Παρασκευή, 18 Ιουλίου 2025 11:44

Μεταξύ Θεοκρατίας και Μοναρχίας: Η φίμωση των δημοκρατικών φωνών του Ιράν - Siyavash Shahabi

Μεταξύ Θεοκρατίας και Μοναρχίας: Η φίμωση των δημοκρατικών φωνών του Ιράν

Siyavash Shahabi

ΠΗΓΗ: https://firenexttime.net

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: elaliberta.gr

Τα τελευταία χρόνια, ιδίως μετά την εξέγερση «Γυναίκα, Ζωή, Ελευθερία», γίναμε μάρτυρες ενός φαινομένου που όχι μόνο αναδιαμόρφωσε το πολιτικό τοπίο της ιρανικής διασποράς, αλλά και αμφισβήτησε βαθιά την κατανόηση εννοιών όπως ελευθερία, κοσμικότητα και αλληλεγγύη. Η αυξανόμενη προβολή του μοναρχικού λόγου στα περσικά μέσα ενημέρωσης στο εξωτερικό, παράλληλα με τον αυξανόμενο αριθμό και την ποικιλομορφία των νέων Ιρανών μεταναστών, υποδεικνύει την ανάδυση ενός είδους «ψηφιακής ακροδεξιάς» μεταξύ ορισμένων τμημάτων των Ιρανών εξόριστων - μιας δεξιάς που εμφανίζεται με τη σημαία του λιονταριού και του ήλιου στο ένα χέρι και τη σημαία του Ισραήλ στο άλλο και ορίζει την ελευθερία όχι ως συλλογική απελευθέρωση, αλλά ως επιστροφή σε ένα μοναδικό και μυθικό παρελθόν.

Η έρευνα της Ιρανής κοινωνιολόγου Λαντάν Ραχμπαρί, στο κείμενό της «Zionism as the Legacy of Cyrus: (Online) Proxy Nationalism of Diasporic Iranians», αποτελεί μια από τις πρώτες συστηματικές προσπάθειες καταγραφής και ανάλυσης αυτού του φαινομένου. Μέσα από την εξέταση εκατοντάδων αναρτήσεων στην πλατφόρμα κοινωνικής δικτύωσης X μετά την επίθεση της Χαμάς στο Ισραήλ στις 7 Οκτωβρίου 2023, δείχνει πώς τμήμα της Ιρανικής διασποράς -ιδιαίτερα οι μοναρχικοί- χρησιμοποιούν τη γλώσσα της αλληλεγγύης προς το Ισραήλ για να ανακατασκευάσει μια κοσμική, Άρια, αντι-αραβική και αντι-ισλαμική εκδοχή της ιρανικής ταυτότητας. Το σχέδιο αυτό, ευθυγραμμίζεται με τον Σιωνισμό και οικειοποιείται ταυτόχρονα ιστορικές έννοιες όπως ο Κύρος ο Μέγας, ο Χάρτης των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ακόμη και σύγχρονα συνθήματα όπως «Γυναίκα, Ζωή, Ελευθερία» για τους δικούς του σκοπούς.

Αλλά αυτή η ανάλυση μπορεί να θεωρηθεί πλήρης μόνο αν γίνει κατανοητή μέσα από τρεις πρόσθετες και αλληλένδετες διαστάσεις:

- Πρώτον, τα αιτήματα του ιρανικού λαού για απελευθέρωση από τη Θεοκρατία - και πώς αυτά διαστρεβλώνονται και οικειοποιούνται από αυτό το ρεύμα.

- Δεύτερον, ο ρόλος του κλασικού Οριενταλισμού και της αντεστραμμένης μορφής του στη διαγραφή των φωνών των Ιρανών αριστερών και των υποστηρικτών της δημοκρατίας, από την παγκόσμια σκηνή.

- Και τρίτον, η δυσχερής θέση των κοσμικών Ιρανών εξόριστων, οι οποίοι -παρά τη διαφυγή τους από τον θρησκευτικό αυταρχισμό- δεν ανήκουν ούτε στο στρατόπεδο των μοναρχικών ούτε στους αντιρατσιστικούς κύκλους της δυτικής αριστεράς, καθώς η εμπειρία τους δεν ταιριάζει με το κυρίαρχο στερεότυπο του «μουσουλμανικού θύματος».

Αυτό το άρθρο, στηριζόμενο στην έρευνα της Ραχμπάρι και χρησιμοποιώντας τις θεωρίες της μετα-αποικιοκρατίας, του εθνικισμού εξ αποστάσεως και της εξόριστης ταυτότητας, επιδιώκει να δείξει πώς τμήματα της διασποράς -ελλείψει εναλλακτικών πολιτικών γλωσσών- καταλήγουν σε ρατσιστικούς και αυτοκρατορικούς λόγους. Ταυτόχρονα, διερωτάται ποιες δυνατότητες υπάρχουν για την κατασκευή μιας τρίτης, χειραφετητικής γλώσσας που αντιστέκεται σε όλες τις μορφές κυριαρχίας.

Η οικειοποίηση των απελευθερωτικών αιτημάτων από τον Μοναρχικό Εθνικισμό

Για να κατανοήσουμε την τάση τμημάτων της ιρανικής διασποράς προς την ακροδεξιά και την υποστήριξή τους προς το Ισραήλ, πρέπει να εξετάσουμε την ιστορία του τρόπου με τον οποίο διαμορφώθηκε αυτός ο πληθυσμός. Το κείμενο, μέσα από μια ιστορική ματιά στα κύματα της ιρανικής μετανάστευσης, δείχνει ότι η σημερινή διασπορά δεν είναι μόνο προϊόν της επανάστασης του 1979, αλλά και αποτέλεσμα ταξικών, πολιτικών και πολιτιστικών εξελίξεων πριν και μετά το γεγονός αυτό.

Τις δεκαετίες πριν από την επανάσταση, η ιρανική μετανάστευση προερχόταν κυρίως από τη μεσαία και ανώτερη τάξη - ανθρώπους που ταξίδευαν στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ για εκπαίδευση, εργασία ή επενδύσεις. Οι χρηματοδοτούμενοι από την κυβέρνηση φοιτητές, τα παιδιά των κρατικών αξιωματούχων και τα μέλη της αστικής ελίτ αποτελούσαν μεγάλο μέρος αυτής της προεπαναστατικής μετανάστευσης. Πολλοί από αυτούς συνδέονταν με το καθεστώς Παχλαβί ή ήταν πιστοί σε αυτό. Μετά την επανάσταση, εγκατέλειψαν τη χώρα με το πρώτο κύμα πολιτικής μετανάστευσης και αποτέλεσαν τον πυρήνα αυτού που σήμερα είναι γνωστό ως «μοναρχική διασπορά».

Τις επόμενες δεκαετίες, νέα κύματα προσχώρησαν στη διασπορά, συμπεριλαμβανομένων οικονομικών μεταναστών, θρησκευτικών μειονοτήτων (όπως οι Μπαχάι, οι Εβραίοι και οι Χριστιανοί) και πολιτικά καταπιεσμένων ατόμων. Ωστόσο, η συνολική δομή της διασποράς παρέμεινε σε μεγάλο βαθμό επηρεασμένη από τα σύμβολα, τη μνήμη και τον λόγο της τάξης που έφυγε με τον Σάχη. Αυτοί οι πρώτοι μοναρχικοί, οι οποίοι κατείχαν σημαντικό κοινωνικό, οικονομικό και πολιτικό κεφάλαιο στις χώρες υποδοχής, μπόρεσαν να παρουσιαστούν ως οι «πραγματικοί Ιρανοί».

Το κείμενο επισημαίνει σωστά ότι αυτή η ταξική δομή στη διασπορά έχει οδηγήσει στη δημιουργία ενός είδους «εξτρεμιστικής διασποράς». Σε αντίθεση με τους νεότερους μετανάστες που ενδιαφέρονται περισσότερο για τα προς το ζην ή τις ατομικές ελευθερίες, αυτή η ομάδα ακολουθεί ένα πολιτικό-ιστορικό σχέδιο: την ανασυγκρότηση ενός «μοναρχικού Ιράν» και την επιστροφή στο «μεγαλείο του Κύρου».

Το κίνημα «Γυναίκα, Ζωή, Ελευθερία» -με όλες τις πολυπλοκότητές του- ήταν η πρώτη μεγάλη εξέγερση στη σύγχρονη ιστορία του Ιράν που, ενώ απέρριπτε την Ισλαμική Θεοκρατία, ξεπέρασε επίσης τους φραγμούς της εθνικότητας, του φύλου και της τάξης. Εξέφρασε το αίτημα για ελευθερία και ανθρώπινη αξιοπρέπεια σε διαφορετικές γλώσσες και από διαφορετικές θέσεις. Για πολλούς νέους ανθρώπους, το κίνημα σήμαινε την άρνηση επιστροφής σε οποιαδήποτε προηγούμενη τάξη πραγμάτων - είτε μοναρχική είτε θεοκρατική. Ωστόσο, ήταν ακριβώς αυτός ο ριζοσπαστισμός, ο χωρίς σύνορα και χωρίς διαμεσολάβηση χαρακτήρας του, που έκανε το κίνημα κατάλληλο για οικειοποίηση, ιδιαίτερα από ένα πολιτικό ρεύμα που, μέσω της πρόσβασής του στα μέσα ενημέρωσης και τις πολιτικές πλατφόρμες της διασποράς, κατάφερε να παρουσιαστεί ως «η φωνή του έθνους»: μοναρχικός εθνικισμός δι αντιπροσώπου.

 Όπως τεκμηριώνει η Λαντάν Ραχμπάρι στην έρευνά της, οι Ιρανοί μοναρχικοί στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης -ιδιαίτερα μετά την 7η Οκτωβρίου 2023- χρησιμοποίησαν καμπάνιες όπως το #IraniansStandWithIsrael για να κατασκευάσουν μια συμβολική συμμαχία μεταξύ «του Ιρανικού έθνους» και του κράτους του Ισραήλ. Αλλά αυτή η συμμαχία βασίζεται σε δύο κεντρικές αλληγορίες: πρώτον, στον «κοινό εχθρό» (την Ισλαμική Δημοκρατία, τη Χαμάς και το πολιτικό Ισλάμ ευρύτερα)- και δεύτερον, στον «κοινό πόνο» (καταπίεση και απομόνωση). Αυτές οι δύο αφηγήσεις μπορεί να φαίνεται ότι εκφράζουν αλληλεγγύη, αλλά στην πράξη προωθούν ένα πολιτικό σχέδιο που ξαναγράφει τη γλώσσα της απελευθέρωσης σε έναν ρατσιστικό, νοσταλγικό και αυταρχικό λόγο.

Το σύνθημα «Γυναίκα, Ζωή, Ελευθερία», το οποίο προέκυψε από την αντίσταση των Κουρδισσών γυναικών κατά της θρησκευτικής και κρατικής καταπίεσης -και στο Ιράν έγινε σύμβολο του αγώνα για την ανατροπή ενός φασισμού που χρησιμοποιεί το Ισλάμ ως εργαλείο του - έχει επαναπροσδιοριστεί σε αυτή τη νέα αφήγηση ως απόδειξη της «αυτοκρατορικής κοσμικότητας» και του «Άριου πολιτισμού». Ο μοναρχικός λόγος, αντί για απελευθέρωση από τις ιεραρχικές δομές, επιδιώκει την επιστροφή στην ίδια τάξη πραγμάτων - όπου μια γυναίκα θεωρείται «ελεύθερη» επειδή πολεμά στον ισραηλινό στρατό και το Ιράν “απελευθερώνεται” επειδή ένας αυτοαποκαλούμενος «απόγονος του Κύρου» επισκέπτεται τον ισραηλινό πρόεδρο.

Αυτή η επαναδιατύπωση των αιτημάτων του λαού δεν είναι μόνο μια διαστρέβλωση της πολιτικής αλήθειας - είναι επίσης μια διαγραφή των βιωμένων εμπειριών εκατομμυρίων Ιρανών, οι οποίοι ούτε βλέπουν τη μοναρχία ως σωτηρία ούτε έχουν κάποια αίσθηση κοινού πεπρωμένου με το Ισραήλ. Αυτό που παράγει ο ψηφιακός μοναρχισμός είναι ένα «φανταστικό Ιράν», όπου η κοσμικότητα ανάγεται σε ένα φυλετικό, ιστορικό και πολιτισμικό χαρακτηριστικό και όχι σε μια δημοκρατική πολιτική δομή. Σε αυτή την εκδοχή της ιστορίας, όποιος στέκεται έξω από αυτήν -είτε αριστερός, φεμινιστής ή ρεπουμπλικάνος- πρέπει είτε να φιμωθεί είτε να χαρακτηριστεί προδότης. Ως αποτέλεσμα, η γλώσσα της ιρανικής απελευθέρωσης -η γλώσσα των εξεγέρσεων στους δρόμους, των απεργιών, της ποίησης και των τραυματισμένων σωμάτων- έχει μετατραπεί στην αγοραία γλώσσα των μοναρχικών. Με πρόσβαση σε δορυφορικά τηλεοπτικά δίκτυα, πολιτικά λόμπι και πλατφόρμες μέσων ενημέρωσης στη Δύση, έχουν αφομοιώσει αιτήματα όπως ο τερματισμός της θεοκρατίας, η δικαιοσύνη των φύλων και η ανθρώπινη αξιοπρέπεια, σε ένα πολιτικό σχέδιο που δεν αποτελεί πραγματική εναλλακτική λύση στην Ισλαμική Δημοκρατία, αλλά μάλλον διάδοχο μιας άλλης πατριαρχικής, αυταρχικής και κοινωνικά περιοριστικής τάξης.

Ο Οριενταλισμός, η Αντιστροφή  του και η επιβαλλόμενη σιωπή στην προοδευτική ιρανική διασπορά

Ενώ οι μοναρχικοί εντός της διασποράς διαστρεβλώνουν τα αιτήματα του λαού για να ανακατασκευάσουν μια φυλετική-αυταρχική τάξη, μια διαφορετική μορφή επιστημολογικής κυριαρχίας λειτουργεί στη Δύση - αυτή τη φορά προς όφελος της Ισλαμικής Δημοκρατίας: ο ανεστραμμένος Οριενταλισμός. Στην κλασική παράδοση του Οριενταλισμού, η Ανατολή απεικονιζόταν ως ο «μυστηριώδης, ανορθολογικός Άλλος» - που χρειαζόταν διάσωση. Αυτή η εικόνα χρησίμευσε για να δικαιολογήσει την πολιτιστική και πολιτική αποικιοκρατία. Τις τελευταίες δεκαετίες, ωστόσο, μια αντίστροφη εκδοχή αυτής της οπτικής έχει εμφανιστεί σε τμήματα της δυτικής αριστεράς.

Εδώ, θρησκευτικά και κατασταλτικά καθεστώτα όπως η Ισλαμική Δημοκρατία θεωρούνται «κατανοητά», “διαφορετικά” ή ακόμη και «νόμιμα» - εφόσον τοποθετούνται ως αντιτιθέμενα στον δυτικό ιμπεριαλισμό. Σε αυτό το πλαίσιο, ο πόνος του Ιρανικού λαού γίνεται αόρατος, επειδή έρχεται σε σύγκρουση με την εικόνα της «αντιδυτικής αντίστασης». Οι Ιρανές γυναίκες που αγωνίζονται κατά της υποχρεωτικής χιτζάμπ, αν δεν παρουσιάζονται προσεκτικά, κινδυνεύουν να εξομοιωθούν με «θύματα της ισλαμοφοβίας» ή να αγνοηθούν εντελώς -για να μην αμφισβητηθεί το Ισλάμ, ως πολιτισμός. Κινήματα όπως το «Γυναίκα, Ζωή, Ελευθερία» αντιμετωπίζονται μερικές φορές με σιωπή ή δισταγμό, επειδή δεν ευθυγραμμίζονται με το στερεότυπο του μουσουλμάνου που πρέπει να προστατευτεί από τον ρατσισμό στη Δύση.

Ως αποτέλεσμα, ένα μέρος της δυτικής αριστεράς, αντί να αναγνωρίζει την ποικιλομορφία των πολιτικών αγώνων ή να στέκεται αλληλέγγυο με τις προοδευτικές δυνάμεις στο Ιράν, καταλήγει να προσφέρει άνευ όρων υποστήριξη σε καθεστώτα που είναι, στην πράξη, κατά της γυναίκας, κατά των εργαζομένων και κατά της ελευθερίας. Αυτή είναι η ουσία του ανεστραμμένου οριενταλισμού: αρνείται να αφήσει τους καταπιεσμένους να μιλήσουν - εκτός αν το κάνουν σε μια γλώσσα που έχει ήδη προδιαγραφεί από τη Δύση.

Αλλά αυτή η επιβαλλόμενη σιωπή δεν έρχεται μόνο από έξω. Η κυριαρχία των μοναρχικών μέσων ενημέρωσης στο εσωτερικό της διασποράς παραμερίζει κάθε εναλλακτική φωνή -αυτή που δεν θέλει ούτε μοναρχία ούτε Ισλαμική Δημοκρατία. Οι αριστεροί, οι δημοκρατικοί, οι φεμινίστριες και οι κοσμικοί ακτιβιστές που υπερασπίζονται την κοινωνική δημοκρατία αναγκάζονται να πολεμήσουν σε δύο μέτωπα: με την καταστολή του ισλαμικού καθεστώτος και τη διαγραφή τους από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και το δημόσιο διάλογο από δύο κυρίαρχες αφηγήσεις - τη μία αντιδραστική και την άλλη οριενταλιστική.

Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο, παρά τη φαινομενικά δυναμική εμφάνισή της, η ιρανική διασπορά έχει γίνει εντυπωσιακά μονολιθική στο λόγο της. Η μοναρχική αφήγηση -με τις σημαίες με τα λιοντάρια και τον ήλιο και τον έπαινο για τον ισραηλινό στρατό- και η αριστερο-οριενταλιστική αφήγηση με την αποκλειστική εστίασή της στις ευθύνες της Δύσης αγνοώντας τους αγώνες στο εσωτερικό του Ιράν - σχηματίζουν δύο αντίθετους αλλά συμπληρωματικούς πόλους: ο ένας διαγράφει τον λαό στο όνομα της «διάσωσης του πολιτισμού» και ο άλλος στο όνομα του «σεβασμού του ισλαμικού πολιτισμού».

Η κοσμική εξορία: Εκτοπισμένοι σε έναν κόσμο δυαδικότητας

Για πολλούς Ιρανούς που διέφυγαν από τη θεοκρατία - γυναίκες που υπέμειναν την υποχρεωτική χιτζάμπ, πρώην πολιτικούς κρατούμενους, queer ακτιβιστές ή απλώς όσους επιθυμούσαν να ζήσουν έξω από τον έλεγχο της θρησκείας - η εξορία δεν είναι απλώς ένας αποχωρισμός από την πατρίδα. Είναι η απώλεια της γλώσσας και του πολιτικού χώρου στον σημερινό κόσμο. Δεν βρίσκουν θέση μεταξύ των μοναρχικών, οι οποίοι συνδέουν το σύνθημά τους «επιστροφή στη δόξα» με την άσκηση πίεσης υπέρ του Ισραήλ και την περιφρόνηση του Αραβικού κόσμου, ενώ συσπειρώνονται πίσω από μερικά από τα πιο μισογυνικά και ομοφοβικά συνθήματα εναντίον των αντιπάλων τους. Ούτε ανήκουν στα δυτικά αντιρατσιστικά κινήματα, όπου κάθε κριτική στο Ισλάμ χαρακτηρίζεται γρήγορα ως ισλαμοφοβία.

Στη βιωμένη εμπειρία αυτών των εξόριστων, το Ισλάμ δεν είναι απλώς μια προσωπική πίστη, αλλά μια κεντρική δομή καταπίεσης και βίας. Ωστόσο, αυτή η πραγματικότητα είναι δύσκολο να εκφραστεί στο πλαίσιο του δυτικού αριστερού λόγου. Στις αφηγήσεις κατά της ισλαμοφοβίας - οι οποίες δικαίως αμφισβητούν τις διακρίσεις εις βάρος των μουσουλμάνων στη Δύση - ο κοσμικός Ιρανός που διέφυγε από τη θεοκρατία θεωρείται συχνά ως κάποιος που «φοβάται το Ισλάμ» ή το επικρίνει από «δυτική ιμπεριαλιστική» σκοπιά. Κινδυνεύουν να θεωρηθούν λανθασμένα σύμμαχοι της αποικιοκρατίας.

Ως αποτέλεσμα, ο κοσμικός Ιρανός εξόριστος δεν αντιμετωπίζεται ως υποκείμενο αντίστασης, αλλά ως υποκείμενο καχυποψίας. Αν μιλήσουν κατά της υποχρεωτικής χιτζάμπ, μπορεί να θεωρηθούν λανθασμένα ως δεξιοί. Αν επικρίνουν το πολιτικό Ισλάμ, μπορεί να κατηγορηθούν για ισλαμοφοβία. Αν αρνούνται να υποστηρίξουν το ιρανικό καθεστώς αλλά και να κρατήσουν αποστάσεις από το Ισραήλ, απορρίπτονται ως διφορούμενοι ή «απροσδιόριστοι». Και αν πάνε παραπέρα, αγκαλιάζοντας πολιτικές κοινωνικής δημοκρατίας και κατά της καταπίεσης, συχνά βρίσκονται χωρίς θέση -και χωρίς φωνή.

Αυτή η κατάσταση μετατόπισης είναι που ωθεί κάποιους προς μοναρχικές αφηγήσεις - όχι απαραίτητα από πεποίθηση, αλλά από εξάντληση. Εκείνοι που δεν βρίσκουν χώρο στα δυτικά κινήματα κοινωνικής δικαιοσύνης και δεν μπορούν να μιλήσουν για τις εμπειρίες τους χωρίς να παρεξηγηθούν, μπορεί να αναζητήσουν καταφύγιο σε μια φωνή που τουλάχιστον ισχυρίζεται ότι τους «βλέπει» - ακόμη και αν αυτό το βλέμμα είναι κτητικό αντί για ενσυναίσθηση.

Αυτό που βρίσκεται σε μεγαλύτερο κίνδυνο σε αυτή την κατάσταση είναι η δυνατότητα δημιουργίας μιας τρίτης γλώσσας: μιας γλώσσας που δεν αναδύεται από το θρησκευτικό μίσος ή τον ρατσισμό, αλλά αρνείται επίσης να προσφέρει άνευ όρων υπεράσπιση καταπιεστικών καθεστώτων στο όνομα του «πολιτισμού». Μια γλώσσα που αναγνωρίζει τις βιωμένες αντιφάσεις της εξορίας -και αντιστέκεται στη μετατροπή αυτών των εμπειριών σε εργαλεία αναπαραγωγής των υφιστάμενων τάξεων.

Η επιβαλλόμενη σιωπή κατά των αντισιωνιστών Εβραίων και η ξεκάθαρη στάση ορισμένων Ιρανών εξόριστων

Μια από τις παραγνωρισμένες πτυχές της τρέχουσας κατάστασης είναι η συστηματική αποσιώπηση των Εβραίων ατόμων και ομάδων που αντιτίθενται στο ισραηλινό απαρτχάιντ, στη γενοκτονία στη Γάζα και στο Σιωνισμό ως αποικιακό σχέδιο. Αυτές οι φωνές περιλαμβάνουν τόσο Ισραηλινούς όσο και Εβραίους της διασποράς - από κινήματα όπως το «Breaking the Silence», το «Boycott from Within» και το «Jewish Voice for Peace» μέχρι αντισιωνιστικές προσωπικότητες στην ακαδημαϊκή και καλλιτεχνική κοινότητα του Ισραήλ.

Ωστόσο, στον χώρο των μέσων ενημέρωσης και της πολιτικής που κυριαρχείται από τον ιρανικό εθνικισμό, δεν υπάρχει κανένα ίχνος αυτών των εβραϊκών φωνών. Ο μοναρχικός λόγος βασίζεται στην κατασκευασμένη εικόνα μιας «συμμαχίας αρχαίων πολιτισμών» μεταξύ του Ιράν και του Ισραήλ, παρουσιάζοντας το Ισραήλ ως ένα ενιαίο, δημοκρατικό κράτος που απλώς υπερασπίζεται τον εαυτό του. Σε αυτή την κατασκευή, δεν υπάρχει χώρος για διαφωνούντες Εβραίους, για Παλαιστίνιους ή για αναλυτές κατά του απαρτχάιντ. Γίνεται μια άλλη μορφή συμβολικής διαγραφής - η διαγραφή του «ανεπιθύμητου Εβραίου».

Ταυτόχρονα, τμήματα της δυτικής αριστεράς, απασχολημένα με την αφηρημένη υπεράσπιση του «μουσουλμανικού κόσμου» έναντι της ισλαμοφοβίας, συχνά δεν αναγνωρίζουν ή δεν υποστηρίζουν αυτές τις αντισιωνιστικές εβραϊκές ομάδες. Μερικές φορές μάλιστα τις παραγκωνίζουν, επειδή οι απλουστευτικές διαιρέσεις «Δύση/αντι-Δύση» δεν αφήνουν χώρο για τέτοιες φωνές.

Σε αυτό το πλαίσιο, αν και πολλοί αριστεροί και δημοκρατικοί Ιρανοί στην εξορία δεν έχουν άμεσους δεσμούς με αντισιωνιστικά εβραϊκά κινήματα, δεν έχουν παραμείνει σιωπηλοί μπροστά σε αυτή την επιβεβλημένη σιωπή. Σε δηλώσεις, άρθρα, δημόσιες εκδηλώσεις και ανεξάρτητα δίκτυα, επανειλημμένα έχουν τονίσει ότι η εναντίωση στο ισλαμικό καθεστώς δεν πρέπει να σημαίνει ευθυγράμμιση με το απαρτχάιντ ή συγχώρεση των εγκλημάτων του ισραηλινού κράτους. Ο Σιωνισμός, υποστηρίζουν, δεν πρέπει να ταυτίζεται με τον Ιουδαϊσμό.

Αυτή η ηθική και πολιτική διάκριση -μεταξύ Ιουδαϊσμού και Σιωνισμού, μεταξύ θρησκείας και κράτους, μεταξύ κριτικής του Ισλάμ και ισλαμοφοβίας- αποτελεί μέρος της ευρύτερης προσπάθειας των εξόριστων ιρανικών δυνάμεων να κατασκευάσουν μια τρίτη γλώσσα και να ξεφύγουν από τα κυρίαρχα δυαδικά συστήματα. Η φωνή τους μπορεί να μην έχει μια ισχυρή πλατφόρμα, αλλά αντιστρατεύεται τη σιωπή - τόσο τη σιωπή που επιβάλλουν οι μοναρχικοί όσο και τη σιωπή που παράγεται από απλοϊκές αφηγήσεις σε ορισμένους δυτικούς κύκλους.

Από το πολιτικό αδιέξοδο στην αναγκαιότητα της ανοικοδόμησης μιας Εναλλακτικής

Η έρευνα της Λαντάν Ραχμπαρί δείχνει ξεκάθαρα ότι ένα τμήμα της ιρανικής διασποράς, χρησιμοποιώντας την πρόσβασή του σε πολιτικούς πόρους και μέσα ενημέρωσης, κατάφερε να δημιουργήσει ένα εθνικιστικό, δεξιό σχέδιο με το πρόσχημα ότι είναι κοσμικό και κατά της Ισλαμικής Δημοκρατίας. Αυτό το σχέδιο, που διαμορφώνεται ως εθνικισμός δι αντιπροσώπων, δεν στηρίζει την αλληλεγγύη με τον ιρανικό λαό. Αντίθετα, εκμεταλλεύεται τη δημόσια δυσαρέσκεια με το καθεστώς για να αναπαράγει μια ρατσιστική, ιστορικά μυθοποιημένη Ιρανική ταυτότητα ευθυγραμμισμένη με τον Σιωνισμό. Αυτό που διαφημίζεται ως υπεράσπιση της κοσμικότητας και της ελευθερίας είναι, στην πράξη, η αντικατάσταση μιας καταπιεστικής ιδεολογίας με μια άλλη - αυτή τη φορά υποστηριζόμενη από τμήματα του διεθνούς κατεστημένου και των δυτικών κυβερνήσεων.

Από την άλλη πλευρά, ορισμένα τμήματα της δυτικής αριστεράς -ιδιαίτερα εκείνα που λειτουργούν στο πλαίσιο του «επίσημου αντιιμπεριαλισμού» - παραβλέπουν συνειδητά ή ασυνείδητα την πραγματικότητα στο εσωτερικό του Ιράν. Αντιμετωπίζουν την Ισλαμική Δημοκρατία ως μια δύναμη αντίστασης ενάντια στη δυτική ηγεμονία. Επικαλούμενοι όρους όπως ο «ισλαμικός πολιτισμός» ή το «δικαίωμα στη διαφορά», περιορίζουν σημαντικά την ορατότητα των αγώνων στο εσωτερικό του Ιράν. Το αποτέλεσμα αυτών των δύο ταυτόχρονων δυναμικών είναι η πολιτική διαγραφή κάθε ανεξάρτητης φωνής - φωνές που δεν ευθυγραμμίζονται ούτε με την Ισλαμική Δημοκρατία, ούτε με τον μοναρχισμό, ούτε με τον σιωνιστικής συμμαχίας εθνικισμό.

Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, πολλοί Ιρανοί ακτιβιστές, συγγραφείς και μετανάστες που έχουν βιώσει από πρώτο χέρι τη θρησκευτική καταπίεση βρίσκονται αποκλεισμένοι από τα κυρίαρχα μέσα ενημέρωσης και τις πολιτικές λογικές. Εάν ασκήσουν κριτική στη θρησκευτική καταπίεση, κινδυνεύουν να χαρακτηριστούν ως ευθυγραμμισμένοι με την ακροδεξιά. Αν αρνηθούν να συνδεθούν με μοναρχικά ή φιλοϊσραηλινά εγχειρήματα, κατηγορούνται ως ασταθείς, μη πατριώτες ή πολιτικά ουδέτεροι.

Σε αυτό το πεδίο, η σιωπή δεν αποτελεί επιλογή - είναι το αποτέλεσμα των κυρίαρχων μέσων ενημέρωσης και των πολιτικών δομών. Σε αυτό το πεδίο, η σιωπή δεν αποτελεί επιλογή - είναι το αποτέλεσμα των κυρίαρχων δομών των μέσων ενημέρωσης και των πολιτικών δομών. Αυτό που χρειάζεται επειγόντως είναι η ανασυγκρότηση μιας ξεκάθαρης και ανεξάρτητης πολιτικής γλώσσας - μιας γλώσσας που δίνει τη δυνατότητα αντίστασης από μια θέση που είναι αντιθεοκρατική, αντιρατσιστική, αντιεξουσιαστική και αντιπολεμική. Αυτή η γλώσσα δεν μπορεί και δεν πρέπει να περιοριστεί σε προκαθορισμένες κατηγορίες ταυτότητας. Πρέπει να διαμορφώνεται από τη βιωμένη εμπειρία, τις πραγματικές αντιφάσεις και την ακριβή ανάλυση των σχέσεων εξουσίας -τόσο εντός όσο και εκτός της χώρας.

Το ερώτημα δεν είναι απλώς ποιος αντιτίθεται στην Ισλαμική Δημοκρατία. Το πραγματικό ερώτημα είναι: τι είδους εναλλακτική λύση προτείνεται για την αντικατάστασή της, με ποια εργαλεία, με ποιες δυνάμεις και με ποιο όραμα για την κοινωνία και την εξουσία; Αυτό που κινδυνεύει τώρα δεν είναι μόνο το περιεχόμενο των χειραφετητικών αιτημάτων, αλλά και η ίδια η δυνατότητα να αρθρωθούν πολιτικά και μάλιστα σε παγκόσμια κλίμακα. Χωρίς αυτή την ανασυγκρότηση, είτε οι μοναρχικοί και οι διεθνείς σύμμαχοί τους θα ορίσουν «τι είναι το Ιράν», είτε οι δυτικοί θεσμοί -χρησιμοποιώντας μετα-αποικιακό λεξιλόγιο- θα αναγάγουν την ήττα του ιρανικού λαού σε ζήτημα πολιτισμικής πολυπλοκότητας.

Η σιωπή μπροστά σε αυτή την κατάσταση σημαίνει αποδοχή της λογικής της εξουσίας. Το σπάσιμο αυτής της σιωπής θα είναι δυνατό μόνο όταν αναδυθούν εναλλακτικές αφηγήσεις στην πολιτική σκηνή, οργανωμένες, συνεχείς και αναλυτικές.

https://firenexttime.net/between-theocracy-and-monarchy-the-silencing-of-irans-democratic-voices/

Τελευταία τροποποίηση στις Σάββατο, 28 Φεβρουαρίου 2026 21:19

Προσθήκη σχολίου

Το e la libertà.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά σχόλια με υβριστικό, ρατσιστικό, σεξιστικό φασιστικό περιεχόμενο ή σχόλια μη σχετικά με το κείμενο.