Ίλια Ρέπιν, «Η σύλληψη του προπαγανδιστή» [Илья Репин, «Арест пропагандиста»] 1880-1992. Το έργο αναπαριστά στιγμιότυπο του κύματος της κρατικής καταστολής που έπληξε τις οργανώσεις των Ρώσων ναρόντικων (λαϊκιστών). Οι ναρόντνικοι πίστευαν ότι η ρωσική αγροτική κοινότητα θα μπορούσε να διατηρηθεί ως βάση μιας κομμουνιστικής κοινωνίας, παρακάμπτοντας το στάδιο της καπιταλιστικής καταστροφής. Ο Μαρξ και ο Ένγκελς δεν απέρριπταν αυτή την άποψη.
Ian Angus
Ο Μαρξ και ο Ένγκελς και οι αγροτικές κοινότητες της Ρωσίας
«Αυτό που απειλεί τη ζωή της ρωσικής κοινότητας δεν είναι ούτε το ιστορικό αναπόφευκτο ούτε μια θεωρία∙ είναι η καταπίεση από το κράτος και η εκμετάλλευση από τους καπιταλιστές εισβολείς, οι οποίοι έχουν αποκτήσει δύναμη εις βάρος των αγροτών μέσω του ίδιου του κράτους.»
– Καρλ Μαρξ[1]
Ζούμε σε μια εποχή παγκόσμιας αρπαγής της γης από τις επιχειρήσεις. Μετά την κρίση των τιμών των τροφίμων το 2008, έχουν ολοκληρωθεί περίπου 2.200 εξαγορές γης μεγάλης κλίμακας σε αναπτυσσόμενες χώρες, συνολικής έκτασης 63 εκατομμυρίων εκταρίων (131 εκατομμυρίων στρεμμάτων) – μια έκταση στο μέγεθος της Καλιφόρνιας και του Μισισιπή μαζί. Οι περισσότερες από τις εξαγορές αφορούσαν καλλιεργήσιμες εκτάσεις τις οποίες διαχειρίζονταν ως κοινή ιδιοκτησία μικροκαλλιεργητές, γεγονός που οδήγησε ορισμένους αναλυτές να περιγράψουν τη διαδικασία ως «αρπαγή των κοινών»[2].
Η Σίλβια Φεντερίτσι, στο βιβλίο της του 2018 σχετικά με αυτές και άλλες «νέες περιφράξεις», υποστηρίζει ότι ο μαρξισμός δεν προσφέρει καμία κατευθυντήρια γραμμή σε όσους αντιτίθενται στην αρπαγή των κοινών. Ο Καρλ Μαρξ και ο Φρίντριχ Ένγκελς, γράφει, «δεν μπορούν να ερμηνεύσουν αυτή τη στιγμή των νέων περιφράξεων. Ο Μαρξ του Κεφαλαίου θα κατανοούσε τις νέες περιφράξεις όπως και τις παλιές, ως ένα στάδιο της “προοδευτικής φύσης” της καπιταλιστικής ανάπτυξης που προετοιμάζει τις υλικές συνθήκες για μια κομμουνιστική κοινωνία».
Κατά την άποψή της, «οι περιφράξεις ήταν για τον Μαρξ ένα ιστορικά θετικό γεγονός», επειδή ήταν «ένα στάδιο στην “προοδευτική φύση” της καπιταλιστικής ανάπτυξης, που προετοίμαζε τις υλικές συνθήκες για μια κομμουνιστική κοινωνία». Οι επαναστάτες σήμερα, γράφει, «πρέπει να απορρίψουν την ιδέα –που διαπερνά το μεγαλύτερο μέρος του δημοσιευμένου έργου του Μαρξ– ότι ο καπιταλισμός είναι ή υπήρξε ένα αναγκαίο στάδιο στην ιστορία της ανθρώπινης χειραφέτησης και μια αναγκαία προϋπόθεση για την οικοδόμηση μιας κομμουνιστικής κοινωνίας»[3].
Είναι ασφαλώς αλήθεια ότι ορισμένοι αριστεροί, ιδίως στη Σοβιετική Ένωση κατά τη διάρκεια και μετά την κυριαρχία του Ιωσήφ Στάλιν, προώθησαν αυτή την άποψη. Διατυπώθηκε ρητά στις Βασικές Αρχές του Μαρξισμού-Λενινισμού, ένα επίσημο εγχειρίδιο που συντάχθηκε το 1960 από τον Γραμματέα της Κεντρικής Επιτροπής του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης: «Παρά την τεράστια ποικιλία συγκεκριμένων λεπτομερειών και ιδιαιτεροτήτων, όλοι οι λαοί διανύουν την ίδια βασικά πορεία... Η ανάπτυξη της κοινωνίας προχωρά μέσα από τη διαδοχική αντικατάσταση, σύμφωνα με συγκεκριμένους νόμους, ενός κοινωνικοοικονομικού σχηματισμού από έναν άλλο».
Ένα άλλο βιβλίο με μεγάλη επιρροή, γραμμένο από μέλη του Ινστιτούτου Κοινωνικών Φιλοσόφων της Μόσχας, επέμενε ότι οι σοσιαλιστικές κυβερνήσεις πρέπει «να επιδράσουν σκόπιμα στη διαδικασία αποσύνθεσης των φυλετικών και αγροτικών κοινοτικών σχέσεων». Συνεχίζει προσθέτοντας:
«Οι χώρες που απελευθερώθηκαν από την αποικιοκρατική κυριαρχία μπορούν να μελετήσουν την εμπειρία της Σοβιετικής Ένωσης στις προσπάθειές της να ξεπεράσει την ιστορική καθυστέρηση ορισμένων περιοχών, ιδίως εκείνων που εξακολουθούσαν να έχουν κοινοτικές σχέσεις την εποχή της σοσιαλιστικής επανάστασης. Η εμπειρία της Σοβιετικής Ένωσης δείχνει ότι σε μια κοινωνία κοινωνικής δικαιοσύνης είναι δυνατόν να μετασχηματιστούν οι φυλετικές σχέσεις μέσω της ανάπτυξης της συλλογικής ιδιοκτησίας»[4].
Δηλώσεις όπως αυτή, και οι πολιτικές που αντανακλούσαν, δικαιολογημένα αποξένωσαν πολλούς αγρότες ακτιβιστές και τους υποστηρικτές τους. Το ερώτημα που τίθεται είναι: Αντανακλούν με ακρίβεια τις απόψεις του Μαρξ;
Στο Κεφάλαιο, ο Μαρξ περιέγραψε τις περιφράξεις στην Αγγλία ως «σφετερισμό της κοινοτικής γης», που οδήγησε σε «μια υποβαθμισμένη και σχεδόν δουλική κατάσταση της μάζας του λαού». Καταδίκασε έντονα «όλη [τη] σειρά ληστρικών πράξεων, φρικαλεοτήτων και βιαιοπραγιών σε βάρος του λαού, που συνόδευαν τη βίαιη απαλλοτρίωσή του». Αφιέρωσε αρκετές σελίδες για να αποκαλύψει και να καταγγείλει τη διαδικασία με την οποία οι αγρότες στα σκωτσέζικα Χάιλαντς «κυνηγήθηκαν και εκδιώχθηκαν συστηματικά», ένα ανοσιούργημα που βρισκόταν ακόμη σε εξέλιξη όταν έγραφε. Τα λόγια αυτά δεν είναι δυνατόν να ερμηνευθούν σαν επιδοκιμασία του κινήματος των περιφράξεων ως ιστορικά θετικού[5].
Αλλά η καλύτερη περιγραφή των απόψεων του Μαρξ για το θέμα αυτό μπορεί να βρεθεί στην πραγματική του αντίδραση στην καταστροφή των αγροτικών κοινοτήτων που βασίζονταν στην κοινή ιδιοκτησία της γης στη Ρωσία – όταν αυτή συνέβαινε στην πράξη.
***
Μέχρι τη δεκαετία του 1860, σχεδόν όλοι οι Ρώσοι αγρότες κατείχαν τη γη τους σε μια μορφή κοινοτικής ιδιοκτησίας γνωστή ως ομπτσίνα ή μιρ, η οποία ήταν παρόμοια, αλλά όχι πανομοιότυπη, με τις κοινότητες που βασίζονταν στην κοινή ιδιοκτησία των κοινών γαιών στην προβιομηχανική Αγγλία. Οι κοινότητες οργανώνονταν με διάφορους τρόπους, αλλά συνήθως κάθε νοικοκυριό καλλιεργούσε ζώνες σε ελεύθερους αγρούς και η γη αναδιανέμονταν περιοδικά. Ο έλεγχος των κοινών γαιών και των δασών γινόταν από τις συνελεύσεις των χωριών.
Το 1861, στο πλαίσιο ενός προγράμματος εκσυγχρονισμού μετά την ταπεινωτική ήττα της Ρωσίας στον Κριμαϊκό Πόλεμο, ο Τσάρος Αλέξανδρος Β΄ κατάργησε τη δουλοπαροικία και υποσχέθηκε ότι οι απελευθερωμένοι δουλοπάροικοι θα έπαιρναν γη. Στην πραγματικότητα, οι γαιοκτήμονες έλαβαν σχεδόν τη μισή κοινή γη, ενώ οι πρώην δουλοπάροικοι έλαβαν μόνο το δικαίωμα να αγοράζουν γη. Το τίμημα για τα χωράφια –που συχνά ήταν μικρότερα από εκείνα που είχαν δουλέψει ως δουλοπάροικοι– ήταν δύο χρόνια απλήρωτης εργασίας για τον ιδιοκτήτη, ακολουθούμενη από «πληρωμές εξαγοράς» προς το κράτος για σαράντα εννέα χρόνια. Αυτό προκάλεσε διαμαρτυρίες και ταραχές σε πολλά μέρη της χώρας. Τον πρώτο χρόνο, περισσότερες από τις μισές από τις 111.000 αγροτικές κοινότητες στη Ρωσία απέρριψαν τα επίσημα σχέδια για τη διάλυση των κοινοτικών χωριών τους. Μέχρι και το 1892, εκτιμάται ότι τα τρία τέταρτα των αγροτών εξακολουθούσαν να εργάζονται σε γη που ανήκε στην κοινότητα[6].
Η δυσαρέσκεια των αγροτών συνοδεύτηκε από ένα κύμα φοιτητικού ριζοσπαστισμού, εμπνευσμένο κυρίως από τα γραπτά του Νικολάι Τσερνιέφσκι, ο οποίος υποστήριζε μια μορφή σοσιαλισμού που βασιζόταν στις αγροτικές κοινότητες. Στα τέλη της δεκαετίας του 1860, ορισμένοι ναρόντνικοι (λαϊκιστές) ανακάλυψαν τα έργα του Μαρξ, και για αρκετά χρόνια η πρώτη έκδοση του Κεφαλαίου διαβάστηκε στη Ρωσία περισσότερο από οπουδήποτε αλλού. Το 1872 εκδόθηκε μια ρωσική μετάφραση – η πρώτη σε οποιαδήποτε γλώσσα που έγινε από το γερμανικό πρωτότυπο.
Μεγάλο μέρος της ρωσικής προσοχής επικεντρώθηκε στο Μέρος 8 του Κεφαλαίου (με τίτλο «Η λεγόμενη πρωταρχική συσσώρευση»), το οποίο φιλελεύθεροι και ριζοσπάστες διάβαζαν και ξαναδιάβαζαν στο πλαίσιο των συζητήσεών τους για το αν οι αγροτικές κοινότητες μπορούσαν να αποτελέσουν τη βάση για το σοσιαλισμό ή ήταν καταδικασμένες να εξαφανιστούν από τον ανερχόμενο καπιταλισμό. Αναπόφευκτα, στράφηκαν στον ίδιο τον Μαρξ για απαντήσεις.
«Η καλύτερη ευκαιρία που προσέφερε ποτέ η ιστορία»
Ο Μαρξ ήταν αναμφίβολα ενήμερος για την αναταραχή των αγροτών και τη ριζοσπαστικοποίηση της νεολαίας στη Ρωσία τη δεκαετία του 1860, αλλά οι πολλές ώρες της έρευνάς του για τον πρώτο τόμο του Κεφαλαίου –σε συνδυασμό με τον ηγετικό του ρόλο στη Διεθνή Ένωση Εργατών (γνωστή ως Πρώτη Διεθνής)– δεν του άφηναν χρόνο να ασχοληθεί με αυτά τα θέματα. Όταν το Κεφάλαιο τελικά δημοσιεύτηκε το 1867, περιείχε μόνο ελάχιστες φευγαλέες αναφορές στη Ρωσία και τίποτα για τη ρωσική γεωργία. Ο Μαρξ δεν φαίνεται να είχε ερευνήσει τις κοινωνικές συνθήκες στη Ρωσία πριν από τα τέλη της δεκαετίας του 1860.
Τον Οκτώβριο του 1868, δεκατρείς μήνες μετά την έκδοση του Κεφαλαίου, ο διακεκριμένος ναρόντνικος Νικολάι Ντάνιελσον έγραψε στον Μαρξ προτείνοντας μια ρωσική έκδοση. Ο Μαρξ είπε στον Ένγκελς ότι ήταν «φυσικά εξαιρετικά ευχαριστημένος» και αμέσως έπεσε με τα μούτρα στο έργο, αλληλογραφώντας εκτενώς με τον Ντάνιελσον και μαθαίνοντας ο ίδιος ρωσικά για να εξασφαλίσει την ακρίβεια της μετάφρασης, καθώς και για να μελετήσει τις οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες της ρωσικής αυτοκρατορίας[7].
Τον Μάρτιο του 1870, μια ομάδα Ρώσων εξόριστων στην Ελβετία υπέβαλε αίτημα ένταξης στη Διεθνή, ορίζοντας τον Μαρξ ως αντιπρόσωπό της στο Γενικό Συμβούλιο. Αργότερα εκείνο το έτος, η ομάδα έστειλε τη δεκαεννιάχρονη Ελισαβέτα Ντμίτριεβα [ή Ελίζαμπετ Ντμίτριεφ], η οποία αργότερα έπαιξε ηγετικό ρόλο στην Κομμούνα του Παρισιού, για να παρακολουθήσει τις συνεδριάσεις του Γενικού Συμβουλίου στο Λονδίνο. Ενώ βρισκόταν εκεί, έγινε στενή φίλη με την οικογένεια Μαρξ, έζησε με τις κόρες του για τρεις μήνες και συζήτησε εκτενώς τη ρωσική πολιτική με τον ίδιο και τον Ένγκελς. Τον Ιανουάριο του 1871, κατόπιν αιτήματος του Μαρξ, έγραψε μια περίληψη των ζητημάτων της εποχής, όπως τα έβλεπε η ίδια και οι σύντροφοί της, εστιάζοντας στις κοινότητες.
Αναφερόμενη στις «τύχες της αγροτικής κοινότητας στη Ρωσία», έγραψε ότι:
«Η μετατροπή της σε μικρή ατομική ιδιοκτησία είναι, δυστυχώς, κάτι παραπάνω από πιθανή. Όλα τα κυβερνητικά μέτρα... έχουν ως μοναδικό στόχο την εισαγωγή της ατομικής ιδιοκτησίας, μέσω της καταστολής της συλλογικής διαχείρισης. Ένας νόμος που ψηφίστηκε πέρυσι έχει ήδη καταργήσει [τη συλλογική ιδιοκτησία] στις κοινότητες με λιγότερες από σαράντα ψυχές (ψυχές ανδρών, επειδή οι γυναίκες, δυστυχώς, δεν έχουν ψυχή)»[8].
Ο Μαρξ δεν βιάστηκε να αποφανθεί, ούτε υπέθεσε ότι όσα είχε γράψει για τα κοινά αλλού μπορούσαν απλώς να επεκταθούν στη Ρωσία. Αντίθετα, όπως έγραψε αργότερα, «προκειμένου να καταλήξω σε μια τεκμηριωμένη άποψη για την οικονομική ανάπτυξη της σύγχρονης Ρωσίας, έμαθα ρωσικά και στη συνέχεια πέρασα αρκετά χρόνια μελετώντας επίσημες δημοσιεύσεις και άλλες που είχαν σχέση με το θέμα αυτό». Μόλις το 1875 ο ίδιος και ο Ένγκελς, που επίσης γνώριζε ρωσικά, αισθάνθηκαν ικανοί να ασχοληθούν δημόσια με το ζήτημα[9].
Το άρθρο «Για τις κοινωνικές σχέσεις στη Ρωσία» –που δημοσιεύτηκε με την υπογραφή του Ένγκελς τον Απρίλιο του 1875 στην εφημερίδα Der Volksstaat και στη συνέχεια δημοσιεύτηκε ως ξεχωριστό φυλλάδιο– περιέγραφε τις καταστροφικές συνέπειες της διάσπασης των κοινοτήτων σε ατομικές εκμεταλλεύσεις. «Η κατάσταση των Ρώσων αγροτών, μετά τη χειραφέτηση από τη δουλοπαροικία, έχει γίνει ανυπόφορη και δεν μπορεί να διατηρηθεί για πολύ ακόμα, και ότι γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο η επανάσταση στη Ρωσία βρίσκεται κοντά». Παρόλο που η κοινοτική γεωργία βρισκόταν σε παρακμή, εντούτοις, «υπάρχει αναμφισβήτητα η δυνατότητα να ανυψωθεί αυτή η μορφή κοινωνίας σε μια ανώτερη μορφή... χωρίς να είναι απαραίτητο για τους Ρώσους αγρότες να περάσουν από το ενδιάμεσο στάδιο των αστικών μικρών εκμεταλλεύσεων». Για να πετύχει, ωστόσο, αυτή η μετάβαση θα χρειαζόταν υλική βοήθεια προκειμένου να εκσυγχρονιστούν οι μέθοδοι καλλιέργειας και να ξεπεραστεί η ακραία φτώχεια. «Αν κάτι μπορεί ακόμα να σώσει τη ρωσική κοινοτική ιδιοκτησία και να της επιτρέψει να εξελιχθεί σε μια νέα, πραγματικά βιώσιμη μορφή, αυτό είναι μια προλεταριακή επανάσταση στη Δυτική Ευρώπη»[10].
Στη Ρωσία, οι συζητήσεις για τη συνάφεια του μαρξισμού με τις ρωσικές συνθήκες και τις αγροτικές κοινότητες επιταχύνθηκαν στα τέλη της δεκαετίας του 1870. Μια από τις πιο οξείες επικρίσεις του Μαρξ προήλθε από τον Νικολάι Μιχαΐλοφσκι, τον εκδότη του λαϊκιστικού περιοδικού Οτετσεστβένιε Ζαπίσκι (Σημειώσεις από την πατρίδα). Κατηγόρησε τον Μαρξ, ότι στα τμήματα του Κεφαλαίου για τη λεγόμενη πρωταρχική συσσώρευση, είχε παρουσιάσει μια «ιστορικο-φιλοσοφική» θεωρία της «παγκόσμιας προόδου», σύμφωνα με την οποία η Ρωσία ήταν καταδικασμένη να ακολουθήσει τη βίαιη πορεία της Δυτικής Ευρώπης προς τον καπιταλισμό, έως ότου καταστεί δυνατός ο σοσιαλισμός.
«Όλους αυτούς τους “ακρωτηριασμούς των γυναικών και των παιδιών”», έγραψε ο Μιχαΐλοφσκι, «τους έχουμε ακόμα μπροστά μας, και από τη σκοπιά της ιστορικής θεωρίας του Μαρξ, δεν πρέπει να διαμαρτυρηθούμε γι’ αυτούς, γιατί κάτι τέτοιο θα σήμαινε ότι δρούμε εις βάρος μας∙ αντιθέτως, θα πρέπει να τους καλωσορίσουμε ως τα δυσχερή αλλά αναγκαία βήματα προς το ναό της ευτυχίας». Σχεδόν 150 χρόνια πριν από την Φεντερίτσι, ο Μιχαΐλοφσκι υποστήριζε ότι οι μαρξιστές «έβλεπαν με ικανοποίηση την αποσύνδεση των παραγωγών από τα μέσα παραγωγής... ως την πρώτη φάση της αναπόφευκτης και, ως τελικό αποτέλεσμα, ευεργετικής διαδικασίας»[11].
Η ημιτελής απάντηση του Μαρξ, που γράφτηκε το 1878 αλλά δεν δημοσιεύτηκε μέχρι το 1886, μοιάζει με άμεση απάντηση σε ορισμένους κριτικούς του εικοστού πρώτου αιώνα. Αντέτεινε ότι η κριτική του Μιχαΐλοφσκι υπέθεσε εσφαλμένα ότι τα μέρη του Κεφαλαίου για τη λεγόμενη πρωταρχική συσσώρευση αποτελούσαν μια «θεωρία της γενικής πορείας που μοιραία επιβάλλεται σε όλους τους λαούς, ανεξάρτητα από τις ιστορικές συνθήκες στις οποίες βρίσκονται». Στην πραγματικότητα, «το κεφάλαιο για την πρωταρχική συσσώρευση ισχυρίζεται ότι δεν κάνει τίποτα περισσότερο από το να παρακολουθεί την πορεία με την οποία, στη Δυτική Ευρώπη, η καπιταλιστική οικονομική τάξη αναδύθηκε από τη μήτρα της φεουδαρχικής οικονομικής τάξης».
Οι ιστορικές δυνατότητες της ρωσικής ανάπτυξης θα μπορούσαν να προσδιοριστούν μόνο με εμπειρική μελέτη, όχι «με κύριο κλειδί μια γενική ιστορικο-φιλοσοφική θεωρία, της οποίας η υπέρτατη αρετή συνίσταται στο ότι είναι υπερ-ιστορική». Μετά από εκτενή μελέτη των ρωσικών συνθηκών, ο Μαρξ έγραψε: «Έχω καταλήξει στο συμπέρασμα ότι αν η Ρωσία συνεχίσει την πορεία που ακολουθεί από το 1861, θα χάσει την καλύτερη ευκαιρία που πρόσφερε ποτέ η ιστορία σε έναν λαό και θα υποστεί όλες τις ολέθριες περιπέτειες του καπιταλιστικού συστήματος»[12].
Ο Μαρξ έγραψε με προσοχή προκειμένου να αποφύγει την τσαρική λογοκρισία, αλλά το νόημά του θα ήταν απολύτως σαφές σε όποιον είχε παρακολουθήσει τις συζητήσεις: αν οι ρωσικές κοινότητες επιβιώσουν, θα μπορούσαν να προσφέρουν έναν άμεσο δρόμο προς τον σοσιαλισμό.
«Η βάση για την κοινωνική αναγέννηση»
Ο Μαρξ ανέπτυξε τα επιχειρήματά του πληρέστερα σε προσχέδια επιστολών προς τη Βέρα Ζασούλιτς, μια λαϊκίστρια που αργότερα έγινε μέλος της πρώτης μαρξιστικής οργάνωσης της Ρωσίας. Τον Φεβρουάριο του 1881 ζήτησε τη γνώμη του σχετικά με το επιχείρημα ορισμένων Ρώσων που επέμεναν ότι «η αγροτική κοινότητα είναι μια αρχαϊκή μορφή που προορίζεται να χαθεί από την ιστορία» και απέδωσαν την άποψη αυτή στον Μαρξ. Υποστήριζε όντως «τη θεωρία ότι είναι ιστορικά απαραίτητο για κάθε χώρα του κόσμου να περάσει από όλες τις φάσεις της καπιταλιστικής παραγωγής»; Τόνισε ότι αυτό δεν ήταν απλώς ένα θεωρητικό ζήτημα. Το αν η αγροτική κοινότητα «είναι ικανή να αναπτυχθεί προς μια σοσιαλιστική κατεύθυνση» ή «προορίζεται να χαθεί» ήταν «ένα ζήτημα ζωής και θανάτου πάνω απ’ όλα για το σοσιαλιστικό μας κόμμα», καθώς θα καθόριζε απόλυτα τη στρατηγική και τη δραστηριότητά του[13].
Ο Μαρξ έγραψε τέσσερα μακροσκελή προσχέδια για να απαντήσει, αλλά τελικά αποφάσισε, στις 8 Μαρτίου 1881, να στείλει μια σύντομη απάντηση που περιλάμβανε αυτή την πολύ σαφή δήλωση: «Η ανάλυση που παρατίθεται στο Κεφάλαιο... δεν παρέχει λόγους ούτε υπέρ ούτε κατά της ζωτικότητας της ρωσικής αγροτικής κοινότητας, αλλά η ειδική μελέτη που έκανα γι’ αυτήν, συμπεριλαμβανομένης της αναζήτησης πηγών πρωτότυπου υλικού, με έπεισε ότι η κοινότητα είναι το σημείο αναφοράς για την κοινωνική αναγέννηση στη Ρωσία».
Αυτή η φράση, από μόνη της, υπονομεύει κάθε ισχυρισμό ότι ο Μαρξ έβλεπε την περίφραξη των ρωσικών κοινοτήτων ως «ένα ιστορικά θετικό γεγονός». Μπορούμε όμως να αποκτήσουμε μια πιο διευρυμένη άποψη της σκέψης του από τα προσχέδια της επιστολής του, τα οποία διασώθηκαν και τελικά δημοσιεύτηκαν το 1924.
Για άλλη μια φορά, ο Μαρξ επέμεινε ότι είχε «περιορίσει ρητά το “ιστορικό αναπόφευκτο” αυτής της διαδικασίας στις χώρες της Δυτικής Ευρώπης», όπου επικρατούσαν συγκεκριμένες συνθήκες. Συνέχισε: «Αυτό όμως σημαίνει ότι η ανάπτυξη της “αγροτικής κοινότητας” πρέπει να ακολουθήσει αυτή τη διαδρομή σε κάθε περίσταση [σε κάθε ιστορικό πλαίσιο]; Καθόλου. Η συστατική της μορφή επιτρέπει την ακόλουθη εναλλακτική λύση: είτε το στοιχείο της ατομικής ιδιοκτησίας που εμπεριέχει κερδίζει το πάνω χέρι έναντι του συλλογικού στοιχείου, είτε συμβαίνει το αντίστροφο. Τα πάντα εξαρτώνται από το ιστορικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται».
Επειδή η κατάσταση στη Ρωσία ήταν διαφορετική, ήταν δυνατή μια διαφορετική έκβαση. Η κοινότητα «κατέχει μια μοναδική κατάσταση χωρίς προηγούμενο στην ιστορία»:
«Μοναδική στην Ευρώπη, εξακολουθεί να είναι η οργανική, κυρίαρχη μορφή της αγροτικής ζωής σε μια τεράστια αυτοκρατορία. Η κοινοκτημοσύνη της γης της προσφέρει τη φυσική βάση για συλλογική ιδιοποίηση, και το ιστορικό της πλαίσιο –η σύγχρονη καπιταλιστική παραγωγή– της παρέχει τις έτοιμες υλικές συνθήκες για συνεταιριστική εργασία μεγάλης κλίμακας, οργανωμένη σε μεγάλη κλίμακα. Μπορεί επομένως να ενσωματώσει τα θετικά επιτεύγματα που αναπτύσσει το καπιταλιστικό σύστημα, χωρίς να χρειάζεται να περάσει κάτω από τη σκληρή υποταγή σ’ αυτό».
«Η ίδια η ύπαρξη της ρωσικής κοινότητας απειλείται τώρα από μια συνωμοσία ισχυρών συμφερόντων», επισήμανε – αλλά αν η απειλή αυτή εξουδετερωθεί, «μπορεί να γίνει η άμεση αφετηρία του οικονομικού συστήματος προς το οποίο τείνει η σύγχρονη κοινωνία∙ μπορεί να ανοίξει ένα νέο κεφάλαιο που δεν θα αρχίσει με την αυτοκτονία της»[14].
Ο Μαρξ και ο Ένγκελς επανέλαβαν αυτό το επιχείρημα τον επόμενο χρόνο στον πρόλογό τους στη δεύτερη ρωσική έκδοση του Κομμουνιστικού Μανιφέστου.
«Στη Ρωσία όμως, πλάι στην καπιταλιστική αγυρτεία που ανθίζει γρήγορα και στην αστική γαιοκτησία που μόλις τώρα αναπτύσσεται, βλέπουμε ότι η μισή και πάνω γη είναι κοινή ιδιοκτησία των αγροτών. Μπαίνει λοιπόν το ερώτημα: μπορεί άραγε η ρωσική ομπτσίνα, αυτή η σε μεγάλο βαθμό υπονομευμένη μορφή της παμπάλαιας κοινοκτημοσύνης της γης, να περάσει κατευθείαν στην ανώτερη, στην κομμουνιστική μορφή της κοινής γαιοκτησίας; Ή αντίθετα θα πρέπει να διατρέξει πρώτα την ίδια πορεία διάλυσης που χαρακτηρίζει την ιστορική εξέλιξη της Δύσης;
Η μόνη απάντηση που μπορεί να δοθεί σήμερα σ’ αυτό είναι η εξής: Αν η ρωσική επανάσταση αποτελέσει το σύνθημα για μια προλεταριακή επανάσταση στη Δύση, έτσι που οι δύο μαζί να συμπληρώνουν η μία την άλλη, η τωρινή ρωσική κοινή ιδιοκτησία της γης μπορεί να χρησιμεύσει σαν αφετηρία για μια κομμουνιστική εξέλιξη»[15].
«Οι άνθρωποί μας στη Ρωσία»
Ο Μαρξ και ο Ένγκελς δεν μελέτησαν τις ρωσικές συνθήκες από ακαδημαϊκή περιέργεια. Αντιθέτως, πίστευαν ότι η Ρωσία, που κάποτε ήταν η καρδιά της καθυστέρησης και της αντίδρασης, είχε γίνει «η προφυλακή της επαναστατικής δράσης στην Ευρώπη», οπότε η κατανόησή της ήταν πολιτική αναγκαιότητα. Αυτή η κατανόηση τροφοδότησε τη συνεπή υποστήριξή τους προς τους ριζοσπάστες λαϊκιστές που ανέλαβαν δράση κατά του τσαρικού καθεστώτος και τους έκανε να αποστασιοποιηθούν από ανθρώπους που περιορίζονταν στην ανάλυση και τον σχολιασμό. Η προσέγγισή τους υποκινούνταν, όπως έγραψε ο Μαρξ σε άλλο πλαίσιο, από την πεποίθηση ότι «κάθε βήμα πραγματικής κίνησης είναι πιο σημαντικό από δώδεκα προγράμματα»[16].
Μετά από μια περίοδο παρακμής στα τέλη της δεκαετίας του 1860 και στις αρχές της δεκαετίας του 1870, το ριζοσπαστικό λαϊκιστικό κίνημα αναγεννήθηκε, ξεκινώντας από το 1873, ως «ένα χαοτικό μαζικό προσκύνημα της διανόησης στο λαό... Νέοι άνδρες και γυναίκες, οι περισσότεροι από τους οποίους ήταν πρώην φοιτητές, περίπου χίλιοι συνολικά, μετέφεραν τη σοσιαλιστική προπαγάνδα σε όλες τις γωνιές της χώρας. ... Αυτό το κίνημα, αξιοσημείωτο σε έκταση και νεανικό ιδεαλισμό, το πραγματικό λίκνο της ρωσικής επανάστασης, διακρίθηκε –όπως αρμόζει σε ένα λίκνο– από ακραία αφέλεια... Αυτό που ήθελαν ήταν μια ολοκληρωμένη επανάσταση, χωρίς συντομεύσεις ή ενδιάμεσα στάδια».
Το σε μεγάλο βαθμό αυθόρμητο κίνημα «προς το λαό» απέτυχε πλήρως. Οι αγρότες δεν ανταποκρίθηκαν, και πάνω από 700 νεαροί λαϊκιστές συνελήφθησαν και καταδικάστηκαν σε μακροχρόνιες ποινές φυλάκισης ή εξορία στη Σιβηρία. Παρόλα αυτά, η εμπειρία «ξύπνησε μια φλογερή επιθυμία να περάσουν από τα λόγια στην πράξη»[17].
Στις 24 Ιανουαρίου 1878, η Ζασούλιτς, ενεργώντας μόνη της, πυροβόλησε και τραυμάτισε σοβαρά τον κυβερνήτη της Αγίας Πετρούπολης, ο οποίος είχε διατάξει τον βάναυσο ξυλοδαρμό ενός πολιτικού κρατούμενου επειδή αρνήθηκε να βγάλει το καπέλο του. Στη συνέχεια αξιοποίησε την ευρέως δημοσιοποιημένη δίκη της για να αποκαλύψει τις ενέργειες και τις πολιτικές της κυβέρνησης. Στις 31 Μαρτίου, οι ένορκοι την έκριναν αθώα, προκαλώντας γενικευμένους πανηγυρισμούς στη Ρωσία και σε ολόκληρη τη δυτική Ευρώπη. Παρόλο που ούτε σκόπευε ούτε συμμετείχε σε περαιτέρω ενέργειες, η πράξη της ενέπνευσε άλλους: τους επόμενους μήνες, περίπου μισή ντουζίνα κυβερνητικοί και αστυνομικοί αξιωματούχοι δολοφονήθηκαν.
Ο Μαρξ και ο Ένγκελς υποστήριξαν ανεπιφύλακτα το νέο στάδιο του λαϊκιστικού αγώνα. Σε ένα άρθρο που δημοσιεύτηκε λίγο πριν από τη δίκη της Ζασούλιτς, ο Ένγκελς έγραψε: «Οι κυβερνητικοί πράκτορες διαπράττουν απίστευτες φρικαλεότητες. Απέναντι σε τέτοια άγρια ζώα πρέπει κανείς να αμύνεται όπως μπορεί, με μπαρούτι και μολύβι. Η πολιτική δολοφονία στη Ρωσία είναι το μόνο μέσο που διαθέτουν οι άνθρωποι με ευφυΐα, αξιοπρέπεια και χαρακτήρα για να υπερασπιστούν τον εαυτό τους ενάντια στους πράκτορες ενός πρωτοφανούς δεσποτισμού».
Εκείνο τον Σεπτέμβριο, επαίνεσε «τους ανθρώπους μας στη Ρωσία», οι οποίοι «με την αμείλικτη δράση τους, [είχαν] προκαλέσει το φόβο του Θεού στη ρωσική κυβέρνηση»[18].
Τον Οκτώβριο του 1879, η μεγαλύτερη λαϊκιστική οργάνωση Ζέμλια ι Βόλια (Γη και Ελευθερία) διασπάστηκε στα δύο. Η πλειοψηφία, που αυτοαποκαλούνταν Ναρόντναγια Βόλια (Λαϊκή Θέληση), υποστήριζε την «αποδιοργανωτική» δραστηριότητα (τρομοκρατία) με στόχο την ανατροπή της απολυταρχίας. Η μειοψηφία, στα μέλη της οποίας περιλαμβάνονταν η Ζασούλιτς και οι μελλοντικοί μαρξιστές Γκεόργκι Πλεχάνοφ και Πάβελ Άξελροντ, τάχθηκε υπέρ της εστίασης στην προπαγάνδα και την εκπαίδευση που απευθυνόταν στην αγροτιά∙ το όνομά τους, Τσέρνι Πέρεντελ (Μαύρη ή Γενική Αναδιανομή), αναφερόταν στην απαλλοτρίωση των περιουσιών των γαιοκτημόνων. Ο Μαρξ τους χλεύασε για την αποχή τους από τον αγώνα, αποκαλώντας τους «απλούς δογματικούς, μπερδεμένους αναρχικούς σοσιαλιστές, [των οποίων] η επιρροή στο ρωσικό «θέατρο του πολέμου “είναι μηδενική”».
«Σε αντίθεση με τους τρομοκράτες, οι οποίοι διακινδυνεύουν τη ζωή και τη σωματική τους ακεραιότητα, αυτοί οι άνθρωποι – οι περισσότεροι από τους οποίους (αλλά όχι όλοι) εγκατέλειψαν τη Ρωσία με δική τους πρωτοβουλία, αποτελούν το λεγόμενο Κόμμα Προπαγάνδας. (Προκειμένου να διαδώσουν την προπαγάνδα στη Ρωσία-μετακομίζουν στη Γενεύη! Τι δούναι και λαβείν!) Αυτοί οι ευγενείς είναι όλοι τους αντίθετοι στην πολιτικο-επαναστατική δράση. Η Ρωσία πρόκειται να βουτήξει με τα μούτρα στην αναρχική-κομμουνιστική-αθεϊστική χιλιετία! Εν τω μεταξύ προετοιμάζουν το έδαφος για αυτό το άλμα με τον κουραστικό δογματισμό»[19].
Την 1η Μαρτίου 1881, μετά από πολλές αποτυχημένες απόπειρες, ένα μέλος της Ναρόντναγια Βόλια δολοφόνησε τον Τσάρο Αλέξανδρο Β΄. Ένα μέλος πέθανε στην επίθεση και ένα άλλο συνελήφθη και βασανίστηκε για να αποκαλύψει τα ονόματα και τις διευθύνσεις των συντρόφων του. Έξι κεντρικοί ηγέτες συνελήφθησαν, και η δίκη τους έγινε θέμα συζήτησης σε όλη την Ευρώπη. Σε μια επιστολή προς την κόρη του Τζένι Λονγκέ, ο Μαρξ εξήρε την πολιτική σοβαρότητα των κατηγορουμένων:
«Παρακολουθείς την πορεία της δίκης των δολοφόνων στην Πετρούπολη; Πρόκειται για ανθρώπους εξαιρετικούς, sans pose melodramatique [χωρίς μελοδραματική πόζα], απλούς, ουσιαστικούς, ηρωικούς... [προσπαθούν] να διδάξουν στην Ευρώπη ότι ο τρόπος δράσης τους είναι ένας ειδικά ρωσικός και ιστορικά αναπόφευκτος τρόπος δράσης, ο οποίος δεν προσφέρεται περισσότερο για ηθικολογία –υπέρ ή κατά– όπως και ο σεισμός στη Χίο»[20].
Πολλές εξέχουσες προσωπικότητες, μεταξύ των οποίων ο συγγραφέας Βικτόρ Ουγκώ, διαμαρτυρήθηκαν για τη δίκη, η οποία διεξήχθη από επιλεγμένους δικαστές∙ ωστόσο, οι κατηγορούμενοι καταδικάστηκαν σε θάνατο. Η Σοφία Περόβσκαγια, ο Αντρέι Ζελιάμποφ, ο Νικολάι Κιμπάλτσιτς, ο Νικολάι Ρισάκοφ και ο Τιμοφέι Μιχαΐλοφ εκτελέστηκαν δημόσια μπροστά σε ένα τεράστιο πλήθος στις 3 Απριλίου 1881. Η εκτέλεση της Γκέσια Γκέλμαν καθυστέρησε επειδή ήταν έγκυος, αλλά πέθανε στη φυλακή πέντε ημέρες μετά τη γέννηση του παιδιού της.
Οι εκτελέσεις και η σύλληψη εκατοντάδων μελών και συμπαθούντων της Ναρόντναγια Βόλια που ακολούθησε κατέστρεψαν ουσιαστικά το ριζοσπαστικό λαϊκιστικό κίνημα. Ο Μαρξ και ο Ένγκελς έγιναν φίλοι με μερικούς εξόριστους που διέφυγαν στη Δυτική Ευρώπη και ήλπιζαν σε μια αναβίωση, αλλά το καθεστώς του τσάρου Αλέξανδρου Γ´ ήταν πιο εδραιωμένο και καταπιεστικό από τον προκάτοχό του. Η ρωσική αριστερά δεν άρχισε να ανακάμπτει παρά μόνο τη δεκαετία του 1890.
«Η πραγματική, χυδαία ιστορία»
Εκ των υστέρων, είναι προφανές ότι ο Μαρξ και ο Ένγκελς υπερεκτίμησαν τη δύναμη του επαναστατικού κινήματος στη Ρωσία και υποτίμησαν τη δύναμη του απολυταρχικού καθεστώτος. Τα γραπτά τους για τη Ρωσία πρέπει να διαβαστούν έχοντας αυτό υπόψη.
Ωστόσο, είναι επίσης σημαντικό να αναγνωρίσουμε ότι η προσέγγισή τους στις αγροτικές κοινότητες και τη ρωσική πολιτική ήταν πολύ διαφορετική από εκείνη που τους αποδίδουν κριτικοί του παρελθόντος και του παρόντος και που υπερασπίστηκαν μερικές φορές οι μαρξιστές τον εικοστό αιώνα.
Ο Μαρξ και ο Ένγκελς δεν προσπάθησαν να εντάξουν με τη βία τις αγροτικές κοινότητες σε ένα προκαθορισμένο ιστορικό μοντέλο. Όπως γράφει ο Τέοντορ Σάνιν, ο Μαρξ «αρνήθηκε να συμπεράνει την κοινωνική πραγματικότητα από τα ίδια του τα βιβλία». Αυτός και ο Ένγκελς δεν είχαν μια «ιστορικο-φιλοσοφική θεωρία», που να ορίζει μια συγκεκριμένη πορεία που πρέπει να ακολουθήσει η ιστορία – στην πραγματικότητα, το έργο τους διατρέχει η ιδέα ότι η ιστορία μπορεί να πάρει και έχει πάρει διάφορους δρόμους. Δεκαετίες νωρίτερα, στη Γερμανική Ιδεολογία, είχαν απορρίψει ρητά τις θεωρίες στις οποίες «η μεταγενέστερη ιστορία γίνεται στόχος της προγενέστερης ιστορίας» ως «θεωρητική στρέβλωση»[21].
Και, όπως επεσήμανε ο Έρικ Χόμπσμπαουμ στην εισαγωγή του στις σημειώσεις του Μαρξ στα μέσα της δεκαετίας του 1850 για τις προκαπιταλιστικές κοινωνίες, η περιγραφή των ιστορικών σταδίων ήταν αναλυτική και όχι χρονολογική. «Η απόφανση ότι ο ασιατικός, ο αρχαίος, ο φεουδαλικός και ο αστικός σχηματισμός είναι “προοδευτικοί” δεν συνεπάγεται επομένως καμία απλή μονογραμμική άποψη της ιστορίας, ούτε μιαν απλή άποψη ότι όλη η ιστορία είναι πρόοδος. Δηλώνει απλώς ότι κάθε ένα από αυτά τα συστήματα είναι, από πολλές κρίσιμες απόψεις, περισσότερο απομακρυσμένο από την πρωτόγονη κατάσταση του ανθρώπου»[22].
Ιδιαίτερα σημαντική για την απάντηση του Μαρξ στον Μιχαΐλοφσκι, η περιγραφή της «πρωταρχικής συσσώρευσης» στο Κεφάλαιο αναφέρει ρητά ότι «η ιστορία αυτής της απαλλοτρίωσης παίρνει διαφορετικές αποχρώσεις σε διαφορετικές χώρες και διατρέχει τις διάφορες φάσεις της σε διαφορετική διαδοχική σειρά και σε διάφορες ιστορικές εποχές. Μόνο στην Αγγλία πήρε την κλασική της μορφή και γι’ αυτό την παίρνουμε σαν παράδειγμα». Τα ιστορικά μέρη του Κεφαλαίου περιγράφουν και εξηγούν απλώς τι είχε συμβεί στη Δυτική Ευρώπη –ιδιαίτερα στην Αγγλία– και όχι τι θα έπρεπε ή πρέπει να συμβεί σε όλες τις περιπτώσεις, ανεξάρτητα από το πλαίσιο. Για να κατανοήσουμε τι ήταν δυνατό στη Ρωσία, ήταν απαραίτητο να «κατέβουμε από την καθαρή θεωρία στη ρωσική πραγματικότητα»[23].
Αναγνωρίζοντας ότι η κατάσταση στη Ρωσία έθετε ερωτήματα που δεν είχε ακόμη εξετάσει, ο Μαρξ ανέλαβε λεπτομερή έρευνα, διαβάζοντας εκατοντάδες βιβλία και δημοσιεύσεις και συζητώντας τα θέματα με Ρώσους που επισκέπτονταν το Λονδίνο, προτού καταλήξει σε συμπεράσματα. Ακόμα και τότε, δεν προσπάθησε να ορίσει μια αναπόφευκτη ιστορική πορεία – κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι ρωσικές κοινότητες θα μπορούσαν να προσφέρουν μια άμεση πορεία προς τον σοσιαλισμό μόνο αν η παρακμή τους ανακοπεί εγκαίρως, αν λάβουν υλική υποστήριξη από τη Δύση και αν μια επιτυχημένη επανάσταση ανατρέψει τη ρωσική απολυταρχία.
Δεν θεωρούσαν ότι η κοινωνική και πολιτική τους αντίληψη τους επέτρεπε να υπαγορεύουν τακτικές από μακριά. Το 1885, η Ζασούλιτς ζήτησε από τον Ένγκελς συμβουλές για την τακτική που θα έπρεπε να υιοθετήσουν οι μαρξιστές στη Ρωσία. Η απάντησή του επέδειξε μια πολιτική μετριοπάθεια που είναι πολύ σπάνια στην αριστερά σήμερα:
«Για μένα η ιστορική θεωρία του Μαρξ είναι η θεμελιώδης προϋπόθεση όλων των λογικών και συνεπών επαναστατικών τακτικών∙ για να ανακαλύψει κανείς αυτές τις τακτικές δεν έχει παρά να εφαρμόσει τη θεωρία στις οικονομικές και πολιτικές συνθήκες της εκάστοτε χώρας. Αλλά για να το κάνει αυτό κάποιος πρέπει να γνωρίζει αυτές τις συνθήκες∙ και σε ό,τι με αφορά, γνωρίζω πολύ λίγα για την πραγματική κατάσταση στη Ρωσία για να θεωρώ τον εαυτό μου ικανό να κρίνει τις λεπτομέρειες της τακτικής που απαιτεί αυτή η κατάσταση σε μια δεδομένη στιγμή»[24].
Κατά τη διάρκεια των επιθέσεων της Ναρόντναγια Βόλια κατά του τσαρισμού και των τσαρικών, ο Μαρξ και ο Ένγκελς εμπιστεύτηκαν την τακτική κρίση των επαναστατών που βρίσκονταν στην πρώτη γραμμή, επαινώντας τους επειδή επέμεναν στο δικαστήριο ότι η τακτική τους ήταν συγκεκριμένη για τη ρωσική κατάσταση. Η ενθουσιώδης υποστήριξή τους στη Ναρόντναγια Βόλια μεταξύ 1879 και 1881 έρχεται σε αντίθεση με την πεποίθηση πολλών μαρξιστών ότι οι δολοφονίες και η τρομοκρατία δεν είναι ποτέ κατάλληλες. Για τον Μαρξ και τον Ένγκελς, ωστόσο, η απόλυτη απαγόρευση συγκεκριμένων τακτικών ήταν εξίσου λανθασμένη με τον ισχυρισμό ότι ορισμένες τακτικές είναι πάντα κατάλληλες. Σε μια παράγραφο, στην οποία επαινούσε τις ενέργειες της Ναρόντναγια Βόλια, ο Μαρξ καταδίκαζε επίσης τον Γερμανό αναρχικό Γιόχαν Μοστ για την υποστήριξη της τρομοκρατίας. Η διαφορά ήταν ότι ο αναρχικός προωθούσε την τυραννοκτονία ως παγκόσμια απελευθερωτική πανάκεια, ενώ η Ναρόντναγια Βόλια επέμενε ότι οι τακτικές της ήταν συγκεκριμένες για τις ρωσικές συνθήκες[25].
Επίσης, σε ένα άρθρο του 1885, ο Ένγκελς καταδίκασε μια τρομοκρατική βομβιστική επίθεση στο Λονδίνο, ενώ υπερασπιζόταν την τακτική της Ναρόντναγια Βόλια στη Ρωσία.
«Τα μέσα πάλης που χρησιμοποιούν οι Ρώσοι επαναστάτες τους υπαγορεύονται από την ανάγκη, από τις ενέργειες των ίδιων των αντιπάλων τους. Πρέπει να λογοδοτήσουν στο λαό τους και στην ιστορία για τα μέσα που χρησιμοποιούν. Αλλά οι κύριοι που παρωδούν άσκοπα αυτόν τον αγώνα στη Δυτική Ευρώπη σαν σχολιαρόπαιδα... που δεν στρέφουν τα όπλα τους ούτε καν εναντίον πραγματικών εχθρών, αλλά εναντίον του κοινού γενικά, αυτοί οι κύριοι δεν είναι σε καμία περίπτωση συνεχιστές ή σύμμαχοι των Ρώσων επαναστατών, αλλά μάλλον οι χειρότεροι εχθροί τους»[26].
Οι επικριτές στο παρελθόν και σήμερα κατηγορούν επίσης συστηματικά τον Μαρξ και τον Ένγκελς για οικονομικό ντετερμινισμό. Όπως το έθεσε ένα πρόσφατο άρθρο, το «μοιραίο ελάττωμά» τους ήταν ότι πίστευαν ότι «επειδή η ανάπτυξη του καπιταλισμού ήταν αναπόφευκτη, δεν υπήρχε λόγος να σκεφτούμε την πραγματική μετάβαση από τον καπιταλισμό στον σοσιαλισμό ή τον ρόλο που θα μπορούσε να διαδραματίσει η Αριστερά στην ενεργό δημιουργία ενός καλύτερου κόσμου»[27]. Η αντίδραση του Μαρξ και του Ένγκελς στις ρωσικές εξελίξεις στις δεκαετίες του 1870 και του 1880 καταρρίπτει αυτή την καρικατούρα. Έβλεπαν τη ρωσική καπιταλιστική ανάπτυξη όχι ως «αναπόφευκτη», αλλά ως ανοιχτή σε ένα εύρος δυνατοτήτων, και υποστήριζαν ενεργά τις προσπάθειες μετασχηματισμού της ρωσικής πολιτικής μέσω της ανατροπής του Τσάρου.
Η προσέγγισή τους, όπως έγραψε ο Μαρξ στην κριτική του στον Πιερ-Ζοζέφ Προυντόν, δεν ήταν να επινοήσουν καθολικά μοντέλα, αλλά να μελετήσουν «την πραγματική, τη χυδαία ιστορία των ανθρώπων έτσι που να παρουσιάζει σε κάθε αιώνα, τους ανθρώπους αυτούς πραγματικά σα συγγραφείς και ηθοποιούς του ίδιου τους του δράματος»[28].
Μετάφραση: elaliberta.gr
Ian Angus, “Marx and Engels and Russia’s Peasant Communes”, Monthly Review, τόμος 74, τεύχος 5, Οκτώβριος 2022, https://monthlyreview.org/2022/10/01/marx-and-engels-and-russias-peasant-communes/.
Σημειώσεις
[1] Karl Marx “[Drafts of Letter To Vera Zasulich]” στο Karl Marx and Frederick Engels, Collected Works, τόμος 24 (Νέα Υόρκη: International, 1975–2004), 362–63 [Αποσπάσματα των σχεδίων επιστολών του Μαρξ παρατίθενται στο Karl Marx, Προκαπιταλιστικοί Οικονομικοί Σχηματισμοί, Κάλβος, Αθήνα (1982), μετάφρ. Θ. Καλοπίσης· δεν περιλαμβάνονται τα αποσπάσματα που αναφέρονται σε αυτό το άρθρο].
[2] The Land Matrix 2022, https://landmatrix.org/· Jampel Dell’Angelo et al., “Commons Grabbing and Agribusiness: Violence, Resistance and Social Mobilization”, Ecological Economics, 184 (2021).
[3] Silvia Federici, Re-Enchanting the World: Feminism and the Politics of the Commons (Όκλαντ: PM, 2018), 31, 38, 154.
[4] P. Chernikov, Fundamentals of Scientific Socialism (Μόσχα: Progress, 1988), 36–37, η έμφαση δικιά μου.
[5] Karl Marx, Capital: A Critique of Political Economy, μετάφρ. Ben Fowkes, τόμος 1 (Λονδίνο: Pelican, 1976), 861, 888–89, 891 [Καρλ Μαρξ, Το Κεφάλαιο, τόμος 1ος, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 2002, μετάφρ. Παναγιώτης Μαυρομάτης, σσ. 743, 745, 752, 755. Εδώ και στα υπόλοιπα αποσπάσματα δεν ακολουθούμε πάντα την ελληνική μετάφραση στην οποία παραπέμπουμε].
[6] Frances M. Watters, “The Peasant and the Village Commune”, στο The Peasant in Nineteenth-Century Russia, επιμ.. Wayne S. Vucinich (Στάνφορντ: Stanford University Press, 1988), 147.
[7] Marx and Engels, Collected Works, τόμος 43, 121.
[8] Carolyn J. Eichner, Surmounting the Barricades: Women in the Paris Commune (Μπλούμινγκτον, IN: Indiana University Press, 2004), 64.
[9] Marx and Engels, Collected Works, τόμος 24, 199.
[10] Marx and Engels, Collected Works, τόμος 24, 43, 48 [Φρίντριχ Ένγκελς, «Το κοινωνικό πρόβλημα στη Ρωσία», στο Φρίντριχ Ένγκελς, Μελέτες και Άρθρα, τόμος Α΄, Μπάυρον, Αθήνα 1975, μετάφρ. Λ. Αποστόλου, σσ. 55, 61, 62. Επίσης Φρίντριχ Ένγκελς, «Οι κοινωνικές σχέσεις στη Ρωσία», στο Καρλ Μαρξ και Φρίντριχ Ένγκελς, Διαλεχτά Έργα, τόμος ΙΙ, σσ. 48, 54].
[11] Αναφέρεται στο Kalyan Dasgupta, “Uneven Development, the Russian Question and Marxian Paradigm”, Social Scientist, 13, τεύχος 5 (1985): 8–9.
[12] “Karl Marx: A Letter to the Editorial Board of Otechestvenniye Zapiski”, στο Teodor Shanin, (επιμ.), Late Marx and the Russian Road: Marx and ‘The Peripheries of Capitalism’ (Monthly Review Press, 1983), 134–37 [Καρλ Μαρξ, «Επιστολή στο Οτετσεστβένιε Ζαπίσκι», e la libertà, 22 Απριλίου 2025, https://www.elaliberta.gr/%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%AF%CE%B1-%CE%B8%CE%B5%CF%89%CF%81%CE%AF%CE%B1/%CE%B8%CE%B5%CF%89%CF%81%CE%AF%CE%B1/10101-%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%BB%CE%AE-%CF%83%CF%84%CE%BF-%C2%AB%CE%BF%CF%84%CE%B5%CF%84%CF%83%CE%B5%CF%83%CF%84%CE%B2%CE%AD%CE%BD%CE%B9%CE%B5-%CE%B6%CE%B1%CF%80%CE%AF%CF%83%CE%BA%CE%B9%C2%BB].
[13] “Vera Zasulich: A Letter to Marx”, Late Marx and the Russian Road, 98–99.
[14] “Karl Marx: The Reply to Zasulich”, στο Late Marx and the Russian Road, 104, 109, 121, 123–24.
[15] Marx and Engels, Collected Works, τόμος 24, 426 [Καρλ Μαρξ, Φρίντριχ Ένγκελς, Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1998, σσ. 12, 13].
[16] Marx and Engels, Collected Works, τόμος 24, 426 [Καρλ Μαρξ, Φρίντριχ Ένγκελς, Μανιφέστο..., ό.π., σελ. 12]· τόμος 46, 69.
[17] Leon Trotsky, The Young Lenin, μετάφρ. Max Eastman (Νέα Υόρκη: Doubleday, 1972), 28, 31 [Λέον Τρότσκι, Ο νεαρός Λένιν, Πρωτοποριακή Βιβλιοθήκη, Αθήνα 2017, μετάφρ. Νίκος Ταμβακλής, σελ. 64].
[18] Marx and Engels, Collected Works, τόμος 14, 252· τόμος 45, 384.
[19] Marx and Engels, Collected Works, τόμος 46, 45–46, 83.
[20] Marx and Engels, Collected Works, τόμος 46, 83. Ένας σεισμός στο ελληνικό νησί της Χίου στις 3 Απριλίου 1881 σκότωσε σχεδόν 8.000 ανθρώπους.
[21] “Marx: The Reply to Zasulich”, 275· Marx and Engels, Collected Works, τόμος 5, 50 [Καρλ μαρξ, Φρίντριχ Ένγκελς, Η Γερμανική Ιδεολογία, τόμος Πρώτος, Gutemberg, Αθήνα 1989, μετάφρ. Κώστας Φιλίνης, σελ. 83].
[22] Eric Hobsbawm, “Introduction”, στο Karl Marx, Pre-Capitalist Economic Formations (Νέα Υόρκη: International, 1965), 38 [Eric Hobsbawm, «Εισαγωγή» στο Karl Marx, Προκαπιταλιστικοί Οικονομικοί Σχηματισμοί, ό.π., σελ. 52].
[23] Marx, Capital, τόμος 1, 876, η έμφαση δική μου [Κ. Μαρξ., Το Κεφάλαιο, τόμος 1ος, ό.π., σελ. 741]· Marx and Engels, Collected Works, τόμος 24, 354.
[24] Marx and Engels, Collected Works, τόμος 47, 280.
[25] Marx and Engels, Collected Works, τόμος 46, 83.
[26] Marx and Engels, Collected Works, τόμος 26, 294.
[27] Sheri Berman, “Marxism’s Fatal Flaw”, Dissent Magazine, 5 Μαΐου, 2018.
[28] Marx and Engels, Collected Works, τόμος 6, 170 [Καρλ μαρξ, Η αθλιότητα της φιλοσοφίας, Αναγνωστίδης, Αθύηνα χ.χ.έ., μετάφρ. Γεωργία Δεληγιάννη - Αναστασιάδη, σελ. 112].
