Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νορβηγία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νορβηγία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 9 Οκτωβρίου 2025

Επιλογές - Liv Ullmann

Είναι άραγε εφικτό, όποιος έχει δει την Περσόνα, να μην έχει στοιχειωθεί από το βλέμμα της Λιβ Ούλμαν άπαξ και δια παντός; Αυτή η ερώτηση μοιάζει να είναι ο ορισμός της ρητορικής ερώτησης, της προφανούς απάντησης, της περιττολογίας. Ήμουν κάπου είκοσι όταν μου συνέβη το στοίχειωμα. Κάποτε, χρόνια αργότερα, σε κάποιο σαφάρι εξερεύνησης μεταχειρισμένων βιβλίων, είδα, έπιασα, αγόρασα τελικά τις Αλλαγές, προστέθηκε στη στοίβα, μετακομίστηκε, κουβαλήθηκε, έμεινε αδιάβαστο, τώρα δεν είμαι σίγουρος σε ποια κούτα είναι. Πριν τέσσερα χρόνια, σε μια ζωή που τώρα μοιάζει εξωφρενικά μακρινή, διάβασα την Ανησυχία της Λιν Ούλμαν, κόρης της Λιβ και του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, μου άρεσε πάρα πολύ. Κάποια Σάββατα συνηθίζω να ανεβάζω μια παλιότερη ανάρτηση στα κοινωνικά δίκτυα υπό τον τίτλο: τα υποτιμημένα. Η Ανησυχία είναι ένα από τα πρώτα υποτιμημένα βιβλία που μου έρχονται στον νου, ιδιαίτερα λόγω της επιτυχίας σαφώς πιο αδύναμων αυτομυθοπλαστικών αποπειρών. Πρόσφατα, τριγυρνούσα κάποιο βράδυ στο ψηφιακό παζάρι μεταχειρισμένου βιβλίου, σκέφτηκα την Ανησυχία, εντόπισα το Πριν κοιμηθείς, το έβαλα στο καλάθι, για τρία ευρώ συν ένα η προσφορά των μεταφορικών, τέσσερα το σύνολο, λίγο πριν δώσω την παραγγελία, ο αλγόριθμος ένιωσε οικογενειακά, να οι Επιλογές, της μαμάς Λιβ, άλλα τέσσερα ευρώ, τα μεταφορικά σταθερά ένα, οχτώ ευρώ το σύνολο, να η στοίβα με τα αδιάβαστα ψηλότερη και αγέρωχη, πάντα ετοιμόρροπη, ωστόσο.

Σαράντα χρόνια μετά την κυκλοφορία του στα ελληνικά, όταν εγώ ήμουν μόλις δύο, δεν είχα ιδέα τι να περιμένω από τις Επιλογές. Το βλέμμα της στο εξώφυλλο και μια αόριστη επιθυμία να διαβάσω κάτι βορειοευρωπαϊκό, ήταν ό,τι είχα ως δεδομένα.

Συχνά πυκνά γίνεται η κουβέντα για τη ροπή που έχει πάρει η λογοτεχνία σε κατευθύνσεις ιδιωτείας, προέκυψε και σχετικά πρόσφατα ο όρος αυτομυθοπλασία, θολά διαφορετικός από την αυτοβιογραφία, και όπως σε κάθε τι η κάθε γενιά θεωρεί πως τώρα συμβαίνουν για πρώτη φορά πράγματα που δεν συνέβαιναν παλαιότερα, όπως έλεγε και ο Καλτσάς στο επίμετρο της τριλογίας της Κασκ, κάπου θα βρίσκεται ο Μαρσέλ Προυστ και θα γελά σαρδόνια με όλα αυτά. Φαντάζομαι πως και στις αρχές της δεκαετίας του '80 οι άνθρωποι θα γύρναγαν τον φακό της φωτογραφικής μηχανής προς το πρόσωπό τους, δεν το έλεγαν σέλφι, δεν τα κατάφερναν συνήθως, οι φωτογράφοι στα εμφανιστήρια είχαν πια πάψει να γελάνε με την αποτυχία. Θέλω να πω πως και αυτό που συνέθεσε η Ούλμαν αυτομυθοπλαστική γραφή θα ονομαζόταν σήμερα, αυτοβιογραφική παλαιότερα, σίγουρα θα είχε απέναντί της τους δήθεν κριτικούς να δείχνουν με το δάκτυλο μια επιτυχημένη γυναίκα και να λένε σίγα μην ξέρει να γράφει αυτή, σιγά μην έχει αξία κάτι τέτοιο, ενώ κάποιοι άλλοι, έχοντας το κουτσομπολιό κατά νου, θα σίμωναν να διαβάσουν κάτι πιπεράτο, κάτι που μπορεί να είχε ξεφύγει από τα πάσης φύσεως και αποχρώσεων έντυπα της εποχής, το κους κους δεν είναι μόνο φαγητό.

Οι Επιλογές είναι μια ενδιαφέρουσα σύνθεση στην οποία ο χαρακτήρας του αφηγηματικού υποκειμένου αποτελείται από ευδιάκριτα και συγκρουόμενα μέρη. Η Ούλμαν τα φέρει αυτά τα μέρη, δεν έχει λοιπόν ανάγκη να τα κατονομάσει και να τα κρεμάσει στα μανταλάκια, είναι εκεί και υπάρχουν και στην πορεία της αφήγησης προκύπτουν, φέροντας μαζί τους την διαφορετικής φύσης δυναμική τους, και όλα αυτά είναι η Λιβ, με όλα αυτά παλεύει στην καθημερινότητά της, μέσα και έξω από τις σελίδες αυτού του βιβλίου.

Οι Επιλογές είναι μια ενδιαφέρουσα περίπτωση, τριάντα χρόνια πριν εισαχθεί ως έννοια η αυτομυθοπλασία, που μπορεί να αναδείξει με κάποια σαφήνεια τα όρια μεταξύ αυτομυθοπλασίας και αυτοβιογραφίας, τη διαφορά που σαφέστατα υπάρχει, όσο και αν κοροϊδεύουν κάποιοι αυτά τα μαρκετινίστικα τσαλίμια. Η διαφορά αυτή είναι πως εδώ ο αναγνώστης μπορεί να εντοπίσει το διάκενο ανάμεσα στη συγγραφέα και το αφηγηματικό υποκείμενο, η Ούλμαν παίρνει απόσταση και παρατηρεί την Ούλμαν, ίσως σ' αυτό καθοριστικό ρόλο να παίζει το επάγγελμα της ηθοποιού, η οξυμένη με τον καιρό ικανότητα να παρατηρεί τον εαυτό της απέξω να υποδύεται διάφορους ρόλους, που δεν περιορίζονται μονάχα στη σκηνή ή στο πλατό των γυρισμάτων, αλλά και στις δημόσιες εμφανίσεις και στην ιδιωτική επικράτεια, οι εναλλαγές, οι λεπτές αποχρώσεις ανάμεσα στη μια σκηνή και την επόμενη. Και μπορεί να μοιάζει χαζό και απλό παιχνίδι λέξεων, αλλά η Ούλμαν δεν γράφει για τον εαυτό της αλλά για την Ούλμαν, μια νέα γυναίκα με παιδί, που αναζητά και νομίζει πως βρήκε την αγάπη σε έναν νέο σύντροφο, που επιθυμεί να θέσει το προνόμιο της στην εκστρατεία του καλού, που πια μπορεί να λέει όχι σε κάποιες προτάσεις, που νιώθει άβολα, τουλάχιστον άβολα, στην στερεοτυπική εικόνα που οι άλλοι έχουν για εκείνη, που η ανησυχαστική διάθεση δεν την εγκαταλείπει, που θέλει να δοκιμάσει καινούργια πράγματα.

Η Ούλμαν, σε πρώτο επίπεδο, γράφει το βιβλίο αυτό ικανοποιώντας μια δική της ανάγκη. Μοιάζει με κλισέ το παραπάνω, λέγεται συχνά αλλά δεν ισχύει σχεδόν ποτέ. Ίσως τότε να ήταν μια πιο αθώα εποχή, τα εγώ να μην ήταν ακόμα στο πάνω πάνω ράφι, ακόμα και εκείνα των αστέρων της υποκριτικής. Είναι η ανάγνωση ένα παιχνίδι διερεύνησης προθέσεων, σίγουρα είναι, και παίζοντάς το λέω πως η Ούλμαν γράφει αυτό το βιβλίο έχοντας πρώτιστα τον εαυτό της κατά νου και δευτερευόντως τον υποψήφιο αναγνώστη, πόσο μάλλον έναν αναγνώστη μετά από σαράντα χρόνια για τον οποίον θα ήταν απλώς ένα λήμμα στο κινηματογραφικό λεξικό, ένα βλέμμα και λίγα ακόμα μάλλον. Και έχοντας τον εαυτό της κατά νου, φαντάζομαι πως το προσωπικό της διακύβευμα είναι η αυτοειλικρίνεια, ιδιαίτερα όταν, και αυτό αποτελεί και το μεγάλο εμβαδό του βιβλίου, διαχειρίζεται το προνόμιο της, τη σφαίρα ασφαλείας στην οποία κινείται, και γιατί γεννήθηκε στη Νορβηγία και γιατί η ζωή της τα έφερε έτσι ώστε να μην πρέπει να μοχθήσει για τα πλέον βασικά της επιβίωσης.

Το βάρος του προνομίου της δεν είναι είναι μονόπατο, ωστόσο. Υπάρχουν οι χώρες της Αφρικής, υπάρχει και ο πρώτος κόσμος. Γίνεται μέλος της Διεθνούς Επιτροπής Διάσωσης, ταξιδεύει ανά τον κόσμο, έρχεται αντιμέτωπη με τον πόνο, την πείνα, τον πόλεμο, την προσφυγιά. Διόλου δεν το πουλάει όλο αυτό, διόλου δεν το καρπώνεται ως υπεραξία, ούτε κατά ελάχιστο, ίσα ίσα το αντίθετο συμβαίνει, το προνόμιο εδώ τη βαραίνει, η ανημπόρια πως τίποτα πραγματικά δεν μπορεί να κάνει. Υπάρχει αυτό το σύγχρονο, φρικτό ρήμα γειώνω. Αυτό της συμβαίνει, ωστόσο. Την ισορροπεί. Καθένας μας, όποιο και αν είναι το προνόμιο του, μικρό ή τεράστιο, αν και πάντοτε θα είναι τεράστιο σε σχέση με την πλειοψηφία του ανθρώπινου πληθυσμού, και τότε και τώρα και στο μέλλον, δυστυχώς, όποιο, λοιπόν, και αν είναι το προνόμιο του, εύκολα και γρήγορα εγκλωβίζεται ο καθένας μας σε αυτό, το βιώνουμε ως μοναδική πραγματικότητα, κοιτάξτε γύρω σας, κοιτάξτε σας.

Ο τρόπος με τον οποίο η Ούλμαν αφηγείται τα ταξίδια εκείνα αλλά και την επιστροφή στη Νέα Υόρκη, διαθέτει ένα επιπρόσθετο χαρακτηριστικό, το βάρος της ενοχής του προνομίου, το πώς μπορεί κάποιος να συνεχίσει να ζει τη ζωή του, εκεί όπου η αγωνία, η δική του αγωνία, τι και αν πολυτέλεια σε σχέση με όσα έχει δει και συμβαίνουν λίγο πιο πέρα, είναι εξίσου έντονα υπαρξιακή, δεν παύει στη σύγκριση, επιμένει. Αυτοκτονεί άραγε; Τα παρατάει όλα και πάει να ζήσει σε εκείνα τα μέρη; Τι διάολο μπορεί ένας άνθρωπος να κάνει απέναντι σε όλο αυτό το ζοφερό περιβάλλον; Στρατεύεται άραγε; Νιώθω ναυτία προνομίου τη στιγμή που γράφω αυτά. Ναυτία νιώθει και η Ούλμαν επίσης. Αυτό είναι το κοινό εμβαδόν μας και ας μην είμαι διάσημος αστέρας του σινεμά, ας έχω απλώς σπίτι, φαγητό και τρεχούμενο νερό. Ναυτία προνομίου, ένας αντουανετισμός κατά αναλογία, παντεσπάνι έτρωγε εκείνη, αυτό ήξερε, αυτό έλεγε. Είναι μια γυναίκα που έχει την ανάγκη για συντροφικότητα. Είναι μητέρα. Ξέρει πως κανείς δεν θα θελήσει να τρέξει να την πάρει μια αγκαλιά, κανείς δεν θα τη λυπηθεί, έχει τόσα και άλλα τόσα, ούτε η ίδια της η εαυτή δεν θα της χτυπήσει την πλάτη, αλλά αυτήν έχει, μόνο αυτή.

Οι Επιλογές, επιχειρώντας κάπου να κλείσω το κείμενο αυτό, ανήκουν σε μια λογοτεχνία που με συγκινεί, πριν ακόμα αυτή η λογοτεχνία ονοματιστεί, η λογοτεχνία της ανθρώπινης εμπειρίας, η ιδιωτεία που έχει επίγνωση του προνομίου, της ανειλικρίνειας και της ατέλειάς της, η αποτύπωση μιας εποχής ολοένα και λιγότερο ηρωικής, ολοένα και λιγότερο οικουμενικής, ας μην ζητάμε από τη λογοτεχνία κάτι που πια δεν υπάρχει, αν κάποτε υπήρξε όντως και δεν θελήσανε οι λίγοι προνομιούχοι να μας πείσουν πως υπήρξε. Η μπάλα περνάει στον αναγνώστη, εκείνος θα διαβάσει αυτό που θέλει/μπορεί/αντέχει να διαβάσει.

υγ. Για την Ανησυχία της Λιν Ούλμαν, έγραφα αυτό εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ» μπορείτε εδώ.
 
Μετάφραση Χρύσα Τσαμαδού
Εκδόσεις Εξάντας

Δευτέρα 1 Ιουλίου 2024

Όταν ήμασταν μικροί - Oliver Lovrenski

Η επιλογή ενός βιβλίου, του επόμενου βιβλίου, και ακολούθως η διαδικασία της ανάγνωσής του έχει πλήθος από ρίζες ορατές ή μη σε υπόβαθρο γνωστό ή όχι. Οι μετανάστες δεύτερης και τρίτης γενιάς, η ζωή τους, οι προσλαμβάνουσες, το γλωσσικό, κοινωνικό ή θρησκευτικό περιβάλλον εντός και επί του οποίου διαμορφώνονται, η εν γένει ταυτότητα, το πώς αυτοπροσδιορίζονται και το πώς νιώθουν, αποτελούν μια άγνωστη, παρότι μοιρασμένη, γη. Παρεπόμενος, ο τρόπος με τον οποίο εκφράζονται, οι ζυμώσεις που λαμβάνουν χώρα, τα κανάλια μέσω των οποίων ρέουν. Ένα μόνο παράδειγμα είναι η λογοτεχνία. Να μια από τις ρίζες της επιλογής του Όταν ήμασταν μικροί ως επόμενου βιβλίου.

Ο Όλιβερ Λοβρένσκι γεννήθηκε το 2003 στην Κροατία και μεγάλωσε στη Νορβηγία όπου και ζει. Το Όταν ήμασταν μικροί, σε μετάφραση της Κρυστάλλης Γλυνιαδάκη, είναι το πρώτο του βιβλίο. Γνώρισε θερμή υποδοχή, αποτυπωμένη σε πωλήσεις και βραβεία.

χτες το βράδυ ξύπνησα γιατί πήρε ο μάρκο κι έκλαιγε κι έλεγε πέθανε, ίβορ, πέθανε, και δεν χρειαζόταν να ρωτήσω ποιος, γιατί ήξερα, έκλεισα απλώς το τηλέφωνο

Έτσι αρχίζει η αφήγηση αυτής της ιστορίας, με έναν θάνατο που φτάνει σαν μαντάτο στη μέση μιας νύχτας, ένας φόβος που πραγματώνεται. Σε αυτό το ελάχιστο δείγμα, ο αναγνώστης διακρίνει ήδη διάφορα γλωσσικά και αφηγηματικά χαρακτηριστικά όπως την απουσία κεφαλαίων γραμμάτων, τον κοφτό λόγο, την ένταση του βιώματος του αφηγητή, αργότερα θα εμφανιστεί το έντονο χαρακτηριστικό της καινούργιας γλώσσας, αποτέλεσμα συνύπαρξης πολλών διαφορετικών καναλιών επικοινωνίας, η ανάγκη να ονομαστεί το καινούριο και η Γλυνιαδάκη αντιμετώπισε αρκετά πετυχημένα τη στενωπό αυτή, την ώρα που τα λεξικά στέκουν άχρηστα στο σκονισμένο ράφι. Το χρονικό κουβάρι τυλίγεται για να ξετυλιχτεί ξανά, από την αρχή, όταν εκείνος ακόμα ζούσε, όταν όλοι τους ήταν μικρότεροι, όταν η περιπέτεια και η περιέργεια τάιζε την καθημερινότητά τους, όταν ο φόβος δεν κατοικούσε μέσα και γύρω τους.

Το νεύρο είναι διάχυτο, στακάτο και λακωνικό, χωρίς φιοριτούρες, χωρίς ποιητικότητα, χωρίς απόπειρα καλλωπισμού και ωραιοποίησης, χωρίς διάθεση ηρωοποίησης ή θυματοποίησης, χωρίς απόπειρα χρήσης κοινωνιολογικών ή ανθρωπολογικών ή όποιων άλλων θεωρητικών εργαλείων, άχρηστων και ανεπαρκών στην καθημερινή ζωή. Ένας ρεαλισμός στεγνός, στον οποίο δύσκολα ανιχνεύονται ξεκάθαρες και διακριτές λογοτεχνικές επιρροές, μια έντονη προφορικότητα ή, αν προτιμάτε, μια αποτύπωση της εμπειρίας με περιορισμούς διαφόρων ειδών, περιορισμοί οι οποίοι περιγράφουν ως ένα βαθμό την πραγματικότητα του Ίβορ και των φίλων του, του συγγραφέα και της γενιάς του, όπως τουλάχιστον εμείς από απόσταση τη διακρίνουμε και την εξηγούμε, ικανοποιώντας την ανάγκη μας για θεωρία και κουτάκια.

Συμβαίνει σε βιβλία όπως αυτό, η ανάγνωση να πατάει σε δύο, τουλάχιστον, πλευρές, στην αναζήτηση της αλήθειας και της λογοτεχνικής αξίας. Και οι δυο αυτές πλευρές είναι εν πολλοίς και κύρια διαμορφωμένες από τους έχοντες το προνόμιο, την άνεση για τη θεωρητικοποίηση, ακόμα και σε ακαδημαϊκό επίπεδο, για το κυνήγι πολιτικοκοινωνικής αλλά και λογοτεχνικής ερμηνείας. Γιατί, είναι προφανές αλλά συχνά λησμονείται, πως η τέχνη, σε οποιαδήποτε μορφή της είναι η έκφραση μιας ανάγκης για δημιουργία, μια βαλβίδα εκτόνωσης, ένας δίαυλος επικοινωνίας. Επιστρέφουμε, λοιπόν, στις δύο πλευρές στις οποίες η ανάγνωση πατάει: είναι αυθεντικό το περιεχόμενο; είναι αυτό λογοτεχνία;

Και αν για τη μια πλευρά δεν μας πέφτει και τόσος λόγος, ή δεν θα έπρεπε να μας πέφτει λόγος για το πώς ο καθένας βιώνει και εκφράζει τα της ζωής του, ως προς τη λογοτεχνική αξία, κρυμμένοι πίσω από το αναφαίρετο δικαίωμά μας για ένα μου αρέσει ή δεν μου αρέσει, δημιουργείται ένας χώρος κριτικής, που εναντιώνεται, μεταξύ άλλων, στον δυναμικό και ανήσυχο χαρακτήρα της τέχνης εν γένει, στην ανάγκη ή υποχρέωση η λάβα να παγώσει πριν δοκιμάσουμε να τη μελετήσουμε και να την εντάξουμε ή όχι στο κυρίως σώμα του ηφαιστείου που ανά περιόδους εκρήγνυται. Όμως, ταυτόχρονα, δεν μπορούμε να κάνουμε πως οι εκρήξεις αυτές δεν συμβαίνουν, πως η λάβα δεν κυλά στους δρόμους των πόλεων.

Τι νόημα θα είχε άραγε, παρά μόνο φιλολογικό, να σταθεί κανείς στην απουσία ή τη λάθος χρήση των κανόνων, αντικειμενικών ή υποκειμενικών, που σύμφωνα με τη θεωρία διέπουν ή θα έπρεπε να διέπουν τη λογοτεχνία. Όπως η πιστή και τυφλή τήρηση των κανόνων δεν παράγει αυτόματα λογοτεχνικό αποτέλεσμα, χιλιάδες τα παραδείγματα, έτσι και το αντίθετο δεν αποκλείει βιβλία όπως αυτό, ή δεν θα έπρεπε να το κάνει, όχι πριν ο χρόνος δώσει τις απαντήσεις του. Είναι, ωστόσο, υπαρκτή μια αναγνωστική προσέγγιση κατά την οποία ο αναγνώστης επιθυμεί την ασφάλεια του παλαιού, του γνωστού και του ασφαλούς, την απόσταση από το εδώ και το τώρα. Ο Λοβρένσκι δεν είναι γι' αυτούς. Ξεκάθαρα, όχι.

Δεν είναι απλό να απαντήσω στο ερώτημα μου άρεσε δεν μου άρεσε το βιβλίο αυτό. Και δεν είναι εύκολο γιατί από αυτό απουσιάζει η κάπως παγιωμένη άποψη περί απόλαυσης. Το βιβλίο αυτό δεν έχει τίποτα το απολαυστικό, δεν έχει ήρωες, δεν έχει έρωτες, δεν έχει ελπίδα, δεν έχει καλό τέλος, δεν έχει πλατφόρμα εκτόξευσης μακριά από την απομαγευμένη πραγματικότητα, έχει ζόφο, μισανθρωπία, απογοήτευση, ακόμα και φόβο για το εκεί έξω. Όχι μόνο λόγω του περιεχομένου, το μυθιστόρημα αυτό έχει διάφορα στοιχεία που ενοχλούν, κυρίως γιατί δεν δίνονται μεταμφιεσμένα με τον μανδύα μιας ιδιότυπης εξωτικότητας, αλλά με έναν τρόπο ευθύ και απότομο, έτσι είναι, έτσι είναι στα μάτια μου και άλλα μάτια δεν έχω, δεν απολογούμαι γι' αυτό, ώχου και δεν με νοιάζει η γνώμη σου.

Αποτελούμενο από μικρά κεφάλαια, το Όταν ήμασταν μικροί αφήνει μια πικρή γεύση στον ουρανίσκο, κυρίως γιατί αντίθετα με την ωραιοποιημένη, κυρίως κινηματογραφικά, συνθήκη πως ο κόσμος είναι γεμάτος από ευκαιρίες τις οποίες αρκεί κανείς να εκμεταλλευτεί, εδώ κυριαρχεί η μη ελπίδα και η μη πίστη.

Ούτε είναι εύκολο και ασφαλές να κρίνω την αλήθεια που φέρει η ιστορία αυτή, παρότι μοιάζει οργανικά ενταγμένη, μήτρα από την οποία η αφήγηση απορρέει, ακριβώς γιατί δεν ξέρω πώς πραγματικά είναι η ζωή κάποιου που ζει στο περιθώριο μιας κοινωνίας όπως η νορβηγική, που αποτελεί λαμπρό παράδειγμα ανάμεσα στις χώρες της γης, για τους υψηλούς δείκτες, ποιοτικούς και ποσοτικούς, που τις αποδίδονται και τη φέρνουν στην κορυφή από λίστες και διαγράμματα. Και ο Ίβορ ουδόλως επιθυμεί να πείσει.

Βιβλία όπως αυτό αναδεικνύουν το κοινωνικοπολιτικό κενό που ολοένα και μεγαλώνει απέναντι στην πρόσληψη της τέχνης, στον τρόπο με τον οποίο κάθε καινούργια και από τα κάτω απόπειρα αυτομάτως οικειοποιείται από ένα δεδομένο κοινωνικοοικονομικό και πολιτικό σύστημα, που την αγκαλιάζει με σκοπό να την αφομοιώσει και να την καταστήσει ακίνδυνη, να την εντάξει στην κυρίαρχη αφήγηση, να την πασπαλίσει ταυτόχρονα με μυθοπλαστική εξωτικότητα, αχ τι ωραία ιστορία, αλλά ταυτόχρονα και με τον σπόρο της αμφισβήτησης της όποιας αλήθειας φέρει, τι ευφάνταστη ιστορία, να την καταστήσει θέαμα, να την απολυμάνει, να θέσει τη φλόγα υπό απόλυτο έλεγχο.

Η απουσία του πολιτικού είναι εκείνη που περισσότερο απ' όλα ενέτεινε την πίκρα της ανάγνωσης αυτής, αλλά, τι άλλο από επίδειξη προνομίου είναι μια θέση όπως αυτή, να ζητά κανείς από παιδιά που μεγαλώνουν μέσα στον βόθρο των λημμάτων μας να οραματιστούν έναν καλύτερο κόσμο και να παλέψουν επιπλέον γι' αυτό και όχι την επιβίωση με τους όρους που το παιχνίδι παίζεται.

Το Όταν ήμασταν παιδιά, παρότι στέκει εκτός του σώματος της λογοτεχνίας που αποζητώ και απολαμβάνω, είναι ένα σημαντικό βιβλίο γιατί ζόρισε και τελικά έτρεψε, ελπίζω, σε φυγή την απενοχοποίηση της εκ του ασφαλούς απόστασης απ' όσα περιγράφει, που πάγωσε αυτό το φρικτό συγκαταβατικό κούνημα του κεφαλιού, που φώτισε την τάφρο που με χωρίζει από αυτή την πλευρά, που προπηλάκισε την όποια ενστικτώδη απόπειρα κατανόησης και ερμηνείας, που άλλο δεν στόχευαν από ένα νοητό πατ πατ στην πλάτη του Ίβορ και της παρέας του.

Μετάφραση Κρυστάλλη Γλυνιαδάκη
Εκδόσεις Μεταίχμιο

Πέμπτη 19 Ιανουαρίου 2023

Το άλλο όνομα - Jon Fosse

Ο πολυσχιδής Νορβηγός δημιουργός Γιον Φόσσε, έπειτα από χρόνια επιτυχημένης καριέρας ως θεατρικός συγγραφέας, αποφάσισε να επιστρέψει στη μυθοπλασία με ένα ιδιαιτέρως φιλόδοξο και πολυσέλιδο έργο, την Επταλογία. Το πρωτότυπο έργο κυκλοφόρησε χωρισμένο σε τρία βιβλία, κάτι το οποίο αναμένεται να συμβεί και στις περισσότερες μεταφραστικές εκδοχές του, μια εκ των οποίων και η ελληνική, αφού το έργο εντάχθηκε έγκαιρα στη σειρά Aldina των εκδόσεων Gutenberg. Πρόσφατα κυκλοφόρησε, σε μετάφραση Σωτήρη Σουλιώτη, το πρώτο βιβλίο, Το άλλο όνομα, που περιλαμβάνει τα δύο πρώτα μέρη και βρέθηκε στη βραχεία λίστα για το περσινό βραβείο Booker.

«Και με βλέπω που στέκομαι και κοιτάζω τον πίνακα με τις δύο γραμμές», έτσι ξεκινά η πρωτοπρόσωπη αφήγηση του ηλικιωμένου ζωγράφου Άσλε και στα δύο μέρη, μοτίβο διόλου τυχαία επιλεγμένο από τον συγγραφέα, αλλά καθοριστικό για τη συνολική πρόσληψη τόσο του αφηγητή όσο και συνολικά του έργου. Η έξοδος του αφηγητή/παρατηρητή από το σώμα του, η έξωθεν παρατήρηση του εαυτού σε μια αφήγηση σύγχρονη της πλοκής, όχι, δηλαδή, σε μια αφήγηση με προφανή χαρακτήρα αναπόλησης των περασμένων, είναι ένα εύρημα που ο Φόσσε ευφυώς χρησιμοποιεί ως αντίβαρο στον ρεαλισμό που κυριαρχεί. Σε συνδυασμό, δε, με την ιδιότυπη ροή μνήμης, που ο συγγραφέας χρησιμοποιεί ως αφηγηματικό όχημα, χωρίς να την ανακόπτει με τελείες, επιτείνει την αμφιβολία του αναγνώστη, για το πού συμβαίνει ό,τι αφηγείται ο Άσλε πως συμβαίνει, χωρίς όμως, σε καμία στιγμή, να υπονομεύει τον αφηγητή του.

Είναι Δευτέρα και ο Άσλε αναρωτιέται αν αυτός ο μακρόστενος πίνακας, μικρού μεγέθους, που αποτελείται από δύο γραμμές, μια μοβ και μια καφέ, οι οποίες συναντιούνται στη μέση, ζωγραφισμένες αργά και με παχύρευστη λαδομπογιά που ξέφυγε και στο σημείο τομής των δύο γραμμών κάνει ένα όμορφο μείγμα να κυλάει προς τα κάτω, είναι ένας ολοκληρωμένος πίνακας, αν είναι ένας πίνακας που θα μπει μαζί με τους υπόλοιπους πίνακες, διαφόρων μεγεθών, τους τελειωμένους πίνακες που προορίζονται για την Γκαλερί Μπάιερ, που βρίσκεται στο Μπέργκεν, ή όχι. Ο Άσλε μένει μόνος σ' έναν μικρό, αραιοκατοικημένο, συνοικισμό, σχετικά απομονωμένο, στην αγροικία που αγόρασαν με τη γυναίκα του που πέθανε πριν κάποια χρόνια. Μοναδική σταθερή συντροφιά είναι ο γείτονάς του ο Όσλαϊκ. Ο Άσλε σπάνια επισκέπτεται το Μπέργκεν, παρότι έχει αυτοκίνητο, και φροντίζει όταν πηγαίνει, όπως σήμερα, μια φορά τον μήνα συνήθως, να κάνει αρκετά ψώνια. Όταν βρίσκεται εκεί, συνηθίζει να συναντά τον συνονόματό του επίσης ζωγράφο που μένει εκεί, μόνος παρέα με έναν σκύλο, παραδομένος στο αλκοόλ.

Η ροή της αφήγησης είναι συνεχής και συμβαίνει ταυτόχρονα με την εξωτερική δράση, μεγάλο μέρος της οποίας βρίσκει τον Άσλε πίσω από το τιμόνι στους χιονισμένους δρόμους. Ο Φόσσε εγκιβωτίζει αρμονικά την κάθε υποϊστορία που αναδύεται εντός της κεντρικής, αποτυπώνοντας τον τρόπο με τον οποίο αντιδρά ένα μυαλό ευάλωτο στα κεντρίσματα της μνήμης και τις παγίδες της λήθης. Οι παρεκβάσεις αυτές συμβαίνουν εντός ενός χρόνου με ακρίβεια γραμμικού, τη Δευτέρα του πρώτου μέρους θα τη διαδεχτεί η Τρίτη στο δεύτερο. Και όμως, ενώ το παρελθόν, τα παιδικά και νεανικά χρόνια του αφηγητή, έχουν μια συνοχή, ένα κοινό έδαφος το οποίο αναβιώνει μπροστά στα μάτια του, βλέποντας ξανά τη νεότερη εκδοχή του εαυτού του να πρωταγωνιστεί σε γνώριμα επεισόδια της ζωής του, κάτι τέτοιο δεν ισχύει και για το εγγύς παρόν, το οποίο πλέκεται σφικτά με το αφηγηματικό παρόν, έτσι όπως τα ονόματα των προσώπων συμπίπτουν και επαναλαμβάνονται, μαζί με τα αντικείμενα.

Ο Φόσσε, ικανότατος τεχνίτης, πετυχαίνει με αυτή την εσκεμμένη σύγχυση, που γλωσσικά εντείνεται με τις επαναλήψεις και τις δίνες, τη συνύπαρξη αφηγητή και αναγνώστη στο ίδιο δωμάτιο αμφιβολιών, στο οποίο δημιουργεί τον απαραίτητο χώρο για να διαπραγματευτεί παράλληλα με την πλοκή και ζητήματα γύρω από την τέχνη, την απώλεια, τον έρωτα, τη φιλία, αλλά και το γήρας. Ένα αποτέλεσμα καθηλωτικό, που συγγενεύει με τον σπουδαίο Αυστριακό στυλίστα Μπέρνχαρντ στη γλωσσική διαχείριση του χρόνου, ιδιαίτερα στους Παλιούς δασκάλους, αλλά και έναν ακόμα γνώριμο στο ελληνικό κοινό, τον Νταγκ Σούλστα, και το υπέροχο Αιδημοσύνη και αξιοπρέπεια. Βέβαια, η Επταλογία του Φόσσε, αναπόφευκτα, φέρνει στο μυαλό του αναγνώστη το αυτομυθοπλαστικό έργο Ο αγώνας μου του επίσης Νορβηγού Καρλ Ούβε Κνάουσγκορντ, δημιουργώντας ίσως έναν αντίστοιχο αναγνωστικό ορίζοντα προσδοκιών. Ο Φόσσε, ωστόσο, φιλοδοξεί να κάνει κάτι αρκετά διαφορετικό. Και το πετυχαίνει.

Το όνομα του Φόσσε ψιθυρίζεται κάθε χρόνο ανάμεσα σε εκείνα των φαβορί για το βραβείο Νόμπελ, Το άλλο όνομα, προστιθέμενο στο διάσημο θεατρικό του παρελθόν, απαντάει εν πολλοίς στο γιατί.

υγ. Περισσότερα για τους Παλιούς δασκάλους εδώ, ενώ για το Αιδημοσύνη και αξιοπρέπεια εδώ.
υγ.2 Το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο ένθετο Ανοιχτό Βιβλίο της Εφημερίδας των Συντακτών το Σάββατο 7 Γενάρη. Ο σύνδεσμος για την ψηφιακή του εκδοχή βρίσκεται εδώ.
 
Μετάφραση Σωτήρης Σουλιώτης
Εκδόσεις Gutenberg

Δευτέρα 16 Ιανουαρίου 2023

Ζυθοποιείο μαργαριταριών - Jenny Hval

Εκεί· κι όχι εκεί.
Από το παράθυρο της πανσιόν η πόλη μοιάζει κρυμμένη σε πυκνή ομίχλη. Κάτω από τα πόδια μου, δεξιά και αριστερά, ο παραλιακός δρόμος εξαφανίζεται μες στο λευκό, σαν γέφυρα που ενώνει δύο σύννεφα. Πού και πού η ατμόσφαιρα καθαρίζει λίγο και μπορώ να δω τις σιλουέτες των νησιών στον ορίζοντα· μετά κρύβονται ξανά. There, not there, there, not there, ψιθυρίζω πάνω στο τζάμι, χτυπώντας κοφτά τα δάκτυλά μου στον ρυθμό των λέξεων: μπαπ, μπα-μπαπ, λες και δημιουργώ νέους παλμούς για το καινούριο μου σπιτικό.
Έτσι καθόμουν το πρώτο εκείνο πρωί στο Έιμπορν, με το σώμα γειρτό προς το παράθυρο και το μέτωπο κολλημένο στο τζάμι.

Η Τζο, η πρωτοπρόσωπη αφηγήτρια, αφήνει πίσω της τη Νορβηγία για να πάει στο Έιμπορν να σπουδάσει βιολογία. Είναι ένα μέρος επινοημένο, μικρό σε μέγεθος και μάλλον αραιοκατοικημένο, δίπλα στη θάλασσα, σε παρατεταμένη βιομηχανική παρακμή, μέρος στο οποίο μιλάνε αγγλικά και κάνει κρύο. Η νεαρή κοπέλα θα βρεθεί αντιμέτωπη με τις συνήθεις δυσκολίες που ένα καινούργιο περιβάλλον προσφέρει απλόχερα μέχρι να υποταχθεί στη ρουτίνα και να καταστεί οικείο και γνώριμο. Θα μείνει αρχικά σε μια πανσιόν, ενώ η βδομάδα προσαρμογής στο πανεπιστήμιο έχει ήδη ξεκινήσει, με τους γελοίους τίτλους των δράσεων που μάλλον εκνευρισμό παρά χαλαρότητα προκαλούν. Προσπαθεί να προσαρμοστεί στη νέα αυτή συνθήκη, να κοινωνικοποιηθεί και να βρει ένα δωμάτιο, τριγυρίζει την πόλη και τσεκάρει αγγελίες, νιώθει ανεπάρκεια στην επικοινωνία στα αγγλικά που έμαθε στο σχολείο αλλά ελάχιστα χρησιμοποίησε ως τότε, παρότι τα καθημερινά νορβηγικά ενσωματώνουν διαρκώς όλο και περισσότερες λέξεις από τα αγγλικά, καθώς ένα νέο ιδίωμα αναδύεται αργά και σταθερά. 

Συνεντεύξεις με υποψήφιους συγκάτοικους, ελπίδες και απογοητεύσεις, και ο χρόνος προχωρά, τα μαθήματα ξεκινούν, και εκείνη ακόμα δεν έχει βρει πού θα μείνει και η καινούργια συνθήκη ζωής φαντάζει ακόμα πιο μετέωρη απ' ό,τι ήδη είναι. Μια παράξενη αγγελία θα την οδηγήσει σε ένα παλιό ζυθοποιείο, μακριά από το κέντρο της πόλης, όπου μένει η Καράλ, που κάποτε σπούδασε λογοτεχνία αλλά τώρα δεν αντέχει να διαβάζει τίποτα άλλο παρά άρλεκιν, όπως το Moon lips, ξοδεύοντας τη ζωή της σε αδιάφορες περιστασιακές δουλειές, μ' έναν αόριστο στόχο φυγής να νοηματοδοτεί αχνά την καθημερινότητα. Ο πρώην βιομηχανικός χώρος έχει διαμορφωθεί σε κατοικία με εκτεταμένη χρήση νοβοπάν, γεγονός που καθιστά την ηχητική διακριτικότητα σε πολυτέλεια και την υγρασία σε κυρίαρχη θεά του μέρους. Η Τζο θα μετακομίσει εκεί.

Δοσμένη κατά αυτόν τον τρόπο η υπόθεση μπορεί να είναι ακριβής, αλλά, σε καμία περίπτωση, δεν είναι αντιπροσωπευτική της νουβέλας της Νορβηγής Γιένι Βαλ, καθώς το ρεαλιστικό στοιχείο βρίσκεται διαρκώς υπό αίρεση, η βεβαιότητα αν κάτι συνέβη όντως ή όχι κλονίζεται, κάτι το ονειρικό ή υπερρεαλιστικό ενυπάρχει εδώ, το απροσδιόριστο κυριαρχεί στην αφήγηση αυτή που περισσότερο με ένα χρονικό βάδισης σε μια νέα ήπειρο προσομοιάζει, αυτό δηλαδή που μια ιστορία ενηλικίωσης είναι τη στιγμή που πραγματοποιείται, εκεί όπου όλα είναι νέα. Υπό το πρίσμα αυτό, η νουβέλα διαπραγματεύεται και το ζήτημα της σεξουαλικότητας, ως εξερεύνηση ενός καινούργιου, θαυμαστού αλλά και τρομακτικού συνάμα κόσμου, με έντονη και διαρκή την παρουσία της φαντασίας ως ενεργού και καταλυτικού παράγοντα.

Η Βαλ πετυχαίνει να δώσει την ιστορία αυτή όχι απλώς μέσα από τα μάτια ενός νεαρού ατόμου, αλλά φιλτραρισμένη από τους συναισθηματικούς, γλωσσικούς και νοηματικούς μηχανισμούς του. Θέλω να πω, πως η ιστορία αυτή δεν είναι πιο παράδοξη από ό,τι είναι από τη φύση της η ίδια η ηλικία της Τζο, η ύστερη εφηβεία, το πέρασμα στον μεγάλο κόσμο της ενήλικης ζωής, των υποχρεώσεων αλλά και των απολαύσεων, εν πολλοίς απαγορευμένων ή απροσδιόριστων μέχρι πρότινος, ο κατακλυσμός από νέα ερεθίσματα και προοπτικές και η διαχείρισή του, η υπερθέρμανση των νευρώνων, το φούντωμα των ονειρώξεων και όλα όσα έπονται εν μέσω καθεστώτος ωρίμανσης και λήψης σημαντικών για το μέλλον αποφάσεων. Χάος και παράνοια, δηλαδή.

Η Βαλ πετυχαίνει να καταστήσει λειτουργικό τον ονειρικό ή/και υπερρεαλιστικό χαρακτήρα της αφήγησης της Τζο, που διαθέτει μια ιδιότυπη οικειότητα επί της οποίας εγκαθιδρύεται και ευδοκιμεί η σχέση του αναγνώστη με την προσωπική ιστορία της αφηγήτριας, αρκεί εκείνος να εγκαταλείψει την ανάγκη για σχέσεις αιτίου και αιτιατού, την ανάγκη για έναν ρεαλισμό όπου όλα είναι όπως είναι και δεν μπορούν να είναι αλλιώς αφήνοντας χώρο στο όνειρο και τη φαντασία, την ανάγκη για πλήρη διαφάνεια του τι έγινε και τι δεν έγινε, γιατί, τα περισσότερα από όσα συνέβησαν στη Τζο, δεν έχουν εξήγηση, δεν έχουν αιτιοκρατική σχέση, δεν είναι ξεκάθαρα, και σε αυτή τη ρευστή συνθήκη, περισσότερο από αλλού, εντοπίζεται ο κουήρ χαρακτήρας της νουβέλας. Η συνθήκη την οποία αφηγηματικά δίνει η Βαλ, πως όλα είναι πιθανά, όχι ωστόσο υπό το ραβδί της ωραιοποίησης, όχι, όλα είναι εδώ, τα λαμπερά και τα τερατώδη, οι μύκητες και τα μαργαριτάρια, όλα ανοιχτά, τίποτα δεδομένο. 

Μου αρέσει αυτή η λογοτεχνία που δεν προσπαθεί να είναι κάτι άλλο από αυτό που θέλει να είναι, που δεν υποκύπτει στα θέματα που θέλει να θίξει, τη διερεύνηση της σεξουαλικότητας εδώ, μεταξύ άλλων, για παράδειγμα, αλλά τα εντάσσει οργανικά στην πλοκή, ως μέρος της ζωής των χαρακτήρων, όπως συμβαίνει και στην ίδια τη ζωή άλλωστε, στην πραγματική ζωή. Είναι η λογοτεχνία που μου θυμίζει το πώς ένιωσα όταν είδα για πρώτη φορά την ταινία της Μιράντα Τζουλάι, Εγώ, εσύ και όλοι οι γνωστοί, αλλά και αργότερα διαβάζοντας το μυθιστόρημά της, Ο πρώτος κακός (περισσότερα εδώ), αλλά και τη συλλογή των διηγημάτων της Ρίτα Μπουλγουίνκελ, Ανάσκελα (περισσότερα εδώ), ένα από τα πλέον υποτιμημένα βιβλία της τελευταίας πενταετίας.

Η Βαλ, αρκετά γνωστή για τη μουσική της, αφηγείται με τον τρόπο της μια ιστορία φυγής από την πατρίδα, από το γνώριμο και ασφαλές περίκλειστο περιβάλλον της Νορβηγίας, και το πέταγμα προς μια άγνωστη νέα γη, μια ιστορία ενηλικίωσης και αναζήτησης, με τρόπο αβίαστο, παράδοξα ρεαλιστικό και πειστικό, παραμυθένιο και λυρικό, χωρίς να μακιγιάρει τις κακοτοπιές, τις παραβιαστικές συμπεριφορές, τη δυσκολία του να είσαι μια νέα γυναίκα. Το Ζυθοποιείο μαργαριταριών είναι μια νουβέλα που μουσικά θα ανήκε στην ονειρική ποπ και δεν μοιάζει με τίποτα απ' όσα έχουμε διαβάσει προερχόμενα από τη σκανδιναβική αυτή χώρα.

Μετάφραση Κρυστάλλη Γλυνιαδάκη
Εκδόσεις Πλήθος

Δευτέρα 12 Ιουλίου 2021

Άρμαντ Β. - Dag Solstad

Ο Σούλστα, γνώριμος ήδη στο ελληνικό κοινό από το εξαιρετικό Αιδημοσύνη και αξιοπρέπεια, ορίζει την ποιητική και την παιγνιώδη διάθεση του νέου εγχειρήματός του, ως προς τη μορφή και το περιεχόμενό του, στην υποσημείωση μιας υποσημείωσης: «Το μυθιστόρημα αυτό, που είναι το σύνολο των υποσημειώσεων του αρχικού μυθιστορήματος, το οποίο αρχικό είναι αόρατο επειδή ο συγγραφέας αρνήθηκε να ασχοληθεί μαζί του και να το κάνει δικό του, έχει θέμα τον Άρμαντ Β., κι αυτό είναι αδιαμφισβήτητο». Το «αδιαμφισβήτητο» λειτουργεί εξόχως αντιστικτικά ως απόλυτη βεβαιότητα σ' ένα πλαίσιο εξαρχής αιρετικό και πειραματικό, που όμως σε καμία περίπτωση, και εδώ έγκειται η συγγραφική ευφυΐα, δεν αιωρείται ασαφές και εκτός ελέγχου. Κάθε αφηγηματικό εύρημα οφείλει αρχικά να δικαιολογεί την επιλογή του και ακολούθως τη χρησιμότητά του. Στην περίπτωσή μας, ο αφηγητής‒συγγραφέας γράφει ένα μυθιστόρημα υπό τη μορφή υποσημειώσεων ενός μυθιστορήματος που αρνήθηκε να γράψει ξέροντας πως δεν θα μπορούσε να τα καταφέρει, όχι τουλάχιστον σύμφωνα με τις δικές του, αυστηρές προδιαγραφές, μη μπορώντας όμως ταυτόχρονα να απεγκλωβιστεί ούτε από την ιστορία του Άρμαντ, ούτε και από τις σκέψεις γύρω από το μέλλον του ίδιου ως συγγραφέα. 

Το αφηγηματικό εύρημα επιτρέπει στο μυθιστόρημα να λειτουργήσει σε δύο επίπεδα. Από τη μία πρόκειται για την ιστορία του Άρμαντ, που στα νιάτα του υπήρξε ιδεολογικά στρατευμένος, ένας «άνθρωπος με χαλαρή εθνική συνείδηση» που βρέθηκε να υπηρετεί στο διπλωματικό σώμα, πετυχαίνοντας μια γρήγορη ανέλιξη. Ως διπλωμάτης έζησε για χρόνια μακριά από τη Νορβηγία, εκμεταλλευόμενος ωστόσο στο έπακρο τα προνόμια της θέσης του. Βαδίζοντας προς το τέλος της καριέρας του, μέσω της οποίας εν πολλοίς αυτοπροσδιορίζεται, έρχεται αντιμέτωπος με διάφορα επεισόδια του παρελθόντος, σχέσεις και αποφάσεις. Ο Άρμαντ που ‒θεωρούσε πως‒ ήταν και ο Άρμαντ που τώρα ‒θεωρεί πως‒ είναι. Αυτές οι «κρίσιμες στιγμές» είναι γνώριμες στο έργο του Σούλστα. Βρίσκουν τους ήρωές του συνήθως ενώ περπατούν, τη στιγμή που ετοιμάζονται να διασχίσουν μια διασταύρωση (για να θυμηθούμε τον καθηγητή Ελίας Ρούκλα ακινητοποιημένο σε μια κυκλική διάβαση στο Αιδημοσύνη και αξιοπρέπεια) ή περνούν έξω από ένα μπαρ, σύνηθες σημείο συνάντησης των φοιτητικών τους χρόνων. Στο λογοτεχνικό σύμπαν του Σούλστα η υπαρξιακή αγωνία των ηρώων του συνδιαλέγεται με την εξέλιξη της νορβηγικής κοινωνικοπολιτικής πραγματικότητας. Η ατομική πορεία, γεμάτη από διαψεύσεις και υποχωρήσεις, λειτουργεί ως αντανάκλαση αλλά και ως επεξήγηση της αντίστοιχης συλλογικής, δίνοντας την απάντηση στο ερώτημα: πώς φτάσαμε εδώ· αναδεικνύοντας την εν γένει ανθρώπινη δυσκολία αναγνώρισης του ειδώλου στον καθρέφτη.

Όμως, ταυτόχρονα, το Άρμαντ Β. είναι και η ιστορία ενός συγγραφέα που ξέρει πια πως δεν μπορεί να γράψει ένα μυθιστόρημα όπως θα το ήθελε. Όπως εύστοχα επισημαίνει στην εμπνευσμένη εισαγωγή της έκδοσης ο Δημήτρης Καρακίτσος, ο αφηγητής‒συγγραφέας, alter ego του Σούλστα, μπροστά στην αδυναμία αυτή δεν βλέπει ένα γκρεμό αλλά ένα νέο δρόμο, τη δυνατότητα να γράψει με έναν άλλο τρόπο. Οι υποσημειώσεις του άγραφου μυθιστορήματος συνθέτουν ένα μυθιστόρημα που διαθέτει την απαραίτητη συνοχή χωρίς να θυσιάζεται ο αποσπασματικός χαρακτήρας της πρώτης ύλης. Μια ιδιότυπη συνομιλία του συγγραφέα με το υπερκείμενο αόρατο μυθιστόρημα, όπου, παράλληλα με την ιστορία του Άρμαντ, θα αποτυπωθεί μέρος της ποιητικής αλλά και των σκέψεων του Σούλστα σχετικά με τη συγγραφή. Ο συγγραφέας δίνει την ευκαιρία στον αναγνώστη να κοιτάξει στο εργαστήρι του· το σκαρίφημα ενός μυθιστορήματος, τον τρόπο με τον οποίο γνωρίζει καλύτερα τους ήρωές του, τα απαραίτητα εκείνα κομμάτια που, αν και δεν θα συμπεριληφθούν, πρέπει να γραφούν, τα διαρκή ερωτήματα που το μυθιστόρημα θέτει, με τρομακτικότερο όλων εκείνο του οριστικού τέλους.

Ο συγγραφέας πειραματίζεται πάνω σε κλασικές φόρμες, χωρίς να χάνει στιγμή τον έλεγχο του αφηγηματικού ευρήματος, πάνω στο οποίο οικοδομείται το Άρμαντ Β.. Όμως, υποσημειώσεις χωρίς μυθιστόρημα δεν νοούνται. Αυτό είναι το βασικό εμπόδιο που ο Σούλστα καταφέρνει να υπερκεράσει, καθώς πετυχαίνει να καταστήσει ορατό στα μάτια του αναγνώστη το μυθιστόρημα αυτό μέχρι την τελευταία του λεπτομέρεια, το μυθιστόρημα που με τόση επιμονή ο αφηγητής‒συγγραφέας διατυμπανίζει πως αδυνατεί να γράψει. Αυτό του επιτρέπει να μην εναντιωθεί στη φύση και τη λειτουργία των υποσημειώσεων, υπονομεύοντας, θαρρείς, το ίδιο του το εύρημα, καθώς οι υποσημειώσεις αποτελούν οργανικό μέρος του μυθιστορήματος με θέμα τον Άρμαντ Β., καίτοι αόρατου.

Ο Σούλστα εντυπωσιάζει τον αναγνώστη, χωρίς αυτό να αποτελεί αυτοσκοπό του, καθώς το Άρμαντ Β. είναι πολλά παραπάνω από ένα φανταχτερό και μεταμοντέρνο παιχνίδι μυθοπλασίας. Ο πειραματισμός του έχει στέρεες λογοτεχνικές βάσεις, ενώ επεκτείνεται και στη φιλοσοφική προσέγγιση του σύγχρονου κόσμου, που διακρίνεται για την ταχύτητα και την αποσπασματικότητά του, αναζητώντας τα όρια και τις δυνατότητες της λογοτεχνίας εντός του.

υγ. Για το αιδημοσύνη και αξιοπρέπεια και ‒κυρίως‒ για τον Γιόχαν Κορνέλιουσεν, έναν από τους πλέον σπουδαίους β' ανδρικούς ρόλους, μπορείτε να διαβάσετε εδώ.

υγ2 Το παρόν κείμενο δημοσιεύτηκε στο ένθετο Ανοιχτό Βιβλίο της Εφημερίδας των Συντακτών το Σάββατο 22 Μαΐου. Ο σύνδεσμος για την ψηφιακή του εκδοχή βρίσκεται εδώ

Μετάφραση Σωτήρης Σουλιώτης
Εκδόσεις Ποταμός

Πέμπτη 8 Ιουλίου 2021

Ανησυχία - Linn Ullmann

Η ειλικρίνεια οφείλει να προηγηθεί από οτιδήποτε άλλο σ' αυτό το κείμενο· στη θέα της Ανησυχίας, ο ορίζοντας προσδοκιών χαράχτηκε μεμιάς: ένα ‒ακόμα‒ ντοκουμέντο για τον σπουδαίο σκηνοθέτη Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, ιδιαιτέρως ευπρόσδεκτο. Επιπρόσθετο ενδιαφέρον σ' αυτό κόμιζε η υπογραφή της κόρης του, η αναπόφευκτα προσωπική ματιά του παιδιού που βιογραφεί τον πατέρα του και δη τον διάσημο πατέρα του, αλλά και η αναζήτηση απάντησης στο γιατί η Λιν Ούλμαν, στην προκειμένη περίπτωση, αποφάσισε να γράψει το βιβλίο αυτό. Ένα ενδεχόμενο κοίταγμα από την κλειδαρότρυπα έριχνε βαριά τη σκιά του, την ίδια στιγμή που το αποθεωτικό σχόλιο της συγγραφέως Ράσελ Κασκ έμοιαζε να κλείνει το μάτι πως ίσως η Ανησυχία δεν ήταν ‒μόνο‒ αυτό που νόμιζα. Και δεν ήταν!

Η Λιν Ούλμαν, κόρη της Λιβ Ούλμαν και του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, γεννήθηκε στο Όσλο το 1966. Η γέννηση της Λιν συνέπεσε με το χτίσιμο του σπιτιού στο Χάμαρς του σουηδικού νησιού Φάρο. Ο Μπέργκμαν πρωτοεπισκέφθηκε τη βραχώδη αυτή ακτή το 1965, για τα γυρίσματα του Persona στην οποία πρωταγωνιστούσε η Λιβ Ούλμαν. Εκείνος ήταν τότε σαράντα επτά χρόνων, εκείνη είκοσι επτά. Οι δυο τους δεν παντρεύτηκαν ποτέ, χώρισαν το 1969 όταν η Ούλμαν έφυγε μαζί με τη μικρή Λιν από το σπίτι στο Χάμαρς. Ο Μπέργκμαν θα περνούσε εφεξής εκεί τα καλοκαίρια του, μακριά από τη Στοκχόλμη, πριν αποσυρθεί μόνιμα τα τελευταία χρόνια της ζωής του. Η Λιν επισκεπτόταν τον πατέρα της στις καλοκαιρινές διακοπές, τον υπόλοιπο χρόνο τον περνούσε με τη μητέρα της. Το 2005 γεννήθηκε η ιδέα για ένα βιβλίο για το πώς είναι να γερνάς. Πατέρας και κόρη μιλούσαν συχνά σχετικά με το βιβλίο αυτό επί δύο χρόνια. Εκείνη αγόρασε ένα μαγνητόφωνο τελευταίας τεχνολογίας για να καταγράψει τις συζητήσεις τους. Σχεδίαζαν, πρότειναν. Έψαχναν τον κατάλληλο τίτλο. Ο θάνατός του άφησε το σχέδιο λειψό, ήδη από την άνοιξη του 2007 ο Μπέργκμαν υπέφερε από αλλεπάλληλα μικρά εγκεφαλικά, η πραγματικότητα συχνά δεν ξεχώριζε πια από το όνειρο, ενώ όσο και αν έψαχνε συνήθως δεν έβρισκε την κατάλληλη λέξη. Το πένθος της απώλειας και οι απαιτήσεις της ζωής των ζωντανών άφησαν τις κασέτες αυτές στην άκρη. Όταν η Λιν Ούλμαν έπιασε να τις απομαγνητοφωνεί είχε την ηλικία του πατέρα της όταν γεννήθηκε εκείνη.

«Για να γράψεις για αληθινούς ανθρώπους ‒γονείς, παιδιά, εραστές, φίλους, εχθρούς, αδέλφια, θείους ή έναν τυχαίο περαστικό‒ είναι απαραίτητο να τους κάνεις μυθιστορηματικούς», ισχυρίζεται κάποια στιγμή η αφηγήτρια. Εκτός από μια σύνοψη της ποιητικής που ακολούθησε η Ούλμαν κατά τη συγγραφή της Ανησυχίας, το παραπάνω απόσπασμα λειτουργεί και ως μια βασική διακήρυξη της μυθοπλαστικής αυτοβιογραφίας (autofiction) εν γένει. Κάπως έτσι το σχόλιο της συγγραφέως Ράσελ Κασκ, της πλέον γνωστής εκπροσώπου του υποείδους, αποκτά ακόμα μεγαλύτερη βαρύτητα. Η Ούλμαν γράφει ένα αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα με πρωταγωνιστές τον πατέρα και τη μητέρα της, αλλά κυρίως την ίδια. Ένα μυθιστόρημα για το πώς είναι να γερνάς, για τις οικογενειακές σχέσεις, για τους έρωτες που δεν άντεξαν στην πρακτική πλευρά της ζωής, για την εξ αποστάσεως γονεϊκότητα, για την αντανάκλαση του παιδικού παρελθόντος στο ενήλικο μέλλον. Για να γράψεις για αληθινούς ανθρώπους, όπως ο εαυτός σου, είναι απαραίτητο να τους κάνεις μυθιστορηματικούς. Έτσι, το πρώτο πρόσωπο της αφήγησης δίνει συχνά πυκνά τη θέση του στην τριτοπρόσωπη αφήγηση, το εγώ γίνεται το κορίτσι εκείνο, το εγώ που ξέρει όσα είδε μετατρέπεται σε κάποιον που τα ξέρει όλα. 

Ως παντογνώστης αφηγητής, η Ούλμαν μπορεί να υποθέσει και να φανταστεί συναισθήματα και αντιδράσεις, να δώσει εξηγήσεις και απαντήσεις, να συμπληρώσει τα κενά της δικής της ιστορίας. Δίνει την αίσθηση πως γράφει περισσότερο για να καταλάβει παρά για να αποκαλύψει. Μπορεί για εμάς να είναι ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν και η Λιβ Ούλμαν, όμως για εκείνη είναι ο πατέρας και η μητέρα της. Το αφηγηματικό εύρημα λειτουργεί σε διάφορα επίπεδα, με κυριότερο τον απεγκλωβισμό της Ανησυχίας από τα στενά τού ‒εκ φύσεως άνευρου ή επίπλαστα συναισθηματικού‒ ντοκουμέντου και την πλεύση της σε καθαρά λογοτεχνικά ύδατα. Σε κανένα σημείο ο αναγνώστης δεν νιώθει σίγουρος πως αυτό που διαβάζει είναι μια ακριβής βιογραφία ‒κυρίως του Μπέργκμαν και δευτερευόντως της Λιβ Ούλμαν‒ και όχι μια μυθοπλαστική παραμόρφωση, μια ψευδαίσθηση. Το συναίσθημα αυτό εντείνεται από την ορατότητα της κατασκευής, καθώς το πώς της γραφής διαρκώς επανέρχεται. 

Ακόμα και αν τα πρόσωπα του βιβλίου δεν ήταν αυτά που είναι, η Ανησυχία θα παρέμενε ένα άρτιο δείγμα μυθοπλαστικής αυτοβιογραφίας, ένα από τα καλύτερα του είδους. Έργο στο οποίο αποτυπώνεται η συγγραφική ικανότητα της Λιν Ούλμαν και γκρεμίζεται η όποια καχυποψία βαραίνει συνήθως τα παιδιά διάσημων γονιών. Η Ανησυχία δεν αφορά μόνο τους θαυμαστές του Μπέργκμαν και, πάρα τη δεδομένη αξία της ως ντοκουμέντου, είναι, πρώτα και κύρια, ένα απολαυστικό και βαθιά προσωπικό μυθιστόρημα.

υγ. Το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο ένθετο Ανοιχτό Βιβλίο της Εφημερίδας των Συντακτών το Σάββατο 12 Ιουνίου. Ο σύνδεσμος για την ψηφιακή του εκδοχή βρίσκεται εδώ.

Μετάφραση Χίλντα Παπαδημητρίου
Εκδόσεις Μεταίχμιο

Πέμπτη 17 Ιουνίου 2021

αιδημοσύνη και αξιοπρέπεια - Dag Solstad

 
Ο Ελίας Ρούκλα, βασικά, ήταν ένας ψιλο-αλκοολικός καθηγητής λυκείου γύρω στα πενήντα, με μια γυναίκα που οι δεκαετίες είχαν προσθέσει πάνω της πολλά κιλά. Συνηθισμένη Δευτέρα του Οκτώβρη, που όμως θα άλλαζε τη ζωή του δραματικά, αλλά εκείνος το αγνοούσε παίρνοντας το πρωινό του με ελαφρύ πονοκέφαλο. Ο Ελίας Ρούκλα είχε μια φαινομενικά αδιάφορη μέρα στο σχολείο, ακόμα μία, διδάσκοντας για πολλοστή φορά την Αγριόπαπια του Ίψεν, απόρροια του υφιστάμενου προγράμματος σπουδών. Η ζωή του ήταν έτοιμη να αλλάξει δραματικά, όμως εκείνος δεν το ήξερε αυτό ακόμα, παλεύοντας με τον ελαφρύ πονοκέφαλο και την εφηβική απροθυμία. Ένιωσε ανακούφιση στο χτύπημα του κουδουνιού και αυτό ίσως ήταν το μοναδικό συναίσθημα που μοιράστηκε σε απόλυτο βαθμό με τους έφηβους μαθητές του. Έξω έβρεχε. Η ομπρέλα αρνήθηκε να συνεργαστεί. Κάτι μέσα στον Ελίας Ρούκλα έσπασε. Κοπάνησε με μανία, ξανά και ξανά, την ομπρέλα στις βρύσες, στη μέση του προαυλίου, μπροστά στα μάτια μαθητών και συναδέλφων. Ήξερε πως πια δεν θα μπορούσε να γυρίσει πίσω εκεί. Τώρα έμενε να το ανακοινώσει στην Εύα. Δεν ακολούθησε τη συνηθισμένη διαδρομή. Κάπως έτσι βρέθηκε ακινητοποιημένος σε μια κυκλική διάβαση να παρατηρεί την κίνηση των αυτοκινήτων χωρίς να παίρνει απόφαση να διασχίσει τον δρόμο. 
 
Ναι, τώρα που βρέθηκε σ' αυτή τη δύσκολη κατάσταση ο Ελίας Ρούκλα ανησυχεί για τη γυναίκα του. Θα αναγκαστεί να πει αντίο στη ζωή όπως την ήξερε. Την έλεγαν Εύα Λίντε, κι όταν τη γνώρισε ο Ελίας Ρούκλα ήταν ασυνήθιστα όμορφη· έτσι ήταν κι όταν έγινε δική του, οχτώ χρόνια αργότερα. Προηγήθηκαν οχτώ χρόνια γνωριμίας, η Εύα ήταν παντρεμένη με τον κολλητό του φίλο. Έτσι τη γνώρισε, ως κοπέλα του Γιόχαν Κορνέλιουσεν. Τέλη δεκαετίας του '60, και είχαν και οι τρεις περάσει τα είκοσι: ο Ελίας Ρούκλα πλησίαζε τα τριάντα, το ζευγάρι τα είκοσι πέντε. Ασυνήθιστα όμορφη, αυτό σκέφτηκε ο Ελίας Ρούκλα όταν συνάντησε την Εύα Λίντε, κοπέλα του καλύτερού του φίλου, και δεν έπαψε να το σκέφτεται έκτοτε, κάθε φορά που τη συναντούσε, στο φοιτητικό δωμάτιο του Γιόχαν Κορνέλιουσεν, αρχικά, και στο διαμέρισμα στο οποίο μετακόμισαν παντρεμένοι, αργότερα. Ο Γιόχαν Κορνέλιουσεν έμοιαζε με κομήτη, μια τρομακτική λάμψη που εμφανίστηκε στον ουράνιο θόλο, ακολούθησε μια διαδρομή καθηλώνοντας τους γύρω του και εξαφανίστηκε, ξαφνικά όπως εμφανίστηκε, φεύγοντας για την Αμερική, αφήνοντας πίσω την Εύα Λίντε και την κόρη τους, ζητώντας από τον Ελίας Ρούκλα να τις φροντίσει, αυτές τις αφήνω στην επιμέλειά σου, του είπε από την άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραμμής λίγο πριν επιβιβαστεί στο αεροπλάνο που θα τον μετέφερε στην απέναντι πλευρά του Ατλαντικού, ο ιδανικός προορισμός για έναν αφοσιωμένο μαρξιστή που γνώριζε καλά τα όνειρα και τις επιθυμίες του λαού, γνώση εφαρμόσιμη μόνο στον καπιταλισμό.
 
Ο Ελίας Ρούκλα είχε από καιρό αποφασίσει πως του ταίριαζε η εργένικη ζωή, να ορίζει πλήρως τη ζωή του, τη ρουτίνα του, που ένα μέρος της αφορούσε τη διδασκαλία έργων όπως η Αγριόπαπια του Ίψεν σε εφήβους, αν ήταν στο χέρι του θα πρόσθετε κάποιους συγγραφείς και θα αφαιρούσε κάποιους άλλους από το μάθημα των νορβηγικών, όμως αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Κλείνοντας το τηλέφωνο ήξερε πως έπρεπε να περπατήσει ως το σπίτι του Γιόχαν Κορνέλιουσεν και της Εύα Λίντε, εκεί που τώρα η Εύα Λίντε είχε μείνει μόνη με την κόρη της, να χτυπήσει την πόρτα και να εκφράσει τη διαθεσιμότητά του. Λίγες μέρες μετά οι δυο τους θα βγουν για φαγητό. Ο Ελίας Ρούκλα θα αντικρίσει τη ζωή που ονειρευόταν να ζήσει να εμφανίζεται ξάφνου μπροστά του ως δυνατότητα. Δεν θα αργήσουν να παντρευτούν και να μετακομίσουν σε ένα μεγαλύτερο διαμέρισμα. Εκεί τον περιμένει η Εύα Λίντε να γυρίσει, χωρίς να ξέρει όσα έχουν συμβεί, όσα πρόκειται να αλλάξουν δραματικά τη ζωή τους από εδώ και στο εξής, τη ζωή του και τη ζωή της αν θέλουμε να είμαστε ακριβείς στη θέα ενός μέλλοντος αρκούντως ζοφερού.
 
(Αν δεν ήταν για τον Γιόχαν Κορνέλιουσεν, αυτό το κείμενο πιθανότατα δεν θα είχε γραφτεί, πόσο μάλλον με τη συγκεκριμένη μορφή. Ο τρόπος με τον οποίο ο Νταγκ Σούλστα συνθέτει τον Γιόχαν Κορνέλιουσεν και πετυχαίνει να περιστρέψει το μυθιστόρημα γύρω από ένα πρόσωπο που δεν εμφανίζεται ποτέ, παρά μόνο ως ανάμνηση και ως συνέπεια, χαράσσεται ανεξίτηλα στη μνήμη. Και μόνο γι' αυτό(ν) αξίζει κανείς να διαβάσει το αιδημοσύνη και αξιοπρέπεια.)
 
Μετάφραση Σωτήρης Σουλιώτης
Εκδόσεις Ποταμός

Δευτέρα 22 Ιουλίου 2019

Η ιστορία ενός γάμου - Geir Gulliksen





Η εκ των υστέρων αναψηλάφηση των όσων προηγήθηκαν ενός χωρισμού είναι από τη φύση της αδιέξοδη. Ακόμα και αν σφάλματα και παραλείψεις εντοπιστούν, το τέλος θα συνεχίσει να στέκει αγέρωχο και οριστικό, ίδιο με τέρας, που γνωρίζει πως ακόμα και αν γίνει απόπειρα για συγκόλληση, όποιο και αν είναι το αποτέλεσμα, όση λεπτοδουλειά και αν έχει γίνει, εκείνο θα παραμείνει άθικτο στα ρήγματα, σε ετοιμότητα, διαρκώς παρόν για να θυμίζει την αναπόφευκτη κατάληξη των πραγμάτων, με την υπομονή που η βεβαιότητα το οπλίζει. Το τέλος άλλωστε είναι αυτό που δημιουργεί την ανάγκη να ειπωθεί η ιστορία, όταν οι ρόλοι θύτη και θύματος έχουν μονομερώς αποδοθεί, όταν η διήγηση κρατάει μακριά το τέλος καθώς όλα τα σενάρια μοιάζουν ανοιχτά. Ο φόβος του αύριο είναι αυτός που δημιουργεί την ανάγκη να ειπωθεί η ιστορία ξανά και ξανά, να παγιωθεί στο παρόν.

Το θύμα, το αυτοαποκαλούμενο θύμα, αν και μοιάζει διατεθειμένο να αναλάβει την ευθύνη που του αναλογεί, χρησιμοποιώντας συχνά πυκνά εκείνο το ύπουλο πρώτο πληθυντικό στην αφήγηση, τελικά εκείνο που επιζητά, κάπως πλάγια, η αλήθεια είναι, πλάγια και ίσως και ύπουλα, είναι η αγιοποίηση, η χορήγηση βεβαίωσης αδυναμίας να επέμβει στα πράγματα, η ανάδειξη της υπεράνθρωπης δύναμης του πεπρωμένου, η άγνοια που είχε για όσα ο θύτης στα κρυφά έκανε, η καλή πίστη, η ειλικρινής διάθεση, το χτύπημα στην πλάτη, το σοκ στο βλέμμα του θεατή μέσα στο οποίο το δράμα του θα αποκτήσει νέες διαστάσεις. Το μίσος το κρύβει καλά, ξέρει τι κάνει, την κακία ο θεατής δεν τη θέλει, την απεχθάνεται μάλιστα, θέλει να νιώθει πως η αφήγηση είναι αντικειμενική -λες και είναι ποτέ δυνατό κάτι τέτοιο-, το θύμα το ξέρει αυτό καλά, ας πάρει θέση το κοινό επ' αυτού, σκέφτεται, εγώ έδωσα την καλύτερη δυνατή παράσταση.
Έτρεχε για να αντέξει, για να κρατήσει μακριά τη γνώριμη μελαγχολία και την απελπισία της. Γδυνόμασταν μαζί, αγγιζόμασταν, ρουφιόμασταν και γλειφόμασταν, κάναμε τρυφερό ή άγριο έρωτα για να αντέξουμε, για να ξεπεράσουμε την ανία, το χάος και την εξάντληση της ημέρας. Κάναμε παιδιά μαζί για να αντέξουμε, για να κάνουμε τον δικό μας κόσμο πιο πλούσιο και πιο απρόβλεπτο. Πηγαίναμε διακοπές, γιορτάζαμε γενέθλια και Χριστούγεννα, τα βράδια ξαπλώναμε δίπλα δίπλα και το πρωί βοηθούσαμε ο ένας τον άλλον να κάνουμε τη ζωή κάτι παραπάνω από ανεκτή. Αγγιζόμασταν ανάλαφρα ή αχόρταγα, είχαμε φαντασιώσεις μαζί για όσες ερωτικές απολαύσεις μπορούσαν να υπάρξουν -διατηρούσαμε ένα αδιάκοπο φλερτ ο ένας με τον άλλο, για να ομορφύνουμε τη ζωή μας όσο το δυνατόν περισσότερο. Τι άλλο να κάναμε δηλαδή;
Δεν υπάρχει καλύτερη σχολή παραγωγής οικογενειακών δραμάτων από τη σκανδιναβική, αν και τα καλύτερα δείγματά τους τα έχουν δώσει στο θέατρο και τον κινηματογράφο, βλέπετε, στη λογοτεχνία επικράτησε το αστυνομικό μυθιστόρημα ως εξαγώγιμο προϊόν. Είναι αυτή η μοναδική ικανότητά τους στον συνδυασμό του εγκεφαλικού με τον συναισθηματικό τρόπο γραφής, ένα ενεργό ηφαίστειο καλυμμένο από τόνους χιόνι, που μετατρέπει σε λογοτεχνία ιστορίες τετριμμένες και ήδη γνωστές. Η διατήρηση των ήπιων τόνων, η ψευδαίσθηση της ηρεμίας πριν από την αναπόφευκτη έκρηξη. Και είναι ακριβώς αυτή η επικείμενη έκρηξη που προσδίδει ένταση, ένα αίσθημα σχεδόν φόβου, μια παράλογη ελπίδα για το μικρότερο κακό, μια έκρηξη που όταν έρχεται δεν λυτρώνει πραγματικά, δεν λειτουργεί καθαρτικά, απλώς αποσυμπιέζει στιγμιαία τα πράγματα, τα τραύματα δεν κλείνουν, θα ήταν άλλωστε παράλογο κάποιος να πιστεύει πως τα τραύματα κλείνουν έτσι απλά και άμεσα. 

Οι αναγνωστικές προσδοκίες υπερκαλύφθηκαν, ο τρόπος μάλιστα με τον οποίο ο Γκούλικσεν επέλεξε να αφηγηθεί την ιστορία του, η απόπειρα του αφηγητή να διηγηθεί την ιστορία με τη φωνή της γυναίκας του, έδωσε πολλούς πόντους στο τελικό αποτέλεσμα, στην αίσθηση που μου άφησε το μυθιστόρημα αυτό, για το οποίο δεν μπορώ να πω πως μου άρεσε, πώς γίνεται να σου αρέσει μια τέτοια ιστορία, μια ανάγνωση που σου δημιουργεί ένα κόμπο στο στομάχι, κυρίως για την απομάγευση, για την αποτυχία κάποιων στην ευτυχία, για την αποτυχία ακόμα κάποιων στην ευτυχία, για το πόσο κοντά πίστεψαν πως έφτασαν σε αυτό το για πάντα. Δεν μου άρεσε και όμως δεν μπόρεσα να το αφήσω από τα χέρια μου, καθώς το δεδομένο τέλος ολοένα και πλησίαζε, ένιωθα σαν εμπειρογνώμονας που ελέγχει το βίντεο της σύγκρουσης για να διαπιστώσει το μοιραίο λάθος, εκείνο που το επόμενο μοντέλο θα πρέπει να μπορεί να αποφύγει, αρνούμενος να δεχτεί το προφανές.

Μετάφραση Σωτήρης Σουλιώτης
Εκδόσεις Ποταμός              

Παρασκευή 7 Ιουλίου 2017

Έγκλημα στα φιορδ - Jorn Lier Horst



Το πούσι γλιστρούσε στη στεριά, μούσκευε την άσφαλτο και σχημάτιζε θολά φωτοστέφανα γύρω από τα φώτα του δρόμου. Ο Ούβε Μπάκερου οδηγούσε με το ένα χέρι στο τιμόνι καθώς το σκοτάδι πύκνωνε γύρω του. Του άρεσε αυτή η εποχή του χρόνου, λίγο πριν τα φύλλα των δέντρων κιτρινίσουν και πέσουν. Ήταν η τελευταία του επίσκεψη στο εξοχικό στο Στάβεν, για να ασφαλίσει τα πατζούρια στα παράθυρα, να τραβήξει τη βάρκα στη στεριά και να κλείσει το σπίτι για τον χειμώνα. Το περίμενε ολόκληρο το καλοκαίρι· ήταν το δικό του Σαββατοκύριακο. Οι δουλειές που έπρεπε να γίνουν δεν του έπαιρναν περισσότερο από καναδυό ώρες την Κυριακή το απόγευμα και είχε όλο τον υπόλοιπο χρόνο στη διάθεσή του.

Ο Ούβε Μπάκερου θα βρεθεί όμως αντιμέτωπος με μια δυσάρεστη έκπληξη, που θα του ανατρέψει τα σχέδια για ένα τελευταίο ήρεμο Σαββατοκύριακο μακριά από την πόλη, καθώς θα διαπιστώσει πως διαρρήκτες έχουν "επισκεφτεί" το εξοχικό. Σε κατάσταση σοκ θα περπατήσει μέχρι το γειτονικό σπίτι, που ανήκει σε έναν διάσημο τηλεοπτικό αστέρα, εκεί εκτός από την παραβιασμένη πόρτα θα αντικρίσει και το πτώμα ενός άντρα. Ο αστυνομικός επιθεωρητής Βίλιαμ Βίστιν θα αναλάβει άλλη μία υπόθεση.

Η παρουσία του πτώματος θα αναβαθμίσει τη σοβαρότητα της υπόθεσης, η περιοχή θα γεμίσει από άντρες της αστυνομίας, οι οποίοι αναζητούν το ελάχιστο ίχνος, που είναι πιθανό να τους οδηγήσει στα ίχνη του δολοφόνου. Όμως οι μέρες περνάνε και η υπόθεση περιπλέκεται, καθώς νέα στοιχεία εμφανίζονται και μια σειρά από γεγονότα λαμβάνουν χώρα. Την ίδια στιγμή η κόρη του επιθεωρητή, αστυνομικός ρεπόρτερ στο επάγγελμα, θα αποφασίσει να εγκαταλείψει τον σύντροφό της και να μετακομίσει προσωρινά στο εξοχικό της οικογένειας, λίγα μόλις χιλιόμετρα μακριά από τον τόπο του εγκλήματος.

Ο Νορβηγός συγγραφέας Jorn Lier Horst θα στήσει την ιστορία του στηριζόμενος στη συνταγή του σύγχρονου σκανδιναβικού αστυνομικού μυθιστορήματος, το οποίο γνωρίζει τεράστια απήχηση στις μέρες μας. Εκμεταλλευόμενος τις δεδομένες κλιματολογικές ιδιαιτερότητες της Νορβηγίας, θα επιχειρήσει να ενισχύσει την ατμόσφαιρα μυστηρίου, που έτσι και αλλιώς είθισται να συνοδεύει μια ιστορία φόνων. Η ομίχλη, το κρύο και η βροχή θα συνοδεύσουν την πορεία της έρευνας μέχρι την τελική λύση του μυστηρίου. Οι ανατροπές, απαραίτητες για κάθε συγγραφέα του είδους που σέβεται τον εαυτό του, διαδέχονται η μία την άλλη, καθώς κάποιο νέο στοιχείο επαναπροσδιορίζει τα δεδομένα, σε μια προσπάθεια να διατηρηθεί αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη και ταυτόχρονα να οδηγηθεί το μυθιστόρημα σε μια εντυπωσιακή έξοδο. Εκείνο που λείπει, και κατά τη γνώμη μου καλώς, είναι η παρουσία υπερβολικής βίας, χωρίς αυτό να σημαίνει πως πρόκειται για ένα σύμπαν αγγελικά πλασμένο. Ως προς τους χαρακτήρες, ο Horst μοιάζει να προσπαθεί να προσδώσει το ελάχιστο απαραίτητο βάθος, γνωρίζοντας πως δεν πρόκειται για το σημαντικότερο συστατικό. Το Έγκλημα στα φιόρδ αποτελεί το έβδομο βιβλίο με ήρωα τον επιθεωρητή Βίστιν· σε αυτές τις σειρές έχουν μεγάλο ενδιαφέρον τα βιογραφικά στοιχεία των χαρακτήρων που επανέρχονται από ιστορία σε ιστορία, δημιουργώντας έναν ολόκληρο κόσμο, που λειτουργεί με συνέχεια, παράλληλα με το απαραίτητο έγκλημα, που βρίσκεται στον πυρήνα του κάθε βιβλίου, ενισχύοντας την επιθυμία του αναγνώστη να διαβάσει ακόμα μια ιστορία με πρωταγωνιστή τον επιθεωρητή Βίστιν στην προκειμένη περίπτωση.   

Ως είθισται, το μυθιστόρημα διαθέτει και μια κοινωνικοπολιτική διάσταση, μια απόπειρα να αιτιολογηθούν, στο μέτρο του δυνατού, οι φόνοι και η εγκληματικότητα γενικότερα που ταλανίζει τη Νορβηγία. Η συνθήκη Σένγκεν, που επιτρέπει την ελεύθερη διακίνηση ταξιδιωτών από τις χώρες της Βαλτικής, και η οικονομική ανισότητα μεταξύ των χωρών αποτελούν κάποιες από τις αιτίες, σύμφωνα τουλάχιστον με τον αφηγητή.

Ένα σύγχρονο αστυνομικό μυθιστόρημα της σκανδιναβικής σχολής, με τα θετικά και τα αρνητικά στοιχεία που το συνοδεύουν, για τους λάτρεις του είδους. 

(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)

Μετάφραση Δέσπω Παπαγρηγοράκη
Εκδόσεις Διόπτρα

Παρασκευή 15 Ιουνίου 2012

Το ποτάμι - Ketil Bjornstad




(Πρωτοδημοσιεύθηκε στο mixtape.gr)



Τα τελευταία χρόνια η σκανδιναβική λογοτεχνία ταυτίστηκε στη χώρα μας με την αστυνομική λογοτεχνία, είδος το οποίο γνωρίζει μεγάλη απήχηση ανάμεσα στους αναγνώστες. Το Ποτάμι όμως του Νορβηγού Ketil Bjornstad, αυτόνομη συνέχεια της Λέσχης των νέων πιανιστών, δεν υπάγεται στην παραπάνω κατηγορία. Τρέφω μια αδυναμία στην τέχνη που έρχεται από τον Βορρά, ιδιαίτερα στον κινηματογράφο.

Η μουσική βρίσκεται στον πυρήνα και αυτού του μυθιστορήματος, κάτι το φυσιολογικό και αναμενόμενο αφού ο Bjornstad είναι πρωτίστως μουσικός.

Κάποια χρόνια μετά, ο Άξελ Βίντινγκ αποφασίζει να διηγηθεί εννέα μήνες από τη ζωή του, όταν ήταν μόλις δεκαοχτώ χρονών. Έχει ήδη τότε γνωρίσει την απώλεια, πρώτα της μητέρας του και ύστερα της κοπέλας του. Μετά από ένα καλοκαίρι στο εξοχικό της φίλης του Ρεμπέκα θα επιστρέψει στο Όσλο και θα υπακούσει στην ιδέα της αυστηρής και ιδιόρυθμης καθηγήτριάς του να κάνει το ντεμπούτο του ως πιανίστας σε εννέα μήνες, ανήμερα των γεννεθλίων της. Ο έρωτας για μια εύθραυστη γυναίκα μεγαλύτερης από εκείνον θα περιπλέξει τα πράγματα.

Όποιος έχει ασχοληθεί εντατικά με τη μουσική θα ξέρει τις θυσίες στις οποίες πρέπει να υποβληθεί κάποιος ώστε να είναι έτοιμος να παρουσιαστεί σε κοινό και κριτικούς. Δεν είναι μόνο οι ατέλειωτες ώρες εξάσκησης, είναι και ασκητική ζωή που πρέπει να ακολουθήσει και η προετοιμασία του χαρακτήρα ώστε να μπορέσει να απορροφήσει την πίεση και να δαμάσει το άγχος. Μήνες προετοιμασίας για μια δύωρη εμφάνιση κατά την οποία το κάθε λάθος είναι οδυνηρό.

Ο συγγραφέας κινείται σε ένα γνώριμο γι’ αυτόν περιβάλλον. Αποφεύγει να ωραιοποιήσει καταστάσεις και καταφέρνει με αυτόν τον τρόπο να καταστήσει τον αναγνώστη κοινωνό της προσπάθειας του νεαρού μουσικού (στο πρόσωπο του οποίου ενυπάρχει ο κάθε σπουδαστής κλασικής μουσικής) να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις του εγχειρήματος σε μια ηλικία τρυφερή. Θέτει επίσης ένα κυρίαρχο, για τους παροικούντες στα ωδεία, ζήτημα που έχει να κάνει με το «δικαίωμα» στη σύγχρονη μουσική. Η ιστορία λαμβάνει χώρα το 1970 με τη ροκ να είναι όχι απλώς μια ακόμη μουσική αλλά και τρόπος ζωής.

Χωρισμένο σε ολιγοσέλιδα κομμάτια το μυθιστόρημα διέπεται από μια ευδιάκριτη μουσικότητα, ο ρυθμός πότε αργός, μελωδικός και πότε ξέφρενος και χαώδης. Δύσκολο να το αφήσεις από τα χέρια σου. Χαρακτήρες καλοδουλεμένοι. Συγκίνηση που πηγάζει αβίαστη. Μουσική και έρωτας.

Ο Bjornstad εκτός από προσωπικούς δίσκους έχει γράψει μουσική και για το σινεμά (μεταξύ άλλων για ταινίες του Γκοντάρ και του Λόουτς) κάτι το οποίο είναι εμφανές στον τρόπο γραφής του. Η αίσθηση που σου αφήνει το βιβλίο είναι παρόμοια με εκείνη των βιβλίων ενός άλλου μεγάλου λάτρη της μουσικής του Τζόναθαν Κόου.

Εκτός από το βιβλίο μη διστάσετε να αναζητήσετε και τη μουσική του.

Η μετάφραση του βιβλίου έγινε απευθείας από τα Νορβηγικά από την Κρυστάλλη Γλυνιαδάκη κάτι το οποίο είναι πολύ σημαντικό και ευχάριστο.



Εκδόσεις Πόλις.