείται, για να καταστήσει με τον τρόπο της ακόμα πιο ρεαλιστικό το πλαίσιο, για να απομακρύνει τόσο όσο τον προβολέα από τα πρόσωπα της πλοκής ώστε ο αναγνώστης να νιώσει οικεία, κάθε αναγνώστης με τον τρόπο του, κάποιος περισσότερο και κάποιος καθόλου, κάποιος αδιάφορα και κάποιος που δεν θα μπορέσει να μείνει ασυγκίνητος για όλα εκείνα που χάσαμε ενώ διατυμπανίζαμε πως ποτέ κάτι τέτοιο δεν θα συνέβαινε σε εμάς.

Γιατί αν υποθέσουμε, με φόβο και παίζοντας ένα τελευταίο χαρτί, πως ο έρωτας κάπως σώζεται με τη συντροφικότητα, με το μοίρασμα της καθημερινότητας, ένα εμείς που κάπως αντιστέκεται, έστω και όχι έτσι όπως το ονειρευτήκαμε διαβάζοντας ποίηση ή τραγουδώντας με τα μάτια κλειστά καπνίζοντας και πίνοντας, ίσως θα μπορούσαμε να πούμε πως ο έρωτας, έστω και ως μια κοινωνικοοικονομική συμμαχία, κάπως σώζεται, η φιλία, δυστυχώς, δυστυχέστατα, γαμώτο, δεν σώζεται, μαζί με εκείνη και η συλλογικότητα του βίου, μύριες ατομικότητες που το βράδυ δυσκολεύονται να κοιμηθούν. Και δεν είναι τυχαίο που οι πλέον δημοφιλείς τηλεοπτικές σειρές τη φιλία είχαν στο επίκεντρο, άνθρωποι που ό,τι και αν συνέβαινε στον μικρό ή μεγάλο κόσμο είχαν κάπου να γυρίσουν, να πιουν μια μπύρα, να γελάσουν και να κλάψουν, εκείνο που μας λείπει περισσότερο λαχταράμε, εκείνο γυρεύουμε, και πια τέτοιες σειρές δεν γυρίζονται ή δεν γίνονται επιτυχία, και αυτό κάτι θα σημαίνει.

Θα έπρεπε, ίσως, να έχω πει περισσότερα για το ίδιο το βιβλίο, για την αρτιότητα σε επίπεδο τεχνικό, για την απόλαυση σε επίπεδο γλωσσικό, για τον τρόπο με τον οποίο ο Γκόνταρντ διαχειρίστηκε το υλικό και σμίλεψε την ιστορία, για τα κεφάλαια, κάθε ένα με το όνομα ενός, που μας επιτρέπουν να δούμε πιο σφαιρικά τα συμβάντα, να ακούσουμε τη σκέψη πίσω από τη σιωπή, εκείνα που δεν ειπώθηκαν όταν ήταν η στιγμή, και θα μπορούσα με λίγο σύστημα, ίσως αν άφηνα και μερικές μέρες να περάσουν ακόμα, να προσθέσω ακόμα περισσότερα σχόλια, πιο αντικειμενικά, όσο αντικειμενική δύναται να είναι μια ανάγνωση, αλλά δεν μπόρεσα να συγκρατηθώ, αυτό το βιβλίο με πήρε και με σήκωσε, χωρίς να το αντιληφθώ έγκαιρα, και όταν το αντιλήφθηκα ήταν ευτυχώς αργά, δεν μπορούσα να καταφύγω στη λογική, να πάρω απόσταση από το συναίσθημα, να επαναλαμβάνω πως αυτό είναι λογοτεχνία, μια ιστορία που κάποιος φαντάστηκε και θέλησε να πει. Και αυτή η εμπλοκή δεν θα συνέβαινε, όχι με τον ίδιο τρόπο, αν ο Γκόνταρντ δεν άφηνε τις σιωπές να μιλήσουν, το ανείπωτο να γεμίσει τα κενά, αν το κοινωνικό περιβάλλον χωρίς να πρόκειται για δοκίμιο δεν ήταν τόσο αληθοφανές στο κακοφόρμισμά του.

Ας το πω ξανά, παρότι προφανές, το βιβλίο αυτό μου άρεσε πάρα πολύ.

υγ. Για τα βιβλία του αγαπημένου ΜακΓκρέγκορ ένα νήμα εδώ.

Μετάφραση Νατάσα Σίδερη
Εκδόσεις Αλεξάνδρεια


Πέμπτη 6 Μαΐου 2021

Η κριτική των όπλων - José Pablo Feinmann

Σήμερα, 21 Οκτωβρίου του 2002, είναι η Μέρα της Μητέρας. Για να τη γιορτάσω πραγματικά, για να τη γιορτάσω όπως έπρεπε να την είχα γιορτάσει εδώ και χρόνια, για να τη γιορτάσω όπως ποτέ δεν τόλμησα να τη γιορτάσω, για να ξεμπερδεύω μ' αυτή τη σχέση που δεν είναι ούτε αισχρή ούτε διαβολική αλλά απλώς ηλίθια, μια ηλίθια και ασφυκτική σχέση που μας δένει ανέκαθεν, για να μην υπάρξει πια ούτε για σένα ούτε για μένα άλλη Μέρα της Μητέρας, για όλους αυτούς τους λόγους μαζί, σήμερα, μαμά, θα σε σκοτώσω.

Ο πατέρας τού Πάμπλο, επιχειρηματικό πνεύμα, ανήσυχο και φιλόδοξο, αναζητούσε διαρκώς νέες ευκαιρίες, ίδρυσε μια εταιρεία κατασκευής και εμπορίας καλωδίων, παρατώντας την ιατρική, αφού η ανακάλυψη της πενικιλίνης, συνήθιζε να λέει, αποτέλεσε την ταφόπλακα του επαγγέλματος. Παρά τις περί του αντιθέτου παραινέσεις να γίνει δικηγόρος, ο Πάμπλο σπούδασε φιλοσοφία, γοητεύτηκε από τη μαρξιστική θεωρία, πολιτικοποιήθηκε και οργανώθηκε σε διάφορες αριστερές ομάδες, μοιράστηκε μαζί με τους συντρόφους του το όραμα για μια Αργεντινή στα πρότυπα της Κούβας, βρέθηκε από σπόντα να διδάσκει στο πανεπιστήμιο, έγραψε ένα σύγγραμα, συμμετείχε στην έκδοση ενός ριζοσπαστικού περιοδικού. Ταυτόχρονα, μαζί με τον αδερφό του, δούλευε στην οικογενειακή επιχείρηση, από την οποία κατάφεραν να εξοβελίσουν τον πατέρα, απολαμβάνοντας μια καλή ζωή, ανήκοντας στη μειοψηφία. Στα τέλη του Μαρτίου του 1976 επιβάλλεται η δικτατορία του Βιντέλα. Ο τρόμος κατακλύζει τον Πάμπλο καθώς βλέπει τις εκκαθαρίσεις του καθεστώτος· απαγωγές, βασανιστήρια, δολοφονίες· κάθε πιθανός εχθρός διώκεται. Η καθημερινότητα ωστόσο, ως συνηθίζει, προχωράει ακάθεκτη, ένα μεγάλο «θα 'χε λερωμένη τη φωλιά του» πλανάται πάνω από τη χώρα· δικαιολογεί και καθησυχάζει τους φιλήσυχους πολίτες. 

Ο Πάμπλο φοβάται. Εγκαταλείπει το Μπουένος Άιρες τις καθημερινές για δήθεν επαγγελματικά ταξίδια, επιστρέφει τα σαββατοκύριακα που τα τάγματα της αστυνομίας και του στρατού ξεκουράζονται. Διαβάζει μετά μανίας τις εφημερίδες σε μια απόπειρα να διακρίνει αν αποτελεί στόχο ή όχι, τηλεφωνεί στους άλλοτε συντρόφους του έντρομος, η γυναίκα του δεν συμμερίζεται τον πανικό του. Ο περίγυρός του θεωρεί πως έχει απλώς μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του, για τη σημασία και την επίδραση των γραπτών και της δράσης του. Την ίδια στιγμή μεγαλύτερος πελάτης της εταιρείας είναι το κράτος. Ο Πάμπλο θα διαγνωστεί με καρκίνο στον όρχι. Μετά την επέμβαση αφαίρεσης, θα υποβληθεί σε θεραπείες, το ενδεχόμενο της μετάστασης στους πνεύμονες δεν επιτρέπει τον εφησυχασμό. Σε μια απόπειρα να αντιμετωπίσει τον φόβο του θα σκεφτεί τη φυγή σε μια χώρα μακρινή, στον Καναδά για παράδειγμα, να αφήσει πίσω του τον ζόφο. Θα ζητήσει από τον πατέρα του να του διασφαλίσει πως θα λαμβάνει ένα μηνιαίο εισόδημα. Εκείνος τον παραπέμπει στον αδερφό του, δική σας είναι η επιχείρηση τώρα, του λέει, εμένα φροντίσατε να με πετάξετε εκτός. Ο αδερφός του δεν το συζητά, μόνο όποιος δουλεύει πληρώνεται, του λέει. Θα αναζητήσει διέξοδο στην ψυχοθεραπεία, θα δοκιμάσει διάφορους ειδικούς, εναλλακτικές θεραπείες και φαρμακευτικές αγωγές. Δεν θα καταφέρει να ξεφύγει από τη νεύρωση. 

Χρόνια μετά το τέλος της δικτατορίας, το 2002, σε μια χώρα ρημαγμένη από το χρέος και σε διαρκή πολιτική αστάθεια, ο Πάμπλο Επστέιν, πενήντα εννέα ετών πια, ανήμερα της Μέρας της Μητέρας θα φτάσει νωρίς το πρωί στο γηροκομείο που εδώ και χρόνια ζει η μητέρα του. Κρατάει λουλούδια, ένεκα της ημέρας, και την αντιρυτιδική κρέμα που μετ' επιτάσεως εκείνη του ζήτησε να της φέρει. Θα περάσει τη μέρα του μαζί της, με σκοπό, λίγο πριν από τη λήξη του επισκεπτηρίου, να τη σκοτώσει. 

Πρώτα όμως θα αφηγηθεί την ιστορία του.

Η πρώτη παράγραφος του μυθιστορήματος αυτού, θα συμφωνήσετε φαντάζομαι μαζί μου, διέπεται από πρωτοτυπία, κυρίως για την αμεσότητα με την οποία εκφράζει τις προθέσεις του κεντρικού ήρωα, του Πάμπλο. Επιπρόσθετα, λειτουργεί ιδανικά ως εισαγωγή στην αφήγηση αυτή, αφήγηση με εμφανή τα στοιχεία παραληρήματος, που πετυχαίνει να ενσωματώσει στο μυθοπλαστικό σώμα την αργεντίνικη ιστορία, τη φιλοσοφία, το πολιτικό δοκίμιο, τη λογοτεχνία και την ψυχολογία, μετερχόμενη διαρκείς εναλλαγές στο αφηγηματικό πρόσωπο, στρέφοντας την απεύθυνση πότε στο πρόσωπο της μητέρας και πότε στον ίδιο τον αφηγητή, διασπώντας διαρκώς την χρονική ακολουθία, επανερχόμενη ξανά και ξανά στα ίδια, καθοριστικής σημασίας για τον αφηγητή, επεισόδια. Η κριτική των όπλων, όπως ευκρινώς ο τίτλος άλλωστε δηλώνει, αποτελεί και μια (αυτο)κριτική, συνήθως απούσα, για τα άτομα και τις ομάδες που στάθηκαν απέναντι στη δικτατορία, έστω και θεωρητικά, για τον τρόπο με τον οποίο αντέδρασαν, για τις διασπάσεις του μετώπου, για την παραίτηση, για τη φυγή στο εξωτερικό, για τις συνθήκες που οδήγησαν ως εκεί, κριτική που συνοδεύει τα γνώριμα συναισθήματα της απογοήτευσης και του φόβου. Τα υπόλοιπα είναι γνωστά: οι παρά το δικτατορικό καθεστώς έκαναν εκείνα που έκαναν και η σιωπηλή πλειοψηφία κοίταζε τη δουλειά της. Η αφήγηση του Πάμπλο αποτελεί μια, έστω και έμμεση, παραδοχή της δικής του ευθύνης, παραδοχή που ξεφεύγει από το αυστηρά ατομικό και περιλαμβάνει το σύνολο των προοδευτικών δυνάμεων του τόπου. Ο Πάμπλο δεν διαθέτει τίποτα το ηρωικό, έτσι όπως είναι εγκλωβισμένος στην ανθρώπινη ατέλειά του, γεμάτη από αντιφάσεις, ανικανοποίητα όνειρα και αποτυχίες, με κύρια εκείνη της αδυναμίας να καταστήσει σύμμαχο τη μάζα για την ανατροπή και την ανοικοδόμηση, με αποτέλεσμα την ακόλουθη της πτώσης των στρατηγών καπιταλιστική επέλαση με τις γνωστές συνέπειες. Όμως, κριτική και απολογισμός χωρίς αυτοσαρκασμό δεν υφίστανται. Ο Πάμπλο δεν αποφεύγει -με την παρασκηνιακή συγγραφική συμβολή πάντοτε- να τσαλακώσει την εικόνα του και να φλερτάρει με τον αυτοχλευασμό, υποσκάπτοντας και προβοκάροντας τους φόβους και τις αποτυχίες του, τη δειλία του πρώτα και κύρια, την αδυναμία του να πάρει την κατάσταση υπό τον έλεγχό του, να ορίσει την ίδια του τη ζωή, εμμένοντας στον ρόλο του θύματος των καταστάσεων και της μοίρας, στρέφοντας όλα τα βέλη στη μητέρα του καθώς περιμένει να βραδιάσει για να τη σκοτώσει. 

Η κριτική των όπλων αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα απογείωσης της αρχικής ιδέας διαμέσου της εκτέλεσης αυτής. Είναι ο τρόπος με τον οποίο ο Φέινμανν αφηγείται την ιστορία του συνομήλικού του Πάμπλο, που καθιστά ξεχωριστή μια ιστορία εν πολλοίς γνωστή και πλειστάκις ειπωμένη, την ιστορία της Αργεντινής κατά τη διάρκεια του δεύτερου μισού του περασμένου αιώνα. Η απαράμιλλη αφηγηματική δεινότητα του Φέινμανν εντυπωσιάζει και παρασύρει τον αναγνώστη σ' ένα μυθιστόρημα πραγματική έκπληξη, που μάλλον πέρασε απαρατήρητο στη δίνη της εκδοτικής παραγωγής.

Μετάφραση Κρίτων Ηλιόπουλος
Εκδόσεις Αλεξάνδρεια 

Πέμπτη 24 Ιανουαρίου 2019

Ξαφνικός θάνατος - Álvaro Enrigue





Ένας αγώνας τένις ανάμεσα στον Καραβάτζο και τον Κεβέδο, μεταξύ τόσων άλλων που λαμβάνουν χώρα στο βιβλίο αυτό, είναι αρκετός για να ιντριγκάρει τον υποψήφιο αναγνώστη, ήδη από το οπισθόφυλλο, ενώ λίγες μόνο σελίδες ανάγνωσης, ακόμα και σε σχεδόν όρθια θέση στο βιβλιοπωλείο, είναι αρκετές για να σημάνουν οριστικά πως αυτό δεν είναι ένα συνηθισμένο βιβλίο. Και δεν πρόκειται για ένα συνηθισμένο βιβλίο, όχι τόσο για τον θεματικό πυρήνα της αντισφαίρισης γύρω από τον οποίο κινείται η αφήγηση, όσο για τον τρόπο με τον οποίο έχει δομήσει το βιβλίο του ο Μεξικανός Άλβαρο Ενρίγκε.   
Δεν ξέρω... Όλον αυτόν τον καιρό που γράφω, δεν ξέρω τι θέλει να πει αυτό το βιβλίο. Τι αφηγείται; Δεν μιλάει απλώς για έναν αγώνα τένις. Ούτε είναι ένα βιβλίο περί της αργής και μυστηριώδους ενσωμάτωσης της αμερικανικής ηπείρου σ' αυτό που αποκαλούμε με σκανδαλώδη έλλειψη προσανατολισμού, "Δυτικό κόσμο" - για τους κατοίκους της αμερικανικής ηπείρου, η Ευρώπη είναι Ανατολή. Ίσως είναι ένα βιβλίο περί του πώς γράφεται αυτό το βιβλίο· ίσως όλα τα βιβλία να κάνουν ακριβώς αυτό το πράγμα. Ένα βιβλίο με συνεχή πέρα δώθε, όπως το μπαλάκι σε ένα παιχνίδι τένις.
Από διάφορα ενδιαφέροντα αποσπάσματα που σημείωσα κατά την ανάγνωση επέλεξα αυτό ως το πλέον αντιπροσωπευτικό τού ύφους και του τρόπου αφήγησης, αν και ο εσωτερικός μονόλογος του συγγραφέα δεν καταλαμβάνει παρά ελάχιστο μέρος του συνολικού κειμένου. Μόνο μετά το τέλος της ανάγνωσης, ενώ ήδη είχα αρχίσει να ψάχνω τις λέξεις γι' αυτό εδώ το κείμενο, φλέρταρα με δεύτερες σκέψεις σχετικά με τις τόσο έντονες και ορατές ραφές σύνθεσης του βιβλίου αυτού -αποφεύγω τη χρήση της λέξης μυθιστόρημα, παρότι σαφέστατα πρόκειται για μυθιστόρημα-, σκέψεις που είχαν να κάνουν με το αν πρόκειται για μαστοριά ενός ικανού ή ευκολία ενός ατάλαντου -ίσως τεμπέλη καλύτερα- συγγραφέα, αν πρόκειται για εύρημα λειτουργικό, πόρτες εισόδου και εξόδου ή για ένα φτηνό τρικ, έντονης μα σύντομης λάμψης εντυπωσιασμού· όμως, τις σκέψεις αυτές τις έκανα μόνο μετά το τέλος της ανάγνωσης, επομένως, ό,τι και αν σκεφτώ τώρα θα έπεται πάντα του δεδομένου πως κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης τα συναισθήματα που κυριάρχησαν ήταν η απόλαυση και η αίσθηση πως ο Ξαφνικός θάνατος δεν είναι ένα συνηθισμένο βιβλίο. 

Στον Ενρίγκε -ως συγγραφέα/ήρωα του βιβλίου-, η ανάγκη ή το ερέθισμα -δύσκολο συχνά να διακρίνεις αυτά τα δύο- για μυθοπλασία γεννήθηκε στη διάρκεια της έρευνάς του σχετικά με το τένις σε βιβλιοθήκες και μουσεία, αναζητώντας αναφορές σε μυθιστορήματα, ποιήματα, μελέτες, αλλά ακόμα και σε μία αποστροφή του λόγου της επιμελήτριάς του· εργασία διαφορετικά δημιουργική από εκείνη της απόπειρας συγγραφής ενός βιβλίου μυθοπλασίας, παρότι επιχειρεί κατά κάποιον τρόπο να τη φέρει στα μέτρα του ερευνητή, επιμένοντας στον -φαινομενικό- ρεαλισμό ή πλάθοντας ως μύθο την ιστορική πραγματικότητα, όπως για παράδειγμα την παρτίδα τένις ανάμεσα στον Καραβάτζο και τον Κεβέδο. Και κάπου εκεί, ανάμεσα στην αλήθεια και τον μύθο, με εκατέρωθεν εδαφικές παραβιάσεις, απολαμβάνοντας τις ελευθερίες του μεταμοντέρνου μυθιστορήματος και ζηλεύοντας τη γοητεία του ιστορικού, ο Ενρίγκε παραδίδει ένα ενδιαφέρον, ιδιαίτερο και απολαυστικό βιβλίο, φαινομενικά μόνο χαλαρής συνοχής.

Μετάφραση Κωνσταντίνος Παλαιολόγος
Εκδόσεις Αλεξάνδρεια