Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εκδόσεις Κίχλη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εκδόσεις Κίχλη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 21 Μαρτίου 2026

Ο Μεγάλος Ρέι - Michael Kimball

Στα τέλη της περασμένης χρονιάς, στα χασομέρια της εκδοτικής πλημμυρίδας πριν από τις γιορτές, κυκλοφόρησε ένα βιβλίο το οποίο είχα κυκλώσει από τότε που διάβασα για την επικείμενη έκδοσή του, ο λόγος για το μυθιστόρημα του Αμερικανού συγγραφέα Μάικλ Κίμπαλ, Ο Μεγάλος Ρέι, σε μετάφραση Άκη Παπαντώνη από τις εκδόσεις Κίχλη. Δύο ήταν οι λόγοι της προσμονής. Ο πρώτος είχε να κάνει με τα όσα ενθουσιαστικά λόγια είχα διαβάσει για το προηγούμενο βιβλίο του, που είχε κυκλοφορήσει παλιότερα στα ελληνικά, το Αγαπητοί όλοι σε μετάφραση Παλμύρας Ισμυρίδου από τις εκδόσεις Οκτώ. Ο δεύτερος λόγος είχε να κάνει με το θέμα του, ανασύρω από το οπισθόφυλλο: «Ο Μεγάλος Ρέι είναι παράφορος, μεγαλόσωμος και νοσηρά παχύσαρκος· μια κολοσσιαία παρουσία στη ζωή τού γιου του Ντάνι. Όταν πεθαίνει, ο Ντάνι προσπαθεί να σηκώσει το βάρος της απουσίας τού πατέρα του, αλλά και να διαλύσει το σκοτάδι που εκείνος είχε αφήσει πίσω του».

Το πένθος, η αντιμετώπιση της συνθήκης απουσίας ενός γονέα, οι τελευταίες μέρες, τα ανοιχτά γραμμάτια, οι συγκρούσεις, το συνολικό παλίμψηστο της σχέσης, το μαύρο κουτί που αναπόδραστα εμφανίζεται, τρομακτικό και μόνο στη θέα, πόσο μάλλον στο περιεχόμενό του, όσο καλά και αν πιστεύει καθένας μας πως προετοιμάστηκε γι' αυτή την απουσία, όλα αυτά είναι θέματα που διαχρονικά απασχολούν την τέχνη και εν γένει την ανθρώπινη εμπειρία. Αυτό που μοιάζει να μεταβάλλεται τα τελευταία κάποια χρόνια, με την επικράτηση της αυτομυθοπλασίας και τη βασιλεία της ταύτισης των εγώ του δημιουργού, του αφηγητή και του κεντρικού ήρωα, είναι η κατάλυση της μυθοπλαστικής σύμβασης.

Ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο, όπως αυτό, ο συγγραφέας που γράφει για τον νεκρό πατέρα του, ακόμα και αν, όπως στην περίπτωσή μου, δεν προκαλεί κάποια κόπωση, αναπόφευκτα προσφέρει μια πανοπλία στον αναγνώστη, μια αίσθηση δύναμης, ξέρω τι να περιμένω, σκέφτομαι/σκέφτεται. Και αυτή η αίσθηση, η ψευδαίσθηση καλύτερα ειπωμένο, έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την ίδια τη λειτουργία της καλής λογοτεχνίας, στο μονοπάτι της οποίας ο αναγνώστης (θα έπρεπε να) νιώθει να εκτίθεται ολοένα και περισσότερο στο πέλαγος των άπειρων ενδεχομένων, αντιμέτωπος με το τεράστιο γκρι εμβαδόν του πολύπλοκου φαινομένου της ύπαρξης συνολικά. Η απώλεια ενός γονέα είναι ένα θέμα που με έλκει αναγνωστικά, έλξη που προφανώς και φανερώνει αρκετά για μένα τον ίδιο. Έπιασα στα χέρια μου το βιβλίο αυτό με δύο βεβαιότητες, που σύντομα κατέρρευσαν με πάταγο, η πρώτη είχε να κάνει με τον αυτομυθοπλαστικό χαρακτήρα της αφήγησης, η δεύτερη με την αυτοπεποίθηση πως ήμουν προετοιμασμένος γι' αυτή.

Το πέπλο της αυτομυθοπλασίας έπεσε πρώτο, ήδη από την περίληψη στο οπισθόφυλλο, το πρώτο πρόσωπο ήταν απλώς και μόνο αφηγηματική επιλογή και όχι μια πύλη για το προσωπικό. Η αυτοπεποίθηση υποχωρούσε μέχρι να αφανιστεί και να παραδοθώ πλήρως συναισθηματικά. Η φύση της αφήγησης, προσωπική και μύχια, ακόμα και αν κατασκευασμένη στο συγγραφικό εργαστήρι, καθιστά τη συναισθηματική πρόσληψη επιπλέον του συνηθισμένου υποκειμενική. Η τεχνική του Κίμπαλ, ωστόσο, μπορεί να αναγνωριστεί ως ευφυής και με αντικειμενικά κριτήρια. Ο συγγραφέας, μέσω του πρωτοπρόσωπου αφηγητή, πετυχαίνει να κατασκευάσει μια αφήγηση εγκεφαλική, αλλά όχι αποστειρωμένη και ψυχρή, αυτό είναι το σημαντικότερο στο βιβλίο αυτό, η άψογη κατασκευή, η χρονική σύνθεση του παρόντος και των αναλήψεων, η σε εύρος διερεύνηση της επικράτειας του πένθους, οι αποχρώσεις, η αμηχανία της πολυπλοκότητας του συναισθήματος του γιου, από την ανακούφιση ως την απόλυτη θλίψη. Ανασύρω από το κείμενο: «Εξακολουθώ να μη συμπαθώ τον πατέρα μου, αλλά εξακολουθεί να μου λείπει». Η ελάχιστη αυτή ψηφίδα συνοψίζει άψογα τα παραπάνω. Ο Μεγάλος Ρέι είναι μια καλοσχεδιασμένη και άρτια υλοποιημένη κατασκευή που, ταυτόχρονα, έχει παλμό, έχει ζωή και θάνατο.

Αλλά και πιο πριν, ένα θραύσμα αναρώτησης, ταυτόχρονα προσωπικό και τεχνικό: «Η ζωή του πατέρα μου ήταν συνηθισμένη με πάρα πολλούς τρόπους. Αναρωτιέμαι αν τον μετατρέπω σε κάτι περισσότερο από αυτό που ήταν μόνο και μόνο επειδή ήταν πατέρας μου». Εκτός από καθοριστικό ερώτημα, το παραπάνω απόσπασμα δείχνει την απουσία ενεργού συναισθηματικού εκβιασμού, η συνθήκη, ο γιος που γράφει για τον νεκρό πατέρα του από ανάγκη πρώτιστα προσωπική, συντηρείται άψογα από την αρχή μέχρι το τέλος, έτσι, η πρόσληψη του έργου γίνεται και με όρους λογοτεχνίας, που εκτείνονται πέρα από την επικράτεια της συγκεκριμένης απώλειας, εκεί που βρίσκεται η καλή λογοτεχνία.

(το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών) 

υγ. Έκλεψα και πρόσθεσα το μυθιστόρημα αυτό στα αγαπημένα μου του '25, παρότι το διάβασα την πρώτη μέρα της νέας χρονιάς. Τα βρίσκετε εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Άκης Παπαντώνης
Εκδόσεις Κίχλη

Δευτέρα 26 Φεβρουαρίου 2024

Αυγή - Χρήστος Χρηστίδης

Τα δύο προηγούμενα βιβλία, τα πρώτα τού Χρήστου Χρηστίδη, γεννημένου το 1953, τα βρήκα ενδιαφέροντα, διακρίνοντας ένα υποσχόμενο δυναμικό, ωστόσο, ίσως και λόγω της μικρής φόρμας, με άφησαν τελικά κάπως αμήχανο, με τη διάθεση όμως να επανέλθω με την επανεμφάνισή του στα λογοτεχνικά πράγματα, επιθυμώντας το τρίτο βήμα να είναι μυθιστόρημα. Όπερ και εγένετο! Από τις εκδόσεις Κίχλη, το φθινόπωρο του '23, κυκλοφόρησε η Αυγή.

Μια μεταμοντέρνα σύνθεση που κλείνει το μάτι στην αυτομυθοπλασία, ή, για την ακρίβεια, ένα μυθιστόρημα που με τον τρόπο του ανήκει σε αυτή τη σύγχρονη τάση της λογοτεχνίας. Το κατά πόσο η σύσταση του περιεχομένου αποτελεί μικρότερη ή μεγαλύτερη αποτύπωση της εξωκειμενικής πραγματικότητας του συγγραφέα είναι κάτι που δεν μπορεί κάποιος άγνωστός του να επιβεβαιώσει ή να διαψεύσει. Τι είναι τότε εκείνο που τοποθετεί, έστω και λοξά, την Αυγή στην οικογένεια του autofiction; Είναι η μυθοπλαστική πραγματικότητα, η έκδηλη τάση να εκληφθεί ως τέτοια, αλλά και η αποτύπωση της διαδικασίας έμπνευσης και συγγραφής του μυθιστορήματος, ούσα μία από τις κεντρικές ιστορίες που το μυθιστόρημα περιλαμβάνει. Ο μεταμοντέρνος χαρακτήρας της σύνθεσης, η κατακερματισμένη αφήγηση, τα λειτουργικά κόλπα και ευρήματα που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας, μεταξύ άλλων, τοποθετούν το παρόν μυθιστόρημα σε μία ακόμα προσφιλή σε μένα κατηγορία, εκείνη της παιγνιώδους γραφής.

Ας πιάσουμε ωστόσο το νήμα από την αρχή και ας αναφερθούμε στην πλοκή του μυθιστορήματος αυτού. Ο συγγραφέας με τη σύζυγό του ζουν στην Αθήνα του σήμερα. Ώριμοι μεσήλικες που ετοιμάζονται να περάσουν στην τρίτη ηλικία, με όσα αυτή φέρει, άτεκνοι παρότι έφτασαν κοντά στο να γίνουν γονείς, η κύηση ωστόσο δεν ολοκληρώθηκε, αλλά διακόπηκε στον πέμπτο της μήνα· σε αυτή την αγέννητη κόρη αφιερώνει το βιβλίο ο Χρηστίδης, απόφαση που αποτελεί μια ελάχιστη χαραμάδα που του επιτρέπει να παρεισφρήσει ανάμεσα στα πρόσωπα της πλοκής και να ταυτιστεί με τον συγγραφέα. Εκείνος ασχολείται διαρκώς με τη λογοτεχνία, παλεύοντας με τις λέξεις, εκείνη, η Αυγή, παρότι δεν καταλαβαίνει από πού πηγάζει η εμμονή του αυτή, δείχνει κατανόηση και υπομονή· τα χρόνια της συμβίωσης έχουν επιβάλλει τον καθημερινό ρυθμό και τη ρουτίνα. Στο διπλανό διαμέρισμα ζει μια υπερπροστατευτική μάνα με την κόρη της, τη Λία. Ο θάνατος της μητέρας θα οδηγήσει την κόρη στην απόφαση να μη βγει ξανά από το σπίτι.

Η ιστορία της Λίας, ορφανής και απροστάτευτης, παρότι ενήλικης, και η ιστορία του ζευγαριού, γεμάτη από καθημερινότητα, παρατήρηση και αναμνήσεις. Συνεκτική και ανεξάρτητη ρέει η ιστορία της συγγραφής· ο ανώνυμος συγγραφέας που διαρκώς περνάει σε μια υπερβατική κατάσταση φαντασίας και στοχασμού, συνομιλώντας με τα πρόσωπα της πλοκής, καθώς τα κομμάτια της αφήγησης παίρνουν τη θέση τους στο μυαλό του, πριν δοκιμάσει τις δυνάμεις του απέναντι στη λευκή κόλλα, εκεί που κρίνονται όλα όσο αφορά την πράξη της συγγραφής. Ο Χρηστίδης επιλέγει να σπάσει τη χρονική γραμμικότητα της αφήγησης, κάνοντας διαρκή μπρος πίσω, όχι τόσο ως ανάληψη του παρελθόντος χρόνου, αλλά περισσότερο ως μια άσκηση μοντάζ, αναζητώντας τον καλύτερο και πλέον λειτουργικό για την αφήγηση τρόπο τοποθέτησης των κεφαλαίων στα οποία χωρίζεται το μυθιστόρημα. Ο τρόπος να πει κάποιος μια ιστορία είναι σημαντικότερος, ενίοτε, από την ίδια την ιστορία. Ωστόσο, το τελικό αποτέλεσμα αποδεικνύεται παιγνιώδες και όχι παιχνιδιάρικο, οι αποφάσεις λαμβάνονται για τη μέγιστη εξυπηρέτηση του συγγραφικού οράματος, του πολύ συγκεκριμένου τρόπου με τον οποίο ο Χρηστίδης επιθυμεί να αφηγηθεί την ιστορία του, και όχι ελαφρά την καρδία και για δημιουργία εντυπώσεων κενών περιεχομένου. 

Ταυτόχρονα, και χωρίς αυτό να χρεώνεται ως ευκολία, οι αποφάσεις αυτές αναδεικνύουν και δεν αποκρύπτουν τα συστατικά που αποτελούν την αφήγηση, δίνοντας στον αναγνώστη ξεκάθαρες απαντήσεις, δικαιολογώντας περαιτέρω τις επιλογές του συγγραφέα, κάτι ιδιαίτερα σημαντικό σε φαινομενικά εγκεφαλικές κατασκευές όπως αυτές που ανήκουν στο σώμα της μεταμοντέρνας λογοτεχνίας. Οι ραφές του υφαντού είναι ορατές ή έτσι φαντάζουν, τουλάχιστον. Η μεγάλη φόρμα επιτρέπει στον αναγνώστη να διακρίνει τον τρόπο εργασίας του συγγραφέα, τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί εντός της γραφής. Τον τρόπο, επίσης, που η εξωτερική συνθήκη επιδρά ενδοκειμενικά. Ο Χρηστίδης δεν ποντάρει μεγάλο ποσό στη συγχρονία, κάποιες αναφορές σ' αυτή, όπως τα μέτρα απομόνωσης κατά τη διάρκεια έξαρσης του κορωνοϊού ή η αναπόφευκτη ψηφιακή ζωή που πορεύεται παράλληλα της αναλογικής, απλώς θέτουν τις ιδιαίτερες χωροχρονικές συνθήκες που επικρατούν, ένα ευδιάκριτο σκηνικό που περικλείει τη δράση. Επίσης, παρότι δεν υπάρχει σχετική σήμανση, οι διακειμενικές αναφορές είναι αρκετές, η πιο εμφανής είναι εκείνη στο Πέδρο Πάραμο το μοναδικό αριστούργημα του Χουάν Ρούλφο με την κατάβαση στον κόσμο των νεκρών για την υλοποίηση μιας υπόσχεσης.

Η, ποικιλοτρόπως παρούσα, ένταξη της συγγραφής ως συστατικό της πλοκής επιτρέπει στον στοχασμό να εισχωρήσει ανάμεσα στις γραμμές. Η γειτνίαση σε μια απρόσωπη μεγαλούπολη, η αδυναμία ενός ζευγαριού να τεκνοποιήσει, η ευνουχιστική γονεϊκή υπερπροστατευτικότητα, η ψυχική νόσος, η αναπόφευκτη έλευση του γήρατος ως προπορευόμενο τάγμα του θανάτου, μερικά μεταξύ άλλων. Ο Χρηστίδης, χωρίς να γίνεται διδακτικός ή να προδίδει την ιστορία του, κολυμπάει ανάμεσα σε μικρότερα ή μεγαλύτερα ερωτήματα της ανθρώπινης ύπαρξης, προσθέτοντας, και με αυτό τον τρόπο, το επαρκές και απαραίτητο συναίσθημα στη φαινομενικά εγκεφαλική αυτή κατασκευή, χωρίς να το βιάσει και να το καθοδηγήσει. Τέλος, σημαντικό και άξιο αναφοράς προτέρημα του μυθιστορήματος αυτού είναι η οικονομία, η πειθαρχία, απότοκο ίσως και της καλής επιμέλειας, στη γραφή, η αποφυγή της χαλάρωσης και του περιττού.

Η Αυγή άνετα θα έμπαινε στη λίστα με τα καλύτερα ελληνικά βιβλία που διάβασα το '23.

υγ. Για το αριστουργηματικό Πέδρο Πάραμο, περισσότερα θα βρείτε εδώ. Για τα ελληνικά βιβλία που ξεχώρισα για τη χρονιά που πέρασε, εδώ.

Εκδόσεις Κίχλη

Δευτέρα 19 Φεβρουαρίου 2024

Η τελευταία αρκούδα του δάσους - Άκης Παπαντώνης

Ο Καρυότυπος έσκασε από το πουθενά, ένα έξοχο πρωτόλειο, σφιχτοδεμένο και στυλιζαρισμένο με μαστοριά, παρότι στο όριο της εγκεφαλικής κατασκευής. Ιδιαίτερα το πρώτο κεφάλαιο θα μπορούσε άνετα να σταθεί ως αυτόνομο και υποδειγματικό μικροδιήγημα. Για το Ρηχό νερό, σκιές είχα προσδοκίες πια, μαχαίρι δίκοπο, δεν ένιωσα τον ίδιο ενθουσιασμό, όμως μου άρεσε πολύ· ο Παπαντώνης πέρασε δικαιωματικά στο γκρουπ των συγγραφέων εκείνων που περιμένω με ενδιαφέρον το επόμενο βήμα τους. Ακολούθησε μια συλλογή ποίησης, παράλληλα με κάποιες μεταφραστικές δουλειές, που φανέρωσαν ένα πολυσχιδές υποκείμενο γραφής, αν προσθέσει κανείς και την σποραδική του παρουσία στην κριτική. Λίγο πριν από τα τέλη του '23 κυκλοφόρησε η νουβέλα αυτή, με τον έξοχο τίτλο Η τελευταία αρκούδα του δάσους, πάντοτε από τις εκδόσεις Κίχλη.

Τα ορφανά του Τσαουσέσκου, η έκρηξη στο πυρηνικό εργοστάσιο του Τσερνόμπιλ και τώρα η φρικώδης Σφαγή της Σρεμπρένιτσα, με τη συμμετοχή Ελλήνων εθνικιστών στο πλευρό του σερβικού στρατού, μια ακόμα σελίδα ανθρώπινης ντροπής. Και εδώ, ο Παπαντώνης χρησιμοποιεί ως άξονα περιστροφής ένα ιστορικό συμβάν, επιλογή που λειτουργεί, μεταξύ άλλων, ως ευδιάκριτο προσωπικό νήμα που ενώνει τα τρία βιβλία μεταξύ τους, το παρελθόν που ρίχνει τη σκιά του. Ωστόσο, τα βιβλία του αρκετά απέχουν από το να ενταχθούν στην κατηγορία του ιστορικού μυθιστορήματος, αφού ο συγγραφέας τα χρησιμοποιεί περισσότερο ως χωροχρονικές μεταβλητές ώστε να διηγηθεί μικροϊστορίες που έλαβαν χώρα στα απόνερα των συμβάντων αυτών.

Πρωτοπρόσωπος αφηγητής εδώ είναι ο Θοδωρής, απόφοιτος του τμήματος χημείας, που ζει και εργάζεται στη Γερμανία. Ο αδερφός του, ο Νίκος, που αργότερα άλλαξε το όνομά του σε Νικηφόρος, μεγαλύτερος σε ηλικία, υπήρξε μια καθοριστικής σημασίας παρουσία στη ζωή τού Θοδωρή, μια αναπλήρωση της πατρικής φιγούρας που απουσίαζε από τα λίγα πρώτα του χρόνια, απουσία καλυμμένη με σιωπή και μυστήριο, η μητέρα ποτέ δεν αναφερόταν σε αυτόν, έχοντας φροντίσει να απομακρύνει τις όποιες φωτογραφίες του από το σαλόνι του σπιτιού. Αυτή είναι η ιστορία της διπλής ενηλικίωσης των δύο αδερφών.

Ο Παπαντώνης χωρίζει τη νουβέλα του σε τριάντα τέσσερα μικρά κεφάλαια, που σε κάθε ένα προηγείται κάποια επεξεργασμένη μαρτυρία αλιευμένη από τα πρακτικά του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου για την Πρώην Γιουγκοσλαβία, ενώ το παρελθόν ξεδιπλώνεται ωσότου φτάσει στον παροντικό αφηγηματικό χρόνο. Ο Θοδωρής προσπαθεί να κρύψει ή να κυριαρχήσει επί του συναισθήματός του, όχι για να θεωρηθεί αντικειμενικός, καθόλου δεν τον νοιάζει κάτι τέτοιο, αλλά για να καταφέρει να φτάσει ως το τέλος, όταν όλα τα κομμάτια του παζλ θα είναι στη θέση τους, παρότι τα ερωτήματά του θα έχουν μείνει στη μεγάλη πλειοψηφία τους αναπάντητα, αποσκευή την οποία θα συνεχίσει να κουβαλά και μετά την τελευταία τελεία στο κείμενο αυτό. Στη νουβέλα αυτή, ο Παπαντώνης διαχειρίζεται γλωσσικά και υφολογικά καλύτερα το συναισθηματικό κομμάτι της ιστορίας του πετυχαίνοντας να αφήσει πίσω του την αγωνία και τη θέληση για ένα όσο το δυνατόν πιο αποστειρωμένο και λογοτεχνικά άρτιο περιβάλλον δράσης των υποκειμένων, δίνοντας την ευκαιρία στον Θοδωρή να αναπνεύσει, έστω και ασθματικά υπό το βάρος των γεγονότων.

Αυτό συμβαίνει χωρίς το κείμενο να απολύει τη γνώριμη και επιθυμητή οικονομία λόγου και μέσων, κάθε λέξη και κάθε απόφαση μοιάζει καλά προσχεδιασμένη μέχρι την τελευταία στιγμή, πριν η νουβέλα φύγει για το τυπογραφείο. Η διαχείριση του συναισθήματος αποδεικνύεται το πλέον ξεκάθαρο επόμενο συγγραφικό βήμα του Παπαντώνη, χωρίς να χάνεται το προσωπικό στίγμα που χαρακτηρίζει τη γραφή του. Κατά τα άλλα, όλες οι υπόλοιπες συγγραφικές αρετές, τεχνικής και ταλέντου, εμφανίζονται και εδώ: σφιχτοδεμένη πλοκή, καθαρή και οξυδερκής ματιά, άρτιο στήσιμο χαρακτήρων, πρωτευόντων και δευτερευόντων, ακόμα και απόντων, ο υπαινιγμός, οι μικρές λεπτομέρειες, οι επαρκώς χωνεμένες επιρροές, η λειτουργική χρήση των ιστορικών γεγονότων, της ανάμνησης και της συγχρονίας, καλή πρόζα, μεταξύ άλλων.

Η αφήγηση του Θοδωρή διέρχεται από τρεις δεκαετίες. Παρά το μικρό μέγεθος της νουβέλας, η διέλευση αυτή χαρακτηρίζεται από μια πληρότητα, ικανή να φωτίσει και να νοηματοδοτήσει τα γεγονότα της προσωπικής ιστορίας των δύο αδελφών, παρότι μεγάλο μέρος τους συνέβη σε σκοτεινά και αναπάντητα εδάφη, όχι μόνο για τον αναγνώστη αλλά και για τον αφηγητή, που κάθε άλλο παρά παντογνώστης είναι. Ο Παπαντώνης ανασύρει διάφορα, λιγότερο ή περισσότερο, σημαντικά και γνωστά στον αναγνώστη γεγονότα, όπως οι σχολικές καταλήψεις του '90, η υπόγεια άνθιση της ακροδεξιάς, ο επαγγελματικός αθλητισμός ως εκκολαπτήριο στρατών και τα πάσης φύσεως πατριωτικά συλλαλητήρια. Δεν εγκλωβίζεται στο ιστορικό και κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο, δεν επιχειρεί να εξηγήσει και να αναλύσει, δεν τον ενδιαφέρει κάτι τέτοιο. Έχει μια δυνατή ιστορία να αφηγηθεί και το κάνει, παράγει καθαρή και καλή λογοτεχνία, αυτό είναι, άλλωστε, το ευκταίο ζητούμενο. Υποψιάζομαι πως η επιμέλεια, σε συνδυασμό με τη συγγραφική επιμονή, έπαιξε σημαντικό ρόλο σε αυτό το αποτέλεσμα, που αφήνει, παρά τις χαραμάδες στις οποίες παραπάνω αναφέρθηκα, την αίσθηση πως κάθε τι είναι τοποθετημένο με τον σωστό τρόπο στη σωστή θέση. Ίσως να έχω μια ένσταση για τις μαρτυρίες που προηγούνται των κεφαλαίων, δεν είμαι σίγουρος πως αντιλήφθηκα την ενδοκειμενική  λειτουργικότητά τους, γι' αυτό και στη δεύτερη ανάγνωση τις απέφυγα. Μια λεπτομέρεια που ωστόσο δεν αποδεικνύεται καθοριστική για την αναγνωστική πρόσληψη του έργου.

Εκείνο που περισσότερο απ' όλα διαμόρφωσε το αναγνωστικό μου συναίσθημα και συνεχίζει, μέρες μετά το τέλος της ανάγνωσης να με απασχολεί, πέρα από τις πιο αντικειμενικές και ευδιάκριτες λογοτεχνικές αρετές της νουβέλας, ήταν η γειτνίαση με το κακό, ο υποκειμενικός και συναισθηματικά έντονος χαρακτήρας της σχέσης του Θοδωρή με τον αδερφό του, δύο κόσμοι με κοινή αφετηρία και διαφορετική πορεία, η μανιασμένη απόπειρα για κατανόηση και δικαιολόγηση πραγμάτων που αν συνέβαιναν λίγο πιο εκεί τότε με ευκολία θα τα καταδικάζαμε, βλέπετε, κάποιος που αγαπάμε και θα θέλαμε να αποτελεί ένα πρότυπο για εμάς δεν μπορεί να είναι κακός, όσο και αν η λογική κρούει επίμονα και μανιασμένα το καμπανάκι. Αλλά και η ευθύνη που ένας δεσμός αίματος γεννά, το βάρος και η ενοχή που επιμερίζονται δικαίως και αδίκως, λερώνοντας. Γιατί μπορεί να είναι καθαρό πως ο Νικηφόρος είναι ένας αποκρουστικός χαρακτήρας (θυμήθηκα έντονα το βιβλίο του Γκαρλίνι, Ο νόμος του μίσους), που κανέναν λόγο δεν έχουμε να συμπαθήσουμε ή να συναισθανθούμε, ούτε καν να επιχειρήσουμε να καταλάβουμε και να δικαιολογήσουμε τα έργα και τις μέρες του, αλλά ο Θοδωρής, φταίει, και αν ναι, πόσο και σε τι άραγε;

Η τελευταία αρκούδα του δάσους είναι ένα καλό βιβλίο· ας προστεθεί έστω και καθυστερημένα ανάμεσα στα καλά ελληνικά βιβλία που εκδόθηκαν την περσινή χρονιά.

υγ. Για τον Καρυότυπο περισσότερα θα βρείτε εδώ, για το Ρηχό νερό, σκιές εδώ. Για το αποκρουστικά γοητευτικό μυθιστόρημα του Γκαρλίνι, Ο νόμος του μίσους εδώ, ενώ για το Ανατολικά της δύσης, τη συλλογή διηγημάτων του Βούλγαρου Μίροσλαβ Πένκοφ σε μετάφραση Παπαντώνη, εδώ.

Εκδόσεις Κίχλη

Πέμπτη 16 Μαρτίου 2023

Τι ντροπή - Paulina Flores

Παραλίγο δεν θα διάβαζα το βιβλίο αυτό. Όταν κυκλοφόρησε, σημείωσα κάπου στο μυαλό μου πως θα ήθελα να διαβάσω τα διηγήματα της γεννημένης το 1988 Χιλιανής, αλλά ξέρετε τώρα πώς (δεν) λειτουργεί το μυαλό, αλλά ας μην το αδικώ, είναι τόσες πολλές οι παρόμοιες σημειώσεις με το οποίο το βαρυφορτώνω διαρκώς. Ωστόσο, πριν από κάποιους μήνες το θυμήθηκα κάνοντας μια λίστα αγοράς σ' ένα νέο υπέροχο βιβλιοπωλείο –αυτό εδώ– στο κέντρο της Αθήνας. Λίστα-ποδαρικό. Βασικά θυμήθηκα τη συζήτηση που είχα με τη Λ. όταν κυκλοφόρησαν τα διηγήματα της Φλόρες. Με τη Λ. μοιραζόμαστε το αναγνωστικό πάθος για τη γυναικεία λογοτεχνία από τη Λατινική Αμερική. Ομολογώ πως εκείνη κάνει περισσότερα για να ικανοποιήσει αυτό το πάθος, ξεψαχνίζει λίστες, κοιτάζει με επιφύλαξη βραβεία, φροντίζει να διαβάζει και στα αγγλικά νιώθοντας ανυπόμονη και έχοντας περιορισμένη εμπιστοσύνη για τα αντανακλαστικά του εγχώριου κυκλώματος παραγωγής βιβλίων. Πριν σημειώσω το Τι ντροπή στα προσεχώς, τη ρώτησα. Μου επιβεβαίωσε πως καλά θα έκανα να το διαβάσω. Έτσι έγινε και, παρά τα πήγαινε έλα, έφτασε η στιγμή. Ποτέ δεν είναι αργά.

Το ομώνυμο της συλλογής διήγημα απέσπασε το βραβείο Ρομπέρτο Μπολάνιο, λες και δεν αρκούσε η κοινή καταγωγή με το λογοτεχνικό αυτό τέρας για να φορτώσει με βάρος προσδοκιών οποιοδήποτε γραπτό παράγει και εξάγει η Χιλή, άρα και το Τι ντροπή. Τουλάχιστον, εκείνο που χαρακτηρίζει το έργο του Μπολάνιο είναι η οξυδέρκεια με την οποία αντιλαμβάνεται τον κόσμο γύρω του, το λίγο φως και το αρκετό σκοτάδι που τον συνθέτει, το καταφύγιο που αναζητά στη λογοτεχνία, όχι για να αποκοπεί αλλά για να αντέξει, γεγονός που καθιστά το έργο του συλλογικό τόσο ως πρόσληψη όσο και ως επιρροή. Δηλαδή, θέλω να πω, δεν είναι απλό να ισχυριστεί κάποιος πως ένας συγγραφέας, η Φλόρες εν προκειμένω, αντιγράφει τον Μπολάνιο, αν με αυτή την κατηγορία εννοεί την αντιθετική αποτύπωση του κόσμου τριγύρω, την ποιητικότητα του ζόφου που ολοένα μας κυκλώνει και εντός του οποίου πρέπει να βρούμε νόημα και κίνητρο, ιδανικά χαρά και ικανοποίηση. Μάλλον, περί μονόδρομου πρόκειται.

Τα διηγήματα, που ως είδος δεν είναι του γούστου μου, στη συλλογή αυτή είναι ταυτόχρονα πολυσέλιδα και αρκούντως σφιχτοδεμένα, αυτάρκη νησιά που συνθέτουν ένα σύμπλεγμα με κοινά χαρακτηριστικά αλλά και ευδιάκριτες κατά τόπους ιδιαιτερότητες, με το δικό τους μικροκλίμα δηλαδή, όπως μια καλή συλλογή διηγημάτων απαιτεί και το Τι ντροπή είναι μια καλή συλλογή διηγημάτων, πολύ καλή για την ακρίβεια του χαρακτηρισμού. Η Φλόρες πετυχαίνει κάτι δύσκολο –και σπάνιο–, τα διηγήματα μοιάζουν να είναι μέρος μιας μεγαλύτερης αφήγησης, σαν η ιστορία να μην αρχίζει και τελειώνει στα όρια της αφήγησης αλλά να προηγείται και να συνεχίζει αυτών. Υποδειγματικός –και– ως προς αυτό υπήρξε ο Κάρβερ, στα στιγμιότυπα από τη ζωή των χαρακτήρων του. Ο κόσμος εντός του οποίου διαδραματίζονται τα διηγήματα είναι κοινός και αναγνωρίσιμος, αποτελεί τον εμφανή και κύριο ιστό που συνέχει τη συλλογή, την ώρα που η συγγραφέας δοκιμάζει διάφορες γωνίες λήψεις, σε μια απέλπιδα, θαρρείς, προσπάθεια να εντοπίσει κάπου μέσα στον ζόφο κάποια στοιχεία οξυγόνου. Δοκιμάζει τόσο την πρωτοπρόσωπη όσο και την τριτοπρόσωπη αφήγηση, να δει απέξω ως παντογνώστρια την ιστορία, να δει από μέσα, να γευτεί την ταύτιση με τους χαρακτήρες της, να δει πώς λειτουργεί η ενσυναίσθηση.

Αν έπρεπε να ξεχωρίσω μια αρετή στη γραφή της Φλόρες θα ήταν αυτή ακριβώς η διάθεσή της να εξερευνήσει την ανθρώπινη κατάσταση υπό τις υπάρχουσες συνθήκες διαβίωσης, γεγονός που μετατρέπει την παραγωγή λογοτεχνίας σε μια πράξη υψίστης προσωπικής υπόθεσης. Η Φλόρες γράφει για πρόσωπα και καταστάσεις που την αφορούν. Αυτή η ιδιότυπη περιέργεια είναι που δίνει στα διηγήματα τον απαραίτητο ρεαλισμό ώστε να σταθούν και να συνομιλήσουν με την εμπειρία του αναγνώστη, ενώ τα απαλλάσσει από τον διδακτισμό εκείνου που –νομίζει πως– τα ξέρει όλα και δεν διαθέτει την παραμικρή αμφιβολία περί αυτού. Τα διηγήματα της Φλόρες δεν θα αλλάξουν τον ρου της παγκόσμιας γραμματείας, ούτε θα προσφέρουν μια καινούρια οπτική παρατήρησης του κόσμου. Όμως, ούτε το ένα ούτε το άλλο δεν αποτέλεσαν, καμία στιγμή, συστατικό των προγραμματικών δηλώσεων της δημιουργού. Τα διηγήματα της Φλόρες πετυχαίνουν να συνδυάσουν την τεχνική αρτιότητα με τη συγχρονία, το εγκεφαλικό με το συναισθηματικό, δεν χειραγωγούν ούτε εκβιάζουν το συναίσθημα, δεν καπηλεύονται τον ανθρώπινο πόνο ούτε τον υποτιμούν, είναι δείγμα καλής λογοτεχνίας.

Η συλλογή δεν πάσχει από ένα σύνηθες νόσημα, εκείνο που ξεχωρίζει ένα ή δύο διηγήματα από τα υπόλοιπα της συλλογής, αφήνοντας μια αίσθηση άνισου στον αναγνώστη, καθώς νιώθει πως τα υπόλοιπα διηγήματα χρησιμοποιήθηκαν μόνο ως γέμιση. Εντούτοις, προσωπικό αγαπημένο, ίσως γιατί έδειξε μια πρόθεση πειραματισμού και εξόδου από την πεπατημένη, ήταν το ενενηντασέλιδο Είμαι τυχερή που κλείνει τη συλλογή και προϊδεάζει τον αναγνώστη για ένα πιθανό βήμα στη μεγάλη φόρμα κάποια στιγμή. Το Τι ντροπή παραμένει ακόμα, από το 2015 που κυκλοφόρησε, το μοναδικό της έργο. Ξέρω πως η Λ. θα έχει τον νου της.

Μετάφραση Ματθίλδη Σίμχα
Εκδόσεις Κίχλη

Πέμπτη 11 Νοεμβρίου 2021

Το παιχνίδι της Άγρας - Θεόδωρος Εσπίριτου

Το τρένο, σταθμευμένο εκατό μέτρα περίπου μακριά από τον σταθμό, σήμανε την εκκίνηση του στις πέντε το απόγευμα με ένα διαπεραστικό σφύριγμα, ενώ μια φωνή από τα μεγάφωνα προειδοποιούσε τον κόσμο να απομακρυνθεί από την άκρη της αποβάθρας. Με έναν οξύ μεταλλικό ήχο σταμάτησε μπροστά στον σταθμό. Σπρώχνοντας ο ένας τον άλλο, όρμησαν να χωθούν πρώτοι στα βαγόνια εκείνοι που είχαν εισιτήριο χωρίς θέση, ελπίζοντας πως θα έβρισκαν κάπου να καθίσουν.

Ο σαρανταπεντάχρονος Κρίστοφερ Μάρλοου, ερευνητής της Υπηρεσίας Εξιχνίασης Σκοτεινών Υποθέσεων, περίμενε υπομονετικά τη σειρά του για να επιβιβαστεί και αναρωτιόταν πού να πήγαινε άραγε όλος αυτός ο κόσμος, πού να είχε εναποθέσει τα ταπεινά όνειρά του. Ο ίδιος δεν βιαζόταν να πάει πουθενά, το αντίθετο μάλιστα· θα προτιμούσε να τον ξεχάσουν για πάντα εκεί, στο παγκάκι της αποβάθρας· να ξεχάσει ακόμα και ο ίδιος την ύπαρξή του· οι εποχές να περνούν σαν ταινία από μπροστά του, ο κόσμος να αλλάζει χρώματα ‒πράσινο, κίτρινο, άσπρο‒ κι εκείνος να κοιτάζει, απλώς να κοιτάζει, χωρίς μνήμη, χωρίς προσδοκία.

Η απώλεια της συντρόφου του, νωρίτερα μέσα στον χειμώνα, βύθισε τον Μάρλοου στο πένθος. Τέλη Ιουλίου και ετοιμάζεται να επιβιβαστεί στο τρένο που τώρα εισέρχεται στον σταθμό, με προορισμό την Άγρα, έχοντας πρώτα ζητήσει και λάβει άδεια από την υπηρεσία του, ακολουθώντας ένα παράξενο αίτημα για βοήθεια, από κάποιον ανώνυμο αποστολέα, που φρόντισε ωστόσο να περικλείσει στον φάκελο ένα εισιτήριο τρίτης θέσης με τη συγκεκριμένη αμαξοστοιχία, ζητώντας του απλώς να επιβιβαστεί και να περιμένει. Μ' ένα σωρό ερωτήματα ήδη να τον απασχολούν, ο ερευνητής Μάρλοου βρίσκει τη θέση του και κάθεται, παρέα με τους υπόλοιπους συνεπιβάτες του  στο κουπέ, προσπαθώντας να διακρίνει κάποιο στοιχείο. Έτσι ξεκινάει αυτή η ιστορία. 

Ο Θεόδωρος Εσπίριτου, με τις θεατρικές καταβολές, στην πρώτη του λογοτεχνική απόπειρα αποφασίζει να αφηγηθεί μια δυστοπική ιστορία μυστηρίου, που λαμβάνει χώρα κάποια στιγμή, στο όχι και τόσο μακρινό μέλλον, σε μια γνώριμη μα φανταστική χώρα. Από την πρώτη κιόλας σελίδα ο συγγραφέας πετυχαίνει να καλλιεργήσει ένα αίσθημα αγωνίας στηριζόμενος στην πλήρη άγνοια του Μάρλοου, και κατ' επέκταση και του αναγνώστη, για το πού πρόκειται να μπλέξει, συναίσθημα που συντροφεύει την ανάγνωση ως το τέλος. Κατασκευάζει τον μελλοντικό αυτό κόσμο με υλικά γνώριμα, όπως και την ίδια την αφήγηση, πετυχαίνοντας ωστόσο να τα οικειοποιηθεί σε μεγάλο βαθμό. Χτίζει την πλοκή με βήματα σταθερά, δεν βιάζεται αλλά ούτε και πλατιάζει, επιμένει στην ατμόσφαιρα μυστηρίου, τοποθετεί στη σκηνή έγκαιρα, έστω και όχι σε πρώτο πλάνο, τα στοιχεία εκείνα που θα χρειαστεί παρακάτω, τα κομμάτια του παζλ, χειρίζεται τις ανατροπές αλλά και τη δράση με σύνεση, δεν αναλώνεται αποκλειστικά στην καλλιέργεια σασπένς και δεν του διαφεύγει η παραβολική διάσταση της ιστορίας, που καθιστά την πλοκή αλλά και τα πρόσωπα ως ένα βαθμό προσχηματικά, κάτι που είναι απαραίτητο ώστε να αναδυθούν στην επιφάνεια του κειμένου οι ιδέες, αλλά και οι συνδέσεις με την πραγματικότητα, με αυτό που συμβαίνει ή είναι πιθανό να συμβεί. Άλλωστε εκεί βρίσκεται ο πραγματικός εφιάλτης στη δυστοπική λογοτεχνία στην οποία Το παιχνίδι της Άγρας ανήκει. Η καχυποψία του Μάρλοου απέναντι στους άλλους, αλλά και τον ίδιο του τον εαυτό, είναι το συστατικό κλειδί, η διαρκής αμφιβολία για το τι είναι αλήθεια και τι όχι, για το ποιον μπορεί να εμπιστευθεί κανείς, ποια αφήγηση. Η καχυποψία ανάγεται σε κοινό τόπο για τον αναγνώστη και τον πρωταγωνιστή της ιστορίας, ο Εσπίριτου τον αναδεικνύει με οξυδέρκεια και τον διαχειρίζεται κατάλληλα, δημιουργώντας έναν συνδετικό κρίκο ανάμεσα στη πραγματικότητα και τη μυθοπλασία.

Η τριτοπρόσωπη αφήγηση κινείται σ' ένα ασφαλές μονοπάτι, χωρίς διάθεση για ιδιαίτερους πειραματισμούς, που μάλλον θα παραφόρτωναν παρά θα εξυπηρετούσαν το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα. Ο Εσπίριτου δεν εγκλωβίζεται στη θεατρική γραφή, η αφήγηση σε καμία περίπτωση δεν μοιάζει με διαδοχή σκηνοθετικών οδηγιών, τη στιγμή που οι διάλογοι ξεχωρίζουν για τη φυσικότητά τους. Ονομάζει τον ερευνητή του Κρίστοφερ Μάρλοου, γεγονός που παραπέμπει όχι μόνο στον Κρίστοφερ Μάρλοου, τον κατά πολλούς σπουδαιότερο πρόδρομο του Σαίξπηρ, αλλά και στον Φίλιπ Μάρλοου, έναν από τους γνωστότερους και πλέον αντιηρωικούς ερευνητές της λογοτεχνίας. Περισσότερο από φόρος τιμής, η επιλογή αυτή στα μάτια μου αποτελεί μια δήλωση προθέσεων από μεριάς δημιουργού. Κάτι αντίστοιχο δείχνει και η επιλογή του τρένου, σύμβολο του μοντερνισμού αλλά ταυτόχρονα συνυφασμένο και ως σκηνικό δράσης αρκετών ιστοριών μυστηρίου, τη στιγμή που το συγκεκριμένο τρένο περισσότερο ταιριάζει στην περίοδο του μεσοπολέμου, παρά στο εγγύς μέλλον και τις τεχνολογικές υποσχέσεις που το συντροφεύουν.

Το παιχνίδι της Άγρας, που για καιρό ανέβαλλα να διαβάσω, αποτελεί μια σύνθεση ειδών και τεχνικών, σ' ένα ιδιαιτέρως πετυχημένο τελικό αποτέλεσμα, μια πραγματικά ευχάριστη έκπληξη. Μια σκοτεινή ιστορία σ' ένα δυστοπικό περιβάλλον, που κρατάει αμείωτο το αναγνωστικό ενδιαφέρον και, ανάμεσα σε άλλα, μου υπενθύμισε πόσο αγαπώ την Ιωάννα Μπουραζοπούλου και πόσο θέλω να δω κάποια στιγμή ξανά το Europa του Λαρς Φον Τρίερ.    

Εκδόσεις Κίχλη

Πέμπτη 14 Ιανουαρίου 2021

Ηθικές επιστήμες - Martín Kohan

Το περίμενα το βιβλίο αυτό, το περίμενα καιρό, επτά χρόνια τουλάχιστον, μπορεί και οχτώ, και δεν επεδίωξα να αναζητήσω άλλες πληροφορίες σχετικά με αυτό πέραν του παράδοξου τίτλου του, Ciencias morales, του ονόματος του συγγραφέα, Μαρτίν Κόαν, και της χώρας προέλευσης, Αργεντινή, καθώς ήταν αρκετή και μόνο η αναφορά σε αυτό εκ μέρους της Έφης Γιαννοπούλου, όταν σε κάποια συνέντευξη σ' ένα αργεντίνικο μπλογκ, της ζήτησαν να ξεχωρίσει κάποιες από τις μεταφράσεις της και εκείνη, δίπλα σε αγαπημένα ονόματα συγγραφέων, όπως ο Μαρίας ή ο Πάουλς για παράδειγμα, πρόσθεσε και αυτό. Δεν επεδίωξα να αναζητήσω άλλες πληροφορίες σχετικά με αυτό, ίσως από οκνηρία, θα ισχυριστεί κανείς, ίσως όμως και επειδή υποσυνείδητα ήθελα να αποφύγω την περαιτέρω σκιαγράφηση του ήδη σχηματισμένου ορίζοντα προσδοκιών, γιατί, συμβαίνει συχνά, σχεδόν πάντα δηλαδή, οι προσδοκίες, αυθαίρετες και υποκειμενικές, να υπονομεύσουν την ανάγνωση που θα ακολουθήσει. 

Ο πατέρας εξαφανίστηκε πριν από κάποια χρόνια. Η οικογένεια Κορνέχο ζει τώρα πια σ' ένα προάστιο του Μπουένος Άιρες. Ο γιος, Φρανσίσκο, επιστρατεύτηκε. Η μητέρα, όλο αγωνία, έχει συνεχώς την προσοχή της στραμμένη στα νέα που μεταδίδει το ραδιόφωνο και η τηλεόραση, οι λακωνικές κάρτες που φτάνουν με το ταχυδρομείο δεν αρκούν για να την ηρεμήσουν, ούτε τα σύντομα τηλεφωνήματα του γιου της, των οποίων τη διάρκεια εκμεταλλεύεται για να φορτώσει τον Φρανσίσκο με τις γνώριμες μητρικές έγνοιες· να ντύνεται, να τρώει, να προσέχει. Την ίδια στιγμή η κόρη, Μαρία Τερέσα, που στο σπίτι τη φωνάζουν Μαρίτα, βρίσκει δουλειά ως επιμελήτρια στο Εθνικό Κολέγιο του Μπουένος Άιρες, που κάποτε, όχι πολλά χρόνια πριν, ήταν κολέγιο αρρένων. Η καθημερινότητα στο κολέγιο διέπεται από αυστηρή πειθαρχία, η παραμικρή λεπτομέρεια υπόκειται σε κάποιο άρθρο του κανονισμού και δουλειά των επιμελητών είναι η διασφάλιση της τήρησής του από πλευράς μαθητών, από την οποία εξαρτάται η διατήρηση της φήμης του κολεγίου, με το λαμπρό παρελθόν και τους σπουδαίους αποφοίτους. Προϊστάμενος των επιμελητών είναι ο κύριος Μπιασούττο, που χαίρει της εκτίμησης της διεύθυνσης και των αρχών, τόσο για τον άμεμπτο χαρακτήρα του όσο και για τη συνεισφορά του στη σύνταξη των περιβόητων μαύρων λιστών κατά το πρόσφατο παρελθόν.

Οι Ηθικές επιστήμες είναι ένα πολιτικό μυθιστόρημα. Η επιλογή του Κόαν να προτάξει αφηγηματικά την καθημερινότητα της Μαρία Τερέσα στο κολέγιο είναι ευφυής και απόλυτα λειτουργική ως προς την πραγματική στόχευση του μυθιστορήματος. Η αναλογία ανάμεσα στη ζωή στο κολέγιο και την Αργεντινή κατά τη δεδομένη χρονική στιγμή, καίτοι δεν δείχνεται ευθέως, είναι προφανής. Ο φόβος και η απόλυτη υποταγή στον νόμο κυριαρχούν, η εικόνα της απόλυτης πειθαρχίας και της εύρυθμης λειτουργίας δείχνει να επικρατεί, όμως αυτό δεν είναι τελικά παρά η επιφάνεια της πραγματικότητας, το φαίνεσθαι. Το κολέγιο άλλο δεν αποτελεί παρά μια μικρογραφία τόσο της κοινωνίας όσο και του στρατού στον οποίο ο αδερφός της υπηρετεί. Η ιστορία της Μαρία Τερέσα στο κολέγιο αποτελεί τη βιτρίνα του μυθιστορήματος, την οποία με περισσή φροντίδα επιμελείται ο συγγραφέας για να δελεάσει τον αναγνώστη ώστε να προχωρήσει στο εσωτερικό. Το εύρημα αυτό ο συγγραφέας το υποστηρίζει απόλυτα με την υπονομευτική σοβαρότητα της γλώσσας που χρησιμοποιεί. Και είναι υπονομευτική η γλώσσα του αφηγητή γιατί παραμένει άτεγκτη και ψυχρή σε πλήρη αντίστιξη με τα όσα περιγράφει, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα την παρουσία της επιμελήτριας κρυμμένης στις τουαλέτες των αγοριών στην προσπάθειά της να πιάσει επ' αυτοφώρω τυχόν επίδοξους καπνιστές, περιστατικό το οποίο θα μπορούσε να είναι κωμικό, όμως δεν είναι, όχι μόνο τουλάχιστον, αλλά μοιάζει με τέτοιο εξαιτίας της γλώσσας αλλά και των λεπτομερειών που υποσκάπτουν τη σοβαρότητα με την οποία η Μαρία Τερέσα ασκεί το καθήκον της επιθυμώντας να ευχαριστήσει τους ανωτέρους της. Η στεγνή και κάπως παλιακή γλώσσα, αλλά και η συναισθηματική απόσταση του παντογνώστη αφηγητή από την ιστορία, δημιουργούν μια ιλαροτραγική ατμόσφαιρα, λειτουργώντας ως ευθύ πολιτικό σχόλιο απέναντι στο καθεστώς των στρατιωτικών. Κατά την ανάγνωση σκεφτόμουν πως αν έπρεπε να εντοπίσει κανείς τον παντογνώστη αφηγητή ανάμεσα στους χαρακτήρες της ιστορίας, τότε αυτός δεν θα ήταν άλλος από τον Φρανσίσκο, και αυτό γιατί εκείνος βιώνει με απόλυτη επίγνωση της αναλωσιμότητάς του την παρουσία του στον στρατό και την επικείμενη μάχη, χωρίς να δελεάζεται στιγμή από τη φαινομενική και μόνο ισχύ που η θέση του του προσφέρει ή την πιθανή δόξα μιας πράξης ηρωικής, μάρτυρας καθώς είναι μιας κατάστασης παράλογης και τραγικής .

Είναι ο τρόπος με τον οποίο ο Κόαν επιλέγει να αφηγηθεί την ιστορία της Αργεντινής λίγο πριν τον Πόλεμο των Φώκλαντ που κάνει το μυθιστόρημα αυτό ξεχωριστό, ενώ την ίδια στιγμή του επιτρέπει να αποτινάξει από πάνω του τους χωροχρονικούς περιορισμούς στους οποίους η αφήγησή του υπόκειται, καθιστώντας την ιστορία αυτή οικεία στον αναγνώστη ακόμα και μακριά από την Αργεντινή. Ο Κόαν καταφεύγει στον σαρκασμό για να αποτυπώσει την οδυνηρή και σκληρή περίοδο της στρατιωτικής δικτατορίας που τελείωσε με την ήττα των Αργεντινών στα Φώκλαντ, το κάνει αυτό, όμως, με ακρίβεια και προσοχή καθώς διαπραγματεύεται ένα τραυματικό και επώδυνο συλλογικό βίωμα, με τις ισορροπίες να είναι λεπτές.

Η μετάφραση της Έφης Γιαννοπούλου και η προσεχτική γλωσσική επιμέλεια αναδεικνύουν το υπέροχο αυτό μυθιστόρημα.

Μετάφραση Έφη Γιαννοπούλου  
Εκδόσεις Κίχλη

Πέμπτη 26 Σεπτεμβρίου 2019

Το οριζόντιο ύψος - Αργύρης Χιόνης





Αργύρη Χιόνη δεν είχα διαβάσει ως τώρα. Αν και ήταν αρκετοί εκείνοι που με προέτρεπαν να το κάνω, θα σου αρέσει, μου έλεγαν, αλλά δεν επέμεναν, τουλάχιστον όχι εκείνοι που με ξέρουν καλά και γνωρίζουν την υπομονή μου στην επιμονή. Άλλη ιστορία αυτή όμως. Αργύρη Χιόνη δεν είχα διαβάσει, λοιπόν, ως τώρα και δεν ξέρω γιατί, όπως δεν ξέρω και γιατί διάβασα τώρα. Είναι αυτά τα παράθυρα που ανοίγει η σύμπτωση και μπαίνει το μεταφυσικό στο δωμάτιο, αν είσαι τέτοιος άνθρωπος. Αυτή κι αν είναι άλλη ιστορία.

Στις πρώτες ιστορίες απογοητεύτηκα. Κάτι άλλο περίμενα. Δεν ξέρω τι. Κάτι άλλο όμως, κάτι διαφορετικό απ' αυτό που διάβαζα. Αυτό που διάβαζα ήταν γλυκό και καλογραμμένο. Δεν ήταν όμως καθόλου του γούστου μου, η αίσθηση παραμυθιού και παραβολής δεν μου ταιριάζει, με ενοχλεί κιόλας. Ήμουν έτοιμος να το εγκαταλείψω στα μισά. Είναι κάτι που κάνω σπάνια αλλά το κάνω. Ιδιαίτερα με τα διηγήματα είναι πιο απλό. Μια φίλη λέει πως τα ποιήματα δεν παρεξηγούνται αν δεν τα διαβάσεις, για την πεζογραφία δεν είναι σίγουρη, λέει, πως ισχύει το ίδιο, τη θεωρεί πιο ματαιόδοξη. 

Και ίσως να είχα παρατήσει το οριζόντιο ύψος όντως στα μισά αν δεν ήμουν εκεί που ήμουν τη στιγμή που ήμουν, όταν η ανάγνωση ήταν μια κάποια διέξοδος απέναντι στο βάρος του χρόνου. Δεν ήταν το πιο δροσερό σπίτι, αλλά τουλάχιστον πρόσφερε σκιά, για να το θέσω κάπως πιο σχηματικά. Και τα παράθυρα είχαν μείνει ανοιχτά. 

Σημασία έχει -τελικά- πως δεν άφησα το βιβλίο στα μισά. Προχωρώντας στα πιο μέσα δωμάτια, βρήκα τη δροσιά που γύρευα, όταν οι προσδοκίες είχαν καταρρεύσει και δεν περίμενα τίποτα πια. Είναι μια ιστορία γνωστή αυτή.

Ο ανδριάντας είναι ένα εξαιρετικό διήγημα. Και μόνο για αυτό θα άξιζε να διαβάσει κανείς τη συλλογή αυτή. Αφού όμως πρώτα διαβάσει όλα τα διηγήματα μέχρι να φτάσει σε αυτό, η διαδρομή είναι απαραίτητη, για να προετοιμαστεί και να μυηθεί ο αναγνώστης στον τρόπο με τον οποίο ο Χιόνης βλέπει τον κόσμο, έναν τρόπο γλυκά λοξό, με μια γλύκα στα όρια της αφέλειας, μια γλύκα που καταφέρνει να μακιγιάρει τη μελαγχολία. Ο ανδριάντας είναι το μόνο αστικό διήγημα της συλλογής και ξεκινάει έτσι:
Στη μικρή επαρχιακή πόλη Κ. υπήρχαν μόνο δύο μνημεία. Το ένα ήταν μια στήλη από ροζ γρανίτη με, χαραγμένα πάνω της, τα ονόματα των πεσόντων κατά τον τελευταίο πόλεμο, στα οποία, επειδή δεν ήσαν αρκετά, ώστε να δικαιολογείται η τοπική υπερηφάνεια, είχαν προστεθεί και μερικά φανταστικά, που, όμως, με το πέρασμα του χρόνου και το αδυνάτισμα της μνήμης των κατοίκων, είχανε τόσο καλά αφομοιωθεί απ' τα πραγματικά, ώστε κανένας πλέον δεν ξεχώριζε τους γνήσιους ήρωες απ' τους πλαστούς. Το άλλο ήταν ο ανδριάντας ενός εθνικού ευεργέτη, που έφυγε, παιδί ακόμη, από την πόλη Κ. και, αφού πούλησε κουλούρια, γυάλισε παπούτσια και έπλυνε πιάτα σε πλούσια μεγαλούπολη του εξωτερικού, έγινε τραπεζίτης, χωρίς όμως να ξεχάσει ποτέ τις ρίζες του. 
Η γλυκύτητα είναι κάτι στο οποίο έχω δυσανεξία. Μου μυρίζει αφέλεια και μου γεννά καχυποψία. Αυτή είναι μια ιστορία για κάποιο ντιβάνι. Παραδέχομαι όμως πως η επιμονή στη γλυκύτητα μπορεί να γλυκάνει κάποιον. Κάτι τέτοιο έπαθα, έτσι νιώθω. Και ας μην κράτησε πολύ, κράτησε τόσο ώστε να διαβάσω τον Ανδριάντα και αυτό αρκεί.

Σκεφτόμουν πως εδώ ίσως η απομάγευση να προηγείται. Εξηγώ, όπως μπορώ, και λέω: Συνήθως συμβαίνει το εξής: διαβάζεις ένα βιβλίο και αυτό το βιβλίο σε συγκλονίζει, νιώθεις πως σου αλλάζει τη ζωή, ύστερα γνωρίζεις τον συγγραφέα, δυστυχώς, παρά τον αρχικό ενθουσιασμό, σε απογοητεύει. Εδώ η απομάγευση προηγείται. Έτσι σκέφτομαι τώρα. Αν άκουγα τις ιστορίες αυτές, ακόμα και εκείνες που καθόλου δεν μου άρεσαν, να τις αφηγείται ο ίδιος στον κήπο του στην ορεινή Κορινθία, τότε θα ήταν μια διαφορετική εμπειρία. Μπορεί και όχι βέβαια.

Γυρίζοντας σπίτι αναρωτιόμουν πώς θα μου φαινόταν ο Μίσσιος σήμερα και ο Χιόνης τότε.  



Εκδόσεις Κίχλη   

Πέμπτη 4 Απριλίου 2019

Μαύρες διαθήκες - Νικήτας Σινιόσογλου






Η συντριβή του Τρίτου Ράιχ σε πολιτικό επίπεδο δεν σήμανε και τον πλήρη αφανισμό των φασιστικών ιδεών· δεν θα μπορούσε άλλωστε. Οι ιδέες έχουν υψηλή ικανότητα επιβίωσης, μια αντοχή απέναντι στις εξωτερικές συνθήκες, ανάλογη του μυαλού που τις φιλοξενεί, ακόμα και αν απαιτηθεί να μετατραπούν σε αντικείμενο απολογίας ή απάρνησης, οι ιδέες φωλιάζουν, λουφάζουν και καρτερικά προσμένουν την -έστω και ελάχιστα- κατάλληλη στιγμή. 

Ο Μάρτιν Χάιντεγκερ και ο Καρλ Σμιτ υπήρξαν οι δυο κορυφαίοι στοχαστές του Τρίτου Ράιχ, τα Μαύρα Τετράδια και το Glossarium αντίστοιχα τα ημερολόγια τους, στα οποία αποτυπώνεται η ήττα του φασισμού, η προσωρινή του ήττα κατ' εκείνους, αλλά και η συνεχιζόμενη και αμετανόητη πίστη στις ιδέες τους. Και οι δύο επιδίωξαν και διασφάλισαν τη μετά θάνατο κυκλοφορία των ημερολογίων τους. Και αυτό έχει τεράστια σημασία, καθώς δεν πρόκειται για το προσωπικό ημερολόγιο κάποιου που βρέθηκε και εκδόθηκε παρά τη θέλησή του, αλλά για ένα έργο δουλεμένο και επεξεργασμένο με συνειδητό στόχο την κυκλοφορία του, εν είδει διαθήκης. Και σε ένα περιβάλλον εχθρικό προς τις ζοφερές τους ιδέες, σε μια κοινωνικοπολιτική συγκυρία ευαίσθητη απέναντι στη φασιστική ιδεολογία υπήρξε έξυπνη και αναμενόμενη η επιλογή τους για την κυκλοφορία των δύο έργων μετά τον θάνατό τους, όταν πια θα μπορούσαν χωρίς τον φόβο κάποιου τιμήματος να διαλαλήσουν αμετανόητοι τις φασιστικές τους ιδέες, που για χρόνια τις έκρυβαν και τις καλλιεργούσαν εκεί που οι ιδέες τους νιώθουν οικεία: στο σκοτάδι.

Προφανώς και δεν μπορεί κανείς να κατατάξει το σύνολο του έργου και της σκέψης των δύο φιλοσόφων συλλήβδην στον φασιστικό λόγο. Άλλωστε αν συνέβαινε κάτι τέτοιο τότε και οι δύο θα είχαν παρέλθει σε καθεστώς λήθης και απαξίωσης εδώ και χρόνια. Και υποθέτω πως σε αυτό οφείλεται η έλξη -και η ταυτόχρονη απώθηση- που ένιωσε ο Σινιόσογλου διαβάζοντας τα πλέον προσωπικά κείμενα των δύο, τα ημερολόγια τους. Γιατί απέναντι σε ένα δυνατό μυαλό συνηθίζουμε να είμαστε πιο αυστηροί, πιο απαιτητικοί, δικαιολογούμε δυσκολότερα, αρνούμαστε, κατά κάποιον τρόπο, να παραδεχτούμε πως ένα τέτοιο μυαλό γεννάει τέτοιες σκέψεις. Και αυτή είναι η πρόκληση της αναμέτρησης με τέτοια κείμενα, η αποδόμηση των οποίων δεν είναι κάτι το απλό, και ίσως δεν είναι το ζητούμενο.

Τίθεται και απαντάται άμεσα το ηθικό ερώτημα για τη σχέση ανάμεσα στο έργο και τον δημιουργό. Ερώτημα το οποίο προσωπικά έχω συνδυάσει με τον Σελίν· το Ταξίδι στην άκρη της νύχτας το θεωρώ αριστούργημα. Ο Σινιόσογλου δεν στέκεται σχεδόν καθόλου σε αυτό, ως δεδομένο στον στοχασμό του το παραμερίζει και προχωρά σε άλλα ερωτήματα πιο θελκτικά για εκείνον: τι συμβαίνει στις ιδέες μετά τη φαινομενική τους συντριβή; πώς παρασιτεί το κακό στην εξομολόγηση ενός ανθρώπου;

Οι Μαύρες Διαθήκες χωρίζονται σε τρία μέρη. Τα δύο πρώτα είναι αφιερωμένα στα αντίστοιχα έργα του Σμιτ και του Χάιντεγκερ. Εδώ ο Σινιόσογλου με τον γνώριμο συνδυαστικό του τρόπο, γνώριμο από τον Αλλόκοτο Ελληνισμό, πλοηγείται ανάμεσα στις σελίδες των ημερολογίων, κινούμενος πότε ως ερευνητής σε βιβλιοθήκη και πότε ως δάσκαλος σε αμφιθέατρο, μην παραμελώντας ποτέ τη λογοτεχνική διάσταση της δοκιμιακής γραφής, διάσταση η οποία τον βοηθάει να αποτυπώσει στο χαρτί αυτό το ταυτόχρονα αντιθετικό συναίσθημα της έλξης και της απώθησης απέναντι στα ημερολόγια των δύο, χωρίς όμως να τον απομακρύνει από τον θεματικό του πυρήνα. Ως ερευνητής επιμένει να αναζητά κρυφές γωνιές και αδιευκρίνιστα σημεία στα δύο κείμενα, κάνοντας τις απαραίτητες διακειμενικές συνδέσεις, ενώ ως δάσκαλος επιχειρεί να καταστήσει κατανοητή τη σημασία της διερεύνησης των ορίων της ημερολογιακής γραφής.

Το τρίτο μέρος είναι το προσωπικό ημερολόγιο του Σινιόσογλου κατά τη διάρκεια της παραμονής του στη Σιγκαπούρη, όπου βρέθηκε καλεσμένος ομιλητής με θέμα τα Μαύρα Τετράδια του Χάιντεγκερ. Εδώ η λογοτεχνία κρατάει τα σκήπτρα. Ο Σινιόσογλου πετάει για τη Σιγκαπούρη χωρίς να γνωρίζει τίποτα γι' αυτό το υβριδικό κράτος, χωρίς να έχει αφιερώσει ούτε τον ελάχιστο χρόνο στην προετοιμασία του ταξιδιού, ξέροντας πως ακόμα μια φορά θα εμπιστευτεί τα πόδια του, εκείνα είναι που θα τον οδηγήσουν στο ταξίδι, εκείνα είναι που θα υπακούσουν στην περιέργεια του βλέμματος του φλανέρ. Φλανάροντας -θα έρθει η εποχή που ο διορθωτής δεν θα κοκκινίζει στη θέα τόσο του ουσιαστικού όσο και του ρήματος- στη Σιγκαπούρη, μια πόλη ακατάλληλη για άσκοπη περιδιάβαση, με τον Χάιντεγκερ στο μυαλό, ο Σινιόσογλου στοχάζεται, παρατηρεί και καταγράφει όσα προκαλούν την προσοχή του, σε έναν ιδιότυπο και εναλλακτικό ταξιδιωτικό οδηγό ενός φλανέρ που δοκιμάζει τα όρια της επιθυμίας του να νιώσει μοναξιά, να νιώσει μακριά από κάθε τι οικείο σε ένα περιβάλλον ιδανικό για κάτι τέτοιο, έχοντας στην τσάντα του τα Μαύρα Τετράδια του Χάιντεγκερ που φωνάζουν για δικαίωση.

Εκδόσεις Κίχλη 

  
        

Δευτέρα 4 Μαρτίου 2019

ρηχό νερό, σκιές - Άκης Παπαντώνης




Κατάπινε τη νυχτερινή ησυχία με κοφτές ζευγαρωτές αναπνοές, σκυφτή επάνω στο ποδήλατο· στα μισά του δρόμου που ανοιγόταν προς τα βορειοδυτικά, πέρα από τις Περιοχές 4 και 5, αντίκρισε ένα νεκρό πουλί στην άσφαλτο, ξεκοιλιασμένο, τυλιγμένο σε ένα λεπτό φιλμ βραδινής αχλής, γύρω του σκόρπια πούπουλα να ιριδίζουν και δίπλα του ένα άλλο πουλί, ολόιδιο, όρθιο, με τον λαιμό τεντωμένο· κι εκείνη πλησίαζε, έκανε πετάλι χωρίς να επιβραδύνει, χτυπούσε και ξαναχτυπούσε το κουδούνι, το όρθιο πουλί όμως δεν σάλευε, περιεργαζόταν ό,τι είχε απομείνει από τον συγγενή του με το βλέμμα (να ήταν άραγε ζευγάρι;) και ράμφιζε τον αέρα ενώ το ποδήλατο προσπερνούσε -από τη φόρα τα πούπουλα σηκώθηκαν μόλις πάνω απ' την άσφαλτο.
Τα ξημερώματα της 26ης Απριλίου 1986 εκρήγνυται ο αντιδραστήρας Νο.4 του πυρηνικού σταθμού παραγωγής ενέργειας "Β. Ι. Λένιν", γεγονός που θα καταγραφεί στη συλλογική μνήμη ως Τσερνομπιλ, με τον τόνο να ανεβοκατεβαίνει· μία μαύρη μέρα, οι παρενέργειες της οποίας ακόμα καταγράφονται, ένα περιστατικό το οποίο αντί να γεννήσει ένα απόλυτο όχι απέναντι στην πυρηνική ενέργεια οδήγησε -όχι μόνο εν μέσω ψυχρού πολέμου- τη συζήτηση στα δήθεν ελλειπή μέτρα ασφαλείας. Αυτή τη στιγμή, τη στιγμή της έκρηξης, επιλέγει ο Παπαντώνης για να θέσει το σημείο μηδέν της αφήγησής του, για να τοποθετήσει την ακίδα του διαβήτη του. Το πριν, η έκρηξη, το μετά. Το Πρίπιατ είναι η πόλη δορυφόρος του Τσερνόμπιλ. Ξεκινώντας από την 25η Απρίλη 1986, μία μέρα, λίγες ώρες για την ακρίβεια, πριν την έκρηξη, ο παντογνώστης αφηγητής θα μας διηγηθεί την ιστορία τεσσάρων οικογενειών.  

Τρεις γενιές. Το μεγάλο εμβαδόν στο παρελθόν· οι παππούδες και οι γιαγιάδες που υπέφεραν από τον μεγάλο πόλεμο, που πόνεσαν, απώλεσαν, κυνηγήθηκαν από εχθρούς και οικείους, όμως επέζησαν και διηγούνται, παλεύουν να ξεφύγουν από εκείνους τους δαίμονες, κάποιοι δεν τα καταφέρνουν, σέρνουν μαζί τους συνεχώς ένα κουτί με γράμματα, κοιτάζουν ξανά και ξανά τις ίδιες φωτογραφίες, κάποιοι νιώθουν πως βγήκαν νικητές, δεν είναι μόνο τα μετάλλια ανδρείας, είναι η αποφασιστικότητα στο βλέμμα· ο φόβος παραμονεύει. Το μεγάλο εμβαδόν στο παρόν· οι γονείς, η ενδιάμεση γενιά, μεγάλωσαν ακούγοντας τις ζοφερές διηγήσεις, σε ένα περιβάλλον που μέρα με τη μέρα έμοιαζε πιο σταθερό, προστατευμένο και προστατευτικό, που επέτρεπε τη λήθη, τη στροφή του βλέμματος, έστω και διστακτικά, προς τα εμπρός, ήρθαν αντιμέτωποι κυρίως με τις προσωπικές τους επιλογές, μια ζωή ιδιωτικού βάρους, αποτυχημένοι γάμοι, ανεκπλήρωτοι έρωτες, αναζήτηση ταυτότητας· το έδαφος αρχίζει πάλι να τρέμει. Το προσδοκώμενο εμβαδόν στο μέλλον· τα παιδιά παίζουν, το σκάνε κρυφά από τους γονείς τους, ζητούν την αγάπη, δελεάζονται απ' όσα φτάνουν από τα δυτικά, ζουν ανάμεσα στο σήμερα και τη φαντασία· ξημερώνει 26η Απριλίου 1986.

Αφήγηση σφικτή, δουλεμένη στη λεπτομέρεια, τίποτα περιττό να μη μείνει. Κάποιες στιγμές ασφυκτική. Το νήμα, που ενώνει τους σπόνδυλους του μυθιστορήματος, λεπτό μα ανθεκτικό, λειτουργεί αφηγηματικά και δεν εκβιάζει απλώς τη συνοχή. Γλώσσα ποιητική, ελαφρώς εξεζητημένη κάποιες στιγμές, σε ευθεία αντίστιξη με το σκηνικό, αλλά και χρήση λέξεων πιο μοντέρνων ή δανεισμένων από την αργκό, μια ενδιαφέρουσα αντίστιξη στην αντίστιξη. Έχει σίγουρα ενδιαφέρον η απόπειρα του Παπαντώνη -όπως είχε διαφανεί και από τον Καρυότυπο- να δοκιμάσει τις δυνάμεις του σε ένα είδος που θα το ονόμαζα στυλιζαρισμένο ρεαλισμό, διερευνώντας τα όρια της συναισθηματικής στεγανότητας μιας εγκεφαλικής κατασκευής.   

Η σιωπή μετά την έκρηξη είναι στιγμιαία, στη μνήμη των μαρτύρων όμως κρατάει για ώρες, για μέρες. Η αφήγηση απορροφά μέρος από τους ήχους, τις φωνές, τα κλάματα, τους συναγερμούς, τις κόρνες, τις εντολές. Κάποιες συχνότητες διαφεύγουν της μόνωσης· μια τζαμαρία θρυμματίζεται καθώς ένα παιδικό σώμα τη διαπερνά τρέχοντας. Η έκρηξη επιφέρει σύγχυση. Η χρονική ακρίβεια των γεγονότων γίνεται σχετική, ο χρόνος μετά την έκρηξη κυλάει διαφορετικά ακόμα και για έναν ψύχραιμο παντογνώστη αφηγητή. Αναγωγή των πάντων σε πριν και μετά. Όσο απομακρύνεται κανείς από το σημείο μηδέν, τόσο καθαρίζει η ατμόσφαιρα, μέχρι να συναντήσει το επόμενο σημείο μηδέν με τους καπνούς, που στέκουν για πάντα ακίνητοι θαρρείς, λες και ίχνος ανέμου δεν πέρασε από εκεί ποτέ, και την αιωρούμενη σκόνη, που δεν λέει να κατακάτσει. Η μνήμη. Ως συλλογικό κατασκεύασμα και ως ατομικό βίωμα. Οι ζωντανοί αναλαμβάνουν την αφήγηση, οι νικητές την επικράτηση. 

Για τον Παπαντώνη το Τσερνόμπιλ μοιάζει απλώς η αφορμή, η σκανδάλη, ένα μυθικό απόνερο της παιδικής ηλικίας, καθώς είναι γεννημένος το 1978. Ευκαιρία για έρευνα στα πλαίσια της μυθιστορηματικής αναβίωσης της εποχής, απόπειρα κατανόησης του τρόμου μπροστά σε μια καταστροφή· ματιά ανθρωποκεντρική, χωρίς απαντήσεις σε ερωτήματα ευθύνης και πολιτικής το ενδιαφέρον των οποίων εκ των υστέρων μοιάζει κενό, έστω αδιάφορο μυθιστορηματικά. Δεν είναι ένα μυθιστόρημα για το Τσερνόμπιλ αυτό, είναι ένα μυθιστόρημα για κάποιους ανθρώπους που ζούσαν εκεί κοντά στις 26 Απριλίου 1986.

Εκδόσεις Κίχλη     

Δευτέρα 19 Νοεμβρίου 2018

Αλλόκοτος Ελληνισμός - Νικήτας Σινιόσογλου





Το βιβλίο του Νικήτα Σινιόσογλου Αλλόκοτος Ελληνισμός, με τον πολλά υποσχόμενο υπότιτλο: Δοκίμιο για την οριακή εμπειρία των ιδεών· συζητήθηκε αρκετά, πραγματοποίησε τρεις εκδόσεις μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα και -το σημαντικότερο ίσως όλων- διαβάστηκε από ένα ετερόκλητο ως προς τις προτιμήσεις του αναγνωστικό κοινό.

Ο Αλλόκοτος Ελληνισμός αφορά επτά εκδοχές οριακής εμπειρίας των ιδεών: την περιπλάνηση, την ουτοπία, τον εκτοπισμό, την βλασφημία, την αίρεση, το αλλόκοτο και την ψευδολογία. Ο Σινιόσογλου με πυξίδα τις ιδέες αυτές, χώρο τον ευρύτερο ελληνικό κόσμο και χρόνο δύο ιστορικά ορόσημα, την κατάλυση της βυζαντινής αυτοκρατορίας (1453) και τη συγκρότηση του νεοελληνικού κράτους (1830), κινείται στη μεθόριο του πνευματικού, κοινωνικού και πολιτικού βίου, ακολουθεί τις μορφές εκείνες που πορεύτηκαν, συχνά αντίθετα με τη ροή του κυρίαρχης τάσης, σε έναν δρόμο μοναχικό με κατάληξη τη λήθη ή/και την απαξίωση, επιχειρώντας να αναδείξει κάποια σκοτεινά σημεία της ιστορικής έρευνας, να επαναπροσδιορίσει τη σημασία των έκκεντρων αυτών μορφών στην τελική διαμόρφωση των ιδεών, να διευκρινίσει την κομβική σημασία του αλλόκοτου. Οι επτά μορφές που συνθέτουν τον Αλλόκοτο Ελληνισμό, ο πλάνης Κυριάκος Αγκωνίτης, ο ουτοπιστής Πλήθων, ο νοσταλγός Μάρουλλος Ταρχανιώτης, ο βλάσφημος Χριστόδουλος Παμπλέκης, ο αιρετικός Θεόφιλος Καΐρης, ο αλλόκοτος Παναγιώτης Σοφιανόπουλος και ο ψευδολόγος Κωνσταντίνος Σιμωνίδης, διαθέτουν κάτι το σαγηνευτικό, το οποίο, κατά μία έννοια, ήταν αυτό που ώθησε τον Σινιόσογλου να ασχοληθεί με μορφές που συναντούσε μόνο στο περιθώριο της έρευνας και της μελέτης του, όμως η έλξη που ένιωσε γι' αυτούς τους επτά, ίσως ανάμεσα και σε άλλες έκκεντρες μορφές, ήταν καθοριστική για τη γέννηση αυτού του βιβλίου. 
  
Έχοντας διαβάσει, εδώ και κάποιες μέρες το βιβλίο, με ιντριγκάρει το γεγονός πως ενώ τεχνικά πρόκειται ξεκάθαρα για δοκίμιο, εντούτοις, διαισθητικά, θα το αναζητούσα στο τμήμα λογοτεχνίας ενός βιβλιοπωλείου. Η αίσθηση αυτή δημιουργείται, θαρρώ, από δύο παράγοντες. Πρώτον, η ζωή των επτά διαθέτει κάτι το μυθιστορηματικό· αυτή η οριακή ζωή, οριακή πότε ως προς τον νόμο, πότε ως προς την κοινωνία, πότε ως προς την επιστημονική κοινότητα, οριακή ως προς τη σκέψη και την αντίληψη των πραγμάτων. Δεύτερον, ο τρόπος με τον οποίο ο Σινιόσογλου συνθέτει τη μελέτη των πηγών, τα βιογραφικά και βιβλιογραφικά στοιχεία, την ένταξη και την αναλογία με την κυρίαρχη φιλοσοφία, χωρίς να παραμένει στείρος καταγραφέας των δεδομένων της έρευνας, επιλέγοντας έναν πιο ενεργό ρόλο, σχολιάζοντας, τολμώντας συνδέσεις, ισορροπώντας με επιτυχία ανάμεσα στην αποφυγή ενός δυσνόητου δοκιμιακού λόγου και στη διάκριση ανάμεσα στην ευκρίνεια της καθαρής σκέψης, για την οποία διακρίνεται ο Αλλόκοτος Ελληνισμός, και την απλοϊκότητας· όμως κυρίως φροντίζοντας με ιδιαίτερη επιμέλεια τη γλώσσα και την αφήγηση, γεγονός που προσδίδει στο δοκίμιο μια κάποια μυθιστορηματική γοητεία.


(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)

Εκδόσεις Κίχλη