Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εκδόσεις στιγμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εκδόσεις στιγμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 23 Οκτωβρίου 2023

Ο Ιησούς Χριστός έπινε μπύρα - Afonso Cruz

Αν επιχειρούσαμε να συντάξουμε μια λίστα με τα χαρακτηριστικά εκείνα μιας έκδοσης που τραβάνε το βλέμμα του αναγνώστη στο βιβλιοπωλείο, αναλογικό ή ψηφιακό, τότε ο τίτλος θα λάμβανε σίγουρα μια θέση υψηλή, παρέα με το εξώφυλλο, το όνομα του συγγραφέα, του μεταφραστή, αν υπάρχει, και του εκδοτικού οίκου. Θα γεννούσε ένα κράμα από ελπίδες και επιφυλάξεις, έναν βιαστικό προϋπολογισμό, ένα πρώτο σκαρίφημα του ορίζοντα προσδοκιών, με τον οποίο, αναπόφευκτα, εισέρχεται ο αναγνώστης σε κάθε επόμενο βιβλίο. Η τέχνη του τίτλου, που συχνά μειώνεται καθώς το επίθετο πιασάρικος τον συνοδεύει και η αναζήτηση πρωτοτυπίας τον βαραίνει, είναι μια τέχνη υποτιμημένη, όχι μόνο γιατί υπηρετεί από το μετερίζι της την εμπορική προώθηση, αλλά και γιατί αποδεικνύεται κατάλληλη ή όχι για το σύνολο του εκάστοτε βιβλίου. Συχνά, μάλιστα, προηγείται στη συγγραφική έμπνευση του ίδιου του βιβλίου, ενώ δεν λείπουν οι διαμάχες μεταξύ συγγραφέα, επιμελητή και εκδότη. Η μεταφορά των τίτλων στην ελληνική είναι μια άλλη κατηγορία, πολύπαθη, ειδικά στον κινηματογράφο.

Στην προκειμένη περίπτωση, ο τίτλος λειτούργησε, τραβώντας την προσοχή μου από την πρώτη στιγμή, έτσι όπως συνδυάζει την πρωτοτυπία και την αίρεση μιας βεβαιότητας οικουμενικής. Αν, ωστόσο, δεν παρακολουθούσα την παρουσίαση του βιβλίου, στο πλαίσιο του τελευταίου φεστιβάλ ΛΕΑ, δεν είμαι σίγουρος αν το βιβλίο θα έβρισκε τόσο γρήγορα τη θέση του στη στοίβα με τα προσεχώς μου, και αυτό γιατί οι επιφυλάξεις περί κενού εντυπωσιασμού επικράτησαν στην ύψωση του ορίζοντα εκείνων που ανέμενα, παντελώς αυθαίρετα, από το μυθιστόρημα του άγνωστου σε μένα Πορτογάλου συγγραφέα, Αφόνσο Κρουζ. Οι παρουσιάσεις βιβλίων, στην πλειοψηφία τους βαρετές και ενοχλητικά υμνητικές, είναι ακόμα ένα συνοδευτικό της κυκλοφορίας ενός βιβλίου, παρέα με τις συνεντεύξεις, τα κείμενα παρουσίασης και τις λοιπές προωθητικές δράσεις του τμήματος μάρκετινγκ. Είναι αρκετοί οι ξένοι συγγραφείς που επισκέπτονται τη χώρα μας στο πλαίσιο της κυκλοφορίας τού βιβλίου τους στα ελληνικά, συχνά, χρόνια μετά από την πρώτη έκδοση και ενώ έχουν μεσολαβήσει άλλα βιβλία. Πιστεύω πως ένας συγγραφέας δεν είναι απαραίτητο να είναι και επικοινωνιακά δεινός, παρότι, προφανώς, υπάρχουν εξαιρέσεις. Η παρουσία του Κρουζ, ήρεμη και ταπεινή, ήταν μια επιβεβαίωση της εξαίρεσης του κανόνα. Οι εισηγήσεις ήταν εν πολλοίς κατατοπιστικές, χωρίς να αποκαλύπτουν υπερβολικά πολλά για το περιεχόμενο. Κάπως έτσι βρέθηκα να διαβάζω το Ο Ιησούς Χριστός έπινε μπύρα.

Αρχικά, ο τίτλος μου δημιούργησε επιφυλάξεις για δύο κυρίως λόγους. Πρώτα, μου έφερε στον νου τίτλους βιβλίων του Ζοζέ Σαραμάγκο, του οποίου η σκιά, μαζί με εκείνη του Φερνάντο Πεσσόα, αναπόφευκτα συσκοτίζει κάθε επόμενο Πορτογάλο συγγραφέα, εκτός ίσως του Αντούνες. Δεύτερον, τα κωμικά βιβλία, και κυρίως εκείνα που σατιρίζουν το όπιο των λαών, δεν είναι του γούστου μου, καθώς σπάνια μου φαίνονται έξυπνα και όχι εξυπνακίστηκα, ιδιαίτερα σε ένα θέμα για το οποίο έχει αναλωθεί αρκετή μελάνη. Ωστόσο, οι χαμηλές προσδοκίες συχνά αποδεικνύονται σωτήριες. Έτσι έγιναν τα πράγματα και ετούτη τη φορά.

Βρισκόμαστε στην πορτογαλική επαρχία, στο Αντελέζου, στον νότο της χώρας. Η γιαγιά της Ρόζα είναι ετοιμοθάνατη, έζησε μια ζωή πλούσια παρότι γεμάτη από στερήσεις, ανάμεσα στις οποίες και εκείνη των ταξιδιών σε άλλα μέρη. Τη στεναχωρεί το γεγονός πως ποτέ δεν αξιώθηκε να ταξιδέψει μέχρι τους Αγίους Τόπους, εκεί που ο Σωτήρας έζησε και σταυρώθηκε για χάρη μας. Η Ρόζα έχει μια ιδέα τρελή, να μεταμορφώσει το χωριό σε Ιερουσαλήμ. Στα σχέδια της βρίσκει αναπάντεχους συμμάχους, κυρίως έναν εκκεντρικό καθηγητή, που ανάμεσα στα βιβλία που έχει εκδώσει βρίσκεται και το Ο Ιησούς Χριστός έπινε μπύρα, στηριζόμενος στο γεγονός πως τα χρόνια εκείνα δεν υπήρχαν μαρτυρίες για την ύπαρξη αμπελώνων στην ευρύτερη περιοχή. Ένα ιδιόρρυθμο σύνολο ανθρώπων θα συνδράμει στην υλοποίηση της αστικής μεταμόρφωσης· μια πόρνη, μια πλούσια Αγγλίδα, ένας Νιγηριανός μάγος, ένας Ινδός γυμνοσοφιστής και αρκετοί από τους κατοίκους του Αντελέζου.

Το εύρημα γύρω από το οποίο περιστρέφεται η πλοκή του μυθιστορήματος θυμίζει την ταινία Goodbye Lenin!, που προβλήθηκε το 2003, εκεί όπου μια γιαγιά ξυπνάει από κώμα και ο εγγονός της κάνει τα αδύνατα δυνατά για να μην καταλάβει πως ενδιάμεσα το τείχος έπεσε και ο καπιταλισμός καλπάζει στα ανατολικά της Ευρώπης. Ωστόσο, ο τρόπος με τον οποίο διαχειρίζεται την ιδέα ο Κρουζ είναι τέτοιος που δεν αναλώνεται απλώς και μόνο στην ύπαρξη του κεντρικού ευρήματος, αλλά, προσθέτοντας αρκετή δουλειά και έμπνευση, επιτρέπει στο μυθιστόρημα να λειτουργήσει σε διάφορα επίπεδα, πέρα από τα στενά, η αλήθεια είναι, όρια της σάτιρας. Το εύρημα του επιτρέπει να πειραματιστεί με τις συνθήκες που επικρατούν στην επαρχιακή Πορτογαλία, να αναδείξει τις ιδιαιτερότητες σε κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο, να γράψει ένα μυθιστόρημα καταστάσεων αλλά και χαρακτήρων, χρησιμοποιώντας με σύνεση τη στερεοτυπία και την καρικατούρα, αλλά και τα απαραίτητα μικροευρήματα για την προώθηση της πλοκής. Επίσης, η φοβία μου περί εξυπνακίστικης γραφής σύντομα συνετρίβη καθώς η αφηγηματική άνεση και η οξυδέρκεια του Κρουζ, επιτρέπουν στα συναισθήματα, όπως το γέλιο, να εξέλθουν αβίαστα.

Κάποτε πίστευα πως τα βιβλία του Τομ Ρόμπινς είναι αστεία. Μεγαλώνοντας συνειδητοποίησα πόσο λάθος έκανα σε εκείνη την πρώιμη ανάγνωση. Τα βιβλία του είναι απαισιόδοξα, βουτηγμένα τόσο βαθιά στην κατάθλιψη, εκεί που μόνο το χιούμορ θα μπορούσε να λειτουργήσει. Και το μυθιστόρημα του Κρουζ διαθέτει αυτό τον χαρακτήρα, είναι φτιαγμένο με παρόμοια υλικά, η θλίψη και η απογοήτευση είναι παρούσες κάτω από το κωμικό στρώμα χρώματος, η οξυδέρκεια είναι εκείνη που επιτρέπει στην παραπλάνηση να μεταμφιεστεί σε αιτία γέλιου και όχι βαθύ θυμού. Και υπό αυτό το πρίσμα ο τίτλος του βιβλίου αποδεικνύεται ιδιοφυής, καθώς πέρα από την πρωτοτυπία ή την επιχειρηματολογία σχετικά με την ιστορική αλήθεια, συνοψίζει, με ελάχιστες λέξεις και χωρίς να το φωνάζει, την προσκόλληση σε ζητήματα δευτερεύοντα και όχι στα σημαντικά, κινητοποιώντας τα αντανακλαστικά των φανατικών, φυτεύοντας ένα ακόμα δέντρο που κόβει τη θέα.

Η γραφή του Κρουζ διαθέτει γοητεία και σαφή επίγνωση των ορίων και των δυνατοτήτων της, δεν ευαγγελίζεται κορυφές που δεν μπορεί να πατήσει και έτσι ικανοποιεί σε μεγάλο βαθμό τις συγγραφικές φιλοδοξίες και τις αναγνωστικές προσδοκίες. Το Ο Ιησούς Χριστός έπινε μπύρα δεν είναι απλώς και μόνο ένα αστείο και πρωτότυπο, με τον τρόπο του, μυθιστόρημα, αφού υπερβαίνει τους ειδολογικούς περιορισμούς. Ο Κρουζ, μπορώ με σχετική σιγουριά να το ισχυριστώ, ανήκει στην κατηγορία εκείνη των δημιουργών που αντιμετωπίζουν τη λογοτεχνία όπως τα παιδιά το παιχνίδι.

Το εισαγωγικό σημείωμα του μεταφραστή Νίκου Πρατσίνη, που θα το προτιμούσα τοποθετημένο μετά το τέλος του μυθιστορήματος, είναι ιδιαίτερα εμπνευσμένο, αναδεικνύοντας τη συχνά συγκυριακή συνθήκη συναπαντήματος με ένα βιβλίο, την κατάλληλη στιγμή των πραγμάτων. 

Μετάφραση Νίκος Πρατσίνης
Εκδόσεις Στιγμός

Πέμπτη 12 Μαΐου 2022

οι Υπέροχοι νεκροί - Αντριάνα Μίνου

Διάβασα την πρώτη ιστορία ενδεδυμένος τον μανδύα της δυσπιστίας. Είμαι ειλικρινής. Ήταν μια πράξη εκπορευόμενη από τη νοσταλγία για εκείνο το μακρινό πια παρελθόν των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Τότε που ανταλλάσσαμε μουσικές, βιβλία και ταινίες. Τότε που δεν στρατολογούμασταν με την πρώτη ευκαιρία με εκείνους απέναντι στους άλλους, αγαπημένοι σύντροφοι λίγες μόλις μάχες πριν, ορκισμένοι εχθροί πια και μέχρι η λήθη να μοιράσει φύλλα πορείας ξανά. Η Ν. πρότεινε αυτό το βιβλίο με περισσό ενθουσιασμό, σπάνιο για εκείνη και σίγουρα αυθεντικά βιωματικό· της άρεσε, το πρότεινε· ιστορία τέλος. Δεν έφερα εξαρχής τον μανδύα της δυσπιστίας. Πρώτα ένιωσα μια σχεδόν παιδική χαρά επιβεβαιώνοντας πως το βιβλίο αυτό ήταν ήδη εδώ. Ύστερα επανασχεδίασα το αναγνωστικό μονοπάτι. Τότε διάβασα το οπισθόφυλλο. Η προσμονή δημιουργήθηκε αλλά έπεσε πάνω στη δυσπιστία. Κενολογίες και υπερβολές, φοβήθηκα, δηθενιά και πόζα. Δεν θα ήταν η πρώτη φορά άλλωστε.

Αυτές τις μέρες δοκιμάζω να γράψω ένα κείμενο για τις προσδοκίες, ένα κείμενο που θα θέτει ως βασικό ερώτημα το γιατί επέλεξες να διαβάσεις αυτό το βιβλίο, επιχειρώντας ίσως να μεταφέρει λίγη από την ευθύνη αυτή στις καλομαθημένες πλάτες του αναγνώστη. Γιατί αν το ερώτημα απαντηθεί, τότε, ως δια μαγείας θαρρείς, θα εμφανιστεί μια λίστα με προσδοκίες. Γιατί είναι κάπως διαφορετικό να επιλέξεις ένα βιβλίο πιστεύοντας πως θα διαβάσεις το Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο και διαφορετικό επειδή πίστεψες το «Αριστούργημα!» στο όμορφο εξώφυλλο. Επέλεξα να διαβάσω τη συλλογή διηγημάτων οι Υπέροχοι νεκροί της Αντριάνας Μίνου επειδή ενθουσίασε τη Ν. Πάνω σε αυτόν τον ενθουσιασμό υψώθηκαν οι προσδοκίες μου, για τις οποίες η ίδια η Ν. ουδεμία ευθύνη φέρει. Διαβάζοντας την πρώτη ιστορία, παρά τη δεδομένη ανοικειότητα που φέρει η γραφή της Μίνου, ένιωσα έλξη και αδημονία για τη συνέχεια, ο μανδύας είχε κιόλας παραπέσει κάπου πίσω στο σκονισμένο πάτωμα. Κάτι ιδιαίτερο συνέβαινε εδώ, έμεναν να φανούν τα όρια του.

Ζω τη ζωή μιας άλλης. Στο Μοτέλ Φήμες, είμαι ντυμένη βασίλισσα ουρανοξύστης, στους ώμους μου πέφτει μια εσάρπα από αστέρια και πάχνη, ενώ με το μικρό μου νυχάκι ξύνω την άκρη του νυχτερινού ουρανού κρυφοκοιτάζοντας· σηκώνω τη μύτη προς τα πάνω ψάχνοντας τη μυρωδιά πλασμάτων που δε θα δω ποτέ. Ανάμεσά τους κι εγώ ‒ που ζω τη ζωή μιας άλλης.

Οι υπέροχοι νεκροί είναι σαν τη σκόνη. Τρυπώνουν παντού. Κι όσο τους ξεσκονίζεις τόσο απλώνονται, ανακατεύονται μεταξύ τους, αλλάζουν σχήματα, καλύπτουν τα πάντα, μπαίνουν στο ρουθούνι σου, αποκεί στο πνευμόνι κι ύστερα στο αίμα, στο δέρμα, ώσπου οι καθρέφτες δείχνουν μόνο το πρόσωπό τους.

Η συλλογή θα μπορούσε να ονομάζεται Μοτέλ Φήμες, η Μίνου όμως προτιμάει να αποδώσει τιμή στους επισκέπτες έναντι του οικήματος. Το πρώτο διήγημα λειτουργεί ως πύλη εισόδου, ως μια ρεσεψιόν. Η συγγραφέας/αφηγήτρια συστήνεται. Θέτει εξ αρχής το πλαίσιο· Ζω τη ζωή μιας άλλης. Για να συνεχίσει παρακάτω: 

Στο Μοτέλ Φήμες απόψε είμαι ντυμένη βασίλισσα ουρανοξύστης. Χτες ήμουν βλάσφημος αστρονόμος· μεθαύριο θα είμαι καλλίφωνος καπνοδοκαθαριστής· την περασμένη βδομάδα ήμουν φλύαρος ταξιτζής, αυτοκτονικός συγγραφέας, καλόκαρδη στριπτιτζού· τον άλλο μήνα θα ήμουν θλιμμένη νοικοκυρά, διεφθαρμένος επίσκοπος, αυτιστικό σουπερήρωας. Είναι τόσο ανακουφιστικό να μη χρειάζεται να ζεις τη δική σου ζωή κι απλώς να αφήνεσαι στις επιλογές κάποιου άλλου. Νιώθω τόσο ξέγνοιαστη όταν διανυκτερεύω εδώ, μια ανεύθυνη μαριονέτα στα χέρια κάποιου που επινόησα για να με επινοήσει.

Το νήμα που συνδέει τα διηγήματα του βιβλίου και τα διαρθρώνει σε συλλογή δίνεται στον αναγνώστη εξ αρχής. Τα υλικά, η μεθοδολογία, η γλώσσα, η θεωρία, η αφηγήτρια-συμπρωταγωνίστρια είναι επίσης εδώ. Κάθε διήγημα και ένα δωμάτιο στο Μοτέλ Φήμες με επισκέπτη κάποιον υπέροχο νεκρό. Το υπέροχοι ως επιθετικός προσδιορισμός στο νεκροί και με φόντο τα Τρία κοράκια στην ανατολή του ήλιου στο εξώφυλλο δημιουργεί ένα συσχετισμό αντίρροπων δυνάμεων. Είναι άραγε ειρωνικό, ερχόμενο σε ευθεία σύγκρουση με τη δικαίωση του νεκρού; Ή μήπως είναι σεβαστικό και τα δωμάτια του μοτέλ λειτουργούν ως μη τόποι συνάντησης της αφηγήτριας με τους μεγάλους του παρελθόντος της; Η Μίνου κινείται κατά μήκος μιας λεπτής γραμμής και ισορροπεί θαυμαστά ανάμεσα στις αντίθετες αυτές δυνάμεις, πότε αγκαλιάζοντας και πότε αποφεύγοντας τη βλασφημία, το γκροτέσκο, την ειρωνεία, τη λατρεία και το πάθος, πότε χαϊδεύοντας και πότε χαράσσοντας το είδωλο.   

Γραφή κόνσεπτ θα σκεφτεί κανείς και ίσως η σκέψη να έχει μια χροιά αρνητική. Σίγουρα πρόκειται για ένα κόνσεπτ, που, ωστόσο, δεν στηρίζεται αδύναμα και μονόμπαντα μόνο στη σύλληψη, αλλά δικαιώνεται και σταθεροποιείται κατά την εκτέλεση. Τα διηγήματα είναι μικρά, ελάχιστα περνούν τις τρεις σελίδες σε έκταση. Με μικροευρήματα άκρως λειτουργικά, η Μίνου πετυχαίνει να αποφύγει τη μανιέρα, να στήσει την κάθε ιστορία με τρόπο αρκετά πρωτότυπο αλλά πάντοτε οργανικό, δουλεύοντας αρκετά στην πύκνωση και την αφαίρεση του περιττού, επιστρατεύοντας τον συμβολισμό, τον υπερρεαλισμό, το ντοκουμέντο, τη διακειμενικότητα και το βίωμα,  χωρίς ούτε να υπερφορτώνει αλλά ούτε και να αποστειρώνει το συναίσθημα. Η συγγραφέας ξεπερνά με αρκετή άνεση και το εμπόδιο του κλεισίματος των ιστοριών, αποφεύγοντας τη ‒για μένα‒ παρωχημένη και απομαγευτική επεξηγηματική/ανακεφαλαιωτική κατακλείδα, την κατ' επίφαση ολοκλήρωση της ιστορίας, τη μάστιγα του ζήσανε αυτοί καλά και εμείς καλύτερα, το δεν ξέρω τι να κάνω αυτή την κατά τα άλλα ωραία ιδέα που είχα.

Η έμπνευση ωστόσο δεν αρκεί ποτέ. Κάθε ιστορία στηρίζεται πάνω σε αρκετή γνώση και έρευνα, αφού η Μίνου χρησιμοποιεί τις πραγματολογικές λεπτομέρειες από τη ζωή των διάσημων νεκρών ως ευρήματα περιστροφής των ιστοριών. Και αυτή η επιμονή στην ελάχιστη πολλές φορές λεπτομέρεια από τη ζωή κάποιου διάσημου, στο όριο του μύθου και ίσως εξ αυτού υπέροχου, εμπεριέχει κάτι το συγκινητικό. Οι σημειώσεις, που βρίσκονται στο τέλος του βιβλίου, δεν σηματοδοτούνται εντός των διηγημάτων, επιτρέποντας στο παιχνίδι ανάμεσα στην πραγματικότητα και τη μυθοπλασία να λειτουργήσει περίφημα παραπλανητικά. Στη λίστα επισκεπτών ο αναγνώστης μπορεί να διακρίνει λαμπερές προσωπικότητες των γραμμάτων και των τεχνών, όπως ο Μπραμς και η Βιρτζίνια Γουλφ, αλλά και της πολιτικής, όπως ο Ιούλιος Καίσαρας και η πριγκίπισσα Αλεξάνδρα της Βαυαρίας, για να σταχυολογήσω ενδεικτικά κάποια λίγα μόνο.   

Η Μίνου πείθει πως υλοποιεί όσα εξαρχής έθεσε ως στόχους συγγραφής και παραδίδει μια ολοκληρωμένη συλλογή διηγημάτων, πράγμα ιδιαίτερα σπάνιο στην κατά τα άλλα πλούσια σε παραγωγή εγχώρια λογοτεχνία της μικρής φόρμας. Τα διηγήματα εδώ λειτουργούν ως σύνολο ενιαίο, μέρος μιας δεδομένης πρόθεσης και εντός ενός συγκεκριμένου πλαισίου, και όχι ατάκτως ερριμμένα και από σύμπτωση γειτονεύοντα σαν παιδιά σε τάξη και ενοίκους σε πολυκατοικία. Η έκδοση είναι ένα μικρό κόσμημα, που υπερπηδά με άνεση τον υψηλό ποιοτικό πήχη που οι εκδόσεις Στιγμός έχουν θέσει από την πρώτη στιγμή της σύντομης ιστορίας τους. Οι Υπέροχοι νεκροί αξίζουν της προσοχής σας κι εγώ οφείλω ένα ευχαριστώ στη Ν.

Εκδόσεις Στιγμός

Δευτέρα 19 Απριλίου 2021

Η ιστορία μιας νουβέλας - Thomas Wolfe

Το autotheory, ως ορολογία, εμφανίστηκε σχετικά πρόσφατα για να συμπεριλάβει έργα που συνδυάζουν το βίωμα με το δοκίμιο, λειτουργώντας συμπληρωματικά με το autofiction. Η χρονική συγκυρία της ονοματοδοσίας, ωστόσο, σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να ταυτιστεί με τις απαρχές της γραφής που έρχεται να περιγράψει. Η ιστορία μιας νουβέλας, στην περίπτωσή μας, θα μπορούσε να είναι ένα τυπικό δείγμα δοκιμίου σχετικά με τη συγγραφή και την επιμέλεια, ιδανικό εγχειρίδιο για κάθε ενδιαφερόμενο, από την πένα του Τόμας Γουλφ, ενός από τους σπουδαιότερους Αμερικανούς συγγραφείς, απαραίτητη βιβλιογραφική παραπομπή κάθε προγράμματος δημιουργικής γραφής και όχι μόνο, επικεντρωμένο σε τεχνικές λεπτομέρειες και με διάθεση διδακτική. Το στοιχείο εκείνο που αίρει την τυπικότητα στην προκειμένη περίπτωση είναι η παρείσφρηση του βιώματος και η συγγραφική πρόθεση όπως αυτή δηλώνεται εξαρχής από τον ίδιο τον συγγραφέα. 

Θα καταθέσω τον τρόπο με τον οποίο έγραψα ένα βιβλίο. Θα είναι κάτι βαθιά προσωπικό. Ήταν η πιο έντονη περίοδος της ζωής μου για πολλά χρόνια. Επ' αυτού δεν υπάρχει τίποτα ιδιαίτερα λογοτεχνικό. Είναι μια ιστορία πόνου και μόχθου και απελπισίας και εν μέρει επιτυχίας. Εντούτοις δεν ξέρω ακόμη πώς να γράψω μια ιστορία. Δεν ξέρω ακόμη πώς να γράψω μια νουβέλα. Έμαθα όμως κάτι για τον εαυτό μου και για τη συγγραφή και, αν το μπορέσω, θα προσπαθήσω εδώ να παραθέσω περί τίνος πρόκειται.

Τόσο ο τίτλος όσο και το παραπάνω απόσπασμα συνοψίζουν με ακρίβεια την πρόθεση του Γουλφ. Η ιδέα γι' αυτό το βιβλίο μοιάζει να γεννήθηκε από μια συζήτηση του συγγραφέα με τον επιμελητή του, κατά την οποία ο δεύτερος είπε «πως ήταν κρίμα που δεν είχε κρατήσει ημερολόγιο για την εργασία που κάναμε οι δυο μας, για την όλη δοκιμασία, τον μόχθο, τη ροή, τις παύσεις και την ολοκλήρωση, για τις δέκα χιλιάδες δοκιμές, τις αλλαγές, τους θριάμβους και τις υποχωρήσεις που χρειάστηκαν για να δημιουργηθεί ένα βιβλίο». 

Ο Γουλφ ξεκινάει την αφήγησή του αναφερόμενος συνοπτικά στις ρίζες του, στο οικογενειακό και ταξικό περιβάλλον στο οποίο γεννήθηκε και μεγάλωσε, στην ιδέα που υπήρχε για τους συγγραφείς, το δέος και τη δυσπιστία που ένιωθαν απέναντί τους, στις σπουδές του και στα πρώτα του βήματα στη συγγραφή που είχαν ως αποτέλεσμα το Γύρνα σπίτι, άγγελε μου, το πρώτο του μυθιστόρημα, αλλά και την αναζήτηση του ιδανικού τόπου για συγγραφή και τη σχέση του με την πατρίδα όταν απομακρυνόταν από αυτή. Η μικρή αυτή αναδρομή είναι καθοριστικής σημασίας, καθώς προσφέρει μια πληρέστερη εικόνα τόσο του ίδιου του συγγραφέα όσο και του εν προόδω έργου του, πριν ο Γουλφ επικεντρωθεί στη συγγραφή, στην επιμέλεια, στην έκδοση και όσων ακολούθησαν της κυκλοφορίας του Περί χρόνου και ποταμού, πάντοτε υπό την πεποίθηση πως «δεν είμαι επαγγελματίας συγγραφέας, δεν είμαι καν επιδέξιος συγγραφέας, είμαι απλώς ένας συγγραφέας που μαθαίνει προοδευτικά το επάγγελμά του και που ανακαλύπτει την αράδα, τη δομή και την εκφορά της γλώσσας που οφείλω να ανακαλύψω για να γράψω με τον τρόπο που θέλω».

Διαβάζοντας κανείς αυτό το μικρό σε έκταση βιβλίο έρχεται αντιμέτωπος με τη δισυπόστατη πραγματικότητα της συγγραφής. Από τη μια, το πάθος και η ανάγκη για δημιουργία, η αίσθηση κατακλυσμού που καταλαμβάνει τον συγγραφέα, τα δεκάδες βιβλία που έχει μέσα του και περιμένουν να γραφτούν, και από την άλλη, η πρακτική αντιμετώπιση της δημιουργίας αλλά και της ζωής εν γένει, ζητήματα χρηματοδότησης, η διαδικασία της έκδοσης, κοινωνικές και οικογενειακές υποχρεώσεις, η θέση στον κόσμο, μια αχώριστη δυάδα που πατάει με το ένα πόδι στον ουρανό και με το άλλο στο έδαφος, και μοιάζει να προσφέρει το απαραίτητο ‒κατά αναλογία πάντοτε‒ εμβαδόν ταύτισης μεταξύ δημιουργού και αναγνώστη, το απλοποιημένο δηλαδή δίπολο μεταξύ επιθυμίας και καθήκοντος, πάθους και ματαίωσης· ένας κώδικας κατανόησης. 

Η διαδικασία της επιμέλειας ενός χειρογράφου ‒ιδανικά‒ αποπειράται να γεφυρώσει τις δύο αυτές καταστάσεις. Ο επιμελητής είναι εκείνος που θα προσφέρει την καθαρή, εξωτερική ματιά, που θα επιχειρήσει να αναδείξει τα δυνατά σημεία και να απομακρύνει τα αδύναμα, που θα δώσει σχήμα και μορφή στο χάος, που θα σημάνει το πέρας των εργασιών αναφωνώντας τυπωθήτω, μια διαδικασία που μόνο αναίμακτη δεν είναι, καθώς οι αμοιβαίες υποχωρήσεις είναι απαραίτητες και χωρίς την εκατέρωθεν εκτίμηση και την κοινή πίστη στο έργο αδυνατεί να σταθεί. Στην Ιστορία μιας νουβέλας η επιμέλεια κατέχει πρωταγωνιστικό ρόλο, και πώς αλλιώς, αφού το αρχικό χειρόγραφο του Περί χρόνου και ποταμού, αποτελούμενο κυρίως από πλήθος εκτενών αποσπασμάτων, είχε πολλαπλάσιο μέγεθος από το βιβλίο όπως τελικά εκδόθηκε, και χωρίς την καθοριστική διαμεσολάβηση του επιμελητή, ο Γουλφ, κατά δική του ομολογία, θα αδυνατούσε να αποδεχθεί πως το βιβλίο είχε πια ολοκληρωθεί και ήταν έτοιμο να συναντήσει τους αναγνώστες του.

Με το βιβλίο αυτό, ο Γουλφ μοιάζει να επιθυμεί να κλείσει τους λογαριασμούς του με το Περί χρόνου και ποταμού. Επιχειρεί μια αναδρομή στην περίοδο εκείνη κατά την οποία ήταν εντελώς αφοσιωμένος σ' αυτό, αναδρομή που θα του επιτρέψει να συνοψίσει, να κατανοήσει και να συνθέσει αυτή την ιδιότυπη και εκ των υστέρων ποιητική, που θα τον καταστήσει, εν τέλει, ικανό να προχωρήσει. Γι' αυτό το κείμενο είναι τόσο προσωπικό. Εκτός του στεγνού δοκιμιακού λόγου, απουσιάζει και η οποιαδήποτε διάθεση διδακτισμού. Η οξυδέρκεια του Γουλφ του επιτρέπει να ακολουθήσει το συναίσθημά του αλλά να μην παρασυρθεί εντελώς απ' αυτό, κάτι που θα επηρέαζε τη συνοχή και την αρχική πρόθεση. Ο τρόπος με τον οποίο ο Γουλφ αφηγείται την ιστορία της νουβέλας του είναι τέτοιος που την καθιστά αυτόνομο ανάγνωσμα και την απελευθερώνει από τα στενά πραγματολογικά της όρια. Μετατρέπει ένα κείμενο προορισμένο για προσωπική χρήση σε λογοτεχνία.  

Η ιστορία μιας νουβέλας είναι πολλά παραπάνω από ένα βιβλίο ποιητικής ή μια ευκαιρία για τον αναγνώστη να κρυφοκοιτάξει, με την άδεια του συγγραφέα, στο εργαστήρι του. Η ιστορία μιας νουβέλας απευθύνεται σε όλους όσους αγαπούν με πάθος τη λογοτεχνία, ανεξάρτητα από το αν έχουν διαβάσει το Περί χρόνου και ποταμού, αν και η ανάγνωσή της ‒κάτι μου λέει πως‒ θα τους σπείρει την ιδέα να αναμετρηθούν με το αριστούργημα αυτό.

υγ. Για την εμπειρία της ανάγνωσης του Περί χρόνου και ποταμού περισσότερα μπορείτε να βρείτε εδώ.

Μετάφραση Γιάννης Λειβαδάς
Εκδόσεις Στιγμός