Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σε δύο χρόνους. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σε δύο χρόνους. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 19 Ιουνίου 2013

Ο Αφρός των Ημερών - Μπορίς Βιάν [Μετά την (δεύτερη) ανάγνωση]








Είναι αυτή η οικεία αίσθηση της επιστροφής, όσα χρόνια και αν πέρασαν από την τελευταία φορά, όσο αδύναμη και αν είναι η μνήμη. Καταχωνιασμένοι για καιρό οι ήρωες, έβγαιναν από τις σελίδες προσπαθώντας να ισιώσουν τα ρούχα τους που με τον καιρό είχαν τσαλακωθεί, επιχειρούσαν διακριτικές μα απαραίτητες διατάσεις, δεν αρνήθηκαν να πρωταγωνιστήσουν ξανά στην ίδια ιστορία, για χάρη μου.

Η μνήμη όντως αδύναμη, εν αγνοία της επέτεινε την απόλαυση. Διεσταλμένες κόρες και χαμόγελο στα χείλη κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης, η διάσωση μιας ανάμνησης. Φοβόμουν, είναι αλήθεια, την αποκαθήλωση του Αφρού των Ημερών εντός μου, φοβόμουν τα χρόνια που πέρασαν, την αναγνωστική αθωότητα που χάθηκε, τη νοσταλγία που επικρατεί στην απουσία της μνήμης. Αποφάσισα τελικά να μην αναζητήσω την προηγούμενη έκδοση ώστε να συγκρίνω τις μεταφράσεις, δε βρήκα το νόημα.


"Μόνο δύο πράγματα υπάρχουν: η αγάπη με τα ωραία κορίτσια, με όλους τους τρόπους, και η μουσική της Νέας Ορλεάνης ή του Ντιουκ Έλλινγκτον. Όλα τ' άλλα θα έπρεπε να εξαφανιστούν γιατί όλα τ' άλλα είναι άσχημα, και οι λίγες σελίδες που ακολουθούν ως απόδειξη βασίζονται στο γεγονός ότι η ιστορία είναι εξ ολοκλήρου αληθινή, γιατί τη φαντάστηκα απ' άκρη σ' άκρη."



Κεντρικός ήρωας ο Κολέν, τα διπλομύρια της κληρονομιάς του επιτρέπουν να ζει δίχως να εργάζεται, νιώθει όμως μοναξιά, θα ήθελε να ερωτευτεί. Τον επισκέπτεται συχνά ο Σικ, ο καλύτερός του φίλος, που έχει πάθος με τον Ζαν Σολ Παρτρ και ξοδεύει όλα του τα χρήματα συλλέγοντας οτιδήποτε σχετίζεται με εκείνον. Τους μαγειρεύει ο Νικολά, προσωπικός σεφ του Κολέν. Πηγαίνουν σε πάρτυ, χορεύουν με κοπέλες. Ο Σικ θα γνωρίσει την Αλίζ και η μοναξιά του Κολέν θα ενταθεί. Σύντομα όμως ο έρωτας θα χτυπήσει και τη δική του πόρτα!

Η ιστορία κοινότυπη μα παραμυθένια, μαγική. Είναι ο τρόπος να πεις μια ιστορία που την κάνει ξεχωριστή και μοναδική, και ο Βιάν ξεκάθαρα διαθέτει τον τρόπο. Δεν αποστρέφει το βλέμμα από την ασχήμια του κόσμου αλλά όπου μπορεί επεμβαίνει με την πένα του. Οι δρόμοι του Παρισιού θα ήταν λιγότερο άσχημοι και θορυβώδεις αν έφεραν όντως ονόματα μουσικών της τζαζ, οι αρρώστιες-άνθη θα ήταν λιγότερο τρομερές στο άκουσμά τους. Ο έρωτας και η αγάπη, η φιλία και η τζαζ κάνουν την πραγματικότητα πιο ανεκτή, πιο όμορφη. Ο Βιάν, γεννημένος με πρόβλημα στην καρδιά, το γνώριζε καλά αυτό, δεν υπήρχε χρόνος για χάσιμο, δε θα έπρεπε να υπάρχει. 

Η παρουσία του Σαρτρ επιβλητική, από τη σάτιρα του Βιάν όμως δεν ξεφεύγει μήτε εκείνος μήτε οι θαυμαστές του. Οι σχέσεις των δύο στενές, η επιρροή της φιλοσοφίας του υπαρξισμού διακριτή. Δε νομίζω πως θα ήταν παράτολμο να χαρακτηρίσει κάποιος τον Αφρό των Ημερών ως την προσωπική προσέγγιση του Βιάν στον υπαρξισμό.

Τζαζ ακούγεται παντού, ο Έλλινγκτον δίνει το ρυθμό, δεκάδες ονόματα μουσικών παρελαύνουν. Ο Βιάν υπήρξε - ανάμεσα σε άλλα - μουσικός , ταγμένος στη τζαζ, λάτρης της μουσικής σκηνής της Νέας Ορλεάνης. Η τζαζ αποτελεί σημείο κατατεθέν της εποχής, μία από τις ελάχιστες χρονικές σημαδούρες σε ένα κείμενο εκτός τόπου και χρόνου, όπως συμβαίνει άλλωστε με τα όνειρα.

Το εισαγωγικό σημείωμα της έκδοσης παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον αλλά θα σας πρότεινα να το αφήσετε για το τέλος. Είναι δεκάδες εκείνα που θα ήθελα να προσθέσω, για την υπόθεση, για τους τοίχους που μικραίνουν και μεγαλώνουν κατά βούληση, για τα νούφαρα που συνεχώς διψούν και τόσα άλλα υπέροχα αλλά και λυπηρά. Δε θα το κάνω όμως, σε αυτό το μυθιστόρημα θα έπρεπε να μπει κανείς σχεδόν γυμνός.



 υ.γ Προηγήθηκε και ανάρτηση πριν την ανάγνωση, αμέ! (εδώ)


Μετάφραση Μαρίνα Λεοντάρη, Μαρία Παπαδήμα
Εκδόσεις Νεφέλη 






Δευτέρα 17 Ιουνίου 2013

Ο Αφρός των Ημερών - Μπορίς Βιάν (Πριν τη δεύτερη ανάγνωση, χρόνια μετά)








Ντροπή μου αλλά δε θυμάμαι. Δε θυμάμαι ποιος μου πρότεινε, και ύστερα μου δάνεισε, να διαβάσω τον Αφρό των Ημερών. Πάνε δώδεκα χρόνια από τότε, ίσως και δεκατρία. Υποψιάζομαι κάποιους, αλλά δεν είμαι σίγουρος. Η ανάγνωση υπήρξε μια αποκάλυψη, διένυα βλέπετε την πρώτη αναγνωστική φάση, δίψα ακόρεστη και φαντασία παρθένα. Το μυθιστόρημα αυτό, το πρώτο βιβλίο του Βιάν που διάβασα ποτέ - ακόμα δε γνώριζα την πολυσχιδή καλλιτεχνική προσωπικότητα του Γάλλου δημιουργού - με μάγεψε και άμεσα με έστειλε πάλι πίσω στο βιβλιοπωλείο να αναζητήσω οτιδήποτε έφερε στο εξώφυλλο το όνομά του. Αν και μου άρεσαν, έμεινα με το αίσθημα της απογοήτευσης, δεν έμοιαζαν με τον Αφρό των Ημερών.

Ονειρικό. Έτσι θα περιέγραφα το μυθιστόρημα, αν κάποιος με ρωτούσε. Ως όνειρο, με έντονα χρώματα και παράξενα σχήματα έχει αποτυπωθεί στη μνήμη μου. Τι και αν οι λεπτομέρειες έχουν χαθεί; Για μένα πάντα οι διάδρομοι από άνθη θα μεταβάλλουν κατά βούληση το σχήμα τους, πότε απόμακροι και πότε με την επιθυμία να αγγίξουν τα κορμιά που τους διατρέχουν.

Μετά την ανάγνωση το επέστρεψα. Τα επόμενα χρόνια το αγόρασα τρεις φορές με σκοπό να το τοποθετήσω στη βιβλιοθήκη μου, και τις τρεις το έκανα δώρο. Υπήρξαν κάποιοι που δε με πίστεψαν όταν τους είπα - αφού πρώτα τους ζάλισα σχετικά με το πόσο υπέροχο μυθιστόρημα είναι - πως δεν το έχω για να τους το δανείσω.

Κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Γράμματα και μπορεί κάποιος - νομίζω ακόμα - να το βρει στο βιβλιοπωλείο Πρωτοπορία. Είναι από τα βιβλία που είναι συστηματικά σε προσφορά. Κάποτε, στο υπόγειο του βιβλιοπωλείου της Πάτρας, ένας γνωστός, κρατώντας ένα αντίτυπο στο χέρι του, αναφωνούσε : "Αντί να πας για έναν καφέ, με τα ίδια χρήματα αγοράζεις ένα βιβλίο, δεν είναι φοβερό;".

Η πρόσφατη επανακυκλοφορία, από τις Εκδόσεις Νεφέλη, σε νέα μετάφραση, με εξέπληξε ευχάριστα. Μοιράστηκα το νέο με μία φίλη. "Ευτυχώς" μου είπε "γιατί η προηγούμενη μετάφραση είχε πολλά προβλήματα", έμεινα να την κοιτάω με απορία και έκπληξη. Μιλούσαμε άραγε για την ίδια έκδοση; Αποδείχτηκε πως ναι, εκείνη το είχε παρατήσει στη μέση, εγώ το είχα απολαύσει μέχρι την τελευταία σελίδα. Δεν έχω άποψη για εκείνη τη μετάφραση, δε θυμάμαι να μου είχε τραβήξει κάτι την προσοχή. Ίσως φταίει που ήμουν "νέος αναγνώστης", ίσως πάλι, η δύναμη του κειμένου να ξεπέρασε ακόμα και την κακή μετάφραση. Την παρούσα μετάφραση υπογράφουν η Μαρίνα Λεοντάρη και η Μαρία Παπαδήμα. Η παρουσία της Παπαδήμα - και μόνο για τη μετάφραση στα ελληνικά του Βιβλίου της Ανησυχίας - αποτελεί εγγύηση ως προς το τελικό αποτέλεσμα, το μεταφραστικό έργο της Λεοντάρη μου είναι άγνωστο. Θα είχε ενδιαφέρον πάντως να μπορούσα να συγκρίνω τις δύο μεταφράσεις, θα δούμε.

Από την πρώτη στιγμή που το αντίκρισα στο βιβλιοπωλείο, αισθάνθηκα πως είναι η κατάλληλη στιγμή να επιστρέψω στην αγκάλη ενός παλιού αγαπημένου, να δοκιμάσω τη σχέση μας στο χρόνο, να θέσω το ρεαλισμό απέναντι στη νοσταλγία.

Σύντομα - φαντάζομαι - θα βγει και στις ελληνικές αίθουσες η καινούρια ταινία του πολύ ταλαντούχου Μισέλ Γκοντρί, βασισμένη στο μυθιστόρημα του Βιάν. Πραγματικά δε θα μπορούσα - μέχρι αποδείξεως του εναντίου βέβαια - να σκεφτώ ιδανικότερο σκηνοθέτη για να μεταφέρει τον Αφρό των Ημερών στη μεγάλη οθόνη.  Εδώ μπορείτε να δείτε το τρέιλερ. Η ανάγνωση πρέπει να προηγηθεί.

Το 2012 κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Γνώση το graphic novel σε εικονογράφηση Marion Mousse.

Όπως αντιλαμβάνεστε, δεν έχετε δικαιολογίες να μην κολυμπήσετε στον Αφρό των Ημερών, εγώ ετοιμάζομαι να βουτήξω ξανά!


Η ανάγνωση ξεκινά.

"Ο Κολέν μόλις είχε τελειώσει την τουαλέτα του."

 


Κυριακή 28 Οκτωβρίου 2012

Αρχειοθέτηση σε Δύο Χρόνους (6)



"Κείμενα που πρωτοδημοσιεύτηκαν αλλού και ο κίνδυνος της απώλειας τα έφερε εδώ."






     Μετά την ανάγνωση : Ένα δέντρο μεγαλώνει στο Μπρούκλιν της Μπέττυ Σμιθ



Η εντεκάχρονη Φράνσι Νόουλαν ζει με την οικογένειά της στο Μπρούκλιν της Νέας Υόρκης. Μαζί με τον αδερφό της, το δεκάχρονο Νίλι, προσπαθούν να συνεισφέρουν στο οικογενειακό εισόδημα μαζεύοντας κουρέλια, χαρτιά, σιδερικά και λάστιχα τα οποία πηγαίνουν στον παλιατζή. Με τα λίγα σέντσια που κερδίζουν, δοκιμάζουν την τύχη τους αγοράζοντας λαχνούς σε ένα ψιλικατζίδικο. Ποτέ κανένα παιδί δεν κέρδισε κάποιο από τα ακριβά δώρα, ανεξάρτητα από το πόσες φορές προσπάθησε. Κάθε εβδομάδα η Φράνσυ δανείζεται ένα βιβλίο από τη δημοτική βιβλιοθήκη. Η ανάγνωση αποτελεί μία από τις ελάχιστες μορφές ψυχαγωγίας.

Ο πατέρας εργάζεται περιστασιακά, πότε ως τραγουδιστής και πότε ως σερβιτόρος, η μητέρα καθαρίζει σπίτια. Η έλλειψη χρημάτων αποτελεί ένα άλυτο, για την οικογένεια Νόουλαν, πρόβλημα. Ο πατέρας καταφεύγει συχνά στο αλκοόλ, η μητέρα εφευρίσκει παιχνίδια ώστε να δικαιολογεί την έλλειψη τροφίμων και ζέστης. Κανείς τους όμως δεν σταματά να αγωνίζεται για κάτι καλύτερο. Η Φράνσι έχει έναν ιδιαίτερο δεσμό με τον πατέρα της, στα μάτια της είναι ο καλύτερος πατέρας του κόσμου.

Η Μπέττυ Σμιθ βασίζεται σε παιδικά βιώματα και με ρεαλισμό (σε συνδυασμό με κάποιες δόσεις ιδεαλισμού) επιχειρεί να μεταφέρει το κλίμα της εποχής μέσα από την ιστορία με πρωταγωνίστρια τη μικρή Φράνσι. Παρά τα προβλήματα και τις δυσκολίες της ζωής το βιβλίο φέρει την ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο. Ίσως αυτός να είναι ο κυριότερος λόγος για τον οποίο γνώρισε τεράστια αναγνωστική επιτυχία και καθολική αποδοχή από την πρώτη μέρα της κυκλοφορίας του το 1943. Συγγενεύει ξεκάθαρα με τον ιταλικό νεορεαλισμό που άνθισε την ίδια περίοδο στη γείτονα χώρα και σύστησε σπουδαίους δημιουργούς όπως ο Βιτόριο Ντε Σίκα, ο Λουκίνο Βισκόντι και ο Ρομπέρτο Ροσελίνι. Δύο χρόνια μετά την κυκλοφορία του βιβλίου, ο Ελίας Καζάν σκηνοθέτησε τη μεταφορά του στη μεγάλη οθόνη, ενώ το 1951 παρουσιάστηκε στο Μπρόντγουεϊ με τη μορφή μιούζικαλ σε παραγωγή και σκηνοθεσία του Τζορτζ Άμποτ.

Η συγγραφέας κινείται στα όρια, τόσο του διδακτισμού, όσο και του συναισθηματικού εξαναγκασμού. Πρέπει να παραδεχτούμε όμως πως καταπιάνεται με ένα θέμα το οποίο υποχρεωτικά φέρει μαζί του τα παραπάνω στοιχεία. Η Σμιθ παραδίδει ένα έργο αρκετά αυθεντικό που σκοπό έχει, εκτός του να ψυχαγωγήσει, να δώσει ελπίδα σε μια εποχή που μεγάλο κομμάτι του πληθυσμού την έχει ανάγκη. Η ελπίδα αυτή όμως αποτελεί ταυτόχρονα και ένα μειονέκτημα για το βιβλίο, αφου, λόγω αύτης, η συγγραφέας ωραιοποιεί κάποιες καταστάσεις δίνοντας ένα, αρκετά στρογγυλεμένο, τελικό αποτέλεσμα το οποίο στερεί από το μυθιστόρημα την οποιαδήποτε δυνατότητα να συγκριθεί με άλλα σημαντικά βιβλία εκείνης της περιόδου όπως για παράδειγμα τα βιβλία του Στάινμπεκ. Από την περίληψη φοβόμουν την πιθανή ύπαρξη μιας χριστιανικού τύπου υπομονής των δυσκολιών, κάτι τέτοιο όμως, αν και σε ορισμένα σημεία συναντάται, δε χαρακτηρίζει τελικώς το κείμενο.

Η ανάγνωση του βιβλίου με ταξίδεψε πίσω στο χρόνο όταν έκλαιγα διαβάζοντας την ιστορία του Όλιβερ Τουίστ και παρακολουθούσα φανατικά τις περιπέτειες της Λάουρα στο Μικρό σπίτι στο λιβάδι. Λόγω ηλικίας, μάλλον, δεν με καθήλωσε, απόλαυσα όμως τη λογοτεχνική του απλότητα, αρετή η οποία όλο και συχνότερα θυσιάζεται στο βωμό του «λογοτεχνικού» εντυπωσιασμού.   



Μετάφραση Στάθης Αλιμίσης.
Εκδόσεις Μίνωας.


 υ.γ Εδώ μπορείτε να βρείτε την ανάρτηση, Πριν την ανάγνωση: Ένα δέντρο μεγαλώνει στο Μπρούκλιν της Μπέττυ Σμιθ

Σάββατο 27 Οκτωβρίου 2012

Αρχειοθέτηση σε Δύο Χρόνους (5)



"Κείμενα που πρωτοδημοσιεύτηκαν αλλού και ο κίνδυνος της απώλειας τα έφερε εδώ."






          Πριν την ανάγνωση: Ένα δέντρο μεγαλώνει στο Μπρούκλιν της Μπέττυ Σμιθ


Περνούν τα χρόνια και συνεχώς ανακαλύπτω αναγνωστικά κενά. Άλλες φορές τρέχω να τα καλύψω, άλλοτε σκέφτομαι πως δεν είναι ακόμα η ώρα. Ούτε στα μικράτα μου, ούτε αργότερα στην εφηβεία μου μού μίλησε κανείς για τη Φράνσυ, την μικρή ηρωίδα του βιβλίου της Σμιθ, τότε που για χρόνια ολόκληρα επέστρεφα ξανά και ξανά, με την πρώτη ευκαιρία, στις σελίδες του μοναχικού Ροβινσώνα. Ούτε όμως και αργότερα. Λογοτεχνία κλασική, αναπόσπαστο μέρος κάθε αξιόλογης σειράς για εφήβους. Γραμμένο το 1943, γνώρισε αμέσως τεράστια επιτυχία, δύο χρόνια αργότερα μεταφέρθηκε από τον Ελίας Καζάν στη μεγάλη οθόνη, η ιστορία της μικρής Φράνσι μεγάλωσε αρκετές γενιές έως σήμερα.

Και εγώ πού ήμουν;

Η τύχη θα έπαιξε σίγουρα το ρόλο της σε αυτή την εξέλιξη, αλλά δε γίνεται να αποδίδουμε διαρκώς τα πάντα στο τυχαίο. Έλλειψη λογοτεχνικής παιδείας. Ίσως εκεί θα έπρεπε να σταθούμε, στην απουσία ερεθισμάτων. Θαυμάζω τους γονείς που επιστρέφουν σε βιβλία όπως αυτό παρέα με τα παιδιά τους αλλά δυστυχώς όσο όμορφο και αν είναι δεν αρκεί.

Με το βιβλίο της, Αμερικανίδας με ιρλανδικές ρίζες, Σμιθ δίπλα από το πληκτρολόγιο αναρωτιέμαι τι έχει άραγε χαθεί από την αναγνωστική μου αθωότητα όλα αυτά τα χρόνια. Από τότε, που η ανάγνωση του Υπογείου μου δημιουργούσε εφιάλτες καθώς περπατούσα στην πόλη ρίχνοντας φοβισμένες ματιές στα παράθυρα των ημιυπογείων, έως σήμερα. Ανατρέχω σε αντίστοιχες περιπτώσεις βιβλίων που διάβασα ετεροχρονισμένα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η Νανά του Εμίλ Ζολά, βιβλίο το οποίο δεν κατάφερα να απολαύσω παρόλο που οι αρετές του ήταν ορατές. Είμαι σίγουρος πως αν το είχα διαβάσει κάποια χρόνια νωρίτερα θα επρόκειτο για μια πιο ολοκληρωμένη αναγνωστική εμπειρία. Αναγνωστική αλλοτρίωση στην οποία εκτός των προσωπικών βιωμάτων του αναγνώστη ρόλο σημαντικό παίζει και η εξέλιξη της ίδιας της τέχνης. Η ιστορία λαμβάνει χώρα στη Νέα Υόρκη την οποία έχω «επισκεφθεί» μέσα από τις σελίδες σπουδαίων σύγχρονων Αμερικανών συγγραφέων, μια Νέα Υόρκη σκοτεινή, ακόμα πιο τρομακτική από την καφκική της εκδοχή, θα αναγνωρίσω άραγε εκείνη τη γωνιά της;

Το βιβλίο το αγόρασα δεύτερο χέρι. Έχει ακόμη στη ράχη την τιμη από γνωστή αλυσίδα σούπερ μάρκετ, 1.450 δραχμές. Δεν είναι ιδιαίτερα ταλαιπωρημένο αν και η ηλικία του είναι ορατή. Θα μπορούσα να το έχω ανασύρει από την παιδική μου βιβλιοθήκη, χρόνια μετά την τελευταία φορά, από επιθυμία να επιστρέψω ξανά στις σελίδες του τώρα που είναι καλοκαίρι.

Η ανάγνωση ξεκινά.

«Αργά το δείλι οι αχτίδες του ήλιου έπεφταν λοξά μες στην υγρή αυρή ενός σπιτιού του Μπρούκλιν, που ζούσε η Φράνσι Νόουλαν.»
 

Κυριακή 21 Οκτωβρίου 2012

Αρχειοθέτηση σε Δύο Χρόνους (4)



"Κείμενα που πρωτοδημοσιεύτηκαν αλλού και ο κίνδυνος της απώλειας τα έφερε εδώ."




Μετά την ανάγνωση: Η ερυθρά παρθένα του Φερνάντο Αρραμπάλ



Η πρόκληση είναι αναπόσπαστο μέρος του έργου του Ισπανού δημιουργού, κάτι το οποίο αποδέχεται και ο ίδιος. Κύρια αιτία για την ίδρυση του Κινήματος του Πανικού υπήρξε η μετατροπή του σουρεαλισμού σε μόδα ή αλλιώς η αστικοποίηση ενός ρεύματος κατά φύσην περιθωριακού.

Σε αυτή την πρώτη επαφή με τον Αρραμπάλ ως μυθιστοριογράφο συναντάμε τον δημιουργό που με διαφορετικά υλικά επιδιώκει το ίδιο αποτέλεσμα. Επιχειρεί να τραβήξει στα όρια κάποιες καταστάσεις, να τονίσει μέσω της υπερβολής νοσηρά κοινωνικά και οικογενειακά φαινόμενα, να κατακεραυνώσει τη μπουρζουαζία της εποχής, κυρίως την εκπαιδευτική, να εναντιωθεί σε πρότυπα οικογενειακά, παρωχημένα.

Από την πρώτη κιόλας σελίδα μας αποκαλύπτει το σύνολο σχεδόν της πλοκής. Η μητέρα απευθυνόμενη στη δολοφονημένη, από την ίδια, κόρη της, συντάσσει το ημερολόγιο της σύντομης ζωής του πλάσματος που τόσο θέλησε να αποκτήσει και που στο τέλος αναγκάστηκε να σκοτώσει. Η παράξενη σχέση με τον πατέρα της και η επιμονή της να διαβάζει, παρά τις περί του αντιθέτου διαταγές του, καθώς και η προσύλωση στο μικρό της αδερφό του οποίου το μουσικό ταλέντο εντόπισαν τα λαγωνικά της βρετανικής εκπαίδευσης με αποτέλεσμα να τον απαγάγουν σε νεαρή ηλικία, είναι τα στοιχεία εκείνα που της δημιουργούν την επιθυμία να αποκτήσει μία κόρη χωρίς πατέρα. Οι προσπάθειες της να εντοπίσει τον διατεθειμένο άντρα να προσφέρει το σπέρμα του -καθώς είναι το μόνο που έχει ανάγκη για να υλοποιήσει το πλάνο της- στέφονται τελικώς με επιτυχία. Μένοντας έγκυος μετακομίζει παρέα με ένα φιλικό ομοφυλόφιλο ζευγάρι μακριά από τη χώρα της σκοπεύοντας απερίσπαστη να δώσει τη μορφή που αυτή επιθυμεί στο σπλάχνο της. Όμως το μυστικό γρήγορα θα διαρρεύσει και πολλοί θα είναι εκείνοι οι οποίοι θα προσπαθήσουν να προσεγγίσουν μάνα και κόρη.

Η –συχνά ύπουλη – μητρική αγάπη, της οποίας πρωταρχικό χαρακτηριστικό είναι η πεποίθηση της παντογνωσίας, «για το καλό του παιδιού μου» σκέφτεται ο γονέας και πράττει ως μοναδικό φέροντας της απόλυτης γνώσης και της αίσθησης εμπειρίας που τα χρόνια επί της γης του προσδίδουν. Το παιδί σπάνια έχει άποψη, θαυμάζεται από τους γονείς ως αντανάκλαση στον προωπικό τους καθρέφτη, φέρει τα όνειρα και τις φιλοδοξίες εκείνων παρέα με τα κόμπλεξ και τις ανασφάλειες τους. Ακόμα όμως και ο αιρετικός Αρραμπάλ αναγνωρίζει κάποιες αρετές σε μια σχέση φορτισμένη συναισθηματικά όπως αυτή μεταξύ μητέρας και κόρης. Απέναντι στις προθέσεις της μάνας στέκονται αχόρταγοι οι μισθοφόροι της εκπαίδευσης, έτοιμοι να αρπάξουν το παιδί-θαύμα και να το εντάξουν στα ιδρύματά τους με την πρόφαση της βοήθειας, κρυμμένη όχι και τόσο καλά πίσω από την επιθυμία να βοηθηθούν και να κεφαλαιοποιήσουν τη γνώση και το προσωπικό ταλέντο της νεαρής. Κριτική σε μια μορφή εκπαίδευσης που στερείται ελευθερίας, τυποποιώντας τη γνώση και επιχειρώντας να τοποθετήσει σε καλούπια τα ατομικά χαρακτηριστικά.  

Με έντονα τα χαρακτηριστικά της στρατευμένης λογοτεχνίας ο Αρραμπάλ κατορθώνει να παραδώσει ένα έργο με νεύρο και συναίσθημα, αποφεύγοντας τον στείρο διδακτισμό και τη χωρίς ψυχή θεωρία.

Δυστυχώς ελάχιστα είναι τα έργα του που κυκλοφορούν στα ελληνικά και αυτά μάλλον δυσεύρετα. Ένας από τους μεγάλους εν ζωή Ευρωπαίους δημιουργούς τον οποίον ανακήρυξε σε επίτιμο διδάκτορα το Τμήμα Γαλλικής Γλώσσας και Φιλολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου το 2007.


Μετάφραση Στέλιος Βαρβαρέσος.
Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου.


υ.γ Εδώ μπορείτε να βρείτε την ανάρτηση,  Πριν την ανάγνωση : Η Ερυθρά Παρθένα του Φερνάντο Αρραμπάλ


Σάββατο 20 Οκτωβρίου 2012

Αρχειοθέτηση σε Δύο Χρόνους (3)



"Κείμενα που πρωτοδημοσιεύτηκαν αλλού και ο κίνδυνος της απώλειας τα έφερε εδώ."




Πριν την ανάγνωση : Η ερυθρά παρθένα του Φερνάντο Αρραμπάλ


Ιδιαίτερη περίπτωση δημιουργού ο Φερνάντο Αρραμπάλ. Η ανάγκη του για έκφραση αδυνατεί να περιοριστεί σε μία και μόνη μορφή. Αν και είναι πιο γνωστός ως θεατρικός συγγραφέας, εντούτοις η τεράστια εργογραφία του αποτελείται από μυθιστορήματα, ποίηση και δοκίμια. Ασχολείται επίσης με τη ζωγραφική και είναι ειδικός στο σκάκι.

Το 1962 ιδρύουν μαζί με τον Alejandro Jodorowsky και τον Roland Topor το Κίνημα του Πανικού (Panic movement) εμπνεόμενοι από τον Θεό Πάνα και επηρεασμένοι από τον Luis Buñuel και τον Antonin Artaud. Η κίνησή τους αυτή αποτελεί απάντηση στη μετάλλαξη του σουρεαλισμού σε μόδα της εποχής. Πρόθεση της ομάδος ήταν μέσα από βίαια θεατρικά δρώμενα να προκαλέσουν τον θεατή και να ενεργοποιήσουν το σύνολο των αισθήσεων. Η δράση της ομάδος θα διχάσει κοινό και κριτικούς.

Το 1967 προβάλλεται στο Φεστιβάλ του Ακαπούλκο η πρώτη ταινία σε σκηνοθεσία του Alejandro Jodorowsky, Φάντο και Λις, βασισμένη στο θεατρικό κείμενο του Arrabal. Θα προκληθεί σάλος και η προβολή της ταινίας στο Μεξικό θα απαγορευθεί.

Με τον κόσμο του Αρραμπάλ ήρθα σε επαφή το 2010 όταν είχα την τύχη να παρακολουθήσω την παράσταση Φάντο και Λις από τη νεοσύστατη τότε θεατρική ομάδα, Θέατρο του Πανικού. Τότε ήταν που αναζήτησα περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τον Ισπανό δημιουργο ο οποίος δυστυχώς δεν είναι ιδιαίτερα γνωστός στο ελληνικό κοινό. Ελάχιστα έργα του έχουν κυκλοφορήσει σε μετάφραση και μέχρι πρόσφατα η αναζήτηση κάποιου από τα μυθιστορήματά του υπήρξε άκαρπη.

Στα μάτια μου παρουσιάζει τρομερό ενδιαφέρον η επαφή με το σύνολο του έργου ενός δημιουργού. Ιδιαίτερα  σε περιπτώσεις όπως αυτή του Αρραμπάλ του οποίου το έργο επιμερίζεται σε διάφορες μορφές έκφρασης η επιθυμία αυτή λαμβάνει ακόμη μεγαλύτερες διαστάσεις.

Είναι λοιπόν καιρός να γνωρίσω τη λογοτεχνική πλευρά του πολυπράγμωνος δημιουργού και μέσω αυτής να αποκτήσω σφαιρικότερη άποψη για το έργο του. Αντιγράφω από το οπισθόφυλλο της έκδοσης : « Μια γυναίκα της ισπανικής αριστοκρατίας, που επιθυμεί ένα παιδί “χωρίς πατέρα” εξασφαλίζει τις υπηρεσίες ενός ευκαιριακού γεννήτορα και φέρνει στον κόσμο ένα αλλόκοτο δημιούργημα.»

Είναι ο κινημοτογραφικός κόσμος του Μπουνιουέλ αυτός που ξεδιπλώνεται μπροστά μου με την παραπάνω περιγραφή. Σουρεαλισμός και μπουρζουαζία. 

Η ανάγνωση ξεκινά.

«Σου γράφω ενώ ρίγη διατρέχουν όλο μου το κορμί.»

Κυριακή 14 Οκτωβρίου 2012

Αρχειοθέτηση σε Δύο Χρόνους (2)




 "Κείμενα που πρωτοδημοσιεύτηκαν αλλού και ο κίνδυνος της απώλειας τα έφερε εδώ."









                                  Μετά την ανάγνωση : Ο Παραγιός του Ρόμπερτ Βάλζερ


Ο Γιόζεφ χτυπά την πόρτα της οικείας Τόμπλερ, μόλις έχει απολυθεί από τον στρατό και επιθυμεί να εργαστεί. Με τη βοήθεια του γραφείου ευρέσεως εργασίας θα προσληφθεί ως βοηθός του κ. Τόμπλερ. Το αφεντικό του ασχολείται με ευρεσιτεχνίες, εκεί έχει επενδύσει όλη του την περιουσία. Τα τελευταία χρόνια με τη γυναίκα του και τα τέσσερα παιδιά τους κατοικούν σε μία έπαυλη στα περίχωρα ενός χωριού. Στον Γιόζεφ θα παραχωρηθεί ένα δωμάτιο.
Ως άμεσος συνεργάτης του συζύγου αλλά και ως συγκάτοικος της οικογένειας θα έρθει σε επαφή με τον τρόπο ζωής της αστικής τάξης. Θα θαμπωθεί, αρχικά, από τη λάμψη, θα καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια για να ανταποκριθεί με επιτυχία στις απαιτήσεις της εργασίας του. Σε αυτό το σημείο παρουσιάζεται το πρώτο δείγμα (αυτο)κριτικής διάθεσης από τη μεριά του συγγραφέα, με τον υπάλληλο να αρκείται στα υλικά αγαθά (πούρα, κρασί, φαγητό, έπαυλη) και σχεδόν να παραιτείται από το δικαίωμά του στην αμοιβή.
Παρά τα οικονομικά προβλήματα τα οποία με τον καιρό αντιμετωπίζει, ο Τόμπλερ αρνείται να αλλάξει τρόπο ζωής επιμένοντας στο στόχο που έχει θέσει για την επιτυχία της επιχείρησης, απόφαση που θα επηρεάσει τόσο τις οικογενειακές όσο και τις προσωπικές/επαγγελματικές του σχέσεις.
Ο Βάλζερ παρουσιάζει το χρονικό μιας αστικής οικογένειας της εποχής του. Γράφει το μυθιστόρημα αυτό αφού έχει απολυθεί πρόσφατα από το στρατό και έχει δουλέψει στο πλευρό ενός ευρεσιτέχνη. Πρόκειται  λοιπόν για ένα κείμενο με έντονο το αυτοβιογραφικό στοιχείο.
Ο Γιόζεφ είναι το alter ego του συγγραφέα. Χαρακτήρας δύσκολος να σκιαγραφηθεί με λεπτομέρεια, ένας δυσθυμικός που μάταια προσπαθεί να υποτάξει το στιγμιαίο συναίσθημα στη λογική. Η αγάπη του για τους μοναχικούς περιπάτους είναι ένα χαρακτηριστικό το οποίο συναντάται σε οποιαδήποτε βιογραφία του συγγραφέα.
Μέσα από την περιγραφή της καθημερινότητας της οικογένειας Τόμπλερ, ο Βάλζερ θα τοποθετήσει στο επίκεντρο της κριτικής του όχι μόνο τους αστούς αλλά και την ελβετική κοινωνία σχεδόν στο σύνολό της.
 Ένα μεγάλο μέρος της ιστορίας καταλαμβάνει η οικογένεια. Πίσω από τη βιτρίνα της καλής ζωής κρύβονται φόβοι, ανασφάλειες, εντάσεις και πάθη. Η κόρη, που ζει στο περιθώριο της προσοχής και της αγάπης, αντίθετα με τα αδέρφια της, υπό την εξουσία της υπηρέτριας, μοιάζει να πάσχει από κάποιο ψυχικό νόσημα το οποίο όμως δεν περιγράφεται περαιτέρω  και μένει να πλανάται απροσδιόριστο. Η σύζυγος κατέχει ένα μάλλον διακοσμητικό ρόλο και τα καθήκοντά της περιορίζονται εντός της οικείας, η ανάγνωση και η βραδινή χαρτοπαιξία είναι το αντίδοτο απέναντι σε μια άνευρη καθημερινότητα. Ο Τόμπλερ είναι ο αρχηγός της οικογένειας, διαθέτει το αλάθητο και τη δυνατότητα να αποφασίζει για το σύνολο των πραγμάτων, λείπει συχνά εκτός σπιτιού είτε για κάποιο επαγγελματικό ταξίδι είτε για να πιεί ένα ποτό στο καπηλειό του χωριού.
Μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει επίσης μία από τις ευρεσιτεχνίες του Τόμπλερ, ένα ρολόι το οποίο διαθέτει ειδικό πλαίσιο για τοποθέτηση διαφήμισης. Αν σκεφτεί κάποιος πως βρισκόμαστε στις αρχές του 20ου αιώνα, τότε σίγουρα προκαλεί εντύπωση το γεγονός αυτό. Μέσα από το μυθιστόρημα αυτό, το στερεοτυπικό τρίπτυχο λιβάδια – τράπεζες - ρολόγια παίρνει σάρκα και οστά δείχνοντας την έντονη κριτική διάθεση του Βάλζερ για την εικόνα που παρουσιάζει η χώρα του. 
Μυθιστόρημα το οποίο σε μαγεύει με την απλότητά του.  Κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης ανακάλεσα αρκετές φορές τις Μαύρες σημαίες και τη Δεσποινίς Τζούλια του Αύγουστου Στρίντμπεργκ, κείμενα στα οποία διέκρινα αρκετά κοινά στοιχεία με τον Παραγιό, ο οποίος,  όπως κάθε μεγάλο έργο της παγκόσμιας γραμματείας, εξακολουθεί να είναι επίκαιρο παρά το πέρας εκατό χρόνων από την πρώτη του έκδοση.
 Ένας από τους λόγους που επέλεξα να διαβάσω το βιβλίο του Βάλζερ ήταν η επιθυμία μου να γνωρίσω τις επιρροές των επίσης γερμανόφωνων Ελβετών συγγραφέων Φρις και Ντύρενματ, όμως τελικά εμπρός μου εμφανίστηκε ο τεράστιος και άδικα χαμένος Ζέμπαλντ.

Μετάφραση Ιάκωβος Κοπερτί.
Εκδόσεις Ηριδανός.


υγ Εδώ μπορείτε να βρείτε την ανάρτηση: Πριν την ανάγνωση : ο Παραγιός του Ρόμπερτ Βάλζερ

Σάββατο 13 Οκτωβρίου 2012

Αρχειοθέτηση σε Δύο Χρόνους (1)




"Κείμενα που πρωτοδημοσιεύτηκαν αλλού και ο κίνδυνος της απώλειας τα έφερε εδώ."




   Πριν την ανάγνωση : ο Παραγιός του Ρόμπερτ Βάλζερ.


Πώς αλήθεια επιλέγουμε το επόμενο βιβλίο από την απύθμενη στίβα των προσεχώς;

Αυτή τη φορά νομίζω πως η αιτία βρίσκεται στην καταγωγή του συγγραφέα.
Μία ιδιαίτερη αδυναμία στη γερμανόφωνη ελβετική λογοτεχνία την έχω, υπεύθυνοι γι’ αυτήν είναι κυρίως ο Μαξ Φρις και ο Φρίντριχ Ντύρενματ. Είναι νομίζω ο καιρός να βρεθώ πιο κοντά στις πηγές.
Ο Βάλζερ υπήρχε στη λίστα εδώ και καιρό. Ο Βίλα Μάτας στο Μπάρτλεμπυ & Σία τον αναφέρει ως έναν από τους επιφανείς αρνητές της γραφής. Κατάφερε έτσι να μου οξύνει τη διάθεση να διαβάσω τον Παραγιό που εδώ και καιρό περιμένει ήσυχος τη σειρά του.
Ακόμη πιο ιντριγκαδόρικες αναφορές στον Ελβετό έχουν κάνει ο Κάφκα, ο Μουζίλ, ο Τσβάιχ και ο Μπένγιαμιν. Για χρόνια το έργο του έμεινε μακριά από το ευρύ κοινό, φαινόμενο συχνό αλλά μάλλον δικαιολογημένο λόγω της μοντέρνας γραφής για την οποία μιλούν όλες οι αναφορές στο έργο του. Αντίθετα, αναγνωρίστηκε από τους ομότεχνούς του και επηρέασε αρκετούς εξ αυτών. Σύμφωνα με τον Ελίας Κανέτι, ο Βάλζερ ήταν ο πιο σημαντικός συγγραφέας της γενιάς του και χωρίς αυτόν ο Κάφκα δεν θα υπήρχε. Θέση που μοιάζει υπερβολική και απόλυτη αλλά δείχνει μάλλον την εκτίμηση που έτρεφε ο συγγραφέας της Τύφλωσης για τον Βάλζερ.

Και τώρα το κρατάω στα χέρια μου, το παρατηρώ λίγο πριν να γυρίσω την πρώτη σελίδα. Την μετάφραση την υπογράφει ο Ιάκωβος Κοπερτί για λογαριασμό των εκδόσεων Ηριδανός. Η έκδοση διαθέτει φορετό εξώφυλλο. Θα το αφαιρέσω, θα το αποθέσω και θα μείνει άθικτο ικανοποιώντας μια ακόμα αναγνωστική μου μανία περί της εξωτερικής ακεραιότητος. Λίγες περισσότερες από τριακόσιες σελίδες, μα όχι πυκνογραμμένες. Στο τέλος υπάρχει και παράρτημα με φωτογραφικό υλικό και χρονολόγιο. Χαζεύω τις φωτογραφίες. Μου προκαλεί εντύπωση η πυκνότητα του χειρόγραφου από το μυθιστόρημά του, ο Ληστής, προπομπός ίσως της «μανίας» που τον κατέλαβε, κατά την παραμονή του στο ψυχιατρείο, για την δημιουργία μικροσκοπικών γραμμάτων σε λιλιπούτεια κομμάτια χαρτιού. Σε κλινικές πέρασε τα τελευταία 27 χρόνια της ζωής του. Από το 1933 και μετά σταματά κάθε λογοτεχνική δραστηριότητα.

 Ο Ρόμπερτ Βάλζερ γεννήθηκε στις 15 Απριλίου του 1878 στην Μπιεν της Ελβετίας. Θα περάσει μεγάλο μέρος της ζωής του ανάμεσα στην Ελβετία και τη Γερμανία. Στις 25 Δεκεμβρίου του 1956  πεθαίνει στην διάρκεια μοναχικού περιπάτου. Στο βιογραφικό σημείωμα παρατηρώ επίσης πως, ανάμεσα σε διάφορα άλλα επαγγέλματα, εργάστηκε και ως υπηρέτης σε σπίτια πλουσίων και είναι ο λόγος για τον οποίο μου σφηνώθηκε η ιδέα πως ο Παραγιός πιθανότατα θα φέρει στοιχεία αυτοβιογραφικά του συγγραφέα.

Η ανάγνωση ξεκινά.

«Κάποιο πρωί στις οχτώ, ένας νεαρός στάθηκε μπρος στην πόρτα ενός μοναχικού, κατά τα φαινόμενα, κομψού σπιτιού. Έβρεχε.»