Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ο Δανιήλ πάει στη θάλασσα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ο Δανιήλ πάει στη θάλασσα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 25 Σεπτεμβρίου 2019

Μία... μίνι φωτογραφική αυτοβιογραφία - 24) Στην Πάτμο.


(Με τον αδελφό μου Λάμπρο, στη Χώρα της Πάτμου, αρχές δεκαετίας του '90.)

Πρωτοπήγα το φθινόπωρο του 1987. Μαζί με τα Ιεροσόλυμα ο αγαπημένος τόπος ταξιδιών της νονάς μου της Φροσύνης, ίσως γι’ αυτό θεωρούσα την Πάτμο, τόσο άδικα, προορισμό θρησκευτικού τουρισμού. Πήγα για ένα Σαββατοκύριακο και μάλιστα στο σπίτι της Γεωργίας Οικονόμου στη Χώρα, εκεί όπου συστηματικά κατέλυε και η νονά. Για τούτο το σημείωμα έχω μεγάλη δυσκολία να είναι ευσύνοπτο. Όποια μου εικόνα ή σκέψη παρασέρνει μεγάλη αρμαθιά από κοντινές της. Τα επόμενα δώδεκα χρόνια σχεδόν δεν θα ταξίδευα πουθενά αλλού. Ελάχιστα στην Αθήνα, καν στη Ρόδο. Μα και ένα ολόκληρο εικοσιτετράωρο ελεύθερο να είχα πεταγόμουν εκεί. Ή στην Κω χωμένος στο φροντιστήριο ή στην Πάτμο. Διήμερα αργιών, Χριστούγεννα – Πάσχα, για ένα μήνα τον Αύγουστο. Σε περίπτερα ή μαγαζιά, όσοι δεν με γνώριζαν, η πρώτη τους ερώτηση, «Πού εργάζεστε, κύριε;» έδινα την εντύπωση μόνιμου κατοίκου. Οι φίλοι, η παρέα, ταξίδευαν εκτός Ελλάδος, από δω - από κει, εμένα δεν με δελέαζε τίποτε. Και εντάξει ο χαρακτήρας μου, όμως το θυμάμαι κάθε φορά, είτε με τη μηχανή βγαίνοντας απ’ το πλοίο είτε με το αυτοκίνητο, κοίταζα ψηλά προς τη Χώρα και γέμιζαν τα μάτια μου δάκρυα. Κι αφού ακόμα κυλούσαν οι μέρες εκεί, το ρίγος που με συνέπαιρνε συχνά: μα κάποιος να με τσίμπαγε, δεν ήτανε πραγματικότητα∙ ήταν όνειρο ο τόπος αυτός.

Δευτέρα 16 Σεπτεμβρίου 2019

Μία... μίνι φωτογραφική αυτοβιογραφία - 22) Με τη στολή των πολιτών.


Μετακόμισα Κω τον Ιούλιο του 1987. Με τα λιγοστά έπιπλα του φοιτητικού μου δωματίου, στο μικρό εσωτερικό της νονάς, ένα γραφείο και το κρεβάτι μου, παλαιικά κάπως, αγορασμένα από Μοναστηράκι, επίσης μία ανθοστήλη –την έχω ακόμα στο τωρινό καθιστικό μου- και τις καμιά ογδονταριά γλάστρες από τα φοιτητικά μπαλκόνια μου, στοιβαγμένες πια στο αυλίδι του ακάλυπτου της νονάς, κι όσες απ’ αυτές επέζησαν, τις κουβάλησα κι εδώ,  αφότου εγκαταστάθηκα, στο σπίτι μου, τον Αύγουστο του 1994.
Τους μήνες από το καλοκαίρι του 1987 μέχρι τον Ιανουάριο του 1988 που παρουσιάστηκα, σαν να 'χασα τον χρόνο. Διάβαζα πολύ, μόνο λογοτεχνία, η συγκατοίκηση με τη νονά, τη νανά μου, ήταν παραπάνω από αρμονική. Θυμάμαι να λέω του Θανάση, «Εδώ (σε αντίθεση με την Αθήνα) ο χρόνος, οι μέρες δεν κυλάνε σαν... κάτουρο». Βυθιζόμουν σε πολύ δικά μου πράγματα. Θυμάμαι κάτι μαγικές ξεναγήσεις της μακαρίτισσας Χάριτος Κάντζια, αρχαιολόγου στο νησί, στ’ απομεινάρια του θεάτρου στον Αμπάβρη, πίσω απ’ τη Ρωμαϊκή Οικία, την Casa Romana, μεγάλες βόλτες με πολλές στάσεις, ένα βαθύ παλιό πηγάδι ακόμα σε χρήση που σχετιζόταν με το αρχαίο υδραγωγείο της Βουρίνας, λεπτομέρειες: το κεραμικό ειδώλιο εντοιχισμένο σε περίβολο χτήματος, τη χαβούζα με τις ένθετες στα πλευρά της μουσουλμανικές επιτύμβιες στήλες, την αυλόθυρα με την επιγραφή στο υπέρθυρό της σε αραβικό αλφάβητο «Αυτή η θύρα είναι τόσο όμορφη που θα στέκει εδώ για πάντα», κάπως έτσι η μετάφραση, τη θρυμμάτισε ο μεγάλος σεισμός του 2017. Συνδυασμένες αυτές οι βόλτες με τον άλλο μυθικό τόπο, το Γενί Χαμάμ της Ρόδου, και ιδού η πρώτη λεία του «Ο Δανιήλ πάει στη θάλασσα»… Τα πράγματα έχουν ποίηση, όλα τα πράγματα. Την ανακαλύπτουμε, και διαστέλλεται στη συνείδησή μας ο χρόνος. Δεν υπάρχει αυθεντικότερη εμπειρία.

Κυριακή 16 Ιουνίου 2019

16 Ιουνίου 2019: δέκα χρόνια μπλογκ Αντώνης Νικολής.

Ήτανε κάποια μέρα τον Ιανουάριο του 2009, ανέβαινα Αθήνα, κι ενώ είχα πολύ λίγες ώρες πριν από την πτήση, μου τηλεφωνεί η Ιωάννα Μπλάτσου, η δημοσιογράφος, θα κάναμε μία συνέντευξη τότε, μου ζήτησε ορισμένες πληροφορίες-φωτοτυπίες απ' το αρχείο μου. Έτρεχα με πολύ άγχος να προλάβω αλλά και να μη χαθεί τίποτε απ' τους φακέλους, με βλέπει ο αδελφός μου ο Θανάσης -ήτανε στο φόρτε τους τα blogs εκείνα τα χρόνια, τα ιστολόγια ή online ημερολόγια-, μου λέει, λοιπόν, γιατί δεν μεταφέρεις όλα τα ντοσιέ (συνεντεύξεις, κριτικές, κείμενα παράλληλα ή επεξηγηματικά) σ' ένα μπλογκ, να είναι άμεσα προσιτά σε όποιον για τον έναν ή τον άλλο λόγο ενδιαφέρεται για τα έργα σου. Στην ουσία θα χρησιμοποιούσα τον χώρο του blog (ιστολόγιου) ως site (ιστοσελίδα ή ιστότοπο), και για άλλους λόγους και γιατί ήταν πολύ ευκολότερος στη χρήση του.
Η πρώτη ανάρτηση έγινε την Τρίτη 16 Ιουνίου του 2009. Έκτοτε, προστέθηκαν άλλες περίπου 760 (καμαρώνω ιδιαίτερα τις κατηγορίες / ετικέτες: Όμηρος - ο πρώτος μυθιστοριογράφος, Αρχαίο μυθιστόρημα, Δεύτερη Σοφιστική, Λουκιανός - ο Σύρος αττικιστής), ενώ οι επισκέψεις των αναγνωστών πλησιάζουν τις 76.000.

Πέμπτη 31 Μαΐου 2018

Μία... μίνι φωτογραφική αυτοβιογραφία - 7) Με τον παππού Αντώνη.



Ο παππούς Αντώνης (Νικολής του Χαραλάμπους - η απόλυτη συνωνυμία), (1902-1987), πατρικός παππούς εννοείται, ανήκε στη γενιά των Νεοελλήνων την περιβόητη του 30, απ’ όσες τουλάχιστον πρόλαβα ίσως τη γενιά με τις ισχυρότερες προσωπικότητες. To επίθετο Νικολής, εξέλιξη ή απλοποίηση του Μαστρονικολής, όπως και τα συγγενικά του με πρώτο συνθετικό το μαστρο-, δηλώνει προέλευση από οικογένεια τεχνιτών. Και πράγματι, γιος κι εγγονός σιδερά (με μακρινή καταγωγή από Κρήτη), -ήμαστε οι σιδεράδες του χωριού της Κεφάλου-, ο ίδιος θα προαχθεί, θα βγει από το μαστορόσοο, ανάμεσα στους ελάχιστους μορφωμένους συνομηλίκους του του νησιού, τέλειωσε το γυμνάσιο της Καλύμνου, όταν ακόμη δεν υπήρχε γυμνάσιο στην Κω.

Δευτέρα 23 Οκτωβρίου 2017

Το οριστικό τέλος μιας συνεργασίας.

Δε θέλω να καταγράψω εδώ τα συναισθήματά μου. Είναι πια -το λιγότερο να πω- αρνητικά, και οι αιτίες που τα προξένησαν αρκετές και πολύ σοβαρότερες απ' αυτήν που σε σχετικά πρόσφατη συνέντευξή μου (ραδιόφωνο Amagi, εκπομπή Αντιφάσεις, 21-5-2017) ανέφερα.
Βάσει ιδιωτικού τροποποιητικού συμφωνητικού που μόλις υπογράφηκε (από εμένα και τους υπευθύνους της εκδοτικής εταιρείας Τὸ Ροδακιὸ), τα δικαιώματα της Διονυσίας έχουν ήδη αποδεσμευτεί, και με τη λήξη των πενταετών συμβολαίων τους το ίδιο θα συμβεί και για τον Δανιήλ, το 2018, και για τον Μισθοφόρο, το 2020.

Σάββατο 14 Οκτωβρίου 2017

Μυστική δική μου Ρόδος.

Βρέθηκα στη Ρόδο αυτές τις μέρες, για μία επέμβαση ρουτίνας στη μητέρα μου.
Σημαδιακές επέτειοι φέτος: είκοσι χρόνια από την πρώτη φορά στην Κρήτη, σαράντα από την αντίστοιχη στη Ρόδο. Ήτανε το 1977, μάλλον Μάιος, σε σχολική εκδρομή της Β’ Λυκείου. Τι έξαψη, πόση μαγεία. Οι πόλεις είναι ή γίνονται μετωνυμίες για πολλά πράγματα της νόησης, της ποιήσεώς μας –κατά το καβαφικόν. Σχετικά πρόσφατα εξιχνίασα ο ίδιος μερικά από τα εντονότερα αισθήματα που μου γέννησε αυτή η πόλη, που πάντοτε τιμώ ως τη δική μου, την καταδική μου πρωτεύουσα.
[Να υπενθυμίσω πάντως κι εδώ τη ρήση του Μίλαν Κούντερα, “Πασίγνωστο σχήμα μεταφοράς: ο μυθιστοριογράφος γκρεμίζει το σπίτι της ζωής του για να χτίσει, με τις πέτρες του, το σπίτι του μυθιστορήματός του” (Η τέχνη του μυθιστορήματος, εκδόσεις Εστία, σελ. 153). Αξιοποιεί δηλαδή το πραγματολογικό ή άλλο υλικό της εμπειρίας του, όμως δεν αυτοβιογραφείται, ακόμα κι όταν ισχυρίζεται ότι κάνει κάτι τέτοιο. Ο συγγραφέας αφηγείται, δε λέει απλώς ιστορίες∙ ο καλός μάλιστα, περισσότερο κι απ' αυτό, δημιουργεί ύφος, δίνει μορφή και ρυθμό στο έργο του.]

Ο ήρωας στο Σκοτεινό Νησί (2008, μεταγραφή θεατρικού του 2001) ανακαλεί εικόνα της Ρόδου (κυρίως από την πλατεία Ιωάννη Ζίγδη, όπου και η Ακαδημία) για την απολεσθείσα Εδέμ, τη ζωή στον πλανήτη προ οικολογικής καταστροφής.

Θα του πω ένα παραμύθι. Ένα ειδυλλιακό στιγμιότυπο, να τον γλυκάνω. «Στα πολύ πολύ παλιά χρόνια» αρχίζω να του λέω, εκείνος παίρνει βαθιά ανάσα, ησυχάζει. «Μια φορά κι έναν καιρό. Πριν από την καταστροφή. Δεκάδες χρόνια πριν. Μια μικρή πλατεία. Απόγευμα. Νωρίς το απόγευμα. Γυρίζουμε, λέει, από την παραλία. Είμαστε εσύ κι εγώ. Φοράμε μόνο το μαγιό. Περπατάμε ξυπόλητοι, κρατάμε τα παπούτσια μας στα χέρια. Ο ήλιος μάς στεγνώνει. Λεπτές άσπρες γιρλάντες το αλάτι στους ώμους σου. Όπως προχωράμε και χαζολογάμε, ο ήλιος κάνει απαλές σκιές στην πλάτη σου, ως κάτω στα δυο λακκάκια στη βάση της σπονδυλικής σου στήλης, δυο μικρές γούβες σκιά. Όλο και σου ρίχνω εγώ πονηρές ματιές. Εσύ είσαι όμορφος. Καθίζουμε σ’ ένα καφενείο. Υπαίθριο. Υπαίθριο… μ’ ακούς; Υπαίθριο, υπαίθριο! Ανέμελοι! Ανάμεσα σε πολλούς άλλους ανέμελους. Να πιούμε κάτι, να δροσιστούμε. Αρωκαρίες ψηλές και φοίνικες και πεκούνιες ανθισμένες, όλα τα χρώματα, και λιγούσχρα κλαδεμένα ολόγυρα στα παρτέρια, χαμηλοί φράχτες. Κυλούνε δυο ρυάκια στο στέρνο σου και έχεις λίγη υγρασία ανάμεσα στα σκέλη, μπορεί να μην είναι από τη θάλασσα, να είναι ιδρώτας. Έρχεται το γκαρσόνι, ένας τρυφερούλης σαν ούτε τριάντα πέντε χρονών. Και παραγγέλλουμε να πιούμε ποτά. Δεν ξέρω τι ποτά. Ή μήπως αφεψήματα; Όχι, ναι. Καφέ παραγγέλλουμε. Που φτιάχνεται, λέει, από πραγματικό καφέ. Που τον φέρνουνε, τον καφέ, από μια άλλη ήπειρο, που τον αλέθουνε στη βόρεια άκρη της δικής μας, και που τον ψήνουν, λέει, για την πάρτη μας, στη νότια άκρη της ηπείρου μας, εδώ. Και μια κοιτάζω τους μικρούς νευρικούς παλμούς στους μυς των μπράτσων σου, απέναντί μου, μια τους άλλους θαμώνες (τι ποικιλία τα πορτρέτα), άλλοι με ακάλυπτα κεφάλια όπως κι εμείς, αναμαλλιασμένοι από το νερό και το αλάτι, άλλοι με καπέλα, άλλοι ημίγυμνοι, άλλοι σχεδόν γυμνοί. Έχεις προσέξει σε κάτι αρχαία φιλμ τι χρώμα είχε το ηλιοκαμένο δέρμα; Βλέπεις και τώρα καμιά φορά κανέναν τυχαίο ηλιοκαμένο, αλλά καμία σχέση, αυτοί είναι γεμάτοι εξανθήματα κι εγκαύματα…»  

Το χαμάμ του Δανιήλ, στη νουβέλα Ο Δανιήλ πάει στη θάλασσα (άνοιξη 2009) είναι σίγουρα η φανταστική μικρότερη εκδοχή του Γενί Χαμάμ της πλατείας Αρίωνος στην Παλιά Πόλη.

Η Ρόδος, και πάλι, σ’ ένα διήγημα που μου ζητήθηκε για τη LiFO, το καλοκαίρι του 2012. (Κως, μια μικρή εκδοχή του κόσμου. 17 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ ΓΡΑΦΟΥΝ ΓΙΑ ΤΗ LIFO. 18.7.2012. The Summer fiction issue. Μια μικρή εκδοχή του κόσμου. Από τον Αντώνη Νικολή. Ένα διήγημα για την Κω.)


(…) παλιότερα, έφηβος, όταν περνούσα την Πύλη d’ Amboise στα τείχη της Παλιάς Πόλης στη Ρόδο, κάπως σαν να διέσχιζα τη Γέφυρα των Ιπποτών της Οδού των Φοινίκων στην Κω για να μπω στο κάστρο του λιμενοβραχίονά μας. Οι λέξεις ηδονή, λαγνεία, λίμπιντο, αν έχουν μια σκηνογραφία στο μυαλό μου, βρίσκονται εκεί, μα και η Ρόδος δεν είναι παρά τα δεκαοκτώ μου (…)

Στον Μισθοφόρο (2012-2015) οι εικόνες της Ρόδου συμφύρονται με πράγματα του ασυνειδήτου. Εκεί θα καταφύγει ο Ηλίας για να εξαφανίσει τα τεκμήρια του φόνου, αλλά κι εκεί θα νιώσει την αφύπνιση του ερωτισμού του.

Περπάταγε, ύστερα, ανάμεσα σε αποβιβασμένα φορτηγά και γιωταχί, λίγους πεζούς, σκυμμένος, έπειτα στον παραλιακό με τα άθλια διώροφα, το φως της Ρόδου είναι σαν πιο κίτρινο, στη μνήμη γίνεται γλυκιά ώχρα, βυθιζόταν κι άλλο μέσα του, μετά τη στροφή του πρώτου κόλπου, όπου το παλιό λιμάνι, κι από κει και πέρα η διαδρομή παράλληλα προς το κάστρο ως την Πύλη της Ελευθερίας και τη μικρή γέφυρα με την αβαθή τάφρο κάπως θα τον αποσπούσε, όλα γίνονταν πιο οικεία, σε λίγο θα τον δρόσιζε κι η απόληξη του πάρκου στις παρυφές του κάστρου, οι βαθύσκιωτοι φίκοι στο απέναντι πεζοδρόμιο, θα σήκωνε το βλέμμα προς το Μαντράκι και την παραλιακή λεωφόρο. Άρχισαν να τρέχουν δάκρυα από τα μάτια του δίχως να συσπώνται οι μύες του προσώπου, σαν από μόνοι τους οι αδένες, δίχως συναισθήματα, εκτός από την κάπως ανακουφιστική εντύπωση του βλέμματος που ξανοιγόταν στον ανοιχτό ορίζοντα της πόλης. 

Δευτέρα 5 Ιουνίου 2017

Ο Δανιήλ, η Διονυσία, ο Μισθοφόρος τούς κρίνουν.

Αναφέρομαι σ' όσους καμώνονται τους κριτικούς ή τους... παράγοντες περί τη λογοτεχνία.

Νομίζουν, λοιπόν, οι αδαείς ετούτοι ότι αυτοί θα κρίνουν τον Δανιήλ, τη Διονυσία, τον Μισθοφόρο.
Τουναντίον. Και μάλιστα τους ανταποδίδεται το ίσον. Το όποιο ίσον.
Ζητήστε τους να τα εκτιμήσουν, κι απολαύστε τους να αποτιμούν (φιλολογικά) τους εαυτούς τους.

Να θυμάστε, είχα πάντοτε συναίσθηση των παραπάνω, και ούτω πως αξιολογούσα (από άποψη φιλολογική) ανθρώπους, περιοδικά ή άλλα μέσα, τα διάφορα μίζερα παρεάκια, το σινάφι τέλος πάντων.

Παρασκευή 26 Μαΐου 2017

Η συνέντευξη στις «Αντιφάσεις».

Ολόκληρη η συνέντευξη της περασμένης Κυριακής 21 Μαΐου, όπως την ανάρτησε ο Άντης Ζέρβας
στη σελίδα (fb) των Αντιφάσεων. Να τον ευχαριστήσω ακόμα μια φορά. Ευγενής και ανεπιτήδευτος, μου επέτρεψε να εκφραστώ με πολλή εσωτερικότητα.


Κυριακή 21 Μαΐου 2017

Απόψε οκτώ με δέκα στον Amagi, στις "Αντιφάσεις" του Άντη Ζέρβα.


Ο Άντης Ζέρβας (και εδώ) σημείωσε το απόγευμα της περασμένης Πέμπτης στη σελίδα (fb) της ραδιοφωνικής εκπομπής του "Αντιφάσεις": "Πριν λίγες μέρες τελείωσα συνεπαρμένος το δεύτερο βιβλίο του, την "Διονυσία". Έχοντας διαβάσει και τον "Θάνατο του Μισθοφόρου" και το "Ο Δανιήλ Πηγαίνει Στην Θάλασσα", νομίζω ότι ο Αντώνης Νικολής (Antonis Nikolis) είναι ένας συγγραφέας για τον οποίο και με τον οποίο θα έπρεπε να μιλάμε περισσότερο. Ξεκινώντας από αυτή την Κυριακή, στις 8, στις Αντιφάσεις."

Απόψε 20.00 με 22.00, λοιπόν, στις "Αντιφάσεις" / (Amagi Radio).

Τετάρτη 21 Δεκεμβρίου 2016

«Ο μισθοφόρος» του Αντώνη Νικολή είναι ανάμεσά μας.




«Ο μισθοφόρος» του Αντώνη Νικολή είναι ανάμεσά μας

Ο πολυγραφότατος κι όμως άκρως λεπτολόγος συγγραφέας μας έδωσε το καινούργιο αξιοδιάβαστο μυθιστόρημα «Ο θάνατος του μισθοφόρου», από τις εκδόσεις «Το Ροδακιό»


O Αντώνης Νικολής μού έδωσε τη συνέντευξη που ακολουθεί στο «συνήθη τόπο του εγκλήματος», το καφενείο «Πανελλήνιο».

Σάββατο 26 Μαρτίου 2016

Ταξίδι επιστροφής προς τη θάλασσα.


alt 












Για τη νουβέλα του Αντώνη Νικολή Ο Δανιήλ πάει στη θάλασσα (εκδ. Το Ροδακιό).
Της Άλκηστης Σουλογιάννη
Με αφορμή μια συμβολαιογραφική τακτοποίηση, ο Μιχάλης ως πρωτοπρόσωπος αφηγητής και κεντρικός χαρακτήρας του βιβλίου στη διάσταση του εσωτερικού ανθρώπου, όπου πάντως παρεμβαίνει και το κοινωνικό προσωπείο του, επιστρέφει στις περιοχές της παιδικής και εφηβικής ηλικίας και προσπαθεί να ανακτήσει το περιεχόμενο του προσωπικού του παρελθόντος, δηλαδή στην ουσία επιχειρεί μια επίσκεψη στον προσωπικό του χωρόχρονο ξεφεύγοντας προσωρινά από το κειμενικό παρόν του. Τα χαλάσματα που ο Μιχάλης εντοπίζει στο εδώ-και-τώρα του κειμενικού κόσμου, αντιπροσωπεύουν τα εναπομείναντα τεκμήρια αυτού του προσωπικού χωρόχρονου, όπου οι περιπλανήσεις στα φυσικά και κυρίως στα εσωτερικά τοπία δεν καθιστούν τελικά εφικτή την πρόσβαση.
Ο Αντώνης Νικολής έχει οργανώσει μια εντυπωσιακή τοπιογραφία, όπου αποτυπώνεται παραστατικά αφενός το διασωθέν περιεχόμενο της μνήμης και αφετέρου το υλικό που προέρχεται από τις διεργασίες της φαντασίας και του ονείρου.

Δευτέρα 28 Δεκεμβρίου 2015

Ὁ θάνατος τοῦ μισθοφόρου∙ ὁ τελευταῖος ἔλεγχος.


Σήμερα τέλειωσα τὸν πολυτονισμὸ παράλληλα μὲ τὸν τελευταῖο (ἐξονυχιστικὸ) ἔλεγχο τοῦ κειμένου. Ἑτοίμασα καὶ τρία ἀποσπάσματα γιὰ προδημοσιεύσεις.
Νομίζω ὅτι διακρίνω πιὰ τὸ τί καὶ πῶς ἀπὸ τὸν Δανιὴλ στὴ Διονυσία ὣς καὶ τὸ μισθοφόρο.

Συγκίνηση: χαρὰ καὶ ἤπια μελαγχολία μαζί.

Πέμπτη 3 Σεπτεμβρίου 2015

Ο Δανιήλ στα τραπεζάκια έξω.

Ο καλός δημοσιογράφος Παντελής Βαλασόπουλος φωτογράφισε τον Δανιήλ και σημείωσε στο χρονολόγιο / τοίχο του (στο facebook): "Ο Δανιήλ πάει στη θάλασσα. Α. Νικολής. Ό,τι καλύτερο διαβάσαμε αυτό το καλοκαίρι."

Κυριακή 21 Ιουνίου 2015

Καθημερινές λειτουργίες ενός χαμάμ / κριτική του ποιητή Θανάση Νιάρχου στα ΝΕΑ – βιβλιοδρόμιο για τον Δανιήλ.


ΤΑ ΝΕΑ ΣΑΒΒΑΤΟΚΥΡΙΑΚΟ 20-21 Ιουνίου 2015

(Φιληδονισμός και ενηλικίωση σε ένα ναό των αισθήσεων και των μυστηρίων της ζωής από τον Αντώνη Νικολή)

Δεν θα ήταν άστοχο να χαρακτηρίσει κανείς τη νουβέλα του Αντώνη Νικολή «Ο Δανιήλ πάει στη θάλασσα» άκρως «επικίνδυνη». Με την έννοια ότι θα μπορούσε, λόγω θέματος, να ξεγλιστρήσει σε μια αφήγηση απολύτως προκλητική. Ενώ τώρα το μέτρο και η ισορροπία, πρωτίστως η λέξη «οικονομία», όσον αφορά τη χρήση επίμαχων λέξεων, όπως λόγου χάρη «πουτσοκούλουρα», «καυλωτικό», «αρχίδια» ή «σπερματοθήκη», αναδεικνύουν την παραβατικότητα που κυριαρχεί, από την αρχή σχεδόν της νουβέλας έως το τέλος της, σε νόμο της ζωής. Δεν είναι άσχετη, σε σχέση με το μέτρο και την ισορροπία που σημειώσαμε, η ικανότητα της ελληνικής γλώσσας να διαιωνίζεται ακόμη και μέσα από ιδιόλεκτες εκφορές της, όπως παρατηρούμε να χρησιμοποιούνται ευρύτατα σε σύγχρονα λογοτεχνικά κείμενα (για παράδειγμα στον Σωτήρη Δημητρίου).

Παρασκευή 15 Μαΐου 2015

Πέμπτη 12 Μαρτίου 2015

Κριτικό σημείωμα της Πηνελόπης Πετράκου για τον Δανιήλ [Με την υπογραφή του Έναστρον (βιβλιοκαφέ) / στο Diavasame.gr].




Ο Έλληνας στην παλαιότερη εκδοχή του, ειδικά ο κάτοικος της επαρχίας, δε λογάριαζε τίποτα, παρά μόνο τη ζωή. Όλες του οι συμφορές ήταν μες στο πλαίσιο της κανονικότητας της φύσης και ως τέτοιες τις αντιμετώπιζε. Ακόμη και την ύστατη συμφορά, τον θάνατο. Αυτό ήταν το εφόδιό του ενώ, πια, η επιστήμη έχει διαγνώσει, για να μην πω επινοήσει, σύνδρομα και φοβίες που απορρέουν από την ανικανότητά μας να εμπεδώσουμε το Δίκαιο που υπάρχει εκεί έξω.

Ο Αντώνης Νικολής στο νέο του βιβλίο παρουσιάζει τον τύπο αυτού του ανθρώπου μέσα από την αφήγηση του Μιχάλη, ενός μεσόκοπου οικογενειάρχη που επιστρέφει στο νησί του για δουλειές και περιδιαβαίνει τις γειτονιές των εφηβικών του χρόνων με τελικό προορισμό τα λουτρά του Δανιήλ. Ο Δανιήλ, κλειδοκράτορας του χαμάμ που άφησε εποχή, αποτελεί έναν άξονα στον οποίο στηρίζονται και συνδέονται μεταξύ τους το ξέγνοιαστο και γεμάτο ερωτηματικά παρελθόν και το κουραστικό και απαντημένο παρόν. Είναι μια μορφή εξωτική για τα σημερινά δεδομένα, ως ρυθμιστής κι «αρχιερέας» μιας ιδιόμορφης κοινωνίας αφενός και ως οντότητα αυθεντική αφετέρου, φτιαγμένη από απολύτως φυσικά συστατικά. Μαζί του κι άλλοι άνθρωποι, επίσης ευανάγνωστοι και αποφορτισμένοι, μας συστήνονται και μας γοητεύουν ή μας κάνουν να θυμόμαστε αντίστοιχους γνωστούς μας. Ο συγγραφέας βάζει τον ήρωά του να παρατηρεί το γήρας και να βιώνει το πέρασμα του χρόνου, άλλοτε αυτοσαρκαζόμενος κι άλλοτε με κάποια αναπάντεχη όσο και δικαιολογημένη ματαιοδοξία. Ωστόσο, επιχειρεί να απεμπλακεί απ’ την εμμονή και ως τούτου πράττει κάτι ηρωικό.

Η αναπόληση γίνεται με γλώσσα που διατηρεί τους τοπικούς ιδιωματισμούς, είναι χρωματισμένη συναισθηματικά και σχηματίζει γρήγορα εικόνες. Κυριαρχούν οι περιγραφές της γης, των οικημάτων και των ανθρώπινων χαρακτηριστικών εμπλουτισμένες με χρώματα και μυρωδιές, κι όλα αυτά με τρυφερότητα και με νοσταλγία για τη νιότη και το κάλλος. Η επιστροφή στην ηθική της απλότητας ίσως είναι το ζητούμενο του σύγχρονου ονειροπαρμένου ανθρώπου, που αφομοιώνεται επιτυχώς στην πραγματικότητα αλλά εξαντλείται και παρακμάζει με παράπονο. Το βιβλίο συγκινεί, κατευνάζει το θυμό και διεγείρει το πάθος, το αναζητά και το φέρνει στον αναγνώστη, το θυμίζει και το απενοχοποιεί. Ο αισθησιασμός στις σκηνές των λουτρών απηχεί την ανάγκη για βαθιά επικοινωνία και εξομολόγηση ανασφαλειών κι αγωνιών που πραγματοποιείται καθώς οι θαμώνες ανταλλάσσουν λατρευτικές προσφορές, δηλαδή άγγιγμα και φιλί.

                                                                                                                            Πηνελόπη Πετράκου

Τετάρτη 11 Μαρτίου 2015

Ο Δημήτρης Φύσσας για τον Δανιήλ.

Ο φίλος και πολύ καλός συγγραφέας Δημήτρης Φύσσας έγραψε για τον Δανιήλ ένα κείμενο κριτικής ανάλυσης υψηλού επιπέδου. Τον ευχαριστώ ιδιαίτερα.
Ευγνώμων ακόμα μια φορά και στον Στράτο Φουντούλη, το περιοδικό Στάχτες.

Δημήτρης Φύσσας: Αντώνης Νικολής, Ο Δανιήλ πάει στη θάλασσα

Επεξεργασμένη φωτογραφία από το εξώφυλλο του βιβλίου
Επεξεργασμένη φωτογραφία από το εξώφυλλο του βιβλίου
fav-3
Κριτική παρουσίαση του Δημήτρη Φύσσα
Από την πρώτη στιγμή που διάβασα το «Δανιήλ» (το Νοέμβρη που μας πέρασε), ήξερα ότι ήθελα να γράψω γι΄ αυτόν. Το πρόβλημά μου συνοψιζόταν στο εξής:  Πώς γράφεις για ένα βιβλίο πολύ ψηλής ποιότητας, όταν οι σκέψεις που σου γεννιούνται στο μυαλό είναι όσο πολλές, ώστε να μην ξέρεις από πού ν΄ αρχίσεις και πώς να το πιάσεις; Μετέωρος μπροστά σ΄ ένα τέτοιο πρόβλημα, δεν έγραφα λέξη.
Κέρδιζα, ωστόσο, σε νέες αναγνώσεις. Προσπαθώντας να βρω τον τρόπο να καταπιαστώ μαζί του, γύρναγα και ξαναγύρναγα στο βιβλίο. Μέχρι τώρα, στο έβγα του Φλεβάρη,  το διάβασα τέσσερις φορές- και δεν είναι κοινότοπο να πως, κάθε φορά, έβρισκα και καινούργια στοιχεία. Πώς μπορούσε το μικρό αυτό βιβλίο  να γεννάει ξανά και ξανά νέο διανοητικό υλικό για το αναγνώστη, παραμένει για μένα μυστήριο, που σπάνια το ΄χω ξανανιώσει- μα όποτε ισχύει, ξέρω, βέβαια, ότι προσεγγίζω τη μεγάλη πεζογραφία.
Ας είναι, παρατράβηξα το ξεκίνημά μου- και φοβάμαι πως τον ανυπόκριτο θαυμασμό μου, ήδη προοιμιακά, πολύ αμήχανα μόνο τον έδωσα.
Η ιστορία
Η ιστορία διαδραματίζεται στις μέρες μας και μοιάζει,  στη βάση της, πολύ απλή. Ένας άντρας λίγο πριν τα 50 του, ονόματι Μιχάλης, παντρεμένος και με δυο μεγάλα παιδιά, κάτοικος Αθήνας, γυρνάει στο νησί του για ν΄ ασχοληθεί με την πώληση κάποιου κληρονομικού μεριδίου- συνήθεις «ουρές» που αφήνουνε οι θάνατοι των γονιών. Αυτός είναι ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής. Μένοντας  για λίγες μέρες στο νησί, επισκέπτεται τόπους που του γεννάνε μνήμες της εφηβείας του, αρκετές δεκαετίες πριν, και σμίγει με τους δυο καλύτερους φίλους της παλιάς εποχής. Ζώντας ταυτόχρονα στο σήμερα και στο χτες, προχωρεί στις (αναπόφευκτες) συγκρίσεις, επανερχόμενος σε ανθρώπους και τόπους παλιούς «που ήταν μια φορά» και σε μνήμες που «χάνονται σ΄ ένα σκοτάδι εβένου».
Κλειδί για το τελικό ξεκλείδωμα της αναπολητικής διαδικασίας είναι το παλιό χαμάμ τού τόπου, τώρα κλειστό και μερικά διαλυμένο, και ο άνθρωπος που το λειτουργούσε, ο Δανιήλ, τώρα πεθαμένος.
Ωστόσο, η επάνοδος ειδικά στο συγκεκριμένο χώρο επαναφέρει στη μνήμη, μέσα σ΄ ένα κλίμα ηδονικής συντριβής κάτω από το βάρος των αναμνήσεων, την ουσιαστική σεξουαλική του μύηση, τη δική του κι όλης της τοτινής εφηβικής τριάδας,  όπως την είχαν ζήσει σ΄ ένα διονυσιακό όργιο τού τότε, με τελετάρχη ακριβώς το Δανιήλ. Το όργιο αυτό, που αποτελεί την κορύφωση της ιστορίας, δεν κρατάει παρά ελάχιστες  σελίδες της αφήγησης.
Εμπλουτισμένος αλλά και ξαλαφρωμένος μετά την εναργή, και συμφιλιωτική με το παρελθόν, αναβίωση εκείνης της εμπειρίας και φυσικά καθώς η διεκπεραίωση της κληρονομικής εκκρεμότητας έχει λήξει, ο Μιχάλης φεύγει από το νησί (που συγγραφική αποφάσει δεν κατονομάζεται ρητά, αλλά από χίλιες μπάντες βγαίνει πως είναι η Κως) και παίρνει το καράβι για να επισκεφτεί το στερνοπαίδι του που σπουδάζει στην Κρήτη.  Στον πλου, μετά από συγκεκριμένη αφορμή που φέρνει έναν απόηχο από τον «Καισαρίωνα», ο αφηγητής έχει μια σύντομη παραίσθηση όπου ο Δανιήλ επανέρχεται ως επικεφαλής μύστης μιας γιορταστικής πορείας που θα μπορούσε να είναι αρχαιοελληνική, και που κατεβαίνει προς τη θάλασσα.
Αυτά.
Θα ΄λεγε κανείς ότι πρόκειται για ένα πεζό «μαθητείας» /  κέμενο «ενηλικίωσης»  για  «εκείνα που δειλά φαντάσθη μαθητής» και τώρα «είν΄ ανοιχτά, φανερωμένα εμπρός του». Ισχύει προφανώς, μα το κείμενο είναι πολλά περισσότερα απ΄ αυτό. Γιατί ένα βιβλίο δύσκολα καταλήγει να γίνει σημείο αναφοράς  από ένα μόνο καλό στοιχείο, όσο σπουδαίο κι αν  είναι.  Γι΄ αυτό, αφήνοντας έξω το θέμα του χρόνου στο οποίο ήδη αναφέρθηκα,  θα προσπαθήσω να εμβαθύνω στα σημαντικότερα από τα υλικά  που συναποτελούν την αναγνωστική γοητεία του προϊόντος «Δανιήλ»- και δεν είναι λίγα.
Μερικά υλικά
Αφηγηματική πολλαπλότητα. Φαινομενικά, ο αφηγητής είναι ένα πρόσωπο. Σ΄ ένα δεύτερο κοίταγμα όμως, έχει τουλάχιστον τρεις «εαυτούς» που εναλλάσσονται: ο έφηβος που ζει στην αναδρομία,  ο ώριμος που ζει αυτά που ζει στη συγχρονία και ένας ακόμα ώριμος, που σχολιάζει κατά καιρούς τον τοτινό εαυτό του.
Πυκνότητα. Εφτά, όλα κι όλα, τα  σύντομα κεφάλαια του βιβλίου,  120 μονάχα σελίδες κειμένου κι αυτές με μεγάλη γενναιόδωρη γραμματοσειρά, δηλαδή λίγες χιλιάδες λέξεις συνολικά. Εκεί που άλλος θα ξέντωνε την ιδέα και θα ΄φτιαχνε μυθιστόρημα, ο Νικολής συμπυκνώνει σε νουβέλα (όρος που στην ελληνική Γραμματολογία έχει να άνει αποκλειστικά με το μήκος και μόνο του πεζογραφήματος, και που εδώ βρίσκει ακριβή ανταπόκριση),  Τον φαντάζομαι να γράφει και να κόβει, να γράφει και να ενώνει, ωσότου πετύχει το επιθυμητό αποτέλεσμα.
Σπόντες. Προοικονομία πείτε το, πρόμνηση πείτε το, πρόληψη πείτε το,  (ποσώς μ΄ ενδιαφέρει η επακρίβεια των φιλολογικών όρων), οι υπαινιγμοί γι΄ αυτό που τελικά θα ΄ρθει  στο προτελευταίο κεφάλαιο έρχονται και ξανάρχονται στις προηγούμενες σελίδες σε μια σοφή διασπορά: άλλοτε σα διερώτηση των εφήβων, άλλοτε σαν καταγραφή τού τι λέει η κοινωνία (που «συσχέτιζε κουτά») για το χαμάμ και το Δανιήλ- άλλοτε σαν προειδοποιήσεις του ίδιου του Δανιήλ προς το νεαρό αφηγητή.
Κορύφωση. Παρτούζα πέστε το, όργιο πέστε το, εδώ αντανακλάται η χαρά της ζωής- κι έχει κι ένα απίστευτο εύρημα, για το οποίο θα γράψω μια μονάχα λέξη, επειδή δε θέλω να στερήσω τη χαρά της παρθενικής ανάγνωσης που ελπίζω να προκαλέσω:  εκμαγείο.  Αν νομίζει κανείς ότι οι  ερωτικές σελίδες στη λογοτεχνία είναι υποχρεωτικά είτε αποστειρωμένες, είτε γαργαλιστικές, δείτε το μάστορα σ΄ αυτές τις λίγες σελίδες. Θα πρέπει να ήταν οι δυσκολότερα γραμμένες.
(Μη) ρεαλισμός. Η νουβέλα κυριαρχείται από το «ρεαλισμό» (ό,τι κι αν σημαίνει αυτό): οι λεπτομέρειες είναι όλες αληθινές ή αληθοφανείς (ακόμα και τα περίφημα εκμαγεία!), η ιστορία «κουμπώνει» πλήρως, οι τόποι και οι χρόνοι προσδιορίζονται σαφώς. Αλλά υπάρχουν και δύο ακαριαία σημεία, εντελώς αξιοσημείωτα, στα οποία ο  ρεαλισμός αποτραβιέται υπέρ των στιγμιαίων παραισθήσεων. Το ένα το προανάφερα, είναι η τελετουργική πομπή – πορεία. Το άλλο είναι λίγες φράσεις στην πολύ-ερωτική πράξη, όπου ο μυούμενος έφηβος «ζει» με αταβιστικό τρόπο σεξουαλικές εμπειρίες που δε θα μπορούσαν να είναι αληθινές, οι οποίες συμφύρονται με τις «κανονικές» που ζει «πραγματικά». 
Κλιμάκωση και δευτερεύοντες ήρωες. Η κορύφωση της αναπολητικής διαδικασίας έρχεται λίγο λίγο μέσα από πολλά αφηγηματικά επεισόδια που την προετοιμάζουν, διατηρώντας όμως το καθένα την αυτονομία του. Οι δε δευτερεύοντες ήρωες (το προσωπικό του χαμάμ, η οικογένεια του Δανιήλ, οι άνθρωπο που τελικά θα συμμετάσχουν στο όργιο κλπ) δίνονται με σύντομες, χαρακτηριστικές καταγραφές, που εντυπώνονται στο μυαλό του αναγνώστη.
Ερωτικός ανθρωπισμός. Έλληνες και Τούρκοι (εδώ αναφέρονται όπως λέγονταν στο νησί: μωαμεθανοί, γκέι και στρέιτ, άντρες και γυναίκες, μαύροι και άσπροι, πλούσιοι και φτωχοί, χωραΐτες και χωριάτες, «μορφωμένοι» και «αμόρφωτοι», θαρρετοί και φοβισμένοι, φαντάροι και βαθμοφόροι, Ανατολίτες και Δυτικοί, όλοι είναι εδώ, σ΄ ένα σοφό παζλ συγγραφικής ισοτιμίας, που τίποτα δεν καταφρονάει αλλά και τίποτα δεν το ανεβάζει σε δυσθεώρητα ύψη. Και το αμάλγαμα που τους ενώνει όλους αυτούς ποιο άλλο θα μπορούσε να είναι παρά ο ερωτισμός;- έστω κι αν εδώ η ανατολίτικη  ατμόσφαιρα κυριαρχεί.
Επιγραμματική – φιλοσοφίζουσα διάσταση. Παρόλο που το βιβλίο δε γράφτηκε για να κουνήσει το δάχτυλο με διδακτισμό στον αναγνώστη, κάθε άλλο μάλιστα, δεν μπορείς να μη σταθείς ξανά και ξανά σε παρατηρήσεις που απηχούν βάθος σκέψης,  ανθρωπιά, στωικότητα.
Έκφραση φθοράς. Σπάνια έχω δει καλύτερα αποτυπωμένο τον καημό για το χάσιμο των παλιών ανθρώπων  που ζούσανε μετρημένα κοντά στη φύση, για το ερείπωμα των χώρων,  το χαμό της αθωότητας. Κι  ας μη φανταστεί φυσικά κανείς ότι  τα παραπάνω γράφονται πουθενά κατά τον απλοϊκό τρόπο που τα συνοψίζω εδώ εγώ.
Αυτοϋπονόμευση. Ούτε στις πιο σημαντικές στιγμές του το βιβλίο δε μοιάζει να παίρνει τον εαυτό του και την ιστορία του πλήρως και αδιάλειπτα στα σοβαρά. Σου κλείνει το μάτι και σου λέει: «Εγώ αυτά σού γράφω, αλλά συνάμα κοροϊδεύω και υπονομεύω τον εαυτό μου σαν αφηγητή. Εγώ αυτά σου λέω, τι θα δεχτείς εσύ –μάλλον τι θα δέχεσαι την καθεμιά από τις φορές που το διαβάζεις–  είναι δικό σου θέμα. Κόφ΄ το λαιμό σου να βγάλεις άκρη».  Κι αυτό ξεκινάει ήδη από το εμπνευσμένο μότο, δικής του έμπνευσης, που ο συγγραφέας προτάσσει στο βιβλίο του και που αφορά τη σχέση πραγματικότητας, ζωής και λογοτεχνίας.
Ντοπιολαλιά. Ο  Νικολής δε φοβάται ν΄ αναπαράγει την τοπική λαλιά, το νησιώτικο αυτό ιδίωμα, μουσικότατο και γλυκύτατο άλλωστε, σε σημεία του  βιβλίου όπου μιλάνε οι ντόπιοι «απλοί» άνθρωποι. Ταιριάζει μια χαρά και συμβάλλει στον αφηγηματικό ρεαλισμό, όπως άλλωστε και η αναφορά σε μερικά έθιμα της εποχής- ειδικά το πώς ξενυχτάνε το νεκρό στο σπίτι. Εδώ συγγραφέας ακολουθεί τον τρόπο των παλιών ηθογράφων. Κι αυτό είν΄ όλο, η ομοιότητα σταματάει, γιατί κανένα από τ΄ άλλα (και άκρως απωθητικά) στοιχεία της παλιάς ηθογραφίας δεν εμφανίζεται εδώ.  Αλλά είπαμε να μη φιλολογίσουμε.
Γαστριμαργία. Ουδέποτε συμπάθησα της μόδα των τελευταίων 10 ή 20 ετών, να χώνονται φαγητά και συνταγές ακριβείς περιγραφές πιάτων και αφηγήσεις γευμάτων μέσα στη λογοτεχνία. Μου μοιάζει ότι ανακατεύει στοιχεία ανόμοιων απολαύσεων (το φαϊ είναι φαϊ και η λογοτεχνία είναι λογοτεχνία), για να μην πω ότι ψαρεύει ευθέως αναγνώστριες. Και στο «Δανιήλ» υπάρχουν τέτοιες αναφορές, αλλά, προσοχή: είναι μετρημένες και είναι ενταγμένες στην αφηγηματική οικονομία, συμβάλλοντας στην εξέλιξη του μύθου. Ας πούμε, η παρτούζα θα ήταν λειψή ή μάλλον δε θα υπήρχε καν, αν δεν είχε προηγηθεί γεύμα συγκεκριμένης σύνθεσης. Και θα είχε  μικρότερο βάρος αν, μετά το γλυκοξύπνημα, δεν έπονταν το πρωινό.
Τίτλος. Πέρα από την πομπή που καταλήγει στη θάλασσα, ο τίτλος μπορεί και να ερμηνευτεί και ως σπαρακτική φράση. Δηλαδή τι (θα) σήμαινε το «πάει στη θάλασσα» για το χαματζή Δανιήλ, ποια σχέση (δεν) είχε η θάλασσα με το χαμάμ. Αλλά για να γίνει αυτό κατανοητό, θα πρέπει να διαβαστεί το βιβλίο .
Έκδοση. Διόλου τυχαία, «Το Ροδακιό» λογαριάζεται σαν ένας από τους αρτιότερους εκδότες. Πολύ δίκαια, νομίζω, και το ανά χείρας βιβλίο το επιβεβαιώνει: γενική όψη, στήσιμο, ευανωγνωσία, εξώφυλλο, επιμέλεια. Τόσο, που του συγχωρώ το αχώνευτο πολυτονικό.
*
©Δημήτρης Φύσσας – d.fyssas@gmail.com
fav-3
nikolis-bkΑντώνης Νικολής
Ο Δανιήλ πάει στη θάλασσα
Εκδόσεις «To Ροδακιό»
Αθήνα 2014





vintage_under2

Τρίτη 17 Φεβρουαρίου 2015

Ο Γιώργος Κορδομενίδης για τον Δανιήλ.


Ο Γιώργος Κορδομενίδης στο τρέχον τεύχος 106 του Εντευκτηρίου, στη στήλη του, Βιβλία στο κομοδίνο, σημειώνει: "Αντώνης Νικολής, Ο Δανιήλ πάει στη θάλασσα: Νουβέλα. Ψηφιακή ζωγραφική Πελαγία Κυριαζή (Το Ροδακιό, 129 σ.): γλώσσα υποδειγματικά δουλεμένη, πρόσωπα άρτια σκιαγραφημένα (ακόμη κι όσα εκ πρώτης όψεως παίζουν μικρό ρόλο στην ιστορία), μεστές περιγραφές κτισμάτων και τοπίων, δομή μελετημένη και υπηρετημένη σε κάθε λεπτομέρεια, πρωτίστως όμως η κυριαρχία του σώματος και η πανδαισία των αισθήσεων είναι τα βασικά χαρακτηριστικά και προτερήματα αυτού του νέου βιβλίου. Πρόκειται για ένα κάθε άλλο παρά "τυπικό" αφήγημα ενηλικίωσης, όπως την ανακαλεί ο μεσήλικας αφηγητής, κάνοντας μακροβούτια στο τροπικό δάσος των αναμνήσεων της εφηβείας. Δεν είχα κρύψει τον ενθουσιασμό μου για το προηγούμενο πεζογράφημά του (Διονυσία, 2012), και αισθάνομαι ότι Ο Δανιήλ... του δικαίωσε -και με το παραπάνω- κάθε προσδοκία μου."
Να υπενθυμίσω, στο τεύχος 104 του Εντευκτηρίου είχε προδημοσιευθεί απόσπασμα από τον Δανιήλ, (Το θάρρος των αισθημάτων).

Κυριακή 25 Ιανουαρίου 2015

Ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης για τον Δανιήλ.


Ακόμα ένας εξαίρετος συνάδελφος, ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης, τιμάει με σημείωμά του τον Δανιήλ. Τον διαβάζω από το πρώτο του βιβλίο και τον συγκαταλέγω στους καλύτερους Έλληνες μυθιστοριογράφους.

 
"Διάβασα με μιας χθες βράδυ το βιβλίο και ταράχτηκα. Υπάρχουν ορισμένα κείμενα που χρειάζεσαι προσπάθεια να τα δεχτείς, όμως εδώ, σκεφτόμουν, είναι ένα βιβλίο μιας μυθολογίας που μ' αφορά. Η κατάδυση του αφηγητή από το στεγνό παρόν σε ένα υγρό, ερωτικό, παρελθόν, ο περασμένος χρόνος όπως έρχεται κομματιαστά, σαν ένα ξεχασμένο τραγούδι, να μην πω  μοιρολόι της νιότης και της εποχής του. Η ανατολίτικη ερωτική -και μεσογειακή- ατμόσφαιρα σαν τοιχογραφία της Πομπηίας, σαν ελληνιστική απεικόνιση σε θρυμματισμένο αγγείο. Και πάνω απ' όλα η γλώσσα, το χτίσιμο της πρότασης, οι λεπτές αποχρώσεις ύφους και τόνου από έναν -διαβασμένο και ευαίσθητο- συγγραφέα. 
Ας πάμε λοιπόν στη θάλασσα κι εμείς, μαζί με τον Δανιήλ και τον Αντώνη."

Κυριακή 18 Ιανουαρίου 2015

Δυο αράδες για τον Δανιήλ σε χρονολόγιο στο facebook.

 

Ο Νίκος Κουρμουλής την περασμένη Τρίτη σημείωσε για τον Δανιήλ στον τοίχο του δυο αράδες: "Εφόδιο σπασμένης μνήμης. H κατάβαση στους πόθους του παρελθόντος. Η ζάλη από φευγαλέα σημάδια. Όλα στη θάλασσα καταλήγουν. Πνιγμός ή θαλπωρή; Ένα βιβλίο μέθεξη για όσους και όσες τυραννιούνται από την λησμονιά. Αντώνης Νικολής ("Ο Δανιήλ πάει στη θάλασσα"-εκδ Το Ροδακιό), αγγίζει του σώματος τις ρωγμές."