Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εκδόσεις χαραμάδα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εκδόσεις χαραμάδα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 4 Νοεμβρίου 2024

Ανέκδοτα για τους ένοπλους - Mazen Maarouf

Την περίμενα την έκδοση αυτή. Είχα διαβάσει διαγώνια κάποια από τα διηγήματα στην περσινή έκθεση βιβλίου στη Θεσσαλονίκη και είχαν κάτι το ελκυστικά παράδοξο χωρίς τη συνοδεία εξωτισμού. Αναφέρομαι στο Ανέκδοτα για τους ένοπλους και άλλα διηγήματα του Μέζιν Μααρούφ. Άργησε αλλά τελικά κυκλοφόρησε πριν λίγες εβδομάδες το βιβλίο αυτό από τις εκδόσεις Χαραμάδα με έδρα την Πάτρα.

Δεν πάει καιρός που διάβασα (και ενθουσιάστηκα) με την Ασήμαντη λεπτομέρεια της Αντανία Σίμπλι, επίσης από την Παλαιστίνη. Εξαρχής υπενθυμίζω κάτι που οι σταθεροί αναγνώστες του μπλογκ αυτού μάλλον γνωρίζουν, πως η αραβική λογοτεχνία δεν είναι του γούστου μου, καλύτερα ειπωμένο ίσως θα ήταν πως η αραβική λογοτεχνία, όπως και η αφρικανική, με φοβίζουν εξαιτίας των διάφορων εξωτικών συστατικών με τα οποία ήταν παραφορτωμένα διάφορα βιβλία που κατά καιρούς διάβασα. Κάτι άλλο που επίσης με φοβίζει στη λογοτεχνία αυτή, επιτρέψτε μου τη γενίκευση, είναι ο συναισθηματικός εκβιασμός, με το ζόρι συναίσθημα δεν δημιουργείται, η καλή λογοτεχνία δεν το κάνει αυτό, έστω, η λογοτεχνία του γούστου μου, για να είμαι πιο ακριβής. Η μαρτυρία και η δημοσιογραφική έρευνα ανήκουν σε άλλη κατηγορία.

Εκείνη η διαγώνια ανάγνωση ωστόσο είχε εξαλείψει τους φόβους, ακόμα περισσότερο: είχε δημιουργήσει προσδοκίες.

Ο τόπος στον οποίο διαδραματίζονται τα δεκατέσσερα διηγήματα της συλλογής δεν κατονομάζεται, αν και μάλλον είναι εμφανές πως πρόκειται για την Παλαιστίνη ή τον Λίβανο, εκεί όπου ο συγγραφέας μεγάλωσε, ο χρόνος επίσης δεν δίνεται φανερά και με ακρίβεια, αν και μάλλον είναι εμφανές πως είναι το εγγύς παρελθόν, με όρους ιστοριογραφίας το παρόν. Σε εκείνη τη διαγώνια ανάγνωση είχα διακρίνει εκείνο το ελκυστικό παράδοξο, που πρώτα σε διηγήματα του Κορτάσαρ είχα εντοπίσει και καμία σχέση δεν είχε με τον Μαγικό Ρεαλισμό στον οποίο για μεγάλο διάστημα η Λατινική Αμερική εξειδικευόταν.

Και όπως ο τόπος και ο χρόνος δεν δίνονται με ακρίβεια, το αυτό συμβαίνει και με την περιρρέουσα πραγματικότητα, τη μεγάλη εικόνα, την ιστορία που συνήθως γράφεται με το γιώτα κεφαλαίο. Ο Μααρούφ αφηγείται μικρές, ατομικές, δυσδιάκριτες εξαιτίας της απόστασης ιστορίες. Στο βάθος η πραγματικότητα, ακόμα και για τον αναγνώστη που ελάχιστα γνωρίζει για εκείνη τη γωνιά του πλανήτη, είναι παρούσα, ως ένα φόντο, ως κάτι που συμβαίνει ταυτόχρονα με την εκάστοτε ατομική ιστορία, σαφώς επηρεασμένη, με τον τρόπο που οι καιρικές συνθήκες για παράδειγμα επηρεάζουν την καθημερινότητα, αλλά χωρίς τη διάθεση να γίνει μια εκβιαστική σύνδεση μεταξύ των δύο.

Το παράδοξο, η λοξή ματιά, η ανάγκη για επιβίωση και η ζωή που συμβαίνει ανοίγουν ρωγμές στην πραγματικότητα από τις οποίες εισχωρεί ένα χιούμορ μη αναμενόμενο, ένα σκληρό η ζωή συνεχίζεται ακόμα και εν μέσω πολέμου και τρόμου. Και αυτό είναι κάτι που οι κάτοικοι πιο ήσυχων συνθηκών συχνά ξεχνάμε, ίσως για να πείσουμε τον εαυτό μας με όρους μηδέν και ένα πως το εδώ καμία σχέση δεν έχει με το εκεί, και δεν έχει, αλήθεια είναι αυτό, αλλά αυτό σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει πως η ζωή εκεί βρίσκεται σε παύση.

Διάβασα πρόσφατα (και ενθουσιάστηκα) το Καιρός της Τζέννυ Έρπενμπεκ. Δύο παράλληλες ιστορίες, μια ατομική, η ερωτική σχέση με έντονο το κακοποιητικό στοιχείο ενός μεσήλικα και μιας νεαρής, και μια πιο μεγάλη, η περίοδος πριν και μετά από την πτώση του τείχους. Αν η συγγραφέας είχε το ελεύθερο να γράψει το οπισθόφυλλο, συνοπτικά θα έγραφε: ό,τι και αν πιστεύετε εσείς οι εκτός της δικής μας καθημερινότητας, η ζωή μας ήταν πολύ πιο σύνθετη και γεμάτη χαρές και λύπες από τη διαρκή αγωνία και την εξαντλητική αναμονή για την πτώση του τείχους, είχαμε ζωή πριν να έρθετε και να μας σώσετε (όπως σας δίδαξαν να νομίζετε).

Η λογοτεχνία που γράφεται σε τέτοιες περιόδους, που για κάποιες γωνιές του πλανήτη αποτελεί μια σχεδόν μόνιμη και καθημερινή συνθήκη, μια σταθερά, δεν μπορεί παρά να είναι πολιτική. Και η οξυδέρκεια του καλού γραφιά δεν αποτυπώνεται σε ζεύγη μηδέν και ένα, άσπρου και μαύρου, σωστού και λάθους, καλού και κακού, εχθρού και συμμάχου, αλλά διαθέτει μια πλούσια παλέτα αποχρώσεων. Αν κάποιος διαβάζοντας καλή λογοτεχνία όπως αυτή που γράφει ο Μααρούφ, και άρα πολιτική, έστω και αν δεν το φωνάζει, διακρίνει μια μονομέρεια ή μια ανάγκη για στράτευση τότε νιώθω πως έχω αρκετούς λόγους να αμφισβητώ τον τρόπο με τον οποίο προσλαμβάνει την πραγματικότητα εξ αποστάσεως.

Εδώ, στα διηγήματα της συλλογής αυτής, δεν θα βρεθεί μια μονόπλευρη αποτύπωση. Ανάμεσα στο μηδέν και το ένα υπάρχει ένα άπειρο πλήθος αριθμών, άλλωστε. Η γενίκευση δεν είναι ποτέ καλός σύμμαχος, σίγουρα όχι ο καλύτερος. Όταν κάποιος ταυτίζει το ατομικό με την πολιτική εξουσία, τότε υπάρχει ζήτημα. Οι σημαίες ανεμίζουν από καιρό ταλαιπωρημένες από το αίμα με το οποίο έχουν λερωθεί. Ο Μααρούφ δεν επιθυμεί να σταθεί στη μια ή την άλλη πλευρά. Όσο σίγουρος είμαι πως η καταγωγή του θα οπλίσει με άρνηση (αν όχι με θυμό και με μίσος) μια μερίδα αναγνωστών, που ταυτίζουν τον παλαιστινιακό λαό με τη Χαμάς ή με μια γενίκευση περί Αράβων, άλλο τόσο σίγουρος είμαι πως τα διηγήματα αυτά θα βρεθούν στο στόχαστρο αναγνωστών φίλα προσκείμενων στο δίκαιο του αγώνα της Παλαιστίνης. Είναι ενδιαφέρον πως και οι δύο αυτές μερίδες αναγνωστών, άθελά τους και χωρίς να το αντιλαμβάνονται, θα μοιραστούν ένα κοινό έδαφος, εκείνο που για τους μεν πλεονάζει, για τους δε απουσιάζει.   

Ήδη από τα πρώτα διηγήματα της συλλογής, τα νήματα συγγένειας απλώθηκαν προς δύο σύγχρονες συλλογές διηγημάτων, παρότι είναι πιθανόν κανείς από τους συγγραφείς να μη γνωρίζει το έργο του άλλου. Αναφέρομαι στο Ανάσκελα της Ρίτα Μπουλγουίνκελ και το Δέντρο με τα μπουκάλια του ουίσκι της Καταρίνα Μπέντιξεν. Το νήμα συγγένειας που αρχικά διαφάνηκε εξαιτίας της χρήσης του παράδοξου, έγινε εντονότερο με την (έντονη παρότι χωρίς κραυγές) πολιτική διάσταση και των τριών συλλογών. Και επειδή αναφέρθηκα στο παράδοξο, ας δώσω ένα παράδειγμα, την εναρκτήρια πρόταση του διηγήματος Ο ταυρομάχος: «Ο θείος μου πέθανε τρεις φορές σε μια εβδομάδα».

Η λοξή ματιά του συγγραφέα στην πραγματικότητα είναι το πλέον ευδιάκριτο νήμα που προσδίδει στη συλλογή αυτή την απαραίτητη συνοχή, την ώρα που τα διηγήματα, ανεξαρτήτως προτιμήσεων, στέκουν στο ίδιο επίπεδο ξεπερνώντας τον σκόπελο της άνισης συλλογής, των αδιάφορων διηγημάτων που απλώς τοποθετήθηκαν γύρω από κάποια πιο δυνατά και άξια έκδοσης. Αλλά και θεματικά υπάρχει μια σύνδεση, δεν αναφέρομαι απλώς στον χωροχρόνο, αλλά σε εκείνα τα επαναλαμβανόμενα μοτίβα που ομαδοποιούν τα διηγήματα. Το γέλιο που προκύπτει εδώ, δεν είναι πικρό, όπως συχνά συμβαίνει, δεν γεννά την ακόλουθη ενοχή στον αναγνώστη, αλλά περισσότερο σηματοδοτεί και αποτυπώνει ξεκάθαρα εκείνο που αναφέρθηκε παραπάνω: η ζωή συνεχίζεται. Όπως το χιούμορ, έτσι και η ζωή η ίδια κάποιες φορές, είναι όταν παρ' όλ' αυτά γελάς/ζεις.

Μια τελευταία παρατήρηση. Ξέρω τι σκέφτεστε αρκετοί από εσάς, το σκέφτομαι και εγώ: μήπως η κυκλοφορία βιβλίων όπως αυτό κρύβει μια διάθεση καιροσκοπισμού την ώρα που τα βλέμματα της παγκόσμιας κοινής γνώμης είναι στραμμένα προς εκείνη την περιοχή του πλανήτη; Διόλου παράλογη σκέψη, η έκδοση βιβλίων, άλλωστε, είναι (και) μια επιχειρηματική δραστηριότητα που σκοπό της έχει το κέρδος. Έχοντας διαβάσει το βιβλίο του Μααρούφ, επιτρέψτε μου να πω: δεν είναι μια τέτοια περίπτωση αυτή. Η καλή λογοτεχνία είναι παντός καιρού.

Το Ανέκδοτα για τους ένοπλους και άλλα διηγήματα έφτασε ως τη μακρά λίστα του Διεθνούς Βραβείου Μπούκερ το 2019.

υγ. Περισσότερα για το Ανάσκελα θα βρείτε εδώ, για Το δέντρο με τα μπουκάλια του ουίσκι εδώ, ενώ για το βιβλίο της Σίμπλι, Ασήμαντη λεπτομέρεια εδώ, για το Καιρός της Έρπενμπεκ εδώ.

Μετάφραση Πέρσα Κουμούτση
Εκδόσεις Χαραμάδα

Πέμπτη 5 Σεπτεμβρίου 2019

ανάσκελα - Rita Bullwinkel



Ανατρέχοντας στις σημειώσεις που κρατούσα κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης των διηγημάτων της Ρίτα Μπουλγουίνκελ, χωρίς ιδιαίτερη έκπληξη διαπιστώνω πως οι περισσότερες αφορούν τον τρόπο της συγγραφέως αρχικά να παρατηρεί τον κόσμο γύρω της και στη συνέχεια να τον αποτυπώνει στο χαρτί. Κάθε διήγημα της συλλογής διαθέτει μια ξεκάθαρη αρχική ιδέα γύρω από την οποία στήνεται η πλοκή και παίρνουν μορφή οι χαρακτήρες, ενώ η εικονοποιητική τροπή της αφήγησης μπολιάζεται διαρκώς με πλήθος σκέψεων και εσωτερικών μονολόγων, και κάπως έτσι, στο πρώτο της βιβλίο, η συγγραφέας επιτυγχάνει κάτι δύσκολο, να ισορροπήσει τον μέσα κόσμο των ηρώων με τον έξω στον οποίο κινούνται και ζουν. Ο τρόπος της Μπουλγουίνκελ να κοιτάζει τα πράγματα είναι ιδιαίτερος, γεγονός που της δίνει ένα μεγάλο αβαντάζ. Εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα κράμα φαντασίας και εξυπνάδας, αν και δεν είναι λίγοι εκείνοι που ισχυρίζονται πως η υψηλή νοημοσύνη είναι γνώρισμα των ανθρώπων με ισχυρή φαντασία, αυτή όμως είναι μια άλλη συζήτηση. Στο ανάσκελα δεν είναι λίγες οι φορές εκείνες που ο αναγνώστης θα νιώσει ανοίκειο τον κόσμο, που θα νιώσει πως πρώτη φορά τον κοιτάζει. Αυτό το μαγικό συναίσθημα προσφέρει απλόχερα  η κατά Μπουλγουίνκελ παρατήρηση του κόσμου.   

Οι ιδέες περιστροφής των διηγημάτων, δοσμένες συνήθως στην αρχή κάθε ιστορίας, διακρίνονται για την απλότητα στην πρωτοτυπία τους, δεν είναι εξεζητημένες δηλαδή, αλλά είναι εκεί έξω, μπροστά στα μάτια μας παρούσες στον κόσμο, και αρκούσε απλώς κάποιος, η Μπουλγουίνκελ στην προκειμένη περίπτωση, να μας τις δείξει, και εμείς να αναρωτηθούμε πώς δεν τις είχαμε παρατηρήσει ως τώρα. Ο τρόπος της να βλέπει τα πράγματα είναι κάπως λοξός, αρχικά μοιάζει αστείος, γρήγορα όμως συνειδητοποιεί κανείς πως το γέλιο συχνά αφήνει μια πικρή επίγευση. Ας πάρουμε για παράδειγμα το διήγημα Σκύψε το κεφάλι: Ώσπου να ενηλικιωθεί η κόρη μου, η οικονομία είχε γίνει τόσο άσχημη που ήταν φθηνότερο να προσλάβουμε κάποιον να συγκρατεί το στήθος της από το να της αγοράσουμε σουτιέν. Και αυτό έκαναν, προσέλαβαν κάποιον για να συγκρατεί το στήθος της κόρης τους, παραχωρώντας του το σπιτάκι του κήπου για να μένει. Διαβάζεις την πρώτη πρόταση και γελάς, διαβάζεις τη συνέχεια του διηγήματος και αισθάνεσαι την πίκρα της πραγματικότητας να σου καίει τη γλώσσα. Γιατί καμιά φορά το κοινωνικοπολιτικό σχόλιο είναι πιο εύστοχο δοσμένο με μια ευφάνταστη απλότητα παρά μέσω εξαντλητικών αναλύσεων.    

Υπήρξε μια περίοδος της ζωής μου όπου η κύρια πηγή εισοδήματός μου ήταν το να είμαι έπιπλο. Δούλευα σε μια επιχείρηση που πουλούσε καναπέδες που κόστιζαν έξι φορές τον ετήσιό μου μισθό. Μια νέα κοπέλα που προσλαμβάνεται λόγω της εξωτερικής της εμφάνισης δεν είναι κάτι πρωτότυπο, αντίθετα, είναι κάτι ολοένα και πιο σύνηθες, οι αγγελίες είναι γεμάτες από ανάλογους επιθετικούς προσδιορισμούς, εκείνο όμως που κάνει την ιδέα αυτή διαφορετική είναι η πρωτοπρόσωπη παραδοχή, η συνειδητοποίηση της αφηγήτριας πως παρότι η σύμβαση δεν το ανέφερε κατ' αυτόν τον τρόπο εντούτοις είχε προσληφθεί ως έπιπλο, ως μέρος της διακόσμησης, γιατί μόνο αυτή η συνειδητοποίηση δύναται να γεννήσει αντίδραση. 

Η γραφή της Μπουλγουίνκελ φέρει μια φρεσκάδα, δεν είναι μίζερη, ορθώνει με τον τρόπο της ανάστημα απέναντι στην πραγματικότητα, διαθέτει μια φαινομενική αφέλεια, την ελαφρότητα κάποιου που δεν έχει ανάγκη να αποδείξει πράγματα, που δεν νιώθει πως περνάει κάποιου είδους εξέταση, πως απλώς κάνει εκείνο που αγαπά. Ένα μυαλό που μοιάζει να γεννάει ιστορίες διαρκώς. Τα διηγήματα της συλλογής δεν είναι άνισα, δεν πάσχουν από ένα σύνηθες σύνδρομο των συλλογών να περιλαμβάνουν ένα δυο καλά, ένα δυο μέτρια και τα υπόλοιπα απλώς για τη γέμιση, όχι, εδώ δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο, το ανάσκελα είναι μια δυνατή συλλογή διηγημάτων, με ένα ευδιάκριτο νήμα να τα ενώνει, γραμμένα με σκοπό να συνυπάρξουν ως ένα ενιαίο σώμα, ενώ ακόμα και η επιλογή της σειράς δεν μοιάζει να αφέθηκε στην τύχη. Η γραφή της Μπουλγουίνκελ είναι ξεκάθαρα πολιτική και φεμινιστική, ο κόσμος γύρω της, παρά τις άπειρες αφορμές που τις προσφέρει για συγγραφή, είναι ένας κόσμος γεμάτος αδικία, ένας κόσμος που δεν της αρέσει, ένας κόσμος που θα έπρεπε να αλλάξει, και τα διηγήματά της, αν και απέχουν πολύ από το να θεωρηθούν στρατευμένα, είναι ένας τρόπος ανάδειξης των προβλημάτων, και όταν τα προβλήματα έρχονται στην επιφάνεια και γίνονται ορατά η ελπίδα για αλλαγή παραμένει ζωντανή. 

Το ανάσκελα είναι ένα βιβλίο που αξίζει να διαβάσει κανείς, μου έφερε στο νου μια ακόμα Αμερικανίδα συγγραφέα -αλλά και σκηνοθέτη- τη Μιράντα Τζουλάι και το βιβλίο της Ο πρώτος κακός που κυκλοφόρησε πριν λίγα χρόνια και στα ελληνικά, χωρίς δυστυχώς να γνωρίσει την ανάλογη υποδοχή. Το ανάσκελα είναι μια συλλογή διηγημάτων στα χνάρια των σπουδαίων διηγηματογράφων από την απέναντι πλευρά του Ατλαντικού. Σίγουρα ένα από τα καλύτερα βιβλία που διάβασα φέτος.       


Μετάφραση Μαρία Χρίστου, Νεκτάριος Λαμπρόπουλος
Εκδόσεις Χαραμάδα