Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εκδόσεις Στερέωμα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εκδόσεις Στερέωμα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 12 Ιανουαρίου 2026

Ανοίξτε, ουρανοί - Seán Hewitt

Απόφαση με την πρώτη ματιά, να διαβάσω τώρα το βιβλίο αυτό, χωρίς να ξέρω πολλά, κάπου είχε πάρει το μάτι μου κάτι για μια ερωτική ιστορία που συνέβη χρόνια πριν, κάπως στο μυαλό μου έγινε η σύνδεση, παντελώς αυθαίρετη αρχικά, αν και στη συνέχεια ως δια μαγείας επιβεβαιώθηκε, με τα Τέσσερα ερωτικά γράμματα, αλλά και Το αγόρι από τη θάλασσα, το Ανοίξτε, ουρανοί είναι το πρώτο μυθιστόρημα του Αγγλοϊρλανδού Σον Χιούιτ, που είχε στις αποσκευές του δύο ποιητικές συλλογές, ένα πρωτόλειο, λοιπόν, από μια επικράτεια που παραδοσιακά δίνει καλές ιστορίες αγάπης, από αυτές που όσες και να ειπωθούν, πάντα θα υπάρχει επιπλέον χώρος για μερικές ακόμα.

Ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής, είκοσι χρόνια μετά, θα βρει μια αγγελία για ένα σπίτι προς πώληση στο χωριό που μεγάλωσε, χωρίς δεύτερη σκέψη, χωρίς να δώσει χώρο στη λογική να αναπτύξει τα όποια επιχειρήματά της, θα κλείσει ραντεβού με τη μεσίτρια, θα οδηγήσει ως εκεί, θα τη συναντήσει, θα περιπλανηθεί μαζί της στους χώρους, δεν θα δώσει ιδιαίτερη προσοχή στα όσα εκείνη λέει για να τον πείσει. Το αφηγηματικό παρόν, οι σκόρπιες σκέψεις του αφηγητή, πράγματα για εκείνον γνωστά, βιωμένα, για τον αναγνώστη ακόμα άγνωστη γη, παρότι μπορεί να υποψιαστεί με ευκολία πως κάτι υπήρξε εκεί, κάτι συνέβη σε εκείνο το σπίτι, τότε παλιά, το αφηγηματικό παρόν, λοιπόν, θα το διαδεχθεί μια εκτενής ανάληψη από το παρελθόν, ο αφηγητής θα πιάσει το νήμα από την αρχή, θα συνοδεύσει τον αναγνώστη σε εκείνο το μονοπάτι.

Δεν υπάρχει τίποτα το πρωτότυπο ούτε ως προς το περιεχόμενο ούτε ως προς την κατασκευή, η ανάληψη μιας ερωτικής ιστορίας δύο εφήβων, του Τζέιμς, όπως ονομάζεται ο αφηγητής, που κάποια στιγμή συνειδητοποίησε την έλξη του για το ίδιο φύλο, συνειδητοποίηση που καθόρισε εν πολλοίς τη ζωή του σε εκείνη τη μικρή επαρχία, με τους δικούς της νόμους και κανόνες, εκεί που όλοι γνωρίζουν όλους, εκεί που το μυστικό είναι απλά κάτι που οι άλλοι δεν συζητάνε μπροστά σου, παρότι ξέρεις, το ξέρεις καλά, πως γνωρίζουν και κρίνουν και γελούν στα κρυφά, και του Λουκ, που ζει με μια οικογένεια αναδοχής, μετά τον χωρισμό των γονιών του, μια συνθήκη προσωρινή, αφού πάντα υπάρχει το ενδεχόμενο ο πραγματικός του πατέρας να εμφανισθεί και να τον πάρει μαζί του. 

Μια ερωτική ιστορία που στιγμάτισε τον Τζέιμς, παρότι ένας εφηβικός έρωτας πάντοτε έχει κάτι το αφελές για τους ενήλικες, που υποτιμούν ως παιδιαρίσματα και σαχλαμάρες όλα αυτά, το μυαλό και η καρδιά των εφήβων, λένε, έχει τρομακτική ροπή προς το μελόδραμα και την υπερβολή, σαν εκείνοι ποτέ να μην υπήρξαν έφηβοι, ποτέ ερωτευμένοι έφηβοι, σαν να μην ένιωσαν ποτέ πως βρίσκονται στο τέλος του κόσμου. Η ένταση του στίγματος αυτού είναι διάχυτη στην αφήγηση, στην ανάληψη της παλιάς αυτής ιστορίας, και αυτή η διάχυτη ένταση είναι που βάζει πλάτες στο μάλλον χαζό αλλά συχνό ερώτημα του γιατί κάποιος να διηγηθεί μια ιστορία γνώριμη μέσες άκρες, όσο και αν ο τόπος, ο χρόνος και τα πρόσωπα είναι διαφορετικά, στον πυρήνα της δεν παύει να είναι γνώριμη και οικεία. Ο Χιούιτ πετυχαίνει να παραμείνει σε υψηλές εντάσεις, να μη φοβηθεί ο αφηγητής το συναίσθημά του, να μη φοβηθεί τα πλήγματα της αναπόλησης, της αναβίωσης εκείνων των μηνών.

Οι κουήρ ιστορίες ενηλικίωσης, αρκετές τα τελευταία χρόνια, που συνήθως περιλαμβάνουν και ένα στοιχείο ερωτικής ιστορίας, έχουν την τάση να κινούνται στις επικράτειες του θυμού, ενός θυμού ολοκληρωτικού, ενάντια σε όσους και όσα τους συμπεριφέρθηκαν με άσχημο τρόπο εξαιτίας της σεξουαλικότητάς τους, θυμός απέναντι στην οικογένεια και τη μικρή επαρχία, στη στενομυαλιά των συντοπιτών, την ανακούφιση που ακολουθεί τον θυμό, την ανακούφιση της φυγής, οριστικής συνήθως, για μια μεγαλύτερη πόλη εκεί όπου ένα νέο ξεκίνημα μοιάζει να είναι εφικτό, παρότι το παρελθόν είναι μια αποσκευή που δεν μπορούμε απλώς να ξεχάσουμε στον χώρο υποδοχής ενός σταθμού. Εδώ, στο Ανοίξτε, ουρανοί αυτός ο θυμός υποβόσκει, σίγουρα υπάρχει αλλά δεν κυριαρχεί, αυτό είναι κάτι το οποίο με απασχόλησε, αρχικά μου έκανε εντύπωση, σαν κάτι να έλειπε, προσπάθησα να το παρατηρήσω κατά την προώθηση της πλοκής, να το επιβεβαιώσω, έχει ενδιαφέρον πώς ο θυμός έχει ταυτιστεί μέσα μου με την ειλικρίνεια και την αληθοφάνεια κάθε ιστορίας όπως αυτή, σε τέτοιο βαθμό που πια δεν τη θεωρώ κάποιου είδους συναισθηματική καθοδήγηση, πόσο μάλλον εκβιασμό, αλλά αποτελεί ένα ζητούμενο, κάτι που έχει κυρίαρχη θέση στον εκάστοτε αυθαίρετα υψωμένο ορίζοντα προσδοκιών.

Σκέφτηκα πως ίσως αυτό έχει να κάνει με το ποιητικό υπόβαθρο του Χιούιτ, με τον τρόπο ενός ποιητή να αποτυπώνει το ρεαλιστικό στοιχείο, κάτι τέτοιο εκτίμησα πολύ στο δεύτερο μυθιστόρημα του Όσεαν Βουονκ, τον τρόπο με τον οποίο αποτύπωνε τον σκληρό ρεαλισμό εκείνης της αμερικανικής γωνιάς, χωρίς να απολύει την ποιητική του ταυτότητα, προσφέροντας έτσι μια διαφορετική ματιά σε κάτι που θεωρείται γνώριμο. Στην πορεία, σκέφτηκα επίσης πως αυτή η απόφαση εξυπηρετεί και την εξιστόρηση του εφηβικού εκείνου έρωτα, την ένταση και τον ολοκληρωτικό της χαρακτήρα για τον αφηγητή, εκείνο το κλισέ που λέει πως από όταν τον αντίκρισε τίποτα άλλο δεν είχε σημασία παρά το να είναι μαζί του. Και ενώ η ποιητικότητα, τόσο άσχημα χρησιμοποιημένη κατά καιρούς και τόπους, που συχνά αφήνει ένα λίγωμα ως επίγευση, εδώ λειτούργησε περίφημα, ακριβώς γιατί ήρθε και κούμπωσε αρμονικά με την ένταση του συναισθήματος και της αναπόλησής του, δημιουργώντας ένα αντιστικτικό ώρες και στιγμές ζεύγος, που καθόρισε το σύνολο της κατασκευής, που την έκανε να ξεχωρίσει, να αναδυθεί με το δικό της αποτύπωμα παρότι το χωράφι και ο σπόρος έμοιαζαν να είναι εκ των προτέρων γνωστοί.

Η αναλυτική ανάληψη του παρελθόντος που ακολουθεί την παρορμητική και έντονα συναισθηματική απόφαση του αφηγητή να ταξιδέψει πίσω σε εκείνο το χωριά της Βόρειας Αγγλίας ώστε να δει το προς πώληση σπίτι, στο οποίο άλλοτε έμενε ο Λουκ, η άνιση έκταση της ανάληψης σε σχέση με το παρόν της αφήγησης, για το οποίο μόλις στο τέλος μαθαίνουμε δύο πράγματα, λειτουργεί επίσης σαν ένα ανάστροφο παγόβουνο. Ο Χιούιτ ποντάρει στην ένταση της τότε ιστορίας, καθόλου δεν τον ενδιαφέρει να πείσει, ωστόσο η αφήγηση χρειάζεται πειστικότητα, σε αυτό το μάλλον οξύμωρο σχήμα, δεν προβαίνει σε αναλογίες ένα προς ένα, δεν έρχεται να απλώσει το παρόν και το παρελθόν δίπλα δίπλα για να συγκρίνει, δεν λεπτολογεί στον τρόπο με τον οποίο έκτοτε η ζωή του καθορίστηκε από εκείνη την ιστορία, απόφαση, κατά τη γνώμη μου, καθοριστική, ως προς τη συνολική λειτουργία της πλοκής, που κρατά το αναγνωστικό βλέμμα προσηλωμένο στην ερωτική ιστορία, επιλέγοντας να αφήσει να εννοηθεί το μετά παρά το τότε. Έτσι, είναι στο χέρι του αναγνώστη αν θα πειστεί πως η ιστορία εκείνη θα μπορούσε να είναι τόσο καταλυτική ή όχι και η στάση απέναντι σε αυτό το ερώτημα δεν μπορεί, κάτι θα λέει για εκείνον τον αναγνώστη, η μυθοπλασία, άλλωστε, άλλο δεν είναι παρά μια σύμβαση με τις δικές της ιδιαιτερότητες, σε έναν κόσμο πλήρους απομάγευσης και σαρώματος της αυστηρής λογικής.

Συμπερασματικά, το Ανοίξτε, ουρανοί είναι ένα καλογραμμένο βιβλίο με κάποιες πρόδηλες αρετές, που δεν προκαλεί τη δυσφορία της επανάληψης ενός γνώριμου αφηγηματικού μοντέλου. Ο Χιούιτ, στο πρωτόλειό του, συνεχίζει να κρατά την ποιητική σκευή του, μετατρέποντάς την σε πρόζα που ισορροπεί με σχετική άνεση στον λυρισμό και δεν προκαλεί λίγωμα στον ουρανίσκο, έχει μια καλή ιστορία να αφηγηθεί και το κάνει.

υγ. Για τα Τέσσερα ερωτικά γράμματα περισσότερα μπορείτε να βρείτε εδώ, για το βιβλίο του Βουόνγκ, Ο Aυτοκράτορας της Xαράς, εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Κατερίνα Σχινά
Εκδόσεις Στερέωμα

Πέμπτη 28 Νοεμβρίου 2024

Wonderfuck - Katharina Volckmer

Το Στον γιατρό ή το Εβραϊκό πουλί (μτφρ. Δημήτρης Καρακίτσος, εκδόσεις Ποταμός), το πρώτο βιβλίο της γεννημένης το 1987 στη Γερμανία, Καταρίνα Φόλκμερ, που κυκλοφόρησε στα μέρη μας, γνώρισε μια σχετική εκδοτική επιτυχία μέσα από τον πλέον ασφαλή δρόμο, εκείνον της από στόμα σε στόμα διάδοσης. Δεν το έχω διαβάσει ακόμα. Από τις εκδόσεις Στερέωμα και σε μετάφραση της Κρυστάλλης Γλυνιαδάκη κυκλοφόρησε πρόσφατα το Wonderfuck με την ωραία διασκευή του αρχικού εξωφύλλου.

Περίμενα πως θα διαβάσω ένα κουήρ μυθιστόρημα. Δεν μπορώ με ακρίβεια να προσδιορίσω τις αξιώσεις που κάτι τέτοιο με γέμισε και με ώθησε τελικά στην ανάγνωση, περισσότερο μια αίσθηση ήταν παρά μια στέρεη πεποίθηση. Όσο η κουήρ λογοτεχνία καταλαμβάνει τον χώρο που της αναλογεί, τόσο οι απαιτήσεις από αυτήν μεγαλώνουν, στην αρχή το διαφορετικό ήταν αρκετό, η κυκλοφορία και μόνο βιβλίων έξω από τον κανόνα του προνομίου ήταν μια πράξη έως και πολιτική, πλέον όμως κάτι τέτοιο δεν είναι αρκετό. Δεν αναφέρομαι μόνο στο τεχνικό κομμάτι, στον συνολικό μηχανισμό υποστήριξης της εκάστοτε ιστορίας, αλλά και στα συστατικά από τα οποία η ίδια η ιστορία αποτελείται, τις διαστάσεις και τα επίπεδα που θα της επιτρέπουν να απλώσει τα κλαδιά της σε μεγαλύτερη επιφάνεια.

Η Φόλκμερ επιστρατεύει έναν παντογνώστη αφηγητή για να μας εξιστορήσει μια μέρα από τη ζωή του Τζίμι, μια εργασιακή μέρα για την ακρίβεια, στο τηλεφωνικό κέντρο υποδοχής παραπόνων από πελάτες ενός ταξιδιωτικού πρακτορείου που για τον έναν ή τον άλλο λόγο, σοβαρό ή γελοίο, δεν νιώθουν ικανοποιημένοι από το επίπεδο των προσφερόμενων υπηρεσιών, κάτι άλλο πίστευαν πως είχαν πληρώσει. Ο Τζίμι γνωρίζει το προνόμιο του σε σχέση με τους συναδέλφους από το τμήμα πωλήσεων, εκείνος απλώς δέχεται κλήσεις, δεν ενοχλεί κανέναν επιχειρώντας να πουλήσει φανταχτερά και υπερκοστολογημένα πακέτα διακοπών. Κάτι είναι και αυτό.

Επαγγέλματα όπως αυτό της τηλεφωνικής εξυπηρέτησης βρίσκονται στον πυθμένα της εργασιακής πυραμίδας, υπάλληλοι που για τον έναν ή τον άλλον λόγο βρέθηκαν εγκλωβισμένοι σε μια συνθήκη εντατικοποίησης και πρεσαρίσματος, με στόχους άπιαστους, να αποτελούν το πρόσωπο της εταιρείας απέναντι στους πελάτες, υποχρεωμένοι να δικαιολογήσουν, να καθησυχάσουν, να απορροφήσουν την οργή και τον θυμό του πελάτη που νιώθει εξαπατημένος, ο τελευταίος τροχός της άμαξας, το εύκολο θύμα ώστε κάποιος να νιώσει αρκετά δυνατός, για μια φορά και εκείνος στη ζωή του, να καλέσει και να βάλει τις φωνές, να απειλήσει με το δώσε μου τον προϊστάμενο ή με μια κακή αξιολόγηση που σίγουρα θα οδηγήσει τον ανεπαρκή υπάλληλο πίσω στον πόλεμο της ανεργίας και της απόγνωσης.

Σε μια εποχή που τα ταξικά όρια διαρκώς διαφανοποιούνται για να εξαφανιστούν κάποια στιγμή οριστικά, ο Τζίμι και οι συνάδελφοί του αιωρούνται κάπου ανάμεσα στα χαμηλά στρώματα, παρότι οι ίδιοι ίσως και να το αρνούνται, η έλξη του να δηλώνεις μεσαία τάξη είναι άλλωστε τεράστια και γοητευτική, ακόμα και αν, συνήθως, η πεποίθηση αυτή είναι αίολη, ένα κατασκεύασμα οικονομικοπολιτικό, όπου η φτώχεια είναι η χειρότερη δυνατή ασθένεια, επιπλέον κολλητική.

Η επιλογή της Φόλκμερ να καταπιαστεί με το εργασιακό ωράριο μιας μέρας του Τζίμι αποδεικνύεται καθοριστική για τη συνολική λειτουργία της κατασκευής. Παρότι δεν απαιτείται ιδιαίτερη οξυδερκής ή πρωτότυπη σκέψη, η εργασιακή πραγματικότητα που καταλαμβάνει με τον έναν ή τον άλλο τρόπο το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος της καθημερινότητας της πλειοψηφίας των ατόμων δεν αποτυπώνεται λογοτεχνικά όσο της αναλογεί. Αυτή η επιλογή είναι που δίνει έναν έντονο και καθοριστικό ρεαλισμό, αλλά και αληθοφάνεια, στην ιστορία του Τζίμι, που μετακόμισε με τη μητέρα του από την Ιταλία στη Μεγάλη Βρετανία, αφήνοντας πίσω της μια ζωή, κυνηγώντας μια άλλη.

Η αποτύπωση του εργασιακού ζόφου επιτρέπει επιπλέον στον βαρυφορτωμένο με διάφορα προβλήματα Τζίμι να αναπνεύσει ως χαρακτήρας, να μην αποδειχτεί υπερβολικός, να μη γεννήσει στον αναγνώστη την αίσθηση πως εκβιάζεται συναισθηματικά, παγίδα πρόδηλη που ευτυχώς αποφεύγεται. Δίπλα του και πάνω του, συνάδελφοι και προϊστάμενοι, παρά τα όποια ψήγματα προνομίων, διαβιούν στις ίδιες συνθήκες, από απόσταση δεν μοιάζουν τόσο διαφορετικοί τελικά.

Η παράδοση της ρεαλιστικής λογοτεχνίας, έχοντας περάσει από διάφορες φάσεις και εποχές, εδώ ανανεώνεται, δεν είναι παρωχημένη, αλλά (δυστυχώς) παρούσα και γνώριμη. Οι παθογένειες του σύγχρονου τρόπου ζωής, ακόμα και για εκείνους που με τίποτα δεν θα τον άλλαζαν με μια πρότερη εκδοχή του, είναι χειροπιαστές και συγκεκριμένες. Η συναισθηματική μοναξιά, το εργασιακό αδιέξοδο, οι οικογενειακές σχέσεις, η υποχρέωση στην προσωπική πλήρωση, βελτίωση και ευτυχία, μεταξύ άλλων, είναι εδώ, βασικά συστατικά της ύπαρξης, της σημερινής αγωνίας.

Και αν ο αφηγηματικός χρόνος είναι παροντικός και εντός εργασιακού ωραρίου, η Φόλκμερ με τρόπο λειτουργικό και σημαντικά υποστηρικτικό καταφεύγει στις αναλήψεις από το παρελθόν, συμπληρώνοντας τα κομμάτια του παζλ που το οκτάωρο αδυνατεί να φανερώσει. Αυτό το ανακάτεμα επιτείνει την αίσθηση χάους που κυριαρχεί στο μυθιστόρημα, αυτή την διαρκώς άβολη συνθήκη, την έλλειψη της όποιας ηρεμίας, του χρόνο για μια ανάσα, για μια ψύχραιμη σκέψη που πιθανώς θα μπορούσε να αποδειχτεί σωτήρια για μια αλλαγή. Ασφυκτικό μα οικείο. Εκεί ρίχνει τη σπορά της η συγγραφέας, εκεί βλασταίνει και ανθίζει η ιστορία αυτή, στην ασφυξία.

Περίμενα πως θα διαβάσω ένα κουήρ μυθιστόρημα. Και από μια άποψη είναι κουήρ το μυθιστόρημα αυτό αφού ο Τζίμι είναι γκέι. Αλλά το Wonderfuck δεν εξαντλείται σε αυτό, δεν είναι μόνο αυτό, είναι η αποτύπωση της ζωής μας, ακόμα και αν κάποιοι με περισσή μα αστήρικτη μάλλον αυτοπεποίθηση σκεφτούν: τι σχέση έχω εγώ με κάποιον όπως ο Τζίμι; τυφλωμένοι από ένα τυχαίο και μόνο σε σύγκριση με κάποιον όπως ο Τζίμι προνόμιο. Το Wonderfuck σίγουρα δεν είναι κατάλληλο για αναγνώστες που επιθυμούν να διαβάσουν κάτι όμορφο (γενικά και αόριστα), να ξεφύγουν (από πού και από τι), να ταξιδέψουν (η πιο άθλια περιγραφή αναγνωστικής επιθυμίας), ούτε είναι κατάλληλο για εκείνους που λατρεύουν τη βεβαιότητα και τη γυρεύουν στο (λογοτεχνικό) παρελθόν. Το Wonderfuck είναι ένα μυθιστόρημα σημερινό, είναι ο βρώμικος ρεαλισμός παρά το γκλίτερ και το έντονο κραγιόν, είναι ο ρομαντισμός σε μια εποχή απομάγευσης των πάντων, είναι το τέλος του μήνα που σε βρίσκει χωρίς λεφτά και σε υποχρεώνει να ανέχεσαι πράγματα και συμπεριφορές που υπό άλλες συνθήκες θα σε είχαν οδηγήσει απλώς στην έξοδο με το μεσαίο δάκτυλο υψωμένο προς τα πίσω.

Το πρόβλημα του Τζίμι δεν είναι πως είναι γκέι. Το πρόβλημά του είναι πως είναι φτωχός και μόνος, πως ζει ακόμα με τη μητέρα του και σκέφτεται τον θάνατό της ως σωτηρία, πως έχει μια σκατοδουλειά και διόλου αυτοπεποίθηση πως κάτι τέτοιο δεν του αξίζει, πως κάτι καλύτερο μπορεί να παρουσιαστεί, πως δεν μπορεί καν να φανταστεί το μέλλον του, όχι με χρώματα τουλάχιστον.

Το Wonderfuck είναι τόσο ρεαλιστικό και σύγχρονο που οι κραυγές που το συνθέτουν δεν ακούγονται παράφωνες και ψεύτικες, εργαλεία άσκησης συναισθηματικής χειραγώγησης. Ο Τζίμι είναι αληθινός, τα προβλήματά του είναι αληθινά, η ζωή του είναι αληθινή, και οικεία, το είπαμε κιόλας αυτό. Η Φόλκμερ ωστόσο δεν καταθέτει απλώς μια σύγχρονη και ρεαλιστική λογοτεχνία χωρίς αξιώσεις λογοτεχνικές, δεν αρκείται στην ιστορία της, στο συναισθηματικό της εκτόπισμα, στη σχεδόν ντοκουμενταρίστικη αποτύπωση της εκεί έξω συνθήκης. Και είναι η δεξιοτεχνία της, που κυρίως φαίνεται στο πάντρεμα του τώρα με τις αναλήψεις του χτες, η οξυδερκής ματιά της στον κόσμο γύρω της, η καλή πρόζα, που, μεταξύ άλλων, γεννούν στον αναγνώστη αυτό το αντιστικτικό συναίσθημα πως διαβάζει για κάτι τρομακτικό λόγω του ρεαλισμού που του κόβει την ανάσα και τον ωθεί να αποστρέψει το βλέμμα και όμως, ταυτόχρονα, διαβάζει κάτι όμορφα και καλά γραμμένο που τον έλκει και τον «υποχρεώνει» να συνεχίσει.

Πρόσφατα διάβασα τα δύο βιβλία του Ντ. Χάντερ (Chav & Αθλητικά ρούχα ψυχικά τραύματα προδότες της τάξης μας). Αν εκείνος μας μιλάει για τους αόρατους, η Φόλκμερ, έστω και χωρίς το αυτομυθοπλαστικό όχημα, μας μιλάει για ορατούς αόρατους, που το προνόμιο τους ελάχιστη ισχύ έχει.

Πέρα από κάθε προσδοκία υπήρξε η ανάγνωση αυτή. Σύντομα θα επιδιώξω να διαβάσω και το Στον γιατρό ή το Εβραϊκό πουλί.

υγ. Για τα βιβλία του Χάντερ, εδώ.

Μετάφραση Κρυστάλλη Γλυνιαδάκη
Εκδόσεις Στερέωμα 

Πέμπτη 23 Μαΐου 2024

Αγαπητέ μαλάκα - Virginie Despentes

Πρόσφατα, πριν διαβάσω την τριλογία, Βερνόν Σουμπουτέξ, άλλο από το αναγνωστικό ένστικτο δεν είχα στο σακούλι των –έτσι και αλλιώς, σχεδόν πάντοτε αυθαίρετων– προσδοκιών για το λογοτεχνικό έργο της Βιρτζινί Ντεπάντ. Πέρασα πολύ καλά κατά την ανάγνωση και το όνομα της συγγραφέως προστέθηκε στη μακρά λίστα των δημιουργών εκείνων που προτίθεμαι να παρακολουθήσω μέσα στα χρόνια. Πριν ακόμα κοπάσει η επίδραση της τριλογίας μέσα μου, κυκλοφόρησε το Αγαπητέ μαλάκα, σε μετάφραση Γιώργου Καράμπελα, πάντοτε από τις εκδόσεις Στερέωμα. Ο χρόνος άρχισε να μετράει αντίστροφα. Ο ορίζοντας  των αναγνωστικών μου προσδοκιών, έχοντας επιμελώς φροντίσει να μη διαβάσω το οτιδήποτε σχετικά, ούτε καν το οπισθόφυλλο του μυθιστορήματος, είχε διαμορφωθεί εν πολλοίς από το προηγούμενο αναγνωστικό στίγμα, αλλά και, ας μη γελιόμαστε, από τον ίδιο τον τίτλο, που διαθέτει μια ευρεία δεξαμενή πιθανής απεύθυνσης.

Γραμμένο σε επιστολική μορφή, μια διαδοχή ψηφιακών γραμμάτων ανάμεσα σε μια άλλοτε ποθητή και λαμπερή ηθοποιό και έναν νεαρότερο συγγραφέα που βρέθηκε στο στόχαστρο εξαιτίας της καταγγελίας μιας πρώην συνεργάτριάς του για σεξουαλική παρενόχληση. Όταν εκείνος είδε την ηθοποιό σε ένα καφέ, όχι μόνο τη φωτογράφισε, αλλά φρόντισε να κοινοποιήσει τη φωτογραφία αυτή στο ίνσταγκραμ συνοδευόμενη από ένα αρκετά πικρόχολο σχόλιο. Εκείνη δεν άφησε το γάντι στο πάτωμα, το σήκωσε και απάντησε: «Αγαπητέ μαλάκα, διάβασα τι έγραψες στον Insta σου. Είσαι σαν περιστέρι που με κουτσούλησε στον ώμο όπως περνούσα: βρομερό και πολύ δυσάρεστο. Νια νια νια, είμαι ένας φωνακλάς που τον έχουν όλοι γραμμένο και τζιρίζω σαν τσιουάουα μπας και με προσέξουν. Δόξα και τιμή στα σόσιαλ: το κέρδισες το δεκαπεντάλεπτο της φήμης σου. Απόδειξη; Κάθομαι τώρα και σου γράφω».

Καιρό είχα να διαβάσω ένα επιστολικό μυθιστόρημα, κάποτε ήταν μια συνήθης λογοτεχνική τεχνική, πια μοιάζει αφημένη στο παρελθόν της, ίσως γιατί τώρα πια δεν διαθέτει ένα κύριο χαρακτηριστικό της, όπως είναι η αναμονή της απάντησης, του χρόνου που μεσολαβούσε από απάντηση σε απάντηση, αφού, σήμερα, η ανταλλαγή ηλεκτρονικών μηνυμάτων, έστω και μακροσκελών, έχει μετατραπεί σε μια στιγμιαία υπόθεση, το πάτημα ενός κουμπιού αρκεί. Η αμεσότητα αυτή προσθέτει, ωστόσο, μια άλλη παράμετρο, εκείνη της εν θερμώ αντίδρασης, συχνά υπό το βάρος των καιρικών φαινομένων που επικρατούν κατά τη δεδομένη εκείνη στιγμή. Θέλω να πω πως αν η Ρεμπεκά Λατέ έπρεπε να γράψει σε χαρτί την απάντηση και ύστερα να βρει τον χρόνο να την ταχυδρομήσει, ίσως και να το μετάνιωνε, για χίλιους λόγους διαφορετικούς μεταξύ τους, και να τσαλάκωνε σε μια μπάλα χάρτινη την επιστολή και να δοκίμαζε τις ικανότητές της στην καλαθοσφαίριση. Όμως, εκείνη απάντησε και εκείνος απάντησε και το μυθιστόρημα αυτό γεννήθηκε.

Το Αγαπητέ μαλάκα εκδόθηκε το 2022, ο αφηγηματικός χρόνος της ιστορίας είναι σχεδόν ταυτόχρονος, η περίοδος της πανδημίας, το Παρίσι που ξάφνου βουβάθηκε και ο χρόνος πήρε άλλες διαστάσεις, το κίνημα metoo πρωταγωνιστεί στη δημόσια σφαίρα, ενώ η επέλαση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης συνεχίζεται με αμείωτο ρυθμό και ένταση. Σε αυτά θα ήθελα να προσθέσω και κάτι που συμπεριέλαβα ως σχόλιο στο κείμενό μου για το Βερνόν Σουμπουτέξ και είχε να κάνει με το γεγονός πως στα μάτια μου η πρόζα της Ντεπάντ διαθέτει μια προκλητικότητα που μου θύμισε τον, έντονης πολεμικής, Μισέλ Ουελμπέκ. Κάποια κομμάτια της τριλογίας θα είχαν βρεθεί στο στόχαστρο αν είχαμε να κάνουμε με λευκό, δυτικό και άντρα συγγραφέα, πόσο μάλλον αν ήταν συστατικό κάποιου βιβλίου τού ίσως πιο αμφιλεγόμενου συγγραφέα της εποχής μας.

Η πρόκληση υπάρχει σε υψηλή συγκέντρωση και εδώ. Είναι ο τρόπος της Ντεπάντ να δηλώσει το προφανές, οι ιδέες και η θεωρία δεν είναι μονοσήμαντες, όχι τουλάχιστον αυτές που ευελπιστούν να αποτυπώσουν τον κόσμο γύρω τους, να προβληματίσουν και ίσως να ωθήσουν στην αλλαγή. Το προσκλητήριο απαντάται από ετερογενή μέλη που για τους δικούς τους λόγους νιώθουν πως ανήκουν εκεί, όμως, αργά ή γρήγορα, θα αντιληφθούν, δυστυχώς, πως τα κοινά γνωρίσματα είναι ελάχιστα σε σχέση με τις κόκκινες γραμμές. Ο φεμινισμός είναι ένα καλό παράδειγμα αυτού. Εξ ου και οι αμέτρητες εκφάνσεις του, οι διαφοροποιήσεις μεταξύ ομάδων και μεμονωμένων προσώπων που από μακριά, χωρίς ιδιαίτερη σκέψη και προσοχή, μοιάζουν να ταυτίζονται, με πρώτο και κύριο το γεγονός πως το να είσαι γυναίκα δεν σε τοποθετεί αυτόματα εντός του φεμινιστικού αγώνα. Η Ντεπάντ αποτυπώνει αυτές τις ιδιαιτερότητες χωρίς διάθεση για στρογγύλεμα και ανέξοδες γενικεύσεις, η πρόκληση δεν είναι για την πρόκληση, αλλά για την αποτύπωση της συγχρονίας και της πολυπλοκότητας της ανθρώπινης φύσης και κοινωνίας. Δεν γυρεύει το άσπρο μαύρο της αποδοχής ή της απόρριψης, αλλά επιθυμεί να διασκορπιστεί στις μεταξύ τους αποχρώσεις.

Η υποκειμενικότητα δεν περιορίζεται άλλωστε στην άρθρωση της θεωρίας αλλά επεκτείνεται και στην πρόσληψή της και αυτό δεν θα μπορούσε να απουσιάζει από ένα μυθιστόρημα που στοχεύει στην κοινωνική αποτύπωση του σημερινού κόσμου. Η Ντεπάντ μοιάζει να λέει πως στη θεωρία και στην ασφάλεια της απόστασης όλα μοιάζουν απλά, αντίχειρας πάνω ή αντίχειρας κάτω, ωστόσο, η πρακτική της ζωής περιπλέκει τα πράγματα, μας φέρνει αντιμέτωπους με τον ίδιο μας τον εαυτό και τις μονομπλόκ ιδέες που τον απαρτίζουν, καλούμαστε να επαναλάβουμε, όσο και αν το μισούμε κάτι τέτοιο, πολλά ναι μεν αλλά, και το συμπαγές θεωρητικό μας υπόβαθρο γεμίζει ραγισματιές, καθώς όλα εν τέλει αποδεικνύονται σχετικά και υπό διαρκή αίρεση και πιθανή αναθεώρηση. Παρότι φαινομενικά κάτι τέτοιο δεν συνάδει με την πρόζα της Ντεπάντ, υπάρχει μια ανθρωπιστική δήλωση σε αυτή την πρόκληση, η παρατήρηση πως ο κόσμος είναι αρκούντως περίπλοκος για μια διέλευση χωρίς πληγές και τραύματα στον προσωπικό μας καμβά, χωρίς υποχωρήσεις και συμβιβασμούς, ιδιαίτερα στη σκιά της άμεσης αντίδρασης που ο ψηφιακός κόσμος επιβάλλει, χωρίς να δίνει τον χρόνο να πλησιάσουμε και να παρατηρήσουμε με προσοχή, έτσι όπως το καρουζέλ διαρκώς περιστρέφεται με νέες εικόνες που απαιτούν την αποδοχή ή την απόρριψη με το πάτημα ενός μόνο κουμπιού επιδοκιμασίας ή μη, σε μια στρεβλή ρωμαϊκή αρένα.

Πέρα από τη δεδομένα ικανή πρόζα, το Αγαπητέ μαλάκα χαρακτηρίζεται και από μια ζηλευτή αποφυγή κοιλιάς ή κόπωσης, η Ντεπάντ πετυχαίνει με ευκολία να υπηρετήσει τον επιστολικό χαρακτήρα του μυθιστορήματος, χωρίς να πληγωθεί από τους αναπόφευκτους ειδολογικούς περιορισμούς, προσφέροντας αναγνωστική απόλαυση παράλληλη των σκέψεων και της συναισθηματικής κυρίως αντίδρασης επί του περιεχομένου. Τα πρόσωπα της ιστορίας κάθε άλλο παρά ηρωικά χαρακτηριστικά διαθέτουν, η επιστολική μορφή, που επιτρέπει και φροντίζει την εξομολόγηση, την αφαίρεση ενός τουλάχιστον αριθμού από μάσκες, εξυπηρετεί αυτό το γύμνωμα που η Ντεπάντ στοχεύει για τους χαρακτήρες της, που καταφέρνουν να υπερβούν τη στερεοτυπία της περιγραφής τους, όχι για να φανούν αληθοφανείς, αλλά για να ενσωματώσουν την πολυπλοκότητα της εποχής σε αντιδιαστολή με την ταχύτητα στην εκφορά απόλυτης και τελεσίδικης γνώμης επί παντός επιστητού: σχολιάζω στα σόσιαλ και γι' αυτό υπάρχω.

Καμία διάθεση για διδακτισμό και ηθικοπλασία, άπαντες, πρόσωπα και αναγνώστες, μένουν αβοήθητοι, δυσκολεύονται να βρουν να δέσουν με ασφάλεια σε ένα γνώριμο λιμάνι, απομένουν να μετεωρίζονται διαρκώς αμφίθυμοι, ακόμα και απέναντι στον ίδιο τους τον εαυτό. Ούτε όμως κάποιου είδους πλύση σε υψηλή θερμοκρασία, η Ντεπάντ νιώθει άνετα στον ρόλο της συγγραφέως και δεν επιθυμεί την δικαστική, κοινωνιολογική ή ηθική φιλοσοφία ως αναχωρητικό αποκούμπι επί του οποίου θα σταθεί και θα αγορεύσει στο συγκεντρωμένο πλήθος. Αν νιώθετε σίγουροι για τις ιδέες και τη θεωρία σας, ίσως να μην είναι για εσάς αυτό το μυθιστόρημα, ή ίσως, τώρα που το σκέφτομαι, να είναι κυρίως για εσάς τους εγώ ξέρω.

υγ. Για το Βερνόν Σουμπουτέξ έγραφα αυτά.

Μετάφραση Γιώργος Καράμπελας
Εκδόσεις Στερέωμα

Δευτέρα 4 Μαρτίου 2024

Βερνόν Σουμπουτέξ - Virginie Despentes

Στην ανασκόπηση των δέκα καλύτερων βιβλίων που δεν διάβασα το '23 συμπεριέλαβα την τριλογία Βερνόν Σουμπουτέξ της Βιρτζινί Ντεπάντ. Ανάμεσα σε άλλα, έγραφα: «Το πρώτο μέρος κυκλοφόρησε το 2019, το δεύτερο το 2022, το τρίτο τον περασμένο Νοέμβριο. Ενδιάμεσα έγινε και τηλεοπτική σειρά. Αντιστάθηκα στις σειρήνες ποντάροντας σε μια ενιαία αναγνωστική απόλαυση που δεν θα έπεφτε θύμα της λήθης. Χίλιες τριακόσιες περίπου σελίδες με περιμένουν, ίσως να είναι το πρώτο από τα δέκα που θα πιάσω στα χέρια μου, ίσως και να είναι το πρώτο βιβλίο της χρονιάς, ναι, τέτοιες είναι οι προσδοκίες που έχω!».

Προσδοκίες που δεν στηρίζονταν κάπου παρά σ' ένα ένστικτο. Κάποια σκόρπια θετικά σχόλια, κυρίως για το πρώτο μέρος, και ένα όμορφο εξώφυλλο, αυτά είχα στα χέρια μου· το υπολειπόμενο μέρος για τη δημιουργία αναγνωστικής επιθυμίας το κατέλαβε η διαίσθηση. Συμβαίνει συχνά. Η διευκρίνηση σχετικά με την προέλευση του ονόματος Βερνόν Σουμπουτέξ, ο συνδυασμός, δηλαδή, του ονόματος του Αμερικανού συγγραφέα που επινόησε ο πολυσχιδής Μπορίς Βιάν και της εμπορικής ονομασίας ενός υποκατάστατου της ηρωίνης, προσέθεσε κάποιες επιπλέον γραμμές στον υποκειμενικά και αυθαίρετα σκιαγραφημένο ορίζοντα προσδοκιών, λίγο πριν το γύρισμα της πρώτης σελίδας. Έτσι μπήκα στην ανάγνωση αυτή.

Ο Βερνόν Σουμπουτέξ, που κάποτε διατηρούσε ένα δισκοπωλείο, βρίσκεται στον δρόμο από τη μια στιγμή στην άλλη, αποτέλεσμα ενός σταδιακού οικονομικού ξεπεσμού. Η κρίση και η ψηφιακή εποχή της μουσικής επέφεραν το καθοριστικό πλήγμα στο μαγαζί, ακολούθησε η εκποίηση του εμπορεύματος πριν από το οριστικό λουκέτο. Η έξωση από το σπίτι που νοικιάζει συμβαίνει με συνοπτικές διαδικασίες. Πιστεύοντας πως πρόκειται για μια προσωρινή αναποδιά, ο Βερνόν μαζεύει λίγα από τα υπάρχοντά του και γυρεύει καταφυγή σε κάποιο φιλικό σπίτι. Ωστόσο σύντομα θα βρεθεί να μένει στον δρόμο, ένας ακόμα κλοσάρ στους παρισινούς δρόμους, που εξαρτάται από τη φιλανθρωπία των περαστικών και τα τερτίπια του καιρού. Ανάμεσα στα πράγματα που πήρε από το σπίτι του είναι και οι βιντεοκασέτες ενός νεκρού εδώ και λίγο καιρό ροκ σταρ, οι οποίες, κατά ισχυρισμό του, αποτελούν μια άτυπη αυτοβιογραφική διαθήκη. Το κύκλωμα νεκρολογιών τίθεται σε εγρήγορση, υποψήφιοι συγγραφείς-βιογράφοι εμφανίζονται, αλλά δεν είναι οι μόνοι, κάποιοι ακόμα γυρεύουν να πάρουν στα χέρια τους το υλικό, θεωρώντας πως κινδυνεύουν από τις αποκαλύψεις που πιθανόν να περιλαμβάνονται σ' αυτό. Η μυστηριώδης αυτοκτονία (;) μιας πρώην ιερόδουλης περιπλέκει περαιτέρω τα πράγματα. Σύντομα, γύρω από τον Βερνόν θα δημιουργηθεί μια ετερόκλητη ομάδα ατόμων, καθένα από τα οποία έχει τους δικούς του λόγους και βλέψεις, τη δική του ιστορία. Αυτή είναι σε αδρές γραμμές η κεντρική υπόθεση της τριλογίας αυτής, χωρίς περαιτέρω σπόιλερ.

Η Ντεπάντ, εφορμώντας από την έξωση και μετοίκηση στον δρόμο του Βερνόν, στήνει ένα πολυπρόσωπο μυθιστόρημα, δίνοντας τον ρόλο του ξεναγού σ' έναν παντογνώστη αφηγητή. Η δράση λαμβάνει χώρα κυρίως στο Παρίσι, λίγα μόλις χρόνια πριν, σε μια εποχή που τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης παίζουν καθοριστικό ρόλο, καθοριστικότερο απ' όσο οι χρήστες τους μπορούν να φανταστούν. Ο ρεαλισμός που αντανακλά την πραγματικότητα, παρότι πρόσωπα και καταστάσεις μοιάζουν να είναι επινοημένα, είναι το σημαντικότερο προτέρημα του μυθιστορήματος, η καταστατική συγγραφική επιδίωξη, η οξυδερκής και λοξή συγγραφική ματιά στα πράγματα. Η Ντεπάντ, με μια χειμαρρώδη αφήγηση, μεταφέρει τον αναγνώστη στο ελάχιστα γοητευτικό εκ του σύνεγγυς Παρίσι, τη ζοφερή συνθήκη των δρόμων του, τη μοναξιά και τις κοινωνικές αντιφάσεις, την άνοδο της ακροδεξιάς ρητορικής, το τέλος της αισιοδοξίας και της προσμονής για καλύτερες μέρες, χωρίς ωστόσο να υποτάσσεται στην ολοκληρωτική ήττα. Καθοριστική αποδεικνύεται η αποφυγή της όποιας αγιοποίησης, θυματοποίησης ή ηρωοποίησης προσώπων και καταστάσεων εκ μέρους του αφηγητή, ο οποίος διατηρεί την απαραίτητη συναισθηματική απόσταση από τα πρόσωπα της πλοκής.

Η πρόκληση είναι μια σημαντική συνισταμένη εδώ. Πρόκληση στο όριο της πρόκλησης για την πρόκληση. Η Ντεπάντ διαρκώς φλερτάρει με την υπέρβαση της λεπτής αυτής διαχωριστικής γραμμής. Πρόκληση που ο τρόπος με τον οποίο η συγγραφέας τη μετέρχεται φέρνει στο μυαλό του αναγνώστη κάτι από το σύμπαν του Ουελμπέκ, εκκινώντας ωστόσο κατά κανόνα από πιο προοδευτικές θέσεις και κινούμενη σε κατώτερα κοινωνικά στρώματα, με την πλειοψηφία των προσώπων να βρίσκεται στο κάτω τμήμα της μεσαίας τάξης, που τα τελευταία χρόνια δοκιμάζεται αρκετά. Έχει ενδιαφέρον, στο σημείο αυτό, να σταθεί κανείς απέναντι στους δύο συγγραφείς, να επιχειρήσει να διακρίνει το ενδοκειμενικό από το εξωκειμενικό, τι περιλαμβάνουν τα βιβλία τους και τι φωτίζεται με βάση εκείνα που γνωρίζουμε για το ποιόν της Ντεπάντ και του Ουελμπέκ, πόσο διαφορετική είναι η ανάγνωση και η πρόσληψη όταν πίσω από το διφορούμενο βρίσκεται μια γυναίκα συγγραφέας, και μάλιστα φεμινίστρια, και όχι ένας λευκός, άντρας συγγραφέας, με το προνόμιο του ξεκάθαρο. Ο σκοπός μοιάζει να είναι κοινός, η πρόκληση, η ενόχληση, το ξεβόλεμα, η διάρρηξη του φαντασιακού υμένα, ο ωμός ρεαλισμός, η σκληρή πραγματικότητα, η απομάγευση, η αλλεργία μιας αναχωρητικής λογοτεχνίας· τι συμβαίνει ωστόσο με την αναγνωστική πρόσληψη αλλά και τη λογοτεχνική αξιολόγηση;

Νιώθω πως η απόφασή μου να περιμένω την ολοκλήρωση της τριλογίας πριν από την ανάγνωση δικαιώθηκε πλήρως. Η Ντεπάντ κατασκευάζει έναν αμφίθυμης υφής και σύστασης σύμπαν στο οποίο ο αναγνώστης, καθώς οι σελίδες γυρνούν, ολοένα και βυθίζεται, αποκτώντας συμπάθειες και αντιπάθειες για τα πρόσωπα της πλοκής όπως αυτά εναλλάσσονται από κεφάλαιο σε κεφάλαιο· ο κόσμος τους γίνεται και δικός του κόσμος. Σε μια ανάγνωση σπαστή, με την παρέλευση ικανού χρόνου στο μεταξύ, αυτή η αίσθηση δεν θα ήταν μάλλον δυνατόν να υπάρξει. Ίσως εξαιτίας αυτού κάποιοι αναγνώστες να απογοητεύτηκαν από το δεύτερο ή το τρίτο μέρος, αφού τα μέρη δεν είναι αυτοτελή αλλά συνέχεια της ίδιας ιστορίας που, παρά την ταχύτητα στην αφήγηση,  διαθέτει κάτι το βραδύκαυστο, έτσι όπως οι συνθήκες μεταβάλλονται. Η εμπειρία των τηλεοπτικών σειρών συνηγορεί στην επιβεβαίωση μιας τέτοιας υπόθεσης, το μπες βγες, ανάμεσα στους διαφορετικούς κύκλους, δεν βοηθάει στην απρόσκοπτη και συνεχή πρόσληψη του έργου, πόσο μάλλον τη διατήρηση της ατμόσφαιρας και του μικροκλίματος.

Αναπόφευκτα, το μυθιστόρημα δεν είναι σφιχτοδεμένο ή τουλάχιστον κάτι τέτοιο δεν αποτελεί το κυρίως χαρακτηριστικό του, πολυπρόσωπο και με αρκετές υποϊστορίες να διασταυρώνονται και να το συνθέτουν λογικό είναι να έχει κομμάτια πιο αδύναμα, ανάλογα και με το αναγνωστικό γούστο. Εκείνο ωστόσο που λειτουργεί εξισορροπιστικά είναι το έντονο αφηγηματικό νεύρο που το διατρέχει, κάτι το οποίο πιστώνεται στη συγγραφέα και καθορίζει εν πολλοίς την αναγνωστική εμπειρία, νεύρο ανατροφοδοτούμενο με τη μουσική που είναι διαρκώς παρούσα. Μιλώντας παραπάνω για την απομαγευμένη πραγματικότητα, νιώθω την ανάγκη να διευκρινίσω πως το Βερνόν Σουμπουτέξ δεν πάσχει από παρελθοντολαγνεία, η συγχρονία δίνεται με όρους ανεξάρτητους και όχι συγκριτικούς με μια περασμένη εποχή κατά την οποία όλα ήταν καλώς καμωμένα. Η Ντεπάντ στέκεται απέναντι στην παροντική συνθήκη και την διαχειρίζεται χωρίς μελοδραματισμό, κάτι το οποίο εντείνει τη ρεαλιστική συνθήκη, ενώ ο επίλογος με τον οποίο κλείνει την αφήγηση είναι ανατρεπτικός και αρκούντως λειτουργικός.

Είχα ανάγκη από μια μεγάλη αφήγηση, από μια παράλληλη πραγματικότητα, να βυθιστώ στις σελίδες και να παρακολουθήσω την ιστορία αυτή. Κάποια στιγμή θα επιδιώξω να δω και τη σειρά, όχι όμως ακόμα, με την ανάγνωση νωπή. Και κάτι τελευταίο: η ανάγνωση δεν μου δημιούργησε την αίσθηση πως το βιβλίο γράφτηκε με άμεσο στόχο την τηλεοπτική του μεταφορά, σε μια εποχή που κάτι τέτοιο αποτελεί σχεδόν τον κανόνα, αλλά πως αυτό ήταν κάτι δευτερογενές. Προσδοκίες δικαιωμένες.

υγ. Θυμήθηκα, λόγω του νεύρου στην αφήγηση, δύο ακόμα γαλλικά βιβλία: το Ζήσε γρήγορα της Brigitte Giraud (περισσότερα εδώ) και το Love me tender της Constance Debré (περισσότερα εδώ). Για τα βιβλία του Ουελμπέκ, ένα πρώτο νήμα εδώ. Τα δέκα καλύτερα βιβλία που δεν διάβασα το '23 τα βρίσκετε εδώ.

Μετάφραση Ρίτα Κολαΐτη (πρώτος και δεύτερος τόμος), Χαρά Σκιαδέλλη (τρίτος τόμος)
Εκδόσεις Στερέωμα

Πέμπτη 8 Ιουνίου 2023

Ο θάνατος του Βιβέκ Ότζι - Akwaeke Emezi

Η αλήθεια είναι πως δεν περίμενα ένα μυθιστόρημα όπως αυτό που τελικά διάβασα, άλλος ήταν ο ορίζοντας προσδοκιών που είχα φροντίσει να σχηματίσω πιάνοντας στα χέρια μου το βιβλίο του Ακουέκε Εμέζι, γεννημένου το 1987 στη Νιγηρία, που πια ζει και δημιουργεί στη Νέα Υόρκη. Δεν αναφέρομαι τόσο στα ποιοτικά χαρακτηριστικά του μυθιστορήματος όσο στα τεχνικά, στον τρόπο με τον οποίο επιλέγει να αφηγηθεί τον θάνατο του Βιβέκ Ότζι. Εδώ και κάποια χρόνια, η queer λογοτεχνία έχει σε μεγάλο βαθμό ταυτιστεί με την αυτομυθοπλασία. Ο θάνατος του Βιβέκ Ότζι, ωστόσο, δεν είναι μια τέτοια περίπτωση. «Έκαναν στάχτες την αγορά τη μέρα που πέθανε ο Βιβέκ Ότζι», έτσι ξεκινάει το μυθιστόρημα αυτό, τοποθετώντας τον χρόνο προς το τέλος της ιστορίας, τη μέρα των μεγάλων ταραχών στην πόλη, όταν η μητέρα θα βρει το άψυχο σώμα του παιδιού της στην είσοδο του σπιτιού.

Αρχή η οποία δημιουργεί μια σειρά από ερωτήματα που θα συνοδεύσουν τον αναγνώστη παράλληλα με την ανάληψη της ιστορίας του νεκρού· ο δολοφόνος, ο τρόπος και η αιτία, κυρίως. Έτσι, το μυθιστόρημα αποκτά μια επίγευση αστυνομικής λογοτεχνίας, η αναζήτηση του ενόχου, οι συνθήκες υπό τις οποίες έγινε η δολοφονία, η απόπειρα να διαλευκανθεί η υπόθεση αυτή, οι «καταθέσεις» των μαρτύρων. Η επιλογή αυτή θα προσδώσει ένα υπόστρωμα σασπένς σε μια ιστορία εξαρχής τραγική και θλιβερή, μια επιλογή καθοριστική για τον τρόπο με τον οποίο γίνεται η κατασκευή. Στο πλευρό του παντογνώστη αφηγητή θα τεθούν, σε πρώτο πρόσωπο, οι αφηγήσεις του νεκρού και του ξαδέρφου του, Όζιτα, καίριες και καθοριστικές παρεμβολές στη διαδοχή των κεφαλαίων. Το Εμέζι, δεξιοτεχνικά, θα προβεί σε διαρκή αφηγηματικά μπρος πίσω, πιάνοντας το νήμα από την αρχή, από τους γονείς του Βιβέκ σε νεαρή ηλικία, φτάνοντας μέχρι το αφηγηματικό παρόν, όταν εκείνοι θα έχουν πια ένα νεκρό παιδί να θρηνήσουν, κυριευμένοι από ερωτήματα και ενοχές, από δεκάδες τι θα είχε συμβεί εάν είχαν κάνει το ένα ή το άλλο, αν, κυρίως, είχαν καταφέρει να κατανοήσουν καλύτερα το ίδιο τους το παιδί.

Με έναν μετρημένο λυρισμό και με έναν απαραίτητο ρεαλισμό, η ιστορία ξεδιπλώνεται μπροστά στα μάτια του αναγνώστη, μια καλοκουρδισμένη αφήγηση που η επιλογή της τριτοπρόσωπης, εκ φύσεως αποστασιοποιημένης, αφήγησης απαλλάσσει το μυθιστόρημα από τον ασφυκτικό συναισθηματικό εξαναγκασμό, που στέκει διαρκώς παραστάτης στο κατώφλι, χωρίς ωστόσο να στερεί τίποτα από την τραγικότητα της ιστορίας. Μην πέφτοντας στην παγίδα αυτή, δημιουργείται ο απαραίτητος χώρος για την αφήγηση, αλλά και το μπόλιασμα όλων των σημαντικών ερωτημάτων που αναδύονται κατά την προώθηση της πλοκής και τη συμπλήρωση των κομματιών. Μοιάζει να είναι οι γονείς του Βιβέκ οι κύριοι αποδέκτες της αφήγησης αυτής, τα δικά τους κενά καλύπτει ο παντογνώστης αφηγητής σε αυτή την ιδιότυπη εκ του μηδενός σχεδόν γνωριμία τους με τον νεκρό πια παιδί τους, την πρόσβαση στον σύνθετο συναισθηματικό του κόσμο, στον τρόπο με τον οποίο βίωνε το ίδιο του το σώμα και τη σύντομη καθημερινότητά του στη γη. Ο αναγνώστης παίρνει τον ρόλο ενός αυτόπτη μάρτυρα αυτής της αποκάλυψης, στα μάτια τους βλέπει τον ιριδισμό του λευκού του θανάτου.

Η ιστορία του Βιβέκ δεν θα μπορούσε να είναι ανεξάρτητη από το πλαίσιο της νιγηριανής κοινωνίας, τα δικά της όρια είναι εκείνα που εν πολλοίς διαμόρφωναν το ασφυκτικό πλαίσιο εντός του οποίου κινήθηκε μέχρι τη μέρα της δολοφονίας του. Τα στερεότυπα και τα συντηρητικά αντανακλαστικά τού έτσι τα βρήκαμε έτσι τα μάθαμε έτσι θα τα αφήσουμε θα αποτελέσουν τις παρωπίδες που στερούσαν την καθαρή ματιά από το οικογενειακό περιβάλλον του νεκρού, αλλά ταυτόχρονα επέτειναν και την αγωνία του ίδιου του Βίβεκ στην απόπειρά του να κατανοήσει και να επανασυνθέσει τον ίδιο του τον εαυτό, δοκιμάζοντας και τα δικά του όρια, την ίδια στιγμή που οι συνομήλικοί του, κάποια εξ αυτών και σίγουρα όχι όλοι, διαισθητικά αντιλαμβανόντουσαν περισσότερα πράγματα. Εντούτοις, το μυθιστόρημα αυτό δεν αποτελεί ένα απευθείας μεγάλο κατηγορώ προς την κοινωνία και τις αγκυλώσεις της, το Εμέζι επιμένει στην ίδια την ιστορία του νεκρού, που βάδισε εν πολλοίς στα τυφλά, οδηγημένος από το ίδιο του το σώμα, επιτρέποντας ταυτόχρονα στους γονείς να θρηνήσουν χωρίς να τους φορτώνει το σύνολο των κατηγοριών. Η αφήγηση πλησιάζει στον Βιβέκ, λειτουργεί με τον ίδιο τρόπο, παγιδευμένη στον κοινωνικό ιστό, αποφασισμένη, ωστόσο, να αναζητήσει τα όρια και την προσωπική ελευθερία, να γυρέψει την απόλαυση στο δικό του μονοπάτι. Και αυτή η σύγκλιση είναι καθοριστική για τον μη αποπροσανατολισμό του αναγνώστη από το επίκεντρό της ιστορίας αυτής, από τον, νεκρό πια, πρωταγωνιστή.

Επιστρέφοντας, μετά το τέλος της ανάγνωσης, στα ερείπια του ορίζοντα προσδοκιών που είχα κατασκευάσει, διακρίνω, ανάμεσα σε άλλα, την προσδοκία να εντοπίσω λογοτεχνικές αρετές σε μια έντονα βιωματική ιστορία που αναπόφευκτα θα έπαιρνε τον πρώτο ρόλο και θα επιζητούσε τη σύγκρουση με τα προνόμιά μου, που θα επιδίωκε να πλήξει το συναίσθημα και να ξεγελάσει την αναγνωστική μου κρίση. Αντί κάποιων εξ αντανακλάσεως λογοτεχνικών αρετών, παρεπόμενων και δευτερευουσών, Ο θάνατος του Βιβέκ Ότζι με διέψευσε πανηγυρικά, καθώς οι λογοτεχνικές αρετές διόλου παρεπόμενες της ιστορίας δεν ήταν, αντίθετα ήταν παρούσες διαρκώς και με τρόπο καθοριστικό για τη σύλληψη και την εκτέλεση του συγγραφικού οράματος. Το μυθιστόρημα είναι φτιαγμένο από υλικά πρώτης διαλογής, με συγκεκριμένο σχέδιο και όχι αφημένο στο ένστικτο και το συναίσθημα, οικοδομημένο σε βάσεις στέρεες, με συγγραφικές αποφάσεις καθοριστικής λειτουργικής αξίας και όχι για χάρη ενός στείρου, με χαρακτηριστικά κομήτη, εύκολου μα κενού εντυπωσιασμού. Ο θάνατος του Βιβέκ Ότζι γυρεύει το ενδιαφέρον και την προσοχή του αναγνώστη χωρίς να προτάσσει την queer φύση του, δεν ζητάει εκπτώσεις, δεν κρατάει παντιέρα τον δικαιωματισμό, αντίθετα έχει περισσό, καλώς εννοούμενο, θράσος να κατεβεί στη γενική κατηγορία της λογοτεχνίας και όχι σε κάποια ειδική υποκατηγορία μικρότερου ανταγωνισμού. Παρεπόμενα είναι εδώ όσα εκ της λογοτεχνίας εκπορεύονται· η συγχρονία, η συντήρηση, το φύλο, η αποδοχή και η απόρριψη της διαφορετικότητας. Όπως επίσης το μυθιστόρημα δεν θέτει ως στρατηγικό σκοπό την πώληση εξωτικότητας, κάτι, εκ των προτέρων πιθανό, καθώς η ιστορία διαδραματίζεται σε ένα ανοίκειο περιβάλλον όπως αυτό της Νιγηρίας. Και ενταγμένο σε αυτό, το γλωσσικό κράμα της αγγλικής γλώσσας μπολιασμένης με διάφορα τοπικά δάνεια λειτουργεί περίφημα.

Σκέφτομαι, κλείνοντας, πόσο παράτολμη, αν και αναπόφευκτη, πράξη είναι η εκ των προτέρων σκιαγράφηση ενός λεπτομερούς ορίζοντα προσδοκιών, πόσο επίφοβο είναι να εξαντλήσει στην αυθαιρεσία της την ίδια την επιθυμία για ανάγνωση, να αποκλείσει, τελικά, τον αναγνώστη από ένα τέτοιο βιβλίο κάνοντάς τον να πιστεύει πως ξέρει από τα πριν τα πάντα. Όχι, δεν τα ξέρει.

υγ. Ο Βιβέκ μου θύμισε έντονα τον Έρικ από το Sex education. Μια σειρά, σαφέστατα εκτός των ορίων των ενδιαφερόντων μου, που τόσο πολύ μου άρεσε.

Μετάφραση Βίβιαν Στεργίου
Εκδόσεις Στερέωμα

Δευτέρα 20 Φεβρουαρίου 2023

R.I.F. - Μαρία Γιαγιάννου

Ο σύγχρονος τρόπος μέσω του οποίου οι νέες εκδόσεις αναδύονται στον ψηφιακό κόσμο, κυρίως σε αυτόν των κοινωνικών δικτύων, είναι τέτοιος που αρκετές φορές επιβάλλει τη δημιουργία προσδοκιών, γεγονός που σε έναν καθάρια αναλογικό κόσμο θα ήταν εύκολο να αποφύγει κανείς, μη διαβάζοντας το οπισθόφυλλο ή μη διατρέχοντας τα σχετικά άρθρα στην εφημερίδα, αρκούμενος απλώς στη διαίσθηση και την πρότερη επαφή με το έργο ενός δημιουργού. Ωστόσο, κι εγώ ήμουν επιρρεπής.

Πριν δύο χρόνια, λίγο μετά τον σεισμό, διάβασα Το μέλος φάντασμα, και το βιβλίο αυτό, παρά την εγκεφαλική και μεταμοντέρνα κατασκευή μού μίλησε με έναν τρόπο συναισθηματικό, ελάχιστα αναμενόμενο, ίσως γιατί και εμένα επέμενε να με ενοχλεί κάτι παρότι έλειπε, καίτοι δεν έλαβε σάρκα και οστά, επιλέγοντας να μην εμφανιστεί, αφήνοντας πίσω του την αύρα ενός αναπάντητου τι θα συνέβαινε εάν να τρεμοπαίζει στο βάθος της ύπαρξης. Επιρρεπής, λοιπόν, στις προσδοκίες που τα ψηφιακά παραφερνάλια της κυκλοφορίας του R.I.F. κόμισαν, φρόντισα, μάλλον ασυνείδητα, να πείσω τον εαυτό μου πως αυτό, το καινούργιο βιβλίο της Γιαγιάννου, ανήκε επίσης στη μεταμοντέρνα λογοτεχνία, γεγονός που αναπόφευκτα καθόρισε τον αναγνωστικό ορίζοντα, αλλά και τις ανάγκες που η ανάγνωση όφειλε να κατευνάσει.

Ο θάνατος στο φέισμπουκ, έτσι υποτιτλίζει η Μαρία Γιαγιάννου το τελευταίο της βιβλίο, που κυκλοφόρησε πέρυσι προς τα τέλη της εκδοτικής χρονιάς από τις εκδόσεις Στερέωμα. Τι και αν η συγγραφέας, από την εισαγωγή κιόλας, από τον Προϊδεασμό, όπως η ίδια την τιτλοφορεί, φροντίζει να διευκρινίσει: Η σύνθεση που ακολουθεί έχει υβριδική μορφή – κυκλοφορεί με κεφάλι δοκιμίου, σώμα μυθοπλασίας και ποιητικά φτερα. Εγώ τον χαβά μου. Οι ανάγκες απαιτούσαν, οι προσδοκίες ήταν απαραίτητες. Όλο ετοιμάζω και όλο αναβάλλω ένα κείμενο σχετικά με την ευθύνη του αναγνώστη και το παραπάνω σχεδίασμα προσδοκιών είναι ένα τέτοιο παράδειγμα, κατά το οποίο, εν πολλοίς αυθαίρετα, ή ίσως παρασυρμένος, μάλλον αδικαιολόγητα, από τις στρατηγικές ψηφιακής προώθησης, αλλά και, κυρίως, από τις δικές μου ανάγκες, εγώ ανέμενα ένα μεταμοντέρνο μυθοπλαστικό έργο και αντί αυτού συνάντησα ένα μεταμοντέρνο δοκίμιο.

Πέρασε ποτέ από το μυαλό σας ότι στο κοντινό μέλλον, ας πούμε στα επόμενα πενήντα χρόνια, ο θάνατος θα είναι πια όχι μόνο κεντρικό θέμα αλλά και πολύ ισχυρή πραγματικότητα στον πλανήτη του Facebook (όποια ονομασία κι αν θα έχει τότε);

Μικρές καταχωρήσεις στοχασμού, με φιλοσοφική αλλά και χιουμοριστική πρόθεση, συνθέτουν αυτό το πεζογράφημα, όπως η ίδια η έκδοση το βαφτίζει. Ανάμεσά τους παρεμβάλλονται κάποια επιγράμματα, μέσω των οποίων η Γιαγιάννου επιχειρεί να σκιαγραφήσει τους αντίστοιχους χαρακτήρες φανταστικών προσώπων που ο διαβάτης του ψηφιακού αυτού νεκροταφείου είναι πιθανό να αντικρίσει, πρόσωπα με τα οποία, ποιος ξέρει, ίσως και να διαδρούσε εν ζωή. Σε αυτά τα επιγράμματα η διάθεση για σάτιρα υπερισχύει, έτσι όπως επιχειρεί να αποδώσει  στους φανταστικούς νεκρούς χαρακτηριστικά αναγνωρίσιμα από τον αναγνώστη και επομένως αρκετά στερεοτυπικά.

Η Γιαγιάννου είναι εμφανές πως διαθέτει ικανή σκευή για στοχασμό στα εδάφη που η ποπ κουλτούρα συναντά τη φιλοσοφία. Θυμήθηκα τα βιβλία του Νικήτα Σινιόσογλου, ειδικά το Λεωφόρος Νάτο. Και αν η λεωφόρος που επιλέγει ο Σινιόσογλου αποτελεί μια άγνωστη κοντινή διαγράμμιση του αττικού ιστού, η Γιαγιάννου επιλέγει να περιδιαβεί ένα μονοπάτι χιλιοπατημένο, που ο μαζικός χαρακτήρας του δημιουργεί μια διάχυτη ψευδαίσθηση ατομικής γνώσης αλλά και στοχασμού, ψευδαίσθηση η οποία συνοδεύει την απλή εγγραφή στο φατσοβιβλίο. Επίσης, η Γιαγιάννου έχει επίγνωση πως σ' έναν αγώνα δρόμου μ' έναν αντίπαλο στην υπεραιχμή της τεχνολογίας, ελοχεύει το ενδεχόμενο να βρεθείς να κυνηγάς καθώς η σκόνη που εκείνος άφησε πίσω του ακόμα δεν έχει κατακάτσει. Ήδη δεν λέγεται πια Facebook αλλά Meta.

Η συγγραφέας επισημαίνει με αρκετή οξυδέρκεια αρκετές αναλογίες ανάμεσα στο φυσικό και το ψηφιακό, είτε πρόκειται για τη ζωή είτε για τον θάνατο. Λέω αναλογίες γιατί αυτές μοιάζει να απασχολούν τη Γιαγιάννου, το παρόμοιο έδαφος ανάμεσα στους δύο κόσμους, και ίσως εκεί, σε αυτό το κομμάτι τομής να βρίσκεται και η απάντηση στην ολοένα και αυξανόμενη επικράτηση του ψηφιακού χαρακτήρα της ζωής αλλά και τελικά του θανάτου. Μια κάπως παράδοξη αντικατάσταση αναλογικών συνηθειών με αντίστοιχες ψηφιακές. Είναι ένας στοχασμός που πιθανό να αντιμετωπιστεί με έναν σκεπτικισμό, βασισμένο στη φαινομενική ελαφρότητα του αντικειμένου. Ίσως γι' αυτό και η απόπειρα το βιβλίο αυτό να μην περάσει στο τμήμα με τα δοκίμια αλλά να παρεισφρήσει στην επικράτεια της λογοτεχνίας, μιας και ο υβριδικός του χαρακτήρας του επιτρέπει να ενδυθεί τον μανδύα του πεζογραφήματος. Η απόπειρα της Γιαγιάννου δεν υπόσχεται παραπάνω από αυτά που μπορεί να προσφέρει. Αυτή η ιδιότυπη τιμιότητα είναι ένα αδιαμφισβήτητο προτέρημα. Επίσης, πριν τον σκεπτικισμό, καλό είναι καθένας και καθεμία από εμάς να αναλογιστεί τη σχέση του με την ψηφιακή εκδοχή του εαυτού του, και ίσως τότε αλλάξει γνώμη, ίσως και όχι, γεγονός το οποίο επίσης παρουσιάζει αρκετό ενδιαφέρον, καθώς ο σκεπτικισμός κατά πάσα πιθανότητα θα διατυπωθεί μέσω μιας ανάρτησης στα κοινωνικά δίκτυα.

Παρά τις ανικανοποίητες αναγνωστικές προσδοκίες, βρήκα αρκετά ενδιαφέρον το κεντρικό εύρημα της κατασκευής αυτής, τη σχετικά πρωτότυπη ιδέα του ψηφιακού νεκροταφείου, απόλαυσα αρκετά τον, κατά τόπους ευφάνταστο, στοχασμό και την παιγνιώδη διάθεση στη γραφή, αλλά κυρίως τη λοξή ματιά της Γιαγιάννου σε μέρη και καταστάσεις ιδιαιτέρως γνώριμες, που ενίοτε προσδίδει ενδιαφέροντα σημεία θέασης του προφανούς. Από νωρίς, η φράση ψηφιακό φλανάρισμα έκανε την εμφάνισή της, φράση που τελικά θεωρώ πως εν πολλοίς προσδιορίζει τη θέση που το βιβλίο έλαβε εντός μου.

υγ. Για Το μέλος φάντασμα περισσότερα μπορείτε να βρείτε εδώ.

Εκδόσεις Στερέωμα

Δευτέρα 28 Φεβρουαρίου 2022

Καιρός - Jenny Offill

Οι εκδόσεις Στερέωμα, με τη μεταφραστική αρωγή της Κατερίνας Σχινά, σύστησαν πρόσφατα στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό την Αμερικανίδα συγγραφέα Τζέννυ Όφιλ μέσα από το τελευταίο μυθιστόρημά της, Καιρός. Ρίχνοντας μια ματιά στην εργογραφία της συγγραφέως, εκείνο που παρατηρεί κανείς είναι το σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα που μεσολαβεί ανάμεσα σε κάθε λογοτεχνική της εμφάνιση. Το πρώτο μυθιστόρημά της, Last things, κυκλοφόρησε το 1999, για να ακολουθήσουν το 2014 το Dept. of Speculation και το 2020 το Καιρός. Η Όφιλ γράφει επίσης βιβλία για παιδιά, επιμελείται συλλογικούς τόμους, ενώ διδάσκει κατά καιρούς σε διάφορα πανεπιστήμια.

Αφηγήτρια του Καιρού είναι η Λίζι, μια σύγχρονη γυναίκα που δοκιμάζεται καθημερινά σε διάφορους ρόλους και προκλήσεις. Σύζυγος του Μπεν, μητέρα του Ιλάι και αδερφή του Χένρυ, δουλεύει ως βιβλιοθηκάριος χάρη στην παρέμβαση της καθηγήτριας Σύλβια Λίλερ, που ήταν υπεύθυνη για τη διπλωματική της εργασία την οποία ποτέ δεν ολοκλήρωσε. Η Σύλβια δίνει διαρκώς διαλέξεις σε διάφορες πόλεις ενώ παρουσιάζει τη μελλοντολογική ραδιοφωνική εκπομπή «Ο κόσμος να χαλάσει». Λόγω ονόματος η εκπομπή έχει αποκτήσει ιδιαίτερη απήχηση σε ένα κοινό με θρησκευτικές ανησυχίες και τελολογικές βεβαιότητες. Αυτός είναι και ο λόγος που ζητάει τη βοήθεια της Λίζι· γυρεύει κάποια να αναλάβει τις απαντήσεις στα εκατοντάδες μέιλ που λαμβάνει· η Λίζι τελικώς θα δεχτεί, προσθέτοντας και αυτή την αρκετά χρονοβόρα αλλά κυρίως ψυχοφθόρα υποχρέωση στην καθημερινότητά της.

Η Όφιλ επενδύει αρκετά στον τρόπο με τον οποίο θα αφηγηθεί η Λίζι την καθημερινότητά της, επιλέγοντας μια αποσπασματική και αφαιρετική ημερολογιακή γραφή. Το αφηγηματικό αυτό εύρημα λειτουργεί θαυμάσια και κάνει το μυθιστόρημα να ξεχωρίζει. Τόσο η αποσπασματικότητα, όσο και η ημερολογιακή καταγραφή ως αφηγηματικές τεχνικές συχνά παραπλανούν για τη δυσκολία τους. Όμως, η φαινομενική αυτή ευκολία, όπως αποτυπώνεται στη ροή και τη συνοχή που τελικά και παρά την επί της αρχής αντίφαση διαθέτει η αφήγηση της Λίζι, είναι αποτέλεσμα απαιτητικής και επίμονης λεπτοδουλειάς από τη συγγραφέα. Το έντονο πρώτο πρόσωπο της αφήγησης, με τον χαρακτήρα τής προς τον εαυτό εκμυστήρευσης, λειτουργεί ως το απόλυτο και μοναδικό φίλτρο μέσω του οποίου αποτυπώνονται οι καταστάσεις και τα υπόλοιπα πρόσωπα της πλοκής, φίλτρο που επιτρέπει στον απόηχο του έξω κόσμου να περάσει στις σελίδες του μυθιστορήματος ως ένας διαρκώς παρών λευκός θόρυβος.

Ωστόσο, χωρίς το αναγκαίο περιεχόμενο η κατασκευή θα έχασκε αμήχανη και εξεζητημένη. Η Όφιλ παραδίδει έναν άρτιο κεντρικό χαρακτήρα, για τον οποίο ο αναγνώστης μοιάζει να γνωρίζει τα πάντα, ακόμα και εκείνα τα οποία δεν λέγονται. Η Λίζι, απευθυνόμενη στον εαυτό της, λειτουργεί ως παρατηρήτρια της ζωής της, δεν την ενδιαφέρει να παρουσιάσει τον εαυτό της ως ήρωα ή ως θύμα. Απαλλαγμένη από οποιαδήποτε συναισθηματική χειραγώγηση, η αφήγησή της φλερτάρει αρκετά με το autofiction, ως αναγνωστική αίσθηση, πείθοντας πως μεταφέρει μια βιωματική αλήθεια. Έτσι, η Όφιλ καταφέρνει να προσδώσει αυθεντικότητα στον ιδιαίτερο τρόπο με τον οποίο η Λίζι παρατηρεί και αντιμετωπίζει τα πράγματα και μέσα από την αυθεντικότητα αυτή να δημιουργήσει συναισθήματα ταύτισης και ενσυναίσθησης στον αναγνώστη.  

Τοποθετώντας επαγγελματικά τη Λίζι χαμηλά στην πυραμίδα μα σε διαρκή επαφή με κόσμο έξω από τη ζώνη ασφαλείας, η Όφιλ αποτυπώνει την τρέλα που επικρατεί, καθώς το new age ολοένα και κερδίζει έδαφος έναντι του ορθολογισμού, τη στιγμή που η καθημερινότητα όλο και ανεβάζει ρυθμούς, ενώ οι προειδοποιήσεις των ειδικών σχετικά με το μέλλον του πλανήτη κάθε άλλο παρά ευοίωνες είναι. Η Λίζι με οξυδέρκεια και ευφυΐα φέρνει στην επιφάνεια τον παράλογο, συχνά εξοργιστικό, χαρακτήρα της καθημερινότητας, την οποία εν πολλοίς αποδέχεται ως έχει, έτσι όπως τρέχει να προλάβει να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της ζωής μια εργαζόμενης μητέρας. Φοβάται την κλιματική αλλαγή, αναρωτιέται ποιος τόπος θα είναι φιλόξενος τα επόμενα χρόνια. Φοβάται, παρότι ανήκει στην πλευρά των προνομιούχων. Τα προνόμια της ως κατοίκου του ισχυρότερου κράτους δεν την καλύπτουν όμως συναισθηματικά. Σε αυτή τη συναισθηματική θέση της Λίζι, η Όφιλ μοιάζει να κρύβει το ολοένα και πιο επίκαιρο σχόλιο πως απέναντι στην κλιματική αλλαγή είμαστε όλοι ευάλωτοι, σχόλιο ικανό να μετατοπίσει το φεμινιστικό κέντρο βάρους του μυθιστορήματος σ' έναν πιο συλλογικό προβληματισμό.

Ο ιδιαίτερος τρόπος αφήγησης που επιλέγει η συγγραφέας, η οξυδέρκεια με την οποία η Λίζι καταγράφει την καθημερινότητά της, το διάχυτο γλυκόπικρο χιούμορ παρ' όλα αυτά, οι ολοκληρωμένοι χαρακτήρες, η συγχρονία, ο ιδιότυπος ρεαλισμός και η οικονομία λόγου και συναισθήματος χαρακτηρίζουν το μυθιστόρημα αυτό, στοιχεία που μεταξύ άλλων κάνουν το Καιρός της Τζέννυ Όφιλ να ξεχωρίζει στην πλούσια εκδοτική παραγωγή της περιόδου.

υγ. Το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο ένθετο Ανοιχτό Βιβλίο (επιμ. Μισέλ Φάις) της Εφημερίδας των Συντακτών το Σάββατο 12 Φεβρουαρίου, το λινκ για την ψηφιακή του εκδοχή βρίσκεται εδώ.

Μετάφραση Κατερίνα Σχινά
Εκδόσεις Στερέωμα

Πέμπτη 28 Μαΐου 2020

Πλατεία Χανγκόβερ - Patrick Hamilton



ΚΛΙΚ! Να το πάλι! Περπατούσε στον λόφο του Χάνσταντον και ξανάρθε... Κλικ!
   Ή μήπως η λεξούλα τσακ ή κρακ θα το περιέγραφε καλύτερα;
   Ήταν ένας θόρυβος μέσα στο κεφάλι του, κι όμως, θόρυβος δεν ήταν. Ήταν ο ήχος που κάνει ένας θόρυβος όταν σταματάει απότομα: για λίγα δευτερόλεπτα έμοιαζε να 'χει κουφαθεί. Όπως όταν φυσάς τη μύτη σου πολύ δυνατά κι ο έξω κόσμος θαμπώνει και νεκρώνεται για λίγο. Κι όμως, δεν ήταν κουφός από άποψη φυσιολογίας: απλώς, μόνο με όρους φυσιολογίας μπορούσε να αναλογιστεί τι είχε συμβεί στο κεφάλι του.
Λονδίνο, 1939. Λίγο πριν από το ξέσπασμα του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, ο ήρωάς μας, Τζορτζ Χάρβεϊ Μπόουν, κυνηγά το αντικείμενο του πόθου του. Η Νέττα, επίδοξη ηθοποιός, όμορφη και λαμπερή, αντιμετωπίζει ψυχρά και συμφεροντολογικά τον έρημο Τζορτζ, απομυζώντας του συνεχώς χρήματα, αθετώντας τις υποσχέσεις της, κοροϊδεύοντάς τον κατάμουτρα. Ο Τζορτζ, που δεν δουλεύει, έχει κάποια χρήματα στην άκρη, ενώ δεν του λείπουν και οι μέρες τύχης σε κάποιο τραπέζι χαρτοπαιξίας ή στον στοιχηματισμό αγώνων, μένει σ' ένα φτηνό ξενοδοχείο, το οποίο εγκαταλείπει κάθε μέρα νωρίς το πρωί, και αφού περάσει από διάφορες παμπ, επιστρέφει αργά στο δωμάτιο του, εκεί που μια λευκή γάτα τον περιμένει να κοιμηθούν μαζί. Ο Τζορτζ πάσχει από σχιζοφρένεια, ένα κλικ ακούγεται στο κεφάλι του, μια μαύρη κουρτίνα πέφτει και τον αφήνει γεμάτο ερωτήματα και αγωνία μέχρι να προσαρμοστεί στη νέα συνθήκη, ενώ όλες του οι αποφάσεις μένουν ανεκπλήρωτες.

Η σχιζοφρένεια του Τζορτζ αποτελεί το κυρίως εύρημα του Πάτρικ Χάμιλτον, μέσω του οποίου αφηγείται την ιστορία αυτού του κάπως αφελή τύπου, που τρέχει πίσω από το φουστάνι της αδίστακτης Νέττα. Ο Χάμιλτον είναι από τους συγγραφείς εκείνους που τα τελευταία χρόνια γνωρίζουν μια όψιμη δημοφιλία, εξέλιξη την οποία κάποιοι αποδίδουν στην έλλειψη αξιόλογης σύγχρονης παραγωγής, ενώ κάποιοι άλλοι ισχυρίζονται πως οι εκδοτικοί, ολοένα και συχνότερα πια, παίζουν το χαρτί του μοντέρνου κλασικού, εμφανίζοντας από το παρελθόν παραγνωρισμένους δημιουργούς. Όποια και αν είναι η εξήγηση, μικρή σημασία μοιάζει να έχει, καθώς το όφελος για τους αναγνώστες είναι δεδομένο. Ο Χάμιλτον, λοιπόν, γνωστός κυρίως για τα θεατρικά του έργα, πέθανε από κύρωση του ύπατος, όντας αλκοολικός. Ο κόσμος στον οποίο κινείται ο Τζορτζ, ένας κόσμος γεμάτος αλκοόλ και καπνό, του είναι αρκετά οικείος, και αποδίδεται με αληθοφάνεια ενώ και ο τίτλος Πλατεία Χανγκόβερ είναι ακριβής.

Μπορεί επομένως να ισχυριστεί κανείς πως υπάρχουν δύο Τζορτζ, που και οι δύο ποθούν και υποκύπτουν στα νάζια της Νέττα, αλλά διαφέρουν ως προς την αποφασιστικότητα. Το εύρημα αυτό καθορίζει και τα όρια του μυθιστορήματος, που κινείται ανάμεσα στη μαύρη κωμωδία και το αστικό δράμα. Ο Τζορτζ θα μπορούσε περίφημα να είναι ήρωας σε ένα από τα σκληρά βιβλία του Σιμενόν, ενώ και ο κόσμος μέσα στον οποίο κινείται είναι αντίστοιχα ασφυκτικός, με την αίσθηση πως ανά πάσα στιγμή τα πράγματα θα εξελιχθούν ακόμα πιο άσχημα, πως το τέλος δεν μπορεί να είναι ευτυχές. Αυτή η διάχυτη αίσθηση αγωνίας αναδεικνύει ταυτόχρονα την κωμική πλευρά της ιστορίας, ακριβώς γιατί η αφέλεια του Τζορτζ λειτουργεί αντιστικτικά, αποτελώντας τη βαλβίδα εκτόνωσης, αφού οι καταστάσεις στις οποίες εμπλέκεται αποκτούν μια κωμική διάσταση. Κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης προβληματίστηκα έντονα για το πώς νιώθει ο συγγραφέας για τον ήρωά του, για το αν σκοπός του είναι να τον κάνει περίγελο, αν τον λυπάται ή αν τον αγαπά βαθιά. Η αφέλεια του Τζορτζ αποτελεί στην ουσία το συγκριτικό του πλεονέκτημα σε σχέση με τους υπόλοιπους χαρακτήρες και κυρίως με τη Νέττα, αυτό που τον διαχωρίζει, που τον κάνει συμπαθητικό στα μάτια του αναγνώστη και πιθανώς εγείρει την ενσυναίσθησή του. 

Η σκληρότητα στον χαρακτήρα της Νέττα θα μπορούσε να καλύπτει την αθωότητα της Νανά του Ζολά, σε μια αυθαίρετη διακειμενική σύνδεση, σε ένα περιβάλλον όπου γενικότερα η αθωότητα έχει χαθεί. Βέβαια, διαβάζοντας σήμερα για το Λονδίνο του 1939 όλα φαντάζουν αθώα, αυτό όμως είναι μια άλλη συζήτηση. Δεν διέκρινα κάποια πρόθεση μισογυνισμού στο χτίσιμο του χαρακτήρα της Νέττα, ούτως ή άλλως ο Χάμιλτον στήνει την ιστορία του κάνοντας εκτενή χρήση του κλισέ και του στερεότυπου. Δεν επιθυμεί να πει μια καινούρια ιστορία, μια ιστορία που δεν έχει ειπωθεί ξανά. Αλλά μια ιστορία γνώριμη, λαϊκή, εκείνη του αφελή άντρα που τρέχει πίσω από μια γυναίκα που τον περιφρονεί, και όσο πιο πολύ τον περιφρονεί τόσο περισσότερο εκείνος τρέχει από πίσω της. Δεν επιχειρεί όμως να υπονομεύσει την ίδια του την επιλογή, δεν τη χρησιμοποιεί ως Δούρειο Ίππο προς μια καινούργια λογοτεχνική φόρμα, όπως πολύ χαρακτηριστικά έκανε η Λισπέκτορ για παράδειγμα. Η απλότητα της αφήγησης είναι γοητευτική, σε κάποιες στιγμές θυμίζει voice over σε βουβό κινηματογράφο, ενώ ο ρόλος του παντογνώστη αφηγητή είναι καταλυτικός, καθώς ο σχολιασμός του σηματοδοτεί τη μετάβαση από τον έναν Τζορτζ στον άλλον, από το δράμα στην κωμωδία και τούμπαλιν. Ευδιάκριτες είναι και οι θεατρικές καταβολές του συγγραφέα, τόσο ως προς την εξέλιξη της πλοκής, όσο και ως προς τη σκηνοθεσία κάποιων σκηνών εσωτερικού χώρου, ενώ και ο τρόπος με τον οποίο οδηγεί το δράμα στη λύση του είναι χαρακτηριστικός.

Μυθιστόρημα που θέλγει τον αναγνώστη, λογοτεχνία μιας άλλης, περασμένης εποχής, την οποία επιχείρησε να αναβιώσει και ο Τζόναθαν Κόου στο μυθιστόρημα του Expo 58, με μια διάθεση πιο εξωστρεφή.

υγ. Θα είχε ενδιαφέρον να διαβάσει κανείς σε αντιπαραβολή την Πλατεία Χανγκόβερ του Χάμιλτον και το Η ώρα του αστεριού της Λισπέκτορ, για να δει πώς ο καθένας χρησιμοποιεί τον λαϊκό και γνωστό χαρακτήρα της ιστορίας του. Για το βιβλίο της Λισπέκτορ περισσότερα μπορείτε να βρείτε εδώ.
υγ.2 Το Expo 58, μαζί με το Σαν τη βροχή πριν πέσει, αποτελούν δύο ιδιαίτερες στιγμές στην εργογραφία του Τζόναθαν Κόου, δύο εξαιρέσεις που επιβεβαιώνουν τον κανόνα στο corpus του συγγραφέα. Περισσότερα για το Expo 58 μπορείτε να διαβάσετε εδώ.

Μετάφραση Κατερίνα Σχινά
Εκδόσεις Στερέωμα   

Πέμπτη 13 Φεβρουαρίου 2020

Και μετά από αυτούς τα παιδιά τους - Nicolas Mathieu





Ειδήμων στη γαλλική λογοτεχνία σίγουρα δεν είμαι, αλλά νομίζω πως δεν αποτελεί κάποια παρακινδυνευμένη άποψη η προσέγγιση πως ο Μάης του '68, λογοτεχνικά τουλάχιστον, έχει κορεστεί, χωρίς αυτό να σημαίνει, σε καμία περίπτωση, πως αποκλείεται να υπάρξει κάποια εξαίρεση που να επιβεβαιώσει την πραγματικότητα αυτή. Κάτι αντίστοιχο έχει συμβεί άλλωστε κι εδώ, με το Πολυτεχνείο για παράδειγμα. Ήθελα να ξεκινήσω έτσι το κείμενο αυτό, για ένα βιβλίο που πραγματικά απόλαυσα, βιβλίο που διαδραματίζεται σε μια δεκαετία την οποία η ευρωπαϊκή λογοτεχνία έχει κάπως παραμελήσει, και αναφέρομαι σε αυτήν του '90. Τη θυμάμαι την ημέρα που πέθανε ο Cobain. Και θυμάμαι τη μέρα αυτή γιατί είδα στο διάλειμμα την κοπέλα που μου άρεσε τότε, δύο ή τρία χρόνια μεγαλύτερή μου, να γράφει με μαύρο μαρκαδόρο στο θρανίο της: Kurt Cobain 1967 - 1994, και όλο αυτό μέσα σε μια τεράστια καρδιά. Τότε ήμουν έντεκα χρονών και δεν ήξερα ποιος ήταν ο Cobain, ήξερα όμως πως είχε μόλις πεθάνει.

Και αν τα βιβλία εκείνα, που λένε ιστορίες παλιές, ιστορίες που πλέον έχουν λάβει διαστάσεις μύθου, έτσι όπως τις κατέγραψαν οι νικητές και τις ψιθύρισαν οι ηττημένοι, διαθέτουν κάτι το μαγικό, κάτι το εντελώς ανοίκειο για τους νεότερους, για εκείνους που δεν έζησαν εκείνα τα χρόνια, τα βιβλία που μιλάνε για εποχές γνώριμες στον αναγνώστη, εποχές στις οποίες εκείνος νιώθει πως ήταν παρών, κρίνονται με βάση την πειστικότητά τους στην ανάμνηση, διαθέτουν τον ρεαλισμό εκείνο που αντιστοιχεί στο κοινό παρελθόν ιστορίας και αναγνώστη. Ένα κουτί με αναμνήσεις αποτελεί πάντα ένα ισχυρό δέλεαρ, και ίσως γι' αυτό η λογοτεχνία, και η τέχνη εν γένει, να επαναλαμβάνουν εμμονικά, θαρρείς, για μια περίοδο τις ίδιες ιστορίες, γιατί για κάποιους λειτουργούν ως κουτιά αναμνήσεων, είτε βρίσκονται στην πλευρά του δημιουργού, είτε σε εκείνη του δέκτη, ώσπου κάποτε το ενδιαφέρον γι' αυτές τις ιστορίες φθίνει, τελικά παύει, και τότε, μόνο ό,τι είχε αυτόφωτη λογοτεχνική αξία επιζεί και περνά στις επόμενες γενιές. Όμως, από την άλλη, καθόλου απλό δεν είναι να διαβάσεις μια ιστορία την οποία πιστεύεις πως γνωρίζεις καλά, όπως για παράδειγμα αυτή του δεκατετράχρονου Αντονί, το καλοκαίρι του 1992 στη γαλλική επαρχία.  
Ο Αντονί μόλις είχε κλείσει τα δεκατέσσερα. Για απογευματινό, καταβρόχθιζε μια ολόκληρη μπαγκέτα με La Vache qui Rit. Τις νύχτες, καμιά φορά, έγραφε τραγούδια, φορώντας ακουστικά. Οι γονείς του ήταν μαλάκες. Στο τέλος των διακοπών θα πήγαινε στην τρίτη.
Όσο για τον ξάδερφο, δεν σκοτιζόταν για τίποτα. Ξαπλωμένος στην πετσέτα του, αγορασμένη σε τιμή ευκαιρίας στο παζάρι του Καλβί, τη χρονιά που είχαν πάει κατασκήνωση, μισοκοιμόταν. Ακόμη και ξαπλωμένος, φαινόταν ψηλός. Όλοι τον έκαναν άνετα είκοσι δύο ή είκοσι τριών ετών. Ο ξάδερφος εξάλλου έπαιζε με αυτή την υπόνοια για να πηγαίνει σε μέρη όπου δεν θα έπρεπε να βρίσκεται. Σε μπαρ, σε νυχτερινά κέντρα, σε πουτάνες.
Μια ιστορία ενηλικίωσης χωρισμένη σε τέσσερα κεφάλαια, τα ζυγά καλοκαίρια της δεκαετίας του '90, καθένα με το δικό του σημείο περιστροφής, μια δεκαετία φαινομενικά καθολικής οικονομικής ευμάρειας, τότε που η μεσαία τάξη μεσουρανούσε, ενώ τα εργοστάσια σιγά σιγά έπαιρναν τον δρόμο της μετακόμισης σε πιο φιλόξενου κόστους περιβάλλοντα, ολοένα και πιο ανατολικά. Αν ο Τζόναθαν Κόου ήταν Γάλλος, κάπως έτσι θα έλεγε την ιστορία ενηλικίωσης αυτών των εφήβων, με την κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα να αποτελεί οργανικό μέρος της ιστορίας και όχι ένα απλό σκηνικό. Αναφέρομαι στον Κόου γιατί το μυθιστόρημα του Ματιέ είναι πρωτίστως πολιτικό, σε μια δεκαετία που στέκει γυμνή από πολιτικούς μύθους. Μια δεκαετία της οποίας τις συνέπειες ακόμα αντιμετωπίζουμε, μια δεκαετία που έχασε γρήγορα τη λάμψη της. Σε ιστορίες όπως αυτή που διηγείται ο Ματιέ, η ισορροπία ανάμεσα στο προσωπικό και στο συλλογικό κρίνει εν πολλοίς το τελικό αποτέλεσμα. Και σ' αυτό ο συγγραφέας τα καταφέρνει περίφημα, εμπλέκοντας τον αναγνώστη με τις ιστορίες των ηρώων του. Ήρωες καλοφτιαγμένοι και πειστικοί, ιστορίες ταυτόχρονα γνώριμες και προσωπικές. 

Διαβάζοντας την ιστορία αυτή, συνειδητοποίησα πως δεν είναι μόνο ο χρόνος που μοιράζομαι με τον συγγραφέα, αλλά και ο τόπος, που ολοένα και πιο ίδιος μοιάζει πια, ο -δυτικός- κόσμος από την πτώση του Τείχους και μετά. Δεν αρκεί πια το εξωτικό στοιχείο, δεν υπάρχει πια σχεδόν πουθενά το εξωτικό στοιχείο, και εκεί που υπάρχει σπάνια ξεφεύγει από την καρικατούρα του φολκλόρ. Τώρα μας έχει απομείνει η αλήθεια, συχνά άβολη και καθόλου λογοτεχνική από μόνη της, και η ιστορία του Ματιέ διαθέτει αλήθεια. Όχι γιατί όσα περιγράφει έγιναν στην πραγματικότητα, αλλά γιατί όσα περιγράφει είναι αληθινά. Είναι αληθινά με τον τρόπο που είναι αληθινοί οι ήρωες του Ουελμπέκ. Από το μυθιστόρημα αυτό απουσιάζει η οποιαδήποτε πρόθεση συναισθηματικής καθοδήγησης του αναγνώστη. Ο συγγραφέας δεν απαιτεί κάποιο συγκεκριμένο συναίσθημα για τους ήρωές του, γιατί είναι αληθινοί και άρα αμφιλεγόμενοι, πολυδιάστατοι στις αντιδράσεις τους αλλά και στην πρόσληψή τους. Η αλήθεια όμως δεν έρχεται χωρίς μειονεκτήματα, έτσι οι ήρωες του Ματιέ έχουν αρκετά στερεοτυπικά στοιχεία τόσο στη σύνθεση όσο και στη συμπεριφορά, στοιχεία ευδιάκριτα στον κόσμο γύρω μας.

Ο Ματιέ καταφέρνει να αποδώσει μια πλευρά της δεκαετίας του '90, διηγούμενος μια καλή ιστορία, χωρίς να κυνηγάει ούτε την πρωτοτυπία ούτε τον εντυπωσιασμό, κινούμενος με περισσή άνεση σε έναν γνώριμο από χρόνια δρόμο, εκείνο του μυθιστορήματος ενηλικίωσης.

υ.γ Περισσότερα για τον Τζόναθαν Κόου μπορείτε να διαβάσετε εδώ, ενώ για τον Μισέλ Ουελμπέκ εδώ.

Μετάφραση Σοφία Διονυσοπούλου
Εκδόσεις Στερέωμα