Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πορτογαλία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πορτογαλία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 23 Οκτωβρίου 2023

Ο Ιησούς Χριστός έπινε μπύρα - Afonso Cruz

Αν επιχειρούσαμε να συντάξουμε μια λίστα με τα χαρακτηριστικά εκείνα μιας έκδοσης που τραβάνε το βλέμμα του αναγνώστη στο βιβλιοπωλείο, αναλογικό ή ψηφιακό, τότε ο τίτλος θα λάμβανε σίγουρα μια θέση υψηλή, παρέα με το εξώφυλλο, το όνομα του συγγραφέα, του μεταφραστή, αν υπάρχει, και του εκδοτικού οίκου. Θα γεννούσε ένα κράμα από ελπίδες και επιφυλάξεις, έναν βιαστικό προϋπολογισμό, ένα πρώτο σκαρίφημα του ορίζοντα προσδοκιών, με τον οποίο, αναπόφευκτα, εισέρχεται ο αναγνώστης σε κάθε επόμενο βιβλίο. Η τέχνη του τίτλου, που συχνά μειώνεται καθώς το επίθετο πιασάρικος τον συνοδεύει και η αναζήτηση πρωτοτυπίας τον βαραίνει, είναι μια τέχνη υποτιμημένη, όχι μόνο γιατί υπηρετεί από το μετερίζι της την εμπορική προώθηση, αλλά και γιατί αποδεικνύεται κατάλληλη ή όχι για το σύνολο του εκάστοτε βιβλίου. Συχνά, μάλιστα, προηγείται στη συγγραφική έμπνευση του ίδιου του βιβλίου, ενώ δεν λείπουν οι διαμάχες μεταξύ συγγραφέα, επιμελητή και εκδότη. Η μεταφορά των τίτλων στην ελληνική είναι μια άλλη κατηγορία, πολύπαθη, ειδικά στον κινηματογράφο.

Στην προκειμένη περίπτωση, ο τίτλος λειτούργησε, τραβώντας την προσοχή μου από την πρώτη στιγμή, έτσι όπως συνδυάζει την πρωτοτυπία και την αίρεση μιας βεβαιότητας οικουμενικής. Αν, ωστόσο, δεν παρακολουθούσα την παρουσίαση του βιβλίου, στο πλαίσιο του τελευταίου φεστιβάλ ΛΕΑ, δεν είμαι σίγουρος αν το βιβλίο θα έβρισκε τόσο γρήγορα τη θέση του στη στοίβα με τα προσεχώς μου, και αυτό γιατί οι επιφυλάξεις περί κενού εντυπωσιασμού επικράτησαν στην ύψωση του ορίζοντα εκείνων που ανέμενα, παντελώς αυθαίρετα, από το μυθιστόρημα του άγνωστου σε μένα Πορτογάλου συγγραφέα, Αφόνσο Κρουζ. Οι παρουσιάσεις βιβλίων, στην πλειοψηφία τους βαρετές και ενοχλητικά υμνητικές, είναι ακόμα ένα συνοδευτικό της κυκλοφορίας ενός βιβλίου, παρέα με τις συνεντεύξεις, τα κείμενα παρουσίασης και τις λοιπές προωθητικές δράσεις του τμήματος μάρκετινγκ. Είναι αρκετοί οι ξένοι συγγραφείς που επισκέπτονται τη χώρα μας στο πλαίσιο της κυκλοφορίας τού βιβλίου τους στα ελληνικά, συχνά, χρόνια μετά από την πρώτη έκδοση και ενώ έχουν μεσολαβήσει άλλα βιβλία. Πιστεύω πως ένας συγγραφέας δεν είναι απαραίτητο να είναι και επικοινωνιακά δεινός, παρότι, προφανώς, υπάρχουν εξαιρέσεις. Η παρουσία του Κρουζ, ήρεμη και ταπεινή, ήταν μια επιβεβαίωση της εξαίρεσης του κανόνα. Οι εισηγήσεις ήταν εν πολλοίς κατατοπιστικές, χωρίς να αποκαλύπτουν υπερβολικά πολλά για το περιεχόμενο. Κάπως έτσι βρέθηκα να διαβάζω το Ο Ιησούς Χριστός έπινε μπύρα.

Αρχικά, ο τίτλος μου δημιούργησε επιφυλάξεις για δύο κυρίως λόγους. Πρώτα, μου έφερε στον νου τίτλους βιβλίων του Ζοζέ Σαραμάγκο, του οποίου η σκιά, μαζί με εκείνη του Φερνάντο Πεσσόα, αναπόφευκτα συσκοτίζει κάθε επόμενο Πορτογάλο συγγραφέα, εκτός ίσως του Αντούνες. Δεύτερον, τα κωμικά βιβλία, και κυρίως εκείνα που σατιρίζουν το όπιο των λαών, δεν είναι του γούστου μου, καθώς σπάνια μου φαίνονται έξυπνα και όχι εξυπνακίστηκα, ιδιαίτερα σε ένα θέμα για το οποίο έχει αναλωθεί αρκετή μελάνη. Ωστόσο, οι χαμηλές προσδοκίες συχνά αποδεικνύονται σωτήριες. Έτσι έγιναν τα πράγματα και ετούτη τη φορά.

Βρισκόμαστε στην πορτογαλική επαρχία, στο Αντελέζου, στον νότο της χώρας. Η γιαγιά της Ρόζα είναι ετοιμοθάνατη, έζησε μια ζωή πλούσια παρότι γεμάτη από στερήσεις, ανάμεσα στις οποίες και εκείνη των ταξιδιών σε άλλα μέρη. Τη στεναχωρεί το γεγονός πως ποτέ δεν αξιώθηκε να ταξιδέψει μέχρι τους Αγίους Τόπους, εκεί που ο Σωτήρας έζησε και σταυρώθηκε για χάρη μας. Η Ρόζα έχει μια ιδέα τρελή, να μεταμορφώσει το χωριό σε Ιερουσαλήμ. Στα σχέδια της βρίσκει αναπάντεχους συμμάχους, κυρίως έναν εκκεντρικό καθηγητή, που ανάμεσα στα βιβλία που έχει εκδώσει βρίσκεται και το Ο Ιησούς Χριστός έπινε μπύρα, στηριζόμενος στο γεγονός πως τα χρόνια εκείνα δεν υπήρχαν μαρτυρίες για την ύπαρξη αμπελώνων στην ευρύτερη περιοχή. Ένα ιδιόρρυθμο σύνολο ανθρώπων θα συνδράμει στην υλοποίηση της αστικής μεταμόρφωσης· μια πόρνη, μια πλούσια Αγγλίδα, ένας Νιγηριανός μάγος, ένας Ινδός γυμνοσοφιστής και αρκετοί από τους κατοίκους του Αντελέζου.

Το εύρημα γύρω από το οποίο περιστρέφεται η πλοκή του μυθιστορήματος θυμίζει την ταινία Goodbye Lenin!, που προβλήθηκε το 2003, εκεί όπου μια γιαγιά ξυπνάει από κώμα και ο εγγονός της κάνει τα αδύνατα δυνατά για να μην καταλάβει πως ενδιάμεσα το τείχος έπεσε και ο καπιταλισμός καλπάζει στα ανατολικά της Ευρώπης. Ωστόσο, ο τρόπος με τον οποίο διαχειρίζεται την ιδέα ο Κρουζ είναι τέτοιος που δεν αναλώνεται απλώς και μόνο στην ύπαρξη του κεντρικού ευρήματος, αλλά, προσθέτοντας αρκετή δουλειά και έμπνευση, επιτρέπει στο μυθιστόρημα να λειτουργήσει σε διάφορα επίπεδα, πέρα από τα στενά, η αλήθεια είναι, όρια της σάτιρας. Το εύρημα του επιτρέπει να πειραματιστεί με τις συνθήκες που επικρατούν στην επαρχιακή Πορτογαλία, να αναδείξει τις ιδιαιτερότητες σε κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο, να γράψει ένα μυθιστόρημα καταστάσεων αλλά και χαρακτήρων, χρησιμοποιώντας με σύνεση τη στερεοτυπία και την καρικατούρα, αλλά και τα απαραίτητα μικροευρήματα για την προώθηση της πλοκής. Επίσης, η φοβία μου περί εξυπνακίστικης γραφής σύντομα συνετρίβη καθώς η αφηγηματική άνεση και η οξυδέρκεια του Κρουζ, επιτρέπουν στα συναισθήματα, όπως το γέλιο, να εξέλθουν αβίαστα.

Κάποτε πίστευα πως τα βιβλία του Τομ Ρόμπινς είναι αστεία. Μεγαλώνοντας συνειδητοποίησα πόσο λάθος έκανα σε εκείνη την πρώιμη ανάγνωση. Τα βιβλία του είναι απαισιόδοξα, βουτηγμένα τόσο βαθιά στην κατάθλιψη, εκεί που μόνο το χιούμορ θα μπορούσε να λειτουργήσει. Και το μυθιστόρημα του Κρουζ διαθέτει αυτό τον χαρακτήρα, είναι φτιαγμένο με παρόμοια υλικά, η θλίψη και η απογοήτευση είναι παρούσες κάτω από το κωμικό στρώμα χρώματος, η οξυδέρκεια είναι εκείνη που επιτρέπει στην παραπλάνηση να μεταμφιεστεί σε αιτία γέλιου και όχι βαθύ θυμού. Και υπό αυτό το πρίσμα ο τίτλος του βιβλίου αποδεικνύεται ιδιοφυής, καθώς πέρα από την πρωτοτυπία ή την επιχειρηματολογία σχετικά με την ιστορική αλήθεια, συνοψίζει, με ελάχιστες λέξεις και χωρίς να το φωνάζει, την προσκόλληση σε ζητήματα δευτερεύοντα και όχι στα σημαντικά, κινητοποιώντας τα αντανακλαστικά των φανατικών, φυτεύοντας ένα ακόμα δέντρο που κόβει τη θέα.

Η γραφή του Κρουζ διαθέτει γοητεία και σαφή επίγνωση των ορίων και των δυνατοτήτων της, δεν ευαγγελίζεται κορυφές που δεν μπορεί να πατήσει και έτσι ικανοποιεί σε μεγάλο βαθμό τις συγγραφικές φιλοδοξίες και τις αναγνωστικές προσδοκίες. Το Ο Ιησούς Χριστός έπινε μπύρα δεν είναι απλώς και μόνο ένα αστείο και πρωτότυπο, με τον τρόπο του, μυθιστόρημα, αφού υπερβαίνει τους ειδολογικούς περιορισμούς. Ο Κρουζ, μπορώ με σχετική σιγουριά να το ισχυριστώ, ανήκει στην κατηγορία εκείνη των δημιουργών που αντιμετωπίζουν τη λογοτεχνία όπως τα παιδιά το παιχνίδι.

Το εισαγωγικό σημείωμα του μεταφραστή Νίκου Πρατσίνη, που θα το προτιμούσα τοποθετημένο μετά το τέλος του μυθιστορήματος, είναι ιδιαίτερα εμπνευσμένο, αναδεικνύοντας τη συχνά συγκυριακή συνθήκη συναπαντήματος με ένα βιβλίο, την κατάλληλη στιγμή των πραγμάτων. 

Μετάφραση Νίκος Πρατσίνης
Εκδόσεις Στιγμός

Πέμπτη 21 Ιανουαρίου 2021

Η χρονιά θανάτου του Ρικάρντο Ρέις - José Saramago

Εδώ τελειώνει η θάλασσα και αρχινά η στεριά. Βρέχει πάνω απ' τη χλομή πόλη, τα νερά του ποταμού κυλούν θολά απ' τη λάσπη, πλημμύρα στις όχθες. Ένα σκοτεινό πλοίο πάνω στην κατηφή πλημμυρίδα, είναι το Χάιλαντ Μπριγκέιντ που έρχεται να δέσει στην προκυμαία της Αλκάνταρα. Το υπερωκεάνιο είναι βρετανικό, των Βασιλικών Ταχυδρομείων, το χρησιμοποιούν για να διασχίσουν τον Ατλαντικό, μεταξύ Λονδίνου και Μπουένος Άιρες, σαν τη σαΐτα του αργαλειού, πέρα δώθε στους δρόμους της θάλασσας, πιάνοντας πάντα στα ίδια λιμάνια, Λα Πλάτα, Μοντεβιδέο, Σάντος, Ρίο ντε Ζανέιρο, Περναμπούκο, Λας Πάλμας, μ' αυτή τη σειρά ή την αντίστροφη, και, αν δεν ναυαγήσει στο ταξίδι, θα πιάσει ακόμα Βίγο και Μπουλόν-σιρ-Μερ, και επιτέλους θα μπει στον Τάμεση όπως μπαίνει τώρα στον Τάγο, ποιος απ' τους δύο ποταμούς ο μεγαλύτερος, ποιο απ' τα δυο χωριά.

Όταν το υπερωκεάνιο δέσει στο λιμάνι της Λισαβόνας, ο Ρικάρντο Ρέις θα κατεβεί. Έλειπε δεκαέξι χρόνια στη Βραζιλία. Επιβιβάζεται σ' ένα ταξί και ζητάει από τον οδηγό να τον πάει σε κάποιο ξενοδοχείο, σε ποιο απ' όλα, θα τον ρωτήσει εκείνος, σε όποιο να 'ναι, θα απαντήσει ο Ρικάρντο Ρέις, αρκεί να 'ναι κοντά στο ποτάμι, λείπω καιρό και δεν θυμάμαι πια τα ονόματα των ξενοδοχείων, θα συμπληρώσει. Θα βρεθεί στο ξενοδοχείο Μπραγκάνσα, δεν είναι το πλέον πολυτελές, ωστόσο ικανοποιεί τον ταξιδιώτη, το δωμάτιο διακόσια ένα είναι ελεύθερο. Παρόλο που δεν μοιάζει να έχουν αλλάξει πολλά, η πόλη δείχνει διαφορετική, δεν είναι λίγα τα χρόνια που έλειπε ο Ρικάρντο Ρέις. Αν δεν ήταν η είδηση σχετικά με τον θάνατο του Φερνάντο Πεσσόα ίσως και να μην γυρνούσε στην Πορτογαλία, όχι ακόμα τουλάχιστον, όμως ο ποιητής πέθανε στις τριάντα Νοεμβρίου του 1935 και ο Ρικάρντο Ρέις επιβιβάστηκε στο Χάιλαντ Μπριγκέιντ λίγες μέρες μετά, το υπερατλαντικό ταξίδι είναι χρονοβόρο όμως και δεν θα φτάσει στη Λισαβόνα παρά λίγο πριν την αλλαγή του χρόνου. Έχει αρκετό συνάλλαγμα ώστε να μην τον απασχολεί να βρει δουλειά άμεσα, στη Βραζιλία δούλευε ως γενικός ιατρός, επάγγελμα ιδιαιτέρως επικερδές. Ως γιατρός άλλωστε ήταν γνωστός εκεί, στον περιορισμένο κοινωνικό κύκλο που διατηρούσε, από τη φύση του μονήρης, και όχι ως ποιητής ωδών. Στο εστιατόριο του ξενοδοχείου θα αντικρίσει τη νεαρή Μαρσέντα της οποίας το αριστερό χέρι κρέμεται παράλυτο χωρίς να υπακούει σε εντολές, βρίσκεται στη Λισαβόνα με τον πατέρα της, έρχονται συχνά εδώ από την Κοΐμπρα για μια θεραπεία σ' έναν ειδικευμένο γιατρό. Θα γυρέψει αφορμή να την πλησιάσει, η λαχτάρα που νιώθει για εκείνη ολοένα και θα μεγαλώνει, παρά τη μεγάλη διαφορά ηλικίας που τον χωρίζει από εκείνη. Ο Ρικάρντο Ρέις θα συνάψει σεξουαλικές σχέσεις με τη Λίντια, που δουλεύει καμαριέρα στο Μπραγκάνσα, μια σχέση, αν μπορεί κάποιος να την ονομάσει έτσι, εξ αρχής άνιση. Ο καιρός, ο συνήθως άστατος και βροχερός καιρός της πατρίδος του, καθορίζει το καθημερινό πρόγραμμα του γιατρού, που, ελεύθερος υποχρεώσεων καθώς είναι, τριγυρίζει στην πόλη σε κάθε ευκαιρία. Σε έναν από τους περιπάτους του θα συναντήσει τον Φερνάντο Πεσσόα, τον νεκρό από βδομάδες ποιητή.

Ο Ρικάρντο Ρέις, ένας από τους πλέον γνωστούς ετερώνυμους του Φερνάντο Πεσσόα, πρωταγωνιστεί στο μυθιστόρημα του Ζοζέ Σαραμάγκου. Σε μια από τις πρώτες συναντήσεις τους, ο Φερνάντο Πεσσόα θα αποκαλύψει στον έκπληκτο από την απροσδόκητη αυτή συνάντηση Ρικάρντο Ρέις κάτι το οποίο μόνο οι νεκροί γνωρίζουν: κατά αντιστοιχία με την εννιάμηνη εν κρυπτώ ανθρώπινη ύπαρξη πριν από τη γέννηση, υπάρχει ένα ισόποσο διάστημα κατά το οποίο οι νεκροί συνεχίζουν να τριγυρνούν στον κόσμο των ζώντων, ορατοί μόνο σε εκείνους που επιθυμούν. Αυτή η σύμβαση αποτελεί το μεταλογοτεχνικό εύρημα στο οποίο ο Σαραμάγκου στήνει το μυθιστόρημά του: όσο ο Φερνάντο Πεσσόα, ακόμα και νεκρός, τριγυρίζει στους δρόμους της Λισαβόνας, οι ετερώνυμοί του συνεχίζουν να υπάρχουν, ανάμεσά τους και ο Ρικάρντο Ρέις. Ο Σαραμάγκου, όπως αναμένει όποιος γνωρίζει το έργο του, αρέσκεται σε αυτού του είδους τον ρεαλισμό, τον διαποτισμένο με το παράλογο. Η χρονιά θανάτου του Ρικάρντο Ρέις είναι ένα κατά βάση ιστορικό-πολιτικό μυθιστόρημα, με τον Ρικάρντο Ρέις να αποτελεί τον αυτόπτη μάρτυρα των εξελίξεων του 1936, χρονιά επικράτησης του εθνικισμού στην Ευρώπη, προπομπός των όσων ακολούθησαν. Στην Πορτογαλία ο Σαλαζάρ, στη Γερμανία ο Χίτλερ και στην Ιταλία ο Μουσολίνι εδραιώνουν ολοένα την εξουσία τους, ενώ στη γειτονική Ισπανία ο Φράνκο είναι προ των πυλών. Η επιλογή του συγκεκριμένου αυτόπτη μάρτυρα θα επιτρέψει επιπλέον στον συγγραφέα να εξετάσει τον ρόλο που διαδραμάτισαν οι πνευματικοί άνθρωποι, να εντοπίσει την έλξη που τα εθνικιστικά κινήματα άσκησαν σε κάποιους απ' αυτούς, σημείο στο οποίο αξίζει κανείς να σημειώσει την αναφορά στον Ουναμούνο και τη στήριξη που εκείνος εξέφρασε στους φρανκιστές.  

Με το γνώριμο γλωσσικό του ύφος, τον μακροπερίοδο λόγο, τους ενσωματωμένους διαλόγους και τις παρεμβάσεις του αφηγητή ο Σαραμάγκου πετυχαίνει να παραδώσει το -κατά πολλούς- σπουδαιότερο μυθιστόρημά του, αξιοποιώντας στο έπακρο το εύρημά του. Αποδίδει έναν ιδιαίτερο, μακριά από κάθε άλλον, φόρο τιμής στον Φερνάντο Πεσσόα, που εκτείνεται από τον απόλυτο σεβασμό ως την πλήρη ασέβεια, αντίστοιχο της ζωής και του έργου του ίδιου του ποιητή. Η παρουσία του Πεσσόα και του Ρέις στο μυθιστόρημα, τα θραύσματα της σκέψης και της ποίησής τους, προσδίδουν μια επιπλέον γοητεία, χωρίς όμως να επισκιάζουν την πρόθεση του Σαραμάγκου να εξιστορήσει τα γεγονότα εκείνης της χρονιάς, την κατάσταση που επικρατούσε στην Πορτογαλία, πρωτίστως, αλλά και στη γειτονική Ευρώπη, τον έλεγχο του Τύπου από την εξουσία, την καθημερινότητα των ανθρώπων, τον ρόλο της πίστης και την κοινωνική διαστρωμάτωση. Οι ερωτικές ιστορίες του Ρικάρντο Ρέις, που φαινομενικά καλύπτουν μεγάλο μέρος της πλοκής, ο εξιδανικευμένος έρωτας για τη Μαρσέντα και ο σαρκικός για τη Λίντια, όπως και οι επαγγελματικές αναζητήσεις του γιατρού, αποτελούν τη γέφυρα που τον ενώνει με την πραγματικότητα, της οποίας κατά τα άλλα παραμένει παρατηρητής, είτε μέσω της ανάγνωσης των εφημερίδων, είτε ως αυτόπτης μάρτυρας που εκκινεί από την περιέργεια όμως και όχι από κάποια διάθεση ενεργούς εμπλοκής σ' αυτή. Ο αναχωρητισμός του ποιητή και ο σκληρός ρεαλισμός της πραγματικότητας συνυπάρχουν μ' έναν τρόπο μοναδικό ίσως στην παγκόσμια λογοτεχνία. Η μετάφραση της Αθηνάς Ψυλλιά στέκει αντάξια του πρωτότυπου.

[...] Αγαπητέ μου Ρέις, αν μου επιτρέπεις μια γνώμη, αυτό είναι παλιανθρωπιά, Άραγε είναι, κι ο Άλβαρο ντε Κάμπος ζητούσε δανεικά και δεν τα πλήρωνε, Ο Άλβαρο ντε Κάμπος ήταν, κυριολεκτικά, και για να μη φύγουμε από τη λέξη, παλιάνθρωπος, Ποτέ δεν τα πήγες καλά μαζί του, Ούτε και μ' εσένα τα πήγαινα καλά, Ποτέ δεν τα πηγαίναμε καλά μεταξύ μας όλοι εμείς, Ήταν αναπόφευκτο, αφού ήμασταν τόσοι, Αυτό που δεν καταλαβαίνω είναι αυτή η ηθικολογική, συντηρητική του στάση, Ένας νεκρός είναι εξ ορισμού υπερσυντηρητικός, δεν ανέχεται μεταβολές στην τάξη, Σ' έχω ακούσει να ωρύεσαι εναντίον της τάξης, Τώρα ωρύομαι υπέρ της, [...]

Μετάφραση Αθηνά Ψυλλιά
Εκδόσεις Καστανιώτη           

Πέμπτη 16 Απριλίου 2020

Πάνω στα ποτάμια που κυλούν - António Lobo Antunes



Από το παράθυρο του νοσοκομείου στη Λισαβόνα αυτά που έβλεπε δεν ήταν άνθρωποι που έμπαιναν ούτε αυτοκίνητα ανάμεσα στα δέντρα ούτε ασθενοφόρο, ήταν το τρένο πέρα από τα πεύκα, σπίτια, κι άλλα πεύκα και το βουνό στο βάθος με την ομίχλη να το απομακρύνει απ' αυτόν, ήταν το πουλί του φόβου του χωρίς κλαδί για ν' ακουμπήσει τρέμοντας τα χείλη των φτερών του, ο αχινός μια καστανιάς άλλοτε στην είσοδο του κήπου και σήμερα μέσα του που ο γιατρός ονόμασε καρκίνο και μεγάλωνε σιωπηλά, μόλις ο γιατρός τον ονόμασε καρκίνο οι καμπάνες της εκκλησίας άρχισαν να χτυπούν και η πομπή προχώρησε προς την κατεύθυνση του νεκροταφείου με το φέρετρο ανοιχτό κι ένα παιδί μέσα, άλλα παιδιά ντυμένα άγγελοι παραστέκονταν στο φέρετρο, άνθρωποι που άκουγε μόνο τον θόρυβο των παπουτσιών τους κι όμως όχι άνθρωποι, σόλες κι άλλες σόλες, όταν η γιαγιά στον τοίχο μαζί του αρνήθηκε να σταυροκοπηθεί ένιωσε τη μυρωδιά από τις μαρμελάδες στο κελάρι, γλάστρες σε κάθε σκαλοπάτι της σκάλας και καθώς οι γλάστρες άθικτες τίποτα απολύτως δεν συνέβη, ξαπλωμένος στο φορείο μετά την εξέταση, παραλίγο να ρωτήσει
Δεν συνέβη τίποτα απολύτως, έτσι γιατρέ;
21 Μαρτίου 2007, η πρώτη ημερολογιακή καταχώρηση, θα ακολουθήσουν κάποιες ακόμα. Και αφού δίνεται ο χρόνος, ο τόπος ακολουθεί, το δωμάτιο ενός νοσοκομείου στη Λισαβόνα. Το Πάνω στα ποτάμια που κυλούν αποτελεί ένα ημερολόγιο νοσηλείας, η καθημερινή πρόσληψη της πραγματικότητας ενός καρκινοπαθή υπό την επήρεια ισχυρής φαρμακευτικής αγωγής, που τον θέτει σε κατάσταση μέθης, στο μεταίχμιο πραγματικότητας και μνήμης. Η αλήθεια είναι πως η αφήγηση σε τρίτο πρόσωπο αρχικά ξενίζει, καθώς ο Αντούνες σπάει το γνώριμο μοτίβο της παραληρηματικής πρωτοπρόσωπης αφήγησης, του λογοτεχνικά γνώριμα προθανάτιου ρόγχου, στον οποίο άγνωστο συντελεστή αποτελεί ο δέκτης, το ερώτημα δηλαδή που τίθεται είναι σε ποιον απευθύνεται ο ήρωας, δέκτης ο οποίος τις περισσότερες φορές απουσιάζει και τη θέση του καλείται να πάρει ο ίδιος ο αναγνώστης, σε μια απεύθυνση πολύ άμεση και ευθύβολη. Είναι άραγε, στο μυθιστόρημα αυτό, ο αφηγητής ένας τυπικός παντογνώστης αφηγητής ή μήπως η χρονική απόσταση που μεσολάβησε ανάμεσα στον πραγματικό και τον αφηγηματικό χρόνο της ιστορίας δημιούργησε μια απομάκρυνση από την εμπειρία, σαν αυτή να συνέβη σε κάποιον άλλον, σαν να πρόκειται για μια ανάμνηση μακρινή; Για να επιλέξει ένας συγγραφέας ικανός και έμπειρος, όπως ο Αντούνες, την τριτοπρόσωπη αφήγηση με τις αναχαιτίσεις των διαλογικών μερών ευθύ λόγο, κάτι συγκεκριμένο θα είχε στο μυαλό του. Έτσι, ενώ αρχικά μια ροή συνείδησης, μια τόσο προσωπική φωνή σε τρίτο πρόσωπο ξενίζει, παρά τις παρεμβολές διαλόγου, τελικά εντείνει τόσο δραματικά την αφήγηση, καταφέρνοντας να αποδώσει αυτή την κατάσταση μέθης, αποτέλεσμα της αγωγής για τον πόνο, αυτή την ιδιότυπη ύπνωση του υποκειμένου της μνήμης, την ακροβασία ανάμεσα στο όνειρο και την πραγματικότητα, εκεί που τα στεγανά του χρόνου υποχωρούν και όλα ανακατεύονται σε ένα ενιαίο σώμα. Και όλα αυτά χωρίς να πρέπει να δικαιολογηθεί ή να επινοήσει έναν ακροατή.

Σκοπό του Αντούνες δεν αποτελεί η σύγχυση του αναγνώστη, δεν σκοπεύει να του κρύψει κάτι, εδώ, στην πρώτη σελίδα, είναι όλα· ο χρόνος, ο τόπος, ο αφηγητής, ο καρκίνος. Δεν υπάρχουν κρυφά χαρτιά, ο αναγνώστης αρκεί να τραβήξει την καρέκλα στο πλευρό του κρεβατιού και να ακούσει θραύσματα της ιστορίας ενός ανθρώπου καθώς ψυχορραγεί. Η επιλογή της τριτοπρόσωπης αφήγησης επιτρέπει στον αναγνώστη να αναπνέει, αυτό το αφηγηματικό παραμιλητό λειτουργεί ως ένα ιδιότυπο voice over, σαν κάποιο μηχάνημα να προβάλλει στον απέναντι τοίχο τα στιγμιότυπα της ζωής του ασθενή σε απευθείας μετάδοση απ' τον εγκέφαλο του, και εκείνος να συνομιλεί με τα πρόσωπα που εμφανίζονται σ' αυτά, να εκφράζει τις απορίες του και τα συναισθήματά του, καθώς τα ρεαλιστικά καρέ περνούν και φεύγουν σε μια διαδοχή υπερρεαλιστική, ονειρική. Και αυτή η αφηγηματική αληθοφάνεια είναι που έλκει το ενδιαφέρον του αναγνώστη, που τον παρασύρει σε αυτόν τον οριακό κόσμο, χωρίς να νιώθει πως καθοδηγείται συναισθηματικά, καθιστώντας βιωματική την ανάγνωση του Πάνω στα ποτάμια που κυλούν. Μια εμπειρία δυνατή που περικλείει το πλαίσιο της πλοκής, καθώς, ο τρόπος με τον οποίο πραγματοποιείται η αφήγηση κινητοποιεί το ενδιαφέρον του αναγνώστη απέναντι σε αυτά τα θραύσματα μνήμης, που υπό άλλες συνθήκες δεν θα είχαν κάτι το ξεχωριστό· εδώ όμως έχουμε έναν άνθρωπο υπό την επήρεια ισχυρής φαρμακευτικής αγωγής που τον οδηγεί σε παραισθήσεις, γινόμαστε μάρτυρες μιας ανόθευτης εμπειρίας. Και δεν μπορεί, σκέφτομαι, άλλος να είναι ο αφηγητής παρά ο ίδιος ο ασθενής, που βρίσκεται σε θέση να παρατηρεί την εμπειρία του, οικεία και μη συνάμα, αληθινή και ονειρική ταυτόχρονα. Και δεν ξέρω αν αρκούν οι λογοτεχνικές αρετές του Αντούνες συνεπικουρούμενες από την ψυχιατρική του ειδίκευση για ένα τέτοιο αφηγηματικό επίτευγμα ή αν απαραίτητο για κάτι τέτοιο είναι και το προσωπικό βίωμα. Ίσως χωρίς το βίωμα η ανάγκη του συγγραφέα να εξηγήσει να ήταν πιο έντονη. Ίσως το βίωμα να αποτελεί τον καταλύτη εκείνο που κάνει τόσο ρεαλιστική αυτή την αφήγηση, τόσο συναισθηματικά φορτισμένη.
 
Ο Αντούνες απομακρύνει τον αναγνώστη από τη λογική προσέγγιση της αφήγησης, και όσο απομένει συνεπαρμένος από αυτή την εσωτερική εμπειρία, ο συγγραφέας ενσωματώνει αβίαστα σ' αυτή την άκρως προσωπική μνήμη ψηφίδες από την ιστορία της Πορτογαλίας, μικρές, σχεδόν απαρατήρητες αλλά απαραίτητες, γιατί το ιστορικοπολιτικό πλαίσιο χαρακτηρίζει με τον έναν ή τον άλλον τρόπο όλα τα έργα του σπουδαίου αυτού Πορτογάλου συγγραφέα, του σημαντικότερου ίσως εν ζωή, που, παρά τη βαριά σκιά του Σαραμάγκου στα γράμματα της χώρας, κατάφερε να παραμείνει σταθερός στο λογοτεχνικό του μονοπάτι. Η έκδοση του Πάνω στα ποτάμια που κυλούν ελπίζω να αποτελέσει το εφαλτήριο ώστε να εκδοθούν και άλλα βιβλία του στα ελληνικά, είτε πρόκειται για καινούριες εκδόσεις είτε για επανακυκλοφορίες παλαιότερων.

Μετάφραση Μαρία Παπαδήμα
Εκδόσεις Πόλις     

Πέμπτη 4 Ιουλίου 2019

Το δικό σου πρόσωπο θα είναι το τελευταίο - Joao Ricardo Pedro





Η ανασύνθεση της ιστορίας δεν είναι κάτι απλό και αν το μεγάλο κάδρο, παρά τις όποιες σκοτεινές πτυχές της επιφάνειάς του, με τον καιρό λειαίνεται και παγιώνεται ως σχετικά κοινά αποδεκτό, δύσκολα συμβαίνει κάτι αντίστοιχο με τις ατομικές ιστορίες, όταν πια ο θάνατος έχει δια παντός στερήσει τη μαρτυρία εκείνων που ήταν παρόντες. Το πλεονέκτημα κατά τη σύνθεση της ατομικής ιστορίας είναι πως εδώ οι νικητές δεν έχουν τον μονόλογο, δεν είναι εκείνοι που σχηματίζουν τις λέξεις στο βιβλίο. Εκ των υστέρων, τα μισόλογα, οι υπαινιγμοί και οι φωτογραφίες, ανάμεσα σε άλλα, μοιάζουν με κομμάτια παζλ που εν τέλει συνθέτουν μια κάποια εικόνα. Είναι η επιθυμία για κατανόηση εκείνη που ωθεί τον "ερασιτέχνη ιστορικό" σε μια τέτοια απόπειρα. Να γνωρίσει καλύτερα ανθρώπους κοντινούς, μέλη της ίδιας του της οικογένειας συνήθως, των οποίων οι σιωπές στοιχειώνουν το παρελθόν του. Γιατί μοιάζει να είναι στη φύση μας η ανάγκη να γνωρίζουμε το παρελθόν μας, την ατομική μας ιστορία, από πού ερχόμαστε, μήπως και έτσι υποθέσουμε με κάπως μεγαλύτερη βεβαιότητα ποιοι είμαστε και πού πηγαίνουμε. Εδώ κρύβεται ένας άλλος κίνδυνος παραχάραξης, η ωραιοποίηση και η αθώωση, ο καλλωπισμός του παρελθόντος.     
Ένα πράγμα φαινόταν βέβαιο: στις είκοσι πέντε Απριλίου του χίλια εννιακόσια εβδομήντα τέσσερα, πολύ πριν από τις επτά το πρωί, ο Σελεστίνο έδεσε τη φυσιγγιοθήκη στη μέση του, φόρεσε το Μπράουνινγκ σταυρωτά, βεβαιώθηκε πως έχει τον καπνό και τα τσιγαρόχαρτά του, ξέχασε το ρολόι του στο καρφί, απ' το οποίο κρεμόταν επίσης ένα ημερολόγιο, και βγήκε. Μόλις άρχιζε να χαράζει. Ή μπορεί και όχι.
Το μυθιστόρημα του Ρικάρντο Πέντρο διαθέτει ποιητικότητα, ελλειπτικότητα και νοσταλγία. Χωρισμένο σε επτά μέρη, μοιάζει να του έχουν αφαιρεθεί -ή να λείπουν- αρκετές σελίδες, καθώς είναι τέτοιο το πλήθος των προσώπων και των χρονικών περιόδων της αφήγησης, που οι διακόσιες πενήντα σελίδες φαντάζουν λίγες. Έως ένα βαθμό δικαιολογείται αυτή η συγγραφική απόφαση, καθώς αποδίδει την αίσθηση της ανασύνθεσης μιας ιστορίας με αρκετά κενά. Ο συγγραφέας επιλέγει έναν αφηγητή περιορισμένων γνώσεων για να διηγηθεί την κατασκευή της ιστορίας της οικογένειας του Ντουάρτε, πατάει πάνω σε νησίδες που εμφανίζονται μπροστά του, πότε απόρροια της έρευνας και πότε της συγκυρίας, και παρότι κάποια βήματα μοιάζουν υπερβολικά, εντούτοις, η αποσπασματικότητα προσδίδει μια αίσθηση αληθοφάνειας στην αφήγηση. Άλλωστε, όταν ο αφηγητής γνωρίζει, δεν διστάζει να γίνει αρκετά αναλυτικός στις περιγραφές του.

Η ποιητικότητα και η νοσταλγία δεν θα μπορούσαν να λείπουν από ένα μυθιστόρημα που διαπραγματεύεται με τέτοιο τρόπο το παρελθόν του αφηγητή, τα παιδικά του χρόνια, την πορεία του προς την ενηλικίωση και την κατανόηση σιγά σιγά της πραγματικότητας, δημιουργώντας κατ' αυτόν τον τρόπο μια αντίστιξη με το κοινό παρελθόν, το σκοτεινό με ελάχιστα φωτεινά σημεία παρελθόν, με τα χρόνια της ανελευθερίας, τα χρόνια της σιωπής της πλειοψηφίας, τα χρόνια του φόβου, παρά την άρνηση του αφηγητή να σταθεί στο επίκεντρο της πλοκής, επιμένοντας στην επιθυμία του να συνδυάσει τα στοιχεία μεταξύ τους, μήπως και μπορέσει να αποκτήσει μια πιο ξεκάθαρη εικόνα, μια εικόνα εγγύτερη στην αλήθεια.

Πότε με μακροπερίοδο λόγο και πότε με έναν ρυθμό κοφτό, στακάτο, γεμάτο από τελείες, ο συγγραφέας επιζητά τις ρυθμικές εναλλαγές, μια μουσικότητα για το μυθιστόρημά του. Και κάποιες στιγμές τα καταφέρνει περίφημα. Υπάρχουν κομμάτια πραγματικά αξιόλογα, προτάσεις ιδανικές για υπογράμμιση και αντιγραφή. Αντίστοιχη του ρυθμού εναλλαγή υπάρχει και ως προς τη συνοχή της ιστορίας, γιατί, παρά τις όποιες παρεκβάσεις, υπάρχει ξεκάθαρα μια κεντρική ιστορία. Έτσι, κάποια κομμάτια μοιάζουν με διηγήματα που προστέθηκαν στον κυρίως κορμό χωρίς η παρουσία τους, πέραν της αισθητικής απόλαυσης, να δικαιολογείται, κάτι το οποίο είναι πιθανό να δημιουργήσει ρήγματα στην ανάγνωση. Ενώ ούτε η επιμονή με το κλείσιμο των κύκλων της ιστορίας είναι συνολικά λειτουργική, παρότι φαινομενικά δίνει μια αίσθηση ολοκλήρωσης, η οποία όμως δεν συνάδει απόλυτα με τον αποσπασματικό χαρακτήρα του μυθιστορήματος.

Διαβάζοντας μυθιστορήματα όπως αυτό, που αναφέρονται σε ιστορικές περιόδους με ξεκάθαρο πρόσημο, συνήθως αρνητικό, στα οποία ο συγγραφέας δεν παίρνει ξεκάθαρη θέση, μετεωρίζομαι έντονα ανάμεσα σε δύο εκδοχές. Από τη μία τοποθετείται η απολιτίκ διάθεση του συγγραφέα, κάτι που με ενοχλεί και μου γεννά υποψίες για τα αίτια της επιλογής του αυτής. Από την άλλη όμως, και όλο εντονότερα καθώς τα χρόνια περνούν, παίρνει θέση η σιωπηλή πλειοψηφία, εκείνη που συμβιβάστηκε με την τάξη, που κοιτούσε τη δουλειά της, που δεν μιλούσε, και σκέφτομαι πως ίσως η ρεαλιστική απεικόνιση μιας τέτοιας βάρβαρης εποχής, ακόμα και αν κάτι τέτοιο δεν αποτελεί προτεραιότητα του συγγραφέα, να είναι πιο πιστή ως απολιτίκ. Δυστυχώς.

Το δικό σου πρόσωπο θα είναι το τελευταίο είναι ένα μυθιστόρημα που διαβάζεται ευχάριστα, ενώ υπαινίσσεται περισσότερα απ' όσα φανερώνει, κατορθώνοντας με αυτόν τον τρόπο να ξεφύγει από τα στενά όρια της πορτογαλικής πραγματικότητας.


Μετάφραση (από τα γαλλικά)  Αριάδνη Μοσχονά
Εκδόσεις Πόλις        

Δευτέρα 13 Μαΐου 2019

Για την Ιζαμπέλ - Antonio Tabucchi




Ένας συγγραφέας, σκεφτόμουν, ένας συγγραφέας σύγχρονος του αναγνώστη δεν πεθαίνει οριστικά παρά όταν κυκλοφορήσει με το όνομά του στο εξώφυλλο το πρώτο βιβλίο το οποίο όμως δεν υπογράφει ο ίδιος, καθότι νεκρός πια, αλλά κάποιος επιμελητής και ίσως οι ορισμένοι από τη διαθήκη κληρονόμοι του· ένας συγγραφέας, σκεφτόμουν, πεθαίνει όταν το κλειδωμένο συρτάρι ανοίξει. Και εδώ, σκεφτόμουν πριν αρχίσω να διαβάζω το Για την Ιζαμπέλ, έχουμε έναν διπλό θάνατο να θρηνήσουμε. Τον οριστικό θάνατο του Αντόνιο Ταμπούκι, διατηρώντας την ελπίδα, πιθανά κρυφή και ανομολόγητη, πως τα συρτάρια θα κρύβουν και άλλα ακατέργαστα στολίδια, όμως ταυτόχρονα θρηνούμε και τον θάνατο του μεταφραστή του στα ελληνικά, τον θάνατο του Ανταίου Χρυσοστομίδη. Αυτά σκεφτόμουν πριν αρχίσω να διαβάζω το μυθιστόρημα αυτό, όταν ακόμα ξεφύλλιζα τις σελίδες, παρατηρούσα τις λεπτομέρειες στο εξώφυλλο, τις αφιερώσεις, την περίληψη στο οπισθόφυλλο, το όνομα του μεταφραστή. Ύστερα η φωνή του Ταμπούκι κάλυψε τα πάντα.
Θα μπορούσε να φανεί παράξενο ότι ένας συγγραφέας που έχει περάσει τα πενήντα και έχει εκδώσει τόσα βιβλία νιώθει ακόμα την ανάγκη να δικαιολογήσει τις περιπέτειες της γραφής του. Και σ' εμένα φαίνεται παράξενο. Προφανώς δεν έχω λύσει ακόμα το δίλημμα αν πρόκειται για ένα αίσθημα ενοχής απέναντι στον κόσμο ή για μια απλούστερη επεξεργασία του πένθους, που μου διέφυγε.
Αυτά, μεταξύ άλλων, αναφέρει ο Ταμπούκι στο εισαγωγικό σημείωμα, στην αιτιολόγηση με μορφή σημειώματος όπως ο ίδιος την χαρακτηρίζει. Νιώθει ακόμα την ανάγκη να δικαιολογήσει τις περιπέτειες της γραφής του, κάτι το οποίο σε συνδυασμό με το γεγονός πως μέχρι το τέλος δεν αποφάσισε να εκδώσει αυτό το βιβλίο, ιντριγκάρει τον αναγνώστη, τον ωθεί να αναρωτηθεί τι το ιδιαίτερο είχε για τον Ταμπούκι αυτό το συγκεκριμένο μυθιστόρημα.

Ο Σλοβάσκι αναζητά την Ιζαμπέλ. Ο Σλοβάσκι είναι συγγραφέας. «Έκανα κι εγώ τις παλίρροιες να φουσκώνουν, αυτό είναι το αμάρτημά μου. Μου φαίνεσαι κάπως ασαφής, τέκνον μου, αποκρίθηκε ο παπάς, πρέπει να μου εξηγήσεις καλύτερα. Έγραψα βιβλία, ψιθύρισα, αυτό είναι το αμάρτημά μου. Ήταν βιβλία πρόστυχα; ρώτησε ο παπάς. Μα τι πρόστυχα, απάντησα, δεν είχαν τίποτε το πρόστυχο, μόνο ένα είδος αυθάδειας προς την πραγματικότητα». Αυθάδεια προς την πραγματικότητα, τι εύστοχη περιγραφή για το έργο του Ταμπούκι, εύστοχη και διττή, διπλή αυθάδεια προς την πραγματικότητα, από τη μια ο ποιητικός λόγος, η αποτύπωση της ονειρικής υφής της πραγματικότητας, από την άλλη ταυτόχρονα ο αγώνας ενάντια στη λήθη και την επικράτηση μιας πραγματικότητας που δεν αποτυπώνει την πραγματικότητα. Ο Σλοβάσκι θα βρεθεί στη Λισαβόνα. Από εκεί θα αρχίσει η αναζήτηση της Ιζαμπέλ, σε ένα πολυτελές εστιατόριο θα αρχίσει να ξετυλίγεται το νήμα.   
    
Ο Ταμπούκι με τον υπότιτλο «ένα μάνταλα» δίνει ένα στοιχείο στον αναγνώστη, να κοιτάξει ανατολικά, να γυρέψει εκεί τα χαρακτηριστικά αυτής της αναζήτησης, να αψηφήσει τις χρονικές ανακολουθίες, να ακολουθήσει την πορεία του Σλοβάσκι από κύκλο σε κύκλο, να αντικρίσει το παρελθόν να αποκαλύπτει με δυσκολία τα μυστικά του υπό το βάρος της επιμονής τού Σλοβάσκι που αναζητά την Ιζαμπέλ, και δεν σκοπεύει να τα παρατήσει εύκολα, την Ιζαμπέλ που αν ήταν πρωταγωνίστρια του Μπολάνιο θα ήταν η Αουξίλιο, κλειδωμένη σε μια τουαλέτα του πανεπιστημίου στο Φυλαχτό. Βεβαίως και θα μπορούσε να διαβαστεί ως μυθιστόρημα νουάρ, ίσως θα επιβαλλόταν κιόλας να αντιμετωπίσει κανείς τον Σλοβάσκι ως έναν μεταφυσικό ντετέκτιβ, όμως πέρα και πάνω απ' όλα και αυτό το βιβλίο του Ταμπούκι είναι στον πυρήνα του πολιτικό, η δικτατορία του Σαλαζάρ, οι μελανές σελίδες της πορτογαλικής ιστορίας.

Κριτήριο άλλο για να μιλήσω για τη μετάφραση του Παπασταύρου δεν έχω παρά την οικεία και γνώριμη αίσθηση της φωνής του Ταμπούκι όπως την γνώρισα μέσα από τις μεταφράσεις του Χρυσοστομίδη, και αυτό νομίζω αρκεί.

υγ. Πατώντας εδώ θα οδηγηθείτε σε παλαιότερες αναρτήσεις γύρω από μυθιστορήματα και διηγήματα αυτού του σπουδαίου συγγραφέα.


Μετάφραση Σταύρος Παπασταύρου
Εκδόσεις Άγρα

Δευτέρα 3 Δεκεμβρίου 2018

καλημέρα σύντροφοι - Ondjaki





Η Αγκόλα αποτέλεσε για αιώνες πορτογαλική αποικία και κέρδισε την ανεξαρτησία της το 1975. Την ανεξαρτησία ακολούθησε εμφύλιος πόλεμος μεταξύ των τριών απελευθερωτικών κινημάτων. Το 1991 η κατάρρευση της ΕΣΣΔ και η επακόλουθη αλλαγή των πολιτικών συσχετισμών σε παγκόσμιο επίπεδο θα οδηγήσουν σε νέα πολιτικά μονοπάτια τη χώρα της νοτίου Αφρικής. Το MPLA θα αλλάξει ιδεολογικό προσανατολισμό ανοίγοντας τη χώρα στην ελεύθερη οικονομία και τον πολυκομματισμό. Όμως ο εμφύλιος θα συνεχιστεί, παρά τις αλλεπάλληλες συμφωνίες, μέχρι το 2002.
Ξύπνησα νωρίς και με κέφια. Είχα δύο υπέροχα πράγματα να κάνω αυτή τη μέρα: Το ένα ήταν να πάω στο αεροδρόμιο για να πάρουμε τη θεία Ντάντα, και το άλλο να πάω στην Εθνική Ραδιοφωνία για να διαβάσω το μήνυμά μου προς τους εργάτες. Σκέφτηκα ότι καλό θα ήταν να χρησιμοποιήσω την έκθεση που είχα γράψει για την εργατοεργατική συμμαχία και είχε πάρει άριστα πέντε στο διαγώνισμα της πορτογαλικής γλώσσας.
Η αφήγηση του έφηβου Ντάλου διαδραματίζεται στα τέλη της δεκαετίας του '90. Και αυτό το εύρημα, η πρωτοπρόσωπη αφήγηση ενός εφήβου, ο κόσμος ιδωμένος μέσα από τα μάτια ενός εφήβου, προσδίδει μυθοπλαστική διάσταση στο αφήγημα του Ondjaki. Ο συγγραφέας επιτυγχάνει στην ακρίβεια της εφηβικής φωνής, κάτι το οποίο, παρά τη φαινομενική ευκολία, απαιτεί προσήλωση και ένστικτο. Δεν είναι άλλωστε λίγα τα παραδείγματα των λογοτεχνικών εφήβων με την ενήλικη και εξεζητημένη φωνή, γεγονός το οποίο ακυρώνει εντελώς τη σύμβαση του παιδικού ή εφηβικού χαρακτήρα.

Ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβάνεται και ερμηνεύει ο έφηβος όσα συμβαίνουν στη χώρα του, είναι ένα κράμα προπαγάνδας, εφηβικών εικασιών και σιωπής. Η αφέλεια και η σημασία του μικρόκοσμου καθιστούν τον Ντάλου έναν ιδιαίτερο αφηγητή, χωρίς ιδεολογική σκοπιμότητα, εύπλαστο στις προσλαμβάνουσες του κόσμου που τον περιβάλλει, εύπλαστο όμως και στα χέρια του συγγραφέα, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για το τελικό αποτέλεσμα.

Επιτυγχάνοντας μία πειστική φωνή για τον ήρωά του, ο συγγραφέας καταφέρνει να διηγηθεί την ιστορία της Αγκόλα εκείνων των χρόνων, γεγονός που αποτελούσε τον πρωταρχικό του στόχο, εντείνοντας το ενδιαφέρον και του αναγνώστη εκείνου που υπό άλλες συνθήκες δεν θα επιθυμούσε να διαβάσει ένα καθαρά ιστορικό κείμενο, ενώ ταυτόχρονα, και λόγω των χαρακτηριστικών του αφηγητή για τα οποία έγινε ήδη λόγος, έχει την πολυτέλεια να εμποτίσει, συγκαλυμμένα, ιδεολογικά την αφήγηση, χωρίς να ενοχλεί.

Ο Ondjaki με το μικρής έκτασης αφήγημά του αποτυπώνει τις συνθήκες ζωής στην Αγκόλα, τις συνήθειες και τις ιδιαιτερότητές της, εντάσσοντας ομαλά το ιστορικοπολιτικό πλαίσιο της εποχής, με γλώσσα απλή και στιγμές πηγαίου γέλιου και συγκίνησης να εναλλάσσονται. Το τελικό αποτέλεσμα δεν είναι εντυπωσιακό, όμως η όμορφη αίσθηση στη διάρκεια και στο τέλος της ανάγνωσης δικαιώνουν τον αναγνώστη για την επιλογή του.

υγ. Η ανάγνωση του Καλημέρα σύντροφοι μου έφερε στο νου ένα άλλο βιβλίο Αφρικανού συγγραφέα: Οι ψαράδες, του Chigozie Obioma.

Μετάφραση Αθηνά Ψυλλιά
Εκδόσεις Αιώρα        

Πέμπτη 26 Οκτωβρίου 2017

Η μπαλάντα της αμμουδιάς των σκύλων - José Cardoso Pires





Ακόμα και αν κάποιος δεν γνώριζε τον γεννημένο το 1925 Ζοζέ Καρντόζο Πιρές, έναν από τους σημαντικότερους και επιδραστικότερους Πορτογάλους συγγραφείς του εικοστού αιώνα, ο πρόλογος του σπουδαίου Αντόνιο Ταμπούκι, αυτού του λάτρη της πορτογαλικής κουλτούρας, θα αποτελούσε το απαραίτητο εχέγγυο, την καθοριστική αφορμή για την επαφή με το έργο του.
Ο Ηλίας ήταν, στη κυριολεξία, ο ταπεινός χρονικογράφος των συμβάντων που διαδραματίστηκαν σ' αυτό το μέρος της γης, για τα οποία και παρέδωσε εμπεριστατωμένη αναφορά προς χρήση της Δικαιοσύνης και παρηγοριά των πιστών. Σύμφωνα με τη γνώμη των δημοσιογράφων, των πιο προσκολλημένων στην Ασφάλεια, αυτός ο σκαλιστής και γραφειοκράτης του εγκλήματος παραμένει ανεξήγητο πρόσωπο στα μάτια της Ασφάλειας. Οι επιθεωρητές βασίζονται στη μεγάλη εμπειρία του στη διαλεύκανση εγκλημάτων· έχει πολύ προσωπικές μεθόδους, έτσι λένε, η φιλοδοξία του όμως σταματάει εκεί, κανείς δεν καταλαβαίνει γιατί. Γι' αυτόν το λόγο οι προϊστάμενοί του δέχονται πάντα με επιείκεια την ανεξαρτησία του.
Ένας σκύλος τράβηξε την προσοχή ενός ψαρά και τον οδήγησε έτσι στην ανακάλυψη του πτώματος, παρατημένου μάλλον και όχι θαμμένου, ή θαμμένου βιαστικά και πρόχειρα, τέλος πάντων. Η αστυνομία θα κάνει τις πρώτες έρευνες, γρήγορα όμως θα ανακατευτεί η ασφάλεια, καθώς όπως όλα δείχνουν ο δολοφονημένος είναι δραπέτης των στρατιωτικών φυλακών, βρισκόμαστε άλλωστε στην περίοδο Σαλαζάρ, και κάθε τι εξετάζεται ως απειλή για το καθεστώς, ως απειλή για την παρεκτροπή από την ομαλότητα, όπως την ονομάζει το καθεστώς.

Είναι δηλαδή Η μπαλάντα της αμμουδιάς των σκύλων ένα αστυνομικό μυθιστόρημα; Ναι, είναι. Ο Πιρές χρησιμοποιεί το κατ' εξοχήν λογοτεχνικό είδος ανακάλυψης της αλήθειας, ασχέτως αν πιστεύει πως δεν υπάρχει μία και μοναδική αλήθεια, ποιος άλλωστε θα πίστευε σε μία και μοναδική αλήθεια; Και αν το αστυνομικό μυθιστόρημα αποτελεί τη βάση αυτού του οικοδομήματος, οι τεχνικές εξέλιξης και διαμόρφωσής του περιλαμβάνουν αφηγηματικές οδούς που συγγενεύουν με το μυθιστόρημα-ντοκουμέντο, καταθέσεις, αναφορές και αποσπάσματα εφημερίδων, με μια διάθεση φιλοσοφική και σαφή πολιτική στόχευση, που παραμένει ωστόσο υπόγεια.

Η μπαλάντα της αμμουδιάς των σκύλων μού ξύπνησε μια αναγνωστική λαχτάρα παρόμοια με εκείνη, που, πριν από κάποιους μήνες, μου γέννησε η ανυποψίαστη επαφή με το έργο του Αργεντίνου Ρικάρντο Πίλια, αυτό το υβρίδιο αστυνομικής λογοτεχνίας, αυτή η τρέλα στην αφήγηση, η αχαλίνωτη φαντασία και η μαστοριά στις ραφές, το πώς όλο αυτό το φαινομενικό συνονθύλευμα εικόνων και σκέψεων, παράλληλων και εγκιβωτισμένων ιστοριών, το ρεαλιστικό και το φανταστικό, έρχονται και δένουν έτσι αρμονικά σε ένα ενιαίο και αδιαίρετο σύνολο, από το οποίο τίποτα από τα παραπάνω δεν θα μπορούσε να λείπει.

Σπουδαίο, πράγματι σπουδαίο.

Μετάφραση Μαρία Φερέιρα Χιδίρογλου
Εκδόσεις Στοχαστής

      
  

Πέμπτη 31 Ιουλίου 2014

Υδατώδεις Ιστορίες - Jaime Montestrela



Πέμπτη πρωί και σύνηθες σεργιάνι στους εκδοτικούς για προμήθειες του βιβλιοπωλείου. Για το τέλος αφήνω την Όπερα. Ίσως προλάβω να πιω έναν καφέ εδώ πιο κάτω, σκέφτομαι, και ας μην είναι τίποτα πια παρά ένα παρωχημένο σχήμα λόγου, αλλά εκείνο το καφέ πραγματικά μου αρέσει, ειδικά τα πρωινά. Ο καινούριος Μπουκάι μόλις έχει εμφανιστεί και ο υπάλληλος συσκευάζει και τιμολογεί, μακριά από το καθεστώς χαλαρότητας του συγγραφέα. Από συναδελφική αλληλεγγύη προσπαθώ να δείξω υπομονετικός και έτσι βολτάρω ανάμεσα στα βιβλία. Κατεβάζω τις Υδατώδεις Ιστορίες, το εξώφυλλο μου ασκεί μια εδραιωμένη εδώ και καιρό έλξη μα ποτέ ως τώρα δεν ενέδωσα στον πειρασμό του ξεφυλλίσματος. Διαβάζω την πρώτη ιστορία:


Στον Πλανήτη FH76, το σώμα των εμβίων όντων δεν είναι σύμφυτο με το πνεύμα τους. Συχνά, λοιπόν, το πνεύμα πεθαίνει πολύ πριν από το σώμα. Το σώμα συνεχίζει να τρώει, να τρέχει, να συζητά, ακόμα και να συνουσιάζεται, ώσπου να επέλθει ο θάνατος. Η σωματική αυτή δραστηριότητα μπορεί να συνεχίζεται επί πολλά χρόνια, χωρίς κανείς ν' αντιληφθεί το παραμικρό.

Πρώτα ψιθυρίζω: όπα, για δες! Ύστερα με πιάνει ένα γέλιο νευρικό. Αυτή η καθυστέρηση με προβλημάτισε, αργότερα όμως, με καθυστέρηση. Το γέλιο εντείνεται, ευτυχώς ο υπάλληλος είναι απασχολημένος, σκέψη που επίσης πρέπει να με προβληματίσει.

Άποψη προσωπική: η κωμωδία είναι είδος σαφώς πιο απαιτητικό από το κοινό δράμα του εύκολου συναισθηματικού εξαναγκασμού, τον οποίο ορισμένοι επιμένουν να ονομάζουν ρεαλισμό, αλλά αυτό είναι μια άλλη συζήτηση. Να κάνεις κάποιον να γελάσει είναι αρετή, να κάνεις κάποιον που δε γνωρίζεις προσωπικά να γελάσει είναι χάρισμα. Εγώ έτσι το αξιολογώ. Και η πρώτη κιόλας ιστορία του Μοντεστρέλα με έκανε να γελάσω. Η αναμονή τελικώς ήταν ευλογία. Το πρόσθεσα στη λίστα, για χρήση προσωπική. Μέχρι το σπίτι διάβασα ακόμα μερικές ιστορίες, ναι, στο δρόμο, περπατώντας, όπως τότε παλιά στο μπαλκόνι σου, ικανότητα που ανέπτυξα κατά μήκος αεροδιαδρόμων.

Ο Β., σκέφτηκα, εκείνος πρέπει να διαβάσει αυτές τις ιστορίες.

Οι ερευνητές του Jacobson Research Institute της Ζυρίχης απέδειξαν πως η πρώτη λέξη που επινόησε ο άνθρωπος, ήταν η λέξη "υδροπνευματική", αλλά χρειάστηκε να περιμένει πολύ καιρό ώσπου να της βρει μια χρήση.

Οι ιστορίες του Μοντεστρέλα διακρίνονται για την οξύνοια της παρατήρησης. Η προφανής -εκ των υστέρων- λεπτομέρεια εξάγεται από το κυρίως σώμα της πραγματικότητας για να αποτελέσει τον πυρήνα της κάθε ιστορίας, σχόλιο συνήθως πικρό, μα εύστοχο και αδιέξοδο, και, ακριβώς γι' αυτό, αστείο. Παραμερίζει την πλατιάζουσα κριτική, αδιαφορεί να κάνει επίδειξη ευφυΐας, το "συμβάν" αρκεί.

Δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός πως ο συγγραφέας στο Παρίσι, όπου και έζησε ένα μεγάλο μέρος της ζωής του, συναναστράφηκε τύπους όπως ο Κενώ, ο Περέκ και ο Τοπόρ, ούτε και το γεγονός πως τη μετάφραση στα γαλλικά ανέλαβε ένα μέλος της Oulipo, ο Ερβέ Λε Τελιέ. Μεταφράζοντας εκείνον, γνώρισε ο Κυριακίδης  τον Μοντεστρέλα, συγκυρία ευτυχής.

Στο Αρχιπέλαγος Γκαγιόκ των Φιλιππίνων, οι ιθαγενείς ξέρουν να μετράνε μόνο μέχρι το 457. Για το μετά το 457, λένε: "πολλά". Το στοιχείο αυτό μπορεί να ξαφνιάζει, πόσο μάλλον που, όπως και να το κάνουμε, το 456 δεν είναι και λίγο.
 


(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)



Μετάφραση Αχιλλέας Κυριακίδης
Εκδόσεις Opera

Πέμπτη 28 Φεβρουαρίου 2013

Ιερουσαλήμ - Γκονσάλο Μ. Ταβάρες







Υπάρχουν βιβλία, που δίχως να υστερούν σε περιεχόμενο, ξεχωρίζουν για τον τρόπο με τον οποίο ο συγγραφέας επιλέγει να διηγηθεί την ιστορία του. Σε αυτήν την κατηγορία ανήκει το μυθιστόρημα του Πορτογάλου Γκονσάλο Ταβάρες, Ιερουσαλήμ. Με μια ιδιαίτερα προσωπική δομή που θυμίζει αργαλειό, ο συγγραφέας χωρίζει το κείμενο σε επιμέρους κεφάλαια που φέρουν τα ονόματα των εκάστοτε πρωταγωνιστών και μεθοδικά υφαίνει το νήμα της ζωής τους για να το αφήσει μετά από λίγο, φαινομενικά μετέωρο και ανολοκλήρωτο, με σκοπό να στρέψει τον προβολέα σε κάποιο άλλο πρόσωπο. Με μαεστρία σκηνοθέτη και οξύνοια μοντέρ, ο συγγραφέας "μεγαλώνει"την κάθε ιστορία ξεχωριστά μέχρις ότου τα όρια μεταξύ τους καθίστανται τόσο δυσδιάκριτα που, ακόμα και υπό τον πλέον ενδελεχή έλεγχο, συνθέτουν τελικώς μία ιστορία, ενιαία και αδιαίρετη.

Πέντε είναι τα κύρια πρόσωπα του μυθιστορήματος. Η Μύλια, σύζυγος του Τέοντορ, τρόφιμος για χρόνια σε ψυχιατρική κλινική. Ο Τέοντορ, ψυχίατρος που επιθυμεί να σχεδιάσει ένα γράφημα που να απεικονίζει την κατανομή της φρίκης διαμέσου των αιώνων. Ο Ερνστ, εραστής της Μύλια κατά την κοινή τους παραμονή στην κλινική. Ο Χίνερκ, πρώην πολεμιστής, κυκλοφορεί διαρκώς οπλισμένος αδυνατώντας να ησυχάσει από το φόβο της διαρκούς απειλής. Η Χάνα, πόρνη και προστάτιδα του Χίνερκ.

Κανένα στοιχείο του μυθιστορήματος δεν παραπέμπει απευθείας στην Πορτογαλία. Ούτε τα ονόματα των χαρακτήρων ούτε ο τόπος, που δεν ονομάζεται αλλά παραπέμπει σε χώρα της Κεντρικής Ευρώπης. Απόπειρα του συγγραφέα να δώσει την απαιτούμενη καθολικότητα στο συγγραφικό του όραμα, αποφεύγοντας να το εγκλωβίσει στα στενά όρια του τοπικού. Άλλωστε, η άρρηκτη σχέση ανάμεσα στο ατομικό και στο καθολικό, η επίδραση του τοπικού στη διαμόρφωση του οικουμενικού και οι ιστορίες που διασταυρώνονται για να συνθέσουν τελικά την Ιστορία, αποτελούν τον πυρήνα της Ιερουσαλήμ.

Οποιαδήποτε άλλη αναφορά στην υπόθεση πιστεύω πως θα στερούσε από τον επίδοξο αναγνώστη μεγάλο μέρος της απόλαυσης, οπότε σταματώ εδώ.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ως ιδέα η έρευνα του Τέοντορ σχετικά με τη φρίκη στο πέρασμα των αιώνων, μέσω της οποίας επιχειρεί να αποδείξει αν υπάρχει ελπίδα για τον κόσμο ή όχι.

"Αν η φρίκη τείνει να μειώνεται , είναι σημάδι πως θα είμαστε ευτυχέστεροι μετά από εκατό γενιές, αν η φρίκη αυξάνεται, η Ιστορία αυτή θα τελειώσει, αφού  η τελική φρίκη δεν θα αφήσει τίποτα. Και τότε, πράγματι, θα μπορέσει να εμφανιστεί άλλη καλύτερη Ιστορία, πιο ηθική. Οι δυο αυτές υποθέσεις μας καθιστούν αισιόδοξους. Αν όμως η φρίκη είναι σταθερή, τότε λοιπόν δεν υπάρχει ελπίδα. Καμία. Όλα θα εξακολουθήσουν ως έχουν."

Ο Ταβάρες θίγει, πότε ευθέως και πότε πλαγίως, το ζήτημα της ψυχικής υγείας. Η αντιμετώπιση, το στίγμα, οι ψυχιατρικοί μέθοδοι, ο εγκλεισμός και οι φαρμακευτικές αγωγές. Η τρέλα υπό το πρίσμα της ηθικής. Η ενοχή της ανθρώπινης φρίκης και των γονιδίων. Η γενική αντιμετώπιση και η έλλειψη εξατομικευμένης θεραπείας.

Ένα υπέροχο μυθιστόρημα που διαφεύγει από το συνηθισμένο διευρύνοντας τα όρια και επιτυχάνει να δώσει μια νέα διάσταση στον όρο σπονδυλωτό μυθιστόρημα, θυμίζοντας τον σκηνοθέτη Γκας Βαν Σαντ στα καλύτερά του (Elephant, Last Days, Paranoid Park).  Δε θα αργήσει να θεωρηθεί σημείο αναφοράς για την πορτογαλική και όχι μόνο λογοτεχνία.  Ο Ταβάρες βαδίζει στα χνάρια των σπουδαίων συγγραφέων της χώρας της Ιβηρικής και μάλλον δικαίως ο Σαραμάγκο τον "κατηγόρησε" πως δε δικαιούται να γράφει τόσο καλά σε ηλικία 35 ετών!



(Υπέροχη) μετάφραση Αθηνά Ψυλλιά
Εκδόσεις Καστανιώτη

Δευτέρα 22 Οκτωβρίου 2012

Η χαμένη κεφαλή του Νταμασένου Μοντέιρου - Αντόνιο Ταμπούκι





Η είδηση της εύρεσης του αποκεφαλισμένου και με σημάδια κακοποίησης σώματος του Κάρλους Ρόζα θα αποτελέσει τον απαραίτητο σπόρο έμπνευσης για τον Ταμπούκι. Είχε προγηθεί η τεράστια επιτυχία (που αποτυπώθηκε τόσο σε βραβεύσεις όσο και σε πωλήσεις) του Έτσι ισχυρίζεται ο Περέιρα με το επακόλουθο βάρος για τον Ιταλό συγγραφέα.

Ο Φιρμίνου είναι ένας νεαρός δημοσιογράφος που δουλεύει για μία λαϊκή εφημερίδα με έμφαση στο κουτσομπολιό. Γυρίζοντας στη Λισαβόνα από τις καλοκαιρινές του διακοπές, μία μέρα πριν την επίσημη λήξη της άδειας του, επισκέπτεται τα γραφεία της εφημερίδας υποκινούμενος από μία απροσδιόριστη επαγγελματική ευσυνειδησία. Ο διευθυντής της εφημερίδας, αφού πρώτα τον επιπλήττει για τη μη επαγγελματική στάση του κατά τη διάρκεια των διακοπών, άμεσα του αναθέτει την επόμενη αποστολή, με θέμα το φονικό που συγκλονίζει την κοινή γνώμη. Κάπως έτσι, ο Φιρμίνου παίρνει το τρένο για το Οπόρτο. Πάνε χρόνια από την τελευταία φορά που βρέθηκε στον πορτογαλικό βορρά και οι αναμνήσεις του από εκείνες τις οικογενειακές διακοπές δεν είναι οι καλύτερες δυνατές. Παρά τις αρχικές του επιφυλάξεις, η πανσιόν που πρόκειται να μείνει είναι αρκετά συμπαθητική και η ιδιοκτήτρια, η ντόνα Ρόζα, δείχνει διάθεση να βοηθήσει το νεαρό χωρίς όμως να γίνεται φορτική.

Το ακέφαλο πτώμα βρέθηκε, σε ένα απομακρυσμένο προάστιο, από έναν τσιγγάνο, τον Μανόλου, που η γυναίκα του τον αποκαλεί Ελ Ρέι, δηλαδή βασιλιά. Η ντόνα Ρόζα θα μεσολαβήσει και κάπως έτσι ο Μανόλου θα δεχτεί να δώσει αποκλειστική συνέντευξη. Καθώς η ιστορία γίνεται ολοένα και πιο γνωστή ο Φιρμίνου θα αρχίσει να δέχεται ανώνυμα τηλεφωνήματα με λεπτομέρειες σχετικές με το έγκλημα. Η συνάντησή του με τον δικηγόρο, γνωστού στο Οπόρτο με το παρατσούκλι Λότον, είναι κομβικής σημασίας.

Για τον Ταμπούκι η υπόθεση της διαλεύκανσης της υπόθεσης αποτελεί απλώς την αφορμή. Τεχνικά πρόκειται για αστυνομικό/δικαστικό μυθιστόρημα αλλά πρακτικά είναι πολλά περισσότερα από αυτό.

Ο συγγραφέας "ξεπληρώνει" το χρέος της έμπνευσης τοποθετώντας στο επίκεντρο του μυθιστορήματος το σημαντικό ρόλο των μέσων. Η επιμονή του δημοσιογράφου (που υπακούει στις εντολές της διεύθυνσης με σκοπό την αύξηση των φύλλων) από τη μία δεν επιτρέπει την αρχειοθέτηση της ιστορίας ενώ από την άλλη η δημοσιότητα λειτουργεί ως ασπίδα προστασίας για τους μάρτυρες.

Η διαφθορά των αρχών, η δυσχερής κοινωνική θέση των τσιγγάνων, η οικονομική πραγματικότητα, η δύναμη του τύπου και η έννοια του δικαίου είναι ορισμένα από τα θέματα που θίγει, παράλληλα με την εξέλιξη της πλοκής, ο Ταμπούκι. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η σύγκριση ανάμεσα στη Λισαβόνα και στο Οπόρτο, δείγμα της αγάπης του Ιταλού για τη χώρα του Πεσσόα στην οποία πέρασε ένα μέρος της ζωής του.

Εκείνο όμως που πραγματικά κάνει αυτό το μυθιστόρημα ξεχωριστό είναι οι χαρακτήρες με σημείο αναφοράς τον δικηγόρο, που φέρει κάτι από τον Αναρχικό τραπεζίτη, και ο τρόπος με τον οποίο δίνεται δημιουργεί κινηματογραφικές απεικονίσεις στον αναγνώστη. Σύνθεση αντιθέσεων. Ο ευκατάστατος γόνος που έχει αφιερώσει τη ζωή του στην υπεράσπιση των αδυνάτων θέτει το θεωρητικό υπόβαθρο του μυθιστορήματος.

Το λευκό σπίτι στο Κασκάις της Λισαβόνας αποτελεί λεπτό νήμα που συνδέει το παρόν μυθιστόρημα με το Ρέκβιεμ.


Μετάφραση Ανταίος Χρυσοστομίδης.
Εκδόσεις Ψυχογιός.  

Πέμπτη 26 Ιουλίου 2012

Παρακαταθήκη για τους ζωντανούς

Στις 25 Μαρτίου του 2012 έφυγε από τη ζωή ο σπουδαίος Ιταλός λογοτέχνης, Αντόνιο Ταμπούκι. Μία βδομάδα νωρίτερα, παρουσίαζα, σε αυτό εδώ το ιστολόγιο, το μυθιστόρημά του Ο Τριστάνο πεθαίνει, μόλις είχα ανακαλύψει, έστω και καθυστερημένα, ένα μεγάλο δημιουργό. Πέρα από τη δεδομένη θλίψη που προκαλεί η οποιαδήποτε ανθρώπινη απώλεια, ο χαμός ενός δημιουργού σου αφήνει ακόμα ένα κενό, απόρροια της οριστικής τελείας που μπαίνει στο έργο του.




         



                                                                  Ρέκβιεμ

Έργο γραμμένο στα πορτογαλικά, γλώσσα με την οποία ο Ταμπούκι είχε ιδιαίτερους δεσμούς, και τη μετάφραση του οποίου στα ιταλικά δε θέλησε να αναλάβει ο ίδιος. Τελευταία Κυριακή του Ιουλίου στην άδεια, λόγω θέρους, Λισαβώνα, ο αφηγητής φτάνει εκεί νωρίς το πρωί με σκοπό να συναντήσει το Συνδαιτημόνα. Το ραντεβού έχει οριστεί για τις δώδεκα, όταν όμως θα βρεθεί στο προκαθορισμένο σημείο θα συνειδητοποιήσει πως εκείνος, όταν συμφώνησαν για την ώρα, εννοούσε τη δωδεκάτη νυχτερινή. Τις ώρες που μεσολαβούν μέχρι τα μεσάνυχτα, ο συγγραφέας θα περπατήσει σε δρόμους γνωστούς από παλιά, θα συναντήσει πρόσωπα οικεία, θα μιλήσει σε αγνώστους, θα δοκιμάσει την τοπική κουζίνα. Ακροβατώντας ανάμεσα στο όνειρο και στην πραγματικότητα θα περάσει στον κόσμο των νεκρών, θα έχει την ευκαιρία να κάνει εκείνη την τελευταία ερώτηση που του τριβελίζει το μυαλό.

Ο Συνδαιτημόνας είναι ο Φερνάντο Πεσσόα, λάτρης του οποίου υπήρξε ο Ταμπούκι μεταφράζοντας το έργο του, με τη βοήθεια της συζύγου του, στα ιταλικά. Δικαιολογημένα ο αναγνώστης μένει να πιστεύει πως το Ρέκβιεμ είναι αφιερωμένο στο πορτογαλικό παρελθόν του συγγραφέα, με τον Πεσσόα να αποτελεί κυρίαρχη φιγούρα της νοσταλγίας και των δεσμών του Ταμπούκι με την έτερη μεσογειακή του πατρίδα και τους ανθρώπους της. Όμως ο ίδιος ο συγγραφέας στο παράρτημα που συνοδεύει την ελληνική έκδοση έρχεται να δώσει μια ακόμα διάσταση στο κείμενο, φανερώνοντας το ρόλο ενός ονείρου με πρωταγωνιστή τον πατέρα του.   

Το παράρτημα μοιάζει με το μυθιστόρημα πίσω από το μυθιστόρημα. Είναι πολλά τα παραδείγματα των συγγραφέων εκείνων, οι οποίοι θα παρέδιδαν το παράρτημα ως το τελικό κείμενο ενός αυτοβιογραφικού μυθιστορήματος. Εύστοχη η πρωτοβουλία των Εκδόσεων Άγρα να συμπεριλάβουν το κείμενο αυτό, ως παράρτημα, στην ελληνική έκδοση του έργου, προσφέροντας στον αναγνώστη μια μοναδική ευκαιρία να κατανοήσει τον τρόπο με τον οποίο ο Ταμπούκι χρησιμοποιεί το βίωμα και την έμπνευση στο έργο του.

Είναι αυτή η διαρκής εναλλαγή ανάμεσα στο όνειρο και την πραγματικότητα που χαρακτηρίζει το υπέροχο αυτό μυθιστόρημα, ο Ταμπούκι με μαεστρία τα παντρεύει, προσφέροντας ένα υπέροχο δείγμα ονειρικού ρεαλισμού, μια άλλη προοπτική στην προσωπική μνήμη.  Ειδικά η διαρκής μετάβαση του ήρωα στον κόσμο των νεκρών και πάλι πίσω, φέρνει στο μυαλό ένα άλλο αριστούργημα της παγκόσμιας λογοτεχνία το Πέδρο Πάραμο του Χουάν Ρούλφο.






Λογοτεχνίας Εγκώμιο


Η δίγλωσση αυτή έκδοση, με την υποστήριξη του Ιταλικού Μορφωτικού Ινστιτούτου Αθηνών, ήταν η φυσική εξέλιξη της ημέρας που πέρασα με το Ρέκβιεμ του Ιταλού συγγραφέα. Η ανάγκη μου να παραμείνω σε επαφή με την πένα του ήταν τέτοια που αν είχα εύκαιρο κάποιο άλλο μυθιστόρημα στη βιβλιοθήκη μου, δύσκολα θα κατάφερνα να αντισταθώ.

Όταν ένας λογοτέχνης, σαν τον Ταμπούκι, γράφει το προσωπικό του εγκώμιο για τη λογοτεχνία τα σχόλια περιττεύουν.


Μετάφραστη Ανταίος Χρυσοστομίδης.
Εκδόσεις Άγρα.