Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εκδόσεις στάσει εκπίπτοντες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εκδόσεις στάσει εκπίπτοντες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 2 Μαρτίου 2026

Σαράγεβο - Ozren Kebo

Ήμουν πέριξ των δέκα όταν αυτός ο πόλεμος συνέβη. Ελάχιστες αναμνήσεις έχω, αν και η τηλεοπτική αναμετάδοση εμφύτευσε αρκετές εικόνες στο μυαλό μου.

Ο Όζρεν Κέμπο, λίγο μετά τα τριάντα τότε, εγκλωβίστηκε στο Σαράγεβο και δεν το εγκατέλειψε μέχρι το τέλος της σερβικής πολιορκίας, λίγα χρόνια αργότερα κυκλοφόρησε αυτό το βιβλίο, πρόσφατα μεταφράστηκε στα ελληνικά από τις ανήσυχες εκδόσεις Στάσει Εκπίπτοντες, ένας ιδιότυπος οδηγός σε περίπτωση πολιορκίας.

Κάποιος μπορεί να ξέρει λιγότερα ή περισσότερα για ένα τέτοιο τερατώδες στιγμιότυπο της ανθρώπινης ιστορίας, κανείς ωστόσο δεν ξέρει πώς είναι η βίωσή του, η εξ αποστάσεως μελέτη και έρευνα έρχεται σύμφυτη με το εκ του ασφαλούς.

Θυμάμαι πριν λίγα χρόνια να διαβάζω την Καταστροφή του Χανς Έρικ Νόσσακ, ενός συγγραφέα που ο Ζέμπαλντ είχε περί πολλού, στο οποίο γινόταν αναφορά στους συμμαχικούς βομβαρδισμούς του Αμβούργου το καλοκαίρι του 1943 στο πλαίσιο της επιχείρησης Γόμορρα. Λίγες μέρες πριν, η σύντροφός του είχε καταφέρει να νοικιάσει μια καλύβα στην εξοχή της μεγαλούπολης, ώστε να μπορέσουν να επωφεληθούν ολιγοήμερων διακοπών. Οι σειρήνες ήχησαν, ήταν κάτι που συνέβαινε συχνά, οι πρώτες εκρήξεις ακούστηκαν, εξ αποστάσεως ο συγγραφέας είδε τους καπνούς πάνω από την πόλη στο βάθος του ορίζοντα. Μετά το τέλος της επιχείρησης θα επιστρέψει, στην Καταστροφή θα περιγράψει αυτή την επιστροφή στην βομβαρδισμένη πόλη, ένα οδοιπορικό ανάμεσα στα ερείπια, εκεί όπου το εδώ ήταν αυτό και εκεί το άλλο, τώρα ένας σωρός από χαλάσματα, διανύει την αφήγηση, παρέα με ένα διάχυτο τι θα είχε συμβεί εάν δεν απουσίαζαν εκείνες τις κρίσιμες μέρες. Ακόμα θυμάμαι την ανάγνωση εκείνη. Ακόμα θυμάμαι τον συγγραφέα να θέτει διαρκώς στο προσκήνιο της γραφής πως εκείνος δεν ήταν εκεί όταν ο βομβαρδισμός συνέβη. Οι βομβαρδισμοί των συμμάχων, οι θάνατοι και οι εκτεταμένες καταστροφές δεν βρέθηκαν ποτέ πραγματικά στο επίκεντρο της κριτικής, ήταν κάτι το αναπόφευκτο στη μάχη απέναντι στο κακό.

Είχα το βιβλίο εκείνο κατά νου διαβάζοντας το Σαράγεβο.

Θέλω αρχικά να μείνω σε δύο αντιδράσεις. Εκείνων που έλειπαν και επέστρεψαν τότε, εκείνων που έκτοτε μελετούν και γνωμοδοτούν τα σχετικά με εκείνη την πολιορκία. Την ατάκα των πρώτων, δεν είναι τόσο άσχημα όσο τα είχαμε φανταστεί, την ατάκα των δεύτερων, υποδόρια μομφή, ο Χ εκμεταλλεύτηκε το δείνα σκηνικό, πάτησε πάνω του, διεκδίκησε την προσοχή και την αναγνώριση. Μια μάχη, ένας πόλεμος, είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Απέξω και μακριά όλα μοιάζουν διαφορετικά. Δείχνει απλοϊκό αυτό στο οποίο στέκομαι, όμως συμβαίνει. Με τα χρόνια μάλιστα εντείνεται, τώρα που ο καθένας πρέπει να έχει μερίδιο στη συζήτηση για το οποιοδήποτε συμβάν, επιπλέον συμβουλές να δώσει για το πώς έπρεπε να είχε αντιδράσει το αφηγηματικό υποκείμενο. Ακόμα και το διαδεδομένο γιατί δεν έφυγε, εμφανίζεται ως μια μορφή επίκρισης του θύματος.

Σκέφτηκα τον σεισμό στη Σάμο. Το πλέον οδυνηρά τρομακτικό σκηνικό που έχω βιώσει. Όχι συγκριτικά, ελπίζω, αλλά αναλογικά.

Αυτός ο ιδιότυπος οδηγός σε περίπτωση πολιορκίας διαπνέεται από έναν ρεαλισμό υποκειμενικό, το φίλτρο μέσα από το οποίο εισήλθαν και ακολούθως εξήλθαν τα στιγμιότυπα, οι σκέψεις, τα συναισθήματα, και πήραν τη μορφή αφήγησης, ενός βιβλίου χωρισμένου σε μικρά κεφάλαια. Εμείς, απέξω και εκ του ασφαλούς, λέμε: το βιβλίο αυτό συμβάλλει στη διατήρηση της μνήμης, ένα υπόμνημα, λέμε, είναι ώστε κάτι τόσο φρικώδες να μην επαναληφθεί, ένα οδυνηρό μάθημα για την ανθρωπότητα. Και λέγοντας αυτά απέξω και εκ του ασφαλούς απανθρωποιούμε τα χρόνια εκείνα, την εμπειρία των πολιορκημένων, παράγουμε θεωρία. Η απανθρωποίηση δεν είναι μία κατηγορία, είναι κάτι που αναπόφευκτα συμβαίνει εκ του μακρόθεν ή εκ των υστέρων, τα θύματα, οι παρόντες, οι βιώσαντες είναι μια άλλη ομάδα. Είναι και ένας μηχανισμός αυτοσυντήρησης ενάντια στο φόβο του θανάτου, ένα ξόρκι για το κακό, μια ελάχιστη επιφάνεια επί της οποίας δύναται να σταθούμε για να νιώσουμε πως έχουμε τον έλεγχο, πως κάτι τέτοιο σε μας, άγνωστο γιατί, δεν θα συμβεί.

Δεν ξεχνώ στιγμή την εκ του μακρόθεν θέση μου από το περιγράψιμο, από το βίωμα. Διαρκώς μου την υπενθυμίζω. Ακόμα και στο σίμωμα στον γλυκό καρπό της ενσυναίσθησης, στην ευκαιρία που ανοίγεται μπροστά μου για να πω: τον νιώθω, τον συμμερίζομαι, τον κατανοώ. Όχι. Τίποτα από αυτά δεν συμβαίνει. Το Σαράγεβο είναι ένα τεκμήριο μνήμης, μαζί με την εικόνα, μαζί με την ιστορική μελέτη, ένα ακόμα θραύσμα του ιστορικού κεφαλαίου της πολιορκίας του Σαράγεβο, κεφάλαιο στον πόλεμο της Γιουγκοσλαβίας.

Η λογοτεχνία, γιατί περί λογοτεχνίας πρόκειται, έχοντας αρετές γλωσσικές, αφηγηματικές, εν γένει φιλολογικές που το διαχωρίζουν από το απλό ημερολόγιο πολιορκίας, που το προσθέτουν ως ξεχωριστό σώμα στην ιστορική καταγραφή ως μαρτυρία βίωσης εκ των έσω αυτής της πολιορκίας, η λογοτεχνία αυτή, η βιωματική, δομημένη γύρω από ένα φρικιαστικό συμβάν, εδώ πέρα από τις στενωπούς της ιδιώτευσης, η καλή λογοτεχνία που προσφέρει αναγνωστική απόλαυση φέρνει στην επιφάνεια το: πώς γίνεται να απολαμβάνω το βιβλίο αυτό; Το λεπτό τσιγαρόχαρτο της μυθοπλασίας απουσιάζει, αν και λεπτό σωτήριο για την πρόσληψη, για την άμυνα απέναντι στην κόλαση. Θα μπορούσα να συνεισφέρω επιχειρήματα όπως το μαύρο χιούμορ ή η έλλειψη πολιτικολογίας ή η απουσία μιας διάχυτης διδαχής ή αυτοηρωοποίησης του αφηγητή. Δεν θα απαντούσαν στο ερώτημα, άχρηστα θα ήταν.

Καλώς ή κακώς, σίγουρα κακώς αλλά και καλώς εν μέρει, χρειάζεται μια άλλη σκευή και μια άλλη συγκυρία για να αναλυθεί περαιτέρω η παραπάνω δυαδικότητα, έχουμε συλλογικά αναπτύξει μια δεξιότητα, δεξιότητα είναι ακόμα και αν έγινε χωρίς ιδία πρωτοβουλία αλλά εξαιτίας της διαρκούς έκθεσης στη φρίκη, μια δεξιότητα, έλεγα, να αντιμετωπίζουμε την κάθε φρίκη ως ένα θέαμα, από θέση θεατή, εκ του μακρόθεν και εκ του ασφαλούς. Έκανα νύξη και παραπάνω περί αυτού. Επιμένω σε αυτή τη θέση.

Είναι αδύνατο, βλακώδες και επικίνδυνο επίσης, να αποσυνδέσουμε το ψαχνό από την αφήγηση, να σταθούμε και να θαυμάσουμε τον τρόπο με τον οποίο ο Κέμπο διαχειρίζεται την εμπειρία εκείνη, ασύλληπτη, είπαμε, για έναν παρατηρητή. Ένας λάκκος με στερεότυπα εμφανίζεται μπροστά μας. Κενολογίες και τσιτάτα που ούτε σε σχολική έκθεση δεν θα περνούσαν με άριστα, αν και θα περνούσαν εν τέλει. Κακό πράγμα ο πόλεμος. Να ένα τσιτάτο.

Για διάφορους λόγους το Σαράγεβο είναι ένα συγκλονιστικό ανάγνωσμα, ποικίλων προσεγγίσεων, ακόμα μια αποθέωση της γκρίζας ζώνης, της πραγματικής ζωής πέρα από ασταθή ζεύγη μοναδικών αντιθέτων. Κακό πράγμα ο πόλεμος, καλό πράγμα η ειρήνη. Ωστόσο, ειρήνη προηγείται του πολέμου, άρα;

Δεν ήμουν σίγουρος πως/πώς θα έγραφα το παρόν κείμενο, ακόμα και όταν άνοιξα το πρόγραμμα επεξεργασίας κειμένου. Ένιωθα πως θα βούλιαζα στα τσιτάτα και στον βούρκο μηδενικής όρασης τριάντα και πλέον χρόνια μετά από τότε πολλά χιλιόμετρα μακριά από εκεί, ίσως και να συνέβη παρά την όποια επιφυλακή. Αν θα έπρεπε να προσκομίσω έναν λόγο για το κείμενο αυτό, πέρα από εκείνο της ολοκλήρωσης της ανάγνωσης, αυτός θα ήταν το άβολο συναίσθημα της απολαυστικής ανάγνωσης σε ευθεία σύγκρουση με το περιεχόμενο. Αυτό είναι κάτι που με απασχολεί. Σε ένα πρώτο επίπεδο σχετικά με την ανάγνωση, σε ένα δεύτερο σε μια αιώρηση σχετικά με τις συγγραφικές προθέσεις. Δεν νιώθω εξοπλισμένος πλήρως απέναντι στον κίνδυνο που παραπάνω εξέθεσα, να πω: τυχερός κάποιος να έχει ένα τέτοιο βίωμα ως υλικό γραφής. Για να νιώσω μαλάκας, λίγο μετά.

υγ. Για την Καταστροφή του Νόσσακ περισσότερα μπορείτε να διαβάσετε εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ
 
Μετάφραση Ηλίας Διάμεσης, Σπύρος Κουρόυκλης
Εκδόσεις Στάσει Εκπίπτοντες

Πέμπτη 7 Μαρτίου 2024

Οι είκοσι μέρες του Τορίνου - Giorgio De Maria

Το τελευταίο διάστημα, έχω αρκετές φορές επαναλάβει πως η (σχετικά σύγχρονη) ιταλική λογοτεχνία αποτελεί μια πρόσφατη τεράστια αποκάλυψη για μένα, απόρροια των άκρως ενδιαφερόντων τίτλων που κυκλοφορούν διάφοροι εκδοτικοί οίκοι, πάντοτε με την αγαστή συνεργασία των μεταφραστών, αυτών των μυρμηγκιών της λογοτεχνίας, στους οποίους τόσα και τόσα χρωστάμε. Για χρόνια, οι κλασικοί Ιταλοί συγγραφείς, ο Καλβίνο, ο Πιραντέλο και ο Σβέβο για παράδειγμα, αλλά και οι πιο σύγχρονοι, όπως ο τεράστιος Ταμπούκι, δεν επαρκούσαν για τη δημιουργία ενός ισχυρού δεσμού με τη σύγχρονη ιταλική λογοτεχνία, για την οποία, προφανώς εσφαλμένα, πίστευα, πως δεν ήταν του γούστου μου, ακόμα μια γενίκευση που με κρότο κατέπεσε. 

Το φαινόμενο Φεράντε έμοιαζε μάλλον με εξαίρεση επιβεβαίωσης του κανόνα, αν και ίσως η εμπορική επιτυχία του να έστρεψε το εκδοτικό ενδιαφέρον προς τη γείτονα χώρα. Μια σειρά από πολύ ωραία βιβλία ήταν ωστόσο ικανή να αλλάξει άρδην την εικόνα αυτή και ειδικότερα στην υποκατηγορία σύγχρονοι κλασικοί Ιταλοί συγγραφείς. Εκεί ανήκει ο Τζόρτζο Ντε Μαρία (1924-2009). Οι εκδόσεις Στάσει Εκπίπτοντες, ένας εκδοτικός οίκος που κινείται με θαυμαστή ισορροπία στα όρια του underground, ανέλαβαν τη σύστασή του στο ελληνικό κοινό, μέσα από το πλέον γνωστό βιβλίο του, που, γραμμένο στα τέλη της δεκαετίας του '70, έχει αποκτήσει μια καλτ φήμη. Τίποτα δεν γνώριζα για τον συγγραφέα και το βιβλίο, ήταν το πρόσφατο ενδιαφέρον μου για την ιταλική λογοτεχνία και η εμπιστοσύνη στις επιλογές του εκδοτικού οίκου όσα με έφεραν στην ανάγνωση αυτή. Προσπέρασα την εκτενή εισαγωγή του Αμερικανού μεταφραστή, αφήνοντάς τη για το τέλος της ανάγνωσης, και βρέθηκα αντιμέτωπος με μια μεγάλη έκπληξη, πέρα από κάθε προσδοκία.

Με ορατή την καλοχωνεμένη επιρροή κλασικών πια συγγραφέων τρόμου, όπως ο Πόε ή ο Λόβκραφτ για παράδειγμα, ο Ντε Μαρία δίνει τον λόγο στον ανώνυμο πρωτοπρόσωπο αφηγητή, ένα μισθωτό υπάλληλο που ενίοτε αναζητά στη μουσική καταφύγιο από την ευθεία γραμμή της καθημερινότητας, για να εξιστορήσει τη διαδικασία απόπειρας συγγραφής ενός βιβλίου που περιλαμβάνει την έρευνά του σχετικά με μια σειρά από παράξενα γεγονότα, που είχαν λάβει χώρα μια δεκαετία νωρίτερα στο Τορίνο, όταν εμφανίστηκε ένα κύμα μαζικής αϋπνίας στον ντόπιο πληθυσμό, αλλά και κάποιες υπερβολικά βίαιες δολοφονίες, που παρέμειναν ανεξιχνίαστες. Η περίοδος εκείνη έμεινε γνωστή ως Οι είκοσι μέρες του Τορίνου. Το εύρημα της συγγραφής ως κεντρικός αφηγηματικός άξονας εγκιβωτίζει τη διαδικασία της έρευνας, προσφέροντας, εκτός από μια αληθοφάνεια, που εντείνει το αίσθημα του τρόμου, και τον απαραίτητο χώρο ώστε στα περιθώρια της να χωρέσουν οι σκέψεις και τα συναισθήματα του αφηγητή. Το πώς θα αφηγηθεί κάποιος μια ιστορία έχει βαρύνουσα αξία, ίση ή και μεγαλύτερη της ίδιας της ιστορίας.

Και αν το κομμάτι της άρνησης των αυτοπτών μαρτύρων, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, να βοηθήσουν στην έρευνα, σπεύδοντας να ισχυριστούν πως δεν ξέρουν, δεν είδαν, δεν άκουσαν ή δεν θυμούνται πια, είναι μια διαχρονική συνθήκη αποφυγής της όποιας εμπλοκής πέρα από το καθαρά προσωπικό συμφέρον, υπάρχει ένα εύρημα που σχεδόν προφητεύει τη σύγχρονη εποχή και την επικράτηση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, προσφέροντας μια αίσθηση επικαιρότητας στην παράξενη αυτή ιστορία. Και το εύρημα αυτό είναι η Βιβλιοθήκη, μια φιλανθρωπική οργάνωση που διοικείται από την εκκλησία και στεγάζεται σ' ένα αναγνωστήριο στο οποίο οι πολίτες ενθαρρύνονται να δωρίσουν τα προσωπικά τους ημερολόγια ή, έναντι μικρού τιμήματος, να ξεφυλλίσουν τις σκέψεις των συμπολιτών τους. Σας θυμίζει κάτι αυτό;

Η ανταπόκριση του κοινού είναι μεγάλη, οι ερασιτέχνες συγγραφείς του προσωπικού δεν διστάζουν να είναι απόλυτα ειλικρινείς με αποτέλεσμα στις καταχωρήσεις να υπάρχει αρκετό ζοφερό υλικό, βγαλμένο μέσα από τα σκοτεινά βάθη της ύπαρξης. Ταυτόχρονα, ωστόσο, η συνθήκη αυτή προκαλεί ένα διάχυτο άγχος στον πληθυσμό καθώς άπαντες πιστεύουν πως βρίσκονται υπό διαρκή παρακολούθηση, πως οι άλλοι γνωρίζουν τα πάντα γι' αυτούς, με αποτέλεσμα η κοινωνική συνοχή και η καθημερινότητα να δοκιμάζονται, ενώ η αϋπνία καταλαμβάνει ολοένα και μεγαλύτερο μέρος των κατοίκων. Είναι φοβερό το πώς ο Ντε Μαρία μιλάει για τον σύγχρονο ψηφιακό κόσμο, εκεί που οι χρήστες, λιγότερο ή περισσότερο, καταθέτουν μεγάλο μέρος ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων, σκέψεων και συναισθημάτων, και μάλιστα οικειοθελώς, κάτι που έχει ήδη δημιουργήσει μια παράλληλη, εν πολλοίς δυστοπική, πραγματικότητα.

Η αίσθηση της παραβολής είναι διάχυτη, χωρίς όμως να επισκιάζει την αυτονομία της ιστορίας. Οι μελετητές του έργου τού Ντε Μαρία τείνουν να πιστεύουν πως υπάρχει μια ευθεία σύνδεση με το κύμα της ακροδεξιάς τρομοκρατίας εκείνης της περιόδου, που για χρόνια παρέμενε ατιμώρητη, μια αντιδραστική πρακτική σε μια συγκυρία έντονων κοινωνικοπολιτικών ζυμώσεων. Όμως, το έργο αυτό, μάλλον, ξεπερνά τα στενά όρια της απλής παραβολής, κάτι στο οποίο οφείλεται η επικράτησή του στον χρόνο, παρά τις εκδοτικές περιπέτειες από τις οποίες πέρασε.

Η έκδοση, σε μετάφραση Ηλία Διάμεση, είναι πλήρης. Εκτός από την εκτενή και άκρως κατατοπιστική εισαγωγή του Αμερικανού μεταφραστή του Ντε Μαρία, περιέχονται ένα κρυπτικό και παράδοξο διήγημα με τίτλο Θάνατος στο Μεσολόγγι, που είναι η φανταστική επιστολή του Επισκόπου της Βενετίας Γκουαλτιέρο Γκρίφι, γραμμένη το Δεκέμβριο του 1879, προς τον Καρδινάλιο της Μπολόνιας Ρομπέρτο Μπρανκαλεόνι, σχετικά μ' ένα υποτιθέμενο επεισόδιο από τη ζωή του Λόρδου Βύρωνα, αλλά και ένα μουσικό δοκίμιο του Ντε Μαρία, Η φαινομενολογία του urlatore, όπως ονομάστηκε το κύμα ποπ ροκ τραγουδιστών που εμφανίστηκαν στον ιταλικό βορρά στις αρχές της δεκαετίας του '70, σαν μια αντίδραση στα γλυκανάλατα ερωτικά τραγουδάκια.

Οι είκοσι μέρες του Τορίνου μου έφεραν στο νου ένα ακόμα παραβολικό, στα όρια του τρόμου, μυθιστόρημα, το Dissipatio H.G. του Γκουίντο Μορσέλι.

Μια καλή έκπληξη ήταν το βιβλίο αυτό.

υγ. Για το Dissipatio H.G. περισσότερα μπορείτε να διαβάσετε εδώ. Κάποια ακόμα ιταλικά βιβλία που διάβασα πρόσφατα: Το τελευταίο καλοκαίρι στη Ρώμη [Τζαφράνκο Καλίγκαριτς, μτφρ. Δήμητα Δότση, εκδόσεις Ίκαρος (περισσότερα εδώ)], Πικρή ζωή [Λουτσιάνο Μπιαντσάρντι, μτφρ. Δήμητρα Δότση, εκδόσεις Ακυβέρνητες Πολιτείες (περισσότερα εδώ)], Ο νόμος του μίσους [Αλμπέρτο Γκαρλίνι, μτφρ. Βασιλική Πέτσα, εκδόσεις Πόλις (περισσότερα εδώ)], Αμίαντος [Αλμπέρτο Προυνέττι, μτφρ. Βαγγέλης Ζήκος, εκδόσεις Ακυβέρνητες Πολιτείες (περισσότερα εδώ)], Napoli mon amour [Αλέσσιο Φορτζόνε, μτφρ. Δέσποινα Γιαννοπούλου, εκδόσεις Πόλις (περισσότερα εδώ)] και Μια φιλία [Σίλβια Αβαλόνε, μτφρ. Λούλα Καραγιαννάκη, εκδόσεις Αίολος (περισσότερα εδώ)].

Μετάφραση Ηλίας Διάμεσης
Εκδόσεις Στάσει Εκπίπτοντες

Πέμπτη 24 Φεβρουαρίου 2022

Ζωή με σημασία - Todd May

Αν δεν είχε προηγηθεί ο Θάνατος, σχεδόν σίγουρα δεν θα είχε ακολουθήσει, δύο χρονιά μετά, η Ζωή με σημασία. Παρότι εκτιμώ ιδιαίτερα τις εκδόσεις Στάσει Εκπίπτοντες, τα αμυντικά τείχη έναντι στην κατηγορία της αυτοβοήθειας είναι πανύψηλα, ο συναγερμός θα βαρούσε μανιασμένα και δεν θα σώπαινε παρά μόνο αφήνοντας το βιβλίο πίσω στη θέση του. Τώρα, αφού διάβασα το βιβλίο του Τοντ Μέι, σκέφτομαι πως είναι κρίμα τέτοια ζητήματα υψίστης σημασίας για την ανθρώπινη ύπαρξη, όπως η ζωή και ο θάνατος, να έχουν πέσει στα λάθος χέρια και η φιλοσοφία να έχει παρακαμφθεί και εξοβελιστεί σε ένα στενό ακαδημαϊκό κύκλο. Ήμουν, λοιπόν, θετικά προδιατεθειμένος απέναντι στον Αμερικανό φιλόσοφο. Άλλωστε, το πρόβλημα με τα βιβλία αυτοβοήθειας δεν έχει να κάνει με τα ζητήματα που εξετάζουν, αλλά με τον τρόπο με τον οποίο το κάνουν, η παράθεση συνταγών για κάθε πτυχή της ανθρώπινης ζωής, οι ιστορίες επιτυχίας, ευτυχίας, οι οδηγοί διαχείρισης κάθε συναισθήματος, τα αποκρουστικά εξώφυλλα με τα ψεύτικα κατάλευκα χαμόγελα. Προφανώς και το νόημα της ζωής είναι ένα ενδιαφέρον προς στοχασμό ζήτημα, ίσως το πλέον σοβαρό και κρίσιμο, μόνο που ξέρεις πως μπαίνοντας σε μια τέτοια συζήτηση δεν μπορείς να ελπίζεις σε απαντήσεις και οδηγίες, παρά μόνο σε περαιτέρω ερωτήματα και προσεγγίσεις. Το σύμπαν θα συνεχίσει να παραμένει σιωπηλό.

Ο τρόπος με τον οποίο ο Μέι προσέγγισε το ζήτημα του θανάτου διέθετε την απαραίτητη φιλοσοφική ποιότητα. Με τρόπο ευσύνοπτο και καλά δομημένο κατάφερε να παραθέσει μια ευρεία γκάμα αναφορών και παραπομπών, να συνομιλήσει με τις πηγές της φιλοσοφίας, όπως οι Στωικοί, ο Μάρκος Αυρήλιος και ο Επίκουρος, έχοντας πάντοτε στο επίκεντρο το Είναι και χρόνος του Χάιντεγκερ, να ενσωματώσει τη λογοτεχνία με αναφορές στην Αθανασία του Μίλαν Κούντερα και τον Θάνατο του Ιβάν Ίλιτς του Λέων Τολστόι, να απευθυνθεί με τρόπο προσιτό για το εκτός φιλοσοφικών σχολών κοινό χωρίς όμως να κάνει εκλαϊκευτικές εκπτώσεις, διατηρώντας διαρκώς επίκαιρο το συναίσθημα της αγωνίας που ο θάνατος φέρει, αλλά και τη διαρκή αναζήτηση απαντήσεων, την αλλεργία απέναντι στις βεβαιότητες, δίνοντας την απαραίτητη ανθρώπινη διάσταση στη διαπραγμάτευση του θανάτου, διάσταση που λείπει από την κατηγορία των βιβλίων αυτοβοήθειας τα οποία μοιάζουν γραμμένα από υπερήρωες σίγουρους για τα πάντα γύρω τους, ανεβασμένους σε άμβωνες κηρύγματος της μοναδικής, κατ' αυτούς, αλήθειας. Περισσότερα για εκείνη την ανάγνωση μπορείτε να βρείτε εδώ. Κάτι αντίστοιχο ήλπιζα πως θα αντικρίσω και σε αυτό το βιβλίο.

Ο Μέι εξαρχής τοποθετεί την προσωπική αγωνία ως πρωταρχική συνθήκη ενασχόλησης με το ζήτημα, άλλωστε, ήταν και ο λόγος για τον οποίο εγκατέλειψε τις σπουδές στην ψυχολογία για χάρη της φιλοσοφίας. Θυμάται την ταμπέλα στην είσοδο της Αίθουσας Αφρικανικών Λαών στο Μουσείο Φυσικής Ιστορίας της Νέας Υόρκης που επισκεπτόταν παιδί: «Γεννιόμαστε, πεθαίνουμε, η γη μεγαλώνει». Το ερώτημα σχετικά με το νόημα της ζωής εμφανίζεται ξαφνικά, χωρίς να έχει δώσει σημάδια προηγουμένως, διακόπτοντας μια στιγμή ρουτίνας, γεμίζοντας με ματαιότητα όλα τα περασμένα χρόνια. Εκεί ξεκινά το παράλογο κατά τον Καμί, η διαρκής αναμέτρηση της ανάγκης μας για νόημα με την επίμονη σιωπή του σύμπαντος. Εδώ ο Μέι ορίζει δύο έννοιες αυτοκτονίας, τη σωματική και τη φιλοσοφική. Η σωματική αυτοκτονία μοιάζει να είναι η μοναδική διέξοδος για παύση της αναζήτησης του νοήματος, πράξης σύμφυτης με την ίδια την ύπαρξη. Η φιλοσοφική αυτοκτονία αντικαθιστά τη σωματική, στη θέση του σώματος σκοτώνουμε τη σκέψη πως το σύμπαν δεν θα μας δώσει απαντήσεις, προσποιούμενοι πως υπάρχει πράγματι κάποιο νόημα ικανοποιώντας έτσι τη λαχτάρα μας. Υπάρχει μια ευρεία γκάμα νοηματοδότησης, από την πίστη στον θεό μέχρι τον Αλχημιστή του Κοέλιο. Ο Καμί ως ακεραιότητα ορίζει αυτή την επιμονή αναζήτησης απάντησης σε πείσμα της σιωπής του σύμπαντος.

Ο Μέι αρνείται να παραδοθεί χωρίς μάχη στο παράλογο. Αν είναι, λέει, να καταλήξει εκεί, ας καταλήξει μέσω του συλλογισμού του. Αυτό το βιβλίο αποτελεί την απόπειρά του να σκεφτεί σε μεγαλύτερο βάθος, που στη φιλοσοφία σημαίνει πιο αργά, τι σημαίνει να αναζητάς το νόημα και τι ακριβώς μπορεί να φέρει σε πέρας αυτή την αναζήτηση. Εξ αρχής θέτει τον στόχο του βιβλίου αυτού με τη μορφή της ελπίδας πως στο τέλος θα αναδυθεί ένας τρόπος να σκεφτόμαστε τι κάνει μια ζωή να έχει νόημα, μια σιγανή φωνή απέναντι σε ένα σιωπηλό σύμπαν. Έτσι ξεκινάει το ταξίδι αυτό με την ερώτηση: Τι σημαίνει να αναρωτιόμαστε για την ύπαρξη νοήματος στη ζωή; Ακολουθεί παρόμοιο τρόπο με εκείνο που ακολούθησε και στο βιβλίο του σχετικά με τον θάνατο. Βήμα βήμα, θέτει ερωτήματα και επιχειρεί να διερευνήσει πιθανότητες και δυνατότητες συλλογισμών, συνομιλεί με τη φιλοσοφία ‒πώς αλλιώς‒, τη λογοτεχνία αλλά και την ποπ κουλτούρα, δείχνοντας ένα ευρύ φάσμα ενδιαφερόντων που αποδεικνύεται ιδιαιτέρως γοητευτικό, ένας τρόπος σύνθεσης διαδρομών, χωρίς να διστάζει να αναγνωρίσει το αδιέξοδο κάποιων εξ αυτών. 

Ο Μέι, όπως έκανε και στον Θάνατο, μην αποκλείοντας την αυτοκτονία από τον συλλογισμό του, έτσι και εδώ, δεν διστάζει να αναμετρηθεί με μια οριακή και πολεμική ιδέα, που αναπόφευκτα ακολουθεί την αναρώτηση περί νοήματος και έχει να κάνει με μια ενδεχόμενη ύπαρξη ζωής που αξίζει και ζωής που δεν αξίζει. Ο φιλόσοφος δεν παραβλέπει τον κίνδυνο, εντοπίζει την παρείσφρηση μιας τέτοιας διάκρισης και την οδηγεί στην έξοδο, μην επιτρέποντάς της να εκτρέψει την αναζήτησή του. Η Ζωή με σημασία είναι ένα συγκροτημένο, καλογραμμένο και ενδιαφέρον βιβλίο φιλοσοφικού στοχασμού. Δεν διαθέτει συγκεκριμένες απαντήσεις, δεν κηρύσσει βεβαιότητες, δεν περιαυτολογεί, δεν διδάσκει το πώς να ζει κανείς. Είναι μια απόπειρα να αναβληθεί η άνευ όρων υποταγή στο παράλογο, να διερευνηθούν οι δυνατότητες που τα ερωτήματα μπορούν να προσφέρουν. Είναι ένα κείμενο, που όπως κάθε βιβλίο φιλοσοφίας, τείνει δεκάδες νήματα για περαιτέρω μελέτη, για περαιτέρω καθυστέρηση της παραδοχής παράδοσης στην εκκωφαντική σιωπή. Αλλά, ταυτόχρονα, γεννά την κατανόηση σχετικά με την ανάγκη κάποιων να εφευρίσκουν ένα νόημα, να χτίζουν την ύπαρξή τους γύρω από αυτό, να το φροντίζουν, γνωρίζοντας, υποσυνείδητα μάλλον, πως η κατάρρευσή του θα σημάνει και τον δικό τους χαμό, καλλιεργώντας μια μορφή ενσυναίσθησης παράπλευρη της αγωνίας της ύπαρξης.

Μετάφραση Μιχάλης Λαλιώτης
Εκδόσεις Στάστει Εκπίπτοντες

Δευτέρα 8 Νοεμβρίου 2021

Η αναγέννηση ενός επαναστάτη - Dennis Danvers

Είναι διαφορετικά τα μονοπάτια εκείνα που οδηγούν στα βιβλία που εντοπίζει και τελικά διαβάζει κανείς εν μέσω εκδοτικής υπερπαραγωγής. Ένα από αυτά, αρκετά αξιόπιστο, σχετίζεται με τη φήμη του εκδοτικού οίκου, κριτήριο, που παρά τα όποια αντικειμενικά και ποιοτικά χαρακτηριστικά διαθέτει, είναι μάλλον υποκειμενικό. Το συγκεκριμένο μονοπάτι έχει το ξεκάθαρο πλεονέκτημα της αποφυγής του θορύβου που το μάρκετινγκ συνήθως παράγει κατά κύματα ακόμα και μέσα στον φυσικό χώρο του βιβλιοπωλείου. Η αναγέννηση ενός επαναστάτη βρισκόταν στο τέλος ενός τέτοιου μονοπατιού.

Οι Αναμνήσεις ενός επαναστάτη, το αυτοβιογραφικό βιβλίο του Πιοτρ Κροπότκιν, πρωτοκυκλοφόρησε το 1899, στα αγγλικά, η ρωσική του εκδοχή δεν ολοκληρώθηκε ποτέ. Ο Ντάνβερς, συγγραφέας επιστημονικής φαντασίας, που ζει και εργάζεται στο Ρίτσμοντ, αναρωτήθηκε ποια θα μπορούσε να 'ναι η συνέχειά του, εκατό χρόνια μετά. Στις 8 Φεβρουαρίου του 1921, ο ετοιμοθάνατος Κροπότκιν δέχεται την επίσκεψη ενός άντρα που του προσφέρει μια αρκετά παράλογη επιλογή καθώς του θέτει το παράξενο δίλημμα: να ξαναζήσει στο μέλλον ή να πεθάνει. Ο Κροπότκιν, πάντοτε με το μέρος της ζωής, και με ακόρεστη τη δίψα που αυτή γεννά, χωρίς να το σκεφτεί δεύτερη φορά θα επιλέξει να ζήσει ξανά και κάπως έτσι θα βρεθεί στο Ρίτσμοντ της Βιρτζίνια των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, τον Απρίλιο του 1999.

Αυτό το εύρημα επιτρέπει στον Ντάνβερς να αναζητήσει απαντήσεις στο "τι θα γινόταν αν" που τον απασχολεί. Πώς θα έμοιαζε ο κόσμος στον Κροπότκιν εβδομήντα οκτώ χρόνια μετά τον θάνατό του; Η επιλογή του Κροπότκιν προφανώς και δεν είναι τυχαία. Η ιδεολογική του ταυτότητα, η δίψα του για μάθηση και το μεγάλο εύρος των ενδιαφερόντων του, η ορθολογική σκέψη και η πίστη στην επιστήμη είναι μόνο κάποια από τα χαρακτηριστικά του Κροπότκιν που τον κατέστησαν ιδανικό ήρωα για το μυθιστόρημα του Ντάνβερς. Αλλά και κάποια πραγματολογικά στοιχεία, όπως για παράδειγμα το γεγονός πως ο Κροπόκτιν γνώριζε άριστα την αγγλική γλώσσα, ενώ είχε επισκεφτεί και την Αμερική, επιλύουν πειστικά διάφορα ζητήματα που προκύπτουν μετά την αποδοχή της βασικής σύμβασης.

Οι συγγραφικές προθέσεις, ωστόσο, δεν περιορίζονται στον Κροπότκιν και στην εμπειρία της αναγέννησής του, αλλά περιλαμβάνουν την αποτύπωση της σύγχρονης αμερικανικής πραγματικότητας, που για την κατανόησή της επιβάλλεται μια αναδρομή στην ιστορία, στο τι προηγήθηκε, ποιες στροφές και ευθείες οδήγησαν ως το αφηγηματικό παρόν. Το Ρίτσμοντ, παρότι μάλλον άσημο στις μέρες μας, κατά τη διάρκεια του αμερικανικού εμφυλίου υπήρξε η πρωτεύουσα των Νοτίων, η ήττα των οποίων, εκτός της επανένωσης της χώρας, έδωσε στους Αφροαμερικανούς την ελευθερία τους. Επομένως, ούτε η επιλογή του τόπου υπήρξε τυχαία ή απλή απόρροια του γεγονότος πως αποτελεί τον τόπο κατοικίας του συγγραφέα, αλλά ήταν μια επιλογή με έντονο και διαχρονικό κοινωνικοπολιτικό συμβολισμό.

Ο συγγραφέας γνωρίζει καλά τον Κροπότκιν, τη βιογραφία και το έργο του, αλλά και την αμερικανική ιστορία, ιδιαίτερα το κομμάτι εκείνο που αφορά το Ρίτσμοντ, γεγονός που εμπλουτίζει το μυθιστόρημα με το απαραίτητο ιστορικό και πολιτικό υπόβαθρο, κάτι που άλλωστε αποτελεί και το δυνατό του χαρτί. Ο Ντάνβερς δεν αναλώνεται στο εύρημα της αναγέννησης του Κροπότκιν, που παρά την όποια πρωτοτυπία του γρήγορα θα ξεφούσκωνε και θα έχανε τη λάμψη του. Η ιστορία ως ιστορία έχει αρκετά κλισέ, διακρίνεται για την απλότητά της, κάτι το οποίο είναι μάλλον αναπόφευκτο γι' αυτό που θέλει να πετύχει ο συγγραφέας, μέρος της όλης σύμβασης την οποία ο αναγνώστης καλείται να αποδεχτεί. Η πλοκή, ως ένα σημείο τουλάχιστον, είναι κάπως προσχηματική, χωρίς όμως να της λείπει το ενδιαφέρον. 

Στην απλότητα αυτή, εντοπίζεται, κατά τη γνώμη μου, ο πυρήνας ολόκληρου του μυθιστορήματος. Η φυσικότητα με την οποία ο Κροπότκιν αντιμετωπίζει τις καταστάσεις, τα απλά επιχειρήματα που αναδεικνύουν τον παραλογισμό του τρόπου με τον οποίο είναι κατασκευασμένη η κοινωνία, η ανάδυση της συντροφικότητας, της ομάδος, της αλληλεγγύης εν γένει, όλα αυτά είναι που ξεσηκώνουν συναισθηματικά τον αναγνώστη. Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση διακρίνεται από παιγνιώδη διάθεση και αποπνέει μια αίσθηση ελευθερίας, ο ήρωας έχει απόλυτη επίγνωση της παράλογης κατάστασης στην οποία πρωταγωνιστεί και αυτό δίνεται περίφημα, ενώ ο εξομολογητικός χαρακτήρας της ημερολογιακής αφήγησης των αναμνήσεων του Κροπότκιν προσδίδει ικανή συνοχή στο μυθιστόρημα. 

Η οξυδέρκεια στον σχολιασμό της ζωής στο Ρίτσμοντ του 1999, ζωής γνώριμης στην πλειοψηφία των κατοίκων του δυτικού κόσμου, γεννά ένα γέλιο μαύρο, πικρό. Υπάρχουν στιγμές που παράλογη μοιάζει η σύγχρονη ζωή, γέννημα ενός δεδομένου συστήματος και τρόπου αντιμετώπισης των πραγμάτων, και όχι η παρουσία ενός από χρόνια νεκρού, γέννημα της φαντασίας ενός συγγραφέα. Ο Ντάνβερς, που για τον εαυτό του μοιάζει να κρατάει τον ρόλο του μυστηριώδους άντρα που επισκέφτηκε τον Κροπότκιν στο νεκροκρέβατο, εγκλωβίζει τον ήρωα του στο εύρημά του, στην αναγέννησή του, προκαλεί τον ορθολογιστικό τρόπο σκέψης του και τον καλεί να προβληματιστεί σχετικά με τα όρια της ελευθερίας του. Αυτό έρχεται σε ευθεία σύγκρουση με τη λαχτάρα για τη ζωή, με το ένστικτο της αυτοσυντήρησης και με ένα μεγάλο μέρος της ιδεολογικής ταυτότητας του ήρωα. Το δίλημμα, να ζήσει ξανά ή να πεθάνει δεν δίνεται χωρίς αντίτιμο.

Ο Ντάνβερς διαχειρίζεται ιδανικά την ιδέα του, οδηγώντας την ιστορία σε ένα έξυπνο κλείσιμο, χωρίς καθόλου αμηχανία και βιασύνη. Παραδίδει ένα ξεκάθαρα πολιτικό μυθιστόρημα, παρά το φανταστικό περίβλημα με το οποίο το τυλίγει, χαρακτηριστικό γνώρισμα του καλού science fiction. Η αναγέννηση ενός επαναστάτη «συγγενεύει» με το Εξ αίματος (Οκτάβια Μπάτλερ, μτφρ. Γιώργος Μπαρουξής, εκδόσεις Αίολος), για τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιούν το ταξίδι στον χρόνο για να αναφερθούν στο φυλετικό ζήτημα, αλλά και με το Ένας διαφορετικός τυμπανιστής (Γουίλιαμ Κέλι, μτφρ. Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης, εκδόσεις Μεταίχμιο).

υγ. Για το Εξ αίματος της Οκτάβια Μπάτλερ περισσότερα μπορείτε να διαβάσετε εδώ, ενώ για το Ένας διαφορετικός τυμπανιστής του Γουίλιαμ Κέλι εδώ.

Μετάφραση Μαρίνα Σταυροπούλου
Εκδόσεις Στάσει Εκπίπτοντες

Δευτέρα 12 Οκτωβρίου 2020

Τα άγρια κορίτσια - Ursula K. Le Guin


 
Το μοναδικό μέσο που έχω για να εμποδίσω αδαείς σνομπ να αντιμετωπίζουν τη λαϊκή λογοτεχνία με σνομπίστικη άγνοια είναι να μην ενισχύω την άγνοιά τους και τον σνομπισμό τους, λέγοντας ψέματα ότι, όταν γράφω επιστημονική φαντασία δεν είναι επιστημονική φαντασία, αλλά να τους λέω, με μεγαλύτερη ή μικρότερη υπομονή, τα τελευταία σαράντα ή πενήντα χρόνια, ότι κάνουν λάθος όταν αποκλείουν την επιστημονική φαντασία και το φάνταζι από τη λογοτεχνία, και να υποστηρίζω το επιχείρημά μου, γράφοντας καλά. Και η Ούρσουλα Λε Γκεν γράφει καλά, πολύ καλά, και ενώ θα μπορούσε να απαρνηθεί τον χαρακτηρισμό "συγγραφέας επιστημονικής φαντασίας και φάνταζι", δεν το κάνει. Υπάρχει, ακόμα και σήμερα, μια μερίδα "ανθρώπων των γραμμάτων" (sic!) που κρίνουν κατά είδος και όχι κατά ποιότητα. Ας είναι, έτσι και αλλιώς, και σε πείσμα αυτής της μειοψηφίας, η καλή λογοτεχνία συναντά -αργά ή γρήγορα- τους αναγνώστες της και αντέχει στον χρόνο. Το μάρκετινγκ και οι κριτικοί ακολουθούν. 

Η παρούσα έκδοση περιλαμβάνει το ομώνυμο διήγημα, δύο δημόσιες παρεμβάσεις της Λε Γκεν, τέσσερα ποιήματά της και μια συνέντευξή της στον Τέρι Μπίσον. Τα άγρια κορίτσια είναι ένα διήγημα επιστημονικής φαντασίας, στο γνώριμο στυλ της συγγραφέως, που διαπραγματεύεται ζητήματα φύλου, την ανάγκη για ελευθερία, αυτοδιάθεση και δικαιοσύνη, μέσα από την ιστορία δύο μικρών αδερφών, που ανήκουν στην κάστα του χώματος και πιάστηκαν αιχμάλωτες από άντρες της κυρίαρχης κάστας για να οδηγηθούν στην πόλη και να ανατραφούν με σκοπό να χρησιμοποιηθούν ως νύφες, είτε για τους ίδιους τους απαγωγείς είτε για πιθανούς μελλοντικούς πλειοδότες. Μία ιστορία γνώριμη, παρότι έτη φωτός μακριά από τη γη. Μέσα σε ελάχιστες σελίδες η Λε Γκεν καταφέρνει να μας συστήσει ένα μακρινό πολιτισμό και τον κοινωνικό μηχανισμό που τον περιστρέφει, δίνοντας την ευκαιρία στον αναγνώστη να εντοπίσει τις αναλογίες ανάμεσα στο εκεί και το εδώ. 

Η επιστημονική φαντασία λειτουργεί πολύ συχνά με έναν τρόπο νατουραλιστικό, με τον τρόπο τουλάχιστον που ο Ζολά εντός αυτού όρισε το πειραματικό μυθιστόρημα, εδώ όπου ο συγγραφέας αποτελείται από έναν παρατηρητή και έναν πειραματιστή, ο παρατηρητής θέτει και ο πειραματιστής επιχειρεί να διαπιστώσει την ορθότητα αυτής της θέσης. Έτσι, αν εξετάσουμε υπό αυτό το πρίσμα το διήγημα αυτό, θα μπορούσαμε να διακρίνουμε την παρατηρήτρια Λε Γκεν να θέτει ως θέμα την ελευθερία και τη δικαιοσύνη υπό συνθήκες κοινωνικά αντίξοες και ως πειραματίστρια να δημιουργεί ένα περιβάλλον στο οποίο προτίθεται να εξακριβώσει τις αντιδράσεις των χαρακτήρων της, να διερευνήσει τα περιθώρια αντίδρασης. Εκτός της θέσης και του πειράματος, σημαντικό ρόλο εδώ παίζει και ο κόσμος μέσα στον οποίο θα διαδραματιστεί η ιστορία/πείραμα, κόσμο τον οποίο η Λε Γκεν κατασκευάζει εξ ολοκλήρου. Ο πατέρας  της Λε Γκεν υπήρξε καθηγητής ανθρωπολογίας στο πανεπιστήμιο του Μπέρκλεϊ. Η ίδια συνηθίζει να λέει πως ο πατέρας της μελετούσε πραγματικούς πολιτισμούς, ενώ εκείνη τους δημιουργεί, κάτι που, υπό μια έννοια, είναι το ίδιο.

Στη δημόσια παρέμβασή της Να διαβάζουμε και να μένουμε ξύπνιοι η Λε Γκεν διαπραγματεύεται το ζήτημα της ανάγνωσης και της κοινωνικής σημασίας της λογοτεχνίας. Με αυτό το διττής ανάγνωσης κάλεσμα να μένουμε ξύπνιοι, κυριολεκτικά, για να διαβάσουμε λίγες ακόμα σελίδες, και μεταφορικά, για να είμαστε σε -κοινωνική- εγρήγορση. Ποτέ δεν ήταν πολλοί εκείνοι που διάβαζαν, λέει η Λε Γκεν, κάποτε εξαιτίας του αναλφαβητισμού και τώρα λόγω του πλήθους εναλλακτικών διασκέδασης, όπως και αν έχει τα ποσοστά ανέκαθεν ήταν χαμηλά. Παρατήρηση που, παρότι στενάχωρη, φέρει ένα μήνυμα αισιοδοξίας, αφού τα πράγματα, τουλάχιστον, δεν πάνε χειρότερα. Η εμπειρία της από τον χώρο των εκδόσεων της επιτρέπει να ασκεί κριτική για τον τρόπο με τον οποίο οι μεγάλοι εκδοτικοί οίκοι -των μετόχων και των μερισμάτων- αντιμετωπίζουν το βιβλίο. Και η κριτική δεν μπορεί παρά να είναι πολιτική. Το βιβλίο, αντίθετα με άλλα αγαθά, διέπεται από ιδιότητες που δεν το καθιστούν ιδανικό προϊόν για τον καπιταλισμό. Και η παρατήρηση αυτή της Λε Γκεν μοιάζει με μια συμβουλή μιας σοφής γερόντισσας προς αυτά τα μεγαθήρια, καθώς τα παραινεί να αποχωρήσουν πριν αντιμετωπίσουν ακόμα μεγαλύτερες οικονομικές ζημιές, αφήνοντας πίσω τους εκείνους που είναι διατεθειμένοι να αντιμετωπίσουν ψύχραιμα εβδομάδες ύφεσης των πωλήσεων, επιμένοντας σε παλαιότερους τίτλους του καταλόγου τους, ρισκάροντας με νέους συγγραφείς, αφήνοντας τους επιμελητές να κάνουν τη δουλειά τους και να μην καίγονται με δείκτες και αριθμούς, αντιμετωπίζοντας τις δημόσιες βιβλιοθήκες ως σύμμαχους και όχι ως εχθρούς.

Στη Σεμνή κουβέντα η Λε Γκεν διαπραγματεύεται την έννοια της σεμνότητας μέσα στο πέρασμα του χρόνου, τη διαφορετική χρήση της ανάλογα με το φύλο, τον τρόπο με τον οποίο ο χριστιανισμός την αντικατέστησε με την ταπεινότητα, την απόσυρσή της από την κυκλοφορία, παρότι το αντίθετό της χρησιμοποιείται κατά κόρον όσον αφορά την κριτική της γυναικείας ένδυσης. Επομένως, -η πλειοψηφία των ανθρώπων, ισχυρίζεται η Λε Γκεν- είναι πολύ συχνά διατεθειμένοι να ακούσουν ανθρώπους που παριστάνουν τους ανώτερους -τους σχολιαστές των δελτίων ειδήσεων, τους φωνακλάδες των τοκ-σόου, τους πάπες και τους παπάδες και τους αγιατολάδες, τους διαφημιστές, τους ξερόλες. Το αδύνατο σημείο της σεμνότητας είναι ότι επιτρέπει στους άλλους να είναι αλαζόνες. Το δυνατό της είναι ότι, μακροπρόθεσμα, η αλαζονεία δεν μπορεί να την εξαπατήσει.             

Η έκδοση αυτή προσφέρεται ως ιδανική πύλη εισόδου για τον κόσμο της Λε Γκεν, αυτής της σπουδαίας συγγραφέως που ο Μπλουμ, παρότι η ίδια αυτοπροσδιορίζεται συγγραφέας επιστημονικής φαντασίας, την περιέλαβε στον κανόνα του. 



Ο επόμενος πόλεμος

Θα λάβει χώρα,
θα λάβει χρόνο,
θα λάβει ζωή,
και θα τα χαραμίσει.


Μετάφραση Γιάννης Βογιατζής
Εκδόσεις Στάσει Εκπίπτοντες

Δευτέρα 20 Ιανουαρίου 2020

Θάνατος - Todd May




Διαβάζω πια αποκλειστικά non-fiction, είπε, γιατί δεν έχω χρόνο να ικανοποιήσω την ανυπομονησία μου, χρειάζομαι κάτι, συνέχισε, το οποίο να μη με νοιάζει ν' αφήσω στη μέση για να βγω από το μετρό, άσε που δεν έχω πια τις αντοχές να ξενυχτώ για να μάθω τι θα γίνει παρακάτω, γιατί με αυτό έχει να κάνει η λογοτεχνία, έτσι δεν είναι; Χωρίσαμε στον σταθμό του μετρό κι εγώ δεν είχα βιβλίο μαζί μου. Σκεφτόμουν τα λόγια αυτά της φίλης, που συναντώ σπάνια πια, που από μακριά οι ζωές μας μοιάζουν αντιδιαμετρικά αντίθετες. Πριν χωρίσουμε ήθελα να της πω πως θέλω να ξέρει πως είμαι εδώ για εκείνη, δεν το είπα όμως, ίσως γιατί δεν ήξερα πώς να το πω, ίσως γιατί δεν ήξερα πώς θα ακουστεί. Διάβαζα μια υπέροχη συλλογή διηγημάτων εκείνη την περίοδο, πραγματικά υπέροχη, κι όμως δεν την απολάμβανα. Πρόβλημα του πρώτου κόσμου, το ξέρω. Δεν απολάμβανα την ανάγνωση αυτή γιατί ο χρόνος είχε μετατραπεί από σύμμαχο σε εχθρό, η ένταση είχε εκδιώξει την ηρεμία και η αναμονή την οκνηρία. Καμιά στιγμή δεν έμοιαζε κατάλληλη για ανάγνωση, όχι τουλάχιστον για την ανάγνωση όπως την έχω στο μυαλό μου, ως μια απόπειρα αποσύνδεσης από την πραγματικότητα, ως μια απόπειρα μετάβασης σε νέο παράθυρο. Κι αυτό δεν έχει να κάνει με τον ελεύθερο χρόνο. Ο ελεύθερος χρόνος σίγουρα βοηθά, δεν αντιλέγω, όμως από μόνος του δεν αρκεί. 

Καθένας, φαντάζομαι, διαθέτει -ή αναζητά- τη δική του στρατηγική διαχείρισης του χρόνου, την τακτική με την οποία θα ελιχθεί στην απαιτητική πραγματικότητα, ώστε να βρει τις απαραίτητες ανάσες, τον ποιοτικό χρόνο όπως συνήθως ονομάζεται στις μέρες μας. Για τον καθένα η πραγματικότητα που ζει είναι απαιτητική, ας μην κρίνουμε έξω από τον χορό. Σε μένα λειτουργεί η ρουτίνα. Αν έπρεπε να διαλέξω ανάμεσα σε μια ζωή άπλετου μα άναρχα δομημένου χρόνου και μια αντίστοιχη ασφυκτικής ρουτίνας, θα διάλεγα τη δεύτερη, χωρίς σκέψη. Φαντάζομαι πως αυτό είναι κάτι που λέει πολλά και για τον χαρακτήρα μου, σε κάποιον ειδικό θα έλεγε ακόμα περισσότερα. Τα λέω όλα αυτά για να πω πως η φίλη μου είχε τη δική της τακτική· αναγνώρισε την ήττα της, υπολόγισε τα δεδομένα και έμεινε κοντά στην ανάγνωση που τόσο αγαπάει. Σκεφτόμουν αυτά της τα λόγια κατά τη διάρκεια του υπόγειου ταξιδιού των πέντε στάσεων. Και αποφάσισα πως θα άξιζε να δοκιμάσω την τακτική αυτή, έστω και ως μια λύση ανάγκης.

Εγκατέλειψα προσωρινά τα διηγήματα εκείνα. Δεν τους πρόσφερα την ανάγνωση που τους έπρεπε. Από κεκτημένη ταχύτητα, αργά ή γρήγορα, κάποια στιγμή θα ολοκλήρωνα τη συλλογή αυτή, αλλά ποιο θα ήταν το νόημα; Κανένα, αν με ρωτάτε. Γύρισα αργά στο σπίτι εκείνο το βράδυ. Πριν κοιμηθώ τοποθέτησα το εισιτήριο πλοίου που χρησιμοποιώ για σελιδοδείκτη στη δεύτερη σελίδα του βιβλίου του Todd May. Μαζί με τη θνητότητα ένιωθα έτοιμος να αντιμετωπίσω και το αναγνωστικό βραχυκύκλωμα των εορτών. Κάποτε θα έγραφα ίσως ένα θυμωμένο κείμενο για εκείνον που μου είπε: μα χρονιάρες μέρες τέτοιο βιβλίο θα διαβάσεις; Τώρα όμως το αναφέρω απλώς γιατί μου φάνηκε αστείο, ενώ μετανιώνω που δεν υπήρξα ετοιμόλογος αρκετά ώστε να του απαντήσω: προτείνεις να το αφήσω για τη Μεγάλη Βδομάδα;

Θάνατος. Η μόνη φιλοσοφική βεβαιότητα.

Αγόρασα το βιβλίο αυτό με την αμφιβολία για το αν θα αποδεικνυόταν ένα τύπου φιλοσοφικό εγχειρίδιο αυτοβοήθειας απέναντι στον θάνατο, ένα βιβλίο δηλαδή το οποίο με θυμό θα άφηνα στην άκρη. Την ίδια αμφιβολία είχα και όταν ξεκίνησα να το διαβάζω. Ίσως οι λόγοι για τους οποίους επέλεξα να το διαβάσω τελικά να με βοήθησαν να άρω τις επιφυλάξεις μου αυτές. Μικρή σημασία έχει. Ο Todd May διδάσκει φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο Clemson, στη Νότια Καρολίνα, και έχει οργανώσει διάφορα σεμινάρια με θέμα τον θάνατο. Το ενδιαφέρον με το βιβλίο αυτό είναι πως ο May, αν και έχει τις απόψεις του σχετικά με τη θρησκεία, δεν την παραμερίζει ως έναν σημαντικό παράγοντα στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τον θάνατο. Η ανάγκη του ανθρώπου για θρησκεία προηγήθηκε της θρησκείας άλλωστε, ενώ μια από τις αιτίες της ανάγκης για πίστη ήταν ο ίδιος ο θάνατος. Ακριβώς όμως επειδή δεν είναι θρήσκος ο ίδιος, δεν περιορίζει τον συλλογισμό του στα ούτως ή άλλως στενά όρια των θρησκειών, ακριβώς επειδή δεν είναι θρήσκος δεν έχει μια έτοιμη απάντηση σχετικά με τον θάνατο.

Ο θάνατος είναι ένα θέμα το οποίο μετά τους αρχαίους φιλοσόφους ελάχιστα απασχόλησε τη φιλοσοφία, αντίθετα με την τέχνη που πάντα τον περιλαμβάνει στη θεματολογία της. Το γνωστότερο έργο που σχετίζεται με τον θάνατο είναι του Χάιντεγκερ, το Είναι και χρόνος. Αυτό προκύπτει και από την βιβλιογραφία που χρησιμοποιεί ο May. Στο παρόν βιβλίο γίνεται αρκετή αναφορά στη διδασκαλία του Επίκουρου, στους Στωικούς και τον Μάρκο Αυρήλιο. Ο τρόπος με τον οποίο χειρίζεται το θέμα ο May είναι αξιοπρεπής. Και τον χαρακτηρίζω αξιοπρεπή καθώς επιτυγχάνει κάτι, που στα μάτια μου τουλάχιστον φαντάζει σπουδαίο: να μην υποπέσει στη σαγήνη του θανάτου, κάτι το οποίο θα έδινε μια ψευδολογοτεχνική διάσταση στο βιβλίο, αλλά ταυτόχρονα να μη δοκιμάσει να μετατρέψει ένα -προσβάσιμο- βιβλίο φιλοσοφίας σε εγχειρίδιο διαχείρισης πένθους και θετικών μηνυμάτων. Βέβαια, λόγω του θέματος, η επιστημονική προσέγγιση είναι αναπόφευκτα υποκειμενική και όχι τόσο ακαδημαϊκή, θυμίζοντας τις αρχές της φιλοσοφικής σκέψης. Και ο May επιτυγχάνει να διαχειριστεί και τις τρεις αυτές προκλήσεις. 

Από την αρχή του βιβλίου αυτού σκεφτόμουν τον Κούντερα. Ας γυρίσω λίγα χρόνια πίσω, όταν διάβασα το Βαλς του αποχαιρετισμού ήμουν είκοσι χρονών. Ο φόβος της σύλληψης και του βασανισμού παραλύει τον ήρωα του μυθιστορήματος, καθώς φοβάται πως δεν θα αντέξει και θα προδώσει όλους τους συντρόφους του. Ένα χάπι είναι η λύση. Φίλοι του τον προμηθεύουν με ένα θανατηφόρο χάπι, που λίγα λεπτά μετά τη λήψη του προκαλεί τον ακαριαίο θάνατο. Ο ήρωας μας δεν φοβάται πια, έχει το χάπι στην τσέπη, ελέγχει τον θάνατό του, έτσι, ακόμα και αν τον συλλάβουν, είναι σίγουρος πως θα βρει μια ελάχιστη στιγμή για να πάρει το χάπι, οι εξουσιαστές δεν θα έχουν καμία δύναμη πάνω του, εκείνος θα αποφασίσει. Αυτή η σκέψη του Κούντερα, η δυνατότητα της αυτοκτονίας ως ζωοφόρου δύναμης με συγκλόνισε. Ο έλεγχος του θανάτου, ακόμα και ως ψευδαίσθηση. Αυτή την προσέγγιση σκεφτόμουν διαβάζοντας το βιβλίο αυτό, αυτή την προσέγγιση έχω σε κάθε σχετική συζήτηση. Και να που στον επίλογο ο May έκανε αναφορά στον σπουδαίο αυτό συγγραφέα και στην Αθανασία του, βιβλίο που όταν το διάβασα δεν το εκτίμησα και μάλλον καλό θα ήταν να το διαβάσω ξανά. Εκείνο που δεν έχω διαβάσει και σίγουρα θα το κάνω άμεσα είναι Ο θάνατος του Ιβάν Ίλιτς του Τολστόι.  

Ο Θάνατος του Todd May αποτελεί έναν στοχασμό γύρω από τον θάνατο, χωρίς απόλυτες θέσεις και βεβαιότητες, μια φιλοσοφική προσέγγιση με αναφορά σε λόγια άλλων φιλοσόφων που προηγήθηκαν. Συχνά ως αναγνώστης έχω την ανάγκη να αντικρίσω ασχημάτιστες σκέψεις μου τοποθετημένες με σαφήνεια στο χαρτί από έναν συγγραφέα. Αυτός είναι και ένας από τους ρόλους που οφείλουν να διαδραματίζουν η επιστήμη και η τέχνη.   

Σκέφτομαι να στείλω ένα μήνυμα σε εκείνον τον γνωστό μου, που σχολίασε το άκαιρο της αναγνωστικής μου επιλογής, και να του πω πως το κείμενο αυτό θέλω να το αφιερώσω σ' εκείνη τη φίλη μου και να τον ρωτήσω να μου πει τη γνώμη του γι' αυτό.



Μετάφραση Σπύρος Κουρούκλης
Εκδόσεις Στάσει Εκπίπτοντες