Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μάνος Ελευθερίου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μάνος Ελευθερίου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 13 Ιουλίου 2011

Τα λόγια και τα χρόνια τα χαμένα

Προχτές μου θύμισε μία καλή μου φίλη αυτό το τραγούδι που παίζει στο μυαλό μου από εκείνη την ώρα και δεν έχει σταματήσει ίσαμε τώρα, κάνοντας το κεφάλι μου να αντιβουίζει γκλάν-γκλάν-γκλάν. Ήταν ένα τραγούδι που ακούγαμε στο σπίτι, όταν ήμουν μικρή. Θα μου πείς: Αυτά ακούγατε στο σπίτι όταν ήσουν μικρή; Ναι, μιλάμε για πολύυυυ κουλτούρα. Και για να το ελαφρύνουμε βάζαμε το θαλασσινό τριφύλλι.
Λοιπόν τί μου θυμίζει αυτό το τραγούδι... Για το συγκεκριμένο τραγούδι δεν είχαμε κάνει ποτέ ανάλυση (Πώς μας ξέφυγε; Με μαμά δασκάλα αναλύαμε και συζητούσαμε κείμενα που διαβάζαμε, τραγούδια που ακούγαμε, σκέψεις που είχαμε, ...φιλοσοφική σχολή ολόκληρη) και έτσι δεν ξέρω ούτε για ποιό λόγο γράφτηκε, ούτε τί σημαίνει. Όποιος γνωρίζει όμως, μπορεί να με διαφωτίσει για το τί στο καλό είχε στον νού του ο ποιητής όταν το έγραφε. Ξέρω μονάχα τί σημαίνει για εμένα και τί καταλάβαινα εγώ. Καταρχάς το άκουγα και μου σηκωνότανε η τρίχα με αυτό το γκλάν γκλάν γκλάν και την μεταλλική φωνή του Γαργανουράκη. Όχι ότι καταλάβαινα/καταλαβαίνω τί ακριβώς λέει, περισσότερο μία αίσθηση ανατριχίλας είναι παρά συνειδητοποίηση. Μιλάμε χεζόμουνα απάνω μου με αυτό το τραγούδι "δεν ήτανε ρολόι σταματημένο σε ρημαγμένο και άδειο σπιτικό" φρίκουλο! παρακάτω λέει "μαύρα πουλιά του δείχνουνε τον δρόμο" έκλανα μαλλί από λύκο! Είχα διαβάσει και Διονύσιο Σολωμό, που ήταν μέσα στην μαυρίλα και την απαισιοδοξία (η κουλτούρα που λέγαμε) και τις νύχτες ήθελα να κοιμάμαι στο δωμάτιο του αδερφού μου.

Άσε που τα καλοκαιριάτικα βράδυα που μαζευόμασταν όλη η μαρίδα στον πλάτανο ή κάτω από καμία κληματαριά, λέγαμε ιστορίες για τα φαντάσματα που μένουνε στα άδεια σπίτια του χωριού (εδώ κολλάει το ρημαγμένο και άδειο σπιτικό) και μετά πηγαίναμε στο νεκροταφείο του χωριού νυχτιάτικα για να δείξουμε ότι δεν φοβόμασταν, μόνο που κάποιο σπάσιμο κλαδιού, ή κάποιο τρομαγμένο νυχτοπούλι (τα μαύρα πουλιά που λέγαμε;) ήταν ικανά να μας κάνει να τρέχουμε σαν να μας έχουν βάλει νέφτι στον κώλο! Και μας έβλεπαν οι μεγάλοι που πίνανε ούζα και μπίρες στην πλατεία να καταφτάνουμε κάθιδροι, ξεφυσώντας σαν τα παλιομούλαρα, με τα βρακιά μας λερωμένα και τις γάμπες μας κατουρημένες και γελάγανε. Ωραία χρόνια! Κάποιοι ανυποψίαστοι από εκείνους που τότε γελάγανε, σήμερα είναι ένα μάτσο κόκκαλα στο ίδιο νεκροταφείο...

«Και οι ξαφνικές χαρές που ‘ρθαν σε μένα ήταν σε δάσος μαύρο κεραυνός, κι οι λογισμοί που μπόρεσα για σένα». Είναι ρε παιδί μου να μην σου σηκώνεται η τρίχα; Άσε που είχα καταλάβει και λάθος, νόμιζα ότι έλεγε «η μοίρα κι ο καιρός το ‘χαν ορίσει στον κόσμο αυτό να ρίξω ΒΕΛΟΝΙΑ». Βλέπεις η γιαγιά μου ήταν μοδίστρα και όποτε μας ξηλώνωνταν τα στριφώματα ή σκίζαμε καμία μπλούζα, συνήθως πιανόντουσαν στα σύρματα από τις μάντρες, μας έλεγε: «Βγάλτο να του ρίξω δύο βελονιές». Και την γιαγιά μου την είχαν στείλει κορίτσι οι δικοί της να μάθει μοδίστρα για βιοπορισμό, ΑΡΑ η μοίρα και ο καιρός το’χαν ορίσει! Ορίστε! Δεν μπορείς να πείς τουλάχιστον έχω εξηγήσεις για όλες τις παρανοήσεις μου.

Πέρα από τα αστεία, αυτό το τραγούδι για εμένα συμβολίζει τον χρόνο. Τον χρόνο που ποτέ δεν είναι όσος νομίζουμε, ή όσος θέλουμε. Τα λόγια και τα χρόνια που τα αφήνουμε να πάνε χαμένα! Όταν το σπίτι αδειάζει και το ρολόι σταματάει. Για τους ανθρώπους που έχουν πεθάνει, ο χρόνος χάνει το νόημά του, δεν υπάρχει πια! Δεν μπορείς να πεις στους νεκρούς ότι τους αγαπάς, ότι σου λείπουν, μόνο ο καημός σου χτυπάει την πόρτα.

Το βασανιστήριο της απώλειας είναι η μνήμη.




Δεν ήταν ρολόι σταματημένο σε ρημαγμένο και άδειο σπιτικό
Υπάρχει στο χωριό μου ένα παλιό, πέτρινο, εγκαταλελειμμένο σπίτι με ένα μεγάλο δέντρο απ' έξω. Περνάω αναγκαστικά από μπροστά πριν φτάσω στους γονείς μου. Το θυμάμαι στις καλές του μέρες, όταν έμενε εκεί ένας μπάρμπας μου, που έχει πεθάνει πολλά χρόνια πια. 

Τώρα στο ξύλινο παράθυρο έχουν απομείνει να κρέμονται μισά κουρτινάκια, λιωμένα από τον ήλιο, τρυπημένα από τα έντομα.. 

Κάθε φορά ακούω αυτό το γκλάν-γκλάν-γκλάν!


Στίχοι: Μάνος Ελευθερίου
Μουσική: Γιάννης Μαρκόπουλος
Πρώτη εκτέλεση: Χαράλαμπος Γαργανουράκης

Τα λόγια και τα χρόνια τα χαμένα
και τους καημούς που σκέπασε καπνός
η ξενιτιά τα βρήκε αδελφωμένα
Κι οι ξαφνικές χαρές που ήρθαν για μένα
ήταν σε δάσος μαύρο κεραυνός
κι οι λογισμοί που μπόρεσα για σένα

Και σου μιλώ σ' αυλές και σε μπαλκόνια
και σε χαμένους κήπους του Θεού
κι όλο θαρρώ πως έρχονται τ' αηδόνια
με τα χαμένα λόγια και τα χρόνια
εκεί που πρώτα ήσουνα παντού
και τώρα μες στο κρύο και στα χιόνια

Η μοίρα κι ο καιρός το 'χαν ορίσει
στον κόσμο αυτό να ρίξω πετονιά
κι η νύχτα χίλια χρόνια να γυρίσει
Στο τέλος της γιορτής να τραγουδήσει
αυτός που δεν εγνώρισε γενιά
και του καημού την πόρτα να χτυπήσει
και του καημού την πόρτα να χτυπήσει
και του καημού την πόρτα να χτυπήσει

Δεν ήτανε ρολόι σταματημένο
σε ρημαγμένο κι άδειο σπιτικό
οι δρόμοι που με πήραν και προσμένω
Τα λόγια που δεν ξέρω σου τα δένω
με τους ανθρώπους που 'δαν το κακό
και το 'χουν στ' όνομά τους κεντημένο

Αυτός που σπέρνει δάκρυα και πόνο
θερίζει την αυγή ωκεανό
μαύρα πουλιά τού δείχνουνε το δρόμο
Κι έχει τη ζωγραφιά κοντά στον ώμο,
σημάδι μυστικό και ριζικό
πως ξέφυγε απ' τον
ʼδη κι απ' τον κόσμο

Η μοίρα κι ο καιρός..