Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εκδόσεις Οκτώ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εκδόσεις Οκτώ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 24 Νοεμβρίου 2025

Βάθος πεδίου - Χρήστος Χρυσόπουλος

Αν και ήταν Ο βομβιστής του Παρθενώνα το βιβλίο του Χρυσόπουλου στο όποιο έπεφτα πάνω συχνά, σε μια άλλη ψηφιακή εποχή, πίσω στο 2010, η πρώτη μου αναγνωστική γνωριμία μαζί του έγινε με το Η λονδρέζικη μέρα της Λώρας Τζάκσον, βιβλίο που έκτοτε είναι στις τοπ επιλογές μου σε κάθε σύσταση λίστας με αγαπημένα βιβλία.

Ο Χρυσόπουλος είναι ένας αρκετά ιδιαίτερος δημιουργός, η συστηματική παρουσία του στα εκδοτικά τεκταινόμενα και ο διαρκής ανησυχαστικός πειραματισμός του σε ύφος και περιεχόμενο είναι σίγουρα δύο πρόδηλα αναγνωρίσιμα χαρακτηριστικά του έργου του, εκείνο όμως που εμένα προσωπικά περισσότερο με γοητεύει και με κάνει να περιμένω με ανυπομονησία κάθε επόμενο βιβλίο του είναι η συγγένεια που νιώθω μαζί του ως προς την καθημερινή παρουσία της λογοτεχνίας, της τέχνης εν γένει, στη δημιουργική διαδικασία, μια διαδικασία ελλείψει παρθενογένεσης μεταποιητική, ο τρόπος με τον οποίο τη μπολιάζει στην προσωπική του ανάγκη για δημιουργία και έκφραση, χωρίς ωστόσο να αφήνει την αίσθηση ενός νεκρού, ανακλαστικού, ετεροφωτισμένου σωματιδίου, χωρίς, επίσης, να περνά το όριο, λεπτό, συχνά ισχνό, ανάμεσα στη λογοτεχνία και τον λόγο για τη λογοτεχνία, εκείνον που η φιλολογία και η κριτική διεκδικούν, η λογοτεχνία εδώ είναι η αφορμή, και όχι ένα παγωμένο πτώμα στο ανατομικό τραπέζι, είναι το μέσο, είναι ο τρόπος του Χρυσόπουλου να αντιλαμβάνεται και να συνδιαλέγεται με τον τριγύρω κόσμο, και αυτή η λογοτεχνία, φαίνεται και από όσα επιχειρώ να παράξω εδώ, είναι πολύ του γούστου μου, είναι μια από τις αναγνωστικές μου εμμονές, εκείνο που συχνά αποκαλείται βιβλιοφιλικός χαρακτήρας στη λογοτεχνία, λες και υπάρχει και βιβλιοεχθρικός χαρακτήρας, όμως αυτή είναι μια άλλη συζήτηση.

Ήταν Δευτέρα και είχα ρεπό. Συχνά, όταν δεν είμαι ευχάριστα εγκλωβισμένος σε κάποιο πολυσέλιδο μυθιστόρημα και η ευκαιρία να βυθιστώ περαιτέρω, χωρίς τη βιασύνη που το ρολόι επιβάλει, είναι δυνατή, συχνά προτιμώ βιβλία που θεωρητικά θα μπορούσα να ολοκληρώσω μια και έξω, και ας μη συμβεί ή και ας επιστρέψω σε αυτά αργότερα. Κάπου βαθιά, ή όχι και τόσο βαθιά, υπάρχει μια επικράτεια που ζητά απελπισμένα την ολοκλήρωση, μια πράξη με αρχή, μέση και τέλος, μια εμπειρία συνολική, έτοιμη να μπει και να βολευτεί σε ένα κουτάκι, σήμερα, να πω, διάβασα αυτό το βιβλίο. Παρεκτράπηκα, ωστόσο.

Ήταν Δευτέρα και είχα ρεπό, όταν έπιασα στα χέρια μου το Βάθος πεδίου, με τον παιγνιώδη υπότιτλο Εγχειρίδιο αυτοβοήθειας, αυτός ο υπότιτλος ήταν που με ώθησε να διαβάσω το οπισθόφυλλο: «Οι άλλοι άνθρωποι είναι μακρινές εκδοχές των λίγων προσώπων που έχω μάθει πλέον –με κόπο– να αναγνωρίζω μέσα στον κόσμο. Ο βίος των άλλων καθίσταται ο γενέθλιος τόπος μου. Κοιτάζω τον εαυτό μου, τα παλιά γραπτά, τα ταξίδια που έκανα, εκείνον που ήμουν. Σαν να είναι κάποιος άλλος που τον ξαναγράφω, βάζοντας το πρόσωπό μου να με κοιτά κατάματα από ένα σημείο στο βάθος πεδίου της εικόνας». Το οπισθόφυλλο μου όξυνε την περιέργεια, μάλλον συσκότισε τις όποιες μολυβιές είχα προλάβει κιόλας να αφήσω στον καμβά του ορίζοντα προσδοκιών, δεν ήξερα τι με περίμενε ακριβώς, ένας τρόπος υπήρχε για να το μάθω.

Δεν είναι κανενός είδους πρωτοτυπία, ζέχνει κλισέ και επανάληψη, να ισχυριστεί κανείς πως διανύουμε τα χρόνια μιας ολοένα και μεγαλύτερης επικράτησης του ατομικού· στη λογοτεχνία, εδώ που βρισκόμαστε δηλαδή, αυτό αποτυπώνεται με δύο τρόπους κυρίως, από τη μια η εισχώρηση του ατομικού στη μυθοπλασία, η στενά χορογραφημένη φιγούρα, που, άλλοτε ναι και άλλοτε όχι, επιχειρεί μέσα από το ατομικό να περιμαζέψει κομμάτια της μεγάλης εικόνας, από την άλλη η ολοένα και μεγαλύτερη αύξηση ζήτησης, και άρα προσφοράς, βιβλίων με οδηγίες βελτίωσης, πώς θα καταφέρουμε να γίνουμε καλύτεροι, ό,τι και αν αυτό μπορεί να σημαίνει, ό,τι προεκτάσεις κοινωνικοπολιτικές μπορεί να έχει, όσο μάταιο και αναχωρητικό του εμείς και αν είναι. Κάθε εποχή έχει την τέχνη της, η οποία, κάποιες φορές, προηγείται λίγα ή περισσότερα μέτρα, οι δημιουργοί ως δέκτες ελάχιστων μικρομεταβολών που στην παρέλευση του καιρού θα πάρουν ολοένα και μεγαλύτερες διαστάσεις. Το λέω αυτό γιατί ανακαλώντας τα παλιότερα βιβλία του Χρυσόπουλου παρατηρώ πως εγώ, τουλάχιστον εγώ, δεν ήμουν απόλυτα έτοιμος, δεν ήμουν πεπεισμένος πως ο τρόπος της τομής στο περιβάλλον ήταν ακριβής, η απόλαυση που αντλούσα έμοιαζε να μην σχετίζεται με τη συγχρονία, εκ των υστέρων κάτι τέτοιο δεν ισχύει, τα σημάδια ήταν από τότε εκεί, εγώ δεν τα έβλεπα ή δεν τα αξιολογούσα σωστά.

Τα παραπάνω πρόλαβαν να καταλάβουν τον προθάλαμο της ανάγνωσης του Βάθος πεδίου, να εντείνουν την επιθυμία γι' αυτή.

Δεν μου είναι εύκολο να αναφερθώ στο περιεχόμενο, νιώθω πως το περιεχόμενο θα μπορούσε να είναι και διαφορετικό και πάλι η αναγνωστική αίσθηση να ήταν η ίδια. Ίσως αυτό που λέω να μη βγάζει ξεκάθαρο νόημα, ίσως και να το κάνει. Ας δοκιμάσω: μια μεταμοντέρνα κατασκευή –λειτουργική και όχι απλά για να είναι–, ένα μυθιστόρημα –μετά από ώριμη σκέψη ναι, μυθιστόρημα–, σπονδυλωτό –και όχι αποσπασματικό–, εκεί που το υποκείμενο της γραφής –αλλά και της περιδιάβασης του κόσμου– είναι κοινό, είναι ο συγγραφέας –ίσως είναι και ο Χρυσόπουλος ο ίδιος, ποιος να ξέρει–, αληθοφανές –ίσως και απόλυτα αληθινό–, ατομικό –αλλά όχι εγωκεντρικό–, βοηθητικό, ανακουφιστικό και απολαυστικό –με τον ιδιαίτερο τρόπο του–, βιβλιοφιλικό –τα είπα παραπάνω αυτά–, σε διαρκή κίνηση –εντός και εκτός του δωματίου γραφής– με το βλέμμα εστιασμένο –στο χαρτί, στη σκηνή, στον δρόμο. Αυτά πάνω κάτω διαπραγματεύεται και είναι το Βάθος πεδίου.

Θέλω να σταθώ στο ατομικό αλλά όχι εγωκεντρικό. Ας ονομάσουμε όπως θέλετε τη στάση του δέκτη απέναντι στην καλλιτεχνική δημιουργία, θέλετε δέος, θέλετε θαυμασμός, θέλετε ανάγκη, θέλετε εφόδιο, ό,τι θέλετε. Αυτή η στάση, ατομική και υποκειμενική και διαφορετική, περιλαμβάνει όλα ή κάποια από τα παραπάνω προτεινόμενα ουσιαστικά, είναι η γέφυρα που συνδέει το ατομικό με το μη ατομικό, θέλω να πω πως όταν κάποιος αναπτύσσει μια στενή σχέση με τη δημιουργία, τώρα αναφέρομαι στον δέκτη, τότε υπάρχει μια συγκολλητική ουσία ανάμεσα σε εκείνον και την ανθρώπινη εμπειρία, μια δήλωση, ειπωμένη ή μη μικρή σημασία έχει, πως το υποκείμενο αποδέχεται πως χρειάζεται δεκανίκια, πως χρειάζεται αντίδοτο στη μονοσημία, πως το υπαρξιακό άγχος σχετίζεται πάραυτα με την πολυπλοκότητα και τον αναπάντητο χαρακτήρα των ερωτημάτων που ζουζουνίζουν από την κούνια ακόμα. Αλλά σημαίνει και κάτι ακόμα, την παραδοχή πως κάποιοι δημιουργοί, κάπου, κάποτε έκατσαν και παρήγαγαν, τι και αν πρωτίστως και φαινομενικά για τους εαυτούς τους, κάτι, που μας βρίσκει σε μια κρίσιμη στιγμή, ένα αντίδωρο που γεννά σεβασμό και το ανήκειν.

Και όταν κάποιος, ο Χρυσόπουλος στην προκειμένη περίπτωση, μετέρχεται την εμπειρία του ως δέκτης για να δημιουργήσει, για να παράξει λέξεις και φράσεις και σελίδες, για να επιχειρήσει όχι μόνο να απαντήσει αλλά και να ρωτήσει, ίσως κυρίως αυτό, τότε αυτό σημαίνει μια υποβολή προσφοράς, την εναπόθεση ενός στεφάνου στο μνημείο της λογοτεχνίας και αυτή η πράξη, ατομική, προσωπική, υποκειμενική απεγκλωβίζεται του εγωκεντρισμού, δεν αποκολλάται αλλά συγκολλάται στον κόσμο, γίνεται ένα ακόμα κανάλι απόπειρας κατανόησης της ανθρώπινης εμπειρίας. Και τότε πια οι χαρακτηρισμοί επαναπροσδιορίζονται, απολύουν πέπλα και στολίδια και ενδύονται άλλα, τότε μπορεί κανείς ακόμα–ακόμα χωρίς να δαγκώσει τη γλώσσα του να αποκαλέσει αυτό το μυθιστόρημα εγχειρίδιο αυτοβοήθειας και παρά την όποια παιγνιώδη ή σαρκαστική προδιάθεση, να το εννοεί, να είναι. Και αυτού του είδους η διαμεσολαβημένη εμπειρία, όταν συμβαίνει με τον τρόπο που ο Χρυσόπουλος την αποτυπώνει, μετατρέπεται σε αναγνωστική απόλαυση, σε ένα ελάχιστο υποείδος γραφής με το οποίο νιώθω συγγένεια. Έκλεισε ένας μεγάλος κύκλος που άνοιξε σχεδόν στην αρχή του κειμένου αυτού.

Διαβάζοντας το Βάθος πεδίου, μια Δευτέρα που είχα ρεπό, αφήνοντάς το ελάχιστες στιγμές στο πλάι, θυμήθηκα ένα άλλο βιβλίο, που δυστυχώς δεν έλαβε την υποδοχή που του άξιζε, την Ανοχύρωτη πόλη του Τέτζου Κόουλ, πέραν των όποιων άλλων κοινών, λιγότερο ή περισσότερο ορατών και διακριτών, για μένα το κυρίως νήμα που τα συνδέει σε επίπεδο αναγνωστικής εμπειρίας είναι η έλλειψη προσπάθειας να (υπο/απο)δείξουν αυτό που θέλουν να είναι αλλά απλώς να είναι αυτό που είναι, αυτό που διαρκώς ξεγλιστρά από τους όποιους λεκτικούς βραχίονες επιχειρούν να το συνοψίσουν, να το εντάξουν, να το περιγράψουν, και αυτή η αποφυγή δεν γεννά εκνευρισμό, αλλά αναδεικνύει κάποιες διαφορετικές αναγνωστικές ποιότητες, ερχόμενο με τη σειρά του να διαδραματίσει τον ρόλο της λογοτεχνίας που παρατηρεί και επιχειρεί να κατανοήσει.

υγ. Για άλλα βιβλία του Χρυσόπουλου: Η Λονδρέζικη μέρα της Λώρας Τζάκσον/Ο βομβιστής του Παρθενώνα εδώΟ Μανικιουρίστας εδώΗ γη του θυμού εδώ. Για την υπέροχη Ανοχύρωτη πόλη του Τέτζου Κόουλ εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ

Εκδόσεις Οκτώ 

Πέμπτη 23 Οκτωβρίου 2025

Κάποιοι από μας απειλούσαμε τον φίλο μας τον Κόλμπι - Donald Barthelme

Ο τίτλος, Κάποιοι από μας απειλούσαμε τον φίλο μας τον Κόλμπι, το εξώφυλλο, ροζ, το όνομα του μεταφραστή, Γιώργος Λαμπράκος· επίσης, κάπου από το βάθος, το όνομα του συγγραφέα, Ντόναλντ Μπάρτλεμι, ακουγόταν οικείο, κάποιος, κάπου, κάποτε μου είχε μιλήσει γι' αυτόν. Και αν αυτά ήταν όσα με οδήγησαν εν τέλει στην ανάγνωση, το ειδολογικό ανήκειν, διηγήματα, καθυστέρησαν τη συνάντηση. Είχα ένα κενό και το βιβλίο παρέα, ας διαβάσω ένα διήγημα, σκέφτηκα, και βλέπω αν θα συνεχίσω, συνέχισα.

Η ανάγνωση, κάποιοι από εμάς, ελπίζουμε πως θα λειτουργήσει ως πολιορκητικός κριός απέναντι σε βεβαιότητες σαθρές, εμένα, για παράδειγμα, δεν μου ταιριάζουν τα διηγήματα, συχνά πυκνά το επαναλαμβάνω, δεν έχω διαβάσει κάποιους περιώνυμους συγγραφείς μόνο και μόνο γιατί γράφουν διήγημα, χαρακτηριστικό παράδειγμα της λίστας αυτής η Μπερλίν, ο Μπάρτλεμι ενοίκησε, ευτυχώς για λίγο, σε αυτή την απορριπτέα εκ των προτέρων επικράτεια της μικρής φόρμας. Δεν είναι εδώ ο τόπος για να αναλυθεί η άρνησή μου για τα διηγήματα.

Τα στάδια κατάρριψης βεβαιοτήτων δεν έπαψαν μόνο ειδολογικά. Ένα ακόμα πράγμα που δεν μου αρέσει, δεν μου ταιριάζει, στα διηγήματα είναι η μηχανική της κατασκευής πάνω σε μια ωραία/πρωτότυπη ιδέα, δεν αρκεί από μόνη της για να δημιουργήσει λογοτεχνικές συνθήκες, δεν νομίζω πως αυτό χρειάζεται περαιτέρω εξήγηση. Ο Μπάρτλεμι το κάνει, κατά κύριο λόγο έτσι κατασκευάζει τα διηγήματά του, πατώντας πάνω σε μια λοξή πρώτη ιδέα, ισορροπώντας, εν τέλει, περίφημα ανάμεσα στο τραγικό και το κωμικό, σουρεαλιστική ίσως να ονομάζεται αυτή η κοινή γη. Επιπλέον, καταφέρνει να πάρει υψηλό βαθμό και κατά την έξοδο, καλή μια πρώτη ιδέα, αλλά πώς βγαίνεις από αυτή, παγίδα προφανής αλλά συσσωρευτική συγγραφικών αποπειρών.

Και αν δεν μου αρέσουν/ταιριάζουν τα διηγήματα, ίσως ιδιοσυγκρασιακά, η ροπή στη μεγάλη φόρμα καθορίζει εν πολλοίς τις αναγνώσεις μου, δεν μπορώ παρά να θαυμάζω κάποιες αρετές της καλής μικρής φόρμας, αρετές που η γραφή του Μπάρτλεμι έχει κυρίαρχες και εύκολα εντοπίσιμες, όπως, πρώτα και κύρια, η έλλειψη του περιττού, το μικρό μέγεθος ως ο κατάλληλος τόπος και όχι ως ευκολία γραφής, χωρίς να κρύβεται πίσω από μια δήθεν λακωνικότητα, μια αφαιρετικότητα αποσιωποιητικών.

Τούτων λεχθέντων, προκύπτει πως μου άρεσε πολύ αυτή η συλλογή διηγημάτων ενός συγγραφέα που μεταφράζεται ξανά στα ελληνικά, χρόνια μετά τις τελευταίες απόπειρες. Στο επίμετρο, στο οποίο κυριαρχούν τα βιογραφικά στοιχεία μιας ταραχώδους και πολυποίκιλης ζωής, ο μεταφραστής καταθέτει πως ενώ διαβάζει και αποπειράται μεταφραστικά με τον Μπάρτλεμι τακτικά, νιώθει να λυγίζει κάτω από την εμπειρία, ένιωσα κάτι τέτοιο κι εγώ, ήταν ανακουφιστικό να το διαβάσω από το χέρι του μεταφραστή μετά την ανάγνωση. Ας βάλω ένα κλισέ εδώ να υπάρχει. Η μικρή φόρμα δεν είναι μόνο δύσκολη στην κατασκευή, αλλά και (σε ίσως ακόμα μεγαλύτερο βαθμό) στην ανάγνωση, επίσης, πόσο μάλλον στη μετάφραση, αυτό το λίγες λέξεις ευκολία και πολλές λέξεις δυσκολία μαράθηκε κάπου στα σχολικά χρόνια.

Κάποτε, στην αναγνωστική μου εφηβεία, αγαπούσα πολύ τον Τομ Ρόμπινς, θαύμαζα τις μεταφορές του, μου φαίνονταν πρωτότυπες και εύστοχες, απολάμβανα τις ευφάνταστες ιστορίες, γελούσα με την καρδιά μου, κυρίως αυτό πάθαινα, γελούσα. Χρόνια μετά, όταν ενήλικας πια επέστρεψα στο έργο του, από περιέργεια να δω πώς θα μου φαινόταν δεκαπέντε χρόνια μετά, τίποτα το αστείο δεν βρήκα, απολάμβανα τις παρομοιώσεις του, τις εκτιμούσα περισσότερο σε έναν κόσμο που η φαντασία καταστέλλεται, αλλά δεν γελούσα, ένας κόμπος στο στομάχι μου, ήταν μια σκληρή στιγμή της ενηλικίωσης η συνειδητοποίηση πως το χιούμορ είναι απλώς μια κουρτίνα μπροστά από τον διάχυτο ζόφο.

Αυτό συμβαίνει και εδώ, ακόμα πιο χαρακτηριστικά, η μικρή φόρμα το αναδεικνύει περισσότερο, η ύπαρξη μιας κεντρικής λοξής ιδέας παρασέρνει τον αναγνώστη ακαριαία σε μια πηγή γέλιου, το γέλιο κόβεται απότομα, όχι από μια τσεκουριά, ένα τουίστ ή κάποιο άλλο εύρημα, αλλά απλά και μόνο με τη συνέχιση της ανάγνωσης, δείτε για παράδειγμα τον τίτλο της συλλογής και του πρώτου διηγήματος, Κάποιοι από μας απειλούσαν τον φίλο μας τον Κόλμπι, η ακρίβεια της φράσης/πρόθεσης αρχικά δεν διαφαίνεται, μια φάρσα, μια ατάκα, ένα καλαμπούρι, μια εν κενώ απειλή που πραγματώνεται, έτσι όπως εξ αρχής δόθηκε χωρίς κανένα τρικ.

Και αν το κωμικό-τραγικό είναι ένα κυρίαρχο ζεύγος στα διηγήματα αυτής της συλλογής, μια απαραίτητη συνθήκη συνοχής, ένα ακόμα ζεύγος ετερόκλητο που δυναμικά γυρεύει έναν κοινό τόπο εύθραυστης ισορροπίας είναι εκείνο του σύνθετου-απλού, του αόριστα σύνθετου και φαινομενικά απλού, αν θέλω να είμαι πιο ακριβής. Το ταυτόχρονο συναίσθημα, από τη μια ένα δυνατό μυαλό ικανό να υπερβεί τον ρεαλισμό, να τον αντικρίσει από ψηλά και μακριά, να τον φέρει στα μέτρα του και υπό τις επιθυμίες του, από την άλλη μια απλή, οριακά απλοϊκή αφηγηματική φωνή, ένας προφανής στα όρια του αφελούς τρόπος σκέψης των χαρακτήρων, που δεν σοκάρονται απέναντι στο παράλογο και δεν λυγίζουν, δημιουργούν ένα επιδραστικότατο ντουέτο που με κάποιο περίτεχνο και αφανή στα μάτια μου τρόπο συντονίζεται απόλυτα. Το παράλογο, άπαξ και εντοπίστηκε και ονομάστηκε, ήρθε να παραμείνει διαρκώς παρόν στα ανθρώπινα.

Ωστόσο, ο Μπάρτλεμι στοχεύει πολύ ψηλότερα από απλές κατασκευές που δύναται να ενσωματωθούν στον έξω κόσμο, δεν φωνάζει πως κάτι άλλο υπάρχει εδώ, δεν υψώνει πολιτική κραυγή, δεν κρίνει, δεν συμβουλεύει, δεν τον ενδιαφέρουν όλα αυτά, όχι σε πρώτο επίπεδο, όχι στην επιφάνεια των διηγημάτων, το παράλογο, άλλωστε, παρότι διαρκώς παρόν είναι ταυτόχρονα δυσδιάκριτο και δύσκολα εντοπίσιμο, απλά υπάρχει και ενίοτε πραγματώνεται χωρίς πολλά πολλά, απλά συμβαίνει. Ο τρόπος του Μπάρτλεμι να συλλαμβάνει και να εξελίσσει τις αρχικές ιδέες του, η κρυψώνα στο παράλογο απέναντι στην επέλαση μιας απομαγευμένης πραγματικότητας, το παιχνίδι της θλιμμένης σάτιρας, η απελπισία που γονιμοποιεί τη φαντασία, η πιθανότατη ροπή του συγγραφέα σε μια ευρεία γκάμα ενδιαφερόντων, υψηλές ιδέες, η φιλοσοφία για παράδειγμα, και ποταπές, παράγωγα της ποπ κουλτούρας, υποθέτω εδώ μια βασική επιρροή στο έργο ενός μετέπειτα σπουδαίου Αμερικανού, του Ντέιβιντ Φόστερ Γουάλας.

Είναι σημαντικό επίσης να δοθεί το χρονικό πλαίσιο, βρισκόμαστε στις αρχές της δεκαετίας του ογδόντα όταν εκδίδεται αυτή η συλλογή διηγημάτων, μια αόριστη αισιοδοξία πλανάται στον δυτικό κόσμο, υποσχέσεις για πρόοδο, ελευθερία και ειρήνη δίνονται ακόμα και όταν δεν δίνονται, και όμως υπάρχουν κάποιοι με ευαίσθητους σεισμογράφους που εντοπίζουν τις πρώτες δονήσεις ενός επερχόμενου μεγασεισμού, ίσως αυτό να έσπρωξε τον Μπάρτλεμι ακόμα πιο βαθειά στην επικράτεια του φαινομενικά αστείου, αυτός να ήταν ο δούρειος ίππος όχι μόνο της γραφής αλλά και της ύπαρξης συνολικά.

Διαβάζοντας ένα ένα τα διηγήματα, ολοκληρώνοντας τη συλλογή, κάπου αναδύεται το ερώτημα: γιατί δεν μου φαίνεται (απλά και μόνο) αστείος ο τρόπος του ή οι ιστορίες του, τι με βαραίνει; Εκείνος δεν φταίει, διαισθητικά περισσότερο παρά φιλολογικά αυτό καθίσταται προφανές. Τι φταίει τότε; Μήπως μια μιζέρια, μια ροπή προς το τραγικό, μια απαισιόδοξη εν γένει στάση απέναντι στα πράγματα, είναι ο γιαλός στραβός ή το αρμένισμα, εκεί, στην τομή των δύο πιθανών εξηγήσεων, τα διηγήματα του Μπάρτλεμπι βρίσκονται στον ιδανικό τόπο ανάπτυξης της σποράς, εκεί φύεται η σάτιρα και η κωμωδία από τις απαρχές της, οι Γερμανοί λένε πως χιούμορ είναι όταν παρ' όλ' αυτά γελάς, το μαύρο, κατάμαυρο, πίσσα χιούμορ ένας τρόπος για να ζεις, ένας τρόπος για να μπορείς να διεκδικείς κάποιες απαραίτητες ανάσες.

Μια από τις καλύτερες συλλογές διηγημάτων του εικοστού πρώτα αιώνα που έχω διαβάσει και ακόμα θυμάμαι είναι εκείνη της Μπουλγουίνκελ, Ανάσκελα, με βεβαιότητα θα πω πως ο Μπάρτλεμι ήταν μια κύρια πηγή έμπνευσης και γενικότερης (λογοτεχνικής) στάσης.

Μικρή φόρμα, στην επιφάνεια αστεία αλλά βαθειάς θλίψης, με κεντρικές ιδέες παρούσες, χωρίς να περισσεύει λέξη και να γίνεται ασύστολη χρήση ευρημάτων και ανατροπών, με ικανοποιητικότατη έξοδο από κάθε διήγημα· αυτό είναι το σώμα των διηγημάτων της συλλογής αυτής, για το πνεύμα τα είπα πιο αναλυτικά ήδη.

Με πολύ ενδιαφέρον θα διάβαζα και κάποιο από τα μυθιστορήματά του.

υγ. Για τη συλλογή της Μπουλγουίνκελ περισσότερα θα βρείτε εδώ. Για τον σπουδαίο Ντέιβιντ Φόστερ Γουάλας και την Αμερικάνικη λήθη, εδώ, για τον Τρυποκάρυδο του Ρόμπινς, χρόνια μετά την πρώτη ανάγνωση, εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Γιώργος Λαμπράκος
Εκδόσεις Οκτώ