Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Όμηρος - ο πρώτος μυθιστοριογράφος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Όμηρος - ο πρώτος μυθιστοριογράφος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 21 Απριλίου 2026

Το Ευαγγέλιο στη γλώσσα του Ομήρου και ο Κώος πρωτοψάλτης Γιώργος Σακέλλης.

 

Το φθινόπωρο του 1988, φαντάρος σε ολιγοήμερη άδειά μου, επισκέφτηκα για πρώτη φορά την Πάτμο, και μάλιστα κατέλυσα όπου και η νονά μου –η νανά, στην ντοπιολαλιά μας– Φροσύνη (Δερνίκα, το γένος Γεωργιάδη, αδελφή της μητρικής γιαγιάς), στο αρχοντικό της Γεωργίας Οικονόμου, πολύ κοντά στο Μεγάλο Μοναστήρι, στην καλή περιοχή της Χώρας. Θεωρούσα ανοήτως την Πάτμο προορισμό θρησκευτικού τουρισμού, και ευθυνόταν και η νονά, πολλές φορές χατζήδαινα, που δεν είχε άλλη κουβέντα, η Πάτινος είναι καλύτερη κι απ’ τα Ιεροσόλυμα, εκτός που της θύμιζε και τη Χώρα της παλιάς προσεισμικής (προ του 1933) Κω, με τα καντούνια και τα δίπατα σπιτάκια της. Τουναντίον, το νησί ήτανε κοσμοπολίτικο, η Χώρα του αστική, όχι νησιωτική λαϊκή όπως στα Κυκλαδονήσια, και πρωτίστως λόγω του Μεγάλου Μοναστηριού από τις τελευταίες εστίες περήφανου ελληνισμού, εκεί διάβαζαν, έψελναν, προπαντός κατανοούσαν την ελληνιστική των Ευαγγελίων αλλά και την αρχαΐζουσα μεσαιωνική των ύμνων, το πρώτο ταξίδι έφερε το δεύτερο, σε λιγότερο από χρόνο κόλλησα. Κατά την επόμενη δωδεκαετία έκανα ελάχιστα ταξίδια πέρα απ’ την Πάτμο. Χειμώνα-καλοκαίρι, σε κάθε ευκαιρία ελεύθερου χρόνου, στα περίπτερα με ρωτούσαν πού εργάζομαι, με έβλεπαν τόσο συχνά που με θεωρούσαν μονίμως εγκαταστημένο. Στις 21 Νοεμβρίου, στα Εισόδια της Θεοτόκου, του 1991 απεβίωσε η πρώτη μου σπιτονοικοκυρά, με κληρονόμησε η Ελένη Κορώνη, η Ελενίτσα, σπάνιου, σπανιότατου ταπεραμέντου πλάσμα, στη μνήμη της Ελενίτσας μου κι αν χρωστάω σελίδες…

Δεν θυμάμαι ποια πρώτη χρονιά με έπεισαν, κάποιος με παρακίνησε, να μη χάσω στις τρεις το μεσημέρι της Κυριακής του Πάσχα τον Εσπερινό της Αγάπης στο Μεγάλο Μοναστήρι. Προερχόμουν λόγω πατρός από αριστερή οικογένεια, δεν είχα και ιδιαίτερη σχέση με λειτουργίες και τα συναφή. Σύχναζα στα πατινιώτικα εκκλησάκια, στο μεγάλο αντρικό, στο μικρό γυναικείο της Χώρας, στην Αποκάλυψη, ενίοτε και σε ενοριακούς ναούς, από γλωσσικό ή πολιτιστικό ενδιαφέρον, έλεγα η Χώρα της Πάτμου εκτός που είναι γνησίως πιο αστική κι απ’ το Παρίσι –και μα τον Θεό, το εννοούσα–, στα μοναστηράκια της πρώτον μιλιέται η ελληνική, δεύτερον ευφραίνονται τα ώτα περισσότερο από τις όποιες μουσικές εκδηλώσεις στο Μέγαρο, φράση με την οποία επίσης κυριολεκτούσα. Φτάνω, λοιπόν, και κάπως καθυστερημένος, πήχτρα ο κόσμος, παρακολουθούσα από το προαύλιο του καθολικού. Τι δοξαστική έξαρση, τι αναστάσιμος ενθουσιασμός σε ύμνους σαν το Φς λαρν γίας δόξης ή Τίς Θες μέγας, ύστερα το Ευαγγέλιο της μέρας, αυτό που διαβάζεται και σε ξένες γλώσσες, κάτι θυμόμουν από την παιδική μου Αγία Παρασκευή της Κω, εκεί όπου όλοι οι ιερείς της πόλης, όμως γύρω στις έντεκα πριν από το μεσημέρι, τελούν τον αντίστοιχο Εσπερινό, κι ενώ περιμένω την απόλυση, αίφνης κατακλύζει τ’ αυτιά μου, μα τι ήταν αυτό, άρχισα να στριφογυρίζω, ποιος ύμνος ή τι έψαλλαν, δεν διέκρινα από την ψαλμωδία παρά μονοσύλλαβες ή δισύλλαβες λέξεις, δεν θυμάμαι άλλοτε τον εαυτό μου σε τέτοια κατάσταση μεταρσίωσης και απορίας. Κάποιος απ’ την κοινότητα των Αθηναίων μονίμων επισκεπτών του νησιού απάντησε στην τρελή απορία του μούτρου μου, επρόκειτο για την απόδοση του Ευαγγελίου της ημέρας στη γλώσσα και στο μέτρο του Ομήρου, αγιορείτικη απόπειρα του δέκατου όγδοου αιώνα, ψαλλόταν στην Πάτμο και σε πολύ λίγους ναούς πέρα από το Όρος. Από εκείνο το Πάσχα, μέχρι να συμπληρώσω τη δωδεκαετία, δεν έχασα κανέναν πατινιώτη Εσπερινό της Αγάπης, κι αποτελούσε την κορύφωση, όντως την πιο μεγάλη ώρα στην αντίληψή μου του ετήσιου κύκλου.

Κι αφότου με το πλήρωμα του χρόνου ξέκοψα απ’ την Πάτμο, και για μικρό διάστημα… εκκλησιαζόμουν στην ενορία μου της Κω ή αλλού, κατέληξα να λέω, αν μάθεις σε μέλη και τελετουργίες βυζαντινές, το να βρεθείς σε όποιες λαϊκές ενορίες ύστερα, είναι περίπου σαν αυτόν που συνήθισε τα σαιξπηρικά έργα στο Όλντ Βικ (Old Vic) θέατρο, κι έπειτα τα ψάχνει σε επαρχιακούς ερασιτεχνικούς θιάσους –μα τον Θεό, και πάλι δεν υπερέβαλλα. 

Τα χρόνια, μην πω οι δεκαετίες κύλησαν, κάποτε μυήθηκα και στο χειμερινό κολύμπι, στον κολπίσκο των χειμερινών εδώ στην Κω πρωτοστατεί, άτυπος επίτιμος πρόεδρός μας, περασμένα ογδόντα, όμως ευσταλής, προσηνής, με το γέλιο και τον καλό λόγο μπροστά μπροστά, ο πρωτοψάλτης και καθηγητής της μουσικής Γιώργος Σακέλλης. Εκείνος με ήξερε, εννοώ με την ιδιότητα του συγγραφέα, και σε κάθε ευκαιρία στο νερό ή στην παραλία μού έψαλλε έναν-δυο στίχους, μαζί με την πρόσκληση, να πάω στην εκκλησία να τον ακούσω. Φτωχόπαιδο απ’ το χωριό Αντιμάχεια, τον είχανε στείλει οι δικοί του, καθώς και καλλίφωνος, στην Πατμιάδα. Σπούδασε τη βυζαντινή μουσική, χρόνια διακεκριμένος πρωτοψάλτης στην Αθήνα, παράλληλα καθηγητής μουσικής σε πρότυπα καλά σχολεία, εντούτοις δεν άντεξε στη μεγαλούπολη για πάρα πολύ, πήρε την οικογένειά του, κατεβήκανε στο νησί –ένας σοβαρός λόγος, η θάλασσα, ισχυρίζεται, και κανείς απ’ τους χειμερινούς εδώ δεν θα διανοούνταν να αμφισβητήσει το κίνητρό του αυτό.

Υπόσχεση στην υπόσχεση, κάποτε κίνησα, ένα κυριακάτικο πρωινό άναβα το κεράκι μου στον μητροπολιτικό Άγιο Νικόλαο, –ενορία του πατρικού, εκεί με βάφτισαν, εκεί και η εξόδιος της μαμάς πριν από λίγους μήνες. Ο Γιώργος Σακέλλης, ψάλτης έξοχος, με όλη τη στιβαρότητα, αλλά και τα ημιτόνια, όμως και την ώριμη οικονομία ενός σπουδαίου καλλιτέχνη-ερμηνευτή. Θα του χρωστώ πάντοτε που συγκέρασε μέσα μου την Πάτμο με την Κω. Και όσο τίποτε εκείνο το πρωινό στον κολπίσκο μας, που δεν θυμάμαι με ποια αφορμή αναφέρθηκε το ηρωικό. Άρχισα να του μιλάω για την Πάτμο. «Μα το ψάλλουμε κι εμείς, από την εποχή της Πατμιάδας το ξέρω, τους το έχω διδάξει, το ψάλλουμε χορωδία οι ψάλτες όλοι μαζί!» «Αλήθεια, Γιώργο; Και το ψάλλετε από χρόνια;» ψέλλισα εμβρόντητος και αναλογιζόμενος τι έχανα. «Ε, βέβαια!» κατένευσε εκείνος. Έκτοτε, φέτος τρίτος συναπτός χρόνος και Εσπερινός της Αγάπης στην Αγία Παρασκευή, και το νιώθω χρέος μου μετά την απόλυση, να ευχηθώ στον υπέροχο μουσικό και συμπολίτη και συγκολυμβητή: «Να ’σαι γερός, Γιώργο μου, ο Θεός να σου δίνει δύναμη και πολλά πολλά χρόνια!» –που μόνο ο Θεός ξέρει πόσο σπάνια διατυπώνω τόσο πολύ ολόψυχα μια ευχή!    

Σάββατο 2 Απριλίου 2016

Όμηρος, ο πρώτος δυτικός συγγραφέας.

Όμηρος, ο πρώτος δυτικός συγγραφέας

image



















Athens Voice, 2 / 4 / 2016.
Καταλαβαίνω πόσο προβοκατόρικος μπορεί να διαβάζεται ο τίτλος αυτού του άρθρου. Προϋποθέτει κατ’ αρχάς για το «συγγραφέας» την εγγραμματοσύνη του Ομήρου, ότι δηλαδή υπήρχε η γραφή στον καιρό του, κυρίως και παρά την προφορική διάδοσή τους ότι η σύνθεση των επών την απαιτούσε, που νομίζω αποδέχονται αρκετοί από τους ομηριστές, όσο για το «δυτικός», κανείς δε θα αμφισβητούσε το «ο πρώτος Ευρωπαίος συγγραφέας», που δεν έχει δα και διαφορά από τη δική μου διατύπωση –άλλωστε, θα εξηγηθώ.

Τετάρτη 30 Μαρτίου 2016

Έχε γεια, θείε Όμηρε. Θα σου ξανάρθω.


Δε μ’ αρέσουν οι συγκρίσεις. Ήτανε ανάμεσα στις πιο δυνατές αναγνωστικές εμπειρίες μου, παρόλο που η πρόθεσή μου δεν ήτανε κυρίως αυτή. Τα έπη με ενδιέφεραν ως λογοτεχνικό και πολιτιστικό υπόβαθρο, κάπως να αντιληφθώ τη βάση των αισθημάτων, πιο σωστά των αισθητικών μορφών, που διέπουν τον κόσμο όχι μόνο των προσώπων αλλά και του αφηγητή, για το ιστορικό μυθιστόρημα που έχω στα σκαριά.
Η ανάγνωση των επών, όπως την εννοώ στο σημείωμα αυτό, προϋποθέτει την επαρκή γνώση της αρχαίας γλώσσας.
Ο Όμηρος δεν είναι πεζογράφος είναι όμως μυθιστοριογράφος. Για την Οδύσσεια συμφωνούν όλοι: είναι ο μακρινός πρόγονος του αρχαίου μυθιστορήματος. Διάβασα και την Ιλιάδα σαν ένα συναρπαστικό μυθιστόρημα. Πρόκειται για αφηγηματική λογοτεχνία υψηλού ύφους. Ακριβώς τον ίδιο χαρακτηρισμό που κατά τη ρήση του Κούντερα δικαιούνται και οι στυλίστες μυθιστοριογράφοι μετά την εμβληματική Μαντάμ Μποβαρύ. Ο Όμηρος αφηγείται διεξοδικά, περιγράφει με κάθε λεπτομέρεια αντικείμενα και συχνά χώρους, τα πρόσωπά του, ακόμα και οι θεοί, αντιδρούν ψυχολογημένα, χειρίζεται σαν λόγιος λογοτέχνης τον αφηγηματικό σε σχέση με τον πραγματικό χρόνο (νομίζω και με προφανή την εγγραμματοσύνη του), υπάρχει τόση και τέτοια κυριολεξία και ακρίβεια στο πρωτότυπο κείμενο, (και γιατί το δακτυλικό εξάμετρο παρείχε μεγαλύτερη ευχέρεια στον αφηγητή απ' οποιοδήποτε νεοελληνικό μέτρο) αφηγηματική πληρότητα που δυστυχώς οι έμμετρες μεταφράσεις δεν αποδίδουν.

Τρίτη 29 Μαρτίου 2016

Πατέρας και γιος (Οδ. Ω. 223 – 250).


(Ο Οδυσσέας βρίσκει τον πατέρα του να περιποιείται ένα δεντράκι στο περβόλι του. Σαν ηλικιωμένος γεωργός νοικοκυραίος του καιρού μας. Ξεβοτανίζει και σκάβει το λάκκο γύρω από τη ρίζα του δέντρου.
Ο πατέρας θ’ αναγνωρίσει το γιο, ζητώντας του σημάδια κι αυτός, και όταν βεβαιωθεί ποιος είναι από τη συγκίνησή του θα λιποθυμήσει. Γιοι και πατεράδες αγαπιούνται πολύ στα έπη.
Η Οδύσσεια τελειώσει με την παρέμβαση της Αθηνάς και του Δία που διαμηνύουν στη συνέλευση των Ιθακήσιων και στους οργισμένους συγγενείς των μνηστήρων ότι εγκρίνουν τον τρόπο που απένειμε τη δικαιοσύνη ο Οδυσσέας.)

Δευτέρα 28 Μαρτίου 2016

Ο υγρός και σκοτεινός δρόμος (Οδ. Ω. 9 – 14).

(...Ίσαμε τον ἀσφοδελὸν λειμῶνα, το χλοερό τόπο των αρχαίων ηρώων. 
Ο ψυχοπομπός Ερμής κρατώντας τη χρυσή ράβδο του που θέλγει τὰ ὄμματα τῶν ἀνδρῶν / τα βλέμματα των ανθρώπων, οδηγεί τις ψυχές των μνηστήρων στα εὐρώεντα κέλευθα / στις μουχλιασμένες ατραπούς, στον υγρό και σκοτεινό δρόμο.)

Τους οδηγούσε ο άδολος Ερμής, κατέβαιναν τον υγρό και σκοτεινό δρόμο. Πέρασαν τα ρεύματα του Ωκεανού και τη Λευκή Πέτρα, διάβηκαν του ήλιου τις πύλες και τη χώρα των ονείρων∙ και γρήγορα φτάσανε στο λιβάδι με τους ασφόδελους, εκεί όπου κατοικούν οι ψυχές, οι ίσκιοι των πεθαμένων.

(Το άνθος του ασφόδελου.)

[Ομήρου Οδύσσεια, ραψωδία ω, στίχοι 9 – 14]

Κυριακή 27 Μαρτίου 2016

Διαχρονική ευχή (Οδ. Ψ. 211 – 213).

(Δίστιχο που δε γινόταν να μην απομονώσω.)

Ο ένας του άλλου τα νιάτα να χαρούμε και συντροφευμένοι ως τα βαθιά γεράματα να φτάσουμε.


(John Flaxman (1755-1826): Η συνάντηση του Οδυσσέα και της Πηνελόπης.)

 [Ομήρου Οδύσσεια, ραψωδία ψ, στίχοι 211 – 213]

Το ριζωμένο κρεβάτι (Οδ. Ψ. 177 – 217).


(Το κρεβάτι της Πηνελόπης και του Οδυσσέα -τι άλλο;- ήτανε ριζωμένο.
Δεν της αρκεί ως αναγνωριστικό σημάδι η ουλή από το άσπρο δόντι του κάπρου στο πόδι του άντρα της, τον δοκιμάζει και με το ιδιαίτερο μυστικό της κλίνης τους.)

«Εμπρός, λοιπόν, Ευρύκλεια, στρώσε το κρεβάτι του έξω από την καλοχτισμένη κάμαρά μας, που ο ίδιος την έχτισε, έξω εκεί να του μεταφέρεις ολόκληρο το κρεβάτι και βάλε στρώμα και προβιές και χλαίνες και λαμπερά σκεπάσματα.»
Έτσι είπε δοκιμάζοντας τον άντρα της∙ κι ο Οδυσσέας με στενοχώρια απάντησε στη συνετή κι αγαπημένη σύζυγο: «Γυναίκα, αυτά τα λόγια σου, αλήθεια, με στενοχωρήσανε πολύ. Ποιος μετακίνησε το κρεβάτι μου; Θα ήτανε δύσκολο και για τον καλύτερο τεχνίτη, εκτός αν ένας θεός ο ίδιος ερχόταν, αυτός μόνο αν ήθελε θα το μετακινούσε εύκολα σε άλλο μέρος. Ανάμεσα στους ανθρώπους, όμως, κανένας ζωντανός θνητός, ούτε στα καλά του νιάτα, δε θα του άλλαζε θέση με ευκολία, καν με μοχλό, γιατί υπάρχει απ’ την κατασκευή του ένα μεγάλο μυστικό στο σκαλιστό κρεβάτι, δικό μου δημιούργημα, όχι κάποιου άλλου.

Παρασκευή 25 Μαρτίου 2016

Μετά από είκοσι ολόκληρα χρόνια (Οδ. Ψ. 85 – 95).


(Υπέφεραν και οι δυο τους είκοσι χρόνια γι’ αυτή τη στιγμή. Οι συγγραφείς της σειράς μπερδεύουν την αφήγηση με το αισθηματικό της φορτίο ή πολύ χειρότερα με τις ιδέες τους∙ οι καλοί συγγραφείς, αντίθετα, και πρώτος ο Όμηρος βέβαια, μεριάζουν, σεβόμενοι τους ίδιους τους ήρωές τους. Ο Οδυσσέας και η Πηνελόπη, ο ένας απέναντι στον άλλο, μετά από είκοσι ολόκληρα χρόνια, μένουν αμήχανοι, σιωπηλοί. Της ίδιας αισθηματικής οικονομίας όπως το κούνημα της ουράς και το κατέβασμα των αυτιών του γέρικου Άργου μαζί με το δάκρυ του Οδυσσέα για τον πιστό του σκύλο, επτά ραψωδίες νωρίτερα (Οδ. Ρ. 291 – 327).)

Κατέβαινε από την κάμαρα του ορόφου κι έβαζε πολλά με το νου της, αν από μακριά θα υπέβαλλε σε ανάκριση τον αγαπημένο σύζυγο ή θα ’τρεχε πάνω του, το κεφάλι του να φιλήσει, να πιάσει τα δυο χέρια του, να τα φιλήσει κι αυτά. Φάνηκε στην πόρτα της αίθουσας, πέρασε το πέτρινο κατώφλι, ύστερα πήγε και κάθισε απέναντι από τον Οδυσσέα, στο αντιφέγγισμα της φωτιάς, πλάι στον αντικριστό τοίχο∙ αυτός πάλι καθότανε κοντά στην ψηλή κολόνα, με το βλέμμα κατεβασμένο, προσδοκώντας την κουβέντα που θα του ’λεγε η σοβαρή του σύζυγος τώρα που τον έβλεπε με τα μάτια της. Εκείνη όμως παρέμενε αμίλητη για ώρα πολλή και ο νους της ήτανε σε σύγχυση∙ κι άλλοτε από το πρόσωπό του δεν ξεκολλούσε τη ματιά της, κι άλλοτε δεν τον αναγνώριζε απ’ τα κουρέλια στο κορμί του.   

(Νίκος Εγγονόπουλος (1907-1985): Οδυσσέας και Πηνελόπη (1972).)

[Ομήρου Οδύσσεια, ραψωδία ψ, στίχοι 85 – 95]

Πέμπτη 24 Μαρτίου 2016

Θειάφι και φωτιά (Οδ. Χ. 480 – 501).

(Οι δώδεκα δούλες που είχαν σχέσεις με τους μνηστήρες και ο προδότης γιδοβοσκός Μελάνθιος θανατώνονται. Του τελευταίου, του κόβουν μύτη, αυτιά, τα γεννητικά όργανα τα πετούν στα σκυλιά, τα χέρια και τα πόδια. Κι όταν ολοκληρώθηκε η απονομή του δίκαιου, το μεγάλο φονικό, και καθαρίστηκε το σπίτι απ' τις βρομιές, ο Οδυσσέας απευθύνεται στην Ευρύκλεια για το τελευταίο, τον καθαρμό από το μίασμα.)

«Φέρε μου φωτιά, φέρε μου και θειάφι, γερόντισσα, που διώχνει το κακό, το παλάτι να θειαφίσω. Κι εσύ παράγγειλε στην Πηνελόπη να ’ρθει με τις θεραπαινίδες της. Και δώσε εντολή σ' όλες τις δούλες του σπιτιού να μαζευτούν εδώ.»
Κι η αγαπημένη παραμάνα, η Ευρύκλεια, συμφώνησε, αλλά και πρόσθεσε: «Ναι, παιδί μου, σωστά τα είπες αυτά. Μόνο έλα να σου φέρω ρούχα, χλαίνη και χιτώνα, μη στέκεσαι έτσι με κουρέλια σκεπασμένος στους φαρδιούς ώμους σου στο ίδιο σου το παλάτι, κι ο κόσμος τι θα λέει.»

Τετάρτη 23 Μαρτίου 2016

Κράτα μέσα σου τη χαρά (Οδ. Χ. 401 – 415).

(Ο Τηλέμαχος με εντολή του πατέρα του πάει και φέρνει την Ευρύκλεια, τη γριά έμπιστη παραμάνα. Εκείνη, με το που βλέπει το σωρό με τα πτώματα των μνηστήρων, δυσκολεύεται να συγκρατήσει τις φωνές της χαράς της.)

Βρήκε τότε τον Οδυσσέα μες στα κουφάρια των σκοτωμένων καταβρεγμένο από λέρες και αίματα σαν το λιοντάρι που κατασπάραξε βόδι οικόσιτο, στον αγρό, και που κινεί να φύγει κι όλο το στήθος και τα μάγουλά του κι απ’ τις δυο μεριές στάζουν αίμα και είναι τρομακτική η όψη του σαν το κοιτάς∙ έτσι και ο Οδυσσέας ήτανε ραντισμένος μαύρα αίματα ψηλά στα χέρια κι ως τα πόδια. Και η παραμάνα, όταν είδε τους νεκρούς και το αίμα που έρρεε πολύ, μπρος στο μεγάλο κατόρθωμα άρχισε να βγάζει κραυγές χαράς. Ο Οδυσσέας όμως τη συγκράτησε, της έκοψε τη φόρα και της μίλησε με λόγια που φτερούγισαν από το στόμα του: «Κράτα μέσα σου τη χαρά, γερόντισσα, και συγκρατήσου, μη φωνάζεις∙ γιατί δεν επιτρέπεται από τους θεούς μπροστά σε νεκρούς να κομπάζουμε. Αυτούς εδώ η μοίρα των θεών τούς δάμασε και τα μοχθηρά τους έργα. Γιατί κανέναν απ’ τους θνητούς ανθρώπους που τους συναπαντούσε δε λογάριαζαν ούτε κακός αν ήτανε ούτε καλός
     
(John Flaxman (1755-1826): Ο Οδυσσέας φονεύει τους μνηστήρες (1805).)

[Ομήρου Οδύσσεια, ραψωδία χ, στίχοι 401 – 415]

Τρίτη 22 Μαρτίου 2016

Αὐτοδίδακτος δ’ εἰμὶ (Οδ. Χ. 330 – 353).


(Και όταν πια είχε ξεκάνει όλους τους μνηστήρες, (απέμεναν οι δώδεκα άπιστες δούλες και ο προσβλητικός προς τον Οδυσσέα γιδοβοσκός του ανακτόρου, ο Μελάνθιος, που θα έχει και τον ατιμότερο απ’ όλους θάνατο), ο αοιδός Φήμιος θα πέσει στα γόνατα του βασιλιά ζητώντας να τον σπλαχνιστεί, καθώς διατείνεται ότι εξαναγκασμένος βρισκόταν στο παλάτι και διασκέδαζε τους μνηστήρες και ότι δε συγκαταλεγόταν σ’ αυτούς. Στα λόγια του, νομίζω, περιέχεται και η αρχαιότερη σχετική με την έμπνευση ομολογία της καλλιτεχνικής συνείδησης:
Αὐτοδίδακτος δ’ εἰμί, θεὸς δέ μοι ἐν φρεσὶν οἴμας παντοίας ἐνέφυσεν
Γιατί είμαι αυτοδίδακτος εγώ κι είναι από τον θεό έμφυτες στο νου μου οι κάθε λογής ωδές. 
Ο Οδυσσέας, ταις πρεσβείαις του ιδίου του Ομήρου βέβαια, στον Φήμιο, όπως και στον καλό φύλακα του Τηλέμαχου, στον κήρυκα Μέδοντα, μόνο σ’ αυτούς, θα χαρίσει τη ζωή.)

Δευτέρα 21 Μαρτίου 2016

Φιλιά φίλων ανδρών (Οδ. Φ. 221 – 229).


(Η Αθηνά υποβάλλει στην Πηνελόπη την ιδέα να δώσει το τόξο και τη φαρέτρα του Οδυσσέα στους μνηστήρες προκηρύσσοντας με αυτό αγώνα τοξοβολίας -το έπαθλο θα ήταν η ίδια εκείνη. Κανείς τους δεν μπορεί να τεντώσει επαρκώς τη χορδή του τόξου και λίγο προτού το δοκιμάσει ως «γερο – ζητιάνος» ο Οδυσσέας φροντίζει, έξω απ’ το παλάτι και την πόρτα της αυλής, προκειμένου να τους προσεταιριστεί, να αποκαλυφθεί στους πιστούς του υπηρέτες, το χοιροβοσκό Εύμαιο και τον αγελαδάρη Φιλοίτιο. Για να τους πείσει, γυμνώνει την ουλή από το δόντι του κάπρου στο πόδι του. Οι τρεις άντρες, συγκινημένοι, κλαίνε και φιλιούνται: στο κεφάλι, στους ώμους και στα χέρια.)

Έλυσε απ’ τη μεγάλη ουλή τα κουρέλια, κι οι δυο τους μόλις την είδαν κι όλα πια τους φανερώθηκαν καθαρά, έκλαιγαν κι αγκάλιαζαν το συνετό Οδυσσέα κι ακόμα περισσότερο δείχνοντας την αγάπη τους φιλούσαν το κεφάλι και τους ώμους του. Αμοιβαία κι εκείνος φιλούσε τα κεφάλια και τα χέρια τους. Και θα τους έβρισκε η δύση του ήλιου ακόμα να κλαίνε, αν δεν τους σταματούσε και τους έλεγε ο ίδιος ο Οδυσσέας: «Πάψτε τα κλάματα και τους λυγμούς, μην και μας δει κανένα μάτι απ’ το παλάτι κι ύστερα τρέξει μέσα και μας καρφώσει.»   

(Theodoor van Thulden (1606-1669): Ο Οδυσσέας στον αγώνα τόξου (1632).)

[Ομήρου Οδύσσεια, ραψωδία φ, στίχοι 221 – 229]

Σάββατο 19 Μαρτίου 2016

Η προφητεία (Οδ. Υ. 339 – 362).


(Στην ο’ ραψωδία (Οδ. Ο. 223-285) ο Όμηρος αφιέρωσε πολύ χώρο σ’ ένα από τα δεύτερα πρόσωπα του έπους, το μάντη Θεοκλύμενο, αυτόν που είχε καταφύγει στην Πύλο μετά από φόνο που διέπραξε στην πατρίδα του, το Άργος, και επειδή φοβόταν ότι οι διώκτες του τον ακολουθούσαν, ζήτησε από τον Τηλέμαχο να τον πάρει μαζί του στο καράβι για την Ιθάκη. Σ' εκείνους τους στίχους είχε γίνει, επίσης, εκτενής αναφορά στο γενεαλογικό του δέντρο. Αργότερα, στην ίδια ραψωδία (Οδ. Ο. 508-546), όταν ο Τηλέμαχος αποβιβάζεται στο λιμανάκι του Φόρκυνα για να ανηφορίσει προς το χοιροστάσιο του Εύμαιου και στέλνει το καράβι με τη συνοδεία του στο λιμάνι της Ιθάκης, μεριμνά ο Θεοκλύμενος να φιλοξενηθεί από τον Πείραιο, το γιο του Κλυτία.
Και, να, πέντε ραψωδίες ύστερα, στο τέλος της υ’, θα είναι αυτό το πρόσωπο, ο μάντης Θεοκλύμενος, που θα βοηθήσει να πυκνώσει δραστικά η αφήγηση, αλλά και που θα προετοιμάσει την ένταση για τις επερχόμενες φ’ και χ’, (όπου αντίστοιχα η Προκήρυξη Αγώνα Τόξου και η Μνηστηροφονία). Σαν να λέμε, ένα καλό δείγμα ομηρικής προοικονομίας.
Το απόσπασμα ξεκινάει με την απάντηση του συνετού Τηλέμαχου στο μνηστήρα Αγέλαο, που του πρότεινε να πείσει τη μάνα του να επισπεύσει την επιλογή και το γάμο της με έναν από κείνους.)

«Όχι, μα τον Δία, Αγέλαε, και μα τα βάσανα του πατέρα μου που μακριά απ’ την Ιθάκη ποιος ξέρει χάθηκε ή περιπλανιέται, καθόλου δε βραδύνω εγώ το γάμο της μητέρας μου, αλλ’ αντίθετα την προτρέπω να παντρευτεί μ’ όποιον εκείνη θέλει και επιπλέον προτίθεμαι να δώσω αναρίθμητα δώρα. Όμως ντρέπομαι με λόγια βίαια δίχως τη θέλησή της να την εξαναγκάσω να φύγει απ’ το παλάτι -θεός να μην το δώσει τέτοιο πράγμα.»
Έτσι μίλησε ο Τηλέμαχος κι η Παλλάδα Αθηνά ξεσήκωσε στους μνηστήρες ασταμάτητα γέλια και παραπλάνησε το νου τους. Κι αυτοί κυριεύτηκαν από ακούσιο νευρικό γέλιο και τρώγανε κρέατα που στάζαν αίματα και τα μάτια τους γέμιζαν δάκρυα και η ψυχή τους προαισθανότανε το θρήνο.
Και τότε ο όμορφος σαν θεός Θεοκλύμενος τους φώναξε: «Αχ, κακόμοιροι, τι κακό και τούτο που παθαίνετε. Νύχτα τυλίγει και τα κεφάλια σας, και τα πρόσωπα, και κάτω τα γόνατά σας, κι ο οδυρμός και οι δυνατές κραυγές ανάψανε, κι ιδού τα δάκρυα στα μάγουλά σας, και μ’ αίματα ραντίστηκαν οι τοίχοι και οι ωραίες μεσοτοιχίες∙ και το προστώο είναι γεμάτο, γεμάτη και η αυλή σκιές νεκρών που χιμάνε προς το σκοτεινό διάκενο, τον προθάλαμο του Άδη∙ κι ο ήλιος χάθηκε από τον ουρανό κι απλώθηκε παντού ολόγυρα πηχτή ομίχλη.»
Έτσι είπε κι όλοι με την καρδιά τους γέλασαν σε βάρος του. Κι ο Ευρύμαχος, ο γιος του Πόλυβου, ανεβάζει τον τόνο και τους λέει: «Ο ξένος που μας ήρθε φρέσκος από την αλλοδαπή δεν είναι στα λογικά του. Πετάξτε τον αμέσως, παιδιά, από το σπίτι κι απ’ την πόρτα έξω, να βγει στην αγορά, στο ύπαιθρο, μια που του φαίνεται πως είναι νύχτα και σκοτάδι εδώ μέσα.»    

(Tako Hajo Jelgersma (1702-1795): Ο Θεοκλύμενος προφητεύει το τέλος των μνηστήρων.)

[Ομήρου Οδύσσεια, ραψωδία υ, στίχοι 339 – 362]

Παρασκευή 18 Μαρτίου 2016

Το Ἴλιον, το… Κακοΐλιον (Οδ. Τ. 594 – 597).


(Η ελληνική γλώσσα στην υπερτρισχιλιετή… αισθηματική της έκφραση: ο πονεμένος που καταριέται με το κακο- πρώτο συνθετικό (νεοελληνικά και με το παλιο-, στην αργκό επίσης με τα: σκατο- ή και κωλο-) ό,τι του προξενεί τον πόνο. Η Πηνελόπη ξέρει πως τις χαρές της ζωής τής τις έκλεψε το Ἴλιον / η Τροία, που το καταριέται… Κακοΐλιον / Κακοτροία ή Παλιοτροία. Το σύνθετο Σκατοτροία θα το εκστόμιζε μόνο μπροστά σε οικείο ακροατήριο, το Κωλοτροία, εκνευρισμένη πολύ, πάλι σε κλειστό κύκλο, νομίζω και σε μεγαλύτερη ηλικία.)

Τώρα εγώ θ’ ανεβώ πάνω στην κάμαρά μου, να πλαγιάσω στο κρεβάτι μου, που ’ναι γεμάτο από τους στεναγμούς μου, βρεγμένο απ’ τ’ ασταμάτητα δάκρυά μου, αφότου ο Οδυσσέας έφυγε να πάει σ' εκείνη την Παλιοτροία -που να ’ναι καταραμένο τ’ όνομά της.

(Λόφος Χισαρλίκ, τα ερείπια της Τροίας.)

[Ομήρου Οδύσσεια, ραψωδία τ, στίχοι 594 – 597]

Πέμπτη 17 Μαρτίου 2016

Οι χήνες, ο αετός και οι δυο πύλες των ονείρων (Οδ. Τ. 535 – 569).


(Η Πηνελόπη διηγείται το όνειρό της στο ζητιάνο γέρο που αγνοεί ακόμα πως είναι ο άντρας της, ο Οδυσσέας.)

«Μα έλα άκου και το όνειρό μου κι ερμήνευσέ το. Είκοσι χήνες στο σπίτι μου, βγήκαν απ’ το νερό, και τρώνε σιτάρι κι ευφραίνομαι να τις κοιτάζω. Και τότε ένας μεγάλος αετός ερχόμενος από το βουνό, αετός με γαμψό ράμφος, σπάει τους λαιμούς σ’ όλες τους και τις σκοτώνει. Κι αυτές ρίχνονται ένας σωρός στο ανάκτορο κι εκείνος πετάει ψηλά στον αιθέρα. Κι εγώ πια -μες στο όνειρό μου- έκλαιγα και σπάραζα και γύρω μου μαζεύονταν οι κόρες των Αχαιών με τις όμορφες πλεξούδες, καθώς θρηνούσα γοερά που ο αετός μού σκότωσε τις χήνες. Κι έρχεται πάλι το πουλί και καθίζει στη στέγη του παλατιού και με ανθρώπινη φωνή με σταματάει απ’ το κλάμα και μου λέει: “Βάλε θάρρος στην καρδιά σου, κόρη του ξακουστού Ικάριου, δεν είν’ όνειρο αυτό που βλέπεις, αλλά όραμα αίσιο που σύντομα θα γίνει πραγματικότητα. Οι χήνες είναι οι μνηστήρες, κι απ’ την άλλη εγώ, το πουλί, που αετός ήμουνα προηγουμένως και τώρα είμαι ο άντρας σου που ήρθα για να φέρω σκληρό θάνατο σ’ όλους τους μνηστήρες.” Έτσι είπε κι αμέσως ξύπνησα απ’ το γλυκό μου ύπνο κι όπως περιέφερα το βλέμμα στο σπίτι αντιλήφθηκα τις χήνες να τρώνε σιτάρι γύρω απ' την ταΐστρα τους σαν και πρωτύτερα.»
Και γι’ απάντηση ο πολυμήχανος Οδυσσέας τής είπε: «Καλή μου γυναίκα, δε γίνεται να ερμηνευτεί αλλιώς το όνειρο παρά με τον τρόπο που κι ο ίδιος ο Οδυσσέας σ’ το εξήγησε, πως δηλαδή περιμένει όλεθρος όλους τους μνηστήρες, και πως από το μαύρο θάνατο κανείς τους δε θα γλυτώσει.»
Κι η συνετή Πηνελόπη, από τη μεριά της, του απάντησε: «Ξένε, υπάρχουν όνειρα ακατανόητα, δυσερμήνευτα, κι ό,τι βλέπουμε οι άνθρωποι στον ύπνο μας δεν επαληθεύεται πάντοτε. Γιατί είναι δύο οι πύλες για τα όνειρα, που 'ναι φευγαλέα και αχνά: η μία από κέρατο κι η άλλη από φίλντισι. Κι όσα περάσουν μέσ’ απ’ την πύλη από καλοδουλεμένο φίλντισι είναι απατηλά και κουβαλούνε λόγια δίχως νόημα. Μα όσα περάσουν μέσ' απ’ την πόρτα από σκαλιστό κέρατο, ετούτα για το θνητό που θα τα δει βγαίνουν αληθινά. Εμένα, όμως, θαρρώ δεν έρχεται από κειπέρα τ' όνειρό μου το φοβερό, που τόση χαρά θα ’δινε και σε μένα και στο γιο μου.»  

(Domenico di Pace Beccafumi (1486-1551): Η Πηλεπόπη στα υψηλά δώματά της (1519).)

[Ομήρου Οδύσσεια, ραψωδία τ, στίχοι 535 – 569]

Τετάρτη 16 Μαρτίου 2016

Του ’δωσε τις χάρες, του ’δωσε και τ’ όνομα (Οδ. Τ. 392 – 412).


(Ο μητρικός παππούς Αυτόλυκος κληροδότησε τις χάρες του στον εγγονό Οδυσσέα, είναι κι ο ίδιος που τον ονομάτισε. Τα αναλογίζεται η παραμάνα Ευρύκλεια, όταν, ενώ πλένει τα πόδια του γέρου - ζητιάνου, από την ουλή στο πόδι, κατάλοιπο του κυνηγιού στον Παρνασσό, σημάδι απ’ το λευκό δόντι ενός θηριώδους κάπρου, αναγνωρίζει τον Οδυσσέα.
Ο παππούς Αυτόλυκος και η γιαγιά Αμφιθέη ήτανε οι γονείς της Αντίκλειας, της μάνας του Οδυσσέα.
Το LiddellScott δίνει στο λήμμα ὀδύσσομαι: ἡ μυθικὴ ἀρχὴ τοῦ ὀνόματος τοῦ Ὀδυσσέως ὡς μισουμένου ὑπὸ θεῶν τε καὶ ἀνθρώπων / ενώ για την εδώ χρήση: ὀδυσσάμενος πολλοῖσιν, την ερμηνεία: ἔχω παράσχει αἰτίας δυσαρεσκείας εἰς πολλούς.
Κατά κάποιο τρόπο ένα λογοπαίγνιο του Ομήρου.)

Και η γριά πλησίασε τον αφέντη της κι άρχισε να τον πλένει, μα κι αμέσως αναγνώρισε την ουλή απ’ το άσπρο δόντι του κάπρου στον Παρνασσό, τότε που πήγε στο γενναίο Αυτόλυκο και τους γιους του, στον παππού του από τη μεριά της μάνας του, που ξεπερνούσε όλους τους ανθρώπους στους όρκους αλλά και στους δόλους και τις κλεψιές, δώρα που του ’δωσε ο ίδιος ο Ερμής, γιατί κι αυτός τον ικανοποιούσε καίγοντάς του μηριά αρνιών και κατσικιών. Ο θεός, πάλι, του παράστεκε και τον γνοιαζόταν. 
Σαν ήρθε, λοιπόν, ο Αυτόλυκος στην καρπερή χώρα της Ιθάκης, ήταν μόλις που είχε γεννηθεί ο γιος της κόρης του, βρέφος που η Ευρύκλεια το απίθωσε πάνω στα γόνατα τα γεμάτα αγάπη του παππού, με το που εκείνος απόφαγε, ζητώντας του επιπλέον να ονοματίσει το παιδί: «Αυτόλυκε, εσύ τώρα βρες και δώσε όνομα στο αγαπημένο παιδί της κόρης σου, που με τόση λαχτάρα το περίμενες.» Κι ο Αυτόλυκος απάντησε με δυνατή φωνή: «Γαμπρέ μου και κόρη μου, δώστε του το όνομα που θα σας πω, γιατί εγώ -εμένα που με βλέπετε- στη γη κι ανάμεσα στους ανθρώπους (ὀδυσσάμενος πολλοῖσιν/) πολλούς έχω δυσαρεστήσει, και άντρες και γυναίκες Οδυσσέα, μ' αυτό το όνομα να τον φωνάζετε. Κι όταν με το καλό μεγαλώσει, ας έρθει ίσαμε τον Παρνασσό, στο μητρικό αρχοντικό του, εκεί που ’χω τα υπάρχοντά μου, απ’ αυτά να τον γεμίσω δώρα κι ύστερα χαρούμενο να τον ξεπροβοδίσω.»
       
[Ομήρου Οδύσσεια, ραψωδία τ, στίχοι 392 – 412]

Δευτέρα 7 Μαρτίου 2016

Την άνοιξη που οι μέρες μεγαλώνουν (Οδ. Σ. 356 – 383).


(Ενώ οι μνηστήρες τρων και πίνουν στο παλάτι του Οδυσσέα, ένας απ’ αυτούς, ο Ευρύμαχος, ο γιος του Πόλυβου, θα προσβάλει το μεταμορφωμένο σε γέρο ζητιάνο ήρωα. Η απάντηση του Οδυσσέα μού θύμισε σελίδες ρωσικής λογοτεχνίας, τα ήθη των γαιοκτημόνων του Ντοστογιέφσκι ή του Τολστόι.)

«Ξένε, αν σ’ έπαιρνα στη δούλεψή μου, θα ’θελες να μου ’ρθεις εργάτης στις άκριες του χτήματός μου –θα ’ναι μεγάλος ο μισθός σου- να χτίζεις ξερολιθιές και δέντρα να φυτεύεις; Εκεί τροφή άφθονη θα σου παρείχα και ρούχα να φορέσεις και υποδήματα για τα πόδια σου. Αλλά τώρα που κακόμαθες, δουλειά δε θα θες ν' αναλάβεις, μόνο προτιμάς σκυφτός να ζητιανεύεις από χωριό σε χωριό, για να μπορεί η αχόρταγη κοιλιά σου να βόσκει.»
Κι απαντώντας ο πολυμήχανος Οδυσσέας τού είπε:
«Ευρύμαχε, να γινόταν να παραβγούμε ο ένας τον άλλον στη δουλειά, την άνοιξη που οι μέρες μεγαλώνουν, στο χορτάρι, με καμπύλο δρεπάνι, με κοσιά, να κρατώ εγώ ένα, να κρατάς κι εσύ άλλο το ίδιο, να δοκιμαστούμε στον κόπο μέχρι να σκοτεινιάσει η μέρα, νηστικοί, και να μην τελειώνει το χορτάρι. Ή, πάλι, ένα ζευγάρι βόδια αν οδηγούσα, τα καλύτερα, ορμητικά, μεγάλα, να ’τανε και τα δυο χορτάτα από χόρτο, συνομήλικα, ίσης δύναμης, με σθένος ανεξάντλητο, και στην έκταση που μπορεί να οργώσει ένας άνθρωπος σε μια μέρα, ο κάθε βώλος χώμα να υποχωρούσε κάτω από το άροτρό μου∙ θα μ’ έβλεπες τότε τι αυλάκια θα ’κοβα από τη μια ίσαμε την άλλη άκρη. Κι αν πάλι ακόμα και πόλεμο ξεσήκωνε από κάπου σήμερα ο γιος του Κρόνου, μια ασπίδα αν είχα και δυο δόρατα και στο κεφάλι ως τους κροτάφους αρμοσμένο κράνος όλο από χαλκό, θα μ’ έβλεπες ανάμεσα στους πρόμαχους στην πρώτη γραμμή, και πια φωνάζοντας να σ' ακούνε όλοι δε θα με χλεύαζες για την κοιλιά μου. Όμως φέρεσαι μ' αλαζονεία πολλή και με σκληρή καρδιά και θαρρείς πως είσαι κανένας σπουδαίος ή και δυνατός, κι ο λόγος, γιατί κάνεις παρέα μ’ ανθρώπους ασήμαντους και δειλούς.»

(Vincent van Gogh (30 Μαρτίου 1853 – 29 Ιουλίου 1890): Η ανατολή σε χωράφι με σιτάρι την άνοιξη (1889).)

[Ομήρου Οδύσσεια, ραψωδία σ, στίχοι 356 – 383]

Κυριακή 6 Μαρτίου 2016

Το εκ θεού λίφτινγκ (Οδ. Σ. 188 - 205).


(Η θεά Αθηνά, προκειμένου να ευοδωθεί το σχέδιό της, βρίσκει τρόπο και, παρά τη θέλησή της, καλλωπίζει (/ἀγλαΐζει) την Πηνελόπη.)

Τότε άλλο πάλι επινόησε η Αθηνά, η θεά με τα λαμπερά μάτια. Περιέχυσε με ύπνο γλυκό την κόρη του Ικάριου, εκείνη πλάγιασε να κοιμηθεί, κι εκεί επάνω στο ανάκλιντρο της λύθηκαν όλες οι αρθρώσεις των μελών της. Και η μεγάλη θεά τα αθάνατα δώρα τής χάριζε, για να θαμπωθούν στη θέα της οι Αχαιοί. Στην αρχή τής καθάρισε το όμορφο πρόσωπο με θεϊκό κάλλος, το ίδιο με το οποίο αλείφεται η Αφροδίτη με τη λεπτή ζωσμένη μέση, σαν πηγαίνει μαζί με τις Χάρες στο χορό που ξεσηκώνει τις επιθυμίες∙ και την έκανε να δείχνει ψηλότερη και πιο τροφαντή, μα και λευκότερη από το επεξεργασμένο φίλντισι. Έκανε αυτά κι ύστερα αποχώρησε η μεγάλη θεά. Κι ήρθανε τα κορίτσια με τα κρινοδάχτυλα, οι θεραπαινίδες της, από το παλάτι, μπουκάρανε στην κάμαρά της με τις φωνές τους και την ξύπνησαν απ’ το γλυκό ύπνο. Έτριψε με τα χέρια τα μάγουλά της και είπε: «Αχ, τι μαλακός λήθαργος με βρήκε, την πολυβασανισμένη, μακάρι ένα τέτοιο μαλακό θάνατο να μου ’δινε η Άρτεμη η παρθένα –ας ήτανε και τώρα δα- από το μαράζι και το θρήνο της ψυχής μου να πάψει πια να φθείρεται η ζωή μου, που λαχταρώ τις χάρες του άντρα μου, γιατί τις είχε όλες κι ήτανε ο πρώτος ανάμεσα στους Αχαιούς.» 
    
(Angelica Kauffmann (1741-1807): Η Πηνελόπη στον αργαλειό της (1764).)

[Ομήρου Οδύσσεια, ραψωδία σ, στίχοι 188 – 205]

Σάββατο 5 Μαρτίου 2016

Σαν θα φυτρώσουν τα γενάκια του γιου μου (Οδ. Σ. 175-176 και 258 – 271).


(Στους πρώτους δύο στίχους (175-176) μιλάει η Ευρυνόμη, η ταμίη / η κελάρισσα ή οικονόμος όπως θα λέγαμε σήμερα του αρχοντικού, στην Πηνελόπη, την προτρέπει τώρα που πια μεγάλωσε ο Τηλέμαχος, να του δώσει τις πρέπουσες συμβουλές. Αλλά και παρακάτω ξαναγίνεται λόγος για τα γένια του Τηλέμαχου, στ. 258-271, όταν η Πηνελόπη θυμίζει στην ομήγυρη των μνηστήρων τα στερνά λόγια του Οδυσσέα σ’ εκείνην λίγο προτού αναχωρήσει για την Τροία.)

(175-176)
«… Γιατί και το παιδί σου έφτασε πια στην ηλικία που τόσο πολύ προσευχόσουν στους αθάνατους ν’ αξιωθείς να τον ιδείς, άντρας με τα γένια του φυτρωμένα.»

(258-271)
Αχ, όταν άφηνε τη γη της πατρίδας, μου ’πιασε τον καρπό του δεξιού χεριού και μου είπε: «Άκου, γυναίκα, γιατί νομίζω πως οι καλά οπλισμένοι Αχαιοί δε θα επιστρέψουμε όλοι σώοι από την Τροία∙ καθώς λένε πως οι Τρώες είναι άντρες πολεμιστές, ακοντιστές αλλά και τοξότες με βέλη, κι αναβάτες σε γρήγορα άλογα, και είναι σβέλτοι κι αποφασιστικοί στην πολεμική συμπλοκή σώμα με σώμα. Γι’ αυτό και δεν ξέρω αν θα επιτρέψει ο θεός να γυρίσω ή αν θα χαθώ εκειπέρα στην Τροία. Εσύ, ωστόσο, εδώ μερίμνησε για όλα. Έχε το νου σου στον πατέρα και τη μητέρα μου στο σπίτι όπως τώρα ή κι ακόμα περισσότερο, όσο εγώ θα λείπω μακριά. Αλλά και σαν δεις πως το παιδί μας έβγαλε γένια, τότε άφησε πια το σπίτι σου, παντρέψου μ' όποιον θα θελήσεις.»

[Ομήρου Οδύσσεια, ραψωδία σ, στίχοι 175-176 και 258 – 271]

Πέμπτη 3 Μαρτίου 2016

Ο άνθρωπος και ο σκύλος∙ ο Οδυσσέας και ο Άργος (Οδ. Ρ. 291 – 327).


(Ο χοιροβοσκός Εύμαιος μαζί με το γέρο ζητιάνο – Οδυσσέα φτάνουν στο παλάτι. Κοντά στην πύλη θα συναντήσουν το γέρικο σκυλί του δεύτερου, τον Άργο. Ο Άργος θα ξεψυχήσει αφού αναγνωρίσει, πρώτος και μόνο αυτός, τον Οδυσσέα. Η πολύ συγκινητική –δοσμένη με υποδειγματική αισθηματική οικονομία- μαρτυρία της σχέσης ανθρώπου και σκύλου είναι και η παλαιότερη στην αρχαία ελληνική γραμματεία.
Στο στίχο 310 –δεν είναι η μόνη φορά στην Οδύσσεια και δεν ήταν λίγες στην Ιλιάδα– ο Όμηρος απευθύνεται σε ένα από τα πρόσωπά του, εδώ στον Εύμαιο. Αφήγηση στο β' πρόσωπο, συχνή σε λαϊκές διηγήσεις και που προσδίδει ζωντάνια.)

Ένας σκύλος που κειτόταν σήκωσε το κεφάλι και τ’ αυτιά, ο Άργος, που ανήκε στον καρτερικό Οδυσσέα, αυτόν που κάποτε μονάχος τον ανάτρεφε, όμως και προτού να τον χαρεί έφυγε για την ιερή Τροία. Παλιότερα τον έπαιρναν μαζί τους νεαροί να κυνηγήσουν αγριοκάτσικα ή ζαρκάδια ή λαγούς. Έλειψε όμως ο αφέντης και καταφρονημένος τώρα πια κειτόταν σε πολλή κοπριά μουλαριών και βοδιών, χυμένη σε σωρό μπροστά απ’ τις πύλες, για να την κουβαλήσουν οι υπηρέτες και μ’ αυτήν να κοπρίσουν το μεγάλο βασιλικό χτήμα του Οδυσσέα. Πάνω εκεί ήτανε πλαγιασμένος ο σκύλος, ο Άργος, φορτωμένος τσιμπούρια.
Τότε, λοιπόν, με το που μυρίστηκε κοντά του τον Οδυσσέα, κούνησε την ουρά και κατέβασε και τα δυο αυτιά του, όμως περισσότερη δύναμη να πλησιάσει κοντύτερα στο αφεντικό του δεν είχε. Ο Οδυσσέας έστρεψε το πρόσωπο πλάγια, σφούγγισε ένα δάκρυ κρυφά από τον Εύμαιο, μα και πριν μεσολαβήσει στιγμή τον ρώτησε: «Αλήθεια, Εύμαιε, παράξενο πράγμα αυτός ο σκύλος να κείτεται στην κοπριά. Είναι όμορφο το κορμί του, αλλά δεν είμαι σίγουρος αν είναι γρήγορος στο τρέξιμο όσο όμορφος, ή μήπως είν' απ' τα σπιτικά σκυλιά που τα ανατρέφουν τ' αφεντικά για επίδειξη.»
Κι εσύ, Εύμαιε χοιροβοσκέ, του απάντησες και είπες: «Αυτός ο σκύλος είν’ εκείνου που πέθανε πολύ μακριά μας. Αν είχε το κορμί και την ενέργεια όπως τότε, όταν τον άφησε κινώντας για την Τροία ο Οδυσσέας, γρήγορα θα θαύμαζες την ταχύτητα και την ορμή του. Γιατί δεν του γλύτωνε αγρίμι στο πυκνό βαθύ λαγκάδι, αν το ’παιρνε στο κυνηγητό, κι ήξερε καλά να βρίσκει τα χνάρια τους. Αλλά τώρα υποφέρει, το αφεντικό του χάθηκε μακριά απ’ την πατρίδα, κι οι γυναίκες αμελούν να του δώσουν τροφή. Κι οι υπηρέτες, πάλι, σαν χάσουν την εξουσία οι βασιλιάδες, ύστερα δεν έχουν όρεξη να κάνουν τη σωστή δουλειά. Γιατί ο Δίας με τη φωνή του που αντηχεί στα πέρατα, τον άνθρωπο τον γδύνει απ’ τη μισή του αξία τη μαύρη μέρα της δουλείας του.»
Είπε και μπήκε στο παλάτι το όμορφα χτισμένο κι ευθύς κατευθύνθηκε προς τους αρχοντικούς μνηστήρες. 
Όμως τον Άργο τον πήρε η μοίρα του σκοτεινού θανάτου σαν αντίκρισε τον Οδυσσέα μετά από είκοσι συναπτά χρόνια.  

(Πάνω: John Flaxman (1755-1826), Οδυσσέας και Άργος (1805).
Κάτω: Bonaventura Genelli (1798-1868), Εύμαιος, Οδυσσέας και Άργος.)

[Ομήρου Οδύσσεια, ραψωδία ρ, στίχοι 291 – 327]