Σάββατο, 28 Μαρτίου 2026 18:32

Ιμπεριαλισμός, μιλιταρισμός και υπεράσπιση της Ουκρανίας: Για τη θέση των σοσιαλιστών

Μια «Πορεία Ειρήνης» στη Μόσχα, Μάρτιος 2014. Το πανό γράφει: «Η κατοχή της Κριμαίας είναι ντροπή της Ρωσίας». Φωτογραφία: Creative commons / P. Bogomolov

 

 

Simon Pirani

 

Για τη θέση των σοσιαλιστών

Ιμπεριαλισμός, μιλιταρισμός και υπεράσπιση της Ουκρανίας

 

 

Δύο σχετικά άρθρα από το blog του Βρετανού συγγραφέα Simon Pirani, People and Nature  (12/3/2026):

Α΄ Μέρος: «Ευρωπαϊκός σοσιαλισμός, ιμπεριαλιστικός μιλιταρισμός και η υπεράσπιση της Ουκρανίας»

Β´ Μέρος: «Ο πόλεμος της Ρωσίας: σταματήστε να προσπαθείτε να απονομιμοποιήσετε την αντίσταση»

 

 

Εισαγωγικά

Ο Simon Pirani, Βρετανός ερευνητής στον τομέα της ενέργειας, ιστορικός και συγγραφέας του blog People and Nature, προβαίνει εδώ σε μια οξεία αυτοκριτική σχετικά με την αποτυχία της ευρωπαϊκής αριστεράς να ασχοληθεί σοβαρά με τα πολιτικά και στρατιωτικά ζητήματα που θέτει ο πόλεμος της Ρωσίας, ο οποίος βρίσκεται πλέον στον πέμπτο χρόνο του. Αναγνωρίζοντας τα μικρά βήματα αλληλεγγύης του εργατικού κινήματος, υποστηρίζει ότι η βαθύτερη αποτυχία της έγκειται στην απουσία μιας ουσιαστικής συζήτησης σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο ο πόλεμος μετασχηματίζει την ευρωπαϊκή πολιτική. Αντλώντας την επεξεργασία του από τις φωνές των Ουκρανών σοσιαλιστών –Taras Bilous, Hanna Perekhoda, Oleksandr Kyselov– και από τις πρωτοβουλίες της σκανδιναβικής αριστεράς, ο Πιράνι σκιαγραφεί τις αρχές μιας πραγματικά διεθνιστικής σοσιαλιστικής απάντησης, που να συνδέει την Ουκρανία, την Παλαιστίνη, τους πρόσφυγες και τον αγώνα της εργατικής τάξης.

Δημοσιεύουμε, σε Α΄ Μέρος, το πρώτο άρθρο του συγγραφέα, για τα ζητήματα του μιλιταρισμού, και κατόπιν, ως Β΄ Μέρος, το δεύτερο σχετικό άρθρο, που αναφέρεται κυρίως στα επιχειρήματα της καμπιστικής αριστεράς.

[Εισαγωγή του Adam Novak, από την αναδημοσίευση του κειμένου και τη γαλλική μετάφραση στο Europe Solidaire Sans Frontières [ESSF] – απ’ όπου και οι υποσημειώσεις. Οι υπότιτλοι του Α΄ Μέρους είναι της ελληνικής μετάφρασης]

 

 

Α΄ Μέρος

Σοσιαλισμός, αυτοκρατορικός μιλιταρισμός και υπεράσπιση της Ουκρανίας

 

Οι ρωσικοί βομβαρδισμοί κατά των ουκρανικών υποδομών και κατοικιών συνεχίστηκαν αδιάκοπα και αυτό το μήνα, την ώρα που η προσοχή έχει στραφεί προς την εγκληματική στρατιωτική περιπέτεια των ΗΠΑ και του Ισραήλ στο Ιράν. Οι ουκρανικές πόλεις βγαίνουν από τον πιο σκληρό χειμώνα που έχουν γνωρίσει μέχρι τώρα, κατά τη διάρκεια του οποίου η Ρωσία έβαλε τα δυνατά της για να τις παγώσει και να τις υποτάξει.

Το πώς, ή το αν, οι σοσιαλιστές στην Ευρώπη κατανοούν τις πολιτικές και πρακτικές προκλήσεις που θέτει ο πόλεμος της Ρωσίας βρίσκεται, ασφαλώς, πολύ – πολύ χαμηλά στις ανησυχίες που απασχολούν τους περισσότερους Ουκρανούς αυτή τη στιγμή.

Παρόλα αυτά, με αυτό θέλω να ασχοληθώ εδώ, γιατί αν ο «σοσιαλισμός» έχει κάποιο νόημα, τότε ο τρόπος με τον οποίο οι Ευρωπαίοι σοσιαλιστές απαντούν στον πιο αιματηρό πόλεμο σε αυτή την ήπειρο τα τελευταία ογδόντα χρόνια έχει μεγάλη σημασία.

 

Ο αναγκαίος απολογισμός μας

Θα υποστηρίξω ότι, όποια μικρά βήματα και αν έχουμε κάνει για να στηρίξουμε την ουκρανική αντίσταση, στο πνεύμα του διεθνισμού, επισκιάζονται από τη συλλογική μας αποτυχία να κατανοήσουμε και να συζητήσουμε τις βαθιές αλλαγές που προκάλεσε ο ρωσικός πόλεμος και να βρούμε αποτελεσματικές απαντήσεις.

Με το «εμείς», εννοώ τους σοσιαλιστές που από την αρχή υποστήριξαν την ουκρανική αντίσταση στην ιμπεριαλιστική επίθεση. Σε αυτό το πρώτο άρθρο παρουσιάζω μια εικόνα του τι έχουμε κάνει και του τι δεν έχουμε κάνει. Σε ένα δεύτερο άρθρο, σχολιάζω τη διαρκή επιρροή εκείνων που αντιτίθενται στην ουκρανική αντίσταση, στην πράξη, στα λόγια ή και στα δύο[1].

Τα μικρά βήματα που έχουμε κάνει μπορούν να συνοψιστούν ως εξής:

1. Πρώτον, τμήματα του οργανωμένου εργατικού κινήματος έχουν προσφέρει άμεση, υλική υποστήριξη στους Ουκρανούς ομολόγους τους με τη μορφή ιατρικών και άλλων υλικών. Παρόλο που αυτό αποτελεί πιθανώς σχετικά μικρό τμήμα της συνολικής ροής υποστήριξης από την κοινωνία των πολιτών και από Ουκρανούς που ζουν στην Ευρώπη, στην οποία πρέπει να συμπεριληφθεί και ο στρατιωτικός εξοπλισμός και οι εθελοντές στρατιώτες, έχει ωστόσο τη σημασία του.

2. Δεύτερον, προσπαθήσαμε να ενώσουμε την υποστήριξη της ουκρανικής αντίστασης στον ρωσικό ιμπεριαλισμό, καθώς και του σκληρά χτυπημένου από την καταστολή και, έτσι μικρού, αντιπολεμικού κινήματος στη Ρωσία, με το μαζικό αντιπολεμικό κίνημα που αντιτάχθηκε στην υποστήριξη των δυτικών κυβερνήσεων προς τη γενοκτονία του Ισραήλ στη Γάζα. Υψώσαμε τη φωνή μας ενάντια στην υποκρισία των κυβερνήσεων, που προσπάθησαν να φιμώσουν βίαια τις φιλοπαλαιστινιακές φωνές, ενώ επέτρεπαν τις ουκρανικές.

Οι διεκδικήσεις προς τις δυτικές κυβερνήσεις από το εσωτερικό του εργατικού κινήματος για να πάρουν πιο ισχυρά και συγκεκριμένα μέτρα για τη στήριξη της Ουκρανίας, με πιο αποτελεσματικές οικονομικές κυρώσεις ή απελευθερώνοντας προμήθειες συγκεκριμένων τύπων όπλων, ήταν κατά τη γνώμη μου λιγότερο αποτελεσματικές, λόγω της σχετικής πολιτικής αδυναμίας του εργατικού κινήματος και της κρίσης των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων σε όλη την Ευρώπη.

Η πιο σοβαρή αποτυχία μας, ωστόσο, κατά τη γνώμη μου, ήταν η έλλειψη μιας σε βάθος συζήτησης για τον τρόπο με τον οποίο ο ρωσικός πόλεμος έχει αλλάξει την Ευρώπη, και για το τι σημαίνει αυτό για το εργατικό κίνημα και τα κοινωνικά κινήματα.

 

Ουκρανοί σοσιαλιστές

Πολύ λίγη προσοχή έχει δοθεί στις προσπάθειες κριτικής των ίδιων των Ουκρανών σοσιαλιστών. Μια σημαντική συζήτηση για τα στρατιωτικά ζητήματα που μας κοιτάζουν κατάματα απουσιάζει ωστόσο σχεδόν τελείως, τουλάχιστον στο Ηνωμένο Βασίλειο. Και μια πολύ διαυγής σκέψη για το τι σημαίνει ο πόλεμος και οι επιπτώσεις του για την κοινωνία, για τα κοινωνικά κινήματα, για τους εργαζόμενους ως κινητήρια δύναμη της αλλαγής σε αντίθεση με το τι σημαίνει για το κράτος, πολύ σπάνια συνυπολογίζεται.

Μια από τις συνέπειες της αποτυχίας αυτής είναι ότι οι απαντήσεις μας στον χονδροειδή «αντιιμπεριαλισμό», που καθιστά αόρατη την ουκρανική αντίσταση –όπως π.χ. εκφράστηκε πρόσφατα από την Zarah Sultana– δεν είναι ικανοποιητικά ισχυρές.

Μεταξύ των κριτικών από Ουκρανούς σοσιαλιστές υπάρχει και μια έμμεση πρόκληση προς εμάς, στις δυτικές χώρες, στις αναλύσεις του Taras Bilous για τα τελευταία τέσσερα χρόνια του πολέμου, βασισμένες στην πολύ γνωστή του «Επιστολή προς τη δυτική αριστερά» που έγραψε την ημέρα της εισβολής της Ρωσίας[2].

Αναρωτώμενος για τις προοπτικές μιας ειρηνευτικής συμφωνίας και τις εγγυήσεις ασφάλειας –η έλλειψη των οποίων αποτελεί βασικό εμπόδιο που αναστέλλει μια τέτοια διευθέτηση, σύμφωνα με τον Ουκρανό πρόεδρο Βολοντιμίρ Ζελένσκι– ο Μπίλους γράφει:

«Στο πλαίσιο της κατάρρευσης της διεθνούς τάξης, καμία γραπτή εγγύηση ασφάλειας δεν είναι αξιόπιστη. Για την Ουκρανία, υπάρχουν δύο βασικές εγγυήσεις ασφάλειας: ο στρατός και το γεγονός ότι η Ρωσία έχει υποστεί βαριές απώλειες σε αυτόν τον πόλεμο. Τώρα θα το σκεφτούν δύο φορές πριν μας επιτεθούν ξανά».

Ο Μπίλους, από τη μία πλευρά, επισημαίνει τη σημασία των άμεσων διαπραγματεύσεων μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας που διεξάγονται τώρα, σε αντίθεση με τη φάρσα των «μεγάλων δυνάμεων» ΗΠΑ-Ρωσίας. Από την άλλη, όμως, δεν βλέπει καμία ένδειξη να έχει εγκαταλείψι ο Πούτιν το σχέδιό του να καταστρέψει το ουκρανικό κράτος, και θεωρεί τις απαιτήσεις για παράδοση στη Ρωσία του μη κατεχόμενου τμήματος του Ντονμπάς ως, ενδεχομένως, «απλώς ένα βήμα προς αυτή την κατεύθυνση».

Αυτές οι αυστηρές προειδοποιήσεις δημιουργούν διλήμματα για τους σοσιαλιστές σε όλη την Ευρώπη. Γιατί, αν οι μόνες πραγματικές «εγγυήσεις ασφάλειας» είναι η δύναμη των όπλων, τι σημαίνει αυτό στην Εσθονία; Στη Λιθουανία; Στην Πολωνία; Τι σημαίνει και πιο δυτικά;

Η Hanna Perekhoda, μια Ουκρανή σοσιαλίστρια που ζει στην Ελβετία, υποστήριξε πέρυσι ότι κάθε αριστερή προοπτική πρέπει να ξεκινά όχι από το έθνος-κράτος ή την ευρωπαϊκή κοινότητα, αλλά από την «παγκόσμια εργατική τάξη». Πρέπει να «έχει κατά νου ότι ούτε η ανθρώπινη ζωή, ούτε τα δικαιώματα των εργαζομένων, ούτε το περιβάλλον μπορούν να προστατευθούν» σε οποιοδήποτε κράτος που βρίσκεται παγιδευμένο στη «ζώνη επιρροής» ιμπεριαλιστικών εκμεταλλευτικών δυνάμεων, όπως η Ρωσία, η Κίνα ή οι ΗΠΑ[3].

Κατά την άποψή της, αυτό απαιτεί από τους σοσιαλιστές στην Ευρώπη, πρώτον, να «εξασφαλίσουν τη δομική επιβίωση ενός δημοκρατικού χώρου» και, δεύτερον, να «αγωνιστούν από μέσα σε αυτόν τον χώρο για να επαναπροσδιορίσουν το πολιτικό και κοινωνικό του περιεχόμενο». Στις χώρες της Βαλτικής, στην Πολωνία και στη Φινλανδία, αυτό σημαίνει «ανασυγκρότηση των αποθεμάτων οπλισμού και ενίσχυση των υποδομών».

Και συνεχίζει: «Όταν ο γείτονάς σου είναι η δεύτερη στρατιωτική δύναμη στον κόσμο, βομβαρδίζει πόλεις καθημερινά, ξοδεύει το ένα τρίτο του προϋπολογισμού της στον πόλεμο και αποκαλεί τη χώρα σου «ιστορικό λάθος», η ικανότητα να υπερασπιστείς τον εαυτό σου δεν είναι κούρσα εξοπλισμών. Είναι επιβίωση».

Τα κράτη της Ανατολικής Ευρώπης μπορούν να το επιτύχουν αυτό μόνο με τη βοήθεια των δυτικοευρωπαίων συμμάχων, γράφει η Περέχοντα. Στη Δυτική Ευρώπη, «η απειλή είναι διαφορετική. Αφορά λιγότερο εισβολές και περισσότερο την άνοδο της ακροδεξιάς». Και άμυνα σημαίνει: «[Α]ντιμετώπιση της παραπληροφόρησης, προστασία των υποδομών, παρεμπόδιση του ξένου χρήματος στην πολιτική, άμυνα απέναντι σε κυβερνοεπιθέσεις, σε ενέργειες σαμποτάζ και σε ενεργειακό εκβιασμό. Και υποβοήθηση όσων χρειάζονται άμεσα όπλα για την επιβίωσή τους».

Ο Περέχοντα υποστηρίζει ότι οι σοσιαλιστές δεν πρέπει να αντιτίθενται γενικά στην παραγωγή όπλων: το πραγματικό διακύβευμα είναι το ποιος την ελέγχει. «Το πρόβλημα είναι να αφήνουμε την αγορά να αποφασίζει τι παράγεται, για ποιον, και με ποιους κανόνες».

Αν εμείς στη Δυτική Ευρώπη δεν συζητάμε αυτά τα ζητήματα, τι κάνουμε άραγε; Δεν είναι δουλειά των Ουκρανών συντρόφων να λύσουν τα προβλήματά μας. Αυτοί έχουν πολλά άλλα πράγματα να ανησυχούν. Είναι συλλογική ντροπή μας που ο Oleksandr Kyselov[4], ένας Ουκρανός σοσιαλιστής που ζει στη Σουηδία, αναγκάστηκε να σηματοδοτήσει την τέταρτη επέτειο του πολέμου πλήρους κλίμακας διαμαρτυρόμενος ότι: «Πάρα πολλοί από την ευρωπαϊκή αριστερά είναι απασχολημένοι στο να τεντώνουν τα γνωστά παλιά πλαίσια πάνω σε έναν κόσμο που όμως έχει αλλάξει. Σαν να συνεχίζουν να ελπίζουν ότι, αν απλώς αρνηθούν, καταδικάσουν και καταγγείλουν πολύ φωναχτά, αν διακηρύξουν επιλεκτικά τον διεθνισμό τους, ενισχύοντας όμως ταυτόχρονα τα σύνορα των δικών τους εθνικών οντοτήτων, τότε ευελπιστούν να γλιτώσουν από τη νέα αυτή πραγματικότητα του κόσμου.»

Υπάρχουν (τουλάχιστον) δύο πλευρές στη συζήτηση που πρέπει να κάνουμε: η μία («πολιτική») αφορά την όποια επίδραση θα μπορούσαμε να έχουμε στη σημερινή κατάσταση, στο μέτρο που όλες οι αποφάσεις για στρατιωτικά θέματα βρίσκονται ουσιαστικά στα χέρια της άρχουσας τάξης, του κράτους της και των μαριονετών πολιτικών της· και, δεύτερον (θα την ονομάσω «κινηματική»), αφορά τις αρχές γύρω από τις οποίες πρέπει να χτίσουμε ένα κίνημα αρκετά ισχυρό τόσο για να αντισταθεί στο κράτος όσο και για να οδηγήσει σε κοινωνικό μετασχηματισμό.

 

Σοσιαλιστές του Βορρά

Από πολιτική άποψη, οι σοσιαλιστές στις σκανδιναβικές χώρες είναι πολύ πιο μπροστά από εμάς στο Ηνωμένο Βασίλειο, ίσως επειδή βρίσκονται γεωγραφικά πιο κοντά στη Ρωσία.

Ο Bjarke Friborg της Κόκκινο-Πράσινης Συμμαχίας (Enhedslisten) στη Δανία υπογράμμισε σε πρόσφατη συνέντευξή του την «πολύ πραγματική» απειλή που αποτελεί το καθεστώς του Πούτιν, «όχι απαραίτητα με την έννοια της “εισβολής τανκς στο Παρίσι”, αλλά σίγουρα ως απειλή για τη δημοκρατία, την κυριαρχία και την αρχή ότι τα σύνορα δεν μπορούν να αλλάξουν με τη βία». Και συνέχισε: «Αντιτασσόμαστε στον ρωσικό ιμπεριαλισμό όπως αντιταχθήκαμε στον αμερικανικό και στον ιμπεριαλισμό του ΝΑΤΟ: όχι υποστηρίζοντας το ένα μπλοκ εναντίον του άλλου, αλλά υπερασπιζόμενοι το δικαίωμα των λαών στην αυτοδιάθεση και υποστηρίζοντας τις δημοκρατικές και προοδευτικές δυνάμεις στη Ρωσία και στο κράτος-πελάτη της, τη Λευκορωσία».

Ο Φρίμποργκ υποστήριξε ότι η «αντίθεση προς τον μιλιταρισμό» και η αναγνώριση της «ανάγκης των λαών να αντισταθούν στην επιθετικότητα» είναι απόλυτα συμβατές, και το διατύπωσε με όρους «λαϊκής άμυνας – μιας δημοκρατικής άμυνας που βασίζεται στους πολίτες και έχει τις ρίζες της στην κοινωνία των πολιτών, όχι ενός στρατιωτικοποιημένου κρατικού μηχανισμού που εξυπηρετεί τα συμφέροντα των επιχειρήσεων, της βιομηχανίας όπλων και των ιμπεριαλιστικών επεμβάσεων». Η εναλλακτική λύση στη «λαϊκή άμυνα» είναι να αφήσουμε το πεδίο ελεύθερο στις αυταρχικές δυνάμεις.

«Δεν υπάρχει αντίφαση μεταξύ της στρατιωτικής υποστήριξης προς την Ουκρανία και της κριτικής προς το ΝΑΤΟ και τη βιομηχανία όπλων».

Ποια είναι η θέση σε αυτά των σοσιαλιστών στο Ηνωμένο Βασίλειο; Τον Οκτώβριο του περασμένου έτους, μια ομάδα από εμάς πραγματοποίησε μια (μικρή, μη δημοσιοποιημένη) συζήτηση με θέμα «Πώς μπορούμε να υποστηρίξουμε αποτελεσματικά την ουκρανική αντίσταση, αντιτιθέμενοι παράλληλα στον γενικό ευρωπαϊκό επανεξοπλισμό». Ένας φίλος που άνοιξε τη συζήτηση –ας τον ονομάσουμε Gerald– ξεκίνησε λέγοντας ότι δεν πιστεύει πως αυτό είναι δυνατό· ότι δεν μπορούσαμε να κάνουμε το ένα χωρίς το άλλο (σε αντίθεση με την άποψη του Friborg)[5].

Όπως το κατάλαβα, ο Gerald εκτιμά ότι οι στρατιωτικές δαπάνες των ευρωπαϊκών χωρών ήταν σχετικά χαμηλές τα τελευταία χρόνια και ότι χωρίς επενδύσεις πολλών δισεκατομμυρίων ευρώ σε οπλικά συστήματα, δεν θα ήταν σε θέση να αντιμετωπίσουν τον ρωσικό μιλιταρισμό στην Ανατολική Ευρώπη.

Στη συζήτησή μας αναφέρθηκαν επίσης οι στρατιωτικές τεχνολογίες (για τις οποίες γνωρίζω ελάχιστα). Ο βαθμός στον οποίο οι ΗΠΑ, οι ευρωπαϊκές χώρες, το Ισραήλ και άλλοι βασίζονται ο ένας στον άλλο για αυτές είναι σημαντικός.

Από πού θα μπορούσαμε να ξεκινήσουμε, για να διαμορφώσουμε μια συλλογική άποψη για αυτό το δύσκολο θέμα; Τα εργατικά και σοσιαλιστικά κινήματα μπορούν και πρέπει να επιλέξουν ποιες ενέργειες του καπιταλιστικού κράτους υποστηρίζουμε και σε ποιες αντιτασσόμαστε. Πρέπει να επιλέξουμε τις τεχνολογίες.

Υποστηρίζουμε την κατασκευή σχολείων και την πρόσληψη εργαζομένων στον τομέα της υγείας· αντιτασσόμαστε στην κατασκευή νέων διαδρόμων στα αεροδρόμια. Γιατί να μην μπορούμε να υποστηρίξουμε την παροχή συστημάτων αεράμυνας στην Ουκρανία, και ταυτόχρονα να αντιτασσόμαστε στην επένδυση δισεκατομμυρίων για το Trident και στα αεροπλανοφόρα; Γιατί δεν μπορούμε να καλέσουμε την κυβέρνηση να αρνηθεί την αγορά ισραηλινών οπλικών συστημάτων;

 

Ανάγκη επεξεργασιών

Για να αναπτύξουμε μια σοσιαλιστική προσέγγιση προς αυτή την κατεύθυνση, χρειαζόμαστε, καταρχάς, μια ειλικρινή αξιολόγηση της έκτασης και της φύσης της ρωσικής στρατιωτικής απειλής (i) προς την Ουκρανία, (ii) προς άλλα κράτη της Ανατολικής και Κεντρικής Ευρώπης, και (iii) προς τη Δυτική Ευρώπη (πιθανώς με τη μορφή κυβερνοεπιθέσεων και άλλων μορφών σαμποτάζ, κρυφής υποστήριξης προς ακροδεξιά κόμματα κ.λπ.)[6].

Επιπλέον, χρειαζόμαστε μια ειλικρινή αξιολόγηση των ορίων της ευρωπαϊκής «δημοκρατίας», που ισχυρίζεται ότι υπερασπίζεται την Ουκρανία -της ίδιας αυτής «δημοκρατίας» που ενισχύει τη δύναμη των εταιρειών εις βάρος των εργαζομένων, που υποστήριξε μέχρι τέλους τη γενοκτονία του Ισραήλ και που διατηρεί ένα «φρούριο» ενάντια σε ανυπεράσπιστους πρόσφυγες. Αυτό είναι το ζήτημα που έθεσε χωρίς περιστροφές η Χάνα Περέχοντα, όπως το ανέφερα παραπάνω.

Είναι αυτή η «δημοκρατία» που ελέγχει τη στρατιωτική τεχνολογία. Οι ισχυρισμοί της ότι η επένδυση σε στρατιωτικά συστήματα δικαιολογείται από τη στήριξη προς την Ουκρανία πρέπει να αξιολογηθούν σε αυτό το πλαίσιο. Γνωρίζουμε ότι η στήριξη αυτή είναι εξαιρετικά περιορισμένη, ενώ ταυτόχρονα συνοδεύεται από τη συνεχιζόμενη εμπορία όπλων με το Ισραήλ, τα κράτη του Κόλπου και άλλες αυταρχικές κυβερνήσεις.

Κατά τη γνώμη μου, η πολιτική διεκδίκηση οι ευρωπαϊκές «δημοκρατίες» να προμηθεύσουν στην Ουκρανία τα αμυντικά όπλα που χρειάζεται πρέπει να ενταχθεί στο ευρύτερο πλαίσιο αντίστασης στον ιμπεριαλιστικό μιλιταρισμό, όπως το κάνει ο Friborg. Θα μπορούσε άραγε η έκκληση για πανευρωπαϊκό εμπάργκο στις πωλήσεις όπλων οπουδήποτε εκτός της Ουκρανίας, που ανέφερε ο Taras Bilous, να αποτελέσει ένα σημείο εκκίνησης;

Ένας Βρετανός πολιτικός, ο Τζον Σουίνι[7], πρωθυπουργός της Σκωτίας, έχει δειλά υπαινιχθεί ότι υπάρχουν καλές και κακές προμήθειες όπλων: Τον Σεπτέμβριο του περασμένου έτους, σταμάτησε τους περιορισμούς στην παραγωγή πυρομαχικών για στήριξη της Ουκρανίας, «υπό το φως της εισβολής της Ρωσίας και του συνεχιζόμενου πολέμου κατά της Ουκρανίας», και ταυτόχρονα μπλόκαρε τις όποιες νέες χορηγήσεις δημόσιων πόρων σε εταιρείες άμυνας που συναλλάσσονται με το Ισραήλ, λόγω των «εύλογων ενδείξεων γενοκτονίας» στη Γάζα.

Ασφαλώς αυτή είναι μια πολύ περιορισμένη δέσμευση. Αλλά μήπως μπορούσε να αποτελέσει ένα σκαλοπάτι προς μια σειρά ριζοσπαστικών πολιτικών προσεγγίσεων; Θα μπορούσε η διάκριση μεταξύ όπλων για την Ουκρανία και όπλων για καθεστώτα που διαπράττουν γενοκτονίες να ενσωματωθεί σε πρωτοβουλίες όπως το «Σχέδιο για μια Εναλλακτική στην Ρωσική Κατοχή», που δημοσίευσαν πέρυσι βουλευτές του Εργατικού Κόμματος, ηγέτες συνδικαλιστικών οργανώσεων και άλλοι και που υποστηρίχθηκε από την Ukraine Solidarity Campaign (Εκστρατεία Αλληλεγγύης προς την Ουκρανία);

Το Σχέδιο αυτό προτρέπει στην αύξηση της προμήθειας όπλων και σε αυστηρότερες κυρώσεις κατά της Ρωσίας, ζητά την ακύρωση του διεθνούς χρέους της Ουκρανίας και τη μεταφορά των παγωμένων ρωσικών χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων στην Ουκρανία. Επίσης προτείνει να συγκληθεί μια «έκτακτη σύνοδος κορυφής για τη “Διάσωση της Ουκρανίας” από ευρωπαϊκές και συμμαχικές χώρες», «για την αναγκαία στρατιωτική και οικονομική της στήριξη».

Κατά τη γνώμη μου, αυτό είναι ένα κουτί της Πανδώρας.

Γιατί πώς θα μπορούσε το εργατικό κίνημα, ή/και οι πολιτικοί που το στηρίζουν, να αποτρέψουν μια τέτοια σύνοδο κορυφής από το να μετατραπεί σε όχημα για τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις ώστε να υποχρεώσουν την Ουκρανία να τις υπακούσει; Τι μπορούμε να μάθουμε από την εμπειρία των διασκέψεων για την οικονομική ανασυγκρότηση της Ουκρανίας το 2022-23, στις οποίες οι ευρωπαϊκές εταιρείες συναγωνίζονταν για την πρωτιά στα μεταπολεμικά προγράμματα που θα χρηματοδοτούσε η ΕΕ;

Υπάρχει μια έλλειψη ειλικρινής, σοβαρής συζήτησης σχετικά με τη λογική τέτοιων πολιτικών αιτημάτων.

Χρειαζόμαστε επίσης μια συζήτηση για το πώς τέτοια πολιτικά αιτήματα σχετικά με τις προμήθειες όπλων, που απευθύνονται στο Ηνωμένο Βασίλειο και σε άλλες αντιδραστικές κυβερνήσεις, μπορούν να σχετιστούν με γενικότερες σοσιαλιστικές αρχές στις οποίες μπορεί να βασιστεί η ανάπτυξη του εργατικού κινήματος και των κοινωνικών κινημάτων. (Αυτό εννοούσα παραπάνω όταν μιλούσα για κινηματικές προσεγγίσεις. Γιατί βασίζονται στην ιδέα ότι ο σοσιαλισμός αφορά το μετασχηματισμό της κοινωνίας, από την ίδια την κοινωνία, με την εργατική τάξη στο επίκεντρό της, αλλά και σε αντίθεση με πολιτικές αλλαγές στο ίδιο το κράτος).

 

Μπούσουλας αρχών

Η αντίσταση στον ιμπεριαλιστικό μιλιταρισμό και η υποστήριξη όλων όσων δέχονται επίθεση από αυτόν πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να βρίσκονται στο επίκεντρο. Αυτό σημαίνει, καταρχάς:

Να εργαστούμε για να ενώσουμε την ευρωπαϊκή υποστήριξη προς την ουκρανική αντίσταση με την υποστήριξη προς την παλαιστινιακή αντίσταση στον ισραηλινό αποικιοκρατισμό και τη γενοκτονία – με άλλα λόγια, να εργαστούμε για να ενώσουμε τα κινήματα της ανθρώπινης χειραφέτησης και στις δύο πλευρές του γεωπολιτικού χάσματος.

Στο Ηνωμένο Βασίλειο και την Ευρώπη, να υποστηρίζουμε τα ανθρώπινα δικαιώματα όλων των προσφύγων και των αιτούντων άσυλο, ενάντια στη ρατσιστική, διχαστική χειραγώγηση των κανόνων από τις κυβερνήσεις, που αντιπαραθέτει τους Ουκρανούς πρόσφυγες προς όσους έρχονται από χώρες της Αφρικής, της Ασίας και της Μέσης Ανατολής.

Να συνδυάσουμε αυτές τις βασικές διεθνιστικές αρχές με τον αγώνα για την ανατροπή των επιθέσεων κατά του βιοτικού επιπέδου της εργατικής τάξης και κατά των δημόσιων υπηρεσιών στο Ηνωμένο Βασίλειο και την Ευρώπη, δηλαδή να κατευθύνουμε τον αγώνα για αυτά τα ζητήματα ενάντια στο κεφάλαιο και να αντικρούσουμε τις προσπάθειες της ακροδεξιάς να στρέψει τους εργαζόμενους στην Ευρώπη εναντίον της Ουκρανίας ή/και εναντίον των προσφύγων και των μεταναστών.

Συνεργασία και συντονισμός με το ουκρανικό εργατικό κίνημα και τις οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών της, οι οποίες είναι σύμμαχοι της δεξιάς κυβέρνησης Ζελένσκι ενάντια στη ρωσική επιθετικότητα, αλλά ταυτόχρονα βρίσκονται και σε σύγκρουση μαζί της στις προσπάθειές τους να επεκτείνουν τα κοινωνικά και πολιτικά δικαιώματα, να αντισταθούν στον αυταρχισμό και τη διαφθορά στο ουκρανικό κράτος, και να αντισταθούν στις οικονομικές πολιτικές που έχουν σχεδιαστεί για να εξυπηρετήσουν τις δυτικές εταιρείες.

Τέτοιες βασικές αρχές δεν ακούγονται αρκετά δυνατά. Το πανό μας με το σύνθημα «Από την Ουκρανία ως την Παλαιστίνη, η κατοχή είναι έγκλημα» γίνεται δεκτό με ενθουσιασμό στις διαδηλώσεις, αλλά παραμένει σύνθημα μιας μειοψηφίας. Φωνές όπως αυτή του Adeeb Shaheen, που επισημαίνουν τα κοινά σημεία των αγώνων ενάντια στον δυτικό και τον ρωσικό ιμπεριαλισμό, πρέπει να ενισχυθούν[8].

Εάν η υποστήριξη προς την ουκρανική αντίσταση δεν βασίζεται σε τέτοιες αρχές, υπάρχει ο κίνδυνος να μετατραπεί σε παράρτημα της μιλιταριστικής πολιτικής του Εργατικού Κόμματος.

Αυτή φαίνεται να είναι η τωρινή πορεία του Paul Mason, του δημοσιογράφου που μεταστράφηκε από την αριστερά προς τη δεξιά, καθώς υπερηφανεύεται για την υποστήριξή του προς τη χορήγηση όπλων στην Ουκρανία, αλλά και ταυτόχρονα εκφράζει την «υπερηφάνεια» του για την στήριξη του Εργατικού Κόμματος στη γενοκτονία του Ισραήλ, επικροτεί την αυταρχική καταστολή των διαδηλώσεων υπέρ της Παλαιστίνης και θρηνεί για την τιμωρία του Εργατικού Κόμματος από τους αριστερούς ψηφοφόρους. Τέλος, ο Mason συμβουλεύει την κυβέρνηση αποδίδοντας στο γενικό πρόγραμμα επανεξοπλισμού του Ηνωμένου Βασιλείου φιλο-κοινωνικές αρετές.

Η ταύτιση του αγώνα της Ουκρανίας με τον ιμπεριαλιστικό μιλιταρισμό αποτελεί ύβρη προς τη γνήσια αλληλεγγύη με την ουκρανική αντίσταση, και αποτελεί μια απλή αντιστροφή της εικόνας της καμπιστικής αντίθεσης προς αυτή την αντίσταση, για την οποία γράφω σε ένα επόμενο άρθρο [βλέπε Β΄ Μέρος].

 

 

Β΄ Μέρος:

Ρωσικός πόλεμος:

Σταματήστε την προσπάθεια απονομιμοποίησης της αντίστασης

 

Στο εργατικό κίνημα και στις οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών στο Ηνωμένο Βασίλειο, η υποστήριξη προς την ουκρανική αντίσταση ενάντια στον ρωσικό ιμπεριαλισμό προσκρούει σε όσους λένε πως η Ουκρανία είναι μαριονέτα των δυτικών δυνάμεων.

Η υποκείμενη ιδέα, ότι δηλαδή ο μόνος «πραγματικός» ιμπεριαλισμός θα ήταν ο δυτικός –και ότι η αντίσταση στον ρωσικό ή στον κινεζικό ιμπεριαλισμό, ή στις δικές τους μαριονέτες, π.χ. στη Συρία ή το Ιράν, θα ήταν έτσι αδικαιολόγητη– έχει τις ρίζες της στον σταλινισμό του εικοστού αιώνα. Αλλά διατηρεί την επιρροή της, εν μέρει, επειδή τα εγκλήματα της δυτικής αυτοκρατορίας είναι τόσο φρικτά. Είναι κυρίως η Γάζα και η κλιματική αλλαγή που εξοργίζουν τους νέους στο Ηνωμένο Βασίλειο.

Αυτός ο «καμπισμός» (ή «στρατοπεδισμός», δηλαδή η διαίρεση του κόσμου στα δύο, πρώτον σε ένα «στρατόπεδο» με επίκεντρο τις ΗΠΑ και δεύτερον στα άλλα, όχι και τόσο κακά, στρατόπεδα) ενισχύεται, εν μέρει, και από ακτιβιστές που αναζητούν απλές αρχές πάνω στις οποίες να χτίσουν κοινωνικά κινήματα.

Ο καμπισμός αυτός ξανασήκωσε την κεφάλα του στον αμερικανο-ισραηλινό πόλεμο κατά του Ιράν αυτό το μήνα, αντιμετωπίζοντας το θεοκρατικό, αυταρχικό καθεστώς ως το θύμα και αγνοώντας ότι ο ιρανικός λαός εγκλωβίζεται ανάμεσα σε αυτό το καθεστώς και στη δολοφονική αμερικανο-ισραηλινή επίθεση.

Το παρόν άρθρο είναι μια έκκληση για να αποφεύγουμε τέτοιου είδους απλοϊκότητες. Προέκυψε από ένα email, που έγραψα πέρυσι σε έναν τέτοιο ακτιβιστή, ο οποίος μου έλεγε ότι κάνω λάθος να υποστηρίζω την παροχή όπλων στους Ουκρανούς που αντιστέκονται στη ρωσική επιθετικότητα. Του έθεσα αυτές τις πέντε ερωτήσεις, και εξακολουθώ να ελπίζω ότι θα απαντήσει.

 

1. Ποιος είναι ο χαρακτήρας του ρωσικού ιμπεριαλισμού και ποια η σχέση του με την Ουκρανία;

Συχνά ακούμε, ή διαβάζουμε, στην «αριστερά» ότι ο πόλεμος στην Ουκρανία είναι ένας «ενδοϊμπεριαλιστικός πόλεμος». Δεν συμφωνώ. Σίγουρα υπάρχει μια ενδοϊμπεριαλιστική διάσταση στο πλαίσιο, αλλά ο πραγματικός πόλεμος είναι μεταξύ της Ρωσίας (μιας ουσιαστικά ιμπεριαλιστικής χώρας) και της Ουκρανίας (που σαφώς δεν είναι ιμπεριαλιστική χώρα). Θα επανέλθω στον χαρακτήρα του πολέμου παρακάτω (ερώτηση 2). Αλλά νομίζω ότι συμφωνούμε πως η Ρωσία είναι ουσιαστικά ιμπεριαλιστική. Τι είδους ιμπεριαλισμός;

Για όλους τους σοσιαλιστές του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα, η Ρωσία ήταν η πιο τρομακτική αυτοκρατορία και η Ουκρανία ήταν η παλαιότερη και μεγαλύτερη αποικία της. Καθ’ όλη τη διάρκεια της σοβιετικής περιόδου, από όσο γνωρίζω, καμία από τις εκδοχές σοσιαλισμού ή κομμουνισμού, όσο εξωτικές και αν ήταν, δεν υποστήριξε πως η Ουκρανία και οι άλλες 13 μη ρωσικές δημοκρατίες είχαν κατά κάποιον τρόπο εξαφανιστεί ή χάσει το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση.

Όσον αφορά τους ακραίους σταλινικούς, αυτό το δικαίωμα το εγγυόταν το σοβιετικό σύνταγμα και όλα ήταν εντάξει. Υπήρχαν πολλές διαφωνίες σχετικά με το βαθμό στον οποίο θα έπρεπε να εφαρμοστεί η χρήση της ουκρανικής γλώσσας στην Ουκρανία, της καζακικής στο Καζακστάν, της αζερικής στο Αζερμπαϊτζάν κ.λπ. Αλλά, από όσο γνωρίζω, ούτε καν όταν η σταλινική πολιτική εθνοτήτων έφτασε στους πιο ακραίους της παραλογισμούς, κανείς δεν υποστήριξε ότι αυτές δεν ήταν έθνη με τη δική τους γλώσσα και κουλτούρα.

Η Ρωσία βγήκε από τη σοβιετική περίοδο ως μια σοβαρά αποδυναμωμένη αυτοκρατορία, ή μια επίδοξη αυτοκρατορία, αλλά πάντα αυτοκρατορία. Το μεγάλο απόθεμα πυρηνικών όπλων και ο γιγαντιαίος στρατός της αντιστάθμιζαν ό,τι έλειπε από τη Ρωσία σε οικονομικό επίπεδο.

Ένα μεγάλο μέρος του σχεδίου του Πούτιν είναι η ενίσχυση της ρωσικής αυτοκρατορίας. Αυτό ήταν ακριβώς και το επίδικο των απίστευτα βίαιων πολέμων στην Τσετσενία τη δεκαετία του 1990 και στις αρχές της δεκαετίας του 2000, και ένα μεγάλο μέρος των στόχων της ρωσικής επέμβασης στη Συρία. Κατά τη γνώμη μου, αυτό είναι ουσιαστικά και το αντικείμενο του πολέμου στην Ουκρανία.

Τι γίνεται με την Ουκρανία; Ο φίλος με τον οποίο διαφωνούσα μου έγραψε: «δεν μιλάμε για έναν “καταπιεσμένο λαό” με την έννοια που μιλάμε για την αντίσταση στην Παλαιστίνη, μιλάμε για τον στρατό ενός προηγμένου καπιταλιστικού κράτους, ο οποίος υποστηρίζεται από τις δυνάμεις του ΝΑΤΟ και βρίσκεται σε πόλεμο με τον στρατό ενός άλλου κράτους, με όλες τις συνέπειες που αυτό συνεπάγεται».

Ας το αναλύσουμε αυτό. Προφανώς, δεν υπάρχει καμία σύγκριση, στην Ουκρανία ή οπουδήποτε αλλού, με τη μακριά ιστορία βίαιης εθνοκάθαρσης στην Παλαιστίνη, πόσο μάλλον με τη γενοκτονία που διαπράττεται τώρα. Θα ήταν αναλυτικά άσκοπο, και θα έλεγα ηθικά αμφίβολο, να προσπαθήσουμε να κάνουμε μια σύγκριση. Ας μην το προσπαθήσουμε λοιπόν.

Δεν θα συνέκρινα ούτε την κατάσταση της Ιρλανδίας με την Παλαιστίνη, αλλά θα έλεγα ότι η Ιρλανδία –που επίσης έχει ένα «προηγμένο καπιταλιστικό κράτος», σωστά;– και η Ουκρανία είναι και οι δύο παραδείγματα χωρών που έχουν ιστορικά υποστεί, από τη Βρετανία και τη Ρωσία αντίστοιχα, μακροχρόνιες μορφές αυτοκρατορικής κυριαρχίας.

Μερικοί πιστεύουν ότι στη μετα-σοβιετική περίοδο η ρωσική κυριαρχία στην Ουκρανία είχε αρχίσει να εξασθενεί. Εγώ ο ίδιος το πίστευα αυτό στις αρχές της δεκαετίας του 2000, αλλά πόσο λάθος αποδείχθηκε...

Σίγουρα η ουκρανική αστική τάξη προσπάθησε να χαράξει για τον εαυτό της μια ανεξάρτητη οικονομική πορεία (ή μάλλον, μια πορεία προς στενότερη οικονομική ενσωμάτωση με την Ευρώπη), με κάποια επιτυχία. Άλλες δημοκρατίες απομακρύνθηκαν, οικονομικά, από τη Ρωσία: το Αζερμπαϊτζάν προς την Τουρκία, μερικά από τα κράτη της Κεντρικής Ασίας προς την Κίνα. Αλλά οι φιλοδοξίες της Ουκρανίας δέχτηκαν ένα συντριπτικό πλήγμα από την οικονομική κρίση του 2008-09. Η Ρωσία προσπάθησε να επανακτήσει τον έλεγχο μέσω τοπικών πολιτικών, αλλά βρέθηκε σε αδιέξοδο το 2014. Το Κρεμλίνο επέλεξε τότε τη στρατιωτική ανατροπή.

 

2. Τι προκάλεσε τον πόλεμο (το οποίο σχετίζεται με το πώς θα μπορούσε να σταματήσει);

Η συνήθης εξήγηση για την εισβολή του 2014 από τους «καμπιστές» και τους «ρεαλιστές» είναι πως ο Πούτιν εξαναγκάστηκε από το ΝΑΤΟ. Κατά τη γνώμη μου (i) αυτό είναι ωραιοποιημένα κουραφέξαλα, και (ii) ενώ πράγματι υπήρχε μια τάση (αν και όχι συνολική ούτε κυρίαρχη) μέσα στο ΝΑΤΟ ότι ο Πούτιν θα έπρεπε να ελέγχεται πιο αυστηρά, είναι ωστόσο απλώς παραπλανητικό να παρουσιάζεται αυτό ως η αιτία της εισβολής. Στην πραγματικότητα, ο Γιανουκόβιτς εξαναγκάστηκε να αποχωρήσει από ένα λαϊκό κίνημα –εξαιρετικά πολιτικά ετερογενές, αλλά ένα κίνημα παρόλα αυτά– και σε αυτό ο Πούτιν αισθάνθηκε υποχρεωμένος να δράσει.

Θυμάμαι ότι πήγα στο Κίεβο κυριολεκτικά την επόμενη μέρα από την αποχώρηση του Γιανουκόβιτς. Συναντήθηκα με μια φίλη. Μου είπε: «Οι Ρώσοι θα εισβάλουν». Εγώ απάντησα: «Όχι, δεν θα το κάνουν. Θα ήταν τρέλα, θα κατέστρεφε όλα όσα προσπαθούν να κάνουν με την οικονομία εδώ και χρόνια». Ήταν τρέλα, όντως κατέστρεψε την οικονομική στρατηγική της Ρωσίας, αλλά το έκαναν ούτως ή άλλως.

Γιατί; Τότε δούλευα στο Ινστιτούτο Ενεργειακών Σπουδών της Οξφόρδης, στο πλαίσιο του οποίου έπρεπε να συνεργάζομαι με Ρώσους επιχειρηματίες και ερευνητές. Πέρασα αρκετά χρόνια ρωτώντας τους: γιατί πιστεύουν ότι το έκανε αυτό το Κρεμλίνο; Η καλύτερη απάντηση που πήρα ήταν: «Επειδή μπορούσαν, δεδομένης της σύγχυσης που επικρατούσε στην Ουκρανία εκείνη τη στιγμή. Και επειδή, αν δεν είχαν εκμεταλλευτεί την ευκαιρία, τότε θα έπρεπε να λογοδοτήσουν στο στρατό και στους εθνικιστές για το γιατί δεν το έκαναν». (Σε ένα τωρινό της βιβλίο, η Alexandra Prokopenko απαντά σε μια ελαφρώς διαφορετική ερώτηση, δηλαδή στο γιατί η ρωσική ελίτ, η πλειοψηφία της οποίας έβλεπε τον πόλεμο ως καταστροφή, δεν έκανε περισσότερα το 2022 για να τον σταματήσει).

Ποια ήταν η κοινωνική πραγματικότητα κατά την αρχική εισβολή το 2014; Τι έκαναν το 2014-21 τα ρωσικά στρατεύματα και οι δυνάμεις που υποστηρίζονταν από τη Ρωσία στο Ντονέτσκ και το Λουγκάνσκ; Οι «καμπιστές» και οι «ρεαλιστές» δεν έχουν παρά ελάχιστα ή τίποτα να πουν για αυτά. Η απάντηση ωστόσο είναι ότι αυτές οι δυνάμεις τρομοκρατούσαν όσους αμφισβητούσαν το δικαίωμά τους να εγκαθιδρύσουν δικτατορίες, φυλακίζοντας συνδικαλιστές, εγκαθιστώντας ένα αυθαίρετο, δικτατορικό νομικό σύστημα, προσπαθώντας να εμποδίσουν τους ανθρώπους να μιλούν ή να διδάσκουν στα παιδιά την ουκρανική γλώσσα, και ούτω καθεξής.

Εκτιμάται ότι, εκτός από την καταστροφή της οικονομίας, αυτοί οι μπάσταρδοι κατάφεραν να μειώσουν τον πληθυσμό κατά το ήμισυ μεταξύ του 2014 και του 2018 περίπου. Πολλοί άνθρωποι που ήταν νέοι και μπορούσαν να φύγουν, έφυγαν.

Σίγουρα αυτό δεν ήταν ενδοϊμπεριαλιστικός πόλεμος. Αλλά και χωρίς να το έχει κανείς κατανοήσει αυτό, είναι αδύνατο να ισχυριστεί στα σοβαρά ότι η σύγκρουση μετά το 2022 είναι ενδοϊμπεριαλιστικός πόλεμος. Στρατιωτικά, είναι ένας πόλεμος μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας, και προήλθε από τον πόλεμο του 2014-21. Όσο μεγάλη υποστήριξη και αν έχει δοθεί στην Ουκρανία από τις δυτικές δυνάμεις –στην πραγματικότητα είναι αρκετά μικρής κλίμακας σε ιστορικά πρότυπα– δεν πρόκειται για σύγκρουση μεταξύ δύο ιμπεριαλιστικών στρατών.

 

3. Υπάρχουν άραγε περιστάσεις ιμπεριαλιστικής σύγκρουσης όπου οι σοσιαλιστές πρέπει να τάσσονται υπέρ του ενός απέναντι στον άλλο;

Φυσικά και υπάρχουν – κάτι που αποτελεί ένα ακόμη κενό, ή μάλλον ολόκληρο κρατήρα, στα επιχειρήματα των «καμπιστών» και των «ρεαλιστών».

Έτσι, ασφαλώς, υπάρχει μια ενδοϊμπεριαλιστική σύγκρουση μπροστά μας. Αλλά θα έλεγα ότι οι σοσιαλιστές δικαιολογούνται να υποστηρίξουν την Ουκρανία επειδή υπερασπιζόμαστε το δικαίωμα των εθνών στην αυτοδιάθεση, χωρίς ιμπεριαλιστικούς εκβιασμούς.

Ένα παράδειγμα αυτού είναι το Ιράν, το οποίο είναι σίγουρα ένα «προηγμένο καπιταλιστικό κράτος», όσο και η Ουκρανία, και επίσης σίγουρα γεωπολιτικά κοντά στη Ρωσία και την Κίνα. Αυτό σημαίνει ότι ως σοσιαλιστές είμαστε αδιάφοροι για την επίθεση των ΗΠΑ και του Ισραήλ ενάντια στο Ιράν; Φυσικά και όχι. Όπως και ούτε ήμασταν αδιάφοροι για την επίθεση στο Ιράκ το 2003.

Στην πραγματικότητα, μπορώ να σκεφτώ παραδείγματα σοσιαλιστών που υποστήριξαν μια καπιταλιστική, ίσως και επίδοξη ιμπεριαλιστική, δύναμη στην εισβολή της σε άλλη χώρα. Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι η ινδική εισβολή στο Μπαγκλαντές το 1971, όταν το Πακιστάν απειλούσε να συντρίψει στρατιωτικά το κίνημα ανεξαρτησίας του Μπαγκλαντές. Έγραψα σε μια ινδή σοσιαλίστρια φίλη μου για να τη ρωτήσω σχετικά με αυτό, και μου απάντησε:

«Δεν είμαι σίγουρη αν είναι σωστό να αναφερόμαστε στην Ινδία εκείνη την εποχή ως “υποψήφια ιμπεριαλιστική δύναμη”, παρόλο που ασφαλώς ήταν η κυρίαρχη δύναμη στη Νότια Ασία. Αλλά έχεις δίκιο που πιστεύεις ότι οι Ινδοί σοσιαλιστές, συμπεριλαμβανομένου του Κομμουνιστικού Κόμματος της Ινδίας και του Κομμουνιστικού Κόμματος της Ινδίας (Μαρξιστικό), με εξαίρεση τους Μαοϊκούς, υποστήριξαν την ινδική επέμβαση για να σταματήσουν αυτό που θα αποκαλούσα στη συνέχεια γενοκτονική επίθεση στην Ανατολική Βεγγάλη, με έναν ιδιαίτερα τρομακτικό αριθμό βιασμών. Αναμφίβολα, η [τότε Ινδή πρωθυπουργός] Ιντίρα Γκάντι ήταν οπορτουνίστρια και, όπως διαπίστωσα αργότερα όταν επισκέφθηκα το Μπαγκλαντές, οι εργάτες εκεί δεν είχαν καμία ψευδαίσθηση για εκείνη ή για την Ινδία. Αλλά οι βιασμοί και οι δολοφονίες έπρεπε να σταματήσουν, και εκείνη το έκανε».

Αν επιστρέψουμε στις δεκαετίες του 1930 και του 1940, υπάρχουν πολυάριθμα παραδείγματα σοσιαλιστών που υποστήριζαν την προμήθεια όπλων σε κράτη και ημι-κρατικές οντότητες από ιμπεριαλιστικές χώρες. Σοσιαλιστές στο Ηνωμένο Βασίλειο και σε όλη την Ευρώπη υποστήριξαν την προμήθεια όπλων από τον βρετανικό και τον αμερικανικό ιμπεριαλισμό στη γαλλική αντίσταση, η οποία καθοδηγείτο από μια ομάδα αντιδραστικών αστικών πολιτικών, που μεταπολεμικά έστησαν αντιδραστικές αστικές κυβερνήσεις. Δεν ξέρω τι σκέφτονταν οι ιρλανδοί σοσιαλιστές για την προμήθεια όπλων στον IRA από τη ναζιστική Γερμανία, αλλά σίγουρα δεν διεκδίκησαν φωναχτά το να επιστραφούν τα όπλα.

Φυσικά υπάρχουν πολιτικοί λόγοι για να είμαστε προσεκτικοί με την επικέντρωση στην προμήθεια όπλων, που έχουν να κάνουν με τη γενικότερη στάση μας απέναντι στον μιλιταρισμό και τη στάση μας απέναντι στο κράτος (όπως τα ανέφερα αυτά στο πρώτο μου σχετικό άρθρο).

Αλλά ας δούμε και πάλι συγκεκριμένα την Ουκρανία. Στο email του, ο φίλος μου αντιπαρέβαλε τους Παλαιστινίους (έναν «καταπιεσμένο λαό») με τους Ουκρανούς (που διαθέτουν «τον στρατό ενός προηγμένου καπιταλιστικού κράτους»). Τι διαφορά κάνει αυτό;

Κατά τη γνώμη μου, η απουσία ενός παλαιστινιακού καπιταλιστικού κράτους με όπλα είναι ένας από τους βασικούς παράγοντες που επέτρεψαν τη συνέχιση της γενοκτονίας στη Γάζα. Δεν είναι τυχαίο ότι η ισραηλινή δεξιά έχει περάσει το τελευταίο τέταρτο του αιώνα φροντίζοντας να μην ληφθούν μέτρα προς την κατεύθυνση της δημιουργίας ενός τέτοιου κράτους («λύση των δύο κρατών»).

Μακάρι οι Παλαιστίνιοι να είχαν αυτό το προηγμένο κράτος με στρατό, που έχουν οι Ουκρανοί!

Για να δούμε τι συμβαίνει στους λαούς που δέχονται επίθεση από τη Ρωσία χωρίς ένα πλήρως ανεπτυγμένο κράτος και στρατό να τους προστατεύει, αρκεί να κοιτάξουμε την Τσετσενία, η οποία υπέστη ως αποτέλεσμα έναν πόλεμο μαζικής εξόντωσης.

 

4. Υπάρχει διαφορά στον τύπο κοινωνικού ελέγχου στη Ρωσία, από τη μία, και στην Ουκρανία, την Πολωνία και άλλες χώρες της Ανατολικής Ευρώπης από την άλλη; Και έχει αυτό κάποια σημασία;

Πέρυσι, μπήκα σε μια αντιπαράθεση με ανθρώπους που μιλούν για τον πόλεμο στην Ουκρανία ως να ήταν ένας αγώνας μεταξύ αυταρχισμού και δημοκρατίας, επειδή θεωρώ ότι αυτό εντάσσεται πολύ εύκολα στις αφηγήσεις των δυτικών ιμπεριαλιστικών δυνάμεων. Αλλά το ζήτημα της αστικής δημοκρατίας δεν είναι άσχετο.

Στην Ουκρανία, όσο δεινή και να είναι η κατάσταση, εξακολουθεί να είναι δυνατό –όπως το είδαμε, με δραματικό τρόπο, στις διαδηλώσεις «κατά της διαφθοράς» το περασμένο καλοκαίρι– οι άνθρωποι να διαδηλώνουν, να επικρίνουν την κυβέρνηση στα ΜΜΕ, κ.λπ., με άλλα λόγια να ασκούν τα δικαιώματα της ελευθερίας του λόγου και της συνάθροισης – με κίνδυνο καταστολής που υποθέτω ότι είναι συγκρίσιμος με του Ηνωμένου Βασιλείου, δηλαδή σχετικά χαμηλός.

Στη Ρωσία, αυτό προφανώς δεν ισχύει. Δεν έχουμε δει κινήματα που να περιλαμβάνουν διαδηλώσεις στους δρόμους μετά το 2022, και η τυπική τιμωρία για την κριτική του πολέμου στα κοινωνικά μέσα είναι επτά ή οκτώ χρόνια φυλάκισης. Υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που έχουν σκοτωθεί επειδή αντιτάχθηκαν στην κυβέρνηση. Οι σοσιαλιστές και αναρχικοί φίλοι και σύντροφοί μας είτε βρίσκονται στη φυλακή, είτε έχουν εγκαταλείψει τη χώρα, είτε, αν δεν μπορούν να το κάνουν, έχουν σταματήσει κάθε δημόσια πολιτική δραστηριότητα ή οργάνωση.

Έχει άραγε σημασία αυτή η διαφορά; Παραπέμπει πάντως και σε ορισμένες από τις σκέψεις που συζητήθηκαν ήδη τη δεκαετία του 1940, για το ότι οι δυνάμεις του Άξονα –δηλαδή όχι μόνο η Γερμανία, που ήταν πλήρως ναζιστική, αλλά και η φασιστική Ιταλία και η φασιστική Ισπανία– αντιπροσώπευαν μια απειλή για τη δημοκρατία που ήταν ποιοτικά διαφορετική από την απειλή που αποτελούσαν οι βρετανική, γαλλική και αμερικανική αστικές τάξεις; Νομίζω ότι έχει σημασία, και νομίζω ότι αυτό έχει και πάλι επιπτώσεις στο αν οι σοσιαλιστές υποστηρίζουν την ουκρανική πλευρά στον πόλεμο.

 

5. Μπορούμε να ξεκαθαρίσουμε ότι υποστηρίζουμε τη χρήση όπλων από το καπιταλιστικό κράτος για ένα πράγμα (την υπεράσπιση του ουκρανικού λαού) αλλά όχι για ένα άλλο (γενικό επανεξοπλισμό);

Στο email του, ο φίλος μου είπε ότι θα του ήταν δύσκολο να δικαιολογήσει την παράδοση όπλων απέναντι σε Βρετανούς της εργατικής τάξης που αντιμετωπίζουν τερατώδεις περικοπές δαπανών. Πρέπει να το συζητήσουμε σοβαρά αυτό, αναλυτικά.

Εγώ νομίζω ότι είναι προφανές πως υπάρχουν ορισμένες χρήσεις βίας από το κράτος που υποστηρίζουμε, και άλλες που δεν υποστηρίζουμε. Αν βρισκόμασταν σε μια αντιδιαδήλωση εναντίον μιας ομάδας φασιστών έξω από ένα ξενοδοχείο που χρησιμοποιείται για τη στέγαση μεταναστών, και ήμασταν σημαντικά λιγότεροι, και το μόνο που προστάτευε το ξενοδοχείο ήταν μια γραμμή αστυνομικών, δεν θα απαιτούσαμε από τους αστυνομικούς να φύγουν, έτσι δεν είναι; Δεν θα κατακρίνουμε την υπεράσπιση του ξενοδοχείου με τους ίδιους όρους που κατακρίνουμε πολλά άλλα πράγματα που κάνουν οι αστυνομικοί, έτσι δεν είναι;

Προφανώς θα ελπίζαμε να μην βρεθούμε σε αυτή την κατάσταση, και θα δίναμε όλη την έμφαση στην κινητοποίηση για να διασφαλίσουμε ότι οι αντιδιαδηλώσεις θα ήταν μεγαλύτερες.

Αλλά ούτε οι Ουκρανοί της εργατικής τάξης ήλπιζαν ποτέ να βρεθούν στην κατάσταση στην οποία βρέθηκαν.

Το επιχείρημα αυτό μπορεί εύκολα να επεκταθεί και σε παραδείγματα στρατιωτικής δύναμης. Ρώτησα μερικούς Αργεντινούς συντρόφους για τον πόλεμο των Μαλβινών του 1982. Πολλοί από το εν πολλοίς παράνομο τότε εργατικό κίνημα προέτρεπαν τη στρατιωτική δικτατορία, η οποία είχε σκοτώσει, βασανίσει και φυλακίσει πολλές χιλιάδες φίλους και συντρόφους τους, να μεταφέρει πόρους για να πολεμήσει τις ένοπλες δυνάμεις που έστειλε η Μάργκαρετ Θάτσερ στα νησιά αυτά. Ένας σύντροφος μου έγραψε ότι οι τροτσκιστικές οργανώσεις της Αργεντινής

«υιοθέτησαν μια κριτική στάση, διαχωρίζοντας την υπόθεση των Μαλβινών (την οποία υποστήριζαν) από τη στρατιωτική ηγεσία της στρατιωτικής χούντας, την οποία θεωρούσαν μια γενοκτονική δικτατορία που χρησιμοποιούσε τον πόλεμο για να παραμείνει στην εξουσία.

Τμήματα της αριστεράς πρότειναν την εθνικοποίηση των περιουσιών που ανήκαν σε Βρετανούς, τη δήμευση των βρετανικών περιουσιακών στοιχείων και την άρση της αποπληρωμή του εξωτερικού χρέους προς τη Μεγάλη Βρετανία, επιδιώκοντας να καταστήσουν τον πόλεμο “λαϊκό” και όχι κατευθυνόμενο από τη στρατιωτική χούντα.

Η αργεντίνικη αριστερά διατήρησε μια θέση εθνικής κυριαρχίας επί των νησιών, καταγγέλλοντας τη βρετανική κατοχή από το 1833. Επέκρινε τον τρόπο με τον οποίο η δικτατορία χειρίστηκε τον πόλεμο, θεωρώντας τη σύγκρουση ως ένα μέσο με το οποίο η στρατιωτική χούντα επεδίωξε να διαιωνίσει την εξουσία της. Η γενική προσέγγιση είναι για κυριαρχία και αντιιμπεριαλιστική, σε διαφοροποίηση με τις θέσεις των κεντροδεξιών ή φιλελεύθερων τομέων».

Είχαν άραγε δίκιο οι Αργεντινοί σοσιαλιστές που υποστήριξαν τον πόλεμο και ζήτησαν να «γίνει λαϊκός», ακόμη και μπροστά σε μια βίαιη, απάνθρωπη δικτατορία;

Γιατί, λοιπόν, δεν πρέπει τώρα να απαιτήσουμε από την ρατσιστική, αντεργατική, υποστηρικτή της γενοκτονίας κυβέρνηση Στάρμερ να εντείνει τις αποστολές όπλων του Ηνωμένου Βασιλείου στην Ουκρανία;

Ο φίλος μου είπε στο email του ότι «απλώς δεν μπορώ να αντικρίσω [τους ανθρώπους της εργατικής τάξης που βρίσκονται σε δεινή κατάσταση], ή τους ανθρώπους με τους οποίους συνεργάζομαι γύρω μου [στις κλιματικές επιπτώσεις] και να υπερασπιστώ το παράλογο ποσό χρημάτων που δαπανάται για τη συνέχιση αυτού του αιματηρού αδιεξόδου».

Θα του πρότεινα να πει στους συντρόφους του: το κράτος μπορεί να χρηματοδοτήσει αυτά τα πράγματα αν έχει τη βούληση να το κάνει. Το κράτος μπορεί να φορολογήσει τους πλούσιους, ή οτιδήποτε άλλο. Δεν είναι θέμα «είτε το ένα είτε το άλλο». Είναι θέμα αρχής.

 

Συμπέρασμα

Η ζημιά που προκαλούν οι κυνικές προσπάθειες των δυτικών «αριστερών» να απονομιμοποιήσουν την ουκρανική αντίσταση έχει ήδη γίνει[9]. Ήδη από το 2014, και με κορύφωση το 2022. Πάντα τυλιγμένη σε ηχηρές σοβαροφάνειες με κενά λόγια περί «αντιιμπεριαλισμού». Η ζημιά δεν είναι στον ουκρανικό λαό –αυτός πλήττεται από τις ρωσικές βόμβες, και από τους γκάνγκστερς και βασανιστές που το Κρεμλίνο έχει βάλει επικεφαλής του Ντονμπάς–, αλλά κυρίως στον σοσιαλισμό, ζημιά στην ανάπτυξή του ως κίνημα.

 

Simon Pirani

12 Μαρτίου 2026

 

 

Μετάφραση: Τάσος Αναστασιάδης

Simon Pirani, “European socialism, imperial militarism and defence of Ukraine”, People and Nature, 12 Μαρτίου 2026, https://peopleandnature.wordpress.com/2026/03/12/european-socialism-imperial-militarism-and-defence-of-ukraine/.

Simon Pirani, “Russia’s war: stop trying to delegitimise resistance”, People and Nature, 12 Μαρτίου 2026, https://peopleandnature.wordpress.com/2026/03/12/russias-war-stop-trying-to-delegitimise-resistance/.

 

Ο Simon Pirani είναι Βρετανός συγγραφέας, ιστορικός και ερευνητής στον τομέα της ενέργειας, επίτιμος καθηγητής στη Σχολή Σύγχρονων Γλωσσών και Πολιτισμών του Πανεπιστημίου του Durham και πρώην ανώτερος ερευνητής στο Ινστιτούτο Ενεργειακών Σπουδών της Οξφόρδης (2007–21). Είναι συγγραφέας του Burning Up: A Global History of Fossil Fuel Consumption (Pluto Press, 2018) και γράφει το blog People and Nature στο peoplenature.org.

 

Σημειώσεις

[1] Simon Pirani, “Russia’s war: stop trying to delegitimise resistance”, People and Nature, 12 Μαρτίου 2026. Διαθέσιμο στη διεύθυνση: https://peopleandnature.wordpress.com/2026/03/12/russias-war-stop-trying-to-delegitimise-resistance/ [το άρθρο αυτό το έχουμε εντάξει ως Β΄ Μέρος στο παρόν κείμενο της ελληνικής μετάφρασης].

[2] Ο Taras Bilous είναι Ουκρανός σοσιαλιστής, ιστορικός και μέλος του Sotsialnyi Rukh (Κοινωνικό Κίνημα). Η «Επιστολή του προς τη δυτική αριστερά από το Κίεβο», που γράφτηκε την ημέρα της πλήρους εισβολής της Ρωσίας (24 Φεβρουαρίου 2022) και δημοσιεύθηκε στο openDemocracy, (“A letter to the Western Left from Kyiv”) κυκλοφόρησε ευρέως σε διεθνές επίπεδο. Είναι διαθέσιμη στη διεύθυνση: https://www.opendemocracy.net/en/odr/a-letter-to-the-western-left-from-kyiv/.

[3] Hanna Perekhoda, “The Military Vulnerability of Europe: A Blind Spot for the Western Left” https://www.europe-solidaire.org/spip.php?article74521Η στρατιωτική ευπάθεια της Ευρώπης: ένα τυφλό σημείο για τη δυτική Αριστερά»), ESSF.

[4] Ο Oleksandr Kyselov είναι Ουκρανός σοσιαλιστής που ζει στη Σουηδία και είναι μέλος της ουκρανικής δημοκρατικής σοσιαλιστικής οργάνωσης Sotsialnyi Rukh (Κοινωνικό Κίνημα — Соціальний рух). https://rev.org.ua/

[5] Σχετικά με τη συζήτηση εντός της ευρωπαϊκής Αριστεράς για τον επανεξοπλισμό και την ουκρανική άμυνα, βλ. επίσης: “Against the ‘rearmament’ of Europe” («Ενάντια στον “επαναεξοπλισμό” της Ευρώπης»), ESSF.

[6] Σχετικά με τις πραγματικές συνθήκες της ρωσικής στρατιωτικής πίεσης, τη δυναμική του ευρωπαϊκού επανεξοπλισμού και την αντίδραση της Αριστεράς, βλ.: Christian Varquat, «Ρωσία/Ουκρανία Οκτώβριος 2025: drones, φόβοι και επανεξοπλισμός στην Ευρώπη + ποια αντιιμπεριαλιστική αντίσταση» [από ESSF].

[7] Ο John Swinney είναι Πρωθυπουργός της Σκωτίας από τον Μάιο του 2024, διαδεχόμενος τον Humza Yousaf ως ηγέτη του Σκωτσέζικου Εθνικού Κόμματος (SNP).

[8] Ο Adeeb Shaheen είναι Ουκρανο-Παλαιστίνιος συγγραφέας. Η σελίδα στην οποία παραπέμπει ο σύνδεσμος αφορά ένα αυτοβιογραφικό έργο σχετικά με την εμπειρία του από τον διπλό εκτοπισμό – πρώτα από την Παλαιστίνη και έπειτα από την Ουκρανία, μετά την πλήρη εισβολή της Ρωσίας.

[9] Υπάρχουν λεπτομερείς συζητήσεις για τη στάση των «αριστερών» ομάδων του Ηνωμένου Βασιλείου απέναντι στον πόλεμο της Ρωσίας στο substack του Red Mole, π.χ.:

How a Section of the Left Accommodated the Partition of Ukraine

The Robbers’ Peace in Ukraine. Why does a section of the international left advocate it?

You Handed Us Over: Ukrainian and Russian socialists judge the Western left

rs21's Long Retreat: A Case Study in How the British Left Lost Ukraine. Eleven Years of Engagement, One Anniversary of Silence

 

 

 

 

 

Τελευταία τροποποίηση στις Σάββατο, 28 Μαρτίου 2026 19:00

Προσθήκη σχολίου

Το e la libertà.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά σχόλια με υβριστικό, ρατσιστικό, σεξιστικό φασιστικό περιεχόμενο ή σχόλια μη σχετικά με το κείμενο.