Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα επιστημονική φαντασία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα επιστημονική φαντασία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 23 Απριλίου 2026

Δεν Υπάρχει Υποδιεύθυνση Αντιμιμιδίων - Qntm

Μου αρέσει αυτός ο τρόπος μάρκετινγκ, ξυπνάς ένα πρωί, ανανεώνεις τη σελίδα σε κάποιο κοινωνικό δίκτυο, βλέπεις μπροστά σου μια νέα έκδοση, δεν το ήξερες και δεν το περίμενες το βιβλίο αυτό. Αυτό συνέβη.

Δεν Υπάρχει Υποδιεύθυνση Αντιμιμιδίων

Ο τρελός τίτλος, αυτό το δεν υπάρχει σαν να φέρνει στην επιφάνεια την πιθανότητα κάτι τέτοιο να υπήρχε δηλαδή, μια Υποδιεύθυνση Αντιμιμιδίων, όποιο και αν είναι το αντικείμενο μιας τέτοιας υποδιεύθυνσης, ο,τι και αν είναι τα αντιμιμίδια.

Το οπισθόφυλλο ελάχιστα σοφότερο με έκανε, όξυνε ωστόσο την περιέργεια, σε τέτοιο βαθμό που πήρε τη θέση του πάνω πάνω στη στοίβα με τα προσεχώς, αναταράσσοντας τον όποιο, εδώ γελάμε, αναγνωστικό προγραμματισμό.

Να ένα δείγμα: «Τα αντιμιμίδια είναι οντότητες που διαγράφουν κάθε ίχνος της παρουσίας τους. Τα αντιμιμίδια μπορεί να τρέφονται από τις πιο αγαπημένες σου αναμνήσεις, από τα πράγματα που σε κάνουν να είσαι αυτός που είσαι».

Σκέφτηκα: αυτό εδώ ή θα είναι τρομερά γαμάτο εγκεφαλικό κάψιμο ή τρελή φλόμπα, που ήταν της μόδας ως λέξη στη γειτονιά τη δεκαετία που μεγάλωσα, εναλλακτικά ακυριά ή μπαρούφα, ακόμα ακόμα. 

Λόγω συνύπαρξης στο Δώμα, το μυαλό μου πήγε στον Λαμπατούτ, σε μια συγγένεια με το υβριδικό του έργο στο οποίο η επιστήμη συνυπάρχει με έναν ιδιαίτερο αφηγηματικό τρόπο, αλλά και την τόσο γοητευτική ευστροφία του, η έλξη που η ευφυΐα γεννά.

Τα παράδοξα, η σειρά που τρέχει ο Δημοσθένης Παπαμάρκος, απέκτησε το τέταρτο μέλος της, το πιο πρόσφατο, το πιο σύγχρονο, το πιο φιλόδοξο ίσως, εξαιτίας της υπεραιχμής στην οποία κινείται.

Αν και οι καιροί έχουν ανεπιστρεπτί περάσει, ακόμα κάτι από τη ρετσινιά της παραλογοτεχνίας διατηρείται, όταν κανείς αναφέρεται στην επιστημονική φαντασία, τι και αν τόσα και τόσα στελέχη της έχουν πια περάσει στο πάνθεον του κλασικού και του κανόνα.

Όταν κάποιος διαβάζει από την προβλήτα του σήμερα για κόσμους μελλοντικούς με βάσεις εκτόξευσης το μακρινό παρελθόν, μπορεί με ασφάλεια να τα αντιμετωπίζει, κάποια αφελή, κάποια προφητικά, πόσο θα μισούσαν οι συγγραφείς αυτό τον τελευταίο χαρακτηρισμό.

Τι συμβαίνει όμως με τη συγχρονία; Μπορεί στη λογοτεχνία, γενικά και αόριστα, το σύγχρονο να φωτίζει αυτό που τώρα συμβαίνει, στην επιστημονική φαντασία, ωστόσο, τα πράγματα μοιάζουν και είναι διαφορετικά.

Θέλω να πω πως σε τέτοιους αλματώδεις τεχνολογικά καιρούς, χρειάζεται εξειδικευμένη γνώση, παρέα με την οξυδέρκεια, ώστε κάποιος να μπορεί να έχει ικανή επιστασία των εξελίξεων, των συμβάντων, των συνεπειών που αυτά φέρνουν.

Αν προσθέσει κανείς και τη φαντασία, τότε το μείγμα γίνεται, ή μπορεί να γίνει, εκρηκτικά οριακό στη σύλληψη, στην εκτέλεση και, κυρίως, στην πρόσληψη. Αυτό το: μα, πώς το σκέφτηκε αυτό; Μοιάζει και ίσως και να είναι αφελές.

Μα, πώς το σκέφτηκε αυτό; Είναι το σημείο αφετηρίας της προσέγγισης. Εν συνεχεία ακολουθεί: το έχει ξεκάθαρο στο μυαλό του, ένα ολόκληρο σύμπαν παράλληλο, δεν μας ταξιδεύει σε μια μελλοντικά αόριστη εποχή, βρισκόμαστε εδώ, θεωρητικά όλοι, στην ίδια σελίδα, και όμως.

Αυτό το παιχνίδι με το μυαλό προϋποθέτει μια ταυτόχρονη της φαντασίας και της επιστημονικής γνώσης αφηγηματική ικανότητα, να χτίσεις τον κόσμο, να υποδεχτείς τον αναγνώστη, να τον ξεναγήσεις. Αν εκείνος χαθεί, η παρτίδα σταματά να παίζεται.

Συμβαίνει, με βιβλία όπως αυτό, το εξής: όσο διαβάζεις όλα μοιάζουν με κάποιο παράδοξο τρόπο εξηγήσιμα και ξεκάθαρα, δοκίμασε τώρα να κλείσεις το βιβλίο και να πεις περί τίνος πρόκειται, μάλλον θα νιώσεις, εγώ νιώθω, χαζός, τουλάχιστον.

Ο Κουάντουμ (ψηφιακό ψευδώνυμο του Σαμ Χιουζ) άρχισε να ανεβάζει αυτή την ιστορία σε κάποια διαδικτυακή πλατφόρμα, η επιτυχία ήταν σχετικά μεγάλη, συνέχισε να εμπλουτίζει το περιεχόμενο, μέχρι που έγινε αναλογικό βιβλίο και κυκλοφόρησε.

Τον άθλο της μετάφρασης, η απόδοση ενός νεογνού σύμπαντος στα ελληνικά, ανέλαβε η ικανή Δέσποινα Κανελλοπούλου, την επιμέλεια ο Δημοσθένης Παπαμάρκος με τον Θάνο Σαμαρτζή, πάντοτε πρέπει να μνημονεύονται οι συντελεστές, πόσο μάλλον στην περίπτωση αυτή.

Οι νεολογισμοί, κυρίως αυτοί, που οφείλουν να είναι ακριβείς και ευκρινείς, να μην δημιουργούν περαιτέρω τριβή ανάμεσα στον αναγνώστη και το βιβλίο, η απλότητα με την οποία γίνεται η περιφορά του σύνθετου κόσμου οφείλει να υπηρετείται. 

Η επιστημονική φαντασία, συνήθως, διακρίνεται για τον παραβολικό, έντονα κοινωνικοπολιτικό, χαρακτήρα της, η καλή επιστημονική φαντασία δεν το κάνει αυτό με έναν τρόπο προφανή, στρώνει πολλά στρώματα κάτω από την κειμενική επιφάνεια, επιτρέπει στα ενδεχόμενα να (συν)υπάρξουν. 

Ένα δυνατό μυαλό, μια τρελή φαντασία ή μια οξυδερκής ματιά στον κόσμο γύρω μας, τι από τα δύο άραγε, μάλλον και τα δύο, ταυτόχρονα και σε υψηλό βαθμό, οι φιλόλογοι συχνά αποδεικνύονται ανεπαρκείς, θα πω και θα το αφήσω εδώ.

Βιβλία όπως αυτό αναδεικνύουν τα όρια της σκέψης και της αντίληψης του αναγνώστη, κάποιους αυτό τους ενοχλεί, αμύνονται επιτιθέμενοι, κάποιους άλλους τους γοητεύουν, τους έλκουν.

Σκέφτομαι τους ήρωες των ιστοριών όπως αυτή, η Μαρί Κιουρί, επικεφαλής της Υποδιεύθυνσης Αντιμιμιδίων του Οργανισμού Αγνώστων για το Ηνωμένο Βασίλειο και την Ιρλανδία, που δεν έχουν παρά αναλήψεις από τον παρελθοντικό ταμιευτήρα προσωπικών στιγμών, διαρκώς βρίσκονται στο καθήκον.

Ήρωες γιατί ενεργούν με βάση μια ηθική δέσμευση απέναντι στο κακό, γιατί είναι έτοιμοι να θυσιαστούν στον αγώνα αυτό, τι και αν ελάχιστα ορατός ένας τέτοιος αγώνας είναι. Ήρωες σε μια εποχή, κάθε εποχή, απομάγευσης.

Η φυσική, κυρίως αυτή, είναι μια δεξαμενή εναλλακτικού ανορθολογισμού, κυρίως γιατί δοκιμάζει τα όρια του ορθού λόγου, της σχέσης αιτίου αιτιατού, κύμα που γλύφει τις ακτές του αντιληπτού κόσμου, οι εξισώσεις και η παρατήρηση κάπου χτυπάνε σε τοίχο, ως εδώ φτάνουμε, αναφωνούν, διόλου ηττημένες δεν ακούγονται.

Ο χρόνος είναι σχετικός, η πραγματικότητα επίσης, αυτό ως θεωρία είναι εύκολο να το παπαγαλίσει κανείς, έχει όμως ρίζες μέσα μας μια τέτοια διατύπωση, σημαίνει κάτι ή είναι απλά λόγος κενός;

Η μνήμη και η λήθη, ακόμα και εδώ, στην υπεραιχμή των πραγμάτων, στην οριακότητα της σκέψης, στο προκεχωρημένο φυλάκιο της φαντασίας, η μνήμη και η λήθη, μαζί ίσως με την αγάπη, ακόμα χορεύουν στην πίστα, γύρω τους εμείς.

Ίσως αυτό να μοιάζει επαναστατικό, ίσως αυτό να είναι προκλητικά επιθυμητό, η δυνατότητα να ξεχνάμε όσα ζήσαμε, να επιστρέφουμε ξανά στην πρώτη μέρα πριν από κάτι, ο Καιρός να έχει μαλλιά στο πίσω μέρος του κεφαλιού του, ακόμα και αν μας προσπεράσει να μπορούμε να τον τραβήξουμε πίσω, διατεθειμένοι να καταβάλουμε το τίμημα της λήθης. 

Είναι τρελό, είναι τρελό, είναι τρελό, σκεφτόμουν/έλεγα/ένιωθα όσο διάβαζα το βιβλίο αυτό. Είναι τρελό, είναι τρελό, είναι τρελό σκέφτομαι/γράφω/νιώθω όσο αποπειρώμαι να γράψω κάτι σε αυτή την ψηφιακή γωνιά, κάτι που να διατηρήσει κάτι από την εμπειρία, τουλάχιστον.

Δηλαδή, σκέφτομαι ακόμα, ο τύπος αυτός έχει όλο αυτό το σύμπαν χαρτογραφημένο στο μυαλό του, έχει φωτογραφίες από τα τρομερά αντιμιμίδια που εδώ και ανυπολόγιστους αιώνες κατατρώνε τις αναμνήσεις, επιβιώνοντας μέσα από τη διαγραφή κάθε ίχνους παρουσίας τους;

Η ανάγνωση ενός βιβλίου όπως το Δεν Υπάρχει Υποδιεύθυνση Αντιμιμιδίων αναλογικά είναι ένα τριπάρισμα ψυχότροπο, ο παραβολικός του χαρακτήρας δεν παρουσιάζεται ολόκληρος, απέναντι, ακίνδυνος στην απόσταση του προφανούς διδύμου καλό κακό, αντίθετα, ανακινεί, ανασύρει, παρεμβάλει.

Να υπάρχεις χωρίς τη μαρτυρία κάποιου παρατηρητή, να είσαι ο παρατηρητής που καταβροχθίζει αυτό που τον παρατηρεί, να επιβιώνεις με τον τρόπο αυτό, είσαι ικανοποιημένος, έχεις, άραγε, συνείδηση αυτού;

υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ
 
Μετάφραση Δέσποινα Κανελλοπούλου
Εκδόσεις Δώμα

Δευτέρα 28 Απριλίου 2025

Silicon - Ελευθερία Δημητρομανωλάκη

Ήμουν σε αναγνωστική περίοδο δυστοπίας, ήθελα εκεί να παραμείνω, η περιρρέουσα ατμόσφαιρα ήταν πνιγηρή, έμοιαζε τα βιβλία που επέλεγα να ήταν κάποια παράδοξη ομοιοπαθητική θεραπεία. Μια συζήτηση στο βιβλιοπωλείο μου θύμισε πως κάπου στο γραφείο, στο μέσο μιας στοίβας, είχα το Silicon, το μυθιστόρημα της Ελευθερίας Δημητρομανωλάκη που κυκλοφόρησε στα τέλη της περασμένης χρονιάς από τις εκδόσεις Γκοβόστη, μεμονωμένο κύμα ενός συνόλου από κύματα βιβλίων που επισκέπτονται την αναγνωστική ακτή πριν από τα Χριστούγεννα, ελπίζοντας να μην περάσουν απαρατήρητα και σβήσουν βλέποντας το υγρό τους ίχνος να στεγνώνει ακαριαία· άλλη κουβέντα όμως αυτή. Θυμήθηκα, λοιπόν, αυτό το βιβλίο, με το ιδιαίτερο εξώφυλλο, που κάπως έλκει και ξενίζει ταυτόχρονα το βλέμμα, το τράβηξα δοκιμάζοντας την ισορροπία του πύργου, διάβασα την πρώτη παράγραφο, συνέχισα για πενήντα σελίδες χωρίς να σηκώσω κεφάλι, η επιλογή είχε γίνει.

«Όταν ο κόσμος γυρίζει ανάποδα οι άνθρωποι καταρρέουν.

Από χρόνια οι σταθερές είχαν εξασθενήσει, τα κρατήματα γίνονταν όλο και πιο ισχνά. Για όλους. Ακόμα και για τους φαινομενικά προστατευμένους».

Διαβάζω ξανά τις πρώτες αυτές γραμμές του μυθιστορήματος και, παρότι γνωρίζω πως η πλοκή είναι τοποθετημένη στο εγγύς μέλλον, δεν μπορώ να σταματήσω να σκέφτομαι πως μιλάει για το εδώ και το τώρα, ίσως με την εξαίρεση των προστατευμένων/προνομιούχων, που στο σήμερα δεν νιώθουν τον φόβο της απειλής ούτε στον ελάχιστο βαθμό.

Μια μοριακή βιολόγος, κάτοικος της Άνω Χώρας, που ακόμα ελπίζει πως θα μπορέσει να κάνει παιδί, παρά την ηλικία της και την οριακή βαθμολογία της στο Ε.Ι.Δ.Α., κατηγορείται για μια άγρια δολοφονία κατά τη διάρκεια ενός πάρτι μασκέ της υψηλής κοινωνίας, ενώ, ταυτόχρονα, ένα γενετικά τροποποιημένο έντομο θέτει σε συναγερμό τις υγειονομικές αρχές, με τους υπερυπουργούς να λαμβάνουν ακραία μέτρα εγκλεισμού και απαγόρευσης κυκλοφορίας σε μια προσπάθεια αντιμετώπισης του χάους που προκαλείται.

Σ' ένα δυστοπικό μυθιστόρημα, που η δράση διαδραματίζεται στο, έστω και εγγύς, μέλλον, δεν είναι απλό να δοθεί συνοπτικά η συνολική ή έστω μια αντιπροσωπευτική εικόνα τόσο της κοινωνικοπολιτικής συνθήκης όσο και της κυριαρχίας των νέων τεχνολογιών και λοιπών ανακαλύψεων, και κατά συνέπεια και της ίδιας της πλοκής. Η ιστορία που αφηγείται η Δημητρομανωλάκη είναι γνώριμη ως πατρόν, όχι μόνο στο πλαίσιο της λογοτεχνίας της επιστημονικής φαντασίας, αλλά ακόμα και σε εκείνο της ρεαλιστικής, μία ένοχος που προσπαθεί να αποδείξει την αθωότητά της, παρότι, στιγμές στιγμές, και η ίδια αμφιβάλλει, λόγω της ασθενούς και συγκεχυμένης μνήμης της. Ο κόσμος εντός του οποίου λαμβάνει χώρα διαφοροποιείται, ωστόσο. Η αφήγηση, από πλευράς ενός παντογνώστη αφηγητή, ξεκινά από τη στιγμή της σύλληψης και την έναρξη της ανάκρισης. Η συγγραφέας αργά και σταθερά οδηγεί τον αναγνώστη στο σύμπαν που οραματίστηκε, τον εξοικειώνει σταδιακά, τον αφήνει να βυθιστεί στο ζοφερό αυτό περιβάλλον, αφήνει ανοιχτούς τους διαύλους επικοινωνίας με το εξωκειμενικό παρόν, οι αναλογίες είναι παρούσες, ο φόβος για την επικράτηση της τεχνητής νοημοσύνης, του ψηφιακού έναντι του αναλογικού κόσμου, επίσης.

Η Δημητρομανωλάκη αποφεύγει να ονοματίσει εθνικά τη σύσταση του πληθυσμού της Άνω Χώρας και των λοιπών επικρατειών της, άλλωστε, εδώ η διάκριση γίνεται με βάση το προνόμιο αλλά και την ηθική, εκείνοι που ακολουθούν και υπηρετούν προερχόμενοι από τις υψηλές τάξεις, και οι υπόλοιποι, οι καταδικασμένοι εξ αρχής και εκείνοι που αρνήθηκαν να υποταχθούν πλήρως. Καθοριστική κοινωνικοπολιτική παράμετρος είναι πως το προνόμιο δεν προσφέρει πλήρη προστασία, ακόμα και οι πιο προστατευμένοι φαινομενικά οφείλουν να πασχίζουν να διατηρούν υψηλή βαθμολογία στην εφαρμογή καταγραφής Ε.Ι.Δ.Α. Παράγωγο ή καταλύτης είναι η απουσία της όποιας αλληλεγγύης, της όποιας συστράτευσης με όρους ανθρωπινότητας, όπως θα μας άρεσε να φανταζόμαστε τον κόσμο, ακόμα και στο σημείο που σήμερα έχει φτάσει, είναι δύσκολο και οδυνηρό να αποδεχτεί ο αναγνώστης την παντελή απουσία της, καθώς όλα μετριούνται με βάση αλγοριθμικούς κώδικες, ακόμα και στις στενότερες των σχέσεων, η ατομικότητα βρίσκεται στο απόγειό της.

Το Silicon, που παίρνει το όνομά του από το ομώνυμο τραγούδι των Silicium, ενός hard rock συγκροτήματος, είναι ένα χορταστικό μυθιστόρημα, που δεν ασφυκτιά στους δεδομένους ειδολογικούς περιορισμούς. Στα μάτια μου, τα όχι και τόσο εξοικειωμένα με το είδος, η Δημητρομανωλάκη τα καταφέρνει καλά στην ξενάγηση εντός του τρομακτικού κόσμου που φαντάστηκε, κάτι που επιτρέπει, θεωρώ, στον αναγνώστη να προσαρμοστεί σύντομα και να αφεθεί στην καταιγιστική δράση. Η συγγραφική φαντασία, παρότι μοιάζει αχαλίνωτη στην ανοίκεια πραγματικότητα που οικοδομεί, δεν χαώνεται, η συγγραφέας καταφέρνει, ή μοιάζει να καταφέρνει, να τη χαλιναγωγήσει, να διατηρήσει τη λειτουργικότητά της, να μην παρασυρθεί σε ολοένα και μικρότερες και πιο τεχνικές λεπτομέρειες, να μην καταστήσει την ανάγνωση μια διαρκή αγωνία για κατανόηση του πώς και τι, αλλά να καταφέρει να πει την ιστορία που εμπνεύστηκε. Η άνευ όρων παράδοση στην οργιώδη φαντασία θα απέβαινε εις βάρος της απόλαυσης και το Silicon είναι αναντίρρητα απολαυστικό, ένα βιβλίο που δεν θες να αφήσεις από τα χέρια σου.

Η ραγδαία επιτάχυνση της τεχνητής νοημοσύνης, το άγχος που γεννά σε κάποιους από εμάς γνωρίζοντας πως βρίσκεται σε χέρια που διόλου δεν καθησυχάζουν πως θα χρησιμοποιηθεί προς το κοινό όφελος, μια νέα υψηλής ταχύτητας λωρίδα κυκλοφορίας για την εδώ και χρόνια ψηφιοποίηση του κόσμου, είναι αναμενόμενο να προκαλεί δημιουργικά τους συγγραφείς που το βλέμμα τους κοιτάζει προς το μέλλον. Πάντοτε συνέβαινε αυτό, άλλωστε. Η αχρονία μεταξύ της λογοτεχνίας της επιστημονικής φαντασίας και της ανάγνωσής της, καθώς όλα όσα λαμβάνουν χώρα είναι μελλοντικά, δημιουργεί μια αμηχανία, ίσως καλύτερα: μια ανησυχία. Οι πολέμιοι, εκείνοι που έχουν τους λόγους τους να πιστεύουν πως όλα πάνε καλά, σίγουρα έχουν έτοιμες της κατηγορίες για τεχνοφοβία, για άρνηση της προόδου, για ριψοκίνδυνες φανφάρες, για κενή κινδυνολογία. Δυστυχώς, για πολλούς από εμάς, η ανάγνωση, χρόνια μετά την κυκλοφορία τους, διαφόρων εμβληματικών βιβλίων επιστημονικής φαντασίας, φέρνει στα χείλη το επίθετο προφητικό, άλλο που οι δημιουργοί, θέλω να πιστεύω, δεν είχαν στόχο να επιβεβαιωθούν, αλλά να αποτυπώσουν την προδιαγεγραμμένη βάδιση του ανθρώπινου είδους προς το μέλλον. Τα λέω όλα αυτά για να επιστρέψω σε κάτι που ήδη ανέφερα, το πιο τρομακτικό σε μια σειρά από τρόμους, την έλλειψη της αλληλεγγύης. Αν κάτι μένει από το μυθιστόρημα αυτό, πέρα από την αναγνωστική απόλαυση, είναι αυτό το μήνυμα, η ανάγκη για να υψωθούν αναχώματα ενάντια στην πλήρη επικράτηση της ατομικότητας και της ιδιωτείας.

υγ. Διαβάζοντας το Silicon θυμήθηκα δύο συγγραφείς και τα βιβλία τους: τον Μάντη, κυρίως για τις Αδύνατες πόλεις, και την Μπυραζοπούλου για το σύνολο του έργου της, με προεξέχουσα την τριλογία της Ο δράκος της Πρέσπας. Τα βρίσκετε εδώ και εδώ.

Εκδόσεις Γκοβόστη 

Πέμπτη 18 Ιανουαρίου 2024

Το κεφάλι του καθηγητή Dowell - Αλεξάντρ Μπελιάεφ

Αυτή ήταν μια αναπάντεχη έκδοση. Νεοσύστατες, οι εκδόσεις Ενάντια, με έδρα το Ηράκλειο Κρήτης, συστήνουν για πρώτη φορά στο ελληνικό κοινό, σε μετάφραση Κωνσταντίνας Λύγκουρη, τον Ρώσο συγγραφέα Αλεξάντρ Μπελιάεφ (1884-1942), μέσα από το έργο του Το κεφάλι του καθηγητή Dowell. Ειδολογικά, το μυθιστόρημα αυτό (1937), που στην αρχική του μορφή ήταν διήγημα (1925), ανήκει στην κάποτε παρεξηγημένη λογοτεχνία επιστημονικής φαντασίας.

Δεν είχα ξεκάθαρο ορίζοντα προσδοκιών πέρα από την αναγνωστική περιέργεια. Το εξώφυλλο και η ηλικία του μυθιστορήματος, που στο είδος του μετράει διπλά και τριπλά, έμοιαζαν να υπόσχονται ένα καλτ περιεχόμενο, μάλλον ξεπερασμένο από τον σχεδόν αιώνα που μεσολάβησε, μια περίοδος τεχνολογικών και γενικότερα επιστημονικών αλμάτων. Συμβαίνει συχνά, το κεντρικό εύρημα, συνήθως δυστοπικό, ενός βιβλίου όπως αυτό, να ξεμένει με την πατίνα του χρόνου έντονα επιστρωμένη. Έρχονται τότε η γλύκα και η νοσταλγία, με την απαραίτητη λογοτεχνική επάρκεια ως βάση, να γεμίσουν τα κενά που η πρόοδος άφησε πίσω της. Έτσι, εκείνο που κάποτε έμοιαζε προφητικό και εξόχως φανταστικό, προσδίδοντας θαυμασμό στον αναγνώστη, αλλά και έναν φόβο ή περιέργεια έστω για το πώς η ανθρωπότητα θα προχωρούσε στο μέλλον, τώρα να εξετάζονται με την αντίθετη ροή των πραγμάτων, πώς ήταν τότε το περιβάλλον που πυροδότησε τη φαντασία, τι ήλπιζαν ή φοβόντουσαν οι άνθρωποι τότε για όσα συνωστίζονταν να συμβούν. Μάλλον, δεν έχει και τόση σημασία αν ο συγγραφέας και η φαντασία του δικαιώθηκαν, αυτό είναι το ατού της λογοτεχνίας, να μην κρίνεται με όρους επιστημονικούς. Εκείνο που μένει διαχρονικό είναι η σκέψη για όσα επίκεινται να συμβούν δια χειρός του είδους μας, πάντοτε με τον μανδύα της προόδου, μανδύας που συχνά καλύπτει κυοφορούμενα τέρατα.

Η ιστορία αρχίζει όταν η Μαρί Λοράν συναντά τον καθηγητή Κερν έχοντας απαντήσει σε μια αγγελία για βοηθό εργαστηρίου. Εκείνο το οποίο ο καθηγητής απαιτεί από τη Λοράν είναι η απόλυτη εχεμύθεια, τίποτα απ' όσα θα δει να συμβαίνουν στο εργαστήριο δεν πρέπει να δραπετεύσει πριν γίνουν οι επιστημονικές ανακοινώσεις. Οι δυο τους θα συμφωνήσουν. Στην κεντρική αίθουσα του εργαστηρίου η Λοράν θα αντικρίσει κάτι που ούτε να το φανταστεί δεν θα μπορούσε. Το ασώματο κεφάλι του καθηγητή Ντόουελ, συνδεδεμένο με πλήθος καλωδίων και σωληνώσεων, είναι εκεί, ζωντανό, όσο και αν ένα τέτοιο επίθετο φαντάζει τουλάχιστον παράξενο. Ο Ντόουελ, διαπρεπής καθηγητής με ρηξικέλευθες ανακοινώσεις στο βιογραφικό του, θα παραχωρήσει το νεκρό κορμί του στη δικαιοδοσία της επιστημονικής έρευνας του άλλοτε βοηθού του, καθηγητή Κερν. Η αποκοπή του κεφαλιού και η επαναφορά του στη ζωή είναι κάτι πάνω στο οποίο δούλευαν από καιρό, ο θάνατος του Ντόουελ ήταν μια καλή ευκαιρία να δοκιμάσουν στον άνθρωπο όσα τα πειράματα στα ζώα υπόσχονταν. Η Λοράν, βρίσκοντας τον τρόπο ώστε η φωνή του καθηγητή Ντόουελ να ακούγεται, αναπτύσσει μαζί του μια ιδιαίτερη σχέση, σύντομα είναι σίγουρη για τις προθέσεις του Κερν, διαπιστώνοντας πως από πλευράς του γίνεται κακή χρήση της εμπιστοσύνης του μέντορά του και πως καθόλου διατεθειμένος δεν είναι να αποδώσει στον Ντόουελ την αναγνώριση που του πρέπει.

Ο Μπελιάεφ, γύρω από το κεντρικό αυτό εύρημα, στήνει την πλοκή μιας ιστορίας που έχει στοιχεία θρίλερ και περιπέτειας, καθώς ο Κερν ετοιμάζεται να υλοποιήσει ακόμα πιο τρομακτικά πειράματα. Η οριστική νίκη απέναντι στον θάνατο αποτελεί αναμφισβήτητα ένα από τα κεντρικότερα διακυβεύματα της επιστήμης γενικότερα. Έτσι, σ' αυτή τη –φιλοσοφική– θέση, το μυθιστόρημα δεν φαντάζει παρωχημένο, η δίψα για την αιωνιότητα παραμένει άσβεστη. Οι επικαιροποιημένες επιστημονικές γνώσεις του συγγραφέα επιτρέπουν στην τεχνολογική όψη της ιστορίας να λειτουργήσει παρότι εμφανώς ξεπερασμένη. Άλλωστε, εκείνο που πραγματικά διαπερνά τις σελίδες της ιστορίας αυτής είναι, περισσότερο από ό,τι άλλο, η ηθική της επιστήμης, και από την άποψη αυτή, ο μεγάλος φαν του Ιούλιου Βερν, αποδεικνύεται ιδιαιτέρως οξυδερκής. Άλλωστε, η διαμάχη ανάμεσα στη Λοράν και τον καθηγητή Κερν επ' αυτής της ιδιότυπης δικαιοσύνης εδράζεται. Εκείνη πιστεύει πως πρέπει να υπάρχουν όρια, πως δεν γίνεται στο όνομα της προόδου, ακόμα και εκείνης που υπόσχεται να νικήσει τον ίδιο τον θάνατο, να καταστρατηγούνται τα πάντα, φοβούμενη επίσης την κακή χρήση μιας τέτοιας ανακάλυψης στα χέρια ενός ανθρώπου χωρίς φραγμούς ηθικής. Ο καθηγητής Κερν, την ίδια στιγμή, φροντίζει να κρύψει την αχόρταγη φιλοδοξία του για δόξα πίσω από το προσωπείο της προόδου.

Είναι, ωστόσο, εμφανές πως ο συγγραφέας δεν επιθυμεί να βαρύνει τον φιλοσοφικό στοχασμό πέρα της λειτουργικότητας που χρειάζεται μια ιστορία δράσης, όπως, ταυτόχρονα, δεν εξαντλεί τον αναγνώστη με ενδελεχείς τεχνολογικές περιγραφές, επιτρέποντάς του να συμπληρώσει εκείνος τα κενά με τη δική του φαντασία, τις εικόνες επίσης. Το μυθιστόρημα διαβάζεται απνευστί καθώς η επιθυμία να δεις τι θα συμβεί παρακάτω είναι έντονη. Για τον σημερινό αναγνώστη, οι λογοτεχνικές αρετές του μυθιστορήματος είναι μεν ορατές αλλά έχουν κάτι το παλιακό. Η ανάγνωση θυμίζει κάτι από την παρακολούθηση παλιών ασπρόμαυρων ταινιών, κάτι από τις εποχές που η λογοτεχνία ήταν επιδραστική και προκαλούσε συζητήσεις. Ο ίδιος ο Μπελιάεφ σε συνέντευξή του σχολιάζει πως τα δώδεκα χρόνια που μεσολάβησαν ήταν αρκετά ώστε εκείνο που κάποτε κινδύνευε να χαρακτηριστεί ως αντιεπιστημονικό, μπορούσε πια να καταστεί ανεκτό ως πιθανότητα. Ακόμα περισσότερο σήμερα, που η δημιουργία της ζωής στα εργαστήρια είναι μια πραγματικότητα, ενώ και η μάχη απέναντι στον θάνατο γίνεται ολοένα και πιο αδυσώπητη, ο αναγνώστης υποδέχεται την ιστορία αυτή σαν το γέννημα της φαντασίας ενός παιδιού, το στοιχείο της έκπληξης απουσιάζει.

Τα επίθετα δόθηκαν εξαρχής: η ανάγνωση διαθέτει γλύκα και νοσταλγία. Αυτά ωστόσο αφορούν το τεχνολογικό και το αφηγηματικό κομμάτι. Τα εδάφη της ηθικής παραμένουν εν πολλοίς απάτητα, παρότι ως αντικείμενο έχει εδώ και καιρό εγκαθιδρυθεί ως αναπόσπαστο κομμάτι της επιστήμης, τα ερωτήματα παραμένουν αναπάντητα, η πρόοδος διατηρεί ακόμα τη διπλή της όψη. Ανακουφιστική ήταν η απουσία της μεταφυσικής. Κανένας θεός δεν υπήρχε στα επιχειρήματα απέναντι στην ανακάλυψη αυτή. Οι απαντήσεις καθορίζονται από την ανθρώπινη ηθική ή την έλλειψή της, εκεί όπου θα έπρεπε δηλαδή να τις αναζητήσει κανείς. Η κατηγορία της τεχνοφοβίας διατρέχει επίσης τις σελίδες. Είναι το επιχείρημα εκείνων που τυφλά αποδέχονται την επιστήμη, χαρακτηρίζοντας τους σκεπτικιστές για οπισθοδρομισμό και δυσανεξία στην πρόοδο. Διαχρονικό και αυτό.

Παρά τις όποιες παρωχημένες όψεις του, το μυθιστόρημα αυτό δεδομένα προσφέρει αναγνωστική απόλαυση. Είναι επίσης ένα παράδειγμα καλής χρήσης ενός πρωτότυπου ευρήματος, το οποίο αποδεικνύεται λειτουργικό και δεν γονατίζει το κείμενο. Το επαρκούς έμπνευσης και έρευνας επίμετρο της μεταφράστριας συμπληρώνει έξοχα την έκδοση αυτή. Ο Μπελιάεφ προστέθηκε πάραυτα ανάμεσα στους σπουδαίους της λογοτεχνίας επιστημονικής φαντασίας.

Μια αναπάντεχη, πλην όμως όμορφη, έκπληξη.

Μετάφραση Κωνσταντίνα Λύγκουρη
Εκδόσεις Ενάντια

Δευτέρα 10 Ιουλίου 2023

Οι αθέατοι - Alain Damasio

Είχα καιρό να διαβάσω σύγχρονη επιστημονική φαντασία και αυτή η κυκλοφορία έμοιαζε να είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα αναγνωστική προοπτική. Οι αθέατοι, το πρώτο βιβλίο του Νταμαζιό που μεταφράζεται στα ελληνικά, διαδραματίζεται στο εγγύς –δυστοπικό– μέλλον, στη Γαλλία του 2040, όταν οι πόλεις έχουν ιδιωτικοποιηθεί πλήρως και η τεχνητή νοημοσύνη βρίσκεται στην υπηρεσία της εξουσίας, με τους κατοίκους να λαμβάνουν προνόμια ανάλογα με τη συνδρομή που καταβάλουν. Ο Λόρκα και η Σαχάρ δοκιμάζουν να ζουν στο περιθώριο της ζωής, μακριά από την υπερεικονική πραγματικότητα, θυσιάζοντας τα όποια προνόμια και αντιμετωπίζοντας τις καθημερινές δυσκολίες που γεννά η αντισυμβατική τους στάση. Είναι αρκετά γνωστοί στην κοινότητα των ανθρώπων που παλεύουν εντός ενός σκληρού, μετακαπιταλιστικού κόσμου, που δεν τα παρατούν και επιμένουν να διεκδικούν. Εκείνη έχει αφιερώσει τη ζωή της στην εναλλακτική διδασκαλία μη προνομιουχών ή ασυμβίβαστων κοινωνικών ομάδων. Ο Λόρκα, καθηγητής κοινωνιολογίας, παλεύει με τα εργαλεία που η επιστήμη του διέθετε, επιχειρώντας να τα καταστήσει εκ νέου επίκαιρα.

Σε αυτό το ήδη εφιαλτικό περιβάλλον, ο Λόρκα και η Σαχάρ θα βρεθούν αντιμέτωποι με την εξαφάνιση της κόρη τους, της τετράχρονης Τίσκα, από το υπνοδωμάτιό της χωρίς να υπάρχουν ίχνη διάρρηξης. Η ζωή τους, όπως την ήξεραν, θα ανατραπεί μέσα σε μια στιγμή. Η αντίδρασή τους θα είναι εκ διαμέτρου διαφορετική, τη στιγμή που η σχέση τους συγκρούεται με τον σκληρό τοίχο της πραγματικότητας. Εκείνη θα βυθιστεί στο πένθος, θα καταφύγει στην ψυχανάλυση και τη φαρμακολογία για να γιατρέψει το τραύμα. Εκείνος δεν παύει στιγμή να πιστεύει πως η κόρη του είναι κάπου εκεί έξω ζωντανή. Δεν διστάζει, μάλιστα, να καταταγεί στην ειδική μονάδα του στρατού που ασχολείται με τη μελέτη και το κυνήγι των αθέατων. Είναι διατεθειμένος να πιστέψει οποιαδήποτε θεωρία συντηρεί την πίστη του πως θα ξαναπάρει αγκαλιά την Τίσκα.

Οι αθέατοι είναι πλάσματα για τα οποία ελάχιστα πράγματα είναι γνωστά, καμία επιστημονική προσέγγιση δεν έχει αποδώσει αποτελέσματα, παρά την τεράστια χρηματοδότηση και τη διαρκή εκπαίδευση στελεχών, πέρα από το γεγονός πως όταν πέσει πάνω τους το ανθρώπινο βλέμμα τότε κεραμοποιούνται και τα κεραμικά αυτά δεν έχουν κανένα οργανικό συστατικό. Αυτή η ιδιότυπη, ακαριαία αυτοκτονία είναι που τα προστατεύει. Το ενδιαφέρον του στρατού έχει ως στόχο την ανακάλυψη και ακολούθως την εκμετάλλευση αυτού του νέου, φαινομενικά πανίσχυρου όπλου για τις δικές του επιδιώξεις που η απόκτηση ενός τέτοιου στρατηγικού πλεονεκτήματος θα επιφέρει. Η ύπαρξη των αθέατων για χρόνια υπάγεται στο καθεστώς του αστικού μύθου και των θεωριών συνωμοσίας.

Αρχικά, ο Νταμαζιό, όπως το λογοτεχνικό είδος που υπηρετεί προτάσσει, υποδέχεται τον αναγνώστη στο κατώφλι και ακολούθως τον ξεναγεί σε αυτόν τον μελλοντικό κόσμο, φροντίζοντας να τον εξοικειώσει ομαλά στις ιδιαιτερότητες και τα χαρακτηριστικά του, όπως και με την ιδιόλεκτο και την ορολογία της καθημερινής ζωής. Αυτό είναι το πρώτο στοίχημα για τον συγγραφέα, πιο σημαντικό και από την ίδια την κατασκευή της μελλοντικής εκδοχής του πλανήτη γη, απαραίτητο ώστε ο αναγνώστης να μπορέσει να ακολουθήσει την προώθηση της πλοκής, να νιώσει πως βρίσκεται εκεί, όσο κάτι τέτοιο είναι δυνατό. Ο Νταμαζιό, αλλά και ο μεταφραστής Δημήτρης Δημακόπουλος, τα καταφέρνει περίφημα στην ένταξη του αναγνώστη, χωρίς να θυσιάσει σελίδες επί σελίδων μόνο και μόνο γι' αυτό σε βάρος της εξέλιξης της ιστορίας.

Η εξαφάνιση και η ακόλουθη αναζήτηση της Τίσκα αποτελεί το όχημα με το οποίο ο συγγραφέας θα περιδιαβεί αυτόν τον μελλοντικό κόσμο. Εύρημα απαραίτητο ώστε να λειτουργήσει ως ο απαραίτητος μίτος, χωρίς τον οποίο η έμπνευση και η κατασκευή της μελλοντικής αυτής εκδοχής θα έστεκε κενή ενδιαφέροντος. Επιπρόσθετα, το γεγονός αυτό πετυχαίνει να δημιουργήσει το κατάλληλο έδαφος σύνδεσης του σημερινού αναγνώστη με τον κόσμο του αύριο, έτσι όπως τον φαντάστηκε ο συγγραφέας. Η εξαφάνιση ενός μικρού παιδιού προκαλεί επίσης το απαραίτητο συναίσθημα, ένα συναίσθημα πανανθρώπινα κατανοητό, το οποίο δικαιολογεί την ένταση και την αγωνία του ζευγαριού που αποτελεί το κυρίως καύσιμο της πλοκής.

Έχοντας πετύχει τα παραπάνω δύο δεδομένα, ο Νταμαζιό βρίσκει τον κατάλληλο χώρο για να παρουσιάσει μια εκδοχή του κόσμου μας, μια εκδοχή διόλου απίθανη, μάλλον συμβατή με τη ροή της κοινωνικοπολιτικής πραγματικότητας αλλά και των αλμάτων στην τεχνολογία και δη στο κομμάτι της τεχνητής νοημοσύνης. Ο, εντός πολλών εισαγωγικών, προφητικός χαρακτήρας ενός σύγχρονου μυθιστορήματος, που ανήκει στην επιστημονική φαντασία, έχει να αναμετρηθεί με την αληθοφάνεια και τον χαρακτήρα πιθανού, ώστε να παρουσιάζει ευρύτερο ενδιαφέρον, πέρα από το κομμάτι της συγγραφικής φαντασίας. Παρότι δεν γίνεται άμεση αναφορά στα στοιχεία πάνω στα οποία βασίζει ο συγγραφέας τη μελλοντική αυτή εξέλιξη, εκείνα οφείλουν να είναι εμφανή στον αναγνώστη έτσι ώστε να δημιουργηθεί μια σχέση αιτίου αιτιατού που θα συμβάλει στην ελάττωση του ανοίκειου.

Άλλωστε, το μεγαλύτερο κομμάτι της επιστημονικής φαντασίας χρησιμοποιεί το εκάστοτε μελλοντολογικό εύρημα ως αφορμή για να θέσει και να εξετάσει μια κοινωνικοπολιτική συνθήκη, μια παράκαμψη ώστε να γίνει αναφορά στο σήμερα, ιδιαίτερα στο κομμάτι του σήμερα που θα γεννήσει τον νέο αυτό κόσμο. Ο Νταμαζιό, ακολουθώντας αυτή την παράδοση, θέτει, κυρίως με πλάγιο τρόπο, τους προβληματισμούς επί των κοινωνικοπολιτικών, οικονομικών αλλά και τεχνολογικών εξελίξεων. Αυτή η ιδιότυπη συγχρονία δίνει αρκετούς επιπλέον πόντους στο μυθιστόρημα παρότι, φαινομενικά και μόνο, βρίσκεται εκτός του κυρίου σώματος της πλοκής και της αφήγησης, ένα υπόβαθρο προβληματισμού, το οποίο πατάει στέρεα στη φιλοσοφική και κοινωνιολογική επιστήμη, τομείς που ο συγγραφέας φαίνεται να γνωρίζει καλά και να θέτει με άνεση στο μυθοπλαστικό περιβάλλον της ιστορίας του.

Λειτουργική επίσης αποδεικνύεται η επιλογή της εναλλασσόμενης, ανάμεσα στους κυρίως χαρακτήρες της πλοκής, πρωτοπρόσωπης αφήγησης, τόσο ως προς την ίδια την αφήγηση και τον ρυθμό της, που υπηρετεί ικανοποιητικά το κομμάτι της δράσης, όσο και ως προς το άνοιγμα της προσωπικής ματιάς επί των πεπραγμένων με τις διαφορετικές οπτικές θέασης ανάλογα με το ευρύτερο πλαίσιο σκέψης και δράσης των υποκειμένων. Οι χαρακτήρες δεν έχουν ιδιαίτερο βάθος, κάτι τέτοιο άλλωστε δεν είναι ένα από τα βασικά ζητούμενα του είδους, ωστόσο ανταποκρίνονται καλά στο σώμα της ιστορίας χωρίς να ξενίζουν τον αναγνώστη. Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα κομμάτια στην επιστημονική φαντασία κατέχει η ποιητική, η λεξιπλασία για να ονομαστεί και να περιγραφεί το καινούργιο. Εδώ έγκειται και η μεταφραστική δυσκολία, η δημιουργία νέων όρων που ωστόσο να περιέχουν μεγάλο μέρος του νοήματος, να είναι, δηλαδή, κατανοητοί στον αναγνώστη χωρίς ιδιαίτερο κόπο. Ο Νταμαζιό, αλλά και ο μεταφραστής, τα καταφέρνουν περίφημα. Η κατασκευή και η χρήση νέων λημμάτων στη γλώσσα ιντριγκάρουν, ιδιαίτερα σε συνδυασμό με την αφήγηση που, όπως οφείλει ειδολογικά, είναι απλή, χωρίς ωστόσο να υστερεί σε λειτουργικότητα.

Πολυσέλιδο και πυκνογραμμένο, το μυθιστόρημα του Νταμαζιό αποδείχτηκε ιδιαιτέρως απολαυστικό στην ανάγνωσή του, ιδιαιτέρως φιλόδοξο στη σύλληψη και την κατασκευή του, πραγματικά θαυμαστό ως επίτευγμα, απόρροια ξεκάθαρου συγγραφικού ταλέντου και επίμονης εργασίας. Ακόμα μια απόδειξη πως η καλή επιστημονική φαντασία ανήκει στο κυρίως σώμα της καλής λογοτεχνίας.

Μετάφραση Δημήτρης Δημακόπουλος
Εκδόσεις Πόλις

Δευτέρα 8 Νοεμβρίου 2021

Η αναγέννηση ενός επαναστάτη - Dennis Danvers

Είναι διαφορετικά τα μονοπάτια εκείνα που οδηγούν στα βιβλία που εντοπίζει και τελικά διαβάζει κανείς εν μέσω εκδοτικής υπερπαραγωγής. Ένα από αυτά, αρκετά αξιόπιστο, σχετίζεται με τη φήμη του εκδοτικού οίκου, κριτήριο, που παρά τα όποια αντικειμενικά και ποιοτικά χαρακτηριστικά διαθέτει, είναι μάλλον υποκειμενικό. Το συγκεκριμένο μονοπάτι έχει το ξεκάθαρο πλεονέκτημα της αποφυγής του θορύβου που το μάρκετινγκ συνήθως παράγει κατά κύματα ακόμα και μέσα στον φυσικό χώρο του βιβλιοπωλείου. Η αναγέννηση ενός επαναστάτη βρισκόταν στο τέλος ενός τέτοιου μονοπατιού.

Οι Αναμνήσεις ενός επαναστάτη, το αυτοβιογραφικό βιβλίο του Πιοτρ Κροπότκιν, πρωτοκυκλοφόρησε το 1899, στα αγγλικά, η ρωσική του εκδοχή δεν ολοκληρώθηκε ποτέ. Ο Ντάνβερς, συγγραφέας επιστημονικής φαντασίας, που ζει και εργάζεται στο Ρίτσμοντ, αναρωτήθηκε ποια θα μπορούσε να 'ναι η συνέχειά του, εκατό χρόνια μετά. Στις 8 Φεβρουαρίου του 1921, ο ετοιμοθάνατος Κροπότκιν δέχεται την επίσκεψη ενός άντρα που του προσφέρει μια αρκετά παράλογη επιλογή καθώς του θέτει το παράξενο δίλημμα: να ξαναζήσει στο μέλλον ή να πεθάνει. Ο Κροπότκιν, πάντοτε με το μέρος της ζωής, και με ακόρεστη τη δίψα που αυτή γεννά, χωρίς να το σκεφτεί δεύτερη φορά θα επιλέξει να ζήσει ξανά και κάπως έτσι θα βρεθεί στο Ρίτσμοντ της Βιρτζίνια των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, τον Απρίλιο του 1999.

Αυτό το εύρημα επιτρέπει στον Ντάνβερς να αναζητήσει απαντήσεις στο "τι θα γινόταν αν" που τον απασχολεί. Πώς θα έμοιαζε ο κόσμος στον Κροπότκιν εβδομήντα οκτώ χρόνια μετά τον θάνατό του; Η επιλογή του Κροπότκιν προφανώς και δεν είναι τυχαία. Η ιδεολογική του ταυτότητα, η δίψα του για μάθηση και το μεγάλο εύρος των ενδιαφερόντων του, η ορθολογική σκέψη και η πίστη στην επιστήμη είναι μόνο κάποια από τα χαρακτηριστικά του Κροπότκιν που τον κατέστησαν ιδανικό ήρωα για το μυθιστόρημα του Ντάνβερς. Αλλά και κάποια πραγματολογικά στοιχεία, όπως για παράδειγμα το γεγονός πως ο Κροπόκτιν γνώριζε άριστα την αγγλική γλώσσα, ενώ είχε επισκεφτεί και την Αμερική, επιλύουν πειστικά διάφορα ζητήματα που προκύπτουν μετά την αποδοχή της βασικής σύμβασης.

Οι συγγραφικές προθέσεις, ωστόσο, δεν περιορίζονται στον Κροπότκιν και στην εμπειρία της αναγέννησής του, αλλά περιλαμβάνουν την αποτύπωση της σύγχρονης αμερικανικής πραγματικότητας, που για την κατανόησή της επιβάλλεται μια αναδρομή στην ιστορία, στο τι προηγήθηκε, ποιες στροφές και ευθείες οδήγησαν ως το αφηγηματικό παρόν. Το Ρίτσμοντ, παρότι μάλλον άσημο στις μέρες μας, κατά τη διάρκεια του αμερικανικού εμφυλίου υπήρξε η πρωτεύουσα των Νοτίων, η ήττα των οποίων, εκτός της επανένωσης της χώρας, έδωσε στους Αφροαμερικανούς την ελευθερία τους. Επομένως, ούτε η επιλογή του τόπου υπήρξε τυχαία ή απλή απόρροια του γεγονότος πως αποτελεί τον τόπο κατοικίας του συγγραφέα, αλλά ήταν μια επιλογή με έντονο και διαχρονικό κοινωνικοπολιτικό συμβολισμό.

Ο συγγραφέας γνωρίζει καλά τον Κροπότκιν, τη βιογραφία και το έργο του, αλλά και την αμερικανική ιστορία, ιδιαίτερα το κομμάτι εκείνο που αφορά το Ρίτσμοντ, γεγονός που εμπλουτίζει το μυθιστόρημα με το απαραίτητο ιστορικό και πολιτικό υπόβαθρο, κάτι που άλλωστε αποτελεί και το δυνατό του χαρτί. Ο Ντάνβερς δεν αναλώνεται στο εύρημα της αναγέννησης του Κροπότκιν, που παρά την όποια πρωτοτυπία του γρήγορα θα ξεφούσκωνε και θα έχανε τη λάμψη του. Η ιστορία ως ιστορία έχει αρκετά κλισέ, διακρίνεται για την απλότητά της, κάτι το οποίο είναι μάλλον αναπόφευκτο γι' αυτό που θέλει να πετύχει ο συγγραφέας, μέρος της όλης σύμβασης την οποία ο αναγνώστης καλείται να αποδεχτεί. Η πλοκή, ως ένα σημείο τουλάχιστον, είναι κάπως προσχηματική, χωρίς όμως να της λείπει το ενδιαφέρον. 

Στην απλότητα αυτή, εντοπίζεται, κατά τη γνώμη μου, ο πυρήνας ολόκληρου του μυθιστορήματος. Η φυσικότητα με την οποία ο Κροπότκιν αντιμετωπίζει τις καταστάσεις, τα απλά επιχειρήματα που αναδεικνύουν τον παραλογισμό του τρόπου με τον οποίο είναι κατασκευασμένη η κοινωνία, η ανάδυση της συντροφικότητας, της ομάδος, της αλληλεγγύης εν γένει, όλα αυτά είναι που ξεσηκώνουν συναισθηματικά τον αναγνώστη. Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση διακρίνεται από παιγνιώδη διάθεση και αποπνέει μια αίσθηση ελευθερίας, ο ήρωας έχει απόλυτη επίγνωση της παράλογης κατάστασης στην οποία πρωταγωνιστεί και αυτό δίνεται περίφημα, ενώ ο εξομολογητικός χαρακτήρας της ημερολογιακής αφήγησης των αναμνήσεων του Κροπότκιν προσδίδει ικανή συνοχή στο μυθιστόρημα. 

Η οξυδέρκεια στον σχολιασμό της ζωής στο Ρίτσμοντ του 1999, ζωής γνώριμης στην πλειοψηφία των κατοίκων του δυτικού κόσμου, γεννά ένα γέλιο μαύρο, πικρό. Υπάρχουν στιγμές που παράλογη μοιάζει η σύγχρονη ζωή, γέννημα ενός δεδομένου συστήματος και τρόπου αντιμετώπισης των πραγμάτων, και όχι η παρουσία ενός από χρόνια νεκρού, γέννημα της φαντασίας ενός συγγραφέα. Ο Ντάνβερς, που για τον εαυτό του μοιάζει να κρατάει τον ρόλο του μυστηριώδους άντρα που επισκέφτηκε τον Κροπότκιν στο νεκροκρέβατο, εγκλωβίζει τον ήρωα του στο εύρημά του, στην αναγέννησή του, προκαλεί τον ορθολογιστικό τρόπο σκέψης του και τον καλεί να προβληματιστεί σχετικά με τα όρια της ελευθερίας του. Αυτό έρχεται σε ευθεία σύγκρουση με τη λαχτάρα για τη ζωή, με το ένστικτο της αυτοσυντήρησης και με ένα μεγάλο μέρος της ιδεολογικής ταυτότητας του ήρωα. Το δίλημμα, να ζήσει ξανά ή να πεθάνει δεν δίνεται χωρίς αντίτιμο.

Ο Ντάνβερς διαχειρίζεται ιδανικά την ιδέα του, οδηγώντας την ιστορία σε ένα έξυπνο κλείσιμο, χωρίς καθόλου αμηχανία και βιασύνη. Παραδίδει ένα ξεκάθαρα πολιτικό μυθιστόρημα, παρά το φανταστικό περίβλημα με το οποίο το τυλίγει, χαρακτηριστικό γνώρισμα του καλού science fiction. Η αναγέννηση ενός επαναστάτη «συγγενεύει» με το Εξ αίματος (Οκτάβια Μπάτλερ, μτφρ. Γιώργος Μπαρουξής, εκδόσεις Αίολος), για τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιούν το ταξίδι στον χρόνο για να αναφερθούν στο φυλετικό ζήτημα, αλλά και με το Ένας διαφορετικός τυμπανιστής (Γουίλιαμ Κέλι, μτφρ. Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης, εκδόσεις Μεταίχμιο).

υγ. Για το Εξ αίματος της Οκτάβια Μπάτλερ περισσότερα μπορείτε να διαβάσετε εδώ, ενώ για το Ένας διαφορετικός τυμπανιστής του Γουίλιαμ Κέλι εδώ.

Μετάφραση Μαρίνα Σταυροπούλου
Εκδόσεις Στάσει Εκπίπτοντες

Πέμπτη 8 Απριλίου 2021

Η τελευταία πτήση - Μαρία Τζαρδή

Η επιστημονική φαντασία είναι ίσως το πλέον υποτιμημένο λογοτεχνικό είδος, παρότι ευρέως διαδεδομένη, με φανατικό κοινό και μεγάλη ποικιλία θεματικών μοτίβων. Εκείνο που κυρίως τη χαρακτηρίζει -και με έλκει προσωπικά- είναι η κατασκευή ενός -μερικώς ή εξ ολοκλήρου- νέου κόσμου, που αποτελεί μια επιμελώς αλλοιωμένη εκδοχή του συγκαιρινού ή, συνηθέστερα, μια δυστοπική μελλοντική εξέλιξή του, ως όχημα για κοινωνικό, πολιτικό και ανθρωπολογικό σχολιασμό. Σε μια εποχή ακραίας παγκοσμιοποίησης, όπως η σημερινή, κατά την οποία στη λογοτεχνία κυριαρχεί η απομυθοποίηση και η πλήρης κατάρρευση του εξωτικού στοιχείου, η επιστημονική φαντασία εισάγει νέους κόσμους, απομακρύνει τον αναγνώστη από τον γνώριμο ρεαλισμό και του προσφέρει ένα διαφορετικό σημείο θέασης, τη στιγμή που δοκιμάζει και διευρύνει τα μυθοπλαστικά όρια της αφήγησης. Αφορμή για την παραπάνω εισαγωγή αποτέλεσε η ανάγνωση του μυθιστορήματος της Μαρίας Τζαρδή, Η τελευταία πτήση

Η μυρωδιά του καπνού γύρω του τον έκανε να υποθέσει ότι αυτή η πτήση είχε ξεκινήσει καλά.
Τα είχαν πάει καλά στην απογείωση. Θα πρέπει να είχε διαρκέσει λιγότερο απ' ό,τι περίμενε.
Κάποιο αόριστο ρίγος ανακούφισης διαπέρασε το σώμα του για ένα-δύο δευτερόλεπτα χωρίς όμως να σταθεί στο πρόσωπό του, το οποίο συνέχισε να παραμένει ανέκφραστο. Ήταν πολύ καλά εξασκημένος σε κάτι τέτοιο. Οι φωτεινές ενδείξεις του πίνακα πάνω από το κεφάλι του είχαν σβήσει. Του έκανε εντύπωση που επιτρεπόταν το κάπνισμα σε αυτή την πτήση και μάλιστα σε όλες τις θέσεις. Η μνήμη κάποιων διηγήσεων των παλαιότερων, όχι και πολλά χρόνια πριν, τον έκανε να αναρωτηθεί αν αυτή ήταν πράγματι η Τελευταία Πτήση ή απλώς μια επιστροφή στο είδος εκείνο των πτήσεων που συνηθιζόταν κάποτε. Αυτό δεν συνέβαινε άλλωστε σε όλα; Όλα όσα είχα αφήσει πίσω του ακολουθούσαν μια ραγδαία πορεία προς ένα μέλλον με ζοφερές καταστάσεις του παρελθόντος.

Ο Φίλιππος πετάει μακριά από μια πόλη που δεν ονομάζεται, χωρισμένη σε τομείς, με τις υποβαθμισμένες περιοχές στην περίμετρο του κύκλου, αποκλεισμένες και αφημένες στην τύχη τους, μια πόλη που θυμίζει σε μεγάλο βαθμό τις σύγχρονες μητροπόλεις, ένα δυστοπικό περιβάλλον ακραίας φτωχοποίησης και απόλυτου ελέγχου, κάπου στο, όχι και τόσο μακρινό μέλλον. Στην πόλη εκπέμπει ένας μικρός ραδιοφωνικός σταθμός, τον οποίο ίδρυσε μια μικρή ομάδα ανθρώπων, με πρωτεργάτη εκείνον, ένα εγχείρημα αρκετά φιλόδοξο, τη στιγμή που η ενημέρωση ελέγχεται πλήρως από το κράτος, με στόχο να δώσει διέξοδο σε παραγωγούς και ακροατές, κυρίως μέσω της μουσικής, ένα μικρό γαλατικό χωριό πολυφωνικότητας που αντιστέκεται σε έναν μονοσήμαντο κόσμο στον οποίο ο ζόφος επελαύνει διαρκώς. Με τον καιρό η ομάδα μεγάλωσε, δημιουργήθηκαν σχέσεις και φιλίες μεταξύ των μελών. Όλα ανατρέπονται όταν ο Φίλιππος πουλάει τον σταθμό και εξαφανίζεται μυστηριωδώς.

Πρωτεύον ζητούμενο αποτελεί η εισαγωγή και η εξοικείωση του αναγνώστη στον κόσμο που φαντάστηκε και κατασκεύασε η συγγραφέας. Η Τζαρδή πετυχαίνει την ομαλή και σταδιακή μετάβαση του αναγνώστη σ' αυτόν, χωρίς να μετέρχεται επεξηγηματικών ευκολιών, αφήνοντάς τον να περιδιαβεί το αρχικώς άγνωστο και ανοίκειο περιβάλλον, σαν ένας ταξιδιώτης που μόλις προσγειώθηκε σε μια ξένη πόλη και την παρατηρεί υπό το πρίσμα των δικών του εμπειριών και προσδοκιών, κοιτάζει γύρω του με ενδιαφέρον και διάθεση ανακάλυψης, γοητεύεται από το καινούριο, αναγνωρίζει σιγά σιγά στοιχεία γνώριμα καθώς του αποκαλύπτεται η πραγματικότητα πίσω από τη βιτρίνα, ο ρυθμός και το κόστος της καθημερινότητας, πριν φανταστεί τον εαυτό του να μένει εκεί, πριν συνειδητοποιήσει πως οι διαφορές με την πόλη από την οποία έρχεται δεν είναι και τόσες πολλές τελικά. Στο σημείο αυτό παραμονεύει η παγίδα της αναλυτικής περιγραφής του νεόδμητου κόσμου, ενδελεχείς λεπτομέρειες και άνευ χρησιμότητας ευρήματα και χαρακτηριστικά γνωρίσματα, τα οποία απομακρύνουν τον αναγνώστη από την ίδια την ιστορία. Η Τζαρδή, αν και γνωρίζει σε βάθος τον κόσμο που κατασκευάζει, αποφεύγει το περιττό, αφού για εκείνη η εκεί πραγματικότητα αποτελεί -ορθά- το πλαίσιο μέσα στο οποίο εκτυλίσσεται η ιστορία της. Η συγγραφέας επιλέγει να διασπάσει την αφήγηση σε τρεις χρονικές περιόδους: στην περίοδο πριν την εξαφάνιση του Φίλιππου, στην περίοδο κατά την εξαφάνισή του και σε μια αινιγματική, μάλλον μελλοντική, εκδοχή του κόσμου της. Οι χρονικές αυτές εναλλαγές δεν σηματοδοτούνται ευκρινώς, προκαλώντας μια αρχική αναγνωστική αμηχανία, καθώς η μετάβαση από κεφάλαιο σε κεφάλαιο μοιάζει κάπως χαοτική και ασύνδετη, όμως σύντομα, το αίσθημα αυτό παραμερίζεται και η επιλογή της Τζαρδή λειτουργεί και δικαιώνεται. Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και με την εναλλαγή ανάμεσα στην τριτοπρόπωπη και την πρωτοπρόσωπη αφήγηση.

Το εύρημα του ραδιοφωνικού σταθμού είναι απόλυτα λειτουργικό. Ο ενημερωτικός και ψυχαγωγικός χαρακτήρας του επιτρέπει στη συγγραφέα να εισάγει δύο κομβικής σημασίας στοιχεία της πλοκής, την ενημέρωση, που αποτελεί πρακτικά αναπαραγωγή των δελτίων τύπου των κρατικών μέσων, και τη μουσική, ένα αποκούμπι ελευθερίας. Γύρω όμως από τον σταθμό δημιουργείται και μια ανθρώπινη κοινότητα, τα κυρίως πρόσωπα της ιστορίας αυτής. Οι διαφορετικοί χαρακτήρες, οι μεταξύ τους σχέσεις, οι φιλοδοξίες και οι στόχοι τους, οι ματαιώσεις και οι μικρές νίκες, ο έρωτας, η φιλία, ο τρόπος με τον οποίον στέκονται απέναντι στα πράγματα, ο καθημερινός αγώνας για αξιοπρεπή επιβίωση, ο φόβος για το αύριο. Αυτή η φαινομενική μειοψηφία που πιστεύει πως δεν συμβιβάζεται, που θεωρεί εαυτόν εναλλακτικό και μοιάζει να αποτελεί μια ελπίδα για την αλλαγή, που ταυτόχρονα όμως αποτελεί και μέρος του συστήματος και της επικρατούσας δυστοπίας. Η αναλογία με το σήμερα είναι ευδιάκριτη, η ολοένα και πιο τρομακτική πραγματικότητα, το διάχυτο αίσθημα φόβου και ήττας, η έλλειψη εναλλακτικής και οράματος, η ζωή που συνεχίζεται και, καλώς ή κακώς, προσαρμόζεται στις καινούργιες συνθήκες, αλλά και οι μικρές κοινότητες αντίστασης, που διαρκώς ξεπετάγονται, η συσπείρωση γύρω από αιτήματα κοινά, η πίστη στην κυκλικότητα της ιστορίας. Και όλα αυτά μπορεί να μην ονομάζονται πάντα, αλλά βρίσκονται εκεί. 

Παρότι μια πιο δημιουργική επιμέλεια ίσως να απάλλασσε το μυθιστόρημα από κάποια σημεία μαγκώματος, προσδίδοντάς του επιπλέον συνοχή, καθαρότητα και μια πιο αβίαστη κατά τόπους ροή, η Τζαρδή, ακολουθώντας τις συμβάσεις του είδους, χωρίς όμως να εγκλωβίζεται σε αυτές, παραδίδει ένα αξιοπρόσεχτο μυθιστόρημα, το οποίο διαθέτει ευκρινείς αφηγηματικές αρετές, ενδιαφέρουσες ιδέες και λειτουργικά ευρήματα.

Εκδόσεις Εύμαρος 

Δευτέρα 12 Οκτωβρίου 2020

Τα άγρια κορίτσια - Ursula K. Le Guin


 
Το μοναδικό μέσο που έχω για να εμποδίσω αδαείς σνομπ να αντιμετωπίζουν τη λαϊκή λογοτεχνία με σνομπίστικη άγνοια είναι να μην ενισχύω την άγνοιά τους και τον σνομπισμό τους, λέγοντας ψέματα ότι, όταν γράφω επιστημονική φαντασία δεν είναι επιστημονική φαντασία, αλλά να τους λέω, με μεγαλύτερη ή μικρότερη υπομονή, τα τελευταία σαράντα ή πενήντα χρόνια, ότι κάνουν λάθος όταν αποκλείουν την επιστημονική φαντασία και το φάνταζι από τη λογοτεχνία, και να υποστηρίζω το επιχείρημά μου, γράφοντας καλά. Και η Ούρσουλα Λε Γκεν γράφει καλά, πολύ καλά, και ενώ θα μπορούσε να απαρνηθεί τον χαρακτηρισμό "συγγραφέας επιστημονικής φαντασίας και φάνταζι", δεν το κάνει. Υπάρχει, ακόμα και σήμερα, μια μερίδα "ανθρώπων των γραμμάτων" (sic!) που κρίνουν κατά είδος και όχι κατά ποιότητα. Ας είναι, έτσι και αλλιώς, και σε πείσμα αυτής της μειοψηφίας, η καλή λογοτεχνία συναντά -αργά ή γρήγορα- τους αναγνώστες της και αντέχει στον χρόνο. Το μάρκετινγκ και οι κριτικοί ακολουθούν. 

Η παρούσα έκδοση περιλαμβάνει το ομώνυμο διήγημα, δύο δημόσιες παρεμβάσεις της Λε Γκεν, τέσσερα ποιήματά της και μια συνέντευξή της στον Τέρι Μπίσον. Τα άγρια κορίτσια είναι ένα διήγημα επιστημονικής φαντασίας, στο γνώριμο στυλ της συγγραφέως, που διαπραγματεύεται ζητήματα φύλου, την ανάγκη για ελευθερία, αυτοδιάθεση και δικαιοσύνη, μέσα από την ιστορία δύο μικρών αδερφών, που ανήκουν στην κάστα του χώματος και πιάστηκαν αιχμάλωτες από άντρες της κυρίαρχης κάστας για να οδηγηθούν στην πόλη και να ανατραφούν με σκοπό να χρησιμοποιηθούν ως νύφες, είτε για τους ίδιους τους απαγωγείς είτε για πιθανούς μελλοντικούς πλειοδότες. Μία ιστορία γνώριμη, παρότι έτη φωτός μακριά από τη γη. Μέσα σε ελάχιστες σελίδες η Λε Γκεν καταφέρνει να μας συστήσει ένα μακρινό πολιτισμό και τον κοινωνικό μηχανισμό που τον περιστρέφει, δίνοντας την ευκαιρία στον αναγνώστη να εντοπίσει τις αναλογίες ανάμεσα στο εκεί και το εδώ. 

Η επιστημονική φαντασία λειτουργεί πολύ συχνά με έναν τρόπο νατουραλιστικό, με τον τρόπο τουλάχιστον που ο Ζολά εντός αυτού όρισε το πειραματικό μυθιστόρημα, εδώ όπου ο συγγραφέας αποτελείται από έναν παρατηρητή και έναν πειραματιστή, ο παρατηρητής θέτει και ο πειραματιστής επιχειρεί να διαπιστώσει την ορθότητα αυτής της θέσης. Έτσι, αν εξετάσουμε υπό αυτό το πρίσμα το διήγημα αυτό, θα μπορούσαμε να διακρίνουμε την παρατηρήτρια Λε Γκεν να θέτει ως θέμα την ελευθερία και τη δικαιοσύνη υπό συνθήκες κοινωνικά αντίξοες και ως πειραματίστρια να δημιουργεί ένα περιβάλλον στο οποίο προτίθεται να εξακριβώσει τις αντιδράσεις των χαρακτήρων της, να διερευνήσει τα περιθώρια αντίδρασης. Εκτός της θέσης και του πειράματος, σημαντικό ρόλο εδώ παίζει και ο κόσμος μέσα στον οποίο θα διαδραματιστεί η ιστορία/πείραμα, κόσμο τον οποίο η Λε Γκεν κατασκευάζει εξ ολοκλήρου. Ο πατέρας  της Λε Γκεν υπήρξε καθηγητής ανθρωπολογίας στο πανεπιστήμιο του Μπέρκλεϊ. Η ίδια συνηθίζει να λέει πως ο πατέρας της μελετούσε πραγματικούς πολιτισμούς, ενώ εκείνη τους δημιουργεί, κάτι που, υπό μια έννοια, είναι το ίδιο.

Στη δημόσια παρέμβασή της Να διαβάζουμε και να μένουμε ξύπνιοι η Λε Γκεν διαπραγματεύεται το ζήτημα της ανάγνωσης και της κοινωνικής σημασίας της λογοτεχνίας. Με αυτό το διττής ανάγνωσης κάλεσμα να μένουμε ξύπνιοι, κυριολεκτικά, για να διαβάσουμε λίγες ακόμα σελίδες, και μεταφορικά, για να είμαστε σε -κοινωνική- εγρήγορση. Ποτέ δεν ήταν πολλοί εκείνοι που διάβαζαν, λέει η Λε Γκεν, κάποτε εξαιτίας του αναλφαβητισμού και τώρα λόγω του πλήθους εναλλακτικών διασκέδασης, όπως και αν έχει τα ποσοστά ανέκαθεν ήταν χαμηλά. Παρατήρηση που, παρότι στενάχωρη, φέρει ένα μήνυμα αισιοδοξίας, αφού τα πράγματα, τουλάχιστον, δεν πάνε χειρότερα. Η εμπειρία της από τον χώρο των εκδόσεων της επιτρέπει να ασκεί κριτική για τον τρόπο με τον οποίο οι μεγάλοι εκδοτικοί οίκοι -των μετόχων και των μερισμάτων- αντιμετωπίζουν το βιβλίο. Και η κριτική δεν μπορεί παρά να είναι πολιτική. Το βιβλίο, αντίθετα με άλλα αγαθά, διέπεται από ιδιότητες που δεν το καθιστούν ιδανικό προϊόν για τον καπιταλισμό. Και η παρατήρηση αυτή της Λε Γκεν μοιάζει με μια συμβουλή μιας σοφής γερόντισσας προς αυτά τα μεγαθήρια, καθώς τα παραινεί να αποχωρήσουν πριν αντιμετωπίσουν ακόμα μεγαλύτερες οικονομικές ζημιές, αφήνοντας πίσω τους εκείνους που είναι διατεθειμένοι να αντιμετωπίσουν ψύχραιμα εβδομάδες ύφεσης των πωλήσεων, επιμένοντας σε παλαιότερους τίτλους του καταλόγου τους, ρισκάροντας με νέους συγγραφείς, αφήνοντας τους επιμελητές να κάνουν τη δουλειά τους και να μην καίγονται με δείκτες και αριθμούς, αντιμετωπίζοντας τις δημόσιες βιβλιοθήκες ως σύμμαχους και όχι ως εχθρούς.

Στη Σεμνή κουβέντα η Λε Γκεν διαπραγματεύεται την έννοια της σεμνότητας μέσα στο πέρασμα του χρόνου, τη διαφορετική χρήση της ανάλογα με το φύλο, τον τρόπο με τον οποίο ο χριστιανισμός την αντικατέστησε με την ταπεινότητα, την απόσυρσή της από την κυκλοφορία, παρότι το αντίθετό της χρησιμοποιείται κατά κόρον όσον αφορά την κριτική της γυναικείας ένδυσης. Επομένως, -η πλειοψηφία των ανθρώπων, ισχυρίζεται η Λε Γκεν- είναι πολύ συχνά διατεθειμένοι να ακούσουν ανθρώπους που παριστάνουν τους ανώτερους -τους σχολιαστές των δελτίων ειδήσεων, τους φωνακλάδες των τοκ-σόου, τους πάπες και τους παπάδες και τους αγιατολάδες, τους διαφημιστές, τους ξερόλες. Το αδύνατο σημείο της σεμνότητας είναι ότι επιτρέπει στους άλλους να είναι αλαζόνες. Το δυνατό της είναι ότι, μακροπρόθεσμα, η αλαζονεία δεν μπορεί να την εξαπατήσει.             

Η έκδοση αυτή προσφέρεται ως ιδανική πύλη εισόδου για τον κόσμο της Λε Γκεν, αυτής της σπουδαίας συγγραφέως που ο Μπλουμ, παρότι η ίδια αυτοπροσδιορίζεται συγγραφέας επιστημονικής φαντασίας, την περιέλαβε στον κανόνα του. 



Ο επόμενος πόλεμος

Θα λάβει χώρα,
θα λάβει χρόνο,
θα λάβει ζωή,
και θα τα χαραμίσει.


Μετάφραση Γιάννης Βογιατζής
Εκδόσεις Στάσει Εκπίπτοντες

Δευτέρα 20 Ιουλίου 2020

Ο Ανίκητος - Στάνισλαβ Λεμ




Πέρυσι το καλοκαίρι, η συνέντευξη του Μανώλη Πιτέλη, ιδιοκτήτη της Άγνωστης Καντάθ, στον Αντώνη Γαζάκη και το Marginalia (την οποία μπορείτε να βρείτε εδώ), ήταν αρκετή για να σημάνει τον συναγερμό της αναμονής, καθώς εκεί, ανάμεσα σε τόσα ενδιαφέροντα σχετικά με τη λογοτεχνία του φανταστικού, κρυβόταν η αναγγελία της επικείμενης έκδοσης για πρώτη φορά στα ελληνικά του Ανίκητου του σπουδαίου Στάνισλαβ Λεμ. Και ο καιρός πέρασε και το βιβλίο έφτασε στα χέρια μου, καινούριος Λεμ στα ελληνικά, επιτέλους, και η ανάγνωση δεν μπορούσε να περιμένει!     
Ο Ανίκητος, ένα καταδρομικό τύπου 2, το μεγαλύτερο σκάφος του διαστημικού στόλου που είχε τη βάση του στον αστερισμό της Λύρας, ταξίδευε με τους κινητήρες φωτονίων του στο πιο μακρινό τεταρτημόριο αυτού του αστρικού σμήνους. Οι ογδόντα τρεις άντρες του πληρώματος κοιμούνταν στον κυλινδρικό, κρυογονικό θάλαμο στο κεντρικό κατάστρωμα. Η διάρκεια της πτήσης ήταν σχετικά σύντομη, έτσι προτιμήθηκε αντί για την πλήρη καταστολή ο ελεγχόμενος βαθύς ύπνος, στον οποίο η θερμοκρασία του σώματος δεν πέφτει κάτω από δέκα βαθμούς Κελσίου. 
Ο Ανίκητος ταξιδεύει για τον πλανήτη Ρέγκις ΙΙΙ. Εκεί, το πολυμελές και άκρως εξειδικευμένο πλήρωμά του θα διερευνήσει τα αίτια της απώλειας επαφής με το πλήρωμα του Κόνδωρ, ενός αντίστοιχου τύπου με τον Ανίκητο καταδρομικού σκάφους, που είχε βρεθεί στον Ρέγκις ΙΙΙ σε αναγνωριστική αποστολή. Η τεχνολογία αιχμής με την οποία είναι εξοπλισμένο το σκάφος και η εξειδίκευση του πληρώματος μοιάζουν να αποτελούν αδιαμφισβήτητα εχέγγυα για την επιτυχία της αποστολής. Όμως, σε έναν άγνωστο τόπο, άγνωστοι θα 'ναι και οι κίνδυνοι, και στον Ρέγγις ΙΙΙ οι άντρες του Ανίκητου αντιμετωπίζουν πρωτόγνωρες συνθήκες, για τις οποίες ούτε εκείνοι ούτε οι μηχανές είναι προετοιμασμένοι να ανταποκριθούν. Ο πλανήτης μοιάζει ακατοίκητος και, καθώς οι έρευνες του πληρώματος κλιμακώνονται, οι εικασίες σχετικά με το τι έγινε αποκτούν ολοένα και πιο παράδοξο χαρακτήρα, κινούμενες έξω από τα όρια της γνώσης και της αντίληψης των μελών του πληρώματος. 

Η σχετικά απλή στη σύλληψη πλοκή αποτελεί -ως είθισται στη λογοτεχνία επιστημονικής φαντασίας- την αφορμή μέσω της οποίας ο συγγραφέας θα μπορέσει να μιλήσει για τα γήινα, με τους ήρωές του έτη φωτός μακριά. Οι επιστημονικές γνώσεις του Λεμ βοηθούν στην εικονοποίηση όσων η φαντασία του σκαρώνει, γνώσεις που δεν εξαντλούνται στον τομέα των θετικών επιστημών αλλά εκτείνονται και στις αντίστοιχες ανθρωπιστικές. Ξεκινώντας από το υπερφίαλο όνομα του σκάφους και φτάνοντας μέχρι την αυτοπεποίθηση της επιστημονικής εξειδίκευσης, ο Λεμ μοιάζει να διηγείται την ιστορία κάποιων που πιστεύουν πως θα τα καταφέρουν εκεί που οι άλλοι απέτυχαν οικτρά, χωρίς να αλλάξουν κάτι στην προσέγγισή τους, χωρίς να αμφιβάλλουν εγκαίρως για τις ικανότητές τους, χωρίς να αναρωτηθούν γύρω από την αποστολή. Ενώ και στο μοίρασμα των ρόλων παρατηρεί κανείς διάφορους χαρακτήρες, εκείνους, για παράδειγμα, που έχουν την ικανότητα να σκεφτούν λοξά την κρίσιμη στιγμή αλλά και εκείνους που δεν είναι διατεθειμένοι να κουνηθούν από τις βεβαιότητές τους ή που φλερτάρουν με την εγκατάλειψη του ορθολογισμού. Η βεβαιότητα -και η κατάρρευσή της- είναι μια έννοια κλειδί για την ανάγνωση τόσο του μυθιστορήματος αυτού όσο και του έργου του Λεμ γενικότερα, ενώ η αμφιβολία δεν διαθέτει αρνητικό φορτίο, κάθε άλλο μάλιστα.

Στο μυθιστόρημα δεν υπάρχει κάποια αναφορά σχετικά με την εθνικότητα του πληρώματος, αόριστα μόνο αναφέρεται κάπου η Γη, όπως επίσης άγνωστος παραμένει και ο χρόνος κατά τον οποίο διαδραματίζεται η αποστολή. Η απουσία οποιασδήποτε αντιστοιχίας με το εδώ και το τώρα ενισχύει τον μη ρεαλιστικό χαρακτήρα της ιστορίας, την αναντιστοιχία της με την πραγματικότητα, δίνοντας περαιτέρω ελευθερίες στον συγγραφέα, σε μια εποχή που ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός στη λογοτεχνία κυριαρχούσε και η λογοκρισία επαγρυπνούσε. Από την άλλη, η μικρή κοινότητα με την κάθετη ιεραρχία που αποτελεί το πλήρωμα του σκάφους, οι σχέσεις που αναπτύσσονται και ο τρόπος με τον οποίο λειτουργεί, δεδομένης της ύπαρξης ενός αόρατου εχθρού, αποτελούν ένα απομονωμένο μοντέλο προς εξέταση στο εργαστήριο του Λεμ. Γιατί, παρότι οι συνθήκες που επικρατούν στον Ρέγκις ΙΙΙ είναι διαφορετικές, ο τρόπος με τον οποίο σκέπτεται και λειτουργεί το πλήρωμα είναι παρόμοιος -αν όχι ίδιος. Η απουσία γυναικών από το πλήρωμα αξίζει να σημειωθεί.

Η ικανότητα κάποιων συγγραφέων, όπως ο Λεμ στην περίπτωση αυτή, να δημιουργούν κόσμους σχεδόν από το μηδέν, να τους επανδρώνουν και να τους καθιστούν σκηνικό δράσης, και μάλιστα με έναν τρόπο -φαινομενικά- απλό, ιδιαιτέρως προσιτό για τον αναγνώστη, είναι μαγική. Σε ένα περιβάλλον ανοίκειο και ξένο, τον πλανήτη Ρέγκις ΙΙΙ ο Λεμ επιτυγχάνει να χαρίσει στον αναγνώστη μια αίσθηση γνώριμης οικειότητας, κάτι το οποίο λειτουργεί διττά, καθώς από τη μία τον παρασέρνει μακριά από τα γνώριμα, πιέζοντας στα άκρα τη φαντασία του, μια απόσταση από τα τριγύρω απαραίτητη και παρηγορητική, κάτι που αποτελεί, άλλωστε, μία από τις βασικές αποστολές της λογοτεχνίας, ενώ από την άλλη, σε ένα δεύτερο επίπεδο, επιτρέπει στην ιστορία του να λειτουργήσει παραβολικά και έγκειται στον αναγνώστη η αντιστοίχηση της ιστορίας αυτής με καταστάσεις πιο γνώριμες και κοντινές σε αυτόν, χωρίς καμία διάθεση διδακτισμού. 

Η μετάφραση του Ναούμ Θεοδοσιάδη -στα μάτια μου- μοιάζει με άθλο, καθώς, από τη μία, το ύφος του Λεμ είναι χαρακτηριστικό, και μόνο φαινομενικά απλό, ενώ από την άλλη υπάρχει η εν γένει δυσκολία της απόδοσης στα ελληνικά όλων αυτών των επιστημονικών όρων, αρκετοί εκ των οποίων αποτελούν προϊόν έμπνευσης και λεξιπλασίας του Λεμ. Η έκδοση συνοδεύεται από μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα εισαγωγή από τον ίδιο τον εκδότη, συνδυασμός γνώσης και πάθους για τη λογοτεχνία του φανταστικού -και όχι μόνο.

υγ. Στα ελληνικά κυκλοφορούσαν μέχρι τώρα το Σολάρις και το Ημερολόγιο των άστρων, και τα δύο από τις εκδόσεις Ποταμός. Πριν πέντε χρόνια διάβασα το από πάντα εξαντλημένο Συνέδριο για το μέλλον, το οποίο έφτασε στα χέρια μου με έναν τρόπο τυχαίο και αλληλέγγυο, περισσότερα για την ανάγνωση εκείνη μπορείτε να διαβάσετε εδώ.

Μετάφραση Ναούμ Θεοδοσιάδης
Εκδόσεις Η άγνωστη Καντάθ                   

Δευτέρα 2 Δεκεμβρίου 2019

Πικνίκ δίπλα στο δρόμο - Αρκάντι & Μπόρις Στρουγκάτσκι




Ήθελα εδώ και καιρό να διαβάσω το βιβλίο αυτό, παρακινούμενος από διάφορες επιθυμίες, συγγενείς μεταξύ τους, με μεγαλύτερη όλων την εξής: να διαβάσω το βιβλίο που διάβασε ο Ταρκόφσκι και εμπνεύστηκε το Στάλκερ. Η μεταφορά των βιβλίων στη μεγάλη οθόνη φανερώνει συχνά τις πηγές έμπνευσης του σκηνοθέτη, κάτι το οποίο ιντριγκάρει, ιδιαίτερα όταν έχουμε να κάνουμε με δημιουργούς του διαμετρήματος του Ταρκόφσκι. Το αντικείμενο της έμπνευσης αποτελεί κατά κάποιον τρόπο τον εξανθρωπισμό του δημιουργού, τη σύνδεσή του με τον κόσμο γύρω του, την τοποθέτησή του στη διαδοχή του πολιτισμού, ένα ακόμα πλήγμα στην παρθενογένεση. Ανέκαθεν πίστευα πως το βιβλίο και η κινηματογραφική του μεταφορά αποτελούν δύο διαφορετικά, ξεχωριστά μεταξύ τους δημιουργήματα, και έτσι θα έπρεπε να αντιμετωπίζονται, και όχι σε άμεση σύγκριση, καθώς είναι εμπειρίες ανόμοιες μεταξύ τους. Πόσω μάλλον στην περίπτωση αυτή, στην οποία άλλο δεν μας απασχολεί από το να πλησιάσουμε και αν είμαστε τυχεροί να διακρίνουμε, έστω αχνά, ή να φανταστούμε τον τρόπο με τον οποίο η πρόσληψη μετατρέπεται σε έμπνευση και δημιουργία.

Η λογοτεχνία επιστημονικής φαντασίας ασκεί μια ιδιαίτερη γοητεία στον αναγνώστη, ιντριγκαδόρικη ως προς την εικονοποίηση και τη σύλληψη των εννοιών που εισάγονται, γοητευτική ως προς τις δυνατότητες που προσφέρουν η επιστήμη και η συγγραφική φαντασία. Ένας κόσμος ανοίκειος. Λογοτεχνικό είδος που σε καμία περίπτωση δεν μπορεί κανείς να το θεωρήσει παραλογοτεχνία, όχι συλλήβδην τουλάχιστον, όχι γενικεύοντας, όχι στις μέρες μας, όχι πια. Και δεν χρειάζεται να επικαλεστεί κανείς τον Ταρκόφσκι, που διάβασε τόσο το Πικνίκ δίπλα στο δρόμο όσο και το Σολάρις του σπουδαίου Στάνισλαβ Λεμ, για να αποδείξει τον παραπάνω συλλογισμό, χρειάζεται όμως για να θρυμματιστούν ακόμα μερικά στερεοτυπικά κατασκευάσματα λογοτεχνικής -και όχι μόνο- αριστείας.

Την ταινία την είχα δει παλιότερα. Δεν παρέβλεπα τον φόβο που ένιωθα, πως ίσως να μου στερούσε κάτι αυτό από την αναγνωστική απόλαυση,την εικονοποίηση και την άγνοια της ιστορίας συγκεκριμένα, και ίσως αυτός να ήταν ο λόγος που ενώ τόσο το επιθυμούσα, ολοένα και ανέβαλλα την ανάγνωση του βιβλίου. Δεν ήξερα πως η ταινία βασίστηκε σε σενάριο που έγραψαν οι αδερφοί Στρουγκάτσκι. Εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με κινηματογραφική μεταφορά όπως την εννοούμε συνήθως. Ο Ταρκόφσκι διάβασε το βιβλίο και οραματίστηκε μια ταινία, ήξερε πως κανένας δεν θα μπορούσε να γράψει καταλληλότερο σενάριο από τους ίδιους τους συγγραφείς. 

Το θέμα της ταινίας αφορά τα κατάλοιπα μιας επίσκεψης από κάποιον άλλον άγνωστο κόσμο. Η ευρύτερη περιοχή έχει αποκλειστεί και φυλάσσεται, ενώ διάφοροι τυχοδιώκτες, κυνηγοί όπως αποκαλούνται, προσπαθούν να εισέλθουν και να αποσπάσουν πράγματα τα οποία θα μπορούσαν να διαθέσουν στην μαύρη αγορά. Η ζώνη είναι ιδιαίτερα επικίνδυνη, απαιτείται ειδικός εξοπλισμός, ενώ δεν είναι λίγοι οι αστικοί μύθοι που ακούγονται γύρω από θησαυρούς και θανατηφόρες παγίδες. Το βιβλίο αποτελείται από μία συνέντευξη ενός επιστήμονα και τέσσερα επεισόδια με βασικό πρωταγωνιστή έναν κυνηγό τον Ρέντρικ Σούχαρτ.

Ως είθισται, το κομμάτι της επιστημονικής φαντασίας αποτελεί εκτός από οργανικό μέρος της ιστορίας και το απαραίτητο όχημα για τους συγγραφείς, ώστε να μιλήσουν για ένα πλήθος πραγμάτων, από τη φιλοσοφία μέχρι τον έρωτα. Απομακρυσμένοι χρονικά από το παρόν, ασφαλείς από τη λογοκρισία και την πολιτική επικαιρότητα, αναφέρονται σχηματικά και αναγωγικά ακριβώς σε αυτό, εκφράζουν τις φοβίες και τις επιφυλάξεις τους, τις διαχρονικές ανθρώπινες αγωνίες. Στην προκειμένη περίπτωση συμβαίνει κάτι τρομακτικό, μα συνηθισμένο στην λογοτεχνία της επιστημονικής φαντασίας, η ζωή θα αντιγράψει την τέχνη, με τα όσα ακολούθησαν λίγα χρόνια αργότερα με την έκρηξη στο εργοστάσιο του Τσερνομπίλ, το οποίο μετά το Νόμπελ στην Αλεξίεβιτς και την ομώνυμη τηλεοπτική σειρά ήρθε πάλι στην επιφάνεια του ενδιαφέροντος, αν και όχι για τους αναμενόμενους λόγους των κινδύνων που συνοδεύουν την πυρηνική ενέργεια. Οι δημιουργοί δυστοπιών, σκέφτομαι, σε καμία περίπτωση δεν θα ένιωθαν ευχάριστα γνωρίζοντας πως λίγα ή περισσότερα χρόνια μετά, οι "προφητείες" τους πραγματοποιήθηκαν, πως το χειρότερο σενάριο έγινε πραγματικότητα.

Ο τίτλος του βιβλίου αποτελεί μια πανέξυπνα εύστοχη, φιλοσοφικού χαρακτήρα περιγραφή της επίσκεψης των εξωγήινων στη γη, της πραγματικής μας θέσης στο άπειρο σύμπαν. Το προτελευταίο μέρος του βιβλίου είναι το πλέον απολαυστικό, από πλευράς ιδεών τουλάχιστον, ενώ αξίζει να σημειωθεί η ισορροπία στις προσφερόμενες ποσότητες δράσεις. Το προλογικό σημείωμα του μεταφραστή, αναλυτικό και με λεπτομέρειες σχετικά με τη ρωσική επιστημονική φαντασία, συμπληρώνει ιδανικά την έκδοση.   


υγ.Μία επιθυμία που μου προκάλεσε η ανάγνωση του Πικνίκ δίπλα στο δρόμο, εκτός από το να δω άμεσα ξανά την ταινία και να διαβάσω ένα ακόμα βιβλίο του Λεμ -που ελπίζω σύντομα να επιβεβαιωθούν οι πληροφορίες μου και να κυκλοφορήσει-, ήταν να ψάξω πληροφορίες σχετικά με διάφορα συγγραφικά δίδυμα, κυρίως από περιέργεια για την τεχνική πλευρά της συνεργασίας, για το κρυφοκοίταγμα στο συγγραφικό εργαστήρι.

Μετάφραση Μανώλης Ασημιάδης
Εκδόσεις ΑΩ

  

Πέμπτη 28 Νοεμβρίου 2019

Crash - J.G. Ballard





Το βιβλίο αυτό υπερβαίνει το δίπολο μου άρεσε/δεν μου άρεσε, στέκει πέρα και πάνω από τα ασφυκτικά του όρια, διερευνά νέες -σχεδόν άγνωστες- συναισθηματικές και λογικές εκτάσεις. Η εναρκτήρια παράγραφος αρκεί για να το πιστοποιήσει αυτό.
Ο Βον σκοτώθηκε χτες, στο τελευταίο του τρακάρισμα. Όσο καιρό ήμασταν φίλοι, είχε προβάρει τον θάνατό του σε πολλαπλές συγκρούσεις αυτοκινήτων, αλλά το χθεσινό ήταν το μοναδικό αληθινό του δυστύχημα. Ενώ οδηγούσε σκοπεύοντας να συγκρουστεί με τη λιμουζίνα της σταρ του σινεμά, το αμάξι του τινάχτηκε πάνω από το κιγκλίδωμα της γέφυρας στην ανισόπεδη διασταύρωση του Αεροδρομίου του Λονδίνου και βυθίστηκε σε ένα λεωφορείο που μετέφερε επιβάτες των αερογραμμών τρυπώντας την οροφή του. Τα τσακισμένα κορμιά των στριμωγμένων ταξιδιωτών κείτονταν ακόμη, σαν αιμορραγία του ήλιου, στο βινύλιο των καθισμάτων όταν κατάφερα μια ώρα αργότερα να φτάσω εκεί περνώντας μέσα από τους εμπειρογνώμονες μηχανικούς της αστυνομίας. Κρατώντας από το μπράτσο τον σοφέρ της λιμουζίνας της, η ηθοποιός Ελίζαμπεθ Τέιλορ, με την οποία εδώ και τόσους μήνες ονειρευόταν να πεθάνει ο Βον, στεκόταν παράμερα κάτω από τον περιστρεφόμενο φάρο ενός ασθενοφόρου. Καθώς γονάτισα πάνω από το πτώμα του Βον, εκείνη άγγιξε τον λαιμό της με το γαντοφορεμένο χέρι της.

Ο Τζέιμς Μπάλαρντ, αφηγητής της ιστορίας αυτής, θα γνωρίσει τον Βον μετά το ατύχημα του πρώτου. Ο Βον ενδιαφέρεται για αυτοκινητιστικά ατυχήματα, για παραμορφωμένες μάζες αλουμινίου και σάρκας, για σπασμένες κλείδες και θρυμματισμένα τζάμια, για ομοιώματα σωμάτων δοκιμών ασφαλείας (βλ. dummies), φωτογραφίζει τα συντρίμμια, επισκέπτεται νεκροταφεία αυτοκινήτων, αναζητά σε αυτά την ηδονή. Ηδονή που του προκαλούν τα παραμορφωμένα σώματα μέσα σε παραμορφωμένα αμαξώματα, η αδρεναλίνη της ταχύτητας, της πρόσκρουσης, του σεξ, του τραύματος, η ιδιότυπη αυτή χορογραφία που όσο και αν δοκιμάσει κανείς παραμένει ανεπανάληπτη. Η έλξη που ασκεί ο Βον στους γύρω του είναι ισχυρή, ο αφηγητής δεν ξεφεύγει από αυτήν, σχεδόν υπνωτισμένος τον ακολουθεί στις νυχτερινές διαδρομές του.

Το βιβλίο του Μπάλαρντ είναι προκλητικό όχι γιατί προσβάλλει την αιδώ αλλά γιατί κυριολεκτικά προκαλεί τον αναγνώστη σε δύσβατα μονοπάτια, τη στιγμή που αντικρουόμενα συναισθήματα γεννιούνται, συναισθήματα που κυμαίνονται ανάμεσα στην ηδονοβλεψία και τη φρίκη, συναισθήματα που εμφανίζονται συχνά ταυτόχρονα και κυρίως αντιστικτικά. Η χρήση της αντίστιξης είναι κάτι που γενικότερα διέπει το πρωτότυπο αυτό μυθιστόρημα, η ησυχία μετά το ατύχημα που συνήθως περιγράφουν οι εμπλεκόμενοι τη στιγμή που ο θόρυβος ανθρώπων και μηχανών επικρατεί, η ταχύτητα των συγκρουόμενων αυτοκινήτων και των παλλόμενων σωμάτων και η σχεδόν στατική αφήγηση, ο πόνος και η ηδονή σε ένα μυθιστόρημα τόσο εγκεφαλικό, η δημιουργία τόσων συναισθημάτων από ένα κείμενο απολυμασμένο από οποιοδήποτε συναίσθημα.

Αν και το βιβλίο εντάσσεται στην ευρύχωρη και πολυσχιδή λογοτεχνία της επιστημονικής φαντασίας, η ερωτική σχέση ανθρώπου αυτοκινήτου που περιγράφει δεν εκπληρώθηκε τελικώς στο μέλλον. Για κάποιο λόγο, που προσωπικά τον θεωρώ αρκετά διεστραμμένο, ένα από τα κριτήρια αξιολόγησης της λογοτεχνίας του είδους αυτού σχετίζεται με την εκπλήρωση της προφητείας. Νομίζω πως οι "προφήτες" δεν γύρευαν την επιβεβαίωση από την πραγματικότητα, την απεύχονταν. Δεν νομίζω δηλαδή ο Όργουελ να χαιρόταν για τον σημερινό κόσμο, για να δώσω ένα παράδειγμα. Υπό αυτό το κριτήριο, λοιπόν, το Crash δεν δικαιώθηκε, γεγονός το οποίο σε καμία περίπτωση δεν υποτιμά την αξία του βιβλίου αυτού, αξία όχι αποκλειστικά λογοτεχνική, αλλά και κοινωνικοπολιτική.  Οι αναλογίες του γραμμένου το 1973 μυθιστορήματος με το σήμερα μπορεί να μην είναι προφανείς αλλά αυτό δεν σημαίνει πως δεν υπάρχουν κιόλας.

Και αν από τη μία πλευρά μπορεί κανείς, στο μυθιστόρημα αυτό, να διακρίνει ένα ακόμα υποκεφάλαιο της σεξουαλικής απελευθέρωσης, της κατάρριψης των ταμπού και της επαναχάραξης των ορίων της ηδονής, ταυτόχρονα, από την άλλη πλευρά, διακρίνει και μια νέα κατηγορία σωματικώς παραμορφωμένων ανθρώπων, αυτή των μεταατυχηματικών, αξιοθέατα της ταχύτητας και της επιστήμης των υλικών, η συγκόλληση των οποίων προσομοιάζει σε εκείνη των μεταλλικών μερών ενός αυτοκινήτου, σε μια διαδικασία που οδηγεί το ανθρώπινο σε μηχανικό. Η παραμόρφωση ως μια εκδοχή της πλαστικής χειρουργικής.

Το βιβλίο γύρισε σε ταινία ο Κρόνεμπεργκ. Ποιος άλλος; θα αναρωτηθεί κάποιος, και ίσως με το δίκιο του. Θα έβαζα ακόμα μία επιλογή, τον Γάλλο Λεό Καράξ, επιλογή ίσως προφανής. Αλλά αν ήταν πραγματικά στο χέρι μου, πιστεύω πως θα ήθελα να δω τον Καρ Βάι να γυρίζει σε ταινία αυτό το βιβλίο, ίσως για να ενισχυθεί ακόμα περισσότερο η αντίστιξη, ίσως γιατί εκείνος θα κατάφερνε να αναδείξει τον ερωτισμό, να κάνει την ταινία ακόμα πιο προκλητική λόγω της ικανότητάς του να υπονοεί τον πόθο, χωρίς να χρειάζεται να δείξει πολλά.

Ο Κρόνεμπεργκ ενώνει τον Μπάλαρντ με τον ΝτεΛίλλο, καθώς μετέφερε στον κινηματογράφο μυθιστορήματα και των δύο. Και ο ΝτεΛίλλο είναι ό,τι πιο κοντινό στον Μπάλαρντ μπορώ να αναλογιστώ ως προς την αναγνωστική αίσθηση και κυρίως τον έλεγχο πάνω στον χρόνο, την μοναδική αυτή ικανότητα της αραίωσης και πύκνωσης που αυτοί οι δύο συγγραφείς διαθέτουν.

Αναγνωστική εμπειρία.


υ.γ/trivia Ο ηθοποιός που ενσαρκώνει τον Βον, τον μοναδικό ίσως λογοτεχνικό ήρωα που ούτε κατ' ελάχιστο δεν μπόρεσα να μορφοποιήσω κατά την ανάγνωση, στην ταινία του Κρόνεμπεργκ είναι ο ελληνικής καταγωγής Καναδός Elias Koteas.

Μετάφραση Γιώργος- Ίκαρος Μπαμπασάκης
Εκδόσεις Κέδρος          

Δευτέρα 25 Νοεμβρίου 2019

Zero K - Don DeLillo



Όλοι θέλουν δικό τους το τέλος του κόσμου.
Αυτό είπε ο πατέρας μου, όρθιος μπροστά στην τζαμαρία του γραφείου του στη Νέα Υόρκη -διαχείριση ιδιωτικού πλούτου, οικογενειακά καταπιστεύματα, αναδυόμενες αγορές. Μοιραζόμασταν μια σπάνια στιγμή στον χρόνο, περισυλλογής, και τη στιγμή συμπλήρωναν τα επώνυμα γυαλιά ηλίου του, που έφερναν τη νύχτα απ' έξω μέσα. Περιεργάστηκα τα έργα τέχνης στο δωμάτιο, ποικιλοτρόπως αφηρημένα, και άρχισα να αντιλαμβάνομαι ότι η παρατεταμένη σιωπή που ακολούθησε τα λόγια του δεν οφειλόταν σε κανέναν απ' τους δυο μας. Ο νους μου πήγε στη γυναίκα του, τη δεύτερη, την αρχαιολόγο, που το μυαλό και το ασθενικό κορμί της θα άρχιζαν σύντομα, την προγραμματισμένη ώρα, να γλιστρούν στο κενό.
Και κυρίως, αυτό που όλοι θέλουν είναι να ορίσουν εκείνοι το δικό τους τέλος, να αντισταθούν στις επιταγές της μοίρας και της συγκυρίας. Είναι ο τρόπος του Ρος Λόκχαρτ, πατέρα του αφηγητή, να δείξει στην άρρωστη σύντροφό του, διαπρεπή αρχαιολόγο, την αγάπη και την αφοσίωσή του. Χρηματοδοτεί ένα κέντρο έρευνας για το πάγωμα του θανάτου, μέχρι να είναι κατάλληλες οι συνθήκες για την επαναφορά στη ζωή, μακριά από τη φθορά της ασθένειας και τη διαφέντευση του κορμιού από τον πόνο. Ο αφηγητής θα ταξιδέψει, για να συναντήσει τον πατέρα του και τη σύντροφό του στις μυστικές εγκαταστάσεις του κέντρου έρευνας στα βάθη της Ασίας, λίγο πριν εκείνη βρεθεί στο μεταίχμιο ανάμεσα στη ζωή και στον θάνατο, πριν περάσει σε λειτουργία αναμονής.

Παρότι η κεντρική ιδέα του μυθιστορήματος σε γενικές γραμμές δεν είναι ιδιαιτέρως πρωτότυπη, ο τρόπος με τον οποίο ο ΝτεΛίλλο διαχειρίζεται το αρχικό υλικό της ιδέας του είναι, για ακόμα μια φορά, τουλάχιστον εντυπωσιακός. Και αυτό το κάνει όχι με έναν τρόπο αναμενόμενο, σκαρφιζόμενος διαρκείς ανατροπές και ευφάνταστα ευρήματα δηλαδή, αλλά μέσω της αφήγησης, μέσω της γλώσσας. Γιατί θα πρέπει να επαναληφθεί εδώ πως ο ΝτεΛίλλο είναι ποιητής. Και είναι ποιητής επειδή γνωρίζει ακριβώς τα όρια της γλώσσας. Δεν αρκείται όμως σε αυτά, επιχειρεί να τα διευρύνει, όχι κάνοντας επίδειξη λεξιπλασίας και εξεζητημένου λόγου, αλλά ευρισκόμενος ακριβώς στον αντίποδα αυτών, χρησιμοποιώντας με ακρίβεια τις λέξεις, τοποθετώντας τες αβίαστα σε τάξη, κάνοντας τα πάντα να μοιάζουν απλά και φυσικά, την ώρα που οι εγκεφαλικοί νευρώνες του αναγνώστη διευρύνονται και επανασυντάσσονται. Ο ΝτεΛίλλο κάνει κάτι φοβερό: δεν θέτει ερωτήματα που μας αφορούν, θέτει ερωτήματα που ξεπερνούν τα όρια της αντίληψής μας για τα πράγματα. Με τον τρόπο αυτό, η κεντρική ιδέα του μυθιστορήματος δεν αναλώνεται σε απλοϊκά ερωτήματα ηθικής, δεν φθείρεται κατά την εξέλιξη της πλοκής, αντιθέτως, εξαπλώνεται, καλύπτοντας κάθε σημείο του μυθιστορήματος. 

Σε έναν κόσμο που διαρκώς επιταχύνει, ο ΝτεΛίλλο, σαν από πείσμα, επιδιώκει την επιβράδυνση του χρόνου, τον συμπυκνώνει και τον αραιώνει κατά βούληση, τον καθιστά κυρίαρχο των πάντων, πανταχού παρόντα, τον αποπροσωποποιεί, ακόμα και όταν τον ονομάζει πρωί ή βράδυ, δημιουργεί αυτό το αίσθημα χρονικού κενού, τη συνεχή στιγμή, οδηγεί τον αναγνώστη να βιώσει πώς θα 'ναι ο χρόνος κατά την αναμονή της επαναφοράς στη ζωή, στο διαρκές τώρα, πώς είναι το πάντα. Το δίπολο θρησκεία-τεχνολογία είναι και σε αυτό το βιβλίο παρόν. Η επιστράτευση της τεχνολογίας για την εκπλήρωση μιας θρησκευτικής υπόσχεσης, όχι όμως μετά τον θάνατο αλλά πριν, η ορθολογική προσέγγιση του θανάτου, η αναβολή μέχρι την οριστική του ματαίωση, ο ολοκληρωτικός θρίαμβος της ελεύθερης βούλησης.

Εδώ η επιστημονική φαντασία αποτελεί απλώς την αφορμή για ένα σχόλιο κοινωνικοπολιτικό. Ο ΝτεΛίλλο, άλλωστε, είναι ένας κατ' εξοχήν πολιτικός συγγραφέας και δεν θα του αρκούσε απλώς ο σχολιασμός της ανθρώπινης ματαιοδοξίας. Ο έλεγχος του τέλους μοιάζει να είναι το τελευταίο οχυρό ταξικής ισότητας, όσο και αν τα χρήματα για τις θεραπείες και την ποιότητα διαβίωσης καθυστερούν το μοιραίο, πρόκειται για μια αναβολή πριν από την τελική και αναπόφευκτη ήττα. Ο Ρος λέει: όλοι θέλουν δικό τους το τέλος του κόσμου. Εννοείται η συνέχεια: μόνο λίγοι, πραγματικά πλούσιοι, θα μπορούσαν να το έχουν. Και ο Ρος το θέλει δικό του, θέλει τον ίδιο να ορίζει. Το ένστικτο της επιβίωσης ατροφεί για κάποιους λίγους, υπόκειται σε γενετική μετάλλαξη από γενιά σε γενιά, η επιβίωση θεωρείται δεδομένη και από μόνη της δεν προσφέρει κάποια ικανοποίηση. Το ένστικτο δίνει τη θέση του στη λαχτάρα για αιωνιότητα, εκεί παίζεται πια το παιχνίδι.

Ο ΝτεΛίλλο δεν παρουσιάζει τον Ρος ως έναν πάμπλουτο διψασμένο απλώς για περισσότερο χρήμα, αλλά ως έναν καλλιεργημένο και συναισθηματικά ζωντανό άνθρωπο, ο οποίος δεν θέλει να χάσει τη σύντροφό του. Είναι και ένα μυθιστόρημα αγάπης αυτό, αγάπης βαθιάς, που οι εραστές αρνούνται στον θάνατο να τους χωρίσει. Είναι και ένα μυθιστόρημα για τη σχέση πατέρα γιου, για την περίπλοκη αυτή σχέση, ιδιαίτερα όταν ο πατέρας έχει εγκαταλείψει κατά το παρελθόν τη μητέρα του γιου του, είναι η στιγμή που ο πατέρας θα εξηγήσει στον γιο του τις αποφάσεις του, σε μια αντιστροφή των ρόλων, σε μια τελική πράξη ενηλικίωσης. Το Zero K είναι πολλά μυθιστορήματα, δεν είναι μόνο ένα, παρότι τριακόσιες σελίδες μόνο, άλλωστε ο ΝτεΛίλλο το έχει ήδη καταφέρει αυτό και σε λιγότερες σελίδες. Καθένας βρίσκει σε αυτό εκείνο που γυρεύει, εκείνο που πραγματικά είναι κατά βάθος. Αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα απουσίας και της πλέον ελάχιστης συναισθηματικής καθοδήγησης και εκβιασμού, κάτι που επιτείνει την αίσθηση στεγνότητας που αποπνέουν τα μυθιστορήματα του σπουδαίου αυτού Αμερικάνου συγγραφέα, θυμίζοντας πως ο πάγος προκαλεί εγκαύματα.


Μετάφραση Λαμπρινή Κουζέλη
Εκδόσεις βιβλιοπωλείον της Εστίας    

            

Δευτέρα 30 Απριλίου 2018

Αργός σίδηρος - Σωφρόνης Σωφρονίου





Ήμουν σκακιστής στην πλατεία Γιούνιον. Μπορώ να πω με σιγουριά ότι αυτό έκανα, ήταν αν θέλετε το επάγγελμά μου προτού φύγω από τη γη. Συνήθιζα να μένω εκεί για ώρες, παρακινούσα τους περαστικούς να κάτσουν για μια παρτίδα. Στον βιαστικό που ψιθύριζε ότι δεν ήξερε καλό σκάκι έλεγα: " Σε δέκα λεπτά θα είσαι τουλάχιστον δυο φορές καλύτερος απ' όσο είσαι τώρα, άμα δεν γίνεις, ας μου πάρουν τη σκακιέρα για πάντα". Δεν το έκανα για τα λεφτά, λεφτά είχα.

Τη μέρα που με πυροβόλησαν κόντευα τα εξήντα έξι· τώρα είμαι στα είκοσι εννιά. Από τους λίγους μήνες που μου έχουν απομείνει στη Μικρή Ζωή σκοπεύω να περάσω τον τελευταίο σε μια πλατεία όμοια με τη Γιούνιον: στην Τρίνες ή στη Σιέκλε.

Ο αφηγητής πέθανε στις 5 Μαΐου 1948. Όταν έφτασε στη Μικρή Ζωή ήταν γυμνός, και, όπως θα έκανε ο καθένας στη θέση του, ρώτησε πού βρισκόταν. Του εξήγησαν. Κάθε άνθρωπος που πεθαίνει στη γη, ανεξαρτήτως ηλικίας, "ξυπνάει" στον πλανήτη Μικρή Ζωή, είκοσι ετών και ζει εκεί μέχρι τα τριάντα του. Μετά το πέρας του Μήνα Μνήμης, θα ανατεθεί στον αφηγητή η αποστολή της ανασυγκρότησης του μυθιστορήματος 4001 του Αυστριακού Ρόμπερτ Κράους, παράλληλα με την έρευνα για το αν ο συγγραφέας βρίσκεται στον πλανήτη. Για τον λόγο αυτό θα χρειαστεί να πάει με τρένο σε μια απομακρυσμένη περιοχή του πλανήτη. Έτσι ξεκινάει η ιστορία αυτή.

Και φαντάζομαι πως θα έχετε ήδη ένα κάποιο βλέμμα απορίας διαβάζοντας τόσο το απόσπασμα όσο και την υπόθεση του μυθιστορήματος του Κύπριου Σωφρόνη Σωφρονίου, και είναι κάτι το αναμενόμενο καθώς πρόκειται για μυθιστόρημα επιστημονικής φαντασίας.

Σε αυτό το σημείο βρίσκεται, κατ' εμέ, το πρώτο σημείο αξιολόγησης ενός μυθιστορήματος όπως ο Αργός σίδηρος, στο κατά πόσο δηλαδή ο συγγραφέας επιτυγχάνει να καλωσορίσει ομαλά τον αναγνώστη σε αυτή τη σύμβαση, κάτι το οποίο απαιτεί αρκετή δουλειά και επιπλέον φαντασία με ιδέες ξεκάθαρες, έτσι ώστε εκείνο που υπάρχει στο μυαλό του συγγραφέα να περάσει και στο χαρτί, να επιτύχει να δώσει πνοή σε μια νέα πραγματικότητα, χωρίς να αναλωθεί σε δαιδαλώδεις περιγραφές και εξηγήσεις. Σε αυτό το σημείο ο Σωφρονίου τα καταφέρνει περίφημα. Ο αναγνώστης γρήγορα νιώθει οικεία στη Μικρή Ζωή.

Και αφού καταφέρνει να χτίσει από την αρχή έναν νέο κόσμο, με τις ιδιαιτερότητες και τις καινοτομίες του, στη συνέχεια ο συγγραφέας θα κριθεί για την ιστορία του ως ιστορία, μία τελευταία, μα απαραίτητη επιβεβαίωση της ανάγκης για τη διάσταση του φανταστικού την οποία επιλέγει να ακολουθήσει. Εδώ τα πράγματα δεν είναι τόσο ξεκάθαρα, γιατί ναι μεν από τη μία ο Σοφρωνίου επιτυγχάνει, με ευρήματα δομικά και ιδέες ενδιαφέρουσες, να εξάψει και να κρατήσει αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη κατά την "περιήγησή" του στη Μικρή Ζωή, ακολουθώντας τον αφηγητή στις περιπέτειές του, από την άλλη όμως δεν δίνει τις μάλλον απαραίτητες για το λογοτεχνικό είδος απαντήσεις στα ερωτήματα που τίθενται ή προκύπτουν, ευθέως ή πλαγίως, επιμένοντας περισσότερο στην εξέλιξη της δράσης και στη δημιουργία ενός περιβάλλοντος δυστοπικής αγωνίας. Και είναι αυτό το σημείο στο οποίο ένιωσα κάπως μετέωρος διαβάζοντας το μυθιστόρημα, που δεν επέτρεψε την ολοκλήρωση της αναγνωστικής απόλαυσης, παρά το γεγονός πως οι αρετές του είναι δεδομένες, και μάλιστα κάποια σημεία σχετικά με την ανασυγκρότηση της μνήμης και τη νοσταλγική αναβίωση της προηγούμενης ζωής στη Γη είναι εξαιρετικά.

Εκδόσεις αντίποδες 

Παρασκευή 30 Ιουνίου 2017

Αφανισμός - Jeff VanderMeer




Η Περιοχή Χ, πριν από τ' απροσδιόριστο Συμβάν που την έκλεισε πίσω από το σύνορο, τριάντα χρόνια πίσω, και την κατέστησε αντικείμενο τόσων και τόσων ανεξήγητων γεγονότων, ήταν τμήμα μιας ερημιάς δίπλα σε μια στρατιωτική βάση. Άνθρωποι ζούσαν ακόμη εκεί, σ' ένα καταφύγιο άγριας ζωής, αλλ' όχι πολλοί -λιγομίλητοι απόγονοι ψαράδων οι περισσότεροι. Η εξαφάνισή τους μπορεί σε κάποιους να φάνηκε σαν απλή επιτάχυνση μιας διαδικασίας αρχινημένης πριν από γενιές ολόκληρες.
Η αποστολή στην Περιοχή Χ, δωδέκατη κατά σειρά, αποτελείται από τέσσερις γυναίκες, μία βιολόγο, μία ανθρωπολόγο, μία χωρομέτρη και μία ψυχολόγο. Η ψυχολόγος είναι η αρχηγός της αποστολής, εκείνη που γνωρίζει περισσότερα και ήταν υπεύθυνη της εκπαίδευσης που προηγήθηκε της αποστολής. Αφηγήτρια είναι η βιολόγος. Ο άντρας της συμμετείχε στην προηγούμενη αποστολή, γύρισε μια μέρα ξαφνικά στο σπίτι, τον αναζήτησε για ανάκριση η αστυνομία και λίγο αργότερα πέθανε. Κάποια σχέση φαίνεται να έχουν με εκείνον η απόφασή της να συμμετάσχει στην αποστολή και η τελική επιλογή της. Τα στοιχεία σχετικά με την Περιοχή Χ αποτελούν μυστικό υψίστης ασφαλείας, ενώ οι στόχοι και οι επιδιώξεις της κάθε αποστολής καλύπτονται από ένα πέπλο μυστηρίου. Όταν τα μέλη της αποστολής διασχίζουν το σύνορο και βρίσκονται στην Περιοχή Χ ούτε που μπορούν να φανταστούν αυτό που τους περιμένει.

Ο Αφανισμός, πρώτο μέρος της τριλογίας της Νότιας Ζώνης, είναι ένα μυθιστόρημα επιστημονικής φαντασίας, το οποίο διαδραματίζεται σε κάποια ακαθόριστη περίοδο στο μέλλον. Ο Βάντερμιερ κατασκευάζει έναν κόσμο ζοφερό και τρομακτικό, μα ταυτόχρονα οικείο, ένα σκηνικό κατάλληλο για να στήσει την ιστορία του, επιτρέποντας την είσοδο στο μεταφυσικό στοιχείο, που σκιάζει τη λογική και την επιστημονική γνώση των μελών της ομάδας, μοναδικών ανθρώπινων όντων στην Περιοχή Χ, με αρκετά φλας μπακ στο παρελθόν της αφηγήτριας και του συζύγου της, προκαλώντας περισσότερα ερωτήματα απ' όσα απαντάει -βρισκόμαστε άλλωστε στο πρώτο μέρος της τριλογίας.

Για να θεωρηθεί πετυχημένο ένα βιβλίο επιστημονικής φαντασίας, κατά τη γνώμη μου, οφείλει να συνδυάζει δύο χαρακτηριστικά. Πρώτον, το σασπένς. Να μην αφήνει τον αναγνώστη να το αφήσει από τα χέρια του, προκαλώντας του την επιθυμία να μάθει την εξέλιξη της ιστορίας το συντομότερο δυνατόν. Ως προς αυτό ο Βάντερμιερ τα καταφέρνει αρκετά ικανοποιητικά, καλλιεργώντας το απαραίτητο κλίμα αγωνίας, με μετρημένες και ξαφνικές ανατροπές. Το δεύτερο χαρακτηριστικό είναι οι προεκτάσεις, κοινωνιολογικές, πολιτικές, ανθρωπολογικές, που αποτελούν αναπόσπαστο μέρος των σπουδαίων έργων επιστημονικής φαντασίας. Εδώ δεν είμαι σίγουρος αν μπορώ να πω ότι ο συγγραφέας τα καταφέρνει εξίσου καλά, αφού δεν αποφεύγει κάποιες εύκολες και απλοϊκές συνδέσεις, ποντάροντας ίσως περισσότερο στη συνωμοσιολογία και στην κινηματογραφική δράση. Οι ηρωίδες του είναι κάπως χάρτινες και στερεοτυπικές. Βέβαια, όλα αυτά μένουν να ανατραπούν ή να αποδειχτούν με την ολοκλήρωση της τριλογίας, όταν και θα είναι πλέον οριστικές και ξεκάθαρες οι προθέσεις του συγγραφέα.

Σε γενικές γραμμές η ανάγνωση του μυθιστορήματος αυτού με άφησε με ανάμικτα συναισθήματα. Παρ' όλ' αυτά θα ήθελα να διαβάσω και τα άλλα δύο μέρη της τριλογίας, που αναμένεται να κυκλοφορήσουν τους επόμενους μήνες.

(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)

Μετάφραση Μιχάλης Μακρόπουλος
Εκδόσεις Καστανιώτη  


Δευτέρα 12 Ιουνίου 2017

Ιστορίες της ζωής σου - Ted Chiang






Η ταινία, The arrival, σε σκηνοθεσία του Denis Villeneuve, βασισμένη στο διήγημα του Ted Chiang Η ιστορία της ζωής σου, απέσπασε εγκωμιαστικές κριτικές ακόμα και από εκείνους που δεν δηλώνουν λάτρεις των ταινιών επιστημονικής φαντασίας. Υπήρξαν βέβαια και αρνητικές γνώμες, πάντα υπάρχουν άλλωστε. Την ταινία δεν την είδα, τώρα όμως, μετά την ανάγνωση των διηγημάτων του γεννημένου στο Πορτ Τζέφερσον της Νέας Υόρκης συγγραφέα, θα επιδιώξω να τη δω κάποια στιγμή.

Είναι κάπως παράξενο αλλά, ενώ δεν θα μπορούσα να ισχυριστώ πως η λογοτεχνία επιστημονικής φαντασίας είναι από τα αγαπημένα μου είδη, εντούτοις κάποια από τα πλέον αγαπημένα μου βιβλία ανήκουν σε αυτό το είδος. Σαν ένα στερεότυπο, το οποίο, ενώ καταρρίπτεται ανά τακτά χρονικά διαστήματα, παραμένει ακλόνητη πεποίθηση. Δεν νομίζω βέβαια πως τα διηγήματα του Chiang θα μπορούσαν κάποτε να πάρουν θέση ανάμεσα στα αγαπημένα μου βιβλία. Παρότι αναγνώρισα δεδομένες αρετές σε αυτά, υπήρξαν και κάποιες αδυναμίες που μετρίασαν την τελική εικόνα.

Η κυρίαρχη αρετή των διηγημάτων είναι η ενδελεχής γνώση του συγγραφέα σχετικά με το εκάστοτε θέμα που διαπραγματεύεται, είτε πρόκειται για γλωσσολογία, είτε για φυσική, ο Chiang εκτός από την επιβεβλημένη έρευνα καταφέρνει να εντάξει στην υπόθεσε έννοιες δύσκολες με έναν τρόπο ομαλό, χωρίς να πετάει τον αναγνώστη εκτός. Ίσως, βέβαια, η αρετή αυτή να επιστρέφει ως αδυναμία τελικά, ίσως η επιμονή στην επιστημονικότητα, η αναζήτηση του ευρήματος, γύρω από το οποίο θα περιστραφεί η ιστορία κάθε διηγήματος, να αφαιρεί τελικά κάτι από την ψυχή τους, να τα μετατρέπει σε κατασκευάσματα τεχνικά άρτια μεν αλλά χωρίς θύρα εισόδου για τον αναγνώστη. Αυτό φαίνεται επίσης από το γεγονός πως τα διηγήματα που ξεχωρίζουν είναι εκείνα τα προσωποκεντρικά, όπως το ομώνυμο της συλλογής, ή το Σ' αρέσει αυτό που βλέπεις;. Έτσι, το τελικό αποτέλεσμα της ανάγνωσης είναι κάπως άνισο. Στο Η ιστορία της ζωής σου, έχουμε την άφιξη κάποιων εξωγήινων πλασμάτων, η κεντρική ηρωίδα, διακεκριμένη γλωσσολόγος, θα επιστρατευτεί σε μια προσπάθεια επικοινωνίας μαζί τους, κατανόησης των λόγων που τους έφεραν ως τη γη, διερεύνησης των τεχνολογικών και επιστημονικών επιτευγμάτων τους. Παράλληλα με την κεντρική διήγηση, εκείνη ανακαλεί στη μνήμη της την κόρη της, που σκοτώθηκε κάνοντας αναρρίχηση. Το πρόβλημα της επικοινωνίας με τους εξωγήινους δίνεται παράλληλα με το αντίστοιχο μάνας-κόρης, σε μία στιγμή θαυμάσιασ έμπνευσης του συγγραφέα. Στο Σ' αρέσει αυτό που βλέπεις;, η επιστήμη έχει επιτύχει να μπορεί να απομονώσει τις νευρικές απολήξεις που τρέφονται από την εξωτερική εμφάνιση, εκείνοι που φέρουν το "κάλλι" αδυνατούν να νιώσουν διαφορετικά, είτε έχουν απέναντί τους ένα μοντέλο, είτε κάποιον με παραμορφωμένο πρόσωπο. Σε κάποιο αμερικανικό πανεπιστήμιο πρόκειται να γίνει μια ψηφοφορία σχετικά με το αν οι φοιτητές επιθυμούν να φέρουν ή όχι το κάλλι. Οι εκατέρωθεν απόψεις και επιχειρηματολογίες έχουν αρκετό ενδιαφέρον, σε ένα διήγημα όπου η επιστημονική φαντασία λειτουργεί ως όχημα κοινωνικού προβληματισμού.

Η γλώσσα είναι απλή και χωρίς φιοριτούρες, έτσι όπως πρέπει δηλαδή, ώστε να υπηρετεί την κεντρική ιδέα, τα περισσότερα διηγήματα είναι αρκετά εκτενή, δίνοντας έτσι τον χώρο στον συγγραφέα να αναπτύξει τόσο την ιδέα του όσο και το επινοημένο περιβάλλον και τους χαρακτήρες. Με αρκετά ενδιαφέροντα σημεία η συλλογή του Chiang, που μεταφράζεται για πρώτη φορά στα ελληνικά, χωρίς όμως να είναι κάτι ξεχωριστό τελικά.


(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)


Μετάφραση Δημήτρης Αρβανίτης
Εκδόσεις Κέδρος