Πέμπτη 26 Μαρτίου 2026
The Traumatic Matrix of Narrative: Domestic Space, Mourning, and Identity in Antonis Nikolis’s The Gym
The Traumatic Matrix of Narrative
The novella centres on the shared life of two elderly half-sisters, Rania and Roula, who live
The young man from the gym, “Vasilis”, enters the domestic space as a catalytic figure. His
Παρασκευή 20 Φεβρουαρίου 2026
Αντώνης Νικολής, Το Γυμναστήριο ―από τον Δημήτριο Μποσνάκη.
Δημοσιεύτηκε στις Στάχτες (https://staxtes2003.com/2026/02/18/18-226/), από SF
Αντώνης Νικολής, Το Γυμναστήριο, εκδόσεις Ποταμός 2018
Η τραυματική μήτρα της αφήγησης:
Ο χώρος του οικείου, του πένθους και της ταυτότητας
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Η νουβέλα Το Γυμναστήριο του Αντώνη Νικολή αποτελεί μία από τις πιο απαιτητικές και τολμηρές αφηγηματικές καταθέσεις της σύγχρονης ελληνικής πεζογραφίας. Πρόκειται για ένα σκοτεινό, υπνωτικό κείμενο που διερευνά τον οικιακό χώρο ως πεδίο τραύματος, πένθους και αποδόμησης της ταυτότητας. Η αφήγηση εκκινεί από την απώλεια της μητέρας των δύο ηρωίδων και εξελίσσεται σε ένα τοπίο ψυχικής αποσύνθεσης, όπου σώμα, μνήμη και γλώσσα φθείρονται παράλληλα.
Η παρούσα μελέτη προσεγγίζει τη νουβέλα μέσα από τη φεμινιστική ψυχαναλυτική θεωρία (Kristeva, Irigaray, Grosz) και τη θεωρία της queer αρνητικότητας (Edelman, Halberstam), υποστηρίζοντας ότι Το Γυμναστήριο διαμορφώνει μια λογοτεχνική αντίσταση απέναντι στις ετεροκανονικές και χρονικά καθορισμένες δομές. Η άρνηση γραμμικής εξέλιξης, η αναστολή του μέλλοντος και η εμμονική επιστροφή στο τραύμα διαμορφώνουν μια αφήγηση που υπονομεύει τη λογική της αποκατάστασης και της προόδου. Παράλληλα, η συγγένεια του ύφους του Νικολή με συγγραφείς όπως η Woolf, ο Beckett, η Lispector, η Jean Rhys και η Καραπάνου τοποθετεί το έργο σε μια παράδοση εσωτερικής, διαλυτικής γραφής.
Η ΑΙΣΘΗΤΙΚΗ ΤΗΣ ΔΙΑΛΥΣΗΣ ΚΑΙ Η ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΤΗΣ ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΨΗΣ
Η ΠΛΟΚΗ
Η αφήγηση οργανώνεται γύρω από τη συμβίωση δύο ηλικιωμένων ετεροθαλών αδελφών, της Ράνιας και της Ρούλας, οι οποίες ζουν απομονωμένες μετά τον θάνατο της μητέρας τους. Ο χρόνος επανέρχεται σε κύκλους, εγκλωβισμένος σε έναν κλειστό οικιακό χώρο, όπου η καθημερινότητα διαρρηγνύεται από μνήμες και τραυματικές αναδρομές.
Η μητέρα, αν και νεκρή, παραμένει καθοριστική μορφή, καθώς η απουσία της στον παρελθόν, υπαρκτή και συναισθηματική, διαμόρφωσε τη θηλυκότητα των κοριτσιών μέσα από αστάθεια και έλλειψη. Πριν από κάθε τραυματικό γεγονός, προηγείται η αρχική μητρική ρωγμή.
Κεντρικός άξονας είναι το «γυμναστήριο» στο απέναντι κτίριο, το οποίο η Ράνια παρατηρεί από τη μπαλκονόπορτα του διαμερίσματος, όπου τα δύο πρόσωπα σκηνοθετούν τις καθημερινές αφηγηματικές εσπερίδες τους. Ο χώρος του «γυμναστηρίου» λειτουργεί ως επιφάνεια προβολής της επιθυμίας αλλά και ως επανενεργοποίηση του σεξουαλικού τραύματος. Στη νεότητά της, η Ράνια υπήρξε θύμα ομαδικού βιασμού, ένα γεγονός που έχει διαρρήξει τη σχέση της με το σώμα και τη μνήμη. Η αφήγησή της παραμένει διαρκώς κατακερματισμένη, ασταθής, συχνά αμφίσημη ως προς τα όρια μεταξύ φαντασιακού και πραγματικού.
Η Ρούλα, λιγότερο εκρηκτική αλλά σταθερά παρούσα, λειτουργεί ως αντιστικτική φωνή: συγκρατεί το τραύμα μέσα σε μια πρακτική καθημερινότητα. Η μεταξύ τους σχέση συγκροτεί έναν κλειστό μικρόκοσμο συνεξάρτησης, όπου η γλώσσα αντικαθιστά την εξωτερική κοινωνική ζωή.
Ο νεαρός άνδρας από το γυμναστήριο, ο «Βασίλης», εισβάλλει στον οικιακό χώρο και λειτουργεί ως καταλύτης. Η παρουσία του πυροδοτεί τη μετάβαση από τη μνημονική αναβίωση στη βίαιη πράξη, οδηγώντας στη σκηνή του φόνου, μια ακραία χειρονομία που δεν προσφέρει λύτρωση, αλλά επιβεβαιώνει τη βαθύτερη αποσύνθεση της υπαρξιακής συνθήκης των δύο γυναικών.
ΚΟΜΒΙΚΑ ΜΟΤΙΒΑ
- Η σκηνή της λίμνης
Η αφήγηση της λίμνης ταλαντεύεται ανάμεσα στο φαντασιακό και στο πραγματικό. Η αισθησιακή ατμόσφαιρα και οι αφηγηματικές αστάθειες δημιουργούν αρχικά την εντύπωση μιας σκηνής επιθυμίας. Ωστόσο, τα αποσπάσματα ωμής βίας αποκαλύπτουν τον ομαδικό βιασμό ως βαθύ πρωταρχικό τραύμα. Η αφηγηματική αμφισημία αναπαριστά τον τρόπο με τον οποίο το τραύμα διαστρέφει τη μνήμη και τη γλωσσική του απόδοση.
- Ο φόνος και η μεταφορά του σώματος
Η δολοφονία του «Βασίλη» συμπυκνώνει επιθυμία, εκδίκηση και ψυχική διάλυση. Η πράξη έχει χαρακτήρα παροξυσμικό και συμβολικό, ούτε αποκαθιστά το παρελθόν ούτε θεραπεύει το τραύμα. Η Ρούλα συμμετέχει στη συγκάλυψη μέσω της μεταφοράς των «δεμάτων» με το τεμαχισμένο σώμα, γεγονός που υποδηλώνει μια σιωπηρή συνενοχή. Η βία επιβεβαιώνει την αδυναμία υπέρβασης και δεν επιφέρει κάθαρση.
Η ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ ΤΗΣ ΝΟΥΒΕΛΑΣ – ΔΡΑΜΑΤΟΥΡΓΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ
Το Γυμναστήριο αναπτύσσεται σε παραισθησιακό ρυθμό, όπου το παρόν διαπλέκεται με βίαιες μνημονικές εκρήξεις. Η αφήγηση είναι θραυσματική, με επαναλήψεις και χρονικές συγχύσεις που αναπαριστούν τη δομή του τραύματος ως αδιάκοπη επιστροφή και όχι ως αναμνηστική αναφορά. Η νουβέλα αρνείται την κλασική δραματουργική εξέλιξη. Ο χώρος παραμένει στατικός, οι χειρονομίες επαναλαμβάνονται, και η απουσία τελικής λύσης μετατρέπει το έργο σε «στατικό δράμα», συγγενές με το θέατρο του παραλόγου. Η αφήγηση περιορίζεται στην εσωτερική εστίαση των δύο γυναικών· η εξωτερική αντικειμενική πραγματικότητα είναι ανύπαρκτη, υπάρχει μόνο η ψυχική εμπειρία.
Κυριακή 3 Νοεμβρίου 2024
Η Δοξούλα Παλαμάρα ξαναχτυπά!
Το Γυμναστήριο είναι μια σπαρακτική προσέγγιση στις ψυχικές νόσους, όπως τις βιώνουμε στην εποχή μας. Πότε ως αναγνώστες και πότε ως θεατές καθώς η νουβέλα μετατρέπεται σε ένα άρτιο θεατρικό κείμενο, βλέπουμε χρώματα, σμαραγδί και ραδικί κι όλες τις αποχρώσεις του πράσινου, ακούμε τρυφερές κοριτσίστικες φωνές να εκφράζουν τρυφερές κοριτσίστικες επιθυμίες “μόνο να χαϊδευτούμε ήθελα” και ενήλικες γυναίκες να διαπράττουν ένα αποτρόπαιο έγκλημα. Ο συγγραφέας δεν μέμφεται τους ήρωες του. Θύτες και θύματα, σε μια θανάσιμη ‘Ρόδα’ σε ένα ζοφερό Λούνα παρκ, η μάνα συνευρίσκεται με τους αρρενωπούς άντρες με γέλια και χαρές, αφήνει τα παιδιά της, επιστρέφει με λουλούδια, γλυκά και μακαρόνια φιογκάκια, οι κόρες ζουν στερημένες, χωρίς χαρές σε μια εποχή που οι χαρές φαίνονται εύκολες. Λίγο πιο πέρα από τη μπαλκονόπορτα, στο γυμναστήριο, κορμιά νεανικά, ιδρωμένα, με μυς και τατουάζ και λεπτά δακτυλάκια.
Δευτέρα 19 Απριλίου 2021
Ο άνθρωπος είναι το κεφάλι του.
Ένας μικρός αναστεναγμός σαν βαθιά ανάσα γλιστράει απ’ το στόμα της αφηγήτριας.
Μυρίζει άνοιξη και άπλα στην εξοχή.
«Και όπως ήτανε νωρίς το απόγευμα, όλοι αυτοί, μα κι εγώ μαζί τους, κάτι έγινε και σαν να βρεθήκαμε ξαφνικά σε μια έρημη αχανή αλάνα… Ούτε λόφος, ούτε δέντρο, ούτε τίποτε. Μόνο ξερό αργιλόχωμα, αλλού ασπρουδερό κι αλλού κοκκινωπό. Και απλωσιά, όση χωράει στο μάτι σου». Χαμογελάει, ένα γελάκι που καταλήγει σαρδόνιο. «Φύσαγε –να πω- ένα… τελετουργικό αεράκι, απ’ αυτά που σηκώνουν μικρούς στροβίλους σκόνης».
Η Ράνια κλείνει τα μάτια, «Αχ, ναι, βρέθηκα κιόλας εκεί».
«Μα δεν αποσκοπώ και σε τίποτε άλλο», δεύτερο γελάκι. «Ήτανε, που λες, όλοι τους όρθιοι: ένα ημικύκλιο, απέναντί μου. Στο κέντρο η αλλοδαπή η μάνα».
«Δεύτερη φορά που την ονομάζεις μάνα!»
«Μ’ αφού ήτανε, πώς αλλιώς να την πω;» κι άλλο γελάκι, «Το ξένη πια ή το αλλοδαπή, μόνα τους, δεν μου φτάνουν… Δίπλα της, η πενήντα κάτι, η αφηρημένη. Παραδίπλα, το αγόρι και το κορίτσι, τα δυο τους με τις στενές λεκάνες. Από την άλλη πλευρά, το παιδί με τα σπυράκια, τη σάκα και τη μεγάλη νάιλον σακούλα. Παραπέρα λίγο, ο μαύρος σπουδαστής με τα στρογγυλά γυαλάκια και οι τρεις οι δικοί μας, οι ψωμωμένοι, επιτέλους με κλειστά τα κινητά τους. Λίγο πιο πίσω, οι δύο οι θορυβώδεις, η φωνακλού και η άλλη με το κολάν, αμίλητες τώρα. Ακόμα και το πρεζάκι ο άστεγος, ο γέρος. Παραπίσω, μακρύτερα αυτός. Και όλοι τους σοβαροί, τα χέρια πιασμένα, κρεμασμένα μπροστά, χαμηλά, σεμνά, σαν σε τελετή. Και στραμμένοι προς τα μένα. Εγώ, πάλι, στεκόμουν σε ψηλό βάθρο, κι ένας ιμάντας πλατύς κατηφόριζε από τα πόδια μου μπροστά έως κάτω, στον βωμό. Ένας ιμάντας σαν τσουλήθρα».
Η Ράνια με το στόμα ανοικτό: «Βωμός!»
«Ένας πέτρινος, τίποτε φοβερό. Ένας μικρούλης. Οικογενειακός. Με ανάγλυφα κεφάλια βοδιών στεφανωμένα με γιρλάντες. Στη σχάρα του καίγονταν κούτσουρα ελιάς μαζί με χλωρά δαφνόκλαδα και μπόλικο μοσχολίβανο.» Ξανά γελάκι, «Χάσκεις, καημένη!»
«Θα με φάει η αγωνία. Μη σταματάς, λέγε!»
«Το… αεράκι, οι… στρόβιλοι, το… σιγανό τριζοβόλημα απ’ τα κούτσουρα. Δεν ακουγόταν τίποτε άλλο. Περίμενα έως ότου γίνει η ρέμβη μας βαθιά όσο χρειαζόταν, οι αισθήσεις μας να απομακρυνθούν από τα πράγματα λίγο, περίμενα πότε θα μου επιτρεπόταν ένα… άλλο πέταγμα. Ρυθμικό πέταγμα».
«Σκόπευες να πετάξεις;»
«Μη λέμε και χαζομάρες. Περίμενα την κατάλληλη στιγμή, για να την αναποδογυρίσω. Την τσάντα μου. Ούτε που θα το άγγιζα. Το δέμα. Το σφάγιο».
«Το… ποιο!» μ’ έναν ανεπαίσθητο βλεφαρόσπασμο, σαν γιατί τσιμπήθηκε.
«Το σφάγιο».
«Μη! Όχι, όχι…»
«Θα το πέταγα, θα κατρακυλούσε στον ιμάντα, στην τσουλήθρα, ίσαμε κάτω, στην εστία του βωμού».
Έτοιμη να καταρρεύσει απ’ την πολλή αγωνία: «Σταμάτα, λυπήσου με, θα βάλω τα κλάματα, αδελφούλα μου! Όχι… τώρα. Όχι ακόμα, σε παρακαλώ… Πες μου κάτι άλλο. Οτιδήποτε… Εσύ, ας πούμε, τι φόραγες εσύ;»
«Τι… φόραγα; Ένα χιτώνα, μόνο. Μονοκόμματο. Χειριδωτό και ποδήρη -που λένε και τα εγχειρίδια-, μακρυμάνικο και μάξι», κι άλλο γελάκι, «από ταφτά, νομίζω, πορφυρό. Α, και στο λαιμό, ένα φουλάρι - τύπου πετραχήλι», πάλι γελάκι, «σε χρώμα σμαραγδί».
«Μπράβο! Σμαραγδί και πορφυρό: τι έξοχα χρώματα!» Όμως, και καταρρέει, «Αδελφούλα μου…» πέφτει στο δάπεδο, αρκουδίζει ως τη θέση της Ρούλας, «αγαπημένη μου αδελφούλα, τρυφερή μου… μονάκριβή μου… παρηγοριά μου εσύ…» της αγκαλιάζει τις γάμπες, στριμώχνεται ανάμεσά τους.
«Έλα, έλα… φτάνει, καλά είναι…»
«Η καλή μου η αδελφούλα…» με ειλικρινή ευγνωμοσύνη.
«Και προς τι… όλ’ αυτά; Μήπως γιατί χρησιμοποίησα τη λέξη σφάγιο;»
«Μη! Όχι, όχι!»
«Μα τι αηδίες κάθομαι και αραδιάζω!» Πετάει το κουβάρι απ’ το χέρι. «Τίποτε απ’ όλ’ αυτά! Καμιά αλάνα, κανένας ιμάντας, κανένας βωμός… Άλλωστε, τα σχήματα του λόγου, τα περισσότερα, εγώ, τα σιχαίνομαι! Σ’ τα χάρισα –δεν σ’ τα χάρισα; Λοιπόν, τέλος οι αηδίες: εδώ το κράταγα», χτυπάει τα γόνατά της, «μέσα στην τσάντα, πάνω στα πόδια μου». Στρίβει το πρόσωπο διαγώνια προς την τραπεζαρία, σκέφτεται με ένταση. «Μα, αν έχεις το κεφάλι ενός ανθρώπου, έχεις τον άνθρωπο όλον. Στα μέρη του παππού μου, του πατέρα του πατέρα μου, όταν κάνουν την εκταφή του νεκρού, πετάνε τα υπόλοιπα κόκαλα περίπου στα σκουπίδια, κρατάνε μόνο το κρανίο. Ο άνθρωπος είναι το κεφάλι του. Κουβαλούσα το κεφάλι του, άρα τον κουβαλούσα όλον. Να γιατί χρησιμοποίησα τη λέξη σφάγιο!»
Η Ράνια παραιτημένη, ξέπνοη: «Έχεις δίκιο… Αλλά όχι τώρα. Όχι ακόμα, σε παρακαλώ…» Γέρνει το κεφάλι στο γόνατο της Ρούλας, κλείνει τα μάτια, ακούγεται η ανάσα της, σαν πονεμένης. «Σε παρακαλώ…»
[Απόσπασμα από τη νουβέλα "Το γυμναστήριο", εκδ. Ποταμός, Αθήνα 2018, σελ. 76-79]
Κυριακή 28 Φεβρουαρίου 2021
Τέλος πάντων, από κρινάκι σε κρινάκι χάθηκα.
(Σπαθάκι ή πετειναράκι, άγρια γλαδιόλα σε παρτέρι του κήπου. Το απόσπασμα από "Το γυμναστήριο".)
(...) »Εγώ περπατούσα σκυφτή, αφαιρέθηκα, σε μονοπάτια σκιασμένα από φυλλώματα που πλέκονταν ψηλά σε πυκνές αψίδες. Άφησα τους άλλους στους υπολογισμούς τους, έκοβα κυκλάμινα στις άκρες των μονοπατιών και κάτι άλλα κρινάκια κοκκινωπά που θύμιζαν γλαδιόλες σε μικρογραφία. Τα σπαθάκια, αν έχεις υπόψη σου, τα πετειναράκια –που τα κρινάκια τους βγαίνουν κατά μήκος του βλαστού; που γέρνουν προς τη μια πλευρά; Τέλος πάντων, από κρινάκι σε κρινάκι χάθηκα. Και τότε, σ’ έναν κολπίσκο με χλιαρό νερό, οι ατμοί να κυματίζουν πάνω από την πρασινωπή υγρή επιφάνεια –ξέρεις-, …να τοι, μια παρέα νεαροί αξιωματικοί, γυμνιστές. Εντελώς γυμνοί: ούτε μαγιό. Πέντε. Σίγουρα πέντε!»
Σταματάει, τον διαπερνάει όπως αν ήτανε πλάσμα της φαντασίας της μόνο, αν ήτανε διαφανής. Εκείνος μένει ασάλευτος. Ύστερα, σαν γιατί δόθηκε κάποιο σύνθημα, λύνει την πετσέτα γύρω απ’ τη λεκάνη του -φοράει σλιπ-, σκουπίζει αυχένα – πλάτη, της χαμογελάει. Η Ράνια κατεβάζει το βλέμμα αργά, τον σαρώνει ίσαμε κάτω στις φλέβες που δένουν τους αστραγάλους του, το αίμα επιστρέφει στο πρόσωπο, στα μάγουλά της.
Όπως θα το ’λεγε αν ήτανε η μάνα του: «Φοράς το σλιπ σου».
«Αν θες, το βγάζω».
«Όχι! Να χαρείς, όχι! Άλλωστε, μη νομίζεις, τόση πολλή γύμνια δεν αντέχεται…» Χαμογελάει, «Πάντως, ωραίο το σλιπάκι σου. Μόνος σου τα πλένεις τα εσώρουχά σου; Στο χέρι;»
«Η μάνα τα πλένει».
«Ναι, μωρέ, πάντα το ξεχνάω ότι μένεις με τη μαμά σου… Και πάνω που ετοιμαζόμουνα να σου πω: τίποτε πιο τρυφερό από έναν νεαρό εργένη που πλένει τα εσώρουχά του στο χέρι…» Τον χαζεύει. «Ωραίοι οι θωρακικοί, και οι δελτοειδείς, οι μύες σου… Τι ωραία που ξεδιπλώνεται το σώμα σου… εσύ ολόκληρος δηλαδή…» χαμογελάει, «και η ανάσα σου ακόμα, γερή και ανάλαφρη…».
Τετάρτη 5 Αυγούστου 2020
Αντώνης Νικολής: συνέντευξη στον Γρηγόρη Δανιήλ / Διάστιχο.
Γεννημένος το 1960, ο συγγραφέας, μυθιστοριογράφος Αντώνης Νικολής, με σπουδές στην κλασική φιλολογία, για την οποία εγκατέλειψε την ιατρική έπειτα από δύο χρόνια σπουδών, όπως μας εξομολογείται στη συνέντευξη που μας παραχώρησε με αφορμή την αναθεωρημένη έκδοση του Σκοτεινού Νησιού από τις Εκδόσεις Ποταμός, έχει παρουσιάσει τα τελευταία χρόνια ένα σημαντικό έργο που όχημά του δεν είναι η λογική, οι ιδέες ή και η αισθητική του κατάρτιση, αλλά κάτι πιο σύνθετο. Πρόκειται, λοιπόν, για ένα έργο συνεπές, ακόμα κι εκεί που θυμίζει παρωδία, χειραφετημένο, χωρίς μάλιστα κανένα μέλος του να στέκει παράταιρα.
Η αναθεωρημένη έκδοση του Σκοτεινού Νησιού, με το επίμετρο που τη συνοδεύει, εμπεριέχει και μια εκ νέου γνωριμία με το αναγνωστικό κοινό;
Είχε συγγραφικό ενθουσιασμό και ορμή χαράς –να πω- το πρώτο γράψιμο του Σκοτεινού Νησιού: μόλις είχα ανακαλύψει ότι επιτέλους μπορούσα να επιδοθώ στην πεζογραφία, στο είδος της λογοτεχνίας που περισσότερο αγαπώ σαν αναγνώστης. Παράτησα το θέατρο, τα παράτησα όλα, και έκτοτε της είμαι απόλυτα αφοσιωμένος. Βέβαια, παρά το ώριμο της ηλικίας και την ήδη αρκετή δουλειά σε γλώσσα και τέχνη, ήμουν άπειρος στον πεζό λόγο, απόδειξη πως τέλειωσα τη νουβέλα μέσα σε λίγες εβδομάδες μόνο, βιάστηκα, κράταγα στα χέρια μου το βιβλίο ύστερα από μερικούς μήνες. Κοντά δέκα χρόνια αργότερα κι αφού ολοκλήρωσα την τριλογία που ακολούθησε (Ο Δανιήλ πάει στη θάλασσα, Διονυσία, Ο θάνατος του μισθοφόρου), με διάθεση απολογισμού, κάπως να σουμάρω τα κύρια της διαδρομής, τα ξανάπιασα απ’ την αρχή το ένα μετά το άλλο. Με τα κεκτημένα, την πείρα δεκαετίας πια, τους έδωσα νομίζω πιο ακέραιη τη μορφή τους, με περισσότερες διορθώσεις στο Νησί, λιγότερες στον Δανιήλ, στη Διονυσία, στον Μισθοφόρο. Χάρη σ’ αυτή την αναδρομή, ξαναδούλεψα κι ένα παλιό σκαρίφημα, ξεχασμένο στο αρχείο μου, Το γυμναστήριο, το πέμπτο και νομίζω εντελέστερο από λογοτεχνική άποψη έργο μου. Δεν ξέρω αν προσβλέπω σε κάποιο κοινό, πολλώ μάλλον σε κάποια νέα επικοινωνία μαζί του. Στη λογοτεχνία βίωσα ότι το έργο είναι οιονεί βιολογικό ον. Το παιδί σου μπορεί να πάρει από σένα το ένα ή το άλλο χαρακτηριστικό, κάτι που όμως ούτε το αποφασίζεις εσύ, ούτε κατανοείς λογικά τη δημιουργία του. Το αληθινό έργο τέχνης περιέχει τον δημιουργό του, αλλά δεν κατασκευάζεται απ’ αυτόν. Δεν είναι λογική ή συνειδητή κατασκευή, όπως τα άλλης υφής κείμενα, τα δοκίμια, φέρ’ ειπείν, ή τα επιστημονικά συγγράμματα, ή τα δημοσιογραφικά άρθρα. Ο φιλότεχνος με αυθεντικό κριτήριο, ο φιλαναγνώστης εν προκειμένω, διακρίνει εύκολα το λογοτεχνικό από το έργο που μιμείται το λογοτεχνικό. Μιλώντας για το κοινό, μιλάμε για πολύ σύνθετα κοινωνικά ή ιστορικά φαινόμενα, υπάρχουν εποχές και τόποι όπου στα ευπώλητα συγκαταλέγονται η Αντιγόνη ή ο Οιδίποδας του Σοφοκλή, και μεταβατικές όπως η δική μας, και εδώ, στην περιφέρεια πια του (σύγχρονου) κόσμου, όπου το απαιτητικό ή αισθαντικό κοινό, ναι μεν υπάρχει, αν και δεν ξέρω την πραγματική δυναμική του, όμως και δεν δίνει τον κυρίαρχο τόνο και, φευ, φαίνεται να τυρβάζει περί άλλα. Περί τον ξένο κινηματογράφο ή τη μεταφρασμένη λογοτεχνία παλιότερα, πιο πρόσφατα κυρίως περί τις εισαγόμενες τηλεοπτικές σειρές – όλ’ αυτά συνήθως αδιαμφισβήτητης υψηλής καλλιτεχνικής αξίας. Δυστυχώς στην εγχώρια λογοτεχνία, για μύριους όσους λόγους, απέμεινε ως κοινό το άμεσα ενδιαφερόμενο σινάφι, τα ποικίλα παρεάκια, που διαβάζουν όσο διαβάζουν κυρίως με διάθεση ανταγωνιστική, που κάνουν τα πάντα για να διώχνουν, ν’ αραιώνει μέρα τη μέρα το κοινό των αληθινών φιλαναγνωστών, κι ένα πολυπληθέστερο άλλο, συμπαθές ίσως, κυρίες στην πλειονότητά τους, που κουρασμένες από τα συμβατικά (mainstream) σίριαλ, πυκνώνουν τις τάξεις των αναγνωστών της ροζ λεγόμενης λογοτεχνίας, ένα τμήμα τους και τις παρυφές της θεωρούμενης ποιοτικής. Προσωρινά, μ’ άλλα λόγια, η τηλεόραση κατισχύει του βιβλίου, του κλέβει (η καλή τηλεόραση) το καλό κοινό, και του στέλνει (η κακή τηλεόραση) το κακό κοινό. Το πράγμα θ’ αλλάξει μακροπρόθεσμα, και γιατί η λογοτεχνική αφήγηση είναι πάντοτε η πιο συναρπαστική, και γιατί ένα έστω ευάριθμο όμως επαρκές και απαιτητικό κοινό φιλαναγνωστών, σαν την καλή μαγιά, παραμένει εκεί στην άκρη.
Δευτέρα 1 Ιουνίου 2020
Διπλή (αρνητική) διάκριση.
Σάββατο 19 Οκτωβρίου 2019
Αιμόφυρτες φαντασιώσεις / Η Λίνα Πανταλέων στο περιοδικό Εντευκτήριο για το Γυμναστήριο.
Πέμπτη 1 Αυγούστου 2019
Η Ειρήνη Βουτσκόγλου στην ιστοσελίδα της για Το Γυμναστήριο.
Την ευχαριστώ πολύ.
Το Γυμναστήριο, του Αντώνη Νικολή
Τετάρτη 26 Ιουνίου 2019
Μια πολύ τιμητική αναγγελία.
Προχτές, Δευτέρα 24 Ιουνίου, η Αναστασία Λαμπρία, εκ των συνεκδοτών (Εκδόσεις Ποταμός) του τελευταίου μου βιβλίου, ανήγγειλε (fb) τη μόνιμη συνεργασία μας. Η ανάρτησή της:"Αντώνης Νικολής & Εκδόσεις Ποταμός
Το Γυμναστήριο έκανε την αρχή τον χειμώνα του '18 και ακολουθεί τον Οκτώβριο του '19 Το Σκοτεινό Νησί. Ο κύκλος μόλις έχει αρχίσει: όλα τα έργα του Α.Ν. παλαιότερα, ξαναδουλεμένα, αναθεωρημένα, νέα, αδημοσίευτα θα εκδοθούν από τον Ποταμό - μια συνεργασία που μας τιμά και μας γεμίζει χαρά."
Τα αισθήματα της χαράς και της τιμής είναι τουλάχιστον αμοιβαία. Να γίνουν, μακάρι, ο καλός άνεμος, η εὔπλοια των έργων στον Ποταμό της Αναστασίας (Λαμπρία) και του Κώστα (Παπαδόπουλου). Είμαι σίγουρος θα γίνουν.
Κυριακή 16 Ιουνίου 2019
16 Ιουνίου 2019: δέκα χρόνια μπλογκ Αντώνης Νικολής.
Η πρώτη ανάρτηση έγινε την Τρίτη 16 Ιουνίου του 2009. Έκτοτε, προστέθηκαν άλλες περίπου 760 (καμαρώνω ιδιαίτερα τις κατηγορίες / ετικέτες: Όμηρος - ο πρώτος μυθιστοριογράφος, Αρχαίο μυθιστόρημα, Δεύτερη Σοφιστική, Λουκιανός - ο Σύρος αττικιστής), ενώ οι επισκέψεις των αναγνωστών πλησιάζουν τις 76.000.
Πέμπτη 23 Μαΐου 2019
Το γυμναστήριο στη βραχεία λίστα του Αναγνώστη.
Την περασμένη Παρασκευή 17 τρέχοντος ανακοινώθηκε ότι Το γυμναστήριο συγκαταλέγεται στη βραχεία λίστα για τα βραβεία του Αναγνώστη.
Στην οικεία του κατηγορία, του διηγήματος-νουβέλας.
Να θυμίσω στην ίδια λίστα και κατηγορία είχε περιληφθεί το 2015 και Ο Δανιήλ πάει στη θάλασσα.
Παρασκευή 12 Απριλίου 2019
Χρίστος Παπαγεωργίου* / Αντώνης Νικολής: «Το γυμναστήριο».
Πέμπτη 28 Μαρτίου 2019
Ο αυθεντικότερος τόπος να συναντηθούμε.
Ακόμα μια ξεχωριστή βραδιά μετά από κείνην στη Λέσχη Ανάγνωσης τον περασμένο Ιανουάριο. Χτες, Τετάρτη 27 Μαρτίου 2019, στο ιδιαίτερα φιλόξενο βιβλιοπωλείο Επί Λέξει, Λυκαβηττού και Ακαδημίας 32, στην εκδήλωση που οργάνωσε με πολλή φροντίδα η Αναστασία Λαμπρία / οι Εκδόσεις Ποταμός. Είχαμε συναποφασίσει με τους δημοσιογράφους (αλλά και απόφοιτους φιλοσοφικών σχολών) Μαίρη Αδαμοπούλου και Κώστα Μοστράτο να πούμε τη βραδιά Εκδήλωση, όχι Παρουσίαση, να είναι περισσότερο ένα είδος ξενάγησης, όπως συνήθως λέγεται, στο εργαστήρι / στο ύφος να το πω… φιλολογικότερα της γραφής μου. Η Αναστασία έδωσε τον καταλληλότερο τίτλο «Ο Α. Ν. και τα κλειδιά για Το γυμναστήριο».
Κυριακή 24 Μαρτίου 2019
Δευτέρα 25 Φεβρουαρίου 2019
Εκδήλωση: "Ο Αντώνης Νικολής και τα κλειδιά για Το γυμναστήριο".
βιβλιοπωλείο Επί Λέξει
Ακαδημίας 32 & Λυκαβηττού
την Τετάρτη 27 Μαρτίου 2019 στις 7 μ.μ. - 10 μ.μ.
Ο Αντώνης Νικολής συζητάει με τους δημοσιογράφους Μαίρη Αδαμοπούλου και Κώστα Μοστράτο για την ανέλιξη του ύφους στο έργο του - τον μύθο, την επινόηση του αφηγητή, την οικονομία στην αφήγηση.
Σάββατο 9 Φεβρουαρίου 2019
Ένα σημείωμα της Κατερίνας Σχινά για το Γυμναστήριο.
Ποταμός, σελ. 104
Τετάρτη 23 Ιανουαρίου 2019
Η συνεύντευξη με τον Κώστα Μοστράτο στον Αθήνα 9.84.
(Από το 59:20 λεπτό έως το 1:25:40.)
Να ευχαριστήσω ακόμα μια φορά τον πολύ καλό Κώστα Μοστράτο.
Παρασκευή 18 Ιανουαρίου 2019
Αύριο, γύρω στις δώδεκα το μεσημέρι, στον Αθήνα 9.84, στους 98,3.
Αύριο στην εκπομπή ''Αθήνα το Φελέκι σου'', γύρω στις δώδεκα το μεσημέρι, μιλάμε με τον Κωνσταντίνο Μοστράτο για το Γυμναστήριο.
Όπως σημειώνει ο ίδιος ο Κ.Μ. (στο fb): "-Γύρω στις 12:00, ο συγγραφέας Αντώνης Νικολής, πρόσφατα υποψήφιος για το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος, θα μας μιλήσει στο στούντιο για το τελευταίο του βιβλίο, το άκρως ατμοσφαιρικό και γοητευτικό ''Γυμναστήριο'' (Ποταμός)."
Τετάρτη 16 Ιανουαρίου 2019
Νίκος Βατόπουλος: Η απρόβλεπτη πινακοθήκη ελασσόνων χαρακτήρων.
Η απρόβλεπτη πινακοθήκη ελασσόνων χαρακτήρων
ΝΙΚΟΣ ΒΑΤΟΠΟΥΛΟΣΑΝΤΩΝΗΣ ΝΙΚΟΛΗΣ
Το γυμναστήριο
εκδ. Ποταμός, σελ. 102
Παρακολουθούμε τη Ράνια να «τσουλάει το αμαξίδιο ίσαμε την ανοικτή μπαλκονόπορτα. Ψάχνει πυρετικά απέναντι, στ’ αποδυτήρια του γυμναστηρίου, τον νεαρό άντρα που συνήθισε ν’ αποκαλεί Βασίλη». Η Ράνια ζει μαζί με τη Ρούλα, την ετεροθαλή αδελφή της σε ένα διαμέρισμα στην Αθήνα, απομονωμένες, δύο γυναίκες κάποιας ηλικίας. Ζουν πίσω από μία γάζα μνήμης ή έστω ανάμεσα σε παραμορφωτικά κάτοπτρα. Είναι μια νουβέλα που κατά μία έννοια διευρύνει την ευρεία πινακοθήκη χαρακτήρων που εξελικτικά και με διάθεση ψυχικού ανατόμου προχωρεί ο Αντώνης Νικολής.
















