Από την αισθαντική -ό,τι και να πω είναι λίγο- φιλαναγνώστρια Σπυριδούλα Αποστολού (και 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7), φωτογραφία και σχόλιο σε ανάρτησή της στο fb:
Αντώνης Νικολής, Το Σκοτεινό Νησί ―εκδόσεις Ποταμός 2019
Η Σιωπή και ο Θάνατος του Λόγου στο Σκοτεινό Νησί του Αντώνη Νικολή
Εισαγωγή
Η νουβέλα Το Σκοτεινό Νησί του Αντώνη Νικολή, έργο υψηλής ερμηνευτικής πυκνότητας και ξεχωριστής μορφικής συνοχής, εγγράφεται στις πιο ριζοσπαστικές και ενδοστρεφείς στιγμές της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας, καθώς συγκροτεί έναν αφηγηματικό κόσμο στον οποίο η κρίση του Λόγου συνδέεται άμεσα με τη φθορά της ιστορικής συνέχειας, της ηθικής τάξης και της υποκειμενικής συνοχής. Το έργο αναπτύσσεται σε ένα μετακαταστροφικό περιβάλλον βιοπολιτικού ελέγχου, γενετικού διαχωρισμού και ακραίας απομόνωσης, όπου η γλώσσα παύει να λειτουργεί ως σταθερό μέσο νοηματοδότησης του κόσμου και μετατρέπεται σε ίχνος μιας πολιτισμικής μορφής που βρίσκεται ήδη σε προχωρημένη αποσύνθεση. Με αυτή την έννοια, η νουβέλα υπερβαίνει τα όρια μιας ακόμη δυστοπικής αφήγησης επιβίωσης στα όρια και αρθρώνεται ως ποιητικός στοχασμός πάνω στις προϋποθέσεις και τους όρους με τους οποίους ο άνθρωπος συγκροτείται ως υποκείμενο του λόγου και της ιστορίας.
Ο πυρήνας της πλοκής είναι εξωτερικά λιτός. Σε έναν απομονωμένο νησιωτικό χώρο τρία πρόσωπα συνυπάρχουν προσωρινά, έως ότου η εύθραυστη ισορροπία των σχέσεων καταλήξει σε βίαιη ρήξη και φόνο. Η σημασία του έργου, ωστόσο, εντοπίζεται λιγότερο στη διαδοχή των εξωτερικών συμβάντων και περισσότερο στον τρόπο με τον οποίο η αφήγηση οργανώνει τη διάβρωση της γλώσσας, τη διάλυση της ερμηνευτικής βεβαιότητας και την έκθεση του ανθρώπινου σώματος σε συνθήκες ελέγχου, επιτήρησης και εξάρτησης. Η τραγική ένταση της νουβέλας απορρέει ακριβώς από αυτή τη μετατόπιση: από τη σύγκρουση των προσώπων στη βαθύτερη αποτυχία του Λόγου να θεμελιώσει κοινότητα, μνήμη και σταθερό ορίζοντα νοήματος και αλήθειας.
Η μελέτη που ακολουθεί εξετάζει τη νουβέλα με βάση τέσσερις κύριους άξονες. Ο πρώτος αφορά στη δραματουργική του οργάνωση, ο δεύτερος εστιάζει στην αφηγηματική μορφή και στην υφολογική διαφοροποίηση των φωνών, ο τρίτος αναπτύσσει τις βασικές ερμηνευτικές της διαστάσεις, με έμφαση στα οντολογικά, βιοπολιτικά, έμφυλα και ηθικοφιλοσοφικά του συμφραζόμενα, και τέλος, ο τέταρτος διερευνά τις ενδεχόμενες λογοτεχνικές συγγένειες του κειμένου και το ιδιαίτερο εκφραστικό μητρώο του Νικολή. Σκοπός της ανάγνωσης αυτής είναι να καταδείξει ότι, στη νουβέλα, η σιωπή συνιστά κρίσιμη μάζα και ότι ο θάνατος του Λόγου σφραγίζει ως στρώμα καταστροφής την εξάντληση ενός ολόκληρου πολιτισμικού παραδείγματος.
Από τον Δημήτρη Μποσνάκη / SPEM IN ALIUM
LUCID DARKNESS
Subjectivity, Desire, and Guilt in Antonis Nikolis’s The
Death of the Mercenary
1. Introduction
Antonis Nikolis’s The Death of the Mercenary is a novel of radical interiorization, in which
desire, guilt, trauma, and corporeality are organized into a narrative of remarkable aesthetic
density and acute existential charge. Its narrative movement follows the fluid and disordered
experience of the protagonist’s consciousness, persistently unsettling the boundaries between
reality, memory, fantasy, and vision. The work thus exceeds the limits of a dramatic story of
erotic obsession or guilt and emerges, instead, as a complex literary elaboration of the
subject’s relation to desire, the Other, the body, mourning, and death.
The aim of the present essay is to examine the novel both as a narrative and dramaturgical
construction and as a work of philosophical and interpretive depth. Within this framework,
the discussion addresses the plot and its internal dynamic, the narrative and stylistic
architecture of the work, the organic relation between form and meaning, and the theoretical
horizon that makes possible a substantive reading of it. From this perspective, The Death of
the Mercenary appears as a novel in which literary form gives inward shape to the experience
of trauma, transforming desire, guilt, and memory into the constitutive centers of a
consciousness struggling to preserve its unity.
Before turning to the interpretive and theoretical investigation of the work, however, a
concise presentation of its plot is necessary, since the internal articulation of its episodes is
directly bound up with its existential and formal economy.
2. Plot
The novel traces the course of Elias Petres from an introverted, repetitive, and emotionally
inert life toward a gradual and painful disintegration culminating in suicide. At the outset, the
protagonist appears trapped within a monotonous everyday existence, defined by his teaching
routine, the care of his elderly parents, and a rather enervated relationship with Merope. The
appearance, however, of Yuri, a young soldier and student at an evening school, radically
disturbs this static condition, awakening within him an unspoken desire and a deeper
existential unrest. Through the occasion of private lessons in Ancient Greek, the relationship
between the two gradually acquires emotional and erotic intensity, until the failure of
communication, mounting awkwardness, and Elias’s obsessive attachment precipitate a
critical destabilization, which reaches its climax in their nocturnal meeting on the beach and
then in his home, where bodily proximity and psychic instability issue in Yuri’s sudden death.
From that point onward, the narrative enters the domain of guilt, panic, and moral collapse.
Elias attempts to erase every trace of the young man, travels to Rhodes in order to misdirect
any possible investigation, proceeds to the secret burial of the body and, later, to its
exhumation so that it may be returned to Yuri’s family, though this act grants him no
redemption. Thereafter, haunted by Yuri’s memory and by the experience of the exhumation,
he attempts a fragile reconnection with life through corporeality, eroticism, and a more
candid acceptance of his desire, until the sudden death of his mother entwines familial
mourning with his personal burden of guilt and deepens his devastation. In the penultimate
chapter, he gradually detaches himself from the world of the living and sinks into a liminal
state in which memory, desire, and death become inextricably intertwined, until he is led
consciously to self-destruction. The seventh chapter, shifting the focus to Merope, follows the
consequences of his death for those close to him, the discovery of the body, the funeral, and
the collective experience of mourning, before concluding with an image of continuity through
Merope’s pregnancy and the birth of Elias’s children.
This trajectory, from the stasis of everyday life to suicide, maps the gradual rupture of the
protagonist’s subjective coherence under the pressure of desire, guilt, and mourning. For this
reason, the plot of the work is inseparably bound to the distinctive narrative and
dramaturgical mode of its construction.
Δημοσιεύτηκε στις Στάχτες από SF
ΤΟ ΔΙΑΥΓΕΣ ΣΚΟΤΑΔΙ
Υποκειμενικότητα, επιθυμία και ενοχή
στον Θάνατο του Μισθοφόρου του Αντώνη Νικολή
Ο Θάνατος του Μισθοφόρου του Αντώνη Νικολή συνιστά μυθιστόρημα ακραίας εσωτερίκευσης, στο οποίο η επιθυμία, η ενοχή, το τραύμα και η σωματικότητα οργανώνονται σε μια αφήγηση υψηλής αισθητικής πυκνότητας και έντονης υπαρξιακής φόρτισης. Η αφηγηματική του κίνηση ακολουθεί τη ρευστή και αποδιοργανωμένη εμπειρία της συνείδησης του ήρωα, διασαλεύοντας διαρκώς τα όρια ανάμεσα στο πραγματικό, στη μνήμη, στη φαντασίωση και στο όραμα. Το έργο διευρύνεται έτσι πέρα από τα όρια μιας δραματικής ιστορίας ερωτικής εμμονής ή ενοχής και αναδεικνύεται σε σύνθετη λογοτεχνική επεξεργασία της σχέσης του υποκειμένου με την επιθυμία, τον Άλλον, το σώμα, το πένθος και τον θάνατο.
Σκοπός του παρόντος δοκιμίου είναι η εξέταση του μυθιστορήματος τόσο ως αφηγηματικής και δραματουργικής κατασκευής όσο και ως έργου φιλοσοφικού και ερμηνευτικού βάθους. Στο πλαίσιο αυτό, αναλύονται η πλοκή και η εσωτερική της δυναμική, η αφηγηματική και υφολογική αρχιτεκτονική του έργου, η οργανική σχέση μορφής και νοήματος, καθώς και το θεωρητικό υπόβαθρο που επιτρέπει μια ουσιαστική ανάγνωσή του. Κατά την ανάπτυξη αυτής της προσέγγισης, ο Θάνατος του Μισθοφόρου προβάλλει ως μυθιστόρημα στο οποίο η λογοτεχνική μορφή μορφοποιεί εκ των ένδον την εμπειρία του τραύματος, μετασχηματίζοντας την επιθυμία, την ενοχή και τη μνήμη σε πυρήνες μιας συνείδησης που αγωνίζεται να συγκρατήσει την ενότητά της.
Πριν από την ερμηνευτική και θεωρητική διερεύνηση του έργου, κρίνεται αναγκαία μια συνοπτική παρουσίαση της πλοκής του, καθώς η εσωτερική διάρθρωση των επεισοδίων συνδέεται άμεσα με την υπαρξιακή και μορφική του οικονομία.
Το μυθιστόρημα παρακολουθεί την πορεία του Ηλία Πετρή από μια ζωή εσωστρεφή, επαναληπτική και συναισθηματικά αδρανή προς μια σταδιακή, οδυνηρή απορρύθμιση που καταλήγει στην αυτοχειρία. Στην αρχή, ο ήρωας εμφανίζεται εγκλωβισμένος σε μια μονότονη καθημερινότητα, ορισμένη από τη διδακτική ρουτίνα, τη φροντίδα των ηλικιωμένων γονιών του και μια μάλλον άνευρη σχέση με τη Μερόπη. Η εμφάνιση, όμως, του Γιούρι, νεαρού οπλίτη και μαθητή νυχτερινού σχολείου, διαταράσσει ριζικά αυτή τη στατικότητα, καθώς αφυπνίζει μέσα του μια άρρητη επιθυμία και μια βαθύτερη υπαρξιακή ταραχή. Με αφορμή τα ιδιαίτερα μαθήματα αρχαίων ελληνικών, η σχέση των δύο αποκτά σταδιακά συναισθηματική και ερωτική ένταση, ώσπου η αδυναμία επικοινωνίας, η αυξανόμενη αμηχανία και η εμμονική προσκόλληση του Ηλία οδηγούν σε μια κρίσιμη απορρύθμιση, η οποία κορυφώνεται στη νυχτερινή τους συνάντηση στην παραλία και κατόπιν στο σπίτι του, όπου η σωματική εγγύτητα και η ψυχική αστάθεια εκβάλλουν στον αιφνίδιο θάνατο του Γιούρι.
Από εκεί και πέρα, η αφήγηση εισέρχεται στη ζώνη της ενοχής, του πανικού και της ηθικής πτώσης. Ο Ηλίας επιχειρεί να εξαφανίσει κάθε ίχνος του νεαρού, μεταβαίνει στη Ρόδο για να αποπροσανατολίσει ενδεχόμενες έρευνες, προχωρεί στη μυστική ταφή του σώματος και, αργότερα, στην εκταφή του, ώστε να παραδοθεί στην οικογένειά του, δίχως η πράξη αυτή να του χαρίζει λύτρωση. Στη συνέχεια, στοιχειωμένος από τη μνήμη του Γιούρι και από την εμπειρία της εκταφής, επιχειρεί μια εύθραυστη επανασύνδεση με τη ζωή μέσα από τη σωματικότητα, τον ερωτισμό και μια πιο ειλικρινή αποδοχή της επιθυμίας του, ώσπου ο αιφνίδιος θάνατος της μητέρας του συμπλέκει το οικογενειακό πένθος με το προσωπικό του άγος και επιτείνει τη συντριβή του. Στο προτελευταίο κεφάλαιο αποδεσμεύεται σταδιακά από τον κόσμο των ζωντανών και βυθίζεται σε μια μεταιχμιακή κατάσταση, όπου η μνήμη, η επιθυμία και ο θάνατος συγχέονται, έως ότου οδηγηθεί συνειδητά στην αυτοχειρία. Το έβδομο κεφάλαιο, μετατοπίζοντας την εστίαση στη Μερόπη, παρακολουθεί τις συνέπειες του θανάτου του στους οικείους του, την ανεύρεση του σώματος, την κηδεία και τη συλλογική εμπειρία του πένθους, πριν καταλήξει σε μια εικόνα συνέχειας μέσω της εγκυμοσύνης της Μερόπης και της γέννησης των παιδιών του Ηλία.
Η διαδρομή αυτή, από τη στατικότητα της καθημερινής ζωής έως την αυτοχειρία, χαρτογραφεί τη σταδιακή διάρρηξη της υποκειμενικής συνοχής του ήρωα υπό την πίεση της επιθυμίας, της ενοχής και του πένθους. Γι’ αυτό και η πλοκή του έργου συνδέεται άρρηκτα με τον ιδιαίτερο αφηγηματικό και δραματουργικό τρόπο της συγκρότησής του.
Ο Θάνατος του Μισθοφόρου οργανώνεται ως σπειροειδής, προοδευτικά εσωτερικευμένη αφήγηση, στην οποία το τραύμα επανέρχεται κυκλικά και η κορύφωση καταλήγει σε υπαρξιακή παράλυση και, τελικώς, σε μεταφυσική έξοδο. Παρότι τα επτά κεφάλαια αναπτύσσονται σε χρονική ακολουθία, η αφήγηση διατηρεί ισχυρή εσωτερική ρευστότητα, καθώς αναδρομές, συνειρμικές εικόνες, παρεκβάσεις και συγχωνεύσεις παρόντος, παρελθόντος και φαντασίας αφομοιώνονται στο σώμα της και αποδίδουν το ψυχικό βάθος του ήρωα. Η πλοκή διαχέεται σε μικροσκηνές καθημερινότητας, μέσα από τις οποίες αποτυπώνεται η εσωτερική μεταμόρφωση του Ηλία από συγκρατημένο και στοχαστικό μεσήλικα σε εμμονικά προσηλωμένο παρατηρητή του αινιγματικού Άλλου. Έτσι, το συγκρουσιακό στοιχείο του έργου αποκτά κατεξοχήν εσωτερικό και υπαρξιακό χαρακτήρα, ενώ ο χρόνος παύει να λειτουργεί ως ουδέτερο αφηγηματικό πλαίσιο και μετατρέπεται σε φορέα καθηλώσεων, επαναφορών και τραυματικών κόμβων.
Η αφηγηματική αυτή οικονομία συνδέεται άμεσα με τον ρόλο του αφηγητή. Παρότι η αφήγηση εκφέρεται σε τρίτο πρόσωπο, η εστίαση παραμένει σχεδόν σε όλη τη διάρκεια του έργου τόσο στενά προσκολλημένη στον Ηλία, ώστε η φωνή του αφηγητή να συγχωνεύεται συχνά με τη συνείδησή του. Ο εξωτερικός αφηγητής αποσύρεται συστηματικά, αφήνοντας χώρο στον εσωτερικό μονόλογο και στον ελεύθερο πλάγιο λόγο, με αποτέλεσμα το ηθικό, αισθητικό και πολιτισμικό βλέμμα του ήρωα να χρωματίζει καθοριστικά την αφήγηση. Η εστίαση αυτή αποκτά, σε στιγμές υψηλής ψυχικής έντασης, χαρακτήρα διπλότητας, καθώς ο Ηλίας βιώνει τον εαυτό του συγχρόνως εκ των ένδον και ως αντικείμενο παρατήρησης. Το «διπλό βλέμμα» αποδίδει με ακρίβεια τη ρωγμή της συνείδησής του και τη δυσχέρεια σύμπτωσής της με τον εαυτό της. Μόνον στο τελευταίο κεφάλαιο μεταβάλλεται αποφασιστικά αυτή η εστίαση, καθώς η αφήγηση ανοίγεται στη σκοπιά των επιζώντων και ιδίως της Μερόπης, επιτρέποντας στο ατομικό τραύμα να μετασχηματισθεί σε κοινή μνήμη και σε τελετουργία πένθους.
Μέσα σε αυτή τη διάταξη, το βλέμμα και η σιωπή συγκροτούν δύο από τα κεντρικά δραματουργικά μοτίβα του έργου. Ο Ηλίας παρατηρεί επίμονα τον Γιούρι και τα υποκατάστατά του, χωρίς το βλέμμα να παράγει γνώση ή οικειότητα· η παρατήρηση αναπαράγει την απόσταση και καθιστά ακόμη εντονότερη την εμπειρία της έλλειψης. Αντίστοιχα, η σιωπή και η αστοχία του λόγου ως φορέα επικοινωνίας λειτουργούν ως συμπληρωματικός άξονας της ίδιας δραματουργίας, αφού οι διάλογοι συχνά εκτρέπονται σε αμηχανία, ασυνεννοησία ή βία. Έτσι, βλέμμα και σιωπή συνιστούν βασικούς μηχανισμούς της αφήγησης, μέσω των οποίων αποκαλύπτεται η δυσχέρεια του υποκειμένου να προσεγγίσει τον Άλλον και να αρθρώσει συνεκτικά τον ίδιο του τον εαυτό.
Η σκηνική και υφολογική οργάνωση του μυθιστορήματος συντονίζεται απολύτως με αυτή την εσωτερική δραματουργία. Η γραφή του Νικολή διακρίνεται από μακροπερίοδο, μουσικά οργανωμένο λόγο, παρενθετικές αναπτύξεις, συντακτική ρευστότητα, υποδόρια ειρωνεία και έντονη αισθητηριακή προσήλωση στη λεπτομέρεια, ιδίως στο σώμα, στο φως, στην αφή και στη σιωπή. Η σκηνική διάταξη αναπτύσσεται περισσότερο μουσικά παρά θεατρικά, μέσα από ρυθμικές εναλλαγές εσωστρέφειας, στιγμιαίας κινητοποίησης, φαντασιακών εξάρσεων και νέας βύθισης, ενώ οι μεταβάσεις από την εξωτερική δράση στην ανάμνηση, στη διάλειψη ή στην παραίσθηση συντελούνται σχεδόν ανεπαίσθητα. Καθοριστικό ρόλο σε αυτή τη μορφική οικονομία παίζουν τα επανερχόμενα μοτίβα του χρόνου, της ενοχής, του σώματος, της τελετουργίας, του βλέμματος και της διάλειψης, που συγκροτούν ένα κλειστό, παλινδρομικό σύμπαν, όπου το τραύμα ανακυκλώνεται αδιάκοπα.
Η σχέση μορφής και νοήματος στον Θάνατο του Μισθοφόρου είναι οργανική. Η γλώσσα λειτουργεί ως ο ίδιος ο τόπος όπου συντελείται η εμπειρία. Η ρευστότητα της σύνταξης, η διάχυση της πρότασης, η αποφυγή ευθύγραμμης κορύφωσης και η παλινδρομική ανάπτυξη του λόγου αποτυπώνουν μορφικά το εσωτερικό αδιέξοδο του ήρωα, τη διάσπαση της συνείδησής του και τη δυσχέρεια ενοποίησης της εμπειρίας σε σταθερό νόημα. Η μορφή της αφήγησης γίνεται έτσι ο κατεξοχήν φορέας του νοήματός της, καθώς καθιστά αισθητή τη δυσχέρεια του Ηλία να αρθρώσει ένα αφήγημα λύτρωσης. Από αυτή τη συνάφεια αντλεί η γραφή την ένταση του πένθους, της επιθυμίας και του υπαρξιακού κλυδωνισμού.
Αντώνης Νικολής, Το Γυμναστήριο, εκδόσεις Ποταμός 2018
Η τραυματική μήτρα της αφήγησης:
Ο χώρος του οικείου, του πένθους και της ταυτότητας
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Η νουβέλα Το Γυμναστήριο του Αντώνη Νικολή αποτελεί μία από τις πιο απαιτητικές και τολμηρές αφηγηματικές καταθέσεις της σύγχρονης ελληνικής πεζογραφίας. Πρόκειται για ένα σκοτεινό, υπνωτικό κείμενο που διερευνά τον οικιακό χώρο ως πεδίο τραύματος, πένθους και αποδόμησης της ταυτότητας. Η αφήγηση εκκινεί από την απώλεια της μητέρας των δύο ηρωίδων και εξελίσσεται σε ένα τοπίο ψυχικής αποσύνθεσης, όπου σώμα, μνήμη και γλώσσα φθείρονται παράλληλα.
Η παρούσα μελέτη προσεγγίζει τη νουβέλα μέσα από τη φεμινιστική ψυχαναλυτική θεωρία (Kristeva, Irigaray, Grosz) και τη θεωρία της queer αρνητικότητας (Edelman, Halberstam), υποστηρίζοντας ότι Το Γυμναστήριο διαμορφώνει μια λογοτεχνική αντίσταση απέναντι στις ετεροκανονικές και χρονικά καθορισμένες δομές. Η άρνηση γραμμικής εξέλιξης, η αναστολή του μέλλοντος και η εμμονική επιστροφή στο τραύμα διαμορφώνουν μια αφήγηση που υπονομεύει τη λογική της αποκατάστασης και της προόδου. Παράλληλα, η συγγένεια του ύφους του Νικολή με συγγραφείς όπως η Woolf, ο Beckett, η Lispector, η Jean Rhys και η Καραπάνου τοποθετεί το έργο σε μια παράδοση εσωτερικής, διαλυτικής γραφής.
Η ΑΙΣΘΗΤΙΚΗ ΤΗΣ ΔΙΑΛΥΣΗΣ ΚΑΙ Η ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΤΗΣ ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΨΗΣ
Η ΠΛΟΚΗ
Η αφήγηση οργανώνεται γύρω από τη συμβίωση δύο ηλικιωμένων ετεροθαλών αδελφών, της Ράνιας και της Ρούλας, οι οποίες ζουν απομονωμένες μετά τον θάνατο της μητέρας τους. Ο χρόνος επανέρχεται σε κύκλους, εγκλωβισμένος σε έναν κλειστό οικιακό χώρο, όπου η καθημερινότητα διαρρηγνύεται από μνήμες και τραυματικές αναδρομές.
Η μητέρα, αν και νεκρή, παραμένει καθοριστική μορφή, καθώς η απουσία της στον παρελθόν, υπαρκτή και συναισθηματική, διαμόρφωσε τη θηλυκότητα των κοριτσιών μέσα από αστάθεια και έλλειψη. Πριν από κάθε τραυματικό γεγονός, προηγείται η αρχική μητρική ρωγμή.
Κεντρικός άξονας είναι το «γυμναστήριο» στο απέναντι κτίριο, το οποίο η Ράνια παρατηρεί από τη μπαλκονόπορτα του διαμερίσματος, όπου τα δύο πρόσωπα σκηνοθετούν τις καθημερινές αφηγηματικές εσπερίδες τους. Ο χώρος του «γυμναστηρίου» λειτουργεί ως επιφάνεια προβολής της επιθυμίας αλλά και ως επανενεργοποίηση του σεξουαλικού τραύματος. Στη νεότητά της, η Ράνια υπήρξε θύμα ομαδικού βιασμού, ένα γεγονός που έχει διαρρήξει τη σχέση της με το σώμα και τη μνήμη. Η αφήγησή της παραμένει διαρκώς κατακερματισμένη, ασταθής, συχνά αμφίσημη ως προς τα όρια μεταξύ φαντασιακού και πραγματικού.
Η Ρούλα, λιγότερο εκρηκτική αλλά σταθερά παρούσα, λειτουργεί ως αντιστικτική φωνή: συγκρατεί το τραύμα μέσα σε μια πρακτική καθημερινότητα. Η μεταξύ τους σχέση συγκροτεί έναν κλειστό μικρόκοσμο συνεξάρτησης, όπου η γλώσσα αντικαθιστά την εξωτερική κοινωνική ζωή.
Ο νεαρός άνδρας από το γυμναστήριο, ο «Βασίλης», εισβάλλει στον οικιακό χώρο και λειτουργεί ως καταλύτης. Η παρουσία του πυροδοτεί τη μετάβαση από τη μνημονική αναβίωση στη βίαιη πράξη, οδηγώντας στη σκηνή του φόνου, μια ακραία χειρονομία που δεν προσφέρει λύτρωση, αλλά επιβεβαιώνει τη βαθύτερη αποσύνθεση της υπαρξιακής συνθήκης των δύο γυναικών.
ΚΟΜΒΙΚΑ ΜΟΤΙΒΑ
Η αφήγηση της λίμνης ταλαντεύεται ανάμεσα στο φαντασιακό και στο πραγματικό. Η αισθησιακή ατμόσφαιρα και οι αφηγηματικές αστάθειες δημιουργούν αρχικά την εντύπωση μιας σκηνής επιθυμίας. Ωστόσο, τα αποσπάσματα ωμής βίας αποκαλύπτουν τον ομαδικό βιασμό ως βαθύ πρωταρχικό τραύμα. Η αφηγηματική αμφισημία αναπαριστά τον τρόπο με τον οποίο το τραύμα διαστρέφει τη μνήμη και τη γλωσσική του απόδοση.
Η δολοφονία του «Βασίλη» συμπυκνώνει επιθυμία, εκδίκηση και ψυχική διάλυση. Η πράξη έχει χαρακτήρα παροξυσμικό και συμβολικό, ούτε αποκαθιστά το παρελθόν ούτε θεραπεύει το τραύμα. Η Ρούλα συμμετέχει στη συγκάλυψη μέσω της μεταφοράς των «δεμάτων» με το τεμαχισμένο σώμα, γεγονός που υποδηλώνει μια σιωπηρή συνενοχή. Η βία επιβεβαιώνει την αδυναμία υπέρβασης και δεν επιφέρει κάθαρση.
Η ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ ΤΗΣ ΝΟΥΒΕΛΑΣ – ΔΡΑΜΑΤΟΥΡΓΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ
Το Γυμναστήριο αναπτύσσεται σε παραισθησιακό ρυθμό, όπου το παρόν διαπλέκεται με βίαιες μνημονικές εκρήξεις. Η αφήγηση είναι θραυσματική, με επαναλήψεις και χρονικές συγχύσεις που αναπαριστούν τη δομή του τραύματος ως αδιάκοπη επιστροφή και όχι ως αναμνηστική αναφορά. Η νουβέλα αρνείται την κλασική δραματουργική εξέλιξη. Ο χώρος παραμένει στατικός, οι χειρονομίες επαναλαμβάνονται, και η απουσία τελικής λύσης μετατρέπει το έργο σε «στατικό δράμα», συγγενές με το θέατρο του παραλόγου. Η αφήγηση περιορίζεται στην εσωτερική εστίαση των δύο γυναικών· η εξωτερική αντικειμενική πραγματικότητα είναι ανύπαρκτη, υπάρχει μόνο η ψυχική εμπειρία.
ΠΕΡΕΓΡΙΝΟΣ: ΕΝΑΣ ΑΡΧΑΙΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΜΕ ΣΥΓΧΡΟΝΑ ΠΑΘΗ
Εισαγωγή
Ο Περεγρίνος του Αντώνη Νικολή ανήκει σε εκείνα τα σπάνια έργα της σύγχρονης ελληνικής πεζογραφίας που, χωρίς να απολέσουν την ιστορική και γλωσσική τους ιδιοπροσωπία, υπερβαίνουν εξαρχής το εθνικό τους πλαίσιο και εγγράφονται οργανικά στον ορίζοντα της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Όχι επειδή αντλούν το υλικό τους από ένα αναγνωρίσιμο ιστορικό παρελθόν, αλλά επειδή ενεργοποιούν με αισθητική συνέπεια και στοχαστικό βάθος θεμελιώδη ερωτήματα της ανθρώπινης κατάστασης: την αστάθεια της ταυτότητας, τη σχέση τραύματος και αυτοπροσδιορισμού, τη συνάρθρωση βίου και αφήγησης, καθώς και το όριο ανάμεσα στην πράξη και το νόημά της.
Ο Περεγρίνος δεν αναπαρίσταται ως ιστορικό πρόσωπο της ύστερης αρχαιότητας, αλλά ανασυγκροτείται ως υπαρξιακή μορφή διαχρονική: ένα υποκείμενο που καίγεται μέσα στη διαρκή του προσπάθεια να αποκτήσει σχήμα. Η παρούσα μελέτη υποστηρίζει ότι η υψηλή λογοτεχνική αξία του έργου εδράζεται σε τρεις αλληλένδετους άξονες: (α) στη ριζικά αισθητηριακή και ρυθμικά επεξεργασμένη γλώσσα, (β) στη σύνθετη αφηγηματική αρχιτεκτονική που παράγει ένα ανοιχτό, πολυφωνικό κείμενο, και (γ) στη βαθιά σύγχρονη προβληματική της ταυτότητας ως ρευστής, τραυματισμένης και διαρκώς εκκρεμούς διαδικασίας. Μέσα από αυτούς τους άξονες, ο Περεγρίνος αρθρώνεται ως έργο όχι απλώς επίκαιρο, αλλά ουσιωδώς σύγχρονο.
Η μυθοπλασία του Νικολή αναπτύσσεται σε επτά κεφάλαια («Λόγους») και ένα καταληκτικό excursus, ακολουθώντας μια κυκλική αφηγηματική κίνηση που δεν αποσκοπεί στην εξιστόρηση μιας ζωής με γραμμική συνοχή, αλλά στη χαρτογράφηση μιας διαρκούς περιπλάνησης. Η μνήμη του νεκρού κεντρικού ήρωα λειτουργεί ως παρουσία εν τη απουσία, μετατρέποντας το τέλος σε σημείο επιστροφής και επανεγγραφής.
Ο Περεγρίνος —με τις διαδοχικές του μετωνυμίες, Πρωτέας και Φοίνικας— κινείται ανάμεσα σε πόλεις, φιλοσοφικές σχολές και θρησκευτικά ρεύματα του 2ου αιώνα μ.Χ., μέσα στο ιστορικό πλαίσιο της Β΄ Σοφιστικής. Ο συγγραφέας αντλεί τον πυρήνα της «ιστορικής» βιογραφίας από αποσπασματικές αρχαίες μαρτυρίες (κυρίως τον Λουκιανό και συμπληρωματικά τον Αύλο Γέλλιο), τις οποίες μεταπλάθει ελεύθερα, οικοδομώντας ένα έπος εσωτερικής διάλυσης και αυτοσκηνοθεσίας. Η πλοκή δεν οργανώνεται γύρω από γεγονότα, αλλά γύρω από μεταμορφώσεις· κάθε στάση αποτελεί και μια απόπειρα σταθεροποίησης που εκ των προτέρων είναι καταδικασμένη να αποτύχει.
Η πρώτη εμπειρία του αναγνώστη από τον Περεγρίνο είναι η εμπειρία της γλώσσας. Η γραφή του Νικολή είναι έντονα αισθητηριακή, πλαστική και μουσική· συγκροτεί έναν τρισδιάστατο κόσμο όπου ο χώρος και το σώμα αποκτούν πρωτεύοντα ρόλο. Ο αέρας, η θερμότητα, οι οσμές των πόλεων και των σωμάτων, η υλικότητα των μνημείων και των τελετών ή η αποπνικτική ένταση του πλήθους δεν λειτουργούν ως φόντο της αφήγησης, αλλά ως πρωτογενή στοιχεία γνώσης.
Η αισθητηριακή πυκνότητα δεν υπηρετεί έναν συμβατικό ρεαλισμό, αλλά παράγει νόημα: καθιστά την εμπειρία του κόσμου αδιάσπαστη από την εμπειρία του εαυτού. Η ρυθμική οργάνωση της πρόζας —με επιταχύνσεις, παύσεις και θραύσεις— μιμείται τους παλμούς μιας συνείδησης σε κρίση. Ο λόγος μοιάζει να αναπνέει ασθματικά, να συγκρατείται και να εκρήγνυται, ενσαρκώνοντας όχι μόνο τα γεγονότα, αλλά την εσωτερική τους ένταση. Η λογοτεχνία εδώ δεν αφηγείται απλώς· βιώνεται.
(The books' journal, τεύχος 166, σελ. 64-67)
Ο θάνατος ως ορίζοντας
Αφηγηματολογικές, ερμηνευτικές και λογοτεχνικές προσεγγίσεις
Αντώνης Νικολής, Περεγρίνος. Μυθιστόρημα, Αρμός, Αθήνα 2023, 512 σελ
Ο Περεγρίνος του Αντώνη Νικολή δεν είναι απλώς ένα μυθιστόρημα της νεοελληνικής λογοτεχνίας, αλλά ένα έργο που διεκδικεί τη θέση του στη Weltliteratur. Αντλεί στοιχεία από το αρχαίο ελληνικό μυθιστόρημα, τη ρωμαϊκή ιστοριογραφία και τη φιλοσοφική παράδοση, ενώ ενσωματώνει αφηγηματικές τεχνικές του μοντερνισμού και του μεταμοντερνισμού. Η ειρωνική του απόσταση και η θεματική του πολυπλοκότητα τού χαρίζουν διαχρονικότητα και οικουμενικό εύρος. Συνδυάζοντας την αρχαιότητα με τη σύγχρονη αφήγηση, τη φιλοσοφική αναζήτηση και τη μεταμυθοπλασία, εντάσσεται με πρωτοτυπία και λογοτεχνική βαρύτητα στον διεθνή λογοτεχνικό διάλογο.
Από τον Δημήτριο Μποσνάκη
Όπως ακριβώς πλένουμε το κορμί μας θα έπρεπε να πλένουμε το πεπρωμένο, ν᾽ αλλάζουμε ζωή όπως αλλάζουμε ρούχα – όχι για να διατηρήσουμε τη ζωή μας, όπως όταν τρώμε και κοιμόμαστε, αλλά λόγω εκείνου του σεβασμού των άλλων προς εμάς που ορθώς ἀποκαλοῦμε καθαριότητα.
Φερνάντο Πεσσόα, Βιβλίο της Ανησυχίας Απόσπασμα 42
(μετ. Μαρία Παπαδήμα)
To πεζογραφικό έργο του Αντώνη Νικολή συνιστά μια υποδειγματική λογοτεχνική περίπτωση. Πίσω από το κύρος της φόρμας και την προφανή επιδίωξη για καλλιτεχνική τελειότητα, η αγάπη του για το ύφος και τη διαρκή αναζήτηση της σωστής λέξης εκφράζει αν μη τι άλλο ένα εμμονικό πάθος που θα μπορούσε άλλοις λόγοις να εκληφθεί και ως απελπισμένη πάλη ενάντια στο παράλογο της ύπαρξης, θεώρηση που φαίνεται να διακατέχει τον συγγραφέα σε κάθε του έργο. Η ασκητική αφοσίωσή του στη συγγραφή εκπέμπει όχι μόνο έντονη αυστηρότητα και απόλυτο καλλιτεχνικό έλεγχο, αλλά και έναν ιδιαίτερο συνδυασμό λυρικής παρατήρησης, στυγνού ρεαλισμού, μεταφυσικού ρίγους και ειρωνείας, που παραπέμπει σε γόνιμους πόρους της λογοτεχνικής γραφής. Το μέχρι τώρα έργο του Νικολή διακρίνεται τόσο για τις συνεχείς δομικές επινοήσεις του αφηγηματικού λόγου (από την τριλογία του έρωτα και της οδύνης: Ο Δανιήλ πάει στη θάλασσα, Διονυσία και Ο θάνατος του μισθοφόρου, στις δυστοπικές ελεγείες Το Σκοτεινό Νησί και Το γυμναστήριο) και τις απαιτήσεις που θέτει στη γλώσσα για οικονομία, πλαστικότητα και ρυθμό, όσο και από τη σχεδόν δονκιχωτική αναζήτηση μιας ενθουσιαστικής υπέρβασης της πραγματικότητας στην οποία υποτάσσει χωρίς συμβιβασμούς τις αφηγήσεις του. Αποτελεί ιδιαίτερη πρόκληση για τον αναγνώστη ή τον μελετητή του έργου του να συσχετίσει τις λεπτομέρειες με ευρύτερες δομές και να διερευνήσει τις δύσκολες και ενίοτε παράδοξες συνδέσεις μεταξύ γλώσσας και ιδεών. Εξάλλου, η λογοτεχνική κριτική, κατά τη γνώμη μου, οφείλει να εστιάζει στις κειμενικές στρατηγικές, στον ακριβή προσδιορισμό των γλωσσικών και αφηγηματικών κωδίκων, προκειμένου να προσεγγίσει όσο το δυνατόν περισσότερο τον υπόρρητο λόγο, τη στρωματογραφία της σύνθεσης.
Ο θάνατος ως ορίζοντας
Αφηγηματολογικές, ερμηνευτικές και λογοτεχνικές προσεγγίσεις
Aπό τον Δημήτρη Μποσνάκη
[Και αίφνης μία κίνηση υπέρ του Περεγρίνου πραγματικά υψηλού κύρους. Μια εκτενής, σπάνιας εμβρίθειας μελέτη, δημοσιευμένη εν μέρει στο έντυπο και που πρόκειται να αναρτηθεί πλήρως στη web / ηλεκτρονική έκδοση του the books’ journal.
Τη μελέτη υπογράφει ο καθηγητής κλασικής αρχαιολογίας Δημήτρης Μποσνάκης, και η δημοσίευση / ανάρτηση γίνεται στο tbj του Ηλία Κανέλλη.]
(Αποσπάσματα)
Ο Περεγρίνος του Αντώνη Νικολή δεν είναι απλώς ένα μυθιστόρημα της νεοελληνικής
λογοτεχνίας, αλλά ένα έργο που διεκδικεί τη θέση του στη Weltliteratur. Αντλεί στοιχεία
από το αρχαίο ελληνικό μυθιστόρημα, τη ρωμαϊκή ιστοριογραφία και τη φιλοσοφική
παράδοση, ενώ ενσωματώνει αφηγηματικές τεχνικές του μοντερνισμού και του
μεταμοντερνισμού. Η ειρωνική του απόσταση και η θεματική του πολυπλοκότητα τού
χαρίζουν διαχρονικότητα και οικουμενικό εύρος. Συνδυάζοντας την αρχαιότητα με τη
σύγχρονη αφήγηση, τη φιλοσοφική αναζήτηση και τη μεταμυθοπλασία, εντάσσεται με
πρωτοτυπία και λογοτεχνική βαρύτητα στον διεθνή λογοτεχνικό διάλογο.
Άλκηστις Σουλογιάννη
(Αντώνης Νικολής, Περεγρίνος, Εκδόσεις Αρμός, Αθήνα 2023)
Όσοι ακολουθούμε συστηματικά ή έστω περιστασιακά τον Αντώνη Νικολή στη δημιουργική διαδρομή του μέσα στο ευρύ πεδίο της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας, έχουμε εξοικειωθεί με μια ενδιαφέρουσα εκδοχή αφηγηματικής τέχνης που συνδυάζει δημιουργική αξιοποίηση της γλώσσας ως διαύλου όχι μόνον πληροφοριών αλλά κυρίως συναισθημάτων, με την αμεσότητα προφορικής επικοινωνίας και με την ευρηματική χρήση του φαινομένου της μεταφοράς κατά την οργάνωση γραμματικών εικόνων σε συνθέσεις ιδιαίτερης σημασιολογικής ισχύος με ομόλογο εικαστικό ισοδύναμο.
Τα στοιχεία αυτά εντοπίσαμε σε δείγματα λογοτεχνικής παραγωγής του Νικολή, όπως είναι μυθιστορήματα υπό τους τίτλους Διονυσία (2012) και Ο θάνατος του μισθοφόρου (2016), κυρίως δε στην εμβληματική νουβέλα Ο Δανιήλ πάει στη θάλασσα (2014).
Τώρα στο νέο, εκτενέστατο μυθιστόρημά του ο Νικολής έχει οργανώσει έναν σύνθετο κειμενικό κόσμο σε επτά ενότητες (Επτά Λόγοι), κατά παραβίαση χωροχρονικών δεδομένων, μέσα στον οποίον με μυθοπλαστική σύμφωνα με την αντίληψη του σύγχρονου συγγραφέα άνεση αναπτύσσεται ο βίος και η πολιτεία του κυνικού φιλοσόφου Περεγρίνου (2ος αιώνας μ. Χ., εποχή της Β’ Σοφιστικής).
Εδώ ο Νικολής αξιοποιεί τον λίβελο του Λουκιανού Περί της Περεγρίνου τελευτής, τον οποίον στη συνέχεια υπονομεύει για να σχεδιάσει την εικόνα και τον χαρακτήρα του Περεγρίνου ως σύνθετου κειμενικού προσώπου σύμφωνα με μια ευρηματική όσο και παραστατική, σύγχρονη οπτική.
Προς τον σκοπό αυτόν, ο Νικολής συναντά τον Περεγρίνο στην πόλη Πάριον της βορείου Μυσίας (κοντά στον Ελλήσποντο), γενέτειρα του φιλοσόφου και πεδίο ποικίλων περιστατικών της παιδικής και εφηβικής ηλικίας του μέσα σε τοπία θανάτου, αλλά και με μαθήματα από τον ρήτορα και σοφιστή Σκοπελιανό, που τον οδηγούν στη Σμύρνη, σημαντικό πνευματικό κέντρο της εποχής με χριστιανική κοινότητα στο πλαίσιο του ευρύτερου ρωμαϊκού περιβάλλοντος, και στον κύκλο μαθητών του σοφιστή Πολέμωνα, από τον οποίον ο Περεγρίνος εκδιώκεται εξ αιτίας του ματαιόδοξου χαρακτήρα του παρά την επιμέλεια, τις γνώσεις και τη ρητορική δεινότητά του.
Το Γυμναστήριο είναι μια σπαρακτική προσέγγιση στις ψυχικές νόσους, όπως τις βιώνουμε στην εποχή μας. Πότε ως αναγνώστες και πότε ως θεατές καθώς η νουβέλα μετατρέπεται σε ένα άρτιο θεατρικό κείμενο, βλέπουμε χρώματα, σμαραγδί και ραδικί κι όλες τις αποχρώσεις του πράσινου, ακούμε τρυφερές κοριτσίστικες φωνές να εκφράζουν τρυφερές κοριτσίστικες επιθυμίες “μόνο να χαϊδευτούμε ήθελα” και ενήλικες γυναίκες να διαπράττουν ένα αποτρόπαιο έγκλημα. Ο συγγραφέας δεν μέμφεται τους ήρωες του. Θύτες και θύματα, σε μια θανάσιμη ‘Ρόδα’ σε ένα ζοφερό Λούνα παρκ, η μάνα συνευρίσκεται με τους αρρενωπούς άντρες με γέλια και χαρές, αφήνει τα παιδιά της, επιστρέφει με λουλούδια, γλυκά και μακαρόνια φιογκάκια, οι κόρες ζουν στερημένες, χωρίς χαρές σε μια εποχή που οι χαρές φαίνονται εύκολες. Λίγο πιο πέρα από τη μπαλκονόπορτα, στο γυμναστήριο, κορμιά νεανικά, ιδρωμένα, με μυς και τατουάζ και λεπτά δακτυλάκια.
![]() |
| Η κα Μαυρικάκη, συγγραφέας-λογοτέχνις. |
[Η κα Μαυρικάκη, στο προσωπικό της ιστολόγιο (exartatai ΜΑΓΝΗΤΟΣΚΟΠΙΟ ΕΞΑΡΤΗΣΕΩΝ) γράφει εκτεταμένη παρουσίαση-κριτική του Περεγρίνου. Να σημειώσω και εδώ, όταν τα λογοτεχνικά κείμενα, τα έργα μας ευρύτερα, διαθέτουν οικονομία, καθένας απέναντί τους περισσότερο από το να κρίνει, κρίνεται. Κι αυτός που τα κολακεύει, κι αυτός που τα βρίσκει ελλιπή, κι αυτός που σιωπά, κι αυτός που καταγράφει την εμπλοκή του μ’ αυτά. Ο τελευταίος, αν μη τι άλλο, αγαπάει τη λογοτεχνία περισσότερο από τον εαυτό του –το πρώτο και σημαντικότερο λογοτεχνικό διάβημα. Η κα Μαυρικάκη αφιερώνει το κείμενό της στην ξεχωριστή φιλαναγνώστρια Σπυριδούλα (Αποστολού) -ιδιαίτερα γνώριμη στο παρόν ιστολόγιο (1, 2, 3, 4, 5, 6).]
"Μη σας τρομάξουν οι πεντακόσιες σελίδες. Πρόκειται για μυθιστορία με αξεπέραστες περιγραφές ιστορικών γεγονότων, τόπων και προσωπικοτήτων που διακρίθηκαν κατά τα ρωμαϊκά χρόνια. Ο ήρωας γεννιέται στο Πάριο της Προποντίδας και μεγαλώνει χωρίς μάνα, με πατέρα βίαιο και φαύλο, σε μια διαλυμένη οικογένεια όπου υπηρέτες προσπαθούν με φιλοτιμία να καλύψουν τα γονεϊκά κενά. Όταν ο σοφιστής Σκοπελιανός επισκέπτεται τα μέρη τους, ο Περεγρίνος, παιδί ακόμα, τον ακούει να ρητορεύει και μέσα του σφραγίζεται η επιθυμία να τον μιμηθεί, κάποτε να του μοιάσει. Μόλις σταθεί στα πόδια του, το αποτολμά.
![]() |
| Η κα Δοξούλα Παλαμάρα, συγγραφέας-λογοτέχνις. |
[Κείμενο κριτικής για τον Περεγρίνο που ανάρτησε στο φμ η κα Δοξούλα Παλαμάρα. Να σημειώσω, όταν τα λογοτεχνικά κείμενα, τα έργα μας ευρύτερα, διαθέτουν οικονομία, καθένας απέναντί τους περισσότερο από το να κρίνει, κρίνεται. Κι αυτός που τα κολακεύει, κι αυτός που τα βρίσκει ελλιπή, κι αυτός που σιωπά, κι αυτός που καταγράφει εν θερμώ την εμπλοκή του μ’ αυτά. Ο τελευταίος, αν μη τι άλλο, αγαπάει τη λογοτεχνία περισσότερο από τον εαυτό του –το πρώτο και σημαντικότερο λογοτεχνικό διάβημα.]
"Ο Περεγρίνος του Αντώνη Νικολή είναι ένας λογοτεχνικός άθλος. Ο Περεγρίνος, ένας κυνικός φιλόσοφος που ζει στην Ελλάδα, την Καισάρεια, Σμύρνη, Αλεξάνδρεια, Ρώμη, Αθήνα προαναγγείλει ότι θα αυτοπυρποληθεί στο τέλος της Ολυμπιάδας, 165 μ. Χ. Το βιβλίο είναι ένα αμάλγαμα ιστορίας, φιλοσοφίας και ευρυμάθειας όλα συνδεδεμένα με απαράμιλλη λογοτεχνική μαεστρία. Ο Νικολής περιγράφει ιστορικά γεγονότα με ακρίβεια και γλαφυρότητα και αναφέρεται στα διάφορα φιλοσοφικά συστήματα της εποχής και στην αντιδικία μεταξύ τους αλλά και με τις θρησκείες με ενάργεια και ενίοτε σαρκασμό. Όταν πχ ο κυνικός Διογένης κατηγόρησε τον Πλάτωνα για αλαζονεία, ο Πυθαγόρας του αντιγύρισε “Ο καθένας, Διογένη μου, με την δική του αλαζονεία”. Αναφέρεται στις κοινωνικές και σεξουαλικές συνήθειες και πρακτικές της εποχής με θάρρος που δεν συναντάμε συχνά. Όμως, ο Νικολής δεν καταφεύγει σε συναισθηματικά “ευκολάκια” ούτε σε αβανταδόρικες σεξουαλικές περιγραφές, παρόλο που το βιβλίο γέμει συναισθήματος και αισθησιασμού. Συναίσθημα σαν το γλυκό νερό βαθυπράσινης λίμνης και αισθησιασμό σαν ορμητικό ποτάμι. Ο συγγραφέας έχει μία καθηλωτική ικανότητα διείσδυσης στα μύχια της ανθρώπινης ψυχής. “Στη συνείδηση του Περεγρίνου η έκφραση των συναισθημάτων δεν είχε και πολύ κύρος. Τα θεωρούσε, τα δικά του συναισθήματα, όσο και των άλλων, αβέβαιες σκιές του ψυχικού κόσμου και την εξωτερίκευση τους περίπου ιδιοτελείς τακτικές επιβίωσης” . Καθώς διαβάζεις, σκύβεις στα λαγούμια του εαυτού σου, όπως ενεός περιφέρεσαι στις σκοτεινές υπόγειες πόλεις της Καππαδοκίας.

Ο αναπληρωτής καθηγητής της ύστερης αρχαιότητας στο Ανοικτό Πανεπιστήμιο της Κύπρου Γιώργος Δεληγιαννάκης δημοσίευσε εκτενές κείμενο κριτικής ανάλυσης για τον Περεγρίνο στο the books' journal, (τεύχος 153, σελ. 60-61), με τίτλο "Διακρίσεως αγώνας άγονος", -εδώ το πλήρες κείμενο.

Διακρίσεως αγώνας άγονος
Από τον Γιώργο Δεληγιαννάκη
Η εν Ολυμπία πύρινη εξαέρωσις του θειότατου Παριανού Περεγρίνου στη ζώνη υψηλής θέασης. Ένα βιβλίο για έναν ματαιόδοξο κυνικό φιλόσοφο, το πέρασμα του οποίου από τη Γη ήθελε να στεφθεί με στεφάνι δόξης. Για τον Λουκιανό, ο Περεγρίνος ήταν ένας χαρισματικός τσαρλατάνος. Αλλά ο Αντώνης Νικολής, στο έκτο μυθιστόρημά του, ανατρέπει την προσέγγιση του Λουκιανού. Γιατί το μυθιστόρημά του αφορά τον σύγχρονο αναγνώστη; [ΤΒJ]
Ο αναπληρωτής καθηγητής της ύστερης αρχαιότητας στο Ανοικτό Πανεπιστήμιο της Κύπρου Γιώργος Δεληγιαννάκης δημοσίευσε εκτενές κείμενο κριτικής ανάλυσης για τον Περεγρίνο στο the books' journal, (τεύχος 153, σελ. 60), με τίτλο "Διακρίσεως αγώνας άγονος". Εδώ ένα απόσπασμα, εν καιρώ πλήρες -αγοράστε το τεύχος, και ακόμη καλύτερα κάντε στον εαυτό σας δώρο μια ετήσια συνδρομή του the books' journal / του περιοδικού για τα βιβλία∙ είναι η υψηλότερου κύρους, η σοβαρότερη επιθεώρηση για τα γράμματα και τις τέχνες στη χώρα σήμερα (με ετήσια συνδρομή της ηλεκτρονικής έκδοσης μόνο 25 ευρώ).
— Διάβασα το «Πολεμική αντί κριτικής» (Βήμα, 11/2/24) «Μια απάντηση στην κριτική του μυθιστορήματος “Περεγρίνος” από τον Βαγγέλη Χατζηβασιλείου» το οποίο υπογράφει ο Αντώνης Νικολής, συγγραφέας του μυθιστορήματος.
Παραθέτω: «Σε τρεις όλες κι όλες παραγράφους ο συντάκτης τους περιέλαβε: α) Αρκετές κατά βάση ασύντακτες τάχα μακρές και περισπούδαστες περιόδους που καταλήγουν σε ακυριολεξίες [...]. β) Κάμποσες ασαφείς ή ακατανόητες συνάψεις-φράσεις, του τύπου: [...]. γ) Πληροφορίες που δεν μπορεί να αντλήθηκαν ούτε έξω απ’ το μυθιστόρημα (στις όποιες ιστορικές πηγές) ούτε από το μυθιστόρημα το ίδιο. Μερικές από αυτές: “Πρόσωπο που αμφισβητήθηκε κατά κόρον στον καιρό του, καθώς χλευάστηκε και κατηγορήθηκε ως κοινός απατεώνας”, “...Όντας εξαρχής κυνικός, αλλά και χριστιανός, δίδασκε πως ο φόβος του θανάτου αποτελούσε εμπόδιο για την ελευθερία των ανθρώπων”, “...Εκείνο που ενδιαφέρει πρωτίστως τον Νικολή είναι να προβάλει τον ήρωά του πάνω στο σοφιστικό αρχέτυπο του Σωκράτη” (οι έντονοι χαρακτήρες δικοί μου). Για τις “πληροφορίες” αυτού του είδους, εικάζω ότι ο κομιστής τους είτε γενικώς δυσκολεύεται να κυριολεκτήσει (άλλα εννοεί και άλλα περίπου διατυπώνει), είτε περιέτρεξε το μυθιστόρημα, έπειτα και εκ του προχείρου γκουγκλάροντας συνέλεξε όσες συνέλεξε, και πάντως με εντυπωσιακή ευκολία τις αράδιασε στις… εκτυφλωτικές τρεις παραγράφους του – και πόσο στραφταλιστή η παραπομπή του στο “κυνικό τρίπτυχο του Φουκό! Κι ενώ προφανέστατα μόνο φυλλομέτρησε τον Περεγρίνο, στην κατακλείδα της τρίτης παραγράφου, με την οίηση χιλίων τουλάχιστον Κατσιμπαλήδων, σχολιάζει αρνητικά την οικονομία του μυθιστορήματος, που είναι –και αυτό το πιθανότερο το γνωρίζει– το κρισιμότερο στοιχείο αξιολόγησης σε κείμενα εκτενούς αφήγησης: “Μικρότερη ανάπτυξη, πάντως του μυθιστορήματος θα διευκόλυνε τον Νικολή να αναδείξει πυκνότερα τόσο τις λεπτομέρειες όσο και το κεντρικό του σχήμα”. Μ’ άλλα λόγια, όταν τόσο στο ποδάρι απορρίπτει κανείς το έκτο και σαφώς έργο ζωής ενός δόκιμου συγγραφέα, η πρόθεσή του δεν είναι να γράψει κριτική, αρνητική εν προκειμένω, αλλά να κάνει πολεμική, και δη την πιο δηλητηριώδη, την “πολεμική των χαμηλών τόνων”».
(Δημοσιεύθηκε στο σημερινό «Βήμα της Κυριακής», 11-2-2024, Β2, σελ. 15.)
Πολεμική αντί κριτικής
Μια απάντηση στην κριτική του μυθιστορήματος «Περεγρίνος» από τον Βαγγέλη Χατζηβασιλείου
Του Αντώνη Νικολή
Στο «Βήμα της Κυριακής», 14-1-2024, ο Βαγγέλης Χατζηβασιλείου δημοσίευσε «κριτική» για το τελευταίο μυθιστόρημά μου Περεγρίνος.
Σε τρεις όλες κι όλες παραγράφους ο συντάκτης τους περιέλαβε:
α) Αρκετές κατά βάση ασύντακτες, τάχα μακρές και περισπούδαστες περιόδους που καταλήγουν σε ακυριολεξίες [π.χ. «Όντας εξαρχής κυνικός, αλλά και χριστιανός, δίδασκε πως ο φόβος του θανάτου αποτελούσε εμπόδιο για την ελευθερία των ανθρώπων, οι οποίοι θα έπρεπε να αρκούνται στη συγκράτηση και στη λιτότητα της γυμνότητάς τους, επιδιώκοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο είτε την άρνηση μιας καθημερινής διαβίωσης φιλικής μόνο με τα πρόσκαιρα και υλικά αγαθά (το βασικό δόγμα των «σκυλοφιλοσόφων»), στο πλαίσιο του κυνικού τριπτύχου (όπως το θέτει ο Μισέλ Φουκό) αντοχή-επαγρύπνηση-ενδοσκόπηση, είτε την υπέρβαση της θνητότητας (τον θεμελιώδη πόθο του χριστιανισμού). Και παρακάτω: Εκείνο που ενδιαφέρει πρωτίστως τον Νικολή είναι να προβάλει τον ήρωά του πάνω στο σοφιστικό αρχέτυπο του Σωκράτη, αποσπώντας από αυτό το ήθος του αληθώς λέγειν (απαραίτητο για να υποστηριχθεί η πραγματική-μυθιστορηματική αυτοχειρία του Περεγρίνου).].
β) Κάμποσες ασαφείς ή ακατανόητες συνάψεις-φράσεις, του τύπου: «…να αρκούνται στη συγκράτηση και στη λιτότητα της γυμνότητάς τους», « …την άρνηση μιας καθημερινής διαβίωσης φιλικής μόνο με τα πρόσκαιρα και υλικά αγαθά».
«Σκοτεινός, αφανής, αυτόχειρ
Ο «Περεγρίνος» του Αντώνη Νικολή προκαλεί με πειστική γενναιότητα τον θάνατο στην εποχή της Δεύτερης Σοφιστικής
Του Βαγγέλη Χατζηβασιλείου
Ο Αντώνης Νικολής έχει γράψει στο παρελθόν μυθιστορήματα και νουβέλες για τον έρωτα και την αμφισεξουαλικότητα, για δυστοπικές πολιτείες, για τον θάνατο, για την τρέλα και για την μακρά και επώδυνη διεργασία της ενηλικίωσης, συνεχίζοντας τώρα με ένα ιστορικό μυθιστόρημα για τον σοφιστή της ύστερης αρχαιότητας Περεγρίνο. Ο Περεγρίνος ανήκει στην εποχή της Δεύτερης Σοφιστικής. Γεννημένος στην αυγή του 2ου μ.Χ. αιώνα, ο Περεγρίνος κέρδισε την κατοπινή του δόξα με την αυτοκτονία του στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 165μ.Χ. Πρόσωπο που αμφισβητήθηκε κατά κόρον στον καιρό του, καθώς χλευάστηκε και κατηγορήθηκε ως κοινός απατεώνας, ο Περεγρίνος επικαλέστηκε για την αυτοκτονία του αμιγώς φιλοσοφικούς λόγους. Όντας εξαρχής κυνικός, αλλά και χριστιανός, δίδασκε πως ο φόβος του θανάτου αποτελούσε εμπόδιο για την ελευθερία των ανθρώπων, οι οποίοι θα έπρεπε να αρκούνται στη συγκράτηση και στη λιτότητα της γυμνότητάς τους, επιδιώκοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο είτε την άρνηση μιας καθημερινής διαβίωσης φιλικής μόνο με τα πρόσκαιρα και υλικά αγαθά (το βασικό δόγμα των «σκυλοφιλοσόφων»), στο πλαίσιο του κυνικού τριπτύχου (όπως το θέτει ο Μισέλ Φουκό) αντοχή-επαγρύπνηση-ενδοσκόπηση, είτε την υπέρβαση της θνητότητας (τον θεμελιώδη πόθο του χριστιανισμού).
“Περεγρίνος”, Αντώνης Νικολής, εκδόσεις Αρμός
Απολαυστική και ολοζώντανη περιπλάνηση στην πολύ ελληνική Ανατολή της
ρωμαϊκής ακμής, τον 2ο μ.Χ. αιώνα, μαζί με έναν φιλόσοφο που δεν
κατάφερε να συγκινήσει τα πλήθη παρά μόνο όταν ανάγγειλε -και τελικά
πραγματοποίησε- την αυτοπυρπόλησή του. Δεν έχω βυθιστεί στον αρχαίο
κόσμο με πειστικότερο τρόπο. Επίτευγμα έρευνας και δημιουργίας, και με
εξαιρετικά ελληνικά!