Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εκδόσεις Γκοβόστη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εκδόσεις Γκοβόστη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 28 Απριλίου 2025

Silicon - Ελευθερία Δημητρομανωλάκη

Ήμουν σε αναγνωστική περίοδο δυστοπίας, ήθελα εκεί να παραμείνω, η περιρρέουσα ατμόσφαιρα ήταν πνιγηρή, έμοιαζε τα βιβλία που επέλεγα να ήταν κάποια παράδοξη ομοιοπαθητική θεραπεία. Μια συζήτηση στο βιβλιοπωλείο μου θύμισε πως κάπου στο γραφείο, στο μέσο μιας στοίβας, είχα το Silicon, το μυθιστόρημα της Ελευθερίας Δημητρομανωλάκη που κυκλοφόρησε στα τέλη της περασμένης χρονιάς από τις εκδόσεις Γκοβόστη, μεμονωμένο κύμα ενός συνόλου από κύματα βιβλίων που επισκέπτονται την αναγνωστική ακτή πριν από τα Χριστούγεννα, ελπίζοντας να μην περάσουν απαρατήρητα και σβήσουν βλέποντας το υγρό τους ίχνος να στεγνώνει ακαριαία· άλλη κουβέντα όμως αυτή. Θυμήθηκα, λοιπόν, αυτό το βιβλίο, με το ιδιαίτερο εξώφυλλο, που κάπως έλκει και ξενίζει ταυτόχρονα το βλέμμα, το τράβηξα δοκιμάζοντας την ισορροπία του πύργου, διάβασα την πρώτη παράγραφο, συνέχισα για πενήντα σελίδες χωρίς να σηκώσω κεφάλι, η επιλογή είχε γίνει.

«Όταν ο κόσμος γυρίζει ανάποδα οι άνθρωποι καταρρέουν.

Από χρόνια οι σταθερές είχαν εξασθενήσει, τα κρατήματα γίνονταν όλο και πιο ισχνά. Για όλους. Ακόμα και για τους φαινομενικά προστατευμένους».

Διαβάζω ξανά τις πρώτες αυτές γραμμές του μυθιστορήματος και, παρότι γνωρίζω πως η πλοκή είναι τοποθετημένη στο εγγύς μέλλον, δεν μπορώ να σταματήσω να σκέφτομαι πως μιλάει για το εδώ και το τώρα, ίσως με την εξαίρεση των προστατευμένων/προνομιούχων, που στο σήμερα δεν νιώθουν τον φόβο της απειλής ούτε στον ελάχιστο βαθμό.

Μια μοριακή βιολόγος, κάτοικος της Άνω Χώρας, που ακόμα ελπίζει πως θα μπορέσει να κάνει παιδί, παρά την ηλικία της και την οριακή βαθμολογία της στο Ε.Ι.Δ.Α., κατηγορείται για μια άγρια δολοφονία κατά τη διάρκεια ενός πάρτι μασκέ της υψηλής κοινωνίας, ενώ, ταυτόχρονα, ένα γενετικά τροποποιημένο έντομο θέτει σε συναγερμό τις υγειονομικές αρχές, με τους υπερυπουργούς να λαμβάνουν ακραία μέτρα εγκλεισμού και απαγόρευσης κυκλοφορίας σε μια προσπάθεια αντιμετώπισης του χάους που προκαλείται.

Σ' ένα δυστοπικό μυθιστόρημα, που η δράση διαδραματίζεται στο, έστω και εγγύς, μέλλον, δεν είναι απλό να δοθεί συνοπτικά η συνολική ή έστω μια αντιπροσωπευτική εικόνα τόσο της κοινωνικοπολιτικής συνθήκης όσο και της κυριαρχίας των νέων τεχνολογιών και λοιπών ανακαλύψεων, και κατά συνέπεια και της ίδιας της πλοκής. Η ιστορία που αφηγείται η Δημητρομανωλάκη είναι γνώριμη ως πατρόν, όχι μόνο στο πλαίσιο της λογοτεχνίας της επιστημονικής φαντασίας, αλλά ακόμα και σε εκείνο της ρεαλιστικής, μία ένοχος που προσπαθεί να αποδείξει την αθωότητά της, παρότι, στιγμές στιγμές, και η ίδια αμφιβάλλει, λόγω της ασθενούς και συγκεχυμένης μνήμης της. Ο κόσμος εντός του οποίου λαμβάνει χώρα διαφοροποιείται, ωστόσο. Η αφήγηση, από πλευράς ενός παντογνώστη αφηγητή, ξεκινά από τη στιγμή της σύλληψης και την έναρξη της ανάκρισης. Η συγγραφέας αργά και σταθερά οδηγεί τον αναγνώστη στο σύμπαν που οραματίστηκε, τον εξοικειώνει σταδιακά, τον αφήνει να βυθιστεί στο ζοφερό αυτό περιβάλλον, αφήνει ανοιχτούς τους διαύλους επικοινωνίας με το εξωκειμενικό παρόν, οι αναλογίες είναι παρούσες, ο φόβος για την επικράτηση της τεχνητής νοημοσύνης, του ψηφιακού έναντι του αναλογικού κόσμου, επίσης.

Η Δημητρομανωλάκη αποφεύγει να ονοματίσει εθνικά τη σύσταση του πληθυσμού της Άνω Χώρας και των λοιπών επικρατειών της, άλλωστε, εδώ η διάκριση γίνεται με βάση το προνόμιο αλλά και την ηθική, εκείνοι που ακολουθούν και υπηρετούν προερχόμενοι από τις υψηλές τάξεις, και οι υπόλοιποι, οι καταδικασμένοι εξ αρχής και εκείνοι που αρνήθηκαν να υποταχθούν πλήρως. Καθοριστική κοινωνικοπολιτική παράμετρος είναι πως το προνόμιο δεν προσφέρει πλήρη προστασία, ακόμα και οι πιο προστατευμένοι φαινομενικά οφείλουν να πασχίζουν να διατηρούν υψηλή βαθμολογία στην εφαρμογή καταγραφής Ε.Ι.Δ.Α. Παράγωγο ή καταλύτης είναι η απουσία της όποιας αλληλεγγύης, της όποιας συστράτευσης με όρους ανθρωπινότητας, όπως θα μας άρεσε να φανταζόμαστε τον κόσμο, ακόμα και στο σημείο που σήμερα έχει φτάσει, είναι δύσκολο και οδυνηρό να αποδεχτεί ο αναγνώστης την παντελή απουσία της, καθώς όλα μετριούνται με βάση αλγοριθμικούς κώδικες, ακόμα και στις στενότερες των σχέσεων, η ατομικότητα βρίσκεται στο απόγειό της.

Το Silicon, που παίρνει το όνομά του από το ομώνυμο τραγούδι των Silicium, ενός hard rock συγκροτήματος, είναι ένα χορταστικό μυθιστόρημα, που δεν ασφυκτιά στους δεδομένους ειδολογικούς περιορισμούς. Στα μάτια μου, τα όχι και τόσο εξοικειωμένα με το είδος, η Δημητρομανωλάκη τα καταφέρνει καλά στην ξενάγηση εντός του τρομακτικού κόσμου που φαντάστηκε, κάτι που επιτρέπει, θεωρώ, στον αναγνώστη να προσαρμοστεί σύντομα και να αφεθεί στην καταιγιστική δράση. Η συγγραφική φαντασία, παρότι μοιάζει αχαλίνωτη στην ανοίκεια πραγματικότητα που οικοδομεί, δεν χαώνεται, η συγγραφέας καταφέρνει, ή μοιάζει να καταφέρνει, να τη χαλιναγωγήσει, να διατηρήσει τη λειτουργικότητά της, να μην παρασυρθεί σε ολοένα και μικρότερες και πιο τεχνικές λεπτομέρειες, να μην καταστήσει την ανάγνωση μια διαρκή αγωνία για κατανόηση του πώς και τι, αλλά να καταφέρει να πει την ιστορία που εμπνεύστηκε. Η άνευ όρων παράδοση στην οργιώδη φαντασία θα απέβαινε εις βάρος της απόλαυσης και το Silicon είναι αναντίρρητα απολαυστικό, ένα βιβλίο που δεν θες να αφήσεις από τα χέρια σου.

Η ραγδαία επιτάχυνση της τεχνητής νοημοσύνης, το άγχος που γεννά σε κάποιους από εμάς γνωρίζοντας πως βρίσκεται σε χέρια που διόλου δεν καθησυχάζουν πως θα χρησιμοποιηθεί προς το κοινό όφελος, μια νέα υψηλής ταχύτητας λωρίδα κυκλοφορίας για την εδώ και χρόνια ψηφιοποίηση του κόσμου, είναι αναμενόμενο να προκαλεί δημιουργικά τους συγγραφείς που το βλέμμα τους κοιτάζει προς το μέλλον. Πάντοτε συνέβαινε αυτό, άλλωστε. Η αχρονία μεταξύ της λογοτεχνίας της επιστημονικής φαντασίας και της ανάγνωσής της, καθώς όλα όσα λαμβάνουν χώρα είναι μελλοντικά, δημιουργεί μια αμηχανία, ίσως καλύτερα: μια ανησυχία. Οι πολέμιοι, εκείνοι που έχουν τους λόγους τους να πιστεύουν πως όλα πάνε καλά, σίγουρα έχουν έτοιμες της κατηγορίες για τεχνοφοβία, για άρνηση της προόδου, για ριψοκίνδυνες φανφάρες, για κενή κινδυνολογία. Δυστυχώς, για πολλούς από εμάς, η ανάγνωση, χρόνια μετά την κυκλοφορία τους, διαφόρων εμβληματικών βιβλίων επιστημονικής φαντασίας, φέρνει στα χείλη το επίθετο προφητικό, άλλο που οι δημιουργοί, θέλω να πιστεύω, δεν είχαν στόχο να επιβεβαιωθούν, αλλά να αποτυπώσουν την προδιαγεγραμμένη βάδιση του ανθρώπινου είδους προς το μέλλον. Τα λέω όλα αυτά για να επιστρέψω σε κάτι που ήδη ανέφερα, το πιο τρομακτικό σε μια σειρά από τρόμους, την έλλειψη της αλληλεγγύης. Αν κάτι μένει από το μυθιστόρημα αυτό, πέρα από την αναγνωστική απόλαυση, είναι αυτό το μήνυμα, η ανάγκη για να υψωθούν αναχώματα ενάντια στην πλήρη επικράτηση της ατομικότητας και της ιδιωτείας.

υγ. Διαβάζοντας το Silicon θυμήθηκα δύο συγγραφείς και τα βιβλία τους: τον Μάντη, κυρίως για τις Αδύνατες πόλεις, και την Μπυραζοπούλου για το σύνολο του έργου της, με προεξέχουσα την τριλογία της Ο δράκος της Πρέσπας. Τα βρίσκετε εδώ και εδώ.

Εκδόσεις Γκοβόστη 

Πέμπτη 7 Οκτωβρίου 2021

Γόνιμες μέρες - Τζούλια Γκανάσου

Στον νου μου έρχεται η τελευταία εικόνα προτού χάσω τις αισθήσεις. Κείτομαι στο πεζοδρόμιο. Δίπλα μου υπάρχει ένας νεκρός. Ένα ρυάκι από αίμα μας ενώνει. Στο χέρι μου ξαποσταίνει ένα στιλέτο. Η λαβή του είναι καθαρή. Η λεπίδα είναι ματωμένη. Μια γυναίκα πλησιάζει. Ψηλαφίζει το κεφάλι μου. Σκύβει πάνω από τα χείλη μου. Μυρίζει άνοιξη, νεράντζι, γινωμένο γλυκό πορτοκάλι.

Ένας άντρας ανακτά τις αισθήσεις του, δεν ξέρει πού βρίσκεται, ούτε πώς βρέθηκε εκεί. Δεν μπορεί να ανοίξει τα μάτια, ακούει τη φωνή της κόρης του, τον κατακλύζει το έντονο άρωμά της. Η γυναίκα του επιστρέφει στον θάλαμο, ο γιος του ακόμα να φανεί, η αγωνία τους είναι έκδηλη. Η αγωνία τους δεν έχει να κάνει αποκλειστικά και μόνο με την υγεία του, επιθυμούν διακαώς να μάθουν σε τι ήταν μπλεγμένος, να σκαρφιστούν τι θα απαντήσουν στις ερωτήσεις των τρίτων. Οι αστυνομικές αρχές πιέζουν τους θεράποντες γιατρούς να τον καταστήσουν ικανό να απολογηθεί το συντομότερο δυνατόν, η υπόθεση πρέπει να κλείσει, το σώμα δεν αντέχει άλλη αποτυχία. Σταδιακά ο άντρας θυμάται. Προσπαθεί να επικοινωνήσει με τη γυναίκα του και τα παιδιά του, δεν τα καταφέρνει. Γίνεται αυτήκοος μάρτυρας των όσων συμβαίνουν στον θάλαμο, των ενημερώσεων των γιατρών, των επισκέψεων συγγενών και φίλων, των όσων συζητούν η γυναίκα του και τα παιδιά του σαν εκείνος να μην είναι εκεί. 

Οι Γόνιμες μέρες ανήκουν ειδολογικά στην ευρύτερη κατηγορία της αστυνομικής λογοτεχνίας, καθώς υπάρχει ένα έγκλημα και μια απόπειρα διαλεύκανσης. Η Γκανάσου εκμεταλλεύεται στο έπακρο τις συμβάσεις του είδους και τις χρησιμοποιεί ως καλούπι. Το σχήμα έγκλημα-διαλεύκανση της επιτρέπει να δημιουργήσει έναν διακριτό άξονα πλοκής και να ενσωματώσει σ' αυτόν τις προεκτάσεις που επιθυμεί πραγματικά να δώσει στην ιστορία της. Η συγγραφέας δεν εγκλωβίζεται, το τελικό αποτέλεσμα υπερβαίνει κατά πολύ τους περιορισμούς του είδους, καθώς ελάχιστα προσομοιάζει σε ένα τυπικό αστυνομικό μυθιστόρημα. Εστιάζει σε διαφορετικά σημεία και εγείρει πολυποίκιλα ζητήματα προς διερεύνηση, ενώ η διαλεύκανση, σύντομα, περνά σε δεύτερη μοίρα, χωρίς, ωστόσο, η νουβέλα να χάνει σε σασπένς. Αυτό καθόλου δεν σημαίνει πως η Γκανάσου παραμελεί τη σκοτεινή πλευρά της ιστορίας της, τη νυχτερινή και άκρως επικίνδυνη Αθήνα, την οποία νέμονται συμμορίες ντόπιων και ξένων. Αν τα όσα συμβαίνουν στον θάλαμο αφήνουν μια θεατρική αίσθηση, η αποσπασματική ανασύσταση της αιματηρής συμπλοκής είναι χαρακτηριστικά κινηματογραφική και ιδιαίτερα ατμοσφαιρική.

Η Γκανάσου έλαβε μια αφηγηματική απόφαση άκρως λειτουργική για τη νουβέλα της, δίνοντας τον ρόλο του αφηγητή στον κατάκοιτο, ανίκανο να επικοινωνήσει με τους γύρω του, άντρα, μια επιλογή που την έφερε εις πέρας με επιτυχία, παρότι ιδιαιτέρως απαιτητική. Κατάφερε να αποδώσει πειστικά την αγωνία ενός ανθρώπου που πασχίζει να θυμηθεί, που η ζωή του εν πολλοίς κρίνεται από αυτό, και ενώ γύρω του ο κλοιός ολοένα και στενεύει, τόσο από την οικογένειά του, όσο και από τις αρχές. Η συγγραφέας, όμως, δεν αρκέστηκε στην απόδοση της σταδιακής επαναφοράς της μνήμης. Η χορήγηση φαρμάκου, για να βγει από το κώμα και να μπορέσει να καταθέσει, επιδρά περαιτέρω στην ήδη επιβαρυμένη κατάσταση του άντρα, η λειτουργία της μνήμης απορρυθμίζεται και εκείνος χάνει ακόμα περισσότερο τον έλεγχό της, γινόμενος έρμαιο εικόνων από το παρελθόν, από την πρώιμη παιδική ηλικία, εκεί όπου κυριαρχεί η μορφή μιας γυναίκας, εικόνες που παρεμβάλλονται στα γεγονότα εκείνης της βραδιάς, δίνοντάς τους έναν χαρακτήρα υπερρεαλιστικό, τη στιγμή που εντείνουν την υπαρξιακή αγωνία που βιώνει ο άντρας. 

Ως εύρημα, η απώλεια της μνήμης του άντρα φέρνει τον αυτοδιηγητικό αφηγητή και τον αναγνώστη στην ίδια αφετηρία γνώσης. Ο άντρας θυμάται ολοένα και περισσότερα απ' όσα συνέβησαν, καθώς τα κομμάτια του παζλ συμπληρώνονται. Ο αναγνώστης τον ακολουθεί στο ταξίδι αυτό. Ταυτόχρονα, ο αναγνώστης μοιράζεται τις αμφιβολίες της οικογένειας του άντρα, αφού δεν γνωρίζει τον ρόλο του στο συμβάν, τον βαθμό εμπλοκής του σ' αυτό. Με τον τρόπο αυτό η Γκανάσου πετυχαίνει να εγείρει το αναγνωστικό ενδιαφέρον καθιστώντας τον αναγνώστη συναισθηματικά μέτοχο στην ιστορία, συμμεριζόμενο τόσο την αγωνία του άντρα, όσο και εκείνη της οικογένειας, που επιπρόσθετα καλείται να λάβει αποφάσεις για εκείνον, αποφάσεις που μπορεί να θέσουν σε κίνδυνο τη ζωή του, αποφάσεις που μπορεί να έχουν ιδιαίτερο αντίκτυπο και σε αυτούς τους ίδιους. Η νουβέλα θα μπορούσε να περιγραφεί και ως ένα ιδιότυπο οικογενειακό δράμα δωματίου. Η οικογένεια, μετά από χρόνια, είναι συγκεντρωμένη, αυτή τη φορά γύρω από το κρεβάτι στο οποίο κείτεται ο πατέρας. Η αγωνία αναπόφευκτα γεννά ένταση, εστίες που σιγόκαιγαν αναζωπυρώνονται. Η Γκανάσου εγκλωβίζει τον αναγνώστη στο μυαλό και το σώμα του άντρα, έτσι όπως είναι ξαπλωμένος στο κρεβάτι του νοσοκομείου και ακούει τα πάντα, χωρίς να μπορεί να δηλώσει παρών, και αυτή η αδυναμία του άντρα να επικοινωνήσει με το περιβάλλον του, η σιωπηλή του παρουσία αποκλειστικά στον ρόλο του δέκτη, εντείνει το διάχυτο στη νουβέλα αίσθημα ασφυξίας.

Οι Γόνιμες μέρες αποτελούν μια ευτυχή συγκυρία εμπνευσμένης σύλληψης και άρτιας εκτέλεσης, με αποτέλεσμα μια σφιχτοδεμένη νουβέλα που διαβάζεται απνευστί και χαράσσεται στη μνήμη του αναγνώστη.

Εκδόσεις Γκοβόστη

Πέμπτη 5 Δεκεμβρίου 2019

εκτροφείο θηραμάτων - Γεωργία Μιχαλαριά





Το εξώφυλλο και ο τίτλος προετοιμάζουν τον αναγνώστη για είσοδο σε ένα περιβάλλον δυστοπικό. Τα ανθρωπόμορφα ζώα που προελαύνουν στηριζόμενα άπαντα σε δύο πόδια, αυτή η γραμμή ομοιόμορφης διαφορετικότητας, άνθρωποι με μάσκες ζώων να κρύβουν το πρόσωπό τους -ή μήπως μετασχηματισμένα υβρίδια κάποιας ευγονικής ιδεολογίας;- που κατευθύνονται προς το μέρος μας, εκκινώντας από το εκτροφείο θηραμάτων, δημιουργούν ένα αίσθημα ανασφάλειας, μια περιέργεια μπολιασμένη με φόβο.

Ένα δυστοπικό περιβάλλον δεν απαιτεί μεταχρονολόγηση. Ένα απλό διαμέρισμα, μια τετραμελής οικογένεια, κάπου στον πλανήτη μας αυτή τη στιγμή αποτελούν το πλέον δυστοπικό περιβάλλον. Η δυστοπία δεν αποτελεί αποκλειστικό πεδίο δράσης της επιστημονικής φαντασίας. Συχνά δε, η δυστοπία προκύπτει από την ρεαλιστική αποτύπωση του περιβάλλοντος χώρου και των συνθηκών που επικρατούν, τη δυστοπία μπορεί να την αντικρίσει κανείς γύρω του, να τη ζήσει στην καθημερινότητά του. Άλλωστε, αυτό που περισσότερο μας δυσκολεύει είναι αυτό που γνωρίζουμε καλύτερα, αυτό που αφυπνίζει τις καταχωνιασμένες αναμνήσεις και ξυπνάει τους παιδικούς μας φόβους. Αυτά, άλλωστε, ωθούν πολλούς στη γραφή, στη δημιουργία εν γένει.

Τα διηγήματα της Μιχαλαριά χαρακτηρίζονται από κάτι το ερμητικό, κάτι που νιώθεις πως απαιτεί ξεκλείδωμα, κάτι που ίσως, αν το παρατηρήσεις προσεκτικά, να εμφανιστεί ως εικόνα στερεοσκοπική, και έτσι η ιστορία να αποκτήσει εμβαδόν, πάνω στο οποίο θα αναγνωρίσεις σημεία ταύτισης. Οι διαθέσιμες πραγματολογικές πληροφορίες είναι ελάχιστες, αυτά που γνωρίζει ο αναγνώστης περιορίζονται στα συναισθήματα και τις σκέψεις των ηρώων, σε όσα επιθυμεί να αποκαλύψει ο παντογνώστης αφηγητής. Το διακύβευμα των διηγημάτων, ο θεματικός θα λέγαμε ιστός που τα ενώνει, είναι η επικοινωνία, ως αδυναμία, ως επιθυμία, ως έλλειμμα ή ως απωθημένο. Η απόπειρα να μιλήσει κανείς, παρουσία ή απουσία του δέκτη, να γίνει κατανοητός ή να διευκρινίσει, αλλά και η επικοινωνία ως αγώνας ρητορικής ή ως δημοσιογραφική έρευνα.

Το ύφος είναι ενιαίο και ευδιάκριτο σε όλα τα διηγήματα της συλλογής. Λόγος κοφτός, υπαινικτικός, με ένταση. Ανάμεσα στα διηγήματα με τριτοπρόπωπη αφήγηση υπάρχουν δύο σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση και με απεύθυνση στο εσύ. Και αν στα πρώτα είναι ο παντογνώστης αφηγητής εκείνος που εντείνει το κλίμα μυστηρίου, η δευτεροπρόσωπη απεύθυνση εμπλέκει τον αναγνώστη, τον τοποθετεί στην καρέκλα του δέκτη, τον κάνει να νιώθει εκείνος που χάθηκε, εκείνος που έλαβε την επιστολή για την οικειότητα. Αυτά τα δύο διηγήματα (Η γάτα σου, Επιστολή για την οικειότητα) αν και φαινομενικά παράταιρα αφηγηματικά, είναι τελικά εκείνα που δένουν τη συλλογή αυτή, αποτελούν κατά κάποιον τρόπο αναγνωστικές πύλες εισόδου για τον αναγνώστη, λειτουργούν όπως ένα τζάμι σε ένα εγκαταλελειμμένο από καιρό σπίτι, πάνω στο οποίο αντανακλάται η μορφή μας, και έτσι, από μια διάθεση περιέργειας, ίσως και λίγο ναρκισσιστικού χαρακτήρα, πλησιάζουμε ολοένα και πιο κοντά, πατώντας πάνω σε μπάζα και, παραμερίζοντας ιστούς αράχνης, φτιάχνουμε με τα χέρια ένα σκίαστρο που θα μας επιτρέψει να εξερευνήσουμε, αρχικά οπτικά, το εσωτερικό του. Είναι ο τρόπος ενός άδειου σπιτιού που μας φωνάζει κοντά του.

Στην Επιστολή για την οικειότητα, η Μιχαλαριά αναφέρεται στην απαραίτητη παραβίαση που προηγείται της οικειότητας, συνοψίζει το σύγχρονο δίλημμα ως επιλογή ανάμεσα στην οικειότητα ή τη νίκη. Η οικειότητα έχει ρίσκο, αν όμως δεν υπάρξει παραβίαση, "θα κολυμπούσαμε αιώνια σε πελάγη ευπρέπειας και προκάτ κανονικότητας". Ανάμεσα στα διηγήματα, και ένα διήγημα ποιητικής (Το χειρόγραφο), στο οποίο ο συγγραφέας-ήρωας συναντά κάποιον που έχει γράψει μία, κατά εκείνον τουλάχιστον, σπουδαία ιστορία που αξίζει να εκδοθεί. Ο συγγραφέας επιζητά συχνά τέτοιες συναντήσεις, είναι άνθρωπος του λογοτεχνικού σιναφιού και ξέρει πώς λειτουργούν τα πράγματα, πώς γράφονται τα βιβλία. Ποτέ δεν χάνει κανείς που ακούει κάποιον να του λέει την ιδέα του. Ενδιαφέρον και πικρό, αληθινό.

Διαβάζοντας τα διηγήματα αυτά, συνειδητοποίησα κάποια στιγμή πως αδυνατούσα να δω εικόνες, και αυτό σίγουρα ενίσχυε τον κρυπτικό τους χαρακτήρα, ένα πέπλο έμοιαζε να τα καλύπτει. Επιχειρώντας, λοιπόν, να εικονοποιήσω κάποιες από τις ιστορίες, επιχειρώντας να δώσω μορφή και σχήμα σε ανθρώπους και μέρη, συνέβη το εξής ενδιαφέρον: οι εικόνες που σχηματίζονταν σχετίζονταν είτε με περιστατικά βίας των τελευταίων μηνών, είτε με προσωπικά βιώματα περιόδων έντασης. Και είναι ενδιαφέρον αυτό γιατί αποτέλεσε μια δεύτερη, στοχευμένη, κατά μία έννοια, ανάγνωση, η οποία δεν είχε την αναμενόμενη εκλογίκευση, αλλά αντίθετα, ενέτεινε τη συναισθηματική εμπλοκή της πρώτης ανάγνωσης, προσθέτοντας το προσωπικό βίωμα στην αναγνωστική εξίσωση. Τα διηγήματα της συλλογής λειτουργούν ως ένα οργανικό σύνολο με συνοχή, είναι δηλαδή κατανοητό γιατί αποτελούν μέρος της ίδιας συλλογής, κάτι το οποίο δεν συμβαίνει συχνά δυστυχώς, με αποτέλεσμα να κυκλοφορούν αδιάφορες συλλογές διηγημάτων. Και δεν υπάρχει κάτι χειρότερο από την αδιαφορία.      


Εκδόσεις Γκοβόστη