Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορικό μυθιστόρημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορικό μυθιστόρημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 4 Ιουνίου 2025

Στη Μάλτα των Ιπποτών και της Μεσογείου.

Συγκατέλεγα στα ταξιδιωτικά μου σχέδια ανέκαθεν τη Μάλτα. Χώρα της Μεσογείου και μάλιστα χώρα-νησί, –για την ακρίβεια χώρα-νησάκι! Μόνο 21 τετραγωνικά χιλιόμετρα μεγαλύτερη απ’ την Κω (295 η Κως, 316 η Μάλτα), και όμως με 553 χιλιάδες μόνιμους κατοίκους (η Κως, μόλις 37 χιλιάδες). Επιπλέον, γιατί εκεί κατέληξαν οι Ιωαννίτες Ιππότες αφότου στις αρχές του 16ου αιώνα οι Οθωμανοί τούς έδιωξαν από τα Δωδεκάνησα. Το τάγμα κι ας μη διδάσκεται στην επίσημη Ιστορία, αποτελεί συνειδητό ή ασύνειδο μέρος της πολιτιστικής ταυτότητας των Δωδεκανησίων, ιδιαίτερα των Ροδίων και Κώων. Τα κάστρα, οι πύλες, οι θυρεοί, τα παλάτια, οι τάφροι, η μοναδική Οδός των Ιπποτών στη Ρόδο, διάφορα κτιριακά κατάλοιπα, επίσης το ότι οι Ιταλοί στο αρχιτεκτονικό ύφος που έδωσαν στις πόλεις μας, κατά το σύντομο πέρασμά τους από τα Δωδεκάνησα στο πρώτο μισό του 20ού  αιώνα, τόνισαν αυτή την παράδοση. Οι Ιωαννίτες Ιππότες, μετά την Ιερουσαλήμ και την Κύπρο, έμειναν εγκαταστημένοι στα νησιά μας λίγο περισσότερο από δύο αιώνες. Ο ήρωάς μου στο Ο θάνατος του μισθοφόρου μελετάει την περίοδο της Ιπποτοκρατίας στα Δωδεκάνησα, και στο φινάλε του κειμένου –οιονεί αφηγηματική μου δοκιμασία στο είδος του ιστορικού μυθιστορήματος αμέσως πριν τον Περεγρίνο– νοερά ως Ιππότες, αυτός και συνοδευόμενος από τον νεαρό μισθοφόρο, καταφθάνουν έφιπποι στο Κάστρο (των Ιπποτών) στην Αντιμάχεια. Για τις σελίδες αυτές δεν έκανα μόνο μαθήματα ιππασίας σ’ έναν από τους τοπικούς ιππικούς ομίλους, έψαξα και τη σχετική βιβλιογραφία, τη μελετούσα στη Βιβλιοθήκη της Βουλής στην Αθήνα, αναγκαστικά σκόνταφτα και στα πεπραγμένα του τάγματος στη Μάλτα. Η Μάλτα, να προσθέσω τέλος –ακόμα ένα στοιχείο οικειότητας με τον τόπο–, απέχει μια ανάσα απ’ τη Σικελία, με πάμπολλες κάθε είδους επιρροές από τη μεγαλόνησο του Τζουζέπε Τομάζι ντι Λαμπεντούζα

Δευτέρα 5 Αυγούστου 2024

Και η υστάτη της ζωής του ολυμπιάδα.

 Περεγρίνος

(...) Τώρα όσο ποτέ, ακόμη κι αν δεν ήταν, όφειλε να συμπεριφέρεται ως ο σοφός, ο βαθύς, αυτός που ανέβηκε στο υψηλότερο βάθρο, που περίοπτος συγκεντρώνει πάνω του την προσοχή και τον σεβασμό των άλλων, όσων περισσότερων άλλων. Ασκεπής, όπως υποχρεωτικά όλοι, με το κεφάλι και τον κορμό στητό, κάποτε και ώρες στο λιοπύρι, στοχαστικός και σιωπηλός, αδιάφορος για ό,τι κι αν συνέβαινε γύρω του σε στάδιο, σε ιππόδρομο, σε παλαίστρα, –μεταξύ τους τον σχολίαζαν ακόμη και οι δικοί του: από πού ν’ αντλούσε τόσες αντοχές, τέτοια ανθεκτικότητα σε θερινό καύσωνα, σε δίψα, σε φασαρίες και φωνές έξαλλων φιλάθλων, ένας παραπάνω λόγος που το αμέσως προηγούμενο διάστημα είχε δώσει κάποια δείγματα λιποψυχίας–, και παρόλο που πολύ δύσκολα αποσπούσε κανείς την προσοχή του φιλοθεάμονος κοινού από τους αθλητές, όμως στα πρανή του στίβου στο στάδιο ή στον ιππόδρομο, ανάμεσα στους χιλιάδες θεατές, φαινόταν κάποτε κάποτε να διαπερνούν σαν ρίγη τα λοξοκοιτάγματα, ή τα αδιάκριτα επίμονα βλέμματα, ή το σούσουρο για την παρουσία του στην κορφή ή στο κέντρο της αλλόκοτης αγέλης των κυνικών (που ο ίδιος φαντασιωνόταν να αντιστοιχούν περίπου στη φράση:

Σάββατο 3 Αυγούστου 2024

Ο Περεγρίνος στην παρθενική ολυμπιάδα του.

Περεγρίνος

(...) Τον Ηρώδη θα τον συναντούσε πότε εδώ-πότε εκεί, λίγο αμεσότερα μερικούς μήνες αργότερα στην Ισθμία, στον ναό του Ποσειδώνα, όπου ο οδηγός της άμαξας με προορισμό την Ολυμπία, έκανε μικρή στάση για ανάπαυλα και για να θαυμάσουν τα κολοσσιαία αγάλματα του Ποσειδώνα και της συζύγου του Αμφιτρίτης στον κυρίως ναό, και το επίσης πελώριο δελφίνι με το παιδί στη ράχη του, τον θαλάσσιο θεό Παλαίμονα, στον ομώνυμο κυκλικό ναό, και τα τρία προσφορές του «μεγάλου ευεργέτη των Ελλήνων, του θαυμάσιου Ηρώδη», όπως κάθε λίγα βήματα τους επαναλάμβανε ο οδηγός. Και πόση έκπληξη για τη σύμπτωση, όταν στον περίβολο του θολωτού ναού με το δελφίνι αίφνης έκανε αισθητή με τη δέουσα ασφαλώς φασαρία η κουστωδία του Ηρώδη. Ήτανε μαζί του, κυριολεκτικά φρουρά του, ανάμεσα σε άλλους, ο πιστός του απελεύθερος ο Αλκιμέδοντας, ώριμος, όμως ακόμη ελκυστικός και παρά την ηλικία του και αρρενωπός άντρας, και παραδίπλα αυτός που δύσκολα μπορούσε να χωρέσει σ’ όποια περιγραφή η ομορφιά του, ο Αγαθίωνας όπως το παρονόμαζαν για να φέρνει γούρι (δηλαδή τι άλλο παρά την… αγαθή, την καλή τύχη, να εξυπηρετεί τέτοια και τόση αρμονία της φύσης), άλλοι τον έλεγαν ο Ηρακλής του Ηρώδη, κάποιος από τους συνεπιβάτες της άμαξας ψιθύρισε, «Να κι ο θεόρατος Σώστρατος», αν ήταν όντως αυτό το πραγματικό όνομά του, –ο Περεγρίνος δεν ανακάλεσε τον συνονόματο πατέρα του–, πανύψηλος πράγματι, με μακριά ανοιχτά καστανά μαλλιά, λεπτά μαύρα και σμιχτά φρύδια, μάτια στο χρώμα του μελιού ευκίνητα και ξύπνια, μύτη γρυπή, χείλη και δόντια να ξυπνούν τον πόθο του φιλιού, γενάκια αραιά εφηβικά, σβέρκο πλατύ και στιβαρό, στέρνο εύρωστο, κορμό και σκέλη γεροδεμένα, έως και τα δάχτυλα κι οι ράχες των ποδιών του σαν σμιλεμένες από ερωτομανή με τα αγόρια γλύπτη. Έκοβε την ανάσα η ομορφιά του αγοριού, κι εντούτοις η παρουσία του Ηρώδη δεν επισκιαζόταν σχεδόν καθόλου. Δέσποζε σαν να ήταν αυτός κι άλλος κανείς η απόλυτη υπερβολή της φύσης! Ο Περεγρίνος θα προτιμούσε να άνοιγε η γη να τον καταπιεί.

Τετάρτη 5 Ιουνίου 2024

Γιώργος Δεληγιαννάκης, "Διακρίσεως αγώνας άγονος" -το πλήρες κείμενο.

 Τεύχος 153

Ο αναπληρωτής καθηγητής της ύστερης αρχαιότητας στο Ανοικτό Πανεπιστήμιο της Κύπρου Γιώργος Δεληγιαννάκης δημοσίευσε εκτενές κείμενο κριτικής ανάλυσης για τον Περεγρίνο στο the books' journal, (τεύχος 153, σελ. 60-61), με τίτλο "Διακρίσεως αγώνας άγονος", -εδώ το πλήρες κείμενο.

 Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.

Διακρίσεως αγώνας άγονος
 

Από τον Γιώργο Δεληγιαννάκη

Η εν Ολυμπία πύρινη εξαέρωσις του θειότατου Παριανού Περεγρίνου στη ζώνη υψηλής θέασης. Ένα βιβλίο για έναν ματαιόδοξο κυνικό φιλόσοφο, το πέρασμα του οποίου από τη Γη ήθελε να στεφθεί με στεφάνι δόξης. Για τον Λουκιανό, ο Περεγρίνος ήταν ένας χαρισματικός τσαρλατάνος. Αλλά ο Αντώνης Νικολής, στο έκτο μυθιστόρημά του, ανατρέπει την προσέγγιση του Λουκιανού. Γιατί το μυθιστόρημά του αφορά τον σύγχρονο αναγνώστη; [ΤΒJ]

Τρίτη 14 Νοεμβρίου 2023

Εκδήλωση: Περεγρίνος / μια μυθιστορηματική βιογραφία στον ελληνορωμαϊκό κόσμο.

Διοργανωτής: Εκδόσεις Αρμός
στον χώρο των Εκδόσεων
Μαυροκορδάτου 11, Αθήνα
τη Δευτέρα 11 Δεκεμβρίου στις 7 μ.μ.  

 

Περεγρίνος

Μια μυθιστορηματική βιογραφία στον ελληνορωμαϊκό κόσμο.

 

 

Η ομότιμη καθηγήτρια Κλασικής Αρχαιολογίας Παυλίνα Καραναστάση συζητάει με τον συγγραφέα του μυθιστορήματος Αντώνη Νικολή.

Ο Αντώνης Νικολής μιλάει για το ιστορικό μυθιστόρημά του "Περεγρίνος".

Τετάρτη 25 Οκτωβρίου 2023

Παρά τη γιορταστική φωταψία.

Αντώνης Νικολής, Περεγρίνος ―κυκλοφορεί [απόσπασμα]

Αντώνης Νικολής, Περεγρίνος κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αρμός 

Παρά τη γιορταστική φωταψία
(Απόσπασμα από το μυθιστόρημα Περεγρίνος)

[…]ΝΟΙΑΖΟΤΑΝ ΤΟΝ ΑΓΑΘΟΒΟΥΛΟ. ΜΑ ΣΤΗ βάση της συνείδησης του Περεγρίνου η έκφραση των συναισθημάτων δεν είχε και πολύ κύρος. Τα θεωρούσε, τα δικά του συναισθήματα όσο και των άλλων, αδύναμες και αβέβαιες σκιές του ψυχικού κόσμου, και την εξωτερίκευσή τους περίπου ιδιοτελείς τακτικές επιβίωσης. Τον Αγαθόβουλο ήτανε προφανές ότι τον κατέβαλλε πια το γήρας. Ο Περεγρίνος παρατηρούσε τις μειωμένες αντοχές του, πώς βαριανάσαινε σε ανηφόρες ή σκαλιά, πώς κουραζόταν με το τίποτε στο περπάτημα, αυτός που τον πρόλαβε ακαταπόνητο στην πεζοπορία παραπατούσε τώρα κάθε τόσο και σωριαζόταν παρά το μπαστούνι, αδυνατούσε να δει καθαρά ή να διαβάσει κάτι, ακόμη και σε στήλες ευδιάκριτα μεγάλα γράμματα, οτιδήποτε πια ζήταγε να του το περιγράψουν ή να του το διαβάσουν ο Κνήμων ή όποιος μαθητής του τύχαινε κοντά του, δυσκολευόταν να θυμηθεί λέξεις, ιδίως ονόματα, ενώ όλο και συχνότερα επαναλάμβανε μια, την ίδια κουβέντα, δίχως να το συνειδητοποιεί. Ο Περεγρίνος έκανε τη σούμα όλων αυτών, τα σκεφτόταν σωρευτικά λόγω του εξασθενημένου κατά το πέρας του ταξιδιού Αγαθόβουλου, δεν ήταν πια μόνο ένα σφίξιμο ή τσίμπημα μπροστά σε κάποιο μεμονωμένο σύμπτωμα της φανερής από καιρό αδυναμίας ή, και όσο δυσάρεστο, πάντως μπροστά σε ένα μόνο προμήνυμα του επερχόμενου τέλους του Αγαθόβουλου. Κι αυτά ολότελα κόντρα στην απαστράπτουσα μεγαλειώδη Αλεξάνδρεια, που αντίκριζαν σαν να μην την είχαν ξαναδεί ύστερα από τον πολυήμερο ποταμίσιο πλου τους. Έμπαιναν από τις Πύλες του Ήλιου, τη γλυκιά ώρα πριν από το σύθαμπο, και μάλιστα ενώ βρισκόταν σε εξέλιξη η έναρξη της λαμπρής γιορτής για τον Σέραπη, στην πόλη που έτσι κι αλλιώς πάντοτε ξεπερνούσε την όποια προηγούμενη αποτύπωσή της στη μνήμη, πάντοτε φάνταζε πιο μεγαλόπρεπη, πιο σύνθετη στις γραμμές και πιο περικαλλής στις λεπτομέρειές της απ’ όσο μπορούσε να την αναπλάσει με τις δυνάμεις του μυαλού του ακόμη και ένας βέρος γέννημα-θρέμμα Αλεξανδρινός, διέσχιζαν τη μεγάλη ευθεία λεωφόρο με τη διπλή κιονοστοιχία σ’ όλο το μήκος της, τα θαυμαστά αρχιτεκτονήματα, τις πλούσιες ιδιωτικές κατοικίες, όπου κι αν σήκωναν το βλέμμα η πόλη απλωνόταν σ’ έναν ατελείωτο αστραφτερό θρίαμβο, ειδικά απόψε ενισχυμένο απ’ τις τελετές για τον Σέραπη, κυρίως απ’ τη μεγάλη, πολυάνθρωπη λαμπαδηφορία, το πλήθος του κόσμου στους δρόμους, ιδίως εδώ στην πλατιά και μακρότατη λεωφόρο, που η άλλη άκρη της σε απόσταση πολλών σταδίων έμοιαζε κουκίδα, στις Πύλες της Σελήνης, πέρα στο δυτικό άκρο της πόλης∙ Ήλιος και Σελήνη, οι θεοί-φρουροί της Αλεξάνδρειας. Κοσμοπλημμύρα ιδίως κοντά στο μέσον της λεωφόρου, εκεί που η Αλεξάνδρεια απ’ τη ζηλευτή ευρυχωρία θυμίζει ύπαιθρο παρά πόλη, κοντά στο Βρουχείο, στα ανάκτορα και στην ευρύτερη περιοχή του Μουσείου με το άλσος όπου η Βασιλική Βιβλιοθήκη και το Σώμα, οι τάφοι του Αλεξάνδρου και των Πτολεμαίων, τη ρυμοτομία με τους ευθείς και εγκάρσιους δρόμους, τις διασταυρούμενες κιονοστοιχίες, τις προσόψεις ναών, ανακτόρων, μεγάρων –τι να περιεργαστεί πρώτο και με πόση προσοχή ένα μυαλό–, η πόλη εντωμεταξύ απέραντη, τα πλήθη σε πλατείες και δρόμους δεκάδες, ίσως κι εκατοντάδες χιλιάδες –πώς να υπολογίσει κανείς;–, κι απ’ τις μυριάδες δάδες η νύχτα να έχει γίνει κυριολεκτικά μέρα, αλλά κι όλ’ αυτά, όλη ετούτη η φαντασμαγορική αίγλη γύρω του σαν για να κάνει τον Περεγρίνο να βιώσει ακόμη πιο οξύμωρη την προσωπική του ανασφάλεια. Γιατί, αν εξέλειπε ο Αγαθόβουλος, παρά τους όποιους δεσμούς με τους υπόλοιπους της συνοδείας του, με τη Θελξινόη επίσης, παρά και τον κοσμοπολίτικο χαρακτήρα της πόλης, εντούτοις δίχως εκείνον, δεν ήθελε να βαυκαλίζεται, δεν θα αισθανόταν μόνο, θα ήταν και ουσιαστικά ένας ξένος. Επέστρεφε στις έγνοιες του, πρώτα στο τι μέλλει γενέσθαι με τα οικονομικά του, κι αμέσως ύστερα παίρνανε σειρά και μια μια όλες οι άλλες πληγές του. Η πόλη, όπως τη ζούσε, απαρτιζόταν κυρίως από ένα ευρύ δίκτυ γνώριμων του Αγαθόβουλου, οι οποίοι επένδυαν στη συντροφιά του, στις ιδιότυπες σοφιστικές παραστάσεις του ίδιου κι από κοντά και των μαθητών του, τους φρόντιζαν, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο τούς συντηρούσαν, όμως τις σχέσεις τις καλλιεργούσε εκείνος, ο Αγαθόβουλος, κάτι που προφανώς ούτε ο Κνήμωνας, ούτε άλλος κανένας θα κατάφερνε με την ίδια ευελιξία και αποτελεσματικότητα. Στην Αλεξάνδρεια, όπου, όπως όλα, και οι σχέσεις των ανθρώπων απέβαιναν δαιδαλώδεις και περίτεχνες, ο Αγαθόβουλος διατηρούσε στη μνήμη ένα πολύ πλούσιο αρχείο για πρόσωπα και θεσμούς, ήξερε ανά πάσα στιγμή τι ακριβώς χρειαζόταν και πότε στα αλισβερίσια του τόσο με τους άλλους σοφιστές και λόγιους, όσο και με τους εύπορους της πόλης, όσους επέλεγε να τους ελέγχει σαν κυνικός δημόσια, και τους άλλους από τους οποίους προσποριζόταν ποικίλες εύνοιες και για τους οποίους με διάφορες προφάσεις έκανε τα στραβά μάτια, και ανάλογα και με ακόμη μεγαλύτερη προσοχή τις σχέσεις του με τις ρωμαϊκές αρχές.
Ύστερα, δεν γερνούσε μόνο ο Αγαθόβουλος, σε λίγο καιρό θα έκλεινε κι ο ίδιος ο Περεγρίνος τα πενήντα τρία. Τα μαλλιά του, ένα ελάχιστο λοφίο ψηλά πάνω απ’ το κούτελο, και πυκνά μόνο γύρω απ’ τους κροτάφους, μαζί και τα γένια του, είχανε ασπρίσει εντελώς, σκληρές γεροντικές άσπρες τρίχες –πού πια το στιλπνό άσπρο του σαραντάρη…–, το δέρμα του είχε σκουρύνει, γκριζάρει κι άλλο, ο κορμός του καμπούριαζε, ο σβέρκος του σαν να βάρυνε, οι μύες του, παρότι δεν έπαψε να συχνάζει στην παλαίστρα, λίγο να ζεσταινόταν κρέμαγαν χαλαροί. Δεν ήταν ποτέ του φιλάρεσκος ούτε τον ένοιαζε η τωρινή φθορά της μορφής του βέβαια, απλώς στένευαν και τα δικά του χρονικά περιθώρια, αν δεν είχαν ήδη εξαντληθεί. Του τριβέλιζαν το μυαλό οι παλιές αγωνίες: ποιος ήταν, τι τον ξεχώριζε από τους άλλους, τι είχε αποκλειστικά δικό του, πού και πώς θα συνέχιζε να ζει. Έμπαιναν στην πόλη και παρά τον καταιγισμό των εικόνων της, παρά τον πανζουρλισμό και τη γιορταστική φωταψία, οι κλεφτές ματιές προς τον Αγαθόβουλο, που ειδικά απόψε του φαινόταν, σκυμμένος και συρρικνωμένος, να έχει απομείνει σχεδόν ο μισός, συνειρμικά τού θύμιζαν την κουβέντα της Θελξινόης: «Ίσαμε πότε θα κοιμάσαι, μεγάλος άνθρωπος, κατάχαμα σε νεκροταφεία κι από δω κι από κει, μέσα στην υγρασία, στις βροχές και στα κρύα –όπου να ’ναι, καθώς θα βλέπεις από κοντά το κακό γήρας του σοφού Αγαθόβουλού σου, ίσως συνετιστείς…» Κάτι βρήκε να της αντείπει, πως ο άνθρωπος είναι σκληραγωγημένος, μαθημένος στα δύσκολα, όμως η απόδειξη ότι ο λόγος της του καρφώθηκε, όταν δεν θα θυμόταν παρά ένα μόνο πράγμα απ’ τη γυναίκα, θα θυμόταν την κουβέντα της αυτή.[…]

✳︎

©Αντώνης Νικολής

❦ ❦ ❦

Κυριακή 22 Οκτωβρίου 2023

«Είμαι ο φοβερός σοφιστής Περεγρίνος και τώρα θα σας βγάλω λόγο!»*


(…)
ΥΠΗΡΧΑΝ ΚΑΙ ΟΙ ΦΟΡΕΣ, πάλι, που ο Σώστρατος γινόταν ένας σχεδόν τρυφερός πατέρας, όπως τότε που κυκλοφόρησε η είδηση ότι ο περίφημος σοφιστής Σκοπελιανός από τις Κλαζομενές, σπουδασμένος και που διέπρεπε στη Σμύρνη, μαθητής εκείνου του θρυλικού Σμυρναίου Νικήτη, έφτασε στο Πάριο, περαστικός από την πόλη, και όχι επί τούτω, που όμως τον πείσανε να δώσει για τους Παριανούς θαυμαστές του μία σοφιστική παράσταση, να εκφωνήσει λόγο, και μάλιστα στο θέατρο.

Πατέρας και γιος, κι οι δυο με επίσημη περιβολή, ο Σώστρατος και κρεμασμένος απ’ το χέρι του ο πεντάχρονος Περεγρίνος, ένας ελεύθερος πολίτης σε μικρογραφία, παιδί σοβαρό κι ευτυχισμένο που περπάταγε, ένα βήμα μιμούμενο τον βηματισμό του πατέρα του και δύο τρέχοντας να τον προλάβει, ο χιτωνίσκος, το ιμάτιο που μπερδευόταν στα ποδαράκια του, τα μαλακά δερμάτινα παπουτσάκια του, η Ανθία τούς καμάρωνε χαμογελαστή ενώ ανηφόριζαν στον αμαξιτό πλατύ δρόμο κατευθυνόμενοι στο πολύ κοντινό τους θέατρο, το περίλαμπρο κτίριο με τα κορινθιακά κιονόκρανα στην εντυπωσιακά υψηλή πρόσοψη. Μ’ όλο τον συνωστισμό βρήκαν καθίσματα ανάλογα της κοινωνικής τους θέσης, στην κεντρική κερκίδα στο κάτω διάζωμα, ο Σώστρατος είχε πιάσει την κουβέντα μ’ έναν γνωστό του από δίπλα, εκθείαζαν το… δαιμόνιο του σοφιστή, τη σπάνια φύση του. Ο συνομιλητής του ήταν ένας εύσωμος μεσήλικας με μαλακά άσπρα ξυρισμένα προγούλια, με γυαλισμένους μαύρους βοστρύχους και βαμμένα μάτια, όπως κι ο Σώστρατος άλλωστε, με λαμπρό πορφυρό ιμάτιο που διαρκώς το χάιδευε με τα παχιά αβρά δάχτυλά του, που επιπλέον λαμπίριζαν από τα χρυσά και φορτωμένα με πολύτιμους λίθους δαχτυλίδια του. Αργά το απόγευμα και παρόλο που ακόμα είχε κάποιο φως, ήταν ήδη αναμμένες οι δάδες περιμετρικά στο δάπεδο του λογείου αλλά και οι πυρσοί στους τοίχους με τον πλούσιο γλυπτικό διάκοσμο της διώροφης σκηνής, όπως σήκωσε ξαφνικά το κεφάλι του το παιδί σχεδόν τρόμαξε από τον μαρμάρινο Τρίτωνα στην αριστερή πάροδο, ο εύσωμος κύριος από δίπλα τον έκοψε με την άκρη του ματιού του και σαν εν παρόδω σχολίασε στον Σώστρατο, «–ο γιος σου φαίνεται από τώρα, καλοβαλμένο, όμορφο αγόρι–», και συνέχισε την αφήγησή του για τον σοφιστή που ανέμεναν από στιγμή σε στιγμή στο επόμενο τέταρτο της ώρας να εμφανιστεί στη σκηνή, ο οποίος «σαν ήτανε βρέφος πέντε ημερών και στα σπάργανα, αυτός και ο δίδυμος αδελφός του, το ένα μωρό δίπλα στο άλλο, έπεσε κεραυνός, το αδελφάκι του κάηκε, ναι, αλλά ετούτος δεν έπαθε τίποτε, απολύτως τίποτε, καμία βλάβη, να κουφαθεί έστω, ή κάποια άλλη αναπηρία, να τυφλωθεί ίσως, ναι, απίστευτο δεν είναι, παρόλο που φαντάζεσαι τι ποσότητα θειάφι εκλύθηκε, που άλλοι τόσο κοντά τους να πέσει κεραυνός πεθαίνουν και μόνο απ’ τον φόβο τους…» Γέλαγε, «Καλέ, μένουνε σύξυλοι, κάρβουνο, και στη στάση που τους εύρει η φωτιά, άλλος κάτω από δέντρο, άλλος δίπλα στην καμινάδα του σπιτιού του, το συζητάς, όχι νιάνιαρο πράγμα και να μην πάθει τίποτε…» Εντωμεταξύ στη σκηνή, κοντά στη δεξιά πάροδο, ένας νεαρός αυλητής έδινε τον τόνο στο ύφος της επίσημης δημόσιας εκδήλωσης, και ο οποίος σταμάτησε και υποκλινόμενος αποχωρούσε με το που εμφανίστηκε ο δημόσιος κήρυκας για να αναγγείλει τον διακεκριμένο ομιλητή.

Τρίτη 10 Οκτωβρίου 2023

Περεγρίνος: το ελάχιστο δείγμα-ΙΙΙ.


Παράλληλα πλήθαινε ένα είδος αδιάκριτου, διεισδυτικού, διατρητικού βλέμματος πάνω του. Το βλέμμα που ζύγιζε τις αντοχές, τις δυνάμεις, την αγωνία του. Του μίλαγαν, αλλά κοίταζαν πέρα από τα λόγια του και τη στιχομυθία τους, με βλέμμα απλανές, καρφωμένο στα μάτια του, ώστε να τον αναγκάσουν να λυγίσει, να προδοθεί, να τραβήξει αποκαμωμένος την κουρτίνα, να δουν τη μεταμέλεια, τον τρόμο της περδικούλας του, ν’ ακούσουν ύστερα το τσάκισμα, καλύτερα το τραύλισμα στη φωνή, να δουν το μάτι του να λοξεύει καταρρακωμένο, να ψάχνει στο πλάι μια πόρπη στον ώμο, ή χαμηλά ένα λουράκι στο σανδάλι του συνομιλητή του, κάπου ν’ ακουμπήσει, να κρυφτεί.


 

Πέμπτη 5 Οκτωβρίου 2023

Περεγρίνος: το ελάχιστο δείγμα-ΙΙ.

 

Στον δίσκο δυο σταφυλόρωγες άσπρες, διάφανες, που γυάλιζαν και φέγγριζαν τα κουκούτσια τους, παραπέρα σκόρπια, και τα μετρούσε, σποράκια ροδιού, έξι στον αριθμό, ενώ τα μάζευε, τα ’φερνε στο στόμα, τα μάσαγε, «Θεαγένη, κοίτα: έξι σπόροι ροδιού, όσους έφαγε κι η Κόρη στον Άδη, όταν την απήγαγε ο Πλούτωνας, ο λόγος που ο Δίας την καταδίκασε να περνάει τους έξι μήνες του χρόνου στον Κάτω Κόσμο». Ο Πατρινός, που εκείνο τον καιρό τού ’κανε τσαλίμια ο Φιλίσκος, κι ήτανε μια στα νεύρα του, μια αφηρημένος, τον κοίταζε σαν να μην άκουσε. «Το επιμύθιο: αν τυχόν βρεθείς αθάνατος στον Άδη, μην κάνεις το λάθος να πιεις ποτό, να καταπιείς φαγώσιμο». Έχει κέφια ο γέρος, χαμογέλασε, μολονότι απορροφημένος απ’ τις δικές του σκοτούρες ο Θεαγένης. 

 


Δευτέρα 25 Σεπτεμβρίου 2023

Περεγρίνος: το ελάχιστο δείγμα-I.


Τα κύμβαλα και τα τύμπανα του μυαλού του δεν ήταν παρά οι καταφρονεμένες απ’ όλους κι από τον ίδιο φιλοδοξίες του. Να ανέβαινε στο βήμα, να καθάριζε από τις φερτές ύλες την κοίτη του λόγου του, να δημηγορούσε όπως δεν μίλησε ποτέ του, μα κι όπως δεν μίλησε σοφιστής κανένας ποτέ! Να ’μοιαζε ο λόγος του, καθώς θα κορυφωνόταν, με μουσική έκρηξη, με κρεσέντο διθυράμβου, με ορμητική κελαρυστή ροή νερού, με λαμπερή κίτρινη ανθοφορία ασπάλαθων, ω θεοί, και ποιος άλλος θα διάνθιζε ευχερέστερα με στίχους και με αποφθέγματα σοφών της αρχαιότητας την ομιλία του από εκείνον…

     


Παρασκευή 22 Σεπτεμβρίου 2023

Πέμπτη 14 Σεπτεμβρίου 2023

Ο Περεγρίνος στο The Books' Journal Σεπτεμβρίου.

Μπορεί να είναι απεικόνιση ημερολόγιο και κείμενο που λέει "the 5€ ΤΙΜΗ books' journal 2023 ΤΕΥΧΟΣ 145 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ TO ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΤΩΝ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΧΡΗΣΤΟΣ ΛΟΥΚΟΣ H Επανάσταση, Καποδίστριας, η Ερμούπολη... ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ, ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΛΠΑΔΑΚΗΣ, ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ ΧΑΤΖΗΣ ΑΛΕΞΗΣ ΠΟΛΙΤΗΣ Σπίτι στον παράδεισο ABAD FACIOLINCE για Στρατή Τσίρκα ΝΗΣΠΑΠΑΘΕΟΔΩΡΟΥ ΓΙΩΡΓΟΣΣΙΜΟΣ ΣΙΜΟΣ Οι Ρομά και Ρωμιοί ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΤΟΛΙΟΠΟΥΛΟΥ περιέχει πολυπλοκότητες ΓΙΩΡΓΟΣ ΖΩΤΑΛΗΣ ζώα ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΚΑΡΑΒΟΚΥΡΗΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣΤΣΙΑΜΟΥΡΑ ΤΣΙΑΜΟΥΡΑΣ ee ΧΑΡΗΣ ΠΕΪΤΣΙΝΗΣ Γιατί αντέχει Μάριος Χάκκας ΙΖΥΤΣΙΡΙΜΩΚΟΥ ΙΑΝΝΗΣΠΑΠΑΘΕΟΔΩΡΟΥ 12ποιητέ ποιήτριες ξαναδιαβάζουν τον Ανδρέα Εμπειρίκο ΑΝΤΩΝΗΣ ΝΙΚΟΛΗΣ: Ποιος είναι Περεγρίνος; 770001" 

Στο έγκυρο και φιλόξενο the books' journal -τεύχος 145/Σεπτεμβρίου- δημοσιεύονται: 

"Είμαι ο φοβερός σοφιστής Περεγρίνος και τώρα θα σας βγάλω λόγο!" (απόσπασμα)

και το

Επίμετρο στο μυθιστόρημα Περεγρίνος (Ο Λουκιανός, ο Όμηρος, το Αρχαίο Μυθιστόρημα, η Β' Σοφιστική, η αίγλη της ελληνικής γλώσσας).

Η έκδοση του Περεγρίνου επίκειται εντός των επομένων ημερών από τις εκδόσεις Αρμός.

Τετάρτη 3 Αυγούστου 2022

Ταξίδι στη Νάπολη -ήτανε σαν τάμα...

Την άνοιξη του 2020, με προαγορασμένα τα εισιτήρια, θα επισκεπτόμουν τη Νάπολη. Σχέδια που ακύρωσε η πανδημία, αλλά και περίπου σαν τάμα είχα υποσχεθεί, το πρώτο εκτός Ελλάδος ταξίδι -αν ο Θεός, η ζωή, η τύχη το επέτρεπαν- να το έκανα προς τη μαγική μητρόπολη. Το θωρηκτό που απελευθέρωσε την Κω από την οθωμανική δεσποτεία έφερε το όνομά της, Ναπολιτάνοι και Σικελοί κυρίως οι Ιταλοί που διαμόρφωσαν τον χαρακτήρα των δωδεκανησιακών πόλεων στις πρώτες δεκαετίες του προηγούμενου αιώνα, η πόλη που όταν την περιδιαβάζεις με το βλέμμα στο ύψος των ματιών είναι συχνά βρόμικη, χαοτική, περίπου σαν μια μεσογειακή της Εγγύς Ανατολής, μα, αν την περπατάς με το βλέμμα υψωμένο ή παρατηρείς τη ρυμοτομία της, όμορφη και αρχοντική, ίσως όχι εφάμιλλη της Ρώμης, νομίζω όμως αυθεντικότερη.

Σάββατο 20 Νοεμβρίου 2021

Θεοί, τι μεγάλο, τι ωραίο ταξίδι.


Διήνυα τις τελευταίες σελίδες / μέρες του μυθιστορήματός μου. Ο καλός συνοδοιπόρος μού σύστησε τότε τον Μπέντζαμεν Κλέμενταϊν (Benjamin Clementine). Τόσο ξένος τύποις στην ατμόσφαιρα του κειμένου μου, κι όμως θα γινόταν ο μαγικός συντονιστής -αυθεντικό εἴδωλον του ασυνειδήτου γαρ-,  μαζί μουσικός κωδικός και καταλύτης στο πιο συναρπαστικό μέρος της δουλειάς που είναι πάντοτε το φινάλε της.

Θεοί, τι μεγάλο, τι ωραίο ταξίδι.

Χρειάζομαι μερικούς μήνες να φέρω σε νηφαλιότητα τη μνήμη, να οικονομήσω προσεκτικά λέξη λέξη την εργασία μου. Ύστερα, καταπώς συνηθίζεται, όλο αυτό θα τυπωθεί, θα γίνει βιβλίο.  

 

  



Σάββατο 5 Ιουνίου 2021

Ολυμπία: η δεύτερη αυτοψία.


Δεν επισκέφτηκα άλλον τόπο να εικονογραφεί περιεκτικότερα τον χαρακτήρα του αρχαιοελληνικού κόσμου όσο το στάδιο στην αρχαία Ολυμπία. Δεύτερη αυτοψία, τέσσερα χρόνια μετά την πρώτη, αναγκαία για το ιστορικό μυθιστόρημα που γράφω, ιδίως στα τελευταία τρία κεφάλαια -είχα σημειώσει κατά την πρώτη, τον Μάρτιο του 2017: "και τι φοβερό στάδιο, η ιδεώδης εξέδρα για το γυμνό σώμα. Εδώ που για αιώνες ίδρωνε και πύρωνε στιλπνός από το λάδι ο ανθός των Ελλήνων". (Ολυμπία: η πρώτη αυτοψία, Ένας γελαστός Δίας, Η δύναμη της αφήγησης και η Ιστορία)

 


Στα βήματα του ήρωά μου περπάτησα ξανά την Αγορά και την Ακρόπολη της Αθήνας. (Παρεμπιπτόντως δεν με ενόχλησε τίποτε στις διαμορφώσεις γύρω απ' τα μνημεία του βράχου το αντίθετο, μου φάνηκαν συμβατές στις σύγχρονες ανάγκες και διόλου ενοχλητικές αισθητικά, αν επιτρέπεται να εκφέρω γνώμη, μολονότι όχι αρχιτέκτονας ή αρχαιολόγος, μόνο ένας συγγραφέας και με κλασικές σπουδές...)