Articles by "Γέροντες και λόγια γερόντων"

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γέροντες και λόγια γερόντων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κάποιος νέος, μας διηγείται ο Αββάς Ιωάννης του Λύκου, παρασυρμένος απ΄ του κόσμου τις ηδονές, είχε βυθιστεί στη λάσπη της ασωτίας Κάποτε όμως συνήλθε, σαν το άσωτο, κι εζήτησε το δρόμο του γυρισμού στο σπίτι του Πατέρα. Άφησε τον κόσμο, για να βρει στην έρημο τον λυτρωμό, μακριά από τις αφορμές της αμαρτίας. Καταφύγιό του έκανε ένα παμπάλαιο μνήμα. Κλεισμένος θεληματικά σ΄ αυτή τη πρωτότυπη φυλακή, έκλαιγε πικρά τη τραυματισμένη ψυχή του.
Οι Άγγελοι εχαίρονταν, αλλά τα πνεύματα της πονηρίας, που είδαν να φεύγει τόσο απροσδόκητα η λεία από τα χέρια τους, δεν άργησαν να κάνουν έφοδο. Τριγύριζαν τη νύκτα το μνήμα κι έλεγαν οργισμένα :
- Πού είσαι άθλιε ; Γιατί μας απαρνήθηκες ύστερα από τόση φιλία ; Αφού τα γεύτηκες όλα κατά κόρον, αποφάσισες να γίνεις άγιος. Πολύ αργά τώρα να παριστάνεις τον σώφρονα, ελπίζοντας για έλεος.
- Έλα, έξω ανόητε, του φώναζαν άλλοι. Σε περιμένει η συντροφιά σου.
-Δυστυχισμένε, του ψιθύριζαν οι πονηρότεροι, για σένα δεν υπάρχει σωτηρία. Αυτού που τρύπωσες, γρήγορα θα βρεις το θάνατο και την αιώνια καταδίκη.
Με τόση κακία πάσχιζαν να τον φέρουν σε απελπισία ! Μα ο γενναίος αγωνιστής ήταν πια αποφασισμένος να πεθάνει καλύτερα, παρά να γυρίσει στα ίδια. Ζήτησε με θερμή ικεσία τη Θεία βοήθεια, περιφρονώντας τη δαιμονική φαντασία.
Την άλλη βραδιά ο διάβολος έγινε πιο απειλητικός :
- Αν δεν βγεις αμέσως έξω, δεν γλυτώνεις από τα χέρια μου. Κι επειδή φυσικά εκείνος δεν τον άκουσε, του επιτέθηκε και τον άφησε σχεδόν νεκρό από χτυπήματα. Έτσι εκδικήθηκε.
Οι συγγενείς του πάλι, ανήσυχοι για την ξαφνική του εξαφάνιση, τον αναζήτησαν παντού. Τέλος τον ανακάλυψαν σε κακή κατάσταση μέσα στο μνήμα. Μα όσο κι αν επέμεναν, στάθηκε αδύνατο να τον πείσουν να τους ακολουθήσει.
Ακόμη μια νύκτα του επιτέθηκαν οι δαίμονες με ασυγκράτητη μανία και θα τον εθανάτωναν με τους άγριους δαρμούς, αλλά δεν είχαν εξουσία. Ο αθλητής δεν κλονίστηκε. Προτίμησε να χάσει τη πρόσκαιρη ζωή, παρά να μολύνει, ύστερα από τη μετάνοια, το σώμα και την ψυχή του πάλι με το μικρόβιο της αμαρτίας.
Τότε τα δαιμόνια αναγνώρισαν την ήττα τους.
- Νικηθήκαμε, νικηθήκαμε, φώναζαν θρηνώντας κι εξαφανίστηκαν και ούτε τόλμησαν πια να τον πειράξουν.
Ελευθερωμένος έτσι από κάθε δοκιμασία, έμεινε στο μνήμα του ως το τέλος της ζωής του ο πρώην άσωτος, και αξιώθηκε να κάνει θαύματα, για να φανεί η δύναμις της μετάνοιας.

 Κάποτε ένας άγιος γέροντας προσευχόταν στο Θεό να του
αποκαλύψει το μυστήριο, γιατί άνθρωποι δίκαιοι και ευσεβείς είναι φτωχοί και δυστυχούν και αδικούνται, ενώ πολλοί άδικοι και αμαρτωλοί είναι πλούσιοι και
αναπαύονται, και πως ερμηνεύονται οι κρίσεις του Θεού.
Ο Θεός θέλοντας να τον πληροφορήσει, του έβαλε στην καρδιά
λογισμό να κατεβεί στον κόσμο. Περπατώντας λοιπόν ο Γέροντας, βρέθηκε σ’ ένα
δρόμο πλατύ, όπου περνούσαν πολλοί. Εκεί υπήρχε ένα λιβάδι και μια βρύση με
καθαρό νερό.
Ο αββάς, κρύφτηκε στην κουφάλα ενός δένδρου και σε λίγο, να
που περνά ένας άνθρωπος πλούσιος, που ξεπέζεψε και κάθισε να φάει. Εκεί που
αναπαυόταν, βγάζει ένα πουγκί με εκατό φλουριά, για να τα μετρήσει.. Αφού τα
μέτρησε, νόμισε πως τα έβαλε πάλι μέσα στο ρούχο του, εκείνα όμως έπεσαν κάτω
στη γη. Σηκώθηκε λοιπόν και καβαλίκεψε το άλογο του, αφήνοντας εκεί τα φλουριά.
Έπειτα πέρασε από εκεί άλλος οδοιπόρος, για να πιει νερό.
Βρίσκει τα φλουριά, τα παίρνει και φεύγει γρήγορα.
Κατόπιν ήλθε άλλος φτωχός πεζοδρόμος, φορτωμένος και
κουρασμένος, και κάθισε κι αυτός να αναπαυτεί. Ενώ έβγαζε ένα παξιμάδι για να
φάει, έρχεται και ο πλούσιος και πέφτει πάνω στο φτωχό κα του λέει με θυμό: «
Γρήγορα, δος μου τα φλουριά που βρήκες». Ο φτωχός με όρκους μεγάλους έλεγε πως
δεν είδε τέτοιο πράγμα. Τότε ο πλούσιος άρχισε να τον δέρνει με τη βίτσα του
λουριού του αλόγου του και με ένα χτύπημα τον σκότωσε. Και άρχισε να ψάχνει όλα
τα ρούχα και τα πράγματα του φτωχού, και επειδή δε βρήκε τίποτε έφυγε πολύ
λυπημένος.
Ο αββάς βλέποντας όλα αυτά έκλαιγε και σπαρασσόταν η καρδιά
του για τον άδικο φόνο και παρακαλώντας τον Κύριο έλεγε: «Κύριε, ποια είναι η
βουλή Σου και πως υπομένει αυτά η αγαθότητα Σου; Τότε παρουσιάσθηκε Άγγελος και
του είπε: μη λυπάσαι, Γέροντα, διότι όλα με το θολή του Θεού γίνονται, αλλά
κατά παραχώρηση, άλλα για παίδευση και άλλα για οικονομία. Μάθε, λοιπόν, ότι
αυτός που έχασε τα φλουριά είναι γείτονας εκείνου που τα βρήκε. Ο δεύτερος είχε
περιβόλι αξίας εκατό φλουριών, αυτό δε ο πλούσιος ως πλεονέκτης που ήταν, το
πήρε δικαστικώς μόνο για πενήντα φλουριά. Κι επειδή παρακαλούσε ο φτωχός
περιβολάρης το Θεό να κάνει εκδίκηση, οικονόμησε ο Θεός έτσι και τα έδωσε διπλά
αντί πενήντα φλουριά, εκατό.
Εκείνος δε ο άνθρωπος που φονεύτηκε άδικα, είχε κάνει φόνο,
επειδή, όμως, είχε έργα χριστιανικά και θεάρεστα, θέλοντας ο Θεός να τον σώσει
και να τον καθαρίσει από την αμαρτία του φόνου, οικονόμησε να σκοτωθεί άδικα,
για να σωθεί η ψυχή του. Αυτός δε, ο πλεονέκτης, που έκανε το φόνο, έμελλε να
κολασθεί από την πλεονεξία του, γι αυτό τον άφησε ο Θεός να πέσει στο αμάρτημα
του φόνου, για να πονέσει η ψυχή του και να ζητήσει μετάνοια. Και να τώρα,
αφήνει τον κόσμο και πάει να γίνει μοναχός.
Λοιπόν πήγαινε τώρα στο κελί σου και μην πολυεξετάζεις τις
κρίσεις του Θεού, διότι είναι ανεξερεύνητες, και ανεξιχνίαστη η προνοητική των
πάντων του Θεού διακυβέρνηση, και δεν φθάνει ο νους και η δύναμη της γνώσεως
του ανθρώπου να κατανοήσει τα θεία μυστήρια. Γι αυτό κάθε άνθρωπος πρέπει να
λέει: «δίκαιος ει, Κύριε, και ευθείαι αι κρίσεις Σου» και από την απόλυτη πίστη
του θα σωθεί, καθώς λέγει η Γραφή: «ο δίκαιος εκ πίστεως ζήσεται».
Αφού άκουσε αυτά από τον άγγελο ο Αββάς, δόξαζε το Θεό.?
Aπό το Γεροντικό

"Σε ψυχή που ραθυμεί"
Ψυχή, μη χάνεις το θάρρος σου και μη θλίβεσαι.
Μη συλλογίζεσαι τον εαυτό σου ότι είναι στο πλήθος της αμαρτίας. μην επιφέρεις στον εαυτό σου τη φωτιά. μη λες ότι ο Κύριος με απέρριψε από την παρουσία του...
Διότι αυτός ο λόγος δεν θα αρέσει στο Θεό, επειδή ο ίδιος κράζει σ' εσένα, λέγοντας: "Λαέ μου, τι κακό σου έκανα ή σε τι σε λύπησα ή σε τι σε στενοχώρησα;(Μιχ. 6,3).
Μήπως εκείνος που έπεσε δε σηκώνεται; Ή μήπως εκείνος που χάνει το δρόμο του, δε φροντίζει να επιστρέψει;(Ιερ. 8,4)"....
Ακούς, ψυχή, την αγαθότητα του Κυρίου;Διότι δεν πουλήθηκες, σαν κατάδικος, για να είσαι κάτω από την εξουσία κάποιου άρχοντα ή κάποιου στρατηγού. Μη θλίβεσαι, διότι στερήθηκες τον πλούτο σου. μην ντρέπεσαι να επιστρέψεις, αλλά καλύτερα πες, ότι "Θα σηκωθώ και θα πάω στον πατέρα μου"(πρβλ. Λουκ. 15,18).
Σήκω και έλα. Σε υποδέχεται. δε σε επιπλήττει. αλλά απεναντίας και χαίρεται με την επιστροφή σου. Σε περιμένει. εσύ μόνο μην ντραπείς, όπως ο Αδάμ, ούτε να κρυφθείς από την παρουσία του Θεού.
Για σένα σταυρώθηκε ο Χριστός, και είναι δυνατό να σε απορρίψει; Ποτέ κάτι τέτοιο!
Διότι ξέρει εκείνον που μας θλίβει, και ότι κανείς δεν μπορεί να μας βοηθήσει, παρά μόνο ο ίδιος. Ο Χριστός ξέρει ότι ο άνθρωπος είναι ταλαίπωρος. Μη λοιπόν αμελήσουμε, εφόσον βρισκόμαστε κοντά στη φωτιά. Ο Χριστός δεν έχει ανάγκη να μας ρίξει στη φωτιά. δεν προξενεί κέρδος στον εαυτό του με το να μας στείλει στην κόλαση.
Θέλεις μάλιστα να μάθεις τα πράγματα της κόλασης; Όταν δηλαδή ο αμαρτωλός θα διώχνεται μακριά από την παρουσία του Θεού, την κραυγή από το κλάμα του δε θα μπορέσουν να την αντέξουν τα θεμέλια της οικουμένης. Διότι είναι γραμμένο: "Η μέρα εκείνη είναι ημέρα σκότους και ζόφου, μέρα νεφέλης και ομίχλης, μέρα σάλπιγγας και κραυγής"(Σοφον. 1, 15-16).
Και διότι, αν άνθρωπος καταδικασμένοςεξορισθεί από άρχοντα για δύο ή πέντε ή δέκα χρόνια, ποιο πένθος και ποια ντροπή και ποιο κλάμα νομίζεις ότι έχει ο άνθρωπος εκείνος; Όμως εκείνος έχει παρηγοριά, περιμένοντας το τέλος του διαστήματος της εξορίας.
Θέλουμε λοιπόν να μάθουμε και το διάστημα της εξορίας των αμαρτωλών. πώς πρόκειται να βρίσκονται στην εξορία είκοσι ή πενήντα ή διακόσια χρόνια; Πώς όμως μπορούμε να μετρήσουμε το χρονικό διάστημα, εφόσον δεν προστίθενται πια χρόνια στον αριθμό των ημερών; Αλίμονο, αλίμονο! Είναι ατέλειωτο αυτό το διάστημα. και διότι είναι αβάστακτη η οργή της απειλής προς τους αμαρτωλούς.
Ακούς την πίεση των αμαρτωλών; Μην λοιπόν ντροπιάσεις τον εαυτό σου απέναντι σ' εκείνη την δυσκολία. διότι δεν θα αντέξεις στην απειλή. Έχεις πλήθος αμαρτίες;
Μη λοιπόν διστάξεις να κράζεις προς τον Θεό. Πλησίασέ Τον χωρίς να ντραπείς. Ο αγώνας είναι κοντά. Σήκω όρθιος και αποτίναξε την ύλη του κόσμου.
Μιμήσου τον άσωτο υιο, διότι, αφού στερήθηκε όλα, ήρθε χωρίς ντροπή στον πατέρα. και ο πατέρας περισσότερο ενδιαφέρθηκε για την επιστροφή του παρά για τον πλούτο που σπαταλήθηκε από την αρχή. Έτσι, αυτός που πλησίασε χωρίς ντροπή, μπήκε με αρχοντικό τρόπο. αυτός που παρουσιάσθηκε γυμνός, εμφανίσθηκε ντυμένος με στολή. αυτός που εμφάνισε τον εαυτό του δούλο, αποκαταστάθηκε στο αξίωμα του άρχοντα(Λουκ. 15, 14-23).
Σ' εμάς απευθύνεται ο λόγος. Ακούς, η έλλειψη ντροπής από μέρους του γιου πόσα κατόρθωσε; Καταλαβαίνεις όμως και την καλοσύνη του πατέρα;
Και συ λοιπόν, ψυχή, μην ντραπείς. Χτύπα!
Περιμένεις ελεημοσύνη; Να επιμείνεις να χτυπάς την πόρτα, και θα πάρεις όσα σου χρειάζονται, σύμφωνα με τη θεία Γραφή που λέει: "Για την αδιαντροπιά του, θα σηκωθεί και θα του δώσει όσα του χρειάζονται"(Λουκ. 11,8).
Δε σε απορρίπτει, δε σε επιπλήττει εξαιτίας του πλούτου που σπατάλησες από την αρχή, άνθρωπε. Διότι δε λείπουν σ' αυτόν τα χρήματα. σε όλους προσφέρει πρόθυμα σύμφωνα με τον αποστολικό λόγο: "Να ζητάτε από τον Θεό, που δίνει σε όλους με απλοχεριά, και δεν περιφρονεί"(Ιακ. 1,5).
Κάθεσαι σε λιμάνι; Κοίταζε τα κύματα, για να μην έρθει ξαφνικά η θύελλα και αρπαγείς στα βάθη της θάλασσας, και τότε θα αρχίσεις να λες με στεναγμό: "Ήρθα στα βάθη της θάλασσας, και η καταιγίδα με καταπόντισε στο πέλαγος. Απέκαμα να κράζω, βράχνιασε το λαρύγγι μου"(Ψαλμ 68, 3-4). Και διότι ο άδης είναι αληθινά άβυσσος της θάλασσας, σύμφωνα με τον δεσποτικό λόγο που λέει, ότι μεγάλο χάσμα υπάρχει ανάμεσα στους δίκαιους και τους αμαρτωλούς(Πρβλ. 16,26).
Μη λοιπόν καταδικάσεις τον εαυτό σου σ' εκείνο το χάσμα. Μιμήσου τον άσωτο γιο. Εγκατέλειψε την πόλη που φονεύει με την πείνα. απομακρύνσου από την ταλαιπωρία των γουρουνιών. σταμάτησε να τρως από τα ξυλοκέρατα, και μάλιστα ούτε να τα αγγίζεις.
Έλα λοιπόν εσύ, που σε παρακινώ, φάγε αδιάκοπα το μάννα, την τροφή των Αγγέλων. Έλα, να δεις την δόξα του Θεού, και να φωτισθεί το πρόσωπό σου. Έλα, κατοίκησε στον παράδεισο της τρυφής. Άφησε λίγα χρόνια. απόκτησε αιώνιο διάστημα. Ας μη σε ταράξει το διάστημα του χρόνου αυτής της ζωής. Είναι βιαστικό κ' σύντομο. Από τον Αδάμ ως τώρα, τόσο χρονικό διάστημα πέρασε σαν σκιά.
Ετοίμασε αυτά που χρειάζονται για τον δρόμο. Μην παραφορτώσεις τον εαυτό σου. Η θύελλα είναι κοντά. φτάσε στη στέγη, που και εμείς επιδιώκουμε να φτάσουμε με τη χάρη του Χριστού. Αμήν.
Αγίου Εφραίμ του Σύρου

Mια φορά, ο Αββάς Αγάθωνας, πήγαινε στην πόλη να δώσει το εργόχειρο του και να προμηθευτεί το λίγο ψωμάκι του, βρήκε κοντά στην αγορά ένα πτωχό γέρο ανάπηρο.
-Για την αγάπη του Θεού, Αββά, άρχισε τα παρακάλια ο γέρος μόλις είδε τον Όσιο, μη με αφήσεις και εσύ αβοήθητο τον δυστυχή, πάρε με κοντά σου.

Ο Αββάς Αγάθων τον έβαλε να καθίσει δίπλα του εκεί που αράδιασε τα καλάθια του για να τα πουλήσει.
-Πόσα λεπτά πήρες, Αββά; Τον ρωτούσε ο γέρος κάθε φορά που έδινε ένα καλάθι.
-Τόσα, του έλεγε ο Όσιος.
-Καλά είναι. Δεν μου αγοράζεις όμως μια μικρή πίττα, Αββά; Έτσι για να δεις καλό, που έχω από χθες βράδυ να φάγω.
-Μετά χαράς, έλεγε ο Όσιος και έκανε αμέσως την επιθυμία του.
Σε λίγο του ζήτησε φρούτα, ύστερα ένα γλυκό. Έτσι σε κάθε καλάθι που πουλούσε εξόδευε τα χρήματα, χάρη του προστατευόμενου του, έως ότου έδωσε όλα τα καλάθια και όλα τα χρήματα ο Όσιος χωρίς να του μείνει για τον εαυτό του ούτε δίλεπτο. Και το σπουδαιότερο πως το έκανε με μεγάλη προθυμία, ενώ ήξερε πως είχε να περάσει τώρα τουλάχιστον μια εβδομάδα χωρίς ψωμί. Αφού έδωσε και το τελευταίο του καλάθι ετοιμάσθηκε να φύγει από την αγορά.
-Φεύγεις λοιπόν; Τον ερώτησε ο ανάπηρος.
-Ναι τελείωσα πια τη δουλεία μου.
-Αϊ τώρα θα κάνεις αγάπη να με πας ως το σταυροδρόμι και από εκεί φεύγεις για την έρημο, είπε πάλι παρακαλεστικά ο παράξενος γέρος.
Ο αγαθότατος Αγάθων τον φορτώθηκε στην πλάτη του και με πολλή δυσκολία τον μετέφερε εκεί που του ζητούσε γιατί ήταν κατάκοπος από την εργασία της ημέρας.
Σαν έφτασαν στο σταυροδρόμι και ετοιμάστηκε να αποθέσει κάτω το ζωντανό φορτίο του, άκουσε γλυκεία φωνή να του λέγει.
-Ευλογημένος να είσαι, Αγάθων, από τον Θεόν και στη γη και στον Ουρανό.
Εσήκωσε τα μάτια ο Όσιος να δει εκείνον που του ωμιλούσε. Ο δήθεν γέρος είχε γίνει άφαντος για τη ήτο Άγγελος σταλμένος από τον Θεόν να δοκιμάσει την αγάπη του Όσιου.

Ο Αββάς Ισσάκ ο πνευματοφόρος αυτός ερημίτης κάνει πάρα πολύ απλές και βαθυστόχαστες διαχρονικές επισημάνσεις,και βοηθάει καίρια στην κατανόηση των αμαρτιών μας.

Η ΔΙΨΑ ΤΟΥ ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΟΥΘαυμαστό παράδειγμα εμπιστοσύνης στην αγάπη του Θεού αποτελεί το ακόλουθο περιστατικό:Ο αββάς Βησσαρίων με τον υποτακτικό του αββά Δουλά βάδιζαν επί ώρες σε μια ακρογιαλιά.Ο υποτακτικός δίψασε πολύ και το είπε στον γέροντά του. Εκείνος σταμάτησε, έκανε προσευχή και πρόσταξε:—Να, πιες νερό από τη θάλασσα!Ο αββάς Δουλάς έσκυψε και ήπιε. Πραγματικά, το νερό είχε γλυκαθεί! Αφοϋ ξεδίψασε, πήρε ένα κανάτι και το γέμισε, για να έχει στον υπόλοιπο δρόμο. Το παρατήρησε αυτό όμως ο αββάς Βησσαρίων και του λέει:—Γιατί κράτησες νερό;—Ευλόγησον, γέροντα.Το κράτησα για να έχω, μήπως διψάσω πιο κάτω.—Δεν είναι ανάγκη! Εκείνος που σε ξεδίψασε εδώ, μπορεί παντού να σε ξεδιψάσει.(από το Γεροντικόν)                     Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΤΙΝΟΣ ΚΑΙ Ο ΦΤΩΧΟΣΟ χειμώνας του 334 υπήρξε ιδιαίτερα δριμύς στην Αμιένη της Βορείου Γαλλίας. Μια πολύ ψυχρή μέρα ο άγιος Μαρτίνος (316-397) συνάντησε ένα γυμνό φτωχό στην πύλη της πόλεως.Τι να κάνει όμως; Φορούσε μόνο τη στρατιωτική εξάρτηση και τον μανδύα του. Παίρνει λοιπόν το ξίφος του, σχίζει τον μανδύα, δίνει ένα κομμάτι στον φτωχό και αρκείται ο ίδιος στο υπόλοιπο.Στον δρόμο τον περιγελούν για την κολοβή του αμφίεση.Τη νύχτα όμως βλέπει στον ύπνο του τον Χριστό, ντυμένο με το κομμάτι του μανδύα που είχε δωρίσει, να λέει στους αγγέλους που Τον ακολουθούσαν:- Ο Μαρτίνος με έντυσε μ' αυτό το ένδυμα.

Να ομολογείτε την αγία αλήθεια με θάρρος και παρρησία και ν’ αρνείστε το ψέμα με πραότητα κι υπομονή.
Έτσι η αλήθεια θα βασιλέψει, όπως της αξίζει και το ψέμα θα καταισχυνθεί και θα εξαφανιστεί. Δε θα ξανασηκώσει κεφάλι με θράσος κι αναίδεια. «Αποστήτω από αδικίας πας ο ονομάζων το όνομα Κυρίου» (Β’ Τιμ. β’ 19).

Διηγήθηκαν για ένα γέροντα, ότι νήστεψε εβδομήντα εβδομάδες, τρώγοντας μόνο μια φορά την εβδομάδα, και παρακαλώντας στο διάστημα αυτό το Θεό να του φανερώσει τη σημασία ενός χωρίου της Γραφής. Αλλά ο Θεός δεν του την αποκάλυψε. Λέει τότε μέσα του: «Να, τόσους κόπους έκανα, και τίποτα δεν κατόρθωσα.

- Γέροντα, έφερα γλυκά να κεράσετε.
- Δες πως χαίρονται! Στην άλλη ζωή θα λέμε:
«Με τι χαζά χαιρόμασταν: Τι μας συγκινούσαν τότε!». Ενώ τώρα σκιρτάει η καρδιά γι’ αυτά.

Ο Μακάριος Ζωσιμᾶς, ἀφοῦ σφράγισε πρῶτα τὸ στόμα του μὲ τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ, ἄρχισε νὰ διδάσκει:
Ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ τόση χάρη πρόσφερε μὲ τὴν ἐνανθρώπησή Του σ' ἐκείνους ποὺ πίστεψαν καὶ πιστεύουν σ' Αὐτόν

 Ο γέροντας Παΐσιος συνιστούσε και στους λαϊκούς να διαβάζουν τον αββά Ισαάκ τον Σύρο, αλλά λίγο- λίγο, για να τον αφομοιώνουν. Έλεγε ότι το βιβλίο αυτό αξίζει όσο ολόκληρο πατερική βιβλιοθήκη.
Στο βιβλίο που διάβαζε, κάτω από την εικόνα του Αγίου που κρατά στο χέρι του ένα φτερό και γράφει, σημείωσε: ¨Αββά μου , δος μου την πένα σου, για να υπογραμμίσω ολόκληρο το βιβλίο σου” (Αξίζει δηλαδή να υπογραμμιστεί ολόκληρο το βιβλίο)

Πρώτα, λοιπόν, ας ξέρουμε, ότι οι δαίμονες, όχι γιατί λέγονται δαίμονες, έτσι κι' έγιναν. Διότι ο Θεός δεν έκαμε τίποτα κακό. Καλοί πλάσθηκαν κι' αυτοί. Επειδή όμως ξέπεσαν από το ουράνιο φρόνημα (από την αγαθή πνευματική προαίρεση) και του λοιπού κυλιούνται γύρω από τη γη (διαρκώς ασχολούνται περί τα γήινα), τους μεν Έλληνες εξαπάτησαν με τις (μυθολογικές) φαντασίες των, από φθόνο δε προς εμάς τους Χριστιανούς, κινούν τα πάντα εναντίον μας, θέλοντας να μας εμποδίσουν την άνοδό μας προς τους ουρανούς, για να μην ανεβούμε εμείς εκεί, απ' όπου έπεσαν αυτοί.

Ρώτησε κάποιος ένα γέροντα, πόσα χρόνια έχει στο Άγιο Όρος και του απάντησε.
Χρόνια πολλά έχω, προκοπή δεν έχω. Και τα τσακάλια στην έρημο ζουν, αλλά τσακάλια μένουν.
Είπε γέρων. Όσο πνευματικότερος είναι ο άνθρωπος, τόσο λιγότερα δικαιώματα ζητάει από αυτήν την ζωή.

Σήμερα κοιτάνε να φάνε τη θέση του άλλου. Όμως πρέπει να μπαίνουμε στην θέση του άλλου. Έτσι τον καταλαβαίνουμε καλύτερα και υπάρχει περισσότερη ειρήνη.
Σήμερα όλοι μιλούν για ειρήνη και φτιάχνουν βόμβες!!
Πρέπει κανείς να ειρηνεύσει πρώτα με το Θεό και μετά να ειρηνεύσει μέσα και μετά με τον άλλο κόσμο.
…Για να πληθύνει το καλό, για να επικρατήσει το καλό με καλό τρόπο.

Ο Στάρετς έτρεφε ιδιαίτερη, μπορεί να πει κανείς, τρυφερή αγάπη και αφοσίωση στη Μητέρα του Θεού και δεν έβρισκε λόγια για να εκφράσει και τη δική Της αγάπη στους ανθρώπους και τη δική του προς Αυτήν.

α'. Για το θάνατο 
 1. Ο Γέροντας Φιλόθεος έλεγε ότι ο άνθρωπος στην παρούσα ζωή περνάει από πολλές δυσκολίες, τις όποιες πρέπει να αντιμετωπίζει με πίστη στο Θεό. Ειδικό­τερα τόνιζε: «Ή παρούσα πρόσκαιρη ζωή μοιάζει με θά­λασσα και εμείς οι άνθρωποι είμαστε πλοιάρια.
Και όπως τα πλοία πού ταξιδεύουν στη θάλασσα δεν συναντούν μό­νο γαλήνη αλλά πολλές φορές συναντούν ισχυρούς ανέ­μους και μεγάλες τρικυμίες και κινδυνεύουν, έτσι και ε­μείς, οι όποιοι ταξιδεύουμε στη θάλασσα της πρόσκαιρης ζωής, συναντούμε πολλές φορές ισχυρούς ανέμους, και μεγάλες τρικυμίες, σκάνδαλα, πειρασμούς, ασθένειες, θλί­ψεις, στενοχώριες, διωγμούς και διάφορους κινδύνους. Δεν πρέπει όμως να δειλιάζουμε. Να έχουμε θάρρος, αν­δρεία, πίστη. Και αν ως άνθρωποι ολιγόψυχοι και ολιγόπιστοι δειλιάσουμε στους κινδύνους, να φωνάξουμε στο Χριστό όπως ό Πέτρος και εκείνος θα απλώσει το χέρι του και θα μας βοηθήσει».
 2. Οι Γέροντες αντιμετώπιζαν το θάνατο με γενναιό­τητα και βαθιά πίστη στην αιώνια ζωή. Ενδιαφέροντα τα όσα έλεγε παραβολικά ο Γέροντας Γεώργιος, καθώς αισθανόταν ότι το τέλος της επίγειας ζωής του ήταν πολύ κοντά: «Πρέπει να φύγω. Είναι θέλημα Θεού και πρέπει να φύγω, γιατί η αμαρτία προχώρησε πολύ. Μέσα στο βούρκο της αμαρτίας κυλιέται ο κόσμος και δεν το κατα­λαβαίνει. Και αυτά έμενα με κουράζουν. Πρέπει να φύγω. Εκείνο πού λυπάμαι όμως είναι τα δέντρα πού φύτεψα στο περιβόλι, γιατί είναι ακόμα μικρά και αδύνατα. Δεν πρόλαβαν να μεστώσουν, να γίνουν δέντρα με γερό κορμό και με τον πρώτο αέρα θα λυγίσουν». «Έκανα ένα κοπάδι πρόβατα και είμαι τσοπάνος και φροντίζω τα πρόβατα μου να είναι όπως εγώ τα θέλω. Όταν όμως θα φύγω, το κοπάδι μου θα σκορπίσει. Θα μείνουν βέβαια πρόβατα στη μάντρα μου, αλλά πολλά θα φύγουν και θα ταλαν­τεύονται εδώ και εκεί. Θα έρθουν και ξένα πρόβατα στη μάντρα μου και θα διδαχτούν από τα πιστά μου πρόβατα και δεν θα λυγίσουν με κανένα τρόπο». Και άλλοτε έλεγε σε πνευματικά του τέκνα: «Μη στενοχωριέστε, γιατί όλοι θα φύγουμε από εδώ. Περαστικοί διαβάτες είμαστε. Εδώ ήρθαμε για να δείξουμε τα έργα μας και να φύγουμε».
 3. Για τη μνήμη του θανάτου, ό Γέροντας Δανιήλ έλεγε: «Όταν θυμάμαι το θάνατο, πατώ την αλαζονεία μου, κατανοώ ότι δεν είμαι τίποτα, συναισθάνομαι ότι ό πλούτος, η τιμή και η φθαρτή φαντασία είναι μάταια και ανωφελή και μόνο η ταπεινή επίγνωση του εαυτού μου και ή αγάπη του πλησίον μου και τα παραπλήσια με αυτά καλά μπορούν να με βοηθήσουν κατά την ώρα της εξόδου μου. Όταν όμως αποχαιρετήσω τη μνήμη του θανάτου, τότε και το λογιστικό και το επιθυμητικό και το θυμικό της ψυχής μου γεμίζουν με ξένους και αντίξοους λογισμούς και γίνομαι χλεύη ανθρώπων και δαιμόνων». 
 4. Σε ερώτηση κάποιας γυναίκας αν είναι αμαρτία η επιθυμία του θανάτου, ό Γέροντας Ιωήλ απάντησε: «Αν επιθυμείς να πεθάνεις για να απαλλαγείς από τα βάσανα, βέβαια είναι αμαρτία, διότι είναι σαν να γογγύζεις κατά του Θεού πού επιτρέπει τα βάσανα σου. Αν όμως επιθυ­μείς να πεθάνεις για να μην αμαρτάνεις και λυπείς με τις αμαρτίες σου το Θεό, αυτό δεν είναι καθόλου αμαρτία. Αν πάλι επιθυμείς να πεθάνεις, διότι δεν αντέχεις το χω­ρισμό σου από το Θεό και θέλεις να μεταβείς το συντο­μότερο κοντά του, τότε η επιθυμία σου αυτή είναι τρισευλογημένη».
 5. Ρώτησαν το Γέροντα Επιφάνιο αν φοβάται το θάνατο και εκείνος απάντησε: «Το θάνατο δεν τον φοβά­μαι, όχι βέβαια ένεκα των έργων μου, αλλά επειδή πιστεύω στο έλεος του Θεού». 
 6. Έλεγε ό Γέροντας Αμφιλοχίας: «Με τη χάρη του Θεού ο άνθρωπος πετυχαίνει την πνευματική του ανύ­ψωση, μεταμορφώνεται, γίνεται άλλος άνθρωπος, του φεύγει ό φόβος. Δεν φοβάται το θάνατο και τούτη τη ζωή, όσο καλή και αν φαίνεται, τη θεωρεί σκλαβιά».
 β'. Για την ψυχή 
 1. Ό Γέροντας Πορφύριος είχε παρακολουθήσει μερικά μαθήματα ψυχιατρικής στο Πανεπιστήμιο, για να του λυθεί ή απορία, πώς είναι δυνατό να υπάρχουν ψυχία­τροι πού δεν πιστεύουν στην ύπαρξη της ψυχής. Και συμ­πέρανε: «Οι ψυχίατροι και οι ψυχολόγοι μοιάζουν με τον τυφλό, πού με την αφή προσπαθεί να καταλάβει τα πράγ­ματα πού βρίσκονται γύρω του. Ή ψυχή είναι πολύ βαθιά και μόνο ό Θεός τη γνωρίζει». 
 2. Για την αξία της ψυχής, ο Γέροντας Ιωήλ έλεγε: «Η αξία της ψυχής είναι άπειρη. Και είναι προφανές τούτο. Όταν θέλουμε να καθαρίσουμε ένα ύφασμα, ποτέ δεν θα χρησιμοποιήσουμε σαπούνι ακριβότερο από το ύφασμα. Το σαπούνι πού θα χρησιμοποιήσουμε θα είναι φθηνότερο από το ύφασμα ή, το πολύ - πολύ, ίσης αξίας. Με τι πλύθηκε και καθαρίστηκε η ανθρώπινη ψυχή; Με το αίμα του Κυρίου! πόση είναι η αξία του αίματος του Κυρίου; Άπειρη! Άρα άπειρη πρέπει να είναι και η αξία της ανθρώπινης ψυχής πού καθαρίστηκε με αυτό».
 γ'. Η φιλαργυρία 
 1. Για τους ανθρώπους πού είναι προσκολλημένοι στα υλικά αγαθά, ό Γέροντας Παίσιος τόνιζε: «Ο κυριευμέ­νος από υλικά πράγματα είναι κυριευμένος πάντα από στε­νοχώρια και άγχος, γιατί πότε τρέμει μην του τα πάρουν και πότε μην του πάρουν την ψυχή. Ο τσιγκούνης πάλι, πού αγκύλωσε το χέρι του από το πολύ σφίξιμο, έσφιξε και την καρδιά του και την έκανε πέτρινη. Για να θερα­πευθεί θα πρέπει να επισκεφθεί δυστυχισμένους ανθρώ­πους, να πονέσει, οπότε θα αναγκασθεί να ανοίξει σιγά — σιγά το χέρι του, και θα μαλακώσει τότε και η πέτρινη καρδιά του και θα γίνει καρδιά ανθρώπινη και έτσι θα του ανοιχθεί και η πύλη του Παραδείσου».
 2. Ό Γέροντας Πορφύριος έλεγε: «Το αν θα πάμε στον Παράδεισο ή στην κόλαση, δεν εξαρτάται από το αν έχουμε λίγα ή πολλά χρήματα, αλλά από τον τρόπο πού θα χρησιμοποιήσουμε αυτά πού έχουμε. Τα χρήματα, τα κτήματα και όλα τα υλικά αγαθά δεν είναι δικά μας, του Θεού είναι, εμείς έχουμε μόνο τη διαχείριση τους. Πρέπει να ξέρουμε ότι ο Θεός θα μας ζητήσει λογαριασμό και για την τελευταία δραχμή μας, αν τη διαθέσαμε σύμ­φωνα με το θέλημα του ή όχι».
 δ'. Οι σύγχρονοι άνθρωποι 
 1. «Οι άνθρωποι σήμερα, έλεγε ο Γέροντας Φιλό­θεος, είναι ακράτητοι. Λαός και κλήρος, σαν αχαλίνωτα αλόγα, τρέχουν στην αμαρτία. Δεν συλλογίζονται το Θεό, το θάνατο, την κρίση, την ανταπόδοση, τίποτα - τίποτα, μόνο για την ύλη ενδιαφέρονται, για το σώμα, για τις ηδονές, για τις τιμές. Πολύ λίγοι είναι εκείνοι πού έχουν αληθινά ενδιαφέροντα και ίσως για χάρη αυτών των λίγων κρατάει ο Θεός τον κόσμο». 
 2. Ο Γέροντας Π αίσιος έλεγε: «Όσοι αναπαύονται μέσα στον υλικό κόσμο και δεν ανησυχούν για τη σωτη­ρία της ψυχής τους, μοιάζουν με τα ανόητα πουλάκια πού δεν θορυβούν μέσα στο αυγό, για να σπάσουν το τσόφλι, να βγουν έξω να χαρούν τον ήλιο — το ουράνιο πέταγμα στην παραδεισένια ζωή - αλλά παραμένουν ακίνητα και πεθαίνουν μέσα στο τσόφλι του αυγού». 
 3. «Οι κοσμικοί άνθρωποι με κουράζουν, έλεγε ό Γέ­ροντας Αμφιλόχιος, γιατί όσα έχουν μέσα τους απο­θηκευμένα, έρχονται πάνω μου σαν ηλεκτρικά κύματα».
 4. Έλεγε ό Γέροντας Πορφύριος: «Σήμερα οι άν­θρωποι ζητούν να τους αγαπήσουν και γι' αυτό αποτυγχά­νουν. Το σωστό είναι να μην ενδιαφέρεσαι αν σε αγαπούν, αλλά αν εσύ αγαπάς το Χριστό και τους ανθρώπους. Μόνο έτσι γεμίζει η ψυχή». 
 5. Για τους σημερινούς ανθρώπους, ο Γέροντας της Δράμας Γεώργιος έλεγε: «Ο κόσμος έχει φύγει από την αθωότητα και την καλοσύνη. Κάθε μέρα φροντίζει να βα­δίζει προς το κακό. Όσο περνούν τα χρόνια, βαδίζει στην καταστροφή και ο Θεός δεν το θέλει αυτό». 
 6. Για την ευγένεια των ανθρώπων της εποχής μας, ο Γέροντας Π αίσιος υπογράμμιζε: «Κάνει πολύ κακό η κοσμική ευγένεια πού υποκρίνεται, γιατί ξεγελιέται κανείς και ανοίγει την καρδιά του στον κοσμικό άνθρωπο και τελικά χαραμίζει την ευλάβεια του, γιατί εκείνος δεν ξέρει τι θα πει ευλάβεια. Είναι σαν να δίνει χρυσές λίρες σε ανθρώπους πού ξέρουν μόνο τις μπρούντζινες δραχμές». 7. Ό Γέροντας Φιλόθεος έλεγε: «Οι χριστιανοί διαιρούνται σε δύο τάξεις. Είναι οι αγράμματοι και οι εγγράμματοι. Οι περισσότεροι αγράμματοι είναι άπιστοι, δεν γνωρίζουν ότι υπάρχει Θεός, τι είναι ο Θεός και τι είναι η πίστη. Μαθαίνουν όμως τόσα παραμύθια, τόσα άσεμνα τραγούδια, τόσους χορούς! Οι περισσότεροι εγγράμματοι είναι τελείως άπιστοι. Έκτος από λίγες εξαιρέσεις, οι περισσότεροι είναι κούτσουρα! Ποτέ τους δεν προσεύχονται και ντρέπονται να κάνουν το σταυρό τους». ε'. Για την Ορθοδοξία 1. Έλεγε ό Γέροντας Πορφύριος: «Η αλήθεια εί­ναι στην Ορθοδοξία. Εγώ την έχω ζήσει και την ξέρω με τη χάρη του Θεού. Υπάρχουν πολλά φώτα πού βλέπει κανείς και εντυπωσιάζεται, μα ένα είναι το αληθινό φως». 2. Τη δυσάρεστη κατάσταση πού υπάρχει στην Εκ­κλησία μας, ο Γέροντας Παΐσιος την περιέγραφε ως έξης: «Δυστυχώς στην εποχή μας έχουμε πολλούς πού ταράσσουν τη μητέρα Εκκλησία. Όσοι από αυτούς είναι μορφωμένοι, έπιασαν το δόγμα με το μυαλό και όχι με το πνεύμα των άγιων Πατέρων. Οι δε άλλοι πού είναι αγράμ­ματοι, έπιασαν το δόγμα με τα δόντια, γι' αυτό και τρίζουν τα δόντια, όταν συζητούν εκκλησιαστικά θέματα και έτσι δημιουργείται μεγαλύτερη ζημιά από αυτούς στην Εκκλη­σία παρά από τους πολέμιους πού είναι εκτός». 
 στ'. Αντιμετώπιση αιρετικών 
 1. Για την αντιμετώπιση των Ιεχωβάδων, ο Γέροντας Πορφύριος τόνιζε: «Ταλαίπωροι είναι οι ψευδομάρτυρες του Ιεχωβά και ό Θεός να τους ελεήσει. Μερικοί χριστιανοί αγανακτούν από αυτούς, άλλοι πάλι τσακώνον­ται μαζί τους και τους βρίζουν και άλλοι τους καταδιώ­κουν στα δικαστήρια. Όμως δεν καταπολεμείται έτσι ό χιλιασμός. Μόνο όταν αγιασθούμε εμείς, καταπολεμείται».
 2. Ο Γέροντας Παΐσιος έλεγε: «Αυτό πού επιβάλ­λεται σε κάθε ορθόδοξο είναι να βάζει την καλή ανησυχία στους ετεροδόξους, να καταλάβουν δηλαδή ότι βρίσκονται σε πλάνη για να μην αναπαύουν ψεύτικα το λογισμό τους και στερηθούν και σ' αυτήν τη ζωή τις πλούσιες ευλογίες της Ορθοδοξίας και στην άλλη ζωή στερηθούν τις περισ­σότερες και αιώνιες ευλογίες του Θεού». 
 3. «Για να αναιρεθούν όλες οι ανοησίες πού γράφον­ται κατά του χριστιανισμού, έλεγε ο Γέροντας Επιφάνιος, θα πρέπει να ήσαν τα βουνά μυαλά, τα δέντρα κονδυλοφόροι, ή θάλασσα μελάνη και οι κάμποι χαρτί». 
 ζ'. Για τη φύση 
 1. «Όταν πήγα στο μοναστήρι, διηγούνταν ο Γέρον­τας Ιάκωβος, λόγω παλαιοτέρας πυρκαγιάς, τα γύρω βουνά ήταν γυμνά και μόνο λίγα πεύκα και έλατα υπήρ­χαν. Καθώς λοιπόν πήγαινα στις διάφορες διακονίες, είχα στην τσέπη μου σπόρους από κουκουνάρια των πεύκων και τους έσπερνα σ' όλη την περιοχή. Έκανα και προσευ­χή να διαφυλάσσεται το δάσος, κυρίως από τις πυρκαγιές, οι όποιες έχουν ως αιτία και τον φθόνο του διαβόλου, πού βάζει τα όργανα του να καταστρέφουν τα δάση». 
 2. Ό Γέροντας Αμφιλόχιος έλεγε: «Όποιος φυ­τεύει δέντρο, φυτεύει ελπίδα, ειρήνη, αγάπη και έχει τις ευλογίες του Θεού». 3. Αξιοπρόσεκτη η προφητεία του Γέροντα Γεωρ­γίου: «Θα έρθει εποχή πού θα πλησιάζετε τα δέντρα και δεν θα μπορείτε να φάτε φρούτα».
 η'. Η σημερινή Ελλάδα 
 1. Ο Γέροντας Επιφάνιος έλεγε: «Πονώ και αγω­νιώ για την πορεία του ελληνικού Έθνους, το όποιο συνε­χώς αφελληνίζεται, αποχριστιανίζεται, αποχρωματίζεται, αποκόπτεται από τις ρίζες του και χάνει τα στοιχεία της ταυτότητας του».
 2. «Η χώρα μας, έλεγε ο Γέροντας Αμφιλόχιος, είναι σκεπασμένη με τους πάγους του υλισμού και της αθεΐας και καλούμαστε όλοι να συμβάλουμε στη διάλυση τους. Μόνο όταν φύγουν οι πάγοι αυτοί, θα μπορέσουμε να βρούμε και να χαρούμε ξανά τη γη εκείνη την πραγμα­τική, την όποια καλλιέργησαν αποστολικά άροτρα και την πότισαν αίματα Μαρτύρων και ιδρώτες Όσιων. Τότε μόνο ο νοητός ήλιος θα θερμάνει την ελληνική γη και αμέσως θα βλαστήσει, θα ανθίσει και θα καρποφορήσει, όπως και άλλοτε, προς δόξαν Θεού». 
 3. «Το μπαστούνι του Θεού για μας τους Έλληνες, όταν φεύγουμε από το δρόμο του και πέφτουμε στην ασέ­βεια και αμαρτία, είναι οι Τούρκοι», έλεγε ο Γέροντας της Αίγινας Ιερώνυμος. 4. Κάποιος ρώτησε το Γέροντα Πορφύριο τι πρέπει να ψηφίσει στις βουλευτικές εκλογές κι εκείνος του απάν­τησε παραβολικά: «Η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι σαν την κλώσσα. Κάτω από τα φτερά της σκεπάζει και άσπρα πουλάκια και μαύρα πουλάκια και κίτρινα και κάθε χρώ­ματος πουλάκια». Και άλλοτε είπε για τους πολιτικούς: «Τι να σου κάνουν και οι πολιτικοί; Είναι μπερδεμένοι με τα ψυχικά τους πάθη. Όταν ένας άνθρωπος δεν μπορεί να βοηθήσει τον εαυτό του, πώς θα μπορέσει να βοηθήσει τους άλλους; Φταίμε και εμείς για την κατάσταση αυτή. Αν ήμασταν αληθινοί χριστιανοί, θα μπορούσαμε να στείλουμε στη βουλή, όχι βέβαια χριστιανικό κόμμα, αλ­λά χριστιανούς πολιτικούς και τα πράγματα θα ήταν δια­φορετικά». Από το βιβλίο «Διδαχές Γερόντων» του πρεσβυτέρου Διονυσίου Τάτση

Βλέπεις τον εαυτό σου ευτυχισμένο και ακόμα βεβαιώνεις πως την ευτυχία σου την έφτιαξες μόνος σου , χωρίς τον Θεό και τους ανθρώπους.Γι’ αυτό απωθείς την άποψη που πρεσβεύουμε, ότι δηλαδή κάθε άνθρωπος χρωστά προσευχή στον Θεό και ελεημοσύνη στον πλησίον του.
«Ούτε προσευχές στον Θεό ούτε ελεημοσύνη στον πλησίον», λες και μ’ αυτό τείνεις να θεωρείς τον εαυτό σου ευτυχισμένο. Για μένα πράγματι είναι αδύνατον να σκεφθώ την ευτυχία έξω από τον Θεό και τους ανθρώπους. Νομίζω ότι ούτε καν άγγιξες την ευτυχία αλλά συγχέεις τα φαινόμενα και αποκαλείς ευτυχία την ανέμελη επιβίωση. Μάζεψες πολλά από εκείνα που μπορεί να δώσει η γη, χόρτασες και ήπιες και νομίζεις ότι δεν σου χρειάζεται κανείς από τον περίγυρο.
 Γνώριζε όμως πάνω απ’ όλα , ότι η γη δεν δίνει τίποτα σε κανέναν χωρίς την εντολή του θεού. Και όσα σου έδωσε στα έδωσε κατ’ εντολή του Θεού. Μια βαθύτερη αντίληψη μας διδάσκει ότι εμείς δεν έχουμε στην πραγματικότητα τίποτα δικό μας, που να διαρκεί σ’ αυτόν τον κόσμο. Όλα είναι έωλα και δανεισμένα- γρήγορα φεύγουν και έρχονται σαν στρόβιλος. Η υγεία, η δύναμη, η ομορφιά, η ιδιοκτησία, η τιμή, η εξουσία, η μεγάλη γνώση, το καλλιτεχνικό ταλέντο, όλα τα χαρίσματα είναι δώρα. Και η δοκιμασία με την οποία ο Δημιουργός εξετάζει τους ανθρώπους έχει σχέση με την πίστη, το έλεος, τον σεβασμό και κάθε καλό χαρακτηριστικό. Η δοκιμασία έγκειται στο να καταδείξει δύο πράγματα: 
Πρώτον ,αν ο άνθρωπος γνωρίζει από πού του δόθηκε το όποιο χάρισμα , και δεύτερον, αν αποδίδει δόξα και ευχαριστία στον Δωροδότη του. Άκου αυτή τη φοβερή συμβουλή του μεγάλου προφήτη Ιερεμία που φωνάζει: «δότε τῷ Κυρίῳ Θεῷὑμῶν δόξαν πρὸ τοῦ συσκοτάσαι» ( Ιερ. 13, 16 ). Άρχισε και συ γρήγορα να δοξάζεις τον θεό και να Τον ευχαριστείς πριν πέσει το σκοτάδι στη ζωή σου. Γιατί όταν έρθει το σκοτάδι, τα βάσανα , η ταλαιπωρία και η αρρώστια, η πτώση και η τρέλα, τι θα κάνεις τότε; 
Ποιόν θα παρακαλέσεις; Και ποιος από τους ανθρώπους θα σε ελεήσει αφού εσύ ήσουν χωρίς ίχνος ελεημοσύνης; Για να μην πέσει στη ζωή σου φοβερό και βαρύ σκοτάδι άσκουσε και θυμήσου αυτές τις άγιες λέξεις της Βίβλου: «Οὐ λιμοκτονήσει Κύριος ψυχὴν δικαίαν, ζωὴν δὲ ἀσεβῶν ἀνατρέψει.» Πηγή από το βιβλίο: 
ΑΓ.ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ "
Δεν φτάνει μόνο η πίστη"

Η οδός του χριστιανού σε γενικές γραμμές είναι τέτοιας λογής. Στην αρχή ο άνθρωπος προσελκύεται από το Θεό με τη δωρεά της χάρης, κι όταν έχει πια προσελκυσθεί, τότε αρχίζει μακρά περίοδος δοκιμασίας. Δοκιμάζεται η ελευθερία του ανθρώπου και η εμπιστοσύνη του στο Θεό, και δοκιμάζεται «σκληρά». Στην αρχή οι αιτήσεις προς το Θεό, μικρές και μεγάλες, ακόμη και οι παρακλήσεις πού μόλις εκφράζονται, εκπληρώνονται συνήθως με γρήγορο και θαυμαστό τρόπο από το Θεό. Όταν όμως έλθει η περίοδος της δοκιμασίας, τότε όλα αλλάζουν και σαν να κλείνεται ο ουρανός και να γίνεται κουφός σ' όλες τις δεήσεις. Για το θερμό χριστιανό όλα στη ζωή του γίνονται δύσκολα.
 Η συμπεριφορά των ανθρώπων απέναντι του χειροτερεύει, παύουν να τον εκτιμούν αυτό πού ανέχονται σ' άλλους, σ' αυτόν δεν το συγχωρούν, η εργασία του πληρώνεται, σχεδόν πάντοτε, κάτω από το νόμιμο, το σώμα του εύκολα προσβάλλεται από ασθένειες. Η φύση, οι άνθρωποι, όλα στρέφονται εναντίον του. Παρότι τα φυσικά του χαρίσματα δεν είναι κατώτερα από τα χαρίσματα των άλλων, δεν βρίσκει ευνοϊκές συνθήκες να τα χρησιμοποίηση. Επί πλέον υπομένει πολλές επιθέσεις από τις δαιμονικές δυνάμεις και το αποκορύφωμα είναι η ανυπόφορη θλίψη από τη θεία εγκατάλειψη. Τότε κορυφώνεται το πάθος του, γιατί πλήττεται ο όλος άνθρωπος σ' όλα τα επίπεδα της υπάρξεως του. Ο Θεός εγκαταλείπει τον άνθρωπο;... Είναι δυνατό αυτό;... Κι εν τούτοις στη θέση του βιώματος της εγγύτητας του Θεού έρχεται στην ψυχή το αίσθημα πώς Εκείνος είναι απείρως, απροσίτως μακριά, πέρα από τους αστρικούς κόσμους κι όλες οι επικλήσεις προς Αυτόν χάνονται αβοήθητες στο αχανές του κοσμικού διαστήματος. H ψυχή εντείνει εσωτερικά την κραυγή της προς Αυτόν, αλλά δεν βλέπει ακόμα ούτε βοήθεια
 ΟΥΤΕ προσοχή. Όλα τότε γίνονται φορτικά. Όλα κατορθώνονται με δυσανάλογα μεγάλο κόπο. H ζωή γεμίζει από μόχθους κι αναδεύει μέσα στον άνθρωπο το αίσθημα πώς βαραίνει πάνω του η κατάρα και η οργή του Θεού. Όταν όμως περάσουν αυτές οι δοκιμασίες, τότε θα δει πώς η θαυμαστή πρόνοια του Θεού τον φύλαγε προσεκτικά σ' όλες τις πτυχές της ζωής του. Χιλιόχρονη πείρα, πού παραδίνεται από γενιά σε γενιά, λέει πώς, όταν ο Θεός δει την πίστη της ψυχής του αγωνιστή γι' Αυτόν, όπως είδε την πίστη του Ιώβ, τότε τον οδηγεί σε αβύσσους και ύψη πού είναι απρόσιτα σ' άλλους. Όσο πληρέστερη και ισχυρότερη είναι η πίστη και η εμπιστοσύνη του ανθρώπου στο Θεό, τόσο μεγαλύτερο θα είναι και το μέτρο της δοκιμασίας και η πληρότητα της πείρας, πού μπορεί να φτάσει σε μεγάλο βαθμό.


"Εμπιστεύσου στὸν Θεὸ τὶς ἀνάγκες τοῦ σώματός σου καὶ τότε θὰ εἶναι φανερὸ ὅτι Τοῦ ἐμπιστεύεσαι καὶ τὶς ἀνάγκες τοῦ πνεύματος. ΜήπωςΣ είμαστε ἐμεῖς ποὺ κατορθώνουμε καὶ οἰκονομοῦμε τὰ ἀναγκαῖα γιὰ τὴ ζωή μας; Ὁ Θεὸς φροντίζει τὴ ζωή μας.῾Η προσπάθεια τοῦ ἀνθρώπου, ἂν δὲν βοηθήσει ὁ Θεός, εἶναι καταδικασμένη νὰ ἀστοχεῖ, ἐνῶ ἡ θεία οἰκονομία παρέχει τέλεια ἀγαθά.
 Τί τοὺς ὠφέλησε ἡ δική τους προσπάθεια ἐκείνους ποὺ τοὺς ἔλεγε ὁ Θεός, "σπείρατε πολλὰ καὶ λίγα μαζέψατε καὶ τὰ σκόρπισα ἀπὸ τὰ χέρια σας"; Καὶ τί ἔλειψε ἀπὸ τ᾽ ἀναγκαῖα σ᾽ ἐκείνους ποὺ ἔζησαν μὲ ἀρετὴ χωρὶς καθόλου νὰ σκέφτονται γι᾽ αὐτά; Δὲν ἔζησαν σαράντα χρόνια στὴν ἔρημο οἱ Ἰσραηλίτες χωρὶς νὰ ἔχουν τίποτα ἀπ᾽ αὐτὰ ποὺ δίνει ἡ γεωργία; Καὶ δὲν τοὺς ἔλειψε καθόλου ἡ τροφή, ἀλλὰ ἡ θάλασσα ἔβγαζε τροφὴ παράδοξη, τὰ ὀρτύκια, καὶ ὁ οὐρανὸς ἔβρεχε τὸ μάννα, βροχὴ ἀσυνήθιστη καὶ παράξενη. Καὶ ἡ πέτρα ποὺ εἶναι κατάξερη, ράγισε καὶ ἔδινε ἄφθονο νερό. Ὅσο γιὰ τὰ ροῦχα καὶ τὰ παπούτσια, ἄντεξαν ὅλο τὸν χρόνο γιατὶ δὲν πάλιωναν. Καὶ ποιά γεωργία ἔδινε τροφὴ στὸν Ἠλία τὸν καιρὸ ποὺ ἦταν στὸ χείμαρο; Τὰ κοράκια δὲν τοῦ ἔφερναν τροφή; Κι ὅταν πῆγε στὰ Σάρεφθα δὲν τοῦ ἔδωσε ψωμὶ μιὰ χήρα ἄπορη, πέρνοντάς το ἀπὸ τὸ στόμα τῶν ἴδιων τῶν παιδιῶν της; 
Γιὰ νὰ φανερωθεῖ ἔτσι ὅτι καὶ ἀπὸ τὴ μητρικὴ φύση εἶναι πιὸ πολύτιμη ἡ ἀρετή. (...) Γιατί λοιπὸν γκρεμίζουμε στὴ γῆ τὴν οὐράνια πολιτεία, καὶ βουλιάζουμε στὶς ὑλικὲς ἀνησυχίες; Καὶ ντυνόμαστε μὲ κοπριὲς ἐμεῖς ποὺ φορούσαμε κάποτε πορφύρα; Ὅπως ἔλεγε γιὰ κάποιους ὁ Ἱερεμίας στοὺς θρήνους του, "ὅταν ἀναπαυόμαστε στὰ λαμπερὰ καὶ φλογισμένα νοήματα ντυνόμαστε τὴν πορφύρα", καὶ ὅταν ἀφήσουμε αὐτὴ τὴν κατάσταση καὶ ἀνακατευτοῦμε μὲ τὶς γήινες συνθῆκες, ντυνόμαστε μὲ κοπριά. Γιατί πέρνουμε τὴν ἐλπίδα μας ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ στηριζόμαστε στὰ χέρια μας καὶ ἀποδίδουμε στὴ δική μας δύναμη τὴν πρόνοια τοῦ Θεοῦ; Αὐτὴ τὴ στάση ὁ Ἰὼβ καταράστηκε, ἂν τὴν ἔχει, νὰ τοῦ καταλογισθεῖ ὡς ἡ μεγαλύτερη ἁμαρτία, τὸ νὰ φέρει δηλαδὴ τὸ χέρι στὸ στόμα καὶ νὰ τὸ φιλήσει. Ἐμεῖς τώρα αὐτὸ κάνουμε καὶ δὲν φοβόμαστε.
 Γιατὶ συνηθίζουν οἱ περισσότεροι νὰ φιλοῦν μὲ λαχτάρα τὰ χέρια τους λέγοντας ὅτι ἀπὸ αὐτὰ κερδίζουν τὴ ζωή τους. Αὐτοὺς ὑπαινίσσεται ὁ Νόμος ὅταν λέει, "εἶναι ἀκάθαρτος ὅποιος βαδίζει μὲ τὰ χέρια του• καὶ εἶναι τελείως ἀκάθαρτος ὅποιος βαδίζει μὲ τὰ τέσσερα". Μὲ τὰ χέρια περπατάει ἐκεῖνος ποὺ στηρίζεται στὰ χέρια του καὶ βάζει σ᾽ αὐτὰ ὅλη τὴν ἐλπίδα του• μὲ τὰ τέσσερα περπατάει ὅποιος ἀγωνιᾶ γιὰ τὰ αἰσθητὰ πράγματα καὶ ἔχει διαρκῶς σ᾽ αὐτὰ στραμμένη τὴν προσοχή του". (Απόσπασμα από το Γεροντικό)

Author Name

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

Από το Blogger.