Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εκδόσεις Εξάντας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εκδόσεις Εξάντας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 9 Οκτωβρίου 2025

Επιλογές - Liv Ullmann

Είναι άραγε εφικτό, όποιος έχει δει την Περσόνα, να μην έχει στοιχειωθεί από το βλέμμα της Λιβ Ούλμαν άπαξ και δια παντός; Αυτή η ερώτηση μοιάζει να είναι ο ορισμός της ρητορικής ερώτησης, της προφανούς απάντησης, της περιττολογίας. Ήμουν κάπου είκοσι όταν μου συνέβη το στοίχειωμα. Κάποτε, χρόνια αργότερα, σε κάποιο σαφάρι εξερεύνησης μεταχειρισμένων βιβλίων, είδα, έπιασα, αγόρασα τελικά τις Αλλαγές, προστέθηκε στη στοίβα, μετακομίστηκε, κουβαλήθηκε, έμεινε αδιάβαστο, τώρα δεν είμαι σίγουρος σε ποια κούτα είναι. Πριν τέσσερα χρόνια, σε μια ζωή που τώρα μοιάζει εξωφρενικά μακρινή, διάβασα την Ανησυχία της Λιν Ούλμαν, κόρης της Λιβ και του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, μου άρεσε πάρα πολύ. Κάποια Σάββατα συνηθίζω να ανεβάζω μια παλιότερη ανάρτηση στα κοινωνικά δίκτυα υπό τον τίτλο: τα υποτιμημένα. Η Ανησυχία είναι ένα από τα πρώτα υποτιμημένα βιβλία που μου έρχονται στον νου, ιδιαίτερα λόγω της επιτυχίας σαφώς πιο αδύναμων αυτομυθοπλαστικών αποπειρών. Πρόσφατα, τριγυρνούσα κάποιο βράδυ στο ψηφιακό παζάρι μεταχειρισμένου βιβλίου, σκέφτηκα την Ανησυχία, εντόπισα το Πριν κοιμηθείς, το έβαλα στο καλάθι, για τρία ευρώ συν ένα η προσφορά των μεταφορικών, τέσσερα το σύνολο, λίγο πριν δώσω την παραγγελία, ο αλγόριθμος ένιωσε οικογενειακά, να οι Επιλογές, της μαμάς Λιβ, άλλα τέσσερα ευρώ, τα μεταφορικά σταθερά ένα, οχτώ ευρώ το σύνολο, να η στοίβα με τα αδιάβαστα ψηλότερη και αγέρωχη, πάντα ετοιμόρροπη, ωστόσο.

Σαράντα χρόνια μετά την κυκλοφορία του στα ελληνικά, όταν εγώ ήμουν μόλις δύο, δεν είχα ιδέα τι να περιμένω από τις Επιλογές. Το βλέμμα της στο εξώφυλλο και μια αόριστη επιθυμία να διαβάσω κάτι βορειοευρωπαϊκό, ήταν ό,τι είχα ως δεδομένα.

Συχνά πυκνά γίνεται η κουβέντα για τη ροπή που έχει πάρει η λογοτεχνία σε κατευθύνσεις ιδιωτείας, προέκυψε και σχετικά πρόσφατα ο όρος αυτομυθοπλασία, θολά διαφορετικός από την αυτοβιογραφία, και όπως σε κάθε τι η κάθε γενιά θεωρεί πως τώρα συμβαίνουν για πρώτη φορά πράγματα που δεν συνέβαιναν παλαιότερα, όπως έλεγε και ο Καλτσάς στο επίμετρο της τριλογίας της Κασκ, κάπου θα βρίσκεται ο Μαρσέλ Προυστ και θα γελά σαρδόνια με όλα αυτά. Φαντάζομαι πως και στις αρχές της δεκαετίας του '80 οι άνθρωποι θα γύρναγαν τον φακό της φωτογραφικής μηχανής προς το πρόσωπό τους, δεν το έλεγαν σέλφι, δεν τα κατάφερναν συνήθως, οι φωτογράφοι στα εμφανιστήρια είχαν πια πάψει να γελάνε με την αποτυχία. Θέλω να πω πως και αυτό που συνέθεσε η Ούλμαν αυτομυθοπλαστική γραφή θα ονομαζόταν σήμερα, αυτοβιογραφική παλαιότερα, σίγουρα θα είχε απέναντί της τους δήθεν κριτικούς να δείχνουν με το δάκτυλο μια επιτυχημένη γυναίκα και να λένε σίγα μην ξέρει να γράφει αυτή, σιγά μην έχει αξία κάτι τέτοιο, ενώ κάποιοι άλλοι, έχοντας το κουτσομπολιό κατά νου, θα σίμωναν να διαβάσουν κάτι πιπεράτο, κάτι που μπορεί να είχε ξεφύγει από τα πάσης φύσεως και αποχρώσεων έντυπα της εποχής, το κους κους δεν είναι μόνο φαγητό.

Οι Επιλογές είναι μια ενδιαφέρουσα σύνθεση στην οποία ο χαρακτήρας του αφηγηματικού υποκειμένου αποτελείται από ευδιάκριτα και συγκρουόμενα μέρη. Η Ούλμαν τα φέρει αυτά τα μέρη, δεν έχει λοιπόν ανάγκη να τα κατονομάσει και να τα κρεμάσει στα μανταλάκια, είναι εκεί και υπάρχουν και στην πορεία της αφήγησης προκύπτουν, φέροντας μαζί τους την διαφορετικής φύσης δυναμική τους, και όλα αυτά είναι η Λιβ, με όλα αυτά παλεύει στην καθημερινότητά της, μέσα και έξω από τις σελίδες αυτού του βιβλίου.

Οι Επιλογές είναι μια ενδιαφέρουσα περίπτωση, τριάντα χρόνια πριν εισαχθεί ως έννοια η αυτομυθοπλασία, που μπορεί να αναδείξει με κάποια σαφήνεια τα όρια μεταξύ αυτομυθοπλασίας και αυτοβιογραφίας, τη διαφορά που σαφέστατα υπάρχει, όσο και αν κοροϊδεύουν κάποιοι αυτά τα μαρκετινίστικα τσαλίμια. Η διαφορά αυτή είναι πως εδώ ο αναγνώστης μπορεί να εντοπίσει το διάκενο ανάμεσα στη συγγραφέα και το αφηγηματικό υποκείμενο, η Ούλμαν παίρνει απόσταση και παρατηρεί την Ούλμαν, ίσως σ' αυτό καθοριστικό ρόλο να παίζει το επάγγελμα της ηθοποιού, η οξυμένη με τον καιρό ικανότητα να παρατηρεί τον εαυτό της απέξω να υποδύεται διάφορους ρόλους, που δεν περιορίζονται μονάχα στη σκηνή ή στο πλατό των γυρισμάτων, αλλά και στις δημόσιες εμφανίσεις και στην ιδιωτική επικράτεια, οι εναλλαγές, οι λεπτές αποχρώσεις ανάμεσα στη μια σκηνή και την επόμενη. Και μπορεί να μοιάζει χαζό και απλό παιχνίδι λέξεων, αλλά η Ούλμαν δεν γράφει για τον εαυτό της αλλά για την Ούλμαν, μια νέα γυναίκα με παιδί, που αναζητά και νομίζει πως βρήκε την αγάπη σε έναν νέο σύντροφο, που επιθυμεί να θέσει το προνόμιο της στην εκστρατεία του καλού, που πια μπορεί να λέει όχι σε κάποιες προτάσεις, που νιώθει άβολα, τουλάχιστον άβολα, στην στερεοτυπική εικόνα που οι άλλοι έχουν για εκείνη, που η ανησυχαστική διάθεση δεν την εγκαταλείπει, που θέλει να δοκιμάσει καινούργια πράγματα.

Η Ούλμαν, σε πρώτο επίπεδο, γράφει το βιβλίο αυτό ικανοποιώντας μια δική της ανάγκη. Μοιάζει με κλισέ το παραπάνω, λέγεται συχνά αλλά δεν ισχύει σχεδόν ποτέ. Ίσως τότε να ήταν μια πιο αθώα εποχή, τα εγώ να μην ήταν ακόμα στο πάνω πάνω ράφι, ακόμα και εκείνα των αστέρων της υποκριτικής. Είναι η ανάγνωση ένα παιχνίδι διερεύνησης προθέσεων, σίγουρα είναι, και παίζοντάς το λέω πως η Ούλμαν γράφει αυτό το βιβλίο έχοντας πρώτιστα τον εαυτό της κατά νου και δευτερευόντως τον υποψήφιο αναγνώστη, πόσο μάλλον έναν αναγνώστη μετά από σαράντα χρόνια για τον οποίον θα ήταν απλώς ένα λήμμα στο κινηματογραφικό λεξικό, ένα βλέμμα και λίγα ακόμα μάλλον. Και έχοντας τον εαυτό της κατά νου, φαντάζομαι πως το προσωπικό της διακύβευμα είναι η αυτοειλικρίνεια, ιδιαίτερα όταν, και αυτό αποτελεί και το μεγάλο εμβαδό του βιβλίου, διαχειρίζεται το προνόμιο της, τη σφαίρα ασφαλείας στην οποία κινείται, και γιατί γεννήθηκε στη Νορβηγία και γιατί η ζωή της τα έφερε έτσι ώστε να μην πρέπει να μοχθήσει για τα πλέον βασικά της επιβίωσης.

Το βάρος του προνομίου της δεν είναι είναι μονόπατο, ωστόσο. Υπάρχουν οι χώρες της Αφρικής, υπάρχει και ο πρώτος κόσμος. Γίνεται μέλος της Διεθνούς Επιτροπής Διάσωσης, ταξιδεύει ανά τον κόσμο, έρχεται αντιμέτωπη με τον πόνο, την πείνα, τον πόλεμο, την προσφυγιά. Διόλου δεν το πουλάει όλο αυτό, διόλου δεν το καρπώνεται ως υπεραξία, ούτε κατά ελάχιστο, ίσα ίσα το αντίθετο συμβαίνει, το προνόμιο εδώ τη βαραίνει, η ανημπόρια πως τίποτα πραγματικά δεν μπορεί να κάνει. Υπάρχει αυτό το σύγχρονο, φρικτό ρήμα γειώνω. Αυτό της συμβαίνει, ωστόσο. Την ισορροπεί. Καθένας μας, όποιο και αν είναι το προνόμιο του, μικρό ή τεράστιο, αν και πάντοτε θα είναι τεράστιο σε σχέση με την πλειοψηφία του ανθρώπινου πληθυσμού, και τότε και τώρα και στο μέλλον, δυστυχώς, όποιο, λοιπόν, και αν είναι το προνόμιο του, εύκολα και γρήγορα εγκλωβίζεται ο καθένας μας σε αυτό, το βιώνουμε ως μοναδική πραγματικότητα, κοιτάξτε γύρω σας, κοιτάξτε σας.

Ο τρόπος με τον οποίο η Ούλμαν αφηγείται τα ταξίδια εκείνα αλλά και την επιστροφή στη Νέα Υόρκη, διαθέτει ένα επιπρόσθετο χαρακτηριστικό, το βάρος της ενοχής του προνομίου, το πώς μπορεί κάποιος να συνεχίσει να ζει τη ζωή του, εκεί όπου η αγωνία, η δική του αγωνία, τι και αν πολυτέλεια σε σχέση με όσα έχει δει και συμβαίνουν λίγο πιο πέρα, είναι εξίσου έντονα υπαρξιακή, δεν παύει στη σύγκριση, επιμένει. Αυτοκτονεί άραγε; Τα παρατάει όλα και πάει να ζήσει σε εκείνα τα μέρη; Τι διάολο μπορεί ένας άνθρωπος να κάνει απέναντι σε όλο αυτό το ζοφερό περιβάλλον; Στρατεύεται άραγε; Νιώθω ναυτία προνομίου τη στιγμή που γράφω αυτά. Ναυτία νιώθει και η Ούλμαν επίσης. Αυτό είναι το κοινό εμβαδόν μας και ας μην είμαι διάσημος αστέρας του σινεμά, ας έχω απλώς σπίτι, φαγητό και τρεχούμενο νερό. Ναυτία προνομίου, ένας αντουανετισμός κατά αναλογία, παντεσπάνι έτρωγε εκείνη, αυτό ήξερε, αυτό έλεγε. Είναι μια γυναίκα που έχει την ανάγκη για συντροφικότητα. Είναι μητέρα. Ξέρει πως κανείς δεν θα θελήσει να τρέξει να την πάρει μια αγκαλιά, κανείς δεν θα τη λυπηθεί, έχει τόσα και άλλα τόσα, ούτε η ίδια της η εαυτή δεν θα της χτυπήσει την πλάτη, αλλά αυτήν έχει, μόνο αυτή.

Οι Επιλογές, επιχειρώντας κάπου να κλείσω το κείμενο αυτό, ανήκουν σε μια λογοτεχνία που με συγκινεί, πριν ακόμα αυτή η λογοτεχνία ονοματιστεί, η λογοτεχνία της ανθρώπινης εμπειρίας, η ιδιωτεία που έχει επίγνωση του προνομίου, της ανειλικρίνειας και της ατέλειάς της, η αποτύπωση μιας εποχής ολοένα και λιγότερο ηρωικής, ολοένα και λιγότερο οικουμενικής, ας μην ζητάμε από τη λογοτεχνία κάτι που πια δεν υπάρχει, αν κάποτε υπήρξε όντως και δεν θελήσανε οι λίγοι προνομιούχοι να μας πείσουν πως υπήρξε. Η μπάλα περνάει στον αναγνώστη, εκείνος θα διαβάσει αυτό που θέλει/μπορεί/αντέχει να διαβάσει.

υγ. Για την Ανησυχία της Λιν Ούλμαν, έγραφα αυτό εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ» μπορείτε εδώ.
 
Μετάφραση Χρύσα Τσαμαδού
Εκδόσεις Εξάντας

Δευτέρα 7 Σεπτεμβρίου 2020

Περί χρόνου και ποταμού - Thomas Wolfe


 

Στη θέα ενός πολυσέλιδου μυθιστορήματος μια φωνή φορτωμένη φόβο στις πλάτες της ακούγεται από τα παρασκήνια του μυαλού -εκεί από όπου εμφανίζονται επίσης οι ίλιγγοι, οι ενοχές, αλλά και τα όνειρα της ημέρας-: η απόλαυση είναι συνυφασμένη με τον χρόνο, τον διαθέτεις; Και ανάθεμα αν υπάρχει ποτέ απάντηση σε ένα ερώτημα όπως αυτό. Επίσης: Η διάσπαση της ανάγνωσης σε μικρές και αραιές δόσεις λειτουργεί αποξενωτικά -ως προς την προσδοκώμενη παράλληλη αυτή πραγματικότητα- και απογοητευτικά -ως προς την ψυχολογία του αναγνώστη. Και αν οι συνθήκες διαμορφώνονται, ο χρόνος εκ του μηδενός δεν γεννάται. Δεδομένων αυτών και παρούσης της παρασκηνιακής φωνής, η απόφαση λήφθηκε όταν το επικείμενο κενό δράσης του Αυγούστου δελέαζε και γεννούσε -τι άλλο παρά- προσδοκίες: Αυτός θα ήταν ο μήνας του Περί χρόνου και ποταμού

Μια τέτοια εμπειρία μοιάζει αδύνατον να αποτυπωθεί στο χαρτί, όσες σημειώσεις και αν κρατήσει κανείς, όσα ημερολογιακά αποσπάσματα και αν παραθέσει. Στην προκειμένη περίπτωση ο χρόνος που περνάει ο αναγνώστης με το βιβλίο δεν είναι ο βασικός συντελεστής για τη γέννηση της εμπειρίας. Με αναλογίες ίσως είναι πιο ασφαλές να μιλήσει κανείς, κι εγώ κάπως έτσι είχα νιώσει το εξάμηνο εκείνο που διάβασα το Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο. Όπως και τότε, έτσι και τώρα, το συναίσθημα πως ο συγγραφέας επιχειρεί να χωρέσει τη ζωή στο μυθιστόρημα ήταν διάχυτο. Ο Φόκνερ, αναφερόμενος στον Γουλφ, το διατύπωσε ως εξής: "... ο Γουλφ προσπάθησε να πετύχει όσο ουδείς άλλος το αδιανόητο, προσπάθησε να συμπυκνώσει μέσα στη λογοτεχνία όλη την ανθρώπινη εμπειρία"

Η ιστορία ξεκινά με τον νεαρό ήρωα να στέκεται στην αποβάθρα του σιδηροδρομικού σταθμού μιας πόλης που βρισκόταν στους λόφους δυτικά της Κατόμπα παρέα με τη μητέρα του και την αδερφή του, περιμένοντας το τρένο εκείνο που θα τον μεταφέρει στη Νέα Αγγλία για σπουδές. Το τρένο φτάνει και οι δύο γυναίκες αποχαιρετούν τον νεαρό άντρα, ο οποίος επιβιβάζεται στο βαγόνι και το πολύωρο ταξίδι του προς τον βορρά ξεκινά. Η αναμονή του τρένου, η αμήχανη αυτή στιγμή σε έναν μη τόπο όπως η αποβάθρα ενός σιδηροδρομικού σταθμού, ενός τόπου ήδη μεταβατικού παρά την απουσία κίνησης, αποτυπώνει την αναμονή του νεαρού για τη νέα ζωή, για όλα εκείνα που τον περιμένουν μακριά από το μέρος που ως τώρα γνώριζε ως σπίτι του, μια αναμονή γεμάτη από προσδοκίες και φόβο. Αλλά και ο αποχαιρετισμός μητέρας και γιου, βιαστικός και θορυβώδης, τι άλλο παρά από μια κοπή ομφάλιου λώρου είναι, από έναν ακαριαίο απογαλακτισμό, που θέτει δια παντός ένα σημείο διαχωρισμού της ζωής σε πριν και μετά; Το Περί χρόνου και ποταμού ακολουθεί τον νεαρό ήρωα σε αυτό το ταξίδι, στην απόπειρά του να κατανοήσει τον εαυτό του και τον κόσμο, καταγράφοντας -μεταξύ πολλών άλλων- τους θριάμβους και τις πανωλεθρίες της νιότης, τα ύψη και τα βάθη της ύπαρξης, όλα εκείνα τα οποία εκ των υστέρων και μόνο δύναται να προσεγγιστούν με τη λογική αντί του συναισθήματος.  

Ο αναγνώστης θα φτάσει στη σελίδα 123 για να μάθει το όνομα του ήρωα, και μάλιστα όχι ευθέως, καθώς διαβάζει τη χαραγμένη στο εσωτερικό του ρολογιού αφιέρωση: "Στον Γιουτζίν Γκαντ Δώρο για τα δωδέκατα γενέθλιά του από τον αδερφό του Μπεν Χ. Γκαντ 3 Οκτωβρίου του 1912". Λίγο πιο κάτω (σελ.127) πληροφορούμαστε τον χρόνο: "ήταν ένα λεπτό μετά τα μεσάνυχτα, ξημέρωνε Κυριακή, τρεις Οκτωβρίου του 1920, κι εκείνος τραβούσε προς τη Βιρτζίνια [...]". Ο τρόπος με τον οποίο, καθ' όλη την έκταση του μυθιστορήματος, ο αφηγητής αποφεύγει να αποκαλέσει τον ήρωα με το όνομά του, είναι ορατός και προκαλεί την περιέργεια του τι μπορεί να κρύβεται πίσω από μια τέτοια συνειδητή συγγραφική απόφαση. Πρώτη φορά που τον ονομάζει Γιουτζίν είναι στη σελίδα 289, για να ακολουθήσει μια δεύτερη στη σελίδα 386 κ.ο.κ. Στην πορεία του μυθιστορήματος υπάρχουν κάποια κεφάλαια στα οποία τον αποκαλεί με το όνομά του συχνά-πυκνά, κάτι που τελικά αποτελεί την εξαίρεση του κανόνα. Η μη χρήση του ονόματος του ήρωα μοιάζει να λειτουργεί αποπροσωποποιητικά. Από τη μία μετακινώντας τον Γιουτζίν από το επίκεντρο της δράσης αναδεικνύονται τα δευτερεύοντα -άκρως σημαντικά στη συνολική πλοκή- πρόσωπα, ενώ από την άλλη στο πρόσωπο του νεαρού άντρα συσσωρεύεται ένα πλήθος νεαρών αντρών που φέρουν παρόμοια χαρακτηριστικά και ανησυχίες. 

Το μυθιστόρημα χαρακτηρίζεται ως αυτοβιογραφικό. Ακόμα και αν ο Γουλφ επιθυμούσε να διατηρήσει εαυτόν εκτός, κάτι τέτοιο θα ήταν πρακτικά αδύνατο, ο κόσμος που επιχειρεί να συμπεριλάβει δεν είναι άλλος παρά ο δικός του κόσμος. Και υπό το πρίσμα του αυτοβιογραφικού ο παραπάνω συλλογισμός περί ονόματος λαμβάνει νέες υποθέσεις, καθώς ίσως να μην είναι απλό να αποκαλείς τον εαυτό σου με ένα άλλο όνομα, παρότι αρχικά κάτι τέτοιο έμοιαζε ιδανική, αν και σχηματική, κρυψώνα. Η πλοκή τού μυθιστορήματος αποτελείται από μια σύνθεση επεισοδίων της ζωής του νεαρού, στα οποία οι συμπρωταγωνιστές του έχουν κομβικό ρόλο. Ο Γουλφ -πέραν των τόσων άλλων- πετυχαίνει να δημιουργήσει αξέχαστους δευτερεύοντες χαρακτήρες σχεδόν από το τίποτα. Η ανθρώπινη επαφή κατέχει βαρύνουσα σημασία στην πορεία του ατόμου, στον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνεται ο χαρακτήρας του, αλλά και στη χάραξη της διαδρομής και στις αποφάσεις που καλείται να πάρει. Η τελική συγγραφή του μυθιστορήματος υπήρξε η συρραφή και η εξέλιξη αποσπασμάτων, σημειώσεων, δοκιμίων, ακόμα και θεατρικών έργων. Το μυθιστόρημα χωρίζεται σε οκτώ βιβλία, η ονοματοδότηση των οποίων αποτελεί σαφέστατα ερμηνευτικό κλειδί για το ταξίδι του ήρωα. i. Ορέστης: Η φυγή πριν τη μανία, ii. Ο νεαρός Φάουστους, ii. Τηλέμαχος, iv. Πρωτέας: Η πόλη, v. Το ταξίδι του Ιάσονα, vi. Ανταίος: Στη γη ξανά, vii. Ο Κρόνος και η Ρέα: Το όνειρο του χρόνου, viii. Ο Φάουστ και η Ελένη. 

Παρότι η πλοκή και οι χαρακτήρες κυριαρχούν κατά την ανάγνωση, κάτι τέτοιο σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει γλωσσική υστέρηση, απεναντίας, η γουλφική γλώσσα, με τις εναλλαγές και τα λυρικά της ξεσπάσματα, την ορμή και τον πλούτο της, είναι εκείνη που προάγει την πλοκή και αναδεικνύει τα πρόσωπα. Το Περί χρόνου και ποταμού -ανάμεσα σε τόσα άλλα- είναι και ένα μυθιστόρημα που διαπραγματεύεται το θέμα της γραφής. Οι κατάλληλες συνθήκες, η αυτοπειθαρχία, οι τύψεις, οι προσδοκίες, η ματαιοδοξία και η ματαίωση είναι παρούσες ως οφείλουν να είναι. Η επιθυμία να βιοπορίζεται κανείς μέσω της συγγραφής είναι επίσης παρούσα, διαχρονική και αδιέξοδη. Ο προβληματισμός για την ακαδημαϊκή ένταξη της συγγραφής, για το αν είναι κάτι το οποίο διδάσκεται, συναντάται επίσης. Υπάρχει όμως και πολλή αγάπη για τη λογοτεχνία, για την ανάγνωση, για τη γνώση, για τις βιβλιοθήκες, τις δυσεύρετες ευτελείς εκδόσεις και τη συσσώρευση βιβλίων, αγάπη που περιλαμβάνει και τα στερεότυπα περί γραφής (βλ. γαλλική λογοτεχνία). Και αν γράφοντας ο Γουλφ επιχείρησε να εντάξει στο έργο του το όλο, κάτι αντίστοιχο επιχείρησε να κάνει και ζώντας, να συλλέξει, δηλαδή, το σύνολο της ανθρώπινης εμπειρίας. 

Η ανάγνωση του Περί χρόνου και ποταμού -ανάμεσα σε άλλα- απάντησε με σαφήνεια στο ερώτημα περί μεγάλου αμερικανικού μυθιστορήματος, και δικαιολόγησε -εν μέρει- τη μανία για τη συγγραφή του επόμενου. Η ανάγνωση αυτή επίσης επιβεβαίωσε την αδυναμία μου στη μεγάλη φόρμα, την ανάγκη μου για καταφυγή στις φτερούγες της, αλλά και την υπεροχή της παρότι η εποχή μοιάζει να απαιτεί ολοένα και μεγαλύτερη συντομία, ελπίζοντας να αποσπάσει τον αναγνώστη από τις αποσπάσεις του, έχοντας αποδεχτεί πως ο χρόνος που της αναλογεί είναι το κενό ανάμεσα στον θόρυβο. Αν έπρεπε να ξεχωρίσω ένα βιβλίο από τα οκτώ, τότε θα ήταν το δεύτερο, εκεί που ο αναγνώστης, ο παθιασμένος αναγνώστης για τον οποίο η λογοτεχνία είναι ζωτικής σημασίας υπόθεση, θα ταυτιστεί αντικρίζοντας τις σκέψεις του στο χαρτί.

Το Περί χρόνου και ποταμού δεν είναι κάποιο ξεχασμένο και μη αναγνωρισμένο έγκαιρα έργο. Ευπώλητο ήδη από την κυκλοφορία του το 1935, έτυχε θερμής υποδοχής από την πλειοψηφία των κριτικών και των συγγραφέων. Εξαιρέσεις θα υπάρχουν πάντοτε. Ενώ στη συνέχεια, όπως συμβαίνει με τα αριστουργήματα, ο χρόνος του προσέδωσε λάμψη. Ο πρόωρος θάνατος του Γουλφ έβαλε φρένο στη συνέχεια. Η έκδοση του Περί χρόνου και ποταμού στα ελληνικά από τις εκδόσεις Εξάντα αποτελεί ένα σημαντικό εκδοτικό γεγονός από πολλές απόψεις, μια παρακαταθήκη για το ελληνικό αναγνωστικό κοινό. Η εμπνευσμένη μετάφραση του Γιάννη Λειβαδά είναι η απαραίτητη γέφυρα.

 

Μετάφραση Γιάννης Λειβαδάς
Εκδόσεις Εξάντα

Δευτέρα 30 Μαρτίου 2020

40 γράμματα πένθους - Μαριέλ Νικοδήμος




Με καίει να μάθω αν θέλεις να ξεχάσεις. Πέντε φύλλα χαρτί χρειάστηκα για να φτάσω ίσαμε εκεί, πέντε φύλλα για να σου γράψω με το μολύβι: θες να ξεχάσεις; Όχι να με ξεχάσεις, να ξεχάσεις... Να μπεις στην αρένα άγγελος και να βγεις κτήνος, από μια πόρτα κρυφή που θα σου ανοίξει ο δαίμων της ευδαιμονίας, βλέπεις δεν είναι τυχαίο δαίμων και ευδαίμων, εδώ αν μπορείς δάμασε τη σημειολογία, βάλε τα δυνατά σου να κουμαντάρεις δυο λέξεις μαζί όταν η μια μπαίνει βαθιά μέσα στην άλλη· εγώ κι εσύ, δηλαδή, για να σου δώσω ένα παράδειγμα βγαλμένο από την ανθρώπινη συνθήκη. 
Μετά τον χωρισμό, όταν το εμείς γίνει εγώ και εσύ, γίνεται διαμοιρασμός των ρόλων θύτη και θύματος, νικητή και νικημένου, γιατί καλή η θεωρία πως από έναν χωρισμό και τα δύο μέρη βγαίνουν πάντοτε χαμένα, όμως αυτό σχεδόν ποτέ δεν ισχύει, πάντα υπάρχει μια συναισθηματική ανισότητα, πάντα κάποιος από τους δυο λαχταρούσε πιο πολύ την έξοδο και την προετοίμαζε κρυφά από καιρό, πάντα κάποιος από τους δυο καταφέρνει ευκολότερα να βρει σεξουαλικό και συναισθηματικό βηματισμό. Και εκείνος ο άλλος δεν είναι εκεί απέναντι για να του απευθύνεις τον λόγο, να του πεις όσα σε ενοχλούν, να τον κατηγορήσεις για άλλα τόσα, να του πεις πως τον αγαπάς και ότι σου λείπει, και ας μην τον αντέχεις και ας μη θέλεις πια να τον βλέπεις μπροστά σου, δεν είναι εκεί απέναντι να του γκρινιάξεις για όλα αυτά που πάντοτε του γκρίνιαζες, για εκείνα τα μικρά καθημερινά προβλήματα, που δεν μπορούν να σταθούν στον έξω κόσμο, και που εκείνου του τα εκμυστηρευόσουν, γιατί ήξερες πως δεν θα σε θεωρήσει αφελή, όχι περισσότερο αφελή από ένα σ' αγαπάω, βρε χαζούλι. 

Από τις παλαιότερες μορφές λογοτεχνίας, η επιστολική λογοτεχνία αποτέλεσε ένα ξεκάθαρο πέρασμα από την προσωπική ζωή στην τέχνη, καθώς προηγήθηκαν τα προσωπικά γράμματα, γεμάτα πόνο, μίσος και απελπισία, και ύστερα έγιναν δημόσια, συνήθως μετά τον θάνατο ή για λόγους εκδίκησης και χλευασμού, ακολούθως επινοήθηκαν οι χαρακτήρες και οι λεπτομέρειες ενός βίου φανταστικού, τέθηκαν οι λογοτεχνικοί κανόνες. Μια από τις καλύτερες λογοτεχνικές κρυψώνες του προσωπικού, απόλυτα σύμφωνη με την ίδια τη σύμβαση του είδους, που αφήνει περιθώρια να περάσουν τα μηνύματα στον παραλήπτη, που δίνει τη δυνατότητα στο θύμα να πάρει τον λόγο τώρα που ο θύτης διέκοψε την επικοινωνία, να πει όσα δεν μπόρεσε ή πρόλαβε. Και υπό αυτό το πρίσμα αξιολογώ τόσο την υποσημείωση επιστολική κομεντί, που προκαταβάλλει τον αναγνώστη του βιβλίου 40 γράμματα πένθους, πως όλα είναι μια κωμωδία, ο πόνος και η οργή, έτσι μοιάζει να λέει, σημασία έχει εσύ να γελάσεις, μια φάρσα είναι όλα αυτά, μια ερωτική παρωδία, ένα δήθεν πένθος, μια ευφάνταστη επίθεση κλαυσίγελου, κάτι για να περάσει η ώρα, δυο επινοημένα πρόσωπα, καρικατούρες εραστών τοποθετημένα εδώ με την καρδιά τους ανοιχτή τροφή για χλεύη, μην το πάρετε όλο αυτό στα σοβαρά. Κάπως έτσι αξιολογώ και την χρήση ψευδωνύμου από την πλευρά του συντάκτη των επιστολών, του/της συγγραφέα. Και τα δύο αυτά ευρήματα λειτουργούν υπέροχα, υπονομεύοντας τον εαυτό τους, ενισχύοντας την αίσθηση του αναγνώστη πως και ο πόνος είναι μεγάλος, και πως τα πρόσωπα είναι αληθινά. Και βέβαια ο συμβολικός πένθιμος αριθμός σαράντα.

Η ίδια η φύση της επιστολικής λογοτεχνίας θέτει και τα όρια της, τις δυσκολίες και τις απαιτήσεις της, ειδικά στην περίπτωση που αφηγητής και συντάκτης ταυτίζονται στο ίδιο πρόσωπο. Και όχι μόνο γιατί δεν έχουν όλα τα γράμματα λογοτεχνική αξία, διάκριση η οποία ισχύει καθολικά στο τι ονομάζεται λογοτεχνία. Αλλά γιατί εδώ είναι ακόμα πιο επίκαιρο το ερώτημα του αναγνώστη: εμένα, γιατί με αφορά; Και σίγουρα ένα μέρος του κοινού της επιστολικής λογοτεχνίας διακατέχεται από το σύνδρομο του κοιτάγματος μέσα από την κλειδαρότρυπα, αλλά αυτό το κοινό επιζητά επίσης την γνησιότητα, την αδιαμεσολάβητη επαφή με τον μύχιο κόσμο κάποιου γνωστού προσώπου, κουτσομπολιό χωρίς φίλτρα. Δεν είναι λίγες οι φορές άλλωστε που οι επιστολές επισκιάζουν ακόμα και το ίδιο το έργο ενός λογοτέχνη, και εδώ ως παράδειγμα θα φέρω την αλληλογραφία Καρυωτάκη - Πολυδούρη. Και συνεχίζοντας τον συλλογισμό μου, διακρίνω δύο επιλογές για τον συγγραφέα επιστολικής αλληλογραφίας, και δη ερωτικής, από τη μία εκείνη των οικουμενικών μηνυμάτων και νοημάτων, από την άλλη εκείνη της συναισθηματικής αληθοφάνειας του συντάκτη. Βέλτιστη μοιάζει να είναι εκείνη που συνδυάζει τις δυο αυτές επιλογές επιτυχώς.

Αυτό η Νικοδήμος το πετυχαίνει. Και όχι μόνο υπονομεύοντας όπως αναφέρθηκε παραπάνω, κάτι τέτοιο δεν θα ήταν αρκετό να κρατήσει το οικοδόμημα σε συνοχή. Επιλέγει την αφηγηματική αντίστιξη για να ανοίξει τον χαρακτήρα του συντάκτη, για να του δώσει πλάτος και ύψος, διαστάσεις ακόμα και αντικρουόμενες μεταξύ τους. Έτσι ο λόγος της είναι πότε αγοραίος και πότε ιντελεκτουέλ, πότε παλιακός και πότε μοντέρνος, αντίστιξη η οποία έρχεται σε αρμονία και με τη δεδομένη συναισθηματική αμφιθυμία της, που τη μισεί και την αγαπά, που θέλει το κακό και το καλό της, που θέλει να τη δει αλλά δεν θέλει κιόλας. Ο τρόπος με τον οποίο διαχειρίζεται καθένας το πένθος του είναι σίγουρα προσωπικός αλλά ακολουθεί κάποια στάδια, έχει μεγάλες διακυμάνσεις, από το ζενίθ στο ναδίρ και πάλι πίσω, ακόμα και το σώμα περνά στην εξάντληση μέσα σε μια στιγμή, ενώ ένιωθε ακμαιότατο και έτοιμο να αδράξει την καινούρια ζωή. Το γέλιο είναι πικρό. Η υπερβολή είναι πικρή. Το ανοίκειο είναι πικρό. 

Κάποιο καλοκαίρι στη Φολέγανδρο διάβασα το Μαύρο κουτί του Άμος Οζ. Οι επιστολές ενός ζευγαριού που είχε χωρίσει και έμεναν πια σε διαφορετικές χώρες. Ο πόνος που ένιωθα από τη λεκτική ένταση, η απορία για το πού πήγε η αγάπη που κάποτε ένιωσαν ο ένας για τον άλλον, αν ποτέ υπήρξε κάτι τέτοιο δηλαδή. Από τότε, αυτό αποτελεί για μένα το πρότυπο του επιστολικού μυθιστορήματος, ένα από τα πλέον σκληρά και στενάχωρα κείμενα που διάβασα ποτέ. Το επιστολικό μυθιστόρημα καθώς απευθύνεται σε έναν και μόνο αναγνώστη διαθέτει ακόμα μεγαλύτερη αμεσότητα από τη συνήθη πρωτοπρόσωπη αφήγηση. Αυτό το διαρκές εσύ, το όχι και τόσο συχνό δεύτερο πρόσωπο της απεύθυνσης, αναπόφευκτα εντείνει συναισθηματικά την ανάγνωση. Ενώ, εκτός από την ενοχή πως διαβάζεις κάτι που δεν θα έπρεπε, υποσυνείδητα δημιουργείται μια αίσθηση που θυμίζει ανάγνωση αστυνομικής λογοτεχνίας, καθώς επιχειρείς να δεις πώς οδηγηθήκαν τα πράγματα ως το έγκλημα, να ανακαλύψεις τι πήγε στραβά και το σχέδιο της αγάπης απέτυχε, ίσως και να αναζητήσεις τον ένοχο από τους δυο, γιατί αν υπάρχει ένοχος τότε όλα μοιάζουν πιο απλά, τότε ο φόβος πως από τη μια μέρα στην άλλη θα βιώσεις μια αντίστοιχη μεταμόρφωση θα κοπάσει κάπως.

Τα 40 γράμματα πένθους εκτός από επιστολικό είναι και queer μυθιστόρημα. Η Νικοδήμος απευθύνεται στην πρώην σύντροφό της. Η αγάπη και ο πόνος του χωρισμού δεν έχουν να κάνουν με τα φύλα και τον προσανατολισμό όμως, αλλά με τα ανθρώπινα πάθη και τις αδυναμίες. Το μόνο που ίσως διαφοροποιεί την παρούσα συνθήκη είναι πως εκείνη είναι πια με αρσενικό σύντροφο, κάτι το οποίο δίνει μια διαφορετική οπτική γωνία στην εποχή μετά τον χωρισμό, αλλά μάλλον ως εκεί. Θυμήθηκα πόσο μου είχε αρέσει ένα άλλο queer ελληνικό μυθιστόρημα το Μέσα σ' ένα κορίτσι σαν κι εσένα, της Άντζελας Δημητρακάκη, που το πρώτο μέρος του ήταν επίσης επιστολικό, ασχέτως αν εκείνες οι επιστολές της Κατίνας δεν παραδόθηκαν ποτέ. 

Η τεχνολογία που τόσο επηρεάζει την επικοινωνία των ανθρώπων, δεν θα μπορούσε να μην επηρεάσει ένα λογοτεχνικό είδος, όπως το επιστολικό, κάτι που αναδεικνύεται και στο παρόν μυθιστόρημα. Η αμεσότητα και η ευκολία της επικοινωνίας, ο ελάχιστος χρόνος που μεσολαβεί από τη σκέψη μέχρι την αποστολή, μεγαλώνει τις πιθανότητες να μετανιώσει κανείς και να είναι πλέον αργά, καθώς λίγα γράμματα πλέον γράφονται και τελικώς δεν στέλνονται, λίγα μηνύματα διαγράφονται, η ψευδαίσθηση της ψηφιακής εγγύτητας δυσχεραίνει ούτως ή άλλως την αποκοπή, έτσι όπως είναι οι ζωές όλων μας συνδεδεμένες πια, θύματα όλοι μας μιας καινούργιας μορφής γραφειοκρατίας.

Στην επιστολική λογοτεχνία βρίσκουμε συχνά πράγματα δικά μας, κάτι που καθιστά την απόλαυση αντίστροφη της ποιότητας. Όσο πιο δυνατό είναι το κείμενο τόσο λιγότερο απολαμβάνουμε συναισθηματικά την ανάγνωσή του, τόσο πιο μέσα σε αυτό νιώθουμε, τόσο το βλέπουμε ως προέκταση του δικού μας βιώματος, καθώς οι αντιστοιχίες σελίδα με τη σελίδα γίνονται ολοένα και πιο ορατές.

Εκδόσεις Εξάντας                

Δευτέρα 27 Μαΐου 2019

Εγκυκλοπαίδεια των νεκρών - Ντανίλο Κις





Η τελευταία σημείωση που κράτησα κατά την ανάγνωση της Εγκυκλοπαίδειας των νεκρών είναι μονολεκτική και ακριβής: φοβερό. Αυτό το βιβλίο είναι φοβερό και λίγα μένει να προσθέσει κανείς.

Όταν κάποτε είχα διαβάσει τη Σοφίτα του, είχα εντυπωσιαστεί. Τώρα πια δεν θυμάμαι τίποτα γύρω από την υπόθεση, εκτός από μια διαισθητική περισσότερο συγγένεια με τον Αφρό των ημερών του Βιάν. Και όμως, κάποια στιγμή αυτή η μικρή σε μέγεθος νουβέλα κατείχε περίοπτη θέση στη διαρκώς -πώς αλλιώς- μεταβαλλόμενη δεκάδα των αγαπημένων μου βιβλίων.

Η μητέρα του Ντανίλο Κις, σύμφωνα με τα όσα ο ίδιος αναφέρει στο αυτοβιογραφικό σημείωμα που συνοδεύει την παρούσα -εξαντλημένη εδώ και χρόνια- έκδοση της Εγκυκλοπαίδειας των νεκρών, σταμάτησε να διαβάζει λογοτεχνία στα είκοσί της, όταν κατάλαβε ότι τα μυθιστορήματα είναι "φαντασίες". Και ίσως αυτό να είναι ένα πρώτο κλειδί ερμηνείας του ιδιαίτερου συγγραφικού σύμπαντος του Σέρβου συγγραφέα.
Η ιστορία γράφεται από τους νικητές. Τους θρύλους τους πλάθει ο λαός. Οι συγγραφείς επινοούν. Μόνο ο θάνατος δεν μπορεί να αμφισβητηθεί.    
Οι παραπάνω γραμμές, με τις οποίες τελειώνει το διήγημα Είναι ένδοξος ο υπέρ πατρίδος θάνατος, μοιάζουν να οριοθετούν με αρκετή σαφήνεια το περιβάλλον μέσα στο οποίο κινείται ο Κις, τόσο ως μελετητής/αναγνώστης, όσο και ως συγγραφέας. Η επινόηση, το κομμάτι δηλαδή που αναλογεί στον συγγραφέα, έρχεται να λειτουργήσει με ποικίλους τρόπους ανάμεσα στην ιστορία των νικητών και στους θρύλους του λαού.

Υπάρχουν δύο τρόποι να διαβάσει κανείς τη λογοτεχνία αυτή που ο Κις, ανάμεσα σε άλλους σπουδαίους, γράφει: ο ένας, αυτός που εγώ προτιμώ, είναι να περιοριστεί στις σελίδες του βιβλίου, στις υποσημειώσεις και στην εισαγωγή του συγγραφέα -αν υπάρχει και πάντα μετά το τέλος της ανάγνωσης· να μην ενδώσει στις σειρήνες που καλούν για διερεύνηση των ακριβή ορίων της αλήθειας και της ιστορίας, κάτι το οποίο στην ψηφιακή εποχή είναι απλό να κάνει κανείς. Ο άλλος τρόπος είναι να ενδώσει. Η ανάγκη να ξέρεις και η ανάγκη να πλανάσαι.   

Σκέφτομαι εκείνον τον στίχο του Παυλίδη που λέει πως τα παραμύθια δεν είναι αλήθεια, αλλά τουλάχιστον δεν είναι ψέματα. Της Εγκυκλοπαίδειας των νεκρών προηγήθηκαν Οι αόρατες πόλεις του Καλβίνο. Ακολούθησαν η Νέα παγκόσμια ιστορία της ατιμίας του Ρις Χιουζ, η Κεντουρία του Τζιόρτζιο Μανγκανέλλι και η Γραμματική των γλωσσών της Βαβέλ του Γιέργκεν Μπούχμαν. Αυτή η αναγνωστική αλληλουχία, αρχικά κάπως τυχαία και συμπτωματική, εν συνεχεία ολοένα και πιο συνειδητή και στοχευμένη, διέθετε την ταιριαστή με την περίοδο αποσπασματικότητα, την απαραίτητη δόση φαντασίας και υψηλής λογοτεχνικής νοημοσύνης, αλλά και την πάντα καλοδεχούμενη διάθεση για παιχνίδι -συνοδευόμενη συνήθως από μια ελαφριά κλοτσιά στα πισινά της σοβαροφάνειας- κάτι το οποίο -όπως εκ των υστέρων πανηγυρικά αποδείχτηκε- είχα μεγάλη ανάγκη.


Μετάφραση Χρήστος Αρβανιτίδης
Εκδόσεις Εξάντας