Articles by "εσχατολογικά"

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εσχατολογικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Όταν κι' ακόμη αρνείσαι τον Θεό, πάλι δίπλα σου θα τον έχεις, ως απουσία Του όμως. Η αιτία του θανάτου δεν είναι στην φύση μας, αλλά στην προαίρεσή μας. Ο Διάβολος δεν είναι κακός στην ουσία του, αλλά στην προαίρεσή του, γιατί την ουσία του την δημιούργησε ο Θεός. Ο Θάνατος είναι μη ον, δεν υπάρχει δεν έχει ουσία, είναι η απουσία της ζωής, όπως η σκιά είναι απουσία του φωτός. Άρα διαλέγουμε: ή Θεό = ζωή-Φώς ή μη θεό = θάνατος, σκιά, σκοτάδι. Άρα, όταν κι' άκόμη αρνείσαι τον Θεό, πάλι δίπλα σου θα τον έχεις, ως απουσία Του όμως. Όπως ο ήλιος έχει δύο ιδιότητες, και φωτίζει και καίει. Ή προσλαμβάνεις λοιπόν τον Θεόν ως Φως ή ως φωτιά που σε καίει. Αλλά θα ρωτούσε ίσως κάποιος: Μα τέλος πάντων(!) δεν υπάρχει ένας χώρος στον οποίο ο Θεός ούτε να υπάρχει ούτε να μην υπάρχει; Γιατί να έχω πάντα Το Θεόν μπροστά μου είτε ως παρουσία είτε ως απουσία; Διότι, για να υπάρξει αυτός ο χώρος πρέπει κάποιος να τον δημιουργήσει. Και αυτός που δίνει δημιουργία και ζωή είναι μόνον ο Ζων Θεός. Μονάχα εάν επιστρέψεις στην ανυπαρξία, στο μηδέν, μπορείς να «απαλλαγείς» από τον Θεό. Μα ούτε αυτό μπορεί ποτέ να γίνει γιατί ο Θεός ό,τι δημιουργεί ποτέ δεν επιστρέφει στο μηδέν. Επανερχόμεθα λοιπόν στον Άγιο Ιουστίνο Πόποβιτς: «Οι άνθρωποι καταδίκασαν το Θεό σε θάνατο. Ο Θεός όμως με την Ανάστασή Του «καταδικάζει» τους ανθρώπους σε αθανασία.» Είναι φοβερό να θέλεις να μην υπάρχεις και να μην μπορείς! Αυτή είναι και η δυστυχία των δαιμόνων και όσων κληρονομήσουνε την κόλαση. Πιο συγκεκριμένα γράφει Απόστολος Παύλος πως μετά την ανάσταση των νεκρών «αρπαγησόμεθα εν νεφέλαις» Η νεφέλη είναι πάντα σύμβολο της θείας δόξης. «εις απάντηση του Κυρίου εις αέρα» για να προϋπαντήσουμε τον Χριστό κάπου στο σύμπαν, Ο Θεός ξέρει που «και ούτω πάντοτε συν Κυρίω εσόμεθα.» και έτσι πάντοτε θα είμαστε μαζί Του στους άληκτους αιώνες των αιώνων. Ο Κύριος τότε θα κατέρχεται και εμείς θα ανερχόμαστε. (βλ΄.Ανάληψη του Κυρίου, όταν οι Άγγελοι λένε στους Αποστόλους: «τί ἑστήκατε ἐμβλέποντες εἰς τὸν οὐρανόν; Οὗτος ὁ Ἰησοῦς ὁ ἀναληφθεὶς ἀφ᾿ ὑμῶν εἰς τὸν οὐρανόν, οὕτως ἐλεύσεται, ὃν τρόπον ἐθεάσασθε αὐτὸν πορευόμενον εἰς τὸν οὐρανόν.» (Πραξ.α΄11) Οι κολασμένοι όμως δεν θα αρπαχθούν μέσα σε νεφέλες. Θα μείνουν κάτω στην γη. Και τι θα γίνει με αυτούς και πως θα πάνε στον τόπο της Κολάσεως; Δεν ξέρουμε, ο Θεός ξέρει. Η Βασιλεία των Ουρανών και εξίσου η Κόλαση θα είναι συγκεκριμένοι περιγραπτοί χώροι-τόποι, και όχι κάτι το φανταστικό, αφηρημένο και απροσδιόριστο, αφού θα φιλοξενούνε τα περιγραπτά και προσδιορισμένα ανθρώπινα σώματα. Με την Δευτέρα ένδοξη παρουσία Του Χριστού μας τα σύμπαντα θα αλλάξουνε! Από την προϋπάρχουσα ύλη, ανακαινισμένη πλέον, ο Θεός θα πλάσει έναν καινούργιο κόσμο. Καὶ εἶδον οὐρανὸν καινὸν καὶ γῆν καινήν· ὁ γὰρ πρῶτος οὐρανὸς καὶ ἡ πρώτη γῆ ἀπῆλθον,(Αποκ κα΄-1) Όπως τα παλαιά χρόνια, αλλά και τώρα στα χρόνια της κρίσης, όταν είχανε ένα παλαιό παλτό και εξωτερικά φθείρονταν, τότε με ραπτική μαεστρία το γύριζαν ανάποδα, και τουτοιοτρόπως από την προϋπάρχουσα ύλη του ενδύματος έφτιαχναν ένα ανακαινισμένο παλτό. Όπως και πάλι επαναλαμβάνει ο Απόστολος Πέτρος για την αναδημιουργία του κόσμου: Καινοὺς δὲ οὐρανοὺς καὶ γῆν καινὴν κατὰ τὸ ἐπάγγελμα αὐτοῦ προσδοκῶμεν, ἐν οἷς δικαιοσύνη κατοικεῖ.(Πετρ.Β΄γ-13) Αλλά ας κλείσουμε από τα φωτισμένα και ελπιδοφόρα λόγια του Απ. Παύλου για την Ανάσταση μας «ἰδοὺ μυστήριον ὑμῖν λέγω· πάντες μὲν οὐ κοιμηθησόμεθα, πάντες δὲ ἀλλαγησόμεθα, ἐν ἀτόμῳ, ἐν ῥιπῇ ὀφθαλμοῦ, ἐν τῇ ἐσχάτῃ σάλπιγγι· σαλπίσει γάρ,καὶ οἱ νεκροὶ ἐγερθήσονται ἄφθαρτοι, καὶ ἡμεῖς ἀλλαγησόμεθα. δεῖ γὰρ τὸ φθαρτὸν τοῦτο ἐνδύσασθαι ἀφθαρσίαν καὶ τὸ θνητὸν τοῦτο ἐνδύσασθαι ἀθανασίαν.» (Α΄Κορινθίους ιε΄΄ -51-53) Πράγματι η ακράδαντη πίστη στην Ανάσταση του Χριστού, αλλά και στην δική μας,που επίκειται, όχι μόνο μας στερεώνει στην ορθή πίστη αλλά μας βοηθάει και στον αγώνα της πνευματικής ζωής και εγκρατείας. Αφού εκείνος που πιστεύει ότι το σώμα του θα κληρονομήσει την αιωνιότητα, προσέχει να μην το μολύνει, αλλά να το εξαγνίζει με την χάρη του Αγίου Πνεύματος, μέσα στον νόμο της Αγάπης προς τον εν Τριάδι Θεό και τους αδελφούς του. Όπως γράφει ο Άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων: «ο πιστεύων ότι μένει το σώμα εις ανάστασιν, φείδεται της στολής και ου μολύνει τούτο». Είθε ο καλός μας Χριστός με τις πρεσβείες τις γλυκυτάτης του Μητρός να μας αναστήσει εις ανάστασιν ζωής, ψυχή και σώματι, εν τη εσχάτη αυτού ημέρα, για να ζούμε και μεταλαμβάνουμε την αιώνια και άληκτο χαρά μέσα στις λαμπροστάλακτες ακτίνες της Τρισηλίου Θεότητος. Αμήν! Από το Βιβλίο: «Η ανάσταση των νεκρών», π.Αθανασίου Μυτιληναίου.

 ΄΄Εχω διαβάσει αρκετά πράγματα για την πορεία της ψυχής μετά τον χωρισμό της από το σώμα ,(ένα θέμα που πρέπει να προβληματίσει όλους )και κοινή διαπίστωση είναι η ομοιότης και η σειρά που αφηγούνται φωτισμένοι κυρίως Πατέρες της εκκλησίας αλλά και επίσης φωτισμένοι μοναχοί αναζητητές για τί μέλλει γεννέσθαι για την κάθε μια ψυχή που στο πλήρωμα του χρόνου αποχωρίζεται από το σώμα.Σημειωτέον δε εχει αξία και πορίσματα κυρίως γιατρών πιστών και άπιστων που τους έχουν διηγηθεί ασθενείς τους μεταθανάτια εμπειρία ,αφού δια λίγο χρόνο ήταν νεκροί και ύστερα επανήλθαν..Πολλές μαρτυρίες συμπίπτουν ταυτόσημες με αυτές της εκκλησίας αλλα το σίγουρο είναι ότι όλες μιλούν για τις δυο καταστάσεις-τόπους δλδ παράδεισο--κόλαση πού βίωσαν...
Οι πρώτες δύο ημέρες μετά το θάνατο
 Για διάστημα δύο ημερών η ψυχή απολαύει σχετικής ελευθερίας και έχει δυνατότητα να επισκεφθεί τόπους που της ήταν προσφιλείς στο παρελθόν, αλλά την Τρίτη ημέρα μετακινείται σε άλλες σφαίρες.
Εδώ ο Αρχιεπίσκοπος Ιωάννης απλώς επαναλαμβάνει τη διδασκαλία που η Εκκλησία ήδη γνωρίζει από τον 4ο αιώνα, όταν ο άγγελος που συνόδευσε τον Αγ. Μακάριο Αλεξανδρείας στην έρημο, του είπε, θέλοντας να ερμηνεύσει την επιμνημόσυνη δέηση της Εκκλησίας για τους νεκρούς την Τρίτη ημέρα μετά θάνατο: «Όταν γίνεται η προσφορά της αναίμακτης θυσίας (μνημόσυνο στη θεία λειτουργία) στην Εκκλησία την τρίτη ημέρα, η ψυχή του κεκοιμημένου δέχεται από τον φύλακα άγγελο της ανακούφιση για τη λύπη που αισθάνεται λόγω του χωρισμού της από το σώμα…  Στο διάστημα των δύο πρώτων ημερών επιτρέπεται στην ψυχή να περιπλανηθεί στον κόσμο, οπουδήποτε εκείνη επιθυμεί, με τη συντροφιά των αγγέλων που τη συνοδεύουν. Ως εκ τούτου η ψυχή, επειδή αγαπά το σώμα, μερικές φορές περιφέρεται στο οίκημα στο οποίο το σώμα της είχε σαβανωθεί, περνώντας έτσι δύο ημέρες όπως ένα πουλί που γυρεύει τη φωλιά του. Αλλά η ενάρετη ψυχή πλανιέται σε εκείνα τα μέρη στα οποία συνήθιζε να πράττει αγαθά έργα. Την τρίτη ημέρα,
 Εκείνος ο Οποίος ανέστη ο Ίδιος την τρίτη ημέρα από τους νεκρούς καλεί την ψυχή του Χριστιανού να μιμηθεί τη δική Του ανάσταση, να ανέλθει στους Ουρανούς όπου θα λατρεύει το Θεό όλων.» Στην Ορθόδοξη νεκρώσιμη ακολουθία, ο Αγ. Ιωάννης ο Δαμασκηνός περιγράφει παραστατικά την κατάσταση της ψυχής η οποία, έχοντας μεν αφήσει το σώμα αλλά παραμένοντας στη γη, είναι ανίκανη να επικοινωνήσει με τους αγαπημένους της τους οποίους βλέπει: «Οίμοι, οίον αγώνα έχει η ψυχή χωριζόμενη εκ του σώματος! Οίμοι, πόσα δακρύει τότε, και ουχ υπάρχει ο ελεών αυτήν! Προς τους αγγέλους τα όμματα ρέπουσα, άπρακτα καθικετεύει προς τους ανθρώπους τας χείρας εκτείνουσα, ουκ έχει τον βοηθούντα. Διό, αγαπητοί μου αδελφοί, εννοήσαντες ημών το βραχύ της ζωής, τω μεταστάντι την ανάπαυσιν, παρά Χριστού αιτησώμεθα, και ταις ψυχαίς ημών το μέγα έλεος». Σε γράμμα του προς τον αδελφό μιας αποθνήσκουσας γυναίκας, ο Όσιος Θεοφάνης ο Έγκλειστος γράφει: «Η αδελφή σου δεν θα πεθάνει. Το σώμα του ανθρώπου πεθαίνει, αλλά η προσωπικότητά του συνεχίζει να ζει. Απλώς μεταφέρεται σε μια άλλη τάξη ζωής… Δεν είναι εκείνη που θα βάλουν στον τάφο. Εκείνη βρίσκεται σε έναν άλλο τόπο όπου θα είναι θα είναι ακριβώς το ίδιο ζωντανή όσο και τώρα. Τις πρώτες ώρες και ημέρες θα βρίσκεται γύρω σου. Μόνο που δεν θα λέει τίποτα και εσύ δεν θα μπορείς να την δεις. Θα είναι όμως ακριβώς εδώ. Να το έχεις αυτό στο νου σου. Εμείς που μένουμε πίσω θρηνούμε για τους κεκοιμημένους, όμως για εκείνους τα πράγματα είναι αμέσως πιο εύκολα. Είναι πιο ευτυχισμένοι στη νέα κατάσταση. Όσοι έχουν πεθάνει και κατόπιν επαναφέρθηκαν στο σώμα διαπίστωσαν ότι το σώμα ήταν μια πολύ στενάχωρη κατοικία. Και η αδελφή σου θα αισθάνεται έτσι. Είναι πολύ καλύτερα εκεί, και εμείς νοιώθουμε οδύνη σαν να της έχει συμβεί κάτι απίστευτα κακό! Θα μας κοιτάζει και σίγουρα θα μένει κατάπληκτη με την αντίδρασή μας». Θα πρέπει να έχουμε υπόψη ότι η ανωτέρω περιγραφή των πρώτων δύο ημερών του θανάτου αποτελεί γενικό κανόνα, ο οποίος κατά κανένα τρόπο δεν ισχύει σε όλες τις περιπτώσεις. Πράγματι τα περισσότερα παραδείγματα από την Ορθόδοξη γραμματεία, δεν συνάδουν με αυτόν τον κανόνα, και ο λόγος είναι φανερός: οι άγιοι, μην έχοντας καμιά απολύτως προσκόλληση στα εγκόσμια και ζώντας σε διαρκή προσδοκία της αναχώρησής τους για την άλλη ζωή, δεν ελκύονται καν από τους τόπους όπου έπρατταν τα αγαθά τους έργα αλλά ξεκινούν αμέσως την άνοδο τους στους Ουρανούς.
 Άλλοι, ξεκινούν την άνοδο τους πριν το τέλος των δύο ημερών για κάποιον ειδικό λόγο που μόνον η Θεία Πρόνοια γνωρίζει. Από την άλλη οι σύγχρονες «μεταθανάτιες» εμπειρίες, ατελείς καθώς είναι, ανήκουν όλες στον εξής κανόνα: η «εξωσωματική» κατάσταση αποτελεί μόνο το ξεκίνημα της αρχικής περιόδου ασώματης «περιπλάνησης» της ψυχής στους τόπους των επιγείων δεσμών της. Όμως κανείς από αυτούς τους ανθρώπους δεν έχει παραμείνει νεκρός για αρκετό χρονικό διάστημα, έστω μέχρι να συναντήσει τους αγγέλους που πρόκειται να τον συνοδεύσουν. Μερικοί επικριτές της Ορθόδοξης διδασκαλίας για την μετά θάνατον ζωή, θεωρούν ότι τέτοιες αποκλίσεις από το γενικό κανόνα για την μεταθανάτια εμπειρία αποδεικνύουν την ύπαρξη «αντιφάσεων» στην Ορθόδοξη διδασκαλία. Αυτοί οι επικριτές όμως είναι απλώς και μόνο προσκολλημένοι στις «κατά γράμμα» ερμηνείες. Η περιγραφή των πρώτων δύο ημερών, καθώς και των επομένων, σε καμιά περίπτωση δεν αποτελεί κάποια μορφή δόγματος. Είναι απλώς ένα «μοντέλο», το οποίο μάλιστα εκφράζει την πιο συνηθισμένη χρονική σειρά των εμπειριών της ψυχής μετά τον θάνατο.
 Οι πολλές περιπτώσεις, τόσο στην Ορθόδοξη γραμματεία όσο και στις αναφορές σύγχρονων σχετικών εμπειριών, όπου οι νεκροί έχουν στιγμιαία εμφανιστεί στους ζωντανούς μέσα στην πρώτη ή τις δύο πρώτες ημέρες μετά το θάνατο, μερικές φορές σε όνειρα, είναι παραδείγματα που επαληθεύουν το ότι όντος η ψυχή συνήθως παραμένει κοντά στη γη για κάποια σύντομη χρονική περίοδο. Κατά την τρίτη ημέρα, και συχνά πιο πριν, η περίοδος αυτή φθάνει στο τέλος της. Τα τελώνια Την ώρα αυτή (την τρίτη ημέρα), η ψυχή διέρχεται από λεγεώνες πονηρών πνευμάτων που παρεμποδίζουν την πορεία της και την κατηγορούν για διάφορες αμαρτίες, στις οποίες αυτά τα ίδια την είχαν παρασύρει. Σύμφωνα με διάφορες θεϊκές αποκαλύψεις υπάρχουν είκοσι τέτοια εμπόδια, τα επονομαζόμενα «τελώνια», σε καθένα από τα οποία περνά από δοκιμασία κάθε μορφή αμαρτίας. Η ψυχή αφού περάσει από ένα τελώνιο, συναντά το επόμενο, και μόνον αφού έχει διέλθει επιτυχώς από όλα τα τελώνια μπορεί αν συνεχίσει την πορεία της χωρίς να απορριφθεί βιαίως στη γέεννα. Το πόσο φοβεροί είναι αυτοί οι δαίμονες και τα τελώνια τους φένεται στο γεγονός ότι η ίδια η Παναγία, όταν πληροφορήθηκε από τον Αρχάγγελο Γαβριήλ τον επικείμενο θάνατο Της, ικέτευσε τον Υιό Της να διασώσει την ψυχή Της από αυτούς τους δαίμονες και απαντώντας στην προσευχή Της, ο ίδιος ο Κύριος Ιησούς Χριστός εμφανίστηκε από τους Ουρανούς για να παραλάβει την ψυχή της Πάναγνου Μητρός Του και να την οδηγήσει στους Ουρανούς.
Φοβερή είναι πράγματι, η τρίτη ημέρα για την ψυχή του απελθόντος, και για το λόγο αυτό η ψυχή έχει ιδιαίτερη ανάγκη τότε από προσευχές για την σωτηρία της. Σύντομα, μετά τον θάνατο, η ψυχή πράγματι βιώνει μια κρίση, τη Μερική Κρίση, ως τελική συγκεφαλαίωση του «αοράτου πολέμου» που έχει διεξαγάγει ή που απέτυχε να διεξαγάγει, στην επίγεια ζωή κατά τω πεπτωκότων πνευμάτων. Συνεχίζοντας την επιστολή του προς τον αδελφό της αποθνήσκουσας γυναίκας, ο Όσιος Θεοφάνης ο έγκλειστος γράφει: «Λίγο μετά το θάνατο, η ψυχή αρχίζει έναν αγώνα για να καταφέρει να διέλθει από τα τελώνια. Στον αγώνα της η αδελφή σου χρειάζεται βοήθεια! Θα πρέπει να στρέψεις όλη σου την προσοχή και όλη σου την αγάπη γι’ αυτήν στο πως θα την βοηθήσεις. Πιστεύω πως η μεγαλύτερη έμπρακτη απόδειξη της αγάπης σου θα είναι να αφήσεις την φροντίδα του νεκρού της σώματος στους άλλους, να αποχωρήσεις και, μένοντας μόνος σου οπουδήποτε μπορείς, να βυθιστείς σε προσευχή για την ψυχή της, για τη νέα κατάσταση στην οποία βρίσκεται και για τις καινούριες, απροσδόκητες ανάγκες της. Συνέχισε την ακατάπαυστη ικεσία σου στον Θεό για έξι εβδομάδες και περισσότερο. Όταν πέθανε η Οσία Θεοδώρα, το σακούλι από το οποίο πήραν χρυσό οι άγγελοι για να τη γλιτώσουν από τα τελώνια ήταν οι προσευχές του πνευματικού της πατέρα. Έτσι θα γίνει και με τις δικές σου προσευχές. Μην παραλείψεις να κάνεις όσα σου είπα. Αυτό είναι η πραγματική αγάπη.» Το «σακούλι» από το οποίο πήραν «χρυσό» οι άγγελοι και «εξόφλησαν τα χρέη» της Οσίας Θεοδώρας στα τελώνια έχει συχνά παρανοηθεί από κάποιους επικριτές της Ορθόδοξης διδασκαλίας. Μερικές φορές συγκρίνεται με τη λατινική έννοια του «πλεονάσματος χάριτος» των αγίων. Στην περίπτωση αυτή, τέτοιοι επικριτές ερμηνεύουν κατά γράμμα τα Ορθόδοξα κείμενα. Σε τίποτε άλλο δεν αναφέρεται το παραπάνω απόσπασμα παρά στις προσευχές της Εκκλησίας για τους αναπαυθέντες και ειδικότερα στις προσευχές ενός αγίου ανθρώπου και πνευματικού πατέρα. Είναι σχεδόν περιττό να πούμε ότι όλες αυτές οι περιγραφές έχουν μεταφυσική έννοια. Η Ορθόδοξη Εκκλησία θεωρεί τη διδασκαλία περί τελωνίων τόσο σημαντική, ώστε έχει συμπεριλάβει σχετικές αναφορές σε πολλές από τις ακολουθίες της, μερικές εκ των οποίων αναφέρονται στο κεφάλαιο περί τελωνίων. Ειδικότερα, η Εκκλησία θεωρεί ιδιαιτέρως απαραίτητο να συνοδεύει με αυτήν τη διδασκαλία κάθε τέκνο της που αποθνήσκει.
Στον «Κανόνα για την Αναχώρηση της Ψυχής», που διαβάζεται από τον ιερέα στο νεκρικό κρεβάτι κάθε πιστού, υπάρχουν τα παρακάτω τροπάρια: «Καθώς φεύγω από τη γη, αξίωσέ με να διέλθω ανεμπόδιστα από τον άρχοντα του αέρα, το διώκτη και βασανιστή, εκείνον που ως άδικος ανακριτής στέκεται πάνω στους φοβερούς δρόμους». (4η Ωδή) «Ω Πανένδοξε Θεοτόκε, οδήγησέ με εις τους Ουρανούς, στα ιερά και πολύτιμα χέρια των αγίων αγγέλων ώστε, προστατευμένος μέσα στα φτερά τους, να μην αντικρύσω τη ρυπαρή, αποκρουστική και σκοτεινή μορφή των δαιμόνων». (6η Ωδή) «Ω Αγία Θεοτόκε, Εσύ η Οποία γέννησες τον Παντοδύναμο Κύριο, απομάκρυνε από εμένα τον άρχοντα των φοβερών τελωνίων, τον κυβερνήτη του κόσμου, όταν φθάσει η στιγμή του θανάτου μου, ώστε να Σε δοξολογώ αιωνίως». (8η Ωδή) Κατ’ αυτόν τον τρόπο, τα λόγια της Εκκλησίας προετοιμάζουν τον αποθνήσκοντα Ορθόδοξο Χριστιανό για τις δοκιμασίες που θα συναντήσει μπροστά του. Οι σαράντα ημέρες Κατόπιν, έχοντας επιτυχώς διέλθει από τα τελώνια και υποκλιθεί βαθιά ενώπιον του Θεού, η ψυχή για διάστημα τριάντα επτά επιπλέον ημερών επισκέπτεται τις ουράνιες κατοικίες και τις αβύσσους της κολάσεως, μη γνωρίζοντας ακόμα που θα παραμείνει, και μόνον την τεσσαρακοστή ημέρα καθορίζεται η θέση στην οποία θα βρίσκεται μέχρι την ανάσταση των νεκρών. Σίγουρα δεν είναι παράξενο ότι η ψυχή, έχοντας διέλθει από τα τελώνια και παύσει μια για πάντα κάθε σχέση με τα επίγεια, εισάγεται στον αληθινά άλλο κόσμο, σε ένα τμήμα του οποίου θα παραμείνει αιωνίως. Σύμφωνα με την αποκάλυψη του Αγγέλου στον Αγ. Μακάριο Αλεξανδρείας, η ειδική επιμνημόσυνη δέηση υπέρ των απελθόντων την ένατη ημέρα μετά τον θάνατο (πέραν του γενικού συμβολισμού των εννέα αγγελικών ταγμάτων) πραγματοποιείται επειδή μέχρι τότε παρουσιάζονται στην ψυχή τα θαυμάσια του Παραδείσου, και μόνον κατόπιν αυτού, για το υπόλοιπο των σαράντα ημερών, της παρουσιάζονται τα μαρτύρια και τα φρικτά της κολάσεως, πριν τοποθετηθεί την τεσσαρακοστή ημέρα στη θέση στην οποία θα αναμένει την ανάσταση των νεκρών και την Τελική Κρίση. Θα πρέπει και πάλι να τονίσουμε ότι οι αναφερόμενοι αριθμοί αποτελούν γενικό κανόνα ή «μοντέλο» της μεταθανάτιας πραγματικότητας, και αναμφισβήτητα δεν ολοκληρώνουν όλες οι ψυχές των απελθόντων την πορεία τους ακριβώς σύμφωνα με τον «κανόνα». Γνωρίζουμε σαφώς ότι η Οσία Θεοδώρα, στην πραγματικότητα, ολοκλήρωσε το «γύρο της κολάσεως» ακριβώς την τεσσαρακοστή ημέρα, σύμφωνα με τη γήινη μέτρηση του χρόνου. Η κατάσταση των ψυχών μέχρι την Τελική Κρίση Μερικές ψυχές βρίσκονται (μετά τις σαράντα ημέρες) σε μια κατάσταση πρόγευσης της αιώνιας αγαλλίασης και μακαριότητας, ενώ άλλες σε μια κατάσταση τρόμου εξαιτίας των αιωνίων μαρτυρίων τα οποία θα υποστούν πλήρως μετά την Τελική Κρίση. Μέχρι τότε εξακολουθεί να υπάρχει δυνατότητα αλλαγής της κατάστασής τους, ιδιαιτέρως μέσω της υπέρ αυτών προσφοράς της Αναίμακτης Θυσίας (μνημόσυνο στη Θεία Λειτουργία), και παρομοίως μέσω άλλων προσευχών. Τα οφέλη της προσευχής, τόσο της κοινής όσο και της ατομικής για τις ψυχές που βρίσκονται στην κόλαση, έχουν περιγραφεί σε πολλούς βίους Αγίων και ασκητών καθώς και σε Πατερικά κείμενα. Στο βίο της μάρτυρος του 3ου αιώνα Περπετούας, για παράδειγμα, διαβάζουμε ότι η κατάσταση της ψυχής του αδελφού της Δημοκράτη της αποκαλύφθηκα με την εικόνα μιας στέρνας γεμάτης νερό, η οποία ήταν όμως τόσο ψηλά που δεν μπορούσε να τη φτάσει από τον ρυπαρό, καυτό τόπο όπου ήταν περιορισμένος. Χάρη στην ολόθερμη προσευχή της Περπετούας επί μία ολόκληρη ημέρα και νύχτα ο Δημοκράτης έφτασε τη στέρνα και τον είδε να βρίσκεται σε έναν φωτεινό τόπο. Από αυτό η Περπετούα κατάλαβε ότι ο αδελφός της είχε απελευθερωθεί από τα δεινά της κολάσεως. Στο βίο μιας ασκήτριας που πέθανε μόλις τον 20ο αιώνα αναφέρεται μια παρόμοια περίπτωση. Πρόκειται για τη Οσία Αθανασία (Αναστασία Λογκάτσεβα), πνευματική θυγατέρα του Οσίου Σεραφείμ του Σάρωφ. Όπως διαβάζουμε στο βίο της: «Η Αναστασία είχε έναν αδελφό που τον έλεγαν Παύλο. Ο Παύλος κάποτε ήταν μεθυσμένος και κρεμάστηκε. Κι η Αναστασία αποφάσισε να προσευχηθεί πολύ για τον αδελφό της. Μετά το θάνατο του, η Αναστασία πήγε στο μοναστήρι Ντιβέγιεβο, του Οσίου Σεραφείμ, για να μάθει τι ακριβώς έπρεπε να κάνει, ώστε να βελτιωθεί η κατάσταση του αδελφού της, ο οποίος έδωσε τέλος στη ζωή του με τρόπο δυσσεβή και ατιμωτικό… Ήθελε να συναντήσει την Πελαγία Ιβάνοβνα και να ζητήσει τη συμβουλή της… Η Αναστασία επισκέφθηκε την Πελαγία. Εκείνη της είπε να κλειστεί στο κελί της σαράντα μέρες, να προσευχηθεί και να νηστέψει για τον αδελφό της και κάθε μέρα να λέει εκατόν πενήντα φορές: «Υπεραγία Θεοτόκε, ανάπαυσον τον δούλον σου.» Όταν συμπληρώθηκαν οι σαράντα ημέρες, η Αναστασία είδε ένα όραμα. Βρέθηκε μπροστά σε μία άβυσσο. Στο βάθος της ήταν ένας βράχος από αίμα. Πάνω στο βράχο κείτονταν δύο άνδρες με σιδερένιες αλυσίδες στο λαιμό τους. Ο ένας ήταν ο αδελφός της. Η Αναστασία διηγήθηκε το όραμα στην Πελαγία και κείνη της είπε να συνεχίσει την νηστεία και την προσευχή. Τελείωσαν κι άλλες σαράντα ημέρες με νηστεία και προσευχή κι η Αναστασία είδε το ίδιο όραμα. Η ίδια άβυσσος κι ο βράχος πάνω στον οποίο βρίσκονταν οι δύο άνδρες με αλυσίδες στο λαιμό τους. Αυτή τη φορά όμως ο αδελφός της ήταν όρθιος. Περπατούσε πάνω στο βράχο, έπεφτε και ξανασηκωνόταν. Οι αλυσίδες ήταν ακόμα στο λαιμό του.
Η Πελαγία Ιβάνοβνα, στην οποία κατέφυγε και πάλι η Αναστασία, της είπε να επαναλάβει την ίδια άσκηση για Τρίτη φορά. Όταν τελείωσε και το τρίτο σαρανταήμερο της νηστείας και της προσευχής, η Αναστασία ξαναείδε το ίδιο όραμα. Η ίδια άβυσσος, ο ίδιος βράχος. Τώρα όμως πάνω στο βράχο ήταν μόνο ένας άνδρας, αγνωστός της. Ο αδελφός της είχε απελευθερωθεί από τα δεσμά. Δε φαίνονταν πουθενά. Ο άγνωστος άνδρας ακούστηκε να λέει: «Είσαι τυχερός εσύ. Έχεις πολύ ισχυρούς μεσίτες στη γη.» Η Αναστασία ανέφερε στην Πελαγία Ιβάνοβνα το τρίτο όραμά της και εκείνη της απάντησε: «Ο αδελφός σου λυτρώθηκε από τα βάσανα. Δεν μπήκε όμως στη μακαριότητα του Παραδείσου.» Πολλά παρόμοια περιστατικά αναφέρονται σε βίους Ορθοδόξων Αγίων και ασκητών. Σε περίπτωση που κάποιος έχει την τάση να ερμηνεύει κατά γράμμα τέτοια οράματα, ίσως θα πρέπει να παρατηρήσουμε ότι βεβαίως οι εικόνες με τις οποίες εμφανίζονται τέτοια οράματα, συνήθως σε όνειρα, δεν «φωτογραφίζουν» κατ’ ανάγκη τον τρόπο ύπαρξης της ψυχής μετά τον θάνατο. Πρόκειται περισσότερο για εικόνες οι οποίες μεταβιβάζουν την πνευματική αλήθεια της βελτιώσεως της καταστάσεως της ψυχής στον άλλο κόσμο χάρη στις προσευχές εκείνων που παραμένουν στον κόσμο τούτο.

Ιωαννη Μαξίμοβιτς

Και δώσω τοις δυσί μάρτυσί μου, και προφητεύσουσιν ημέρας χιλίας διακοσίας εξήκοντα, περιβεβλημένοι σάκκους. ούτοι εισιν αι δύο ελαίαι και αι δύο λυχνίαι αι ενώπιον του Κυρίου της γης εστώσαι και ει τις αυτούς θέλει αδικήσαι, πυρ εκπορεύεται εκ του στόματος αυτών και κατεσθίει τους εχθρούς αυτών· και ει τις θέλει αυτούς αδικήσαι, ούτω δει αυτόν αποκτανθήναι. (Αποκ. ια’, 3-5)
Οπως μας έχει υποσχεθεί ο ίδιος ο Κύριός μας, στα πολύ δύσκολα χρόνια του Αντιχρίστου, δεν θα μας αφήσει μόνους, αβοήθητους και απροστάτευτους, χωρίς απλανείς πνευματικούς οδηγούς. Θα μας στείλει τους δύο Μάρτυρες και Προφήτες Του, οι οποίοι δεν έχουν ακόμη γευθεί θάνατο. Τον Προφήτη Ηλία και τον Ευαγγελιστήν Ιωάννην. Κατ’ άλλους τον Ηλία και τον Ενώχ. Και κατ’ άλλους και τους τρεις. Ηλία, Ενώχ και Ιωάννη τον Θεολόγον. «Βλέπε και θαύμαζε την μεγάλη αγάπη και φιλανθρωπία του Κυρίου μας, διότι ακόμη και στα τελευταία χρόνια (παρ ὅλα όσα του έχουμε κάνει) Εκείνος μας λυπάται και μας ελεεί, όλους εμάς τους ανθρώπους, τα παιδιά Του, και δεν μας αφήνει μόνους μας, αλλά μας στέλνει τους δύο Προφήτας Του, προκειμένου να μας διδάξουν και να μας πληροφορήσουν τα σχετικά με τον Αντίχριστον, αλλά και ταυτόχρονα να μας βοηθήσουν, και γλυτώσουν από τις παγίδες και τα τεχνάσματα αυτού, αλλά και για να μας επιστρέψουν εις την αλήθεια, από την μεγάλη πλάνη που θα δημιουργηθεί εξ αιτίας της παρουσίας του Αντιχρίστου».[79] (Αγίου Ιππολύτου)
Ο Προφήτης Ηλίας
Ο ένδοξος και μεγάλος Προφήτης Ηλίας ήταν υιός του Σωβάκ, και καταγόταν από τη φυλή του Ααρών. Γεννήθηκε στην Θέσβη, πόλη της Γαλαάδ η οποία βρισκόταν πέραν του Ιορδάνου. Η δε Θέσβη, από το όνομα της οποίας εκλήθη ο άγιος και Θεσβίτης, ήταν δοσμένη εις τους ιερείς. Όταν δε γεννήθηκε ο Ηλίας, ο πατέρας του ο Σωβάκ είδε μία οπτασία, ότι άνδρες λευκοφόροι τον ονόμαζαν Ηλία (το οποίο σημαίνει θεός η θείος, παραγόμενο από το Ηλί, το οποίο στα εβραϊκά σημαίνει Θεός), ότι τον εσπαργάνωναν με φωτιά, και ότι του έδιναν φωτιά να φάει. Γι αυτό, πηγαίνοντας εις τα Ιεροσόλυμα εφανέρωσε την οπτασία αυτή στους ιερείς, οι οποίοι του είπαν μέσω προφητικής ενοράσεως και αποκαλύψεως τα εξής: «Μη φοβηθείς, ω άνθρωπε, ότι η κατοίκησις του τέκνου θα είναι φως, ο λόγος του απόφασις, η ζωή του κατά Κύριον, και ο ζήλος του θα φανή ευάρεστος εις τον Θεόν, θέλει δε κρίνει τον Ισραήλ δια πυρός και μαχαίρας». Ο Προφήτης Ηλίας έδρασε εννιακόσια περίπου χρόνια πριν την έλευση του Χριστού και προφήτευσε συνολικά εικοσιπέντε χρόνια, από το 921 896 π.Χ. Η μνήμη του εορτάζεται στις 20 Ιουλίου.
Όλοι οι Προφήται της Παλαιάς Διαθήκης ήταν αναμφίβολα χαρισματικά και σημαντικά πρόσωπα, που ο καθένας έπαιξε τον δικό του, σημαντικό και καθοριστικό ρόλο, σε κάθε ταραγμένη και δύσκολη εποχή, σύμφωνα με τη θεία Πρόνοια. Μελετώντας όμως κανείς τον τρόπον σκέψεως, τη συμπεριφορά και γενικώτερα τη ζωή του Προφήτου Ηλιού, δεν μπορεί να μην μείνει έκπληκτος και να μην θαυμάσει το μεγαλείο της ψυχής του, την δύναμη της προσευχής του, την φλόγα της πίστεώς του, τον θείον του ζήλο για τις εντολές του Θεού, τη μεγάλη του αγάπη για τον Θεό αλλά και τους ανθρώπους, το θάρρος και τη μαχητικότητα με την οποία πολέμησε τους αντιπάλους του, την εγκράτεια της σαρκός του, την υπομονή, την καρτερία και την ταπείνωση, που επέδειξε εις τας διαφόρους θλίψεις και ιδιαίτερα όταν εδιώκετο από τους βασιλείς Αχαάβ και Ιεζάβελ, αλλά και την ιερή αγανάκτησι και την δικαία οργή του, όταν έπρεπε, εναντίον των 450 ψευτοϊερέων του Βάαλ αλλά και των 400 ιερέων του Υψίστου, που απεστάτησαν και ακολουθούσαν τον ψεύτικο θεό Βάαλ. Ίσως, για όλους αυτούς τους ανωτέρω λόγους, και για πολλούς άλλους ακόμη, ο Θεός να διάλεξε τον Προφήτη Ηλία, για να γίνει ο Δεύτερός Του Πρόδρομος (ο πρώτος ήταν ο Ιωάννης ο Πρόδρομος) στην Δεύτερη Παρουσία Του, όπως αναφέρει και το τροπάριό του: «Ο ένσαρκος Άγγελος των Προφητών η κρηπίς, ο δεύτερος Πρόδρομος της Παρουσίας Χριστού, Ηλίας ο ένδοξος. Άνωθεν καταπέμψας Ελισσαίω την χάριν, νόσους αποδιώκει και λεπρούς καθαρίζει, διο και τοις τιμώσιν αυτώ βρύει ιάματα». (Απολυτίκιον Προφήτου Ηλιού) Ο Μεγάλος λοιπόν και σπουδαίος αυτός Προφήτης της Παλαιάς Διαθήκης ο «Ζηλωτής Ηλίας», δεν έχει ακόμη γευθεί θάνατο, για όλα όσα αναφέραμε ανωτέρω. Ο Θεός τον έχει κρατήσει ζωντανό, (δεν γνωρίζουμε που· το πιο πιθανό είναι εδώ στη γη και όχι στον ουρανό), εδώ και 2900 περίπου χρόνια, προκειμένου να έρθει, το πιθανότερο, λίγο πριν και κατά τη διάρκεια της εμφανίσεως του Αντιχρίστου, για να στηρίξει επί 1260 ημέρες (τρισήμισυ χρόνια) τους πιστούς που θα ζούνε την εποχή εκείνη, αλλά και να ελέγξει τον Αντίχριστο και τα όργανά του.
Λέγει σχετικά ο Συναξαριστής: «Ο Προφήτης ούτος εφάνη μεν ότι ανελήφθη ως εις τον ουρανόν, καθώς το ηκούσατε, αλλά εις τον ουρανόν δεν ανέβη· δια τούτο λέγει και η Παλαιά Γραφή, ότι ανέβη ως εις τον ουρανόν, επειδή δεν είναι δυνατόν σώμα φθαρτόν να αναβή εις τον ουρανόν. Ουδέ άλλος τις ανέβη ποτέ εις τους ουρανούς μετά του σώματος, μόνον ο Χριστός, καθώς το λέγει και ο Ευαγγελιστής Ιωάννης εις το τρίτον αυτού Κεφάλαιον· “Ουδείς αναβέβηκεν εις τον ουρανόν ειμή ο εκ του ουρανού καταβάς, ο υιός του ανθρώπου, ο ων εν τω ουρανώ”. Ο δε Απόστολος Παύλος, εν τη προς Εφεσίους Επιστολή, εις το τέταρτον Κεφάλαιον, τούτο αποδεικνύει λέγων· “Ο καταβάς, αυτός εστι (τουτέστι ο Χριστός) και ο αναβάς υπεράνω πάντων των ουρανών, ίνα πληρώση τα πάντα”. Αλλ ὁ Θεός, θέλων να φυλάξη τον Προφήτην Ηλίαν, δια να έλθη εις το τέλος του κόσμου να ελέγξη τον Αντίχριστον, δια τούτο άφησε μεν να φανή ότι ανελήφθη ως εις τον ουρανόν, πλην εδώ κάτω εις την γην ευρίσκεται ζων μετά του φθαρτού σώματος, αν και ημείς δεν τον βλέπομεν με τους αισθητούς οφθαλμούς ως ανάξιοι όντες της τοιαύτης θεωρίας. Εις ποίον δε τόπον ευρίσκεται ουδείς Άγιος, ούτε διδάσκαλος της Εκκλησίας μας το έγραψε, και δια τούτο μήτε ημείς δεν δυνάμεθα να αποφασίσωμεν περί του τόπου, τόσον δε μόνον γνωρίζομεν, ότι ο Θεός, όστις τον έτρεφε και άλλοτε δια κόρακος, αυτός δύναται και τώρα δι Αγγέλου να τον τρέφη μέχρι της συντελείας του κόσμου»[80] Φαίνεται απίστευτο, βέβαια, στους πολλούς αλλά είναι αληθινό.
Στην Παλαιά Διαθήκη, Βασιλειών Γ , διαβάζουμε ότι ένα πύρινο άρμα παρέλαβε ζωντανό τον Προφήτη Ηλία και τον μετέφερε «ως» εις τον ουρανόν. Εκεί τον έχει κρυμμένο ο Θεός μέχρι να έλθη η ώρα, λίγο πριν την Δευτέρα Παρουσία Του, για να τον ξαναστείλει μαζί με τον Ιωάννη τον Θεολόγον. Ιδού πως περιγράφει η Παλαιά Διαθήκη το συγκεκριμένο γεγονός· «και εγένετο αυτών πορευομένων, επορεύοντο και ελάλουν· και ιδού άρμα πυρός και ίπποι πυρός και διέστειλαν ανά μέσον αμφοτέρων, και ανελήφθη Ηλιού εν συσσεισμώ ως εις τον ουρανόν» (Δ’ Βασ. β’, 11). Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης Ο Ιωάννης ο Θεολόγος είχε αδελφό τον Ιάκωβον (όχι τον αδελφόθεον) και ήταν παιδιά του Ζεβεδαίου και της Σαλώμης. Η Σαλώμη ήταν ένα από τα επτά παιδιά (τέσσερις υιοί και τρεις θυγατέρες) του Μνήστωρος Ιωσήφ. Από αυτό λοιπόν συνάγεται ότι ο Χριστός ήταν θείος του Ιωάννου, ως αδελφός λογιζόμενος της Σαλώμης, της θυγατέρας του Ιωσήφ, του νομιζομένου ως πατέρα του Κυρίου μας.
Ήταν ο μόνος από τους μαθητές του Χριστού, που Τον αγάπησε με όλη τη δύναμη της ψυχής του, της καρδίας του, της διανοίας του, σύμφωνα με τον λόγον του Κυρίου μας «αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης της καρδίας σου και εξ όλης της ψυχής σου και εξ όλης της διανοίας σου και εξ όλης της ισχύος σου» (Μαρκ. ιβ’, 30). Δεν έλειψε στιγμή από κοντά Του και δεν Τον εγκατέλειψε ποτέ, ούτε όταν Τον συνέλαβαν, Τον δίκαζαν και Τον σταύρωναν, τη στιγμή μάλιστα που όλοι οι άλλοι μαθητές είχαν εξαφανισθεί και κρυφθεί δια τον «φόβο των Ιουδαίων». Γι αὐτό και υπήρξε ο ηγαπημένος μαθητής του Κυρίου μας. Γι αὐτό και σ αὐτόν μόνο εμπιστεύθηκε ποιός ήταν αυτός που θα τον πρόδιδε. Γι αὐτό και τον πήρε μαζί με άλλους δύο, τον Πέτρο και τον Ιάκωβο, εις το Όρος Θαβώρ και μετεμορφώθη έμπροσθεν αυτών, αποκαλύπτοντάς τους μέρος της θεϊκής Του δόξας. Γι αὐτό και τον είχε πάντα κοντά Του. Γι αὐτό και του εμπιστεύθηκε όταν ήταν επάνω στο Σταυρό, λίγο πριν το «τετέλεσται», την Παναγία Μητέρα Του. Γι αὐτό και του απεκάλυψε εν τέλει, όλα εκείνα τα φοβερά και καταπληκτικά, μελλοντικά γεγονότα γύρω από τα έσχατα χρόνια, αλλά και όλα τα γεγονότα που σημειώθηκαν και θα σημειωθούν, από την στιγμή της Δημιουργίας του Κόσμου έως και της Δευτέρας Παρουσίας του Θεού και ακόμη πέραν αυτής. Γι αὐτό, ίσως, και δεν τον άφησε να γευθεί θάνατο, μέχρι σήμερα. Ο Άγιος Ιωάννης δεν έχει γευθεί θάνατο Σύμφωνα με την Αγία Γραφή και πολλούς Αγίους Πατέρες μας, ο Ευαγγελιστής Ιωάννης δεν έχει γευθεί θάνατο, γι αὐτό και η Εκκλησία μας, δεν εορτάζει κοίμηση του Αγίου Ιωάννη αλλά Μετάσταση. Στο βίο του Αγίου Ιωάννου, διαβάζουμε σχετικά με την Μετάστασή του: «Αφού επεστρέψαμεν εις την Έφεσον από την εξορίαν, διεμείναμεν εις αυτήν έτη είκοσιν εξ· εμείναμεν δε και εις την νήσον Πάτμον έτη δέκα πέντε· και προ της εξορίας ημών διετρίψαμεν εξ Ιεροσολύμων ετών πεντήκοντα. Και αφού συνεπληρώθησαν είκοσιν εξ έτη από της επιστροφής ημών εκ της εξορίας εις την Έφεσον, μίαν ημέραν παραλαβών ο Ιωάννης εμέ και ετέρους εξ μαθητάς αυτού, είπε· “Λάβετε σκαπτήρια εις τας χείράς σας και ακολουθήσατέ με”· ελάβομεν δε δύο σκαπτήρια και ακολουθήσαντες αυτόν εξήλθομεν της πόλεως· φθάσαντες δε εις ένα τόπον, είπε προς ημάς ο Ιωάννης· “Καθήσατε ενταύθα”· και εκαθήσαμεν, αυτός δε επροχώρησεν ολίγον δια να έχη ησυχίαν, και εκεί προσηύχετο· ήτο δε ώρα του όρθρου, νυξ δηλαδή αρκετή προ της ανατολής του ηλίου.
 Και μετά την ευχήν ελθών προς ημάς λέγει· Σκάψατε εις την γην εις μέτρον του αναστήματός μου σταυροειδώς. Αφού λοιπόν ημείς εσκάψαμεν, προσηύξατο ο Ιωάννης· και μετά την ευχήν εισήλθεν εις τον τάφον τον οποίον εσκάψαμεν, και εκείθεν είπε προς με· “Τέκνον Πρόχορε, να υπάγης εις τα Ιεροσόλυμα· διότι εκεί πρέπει να τελειώσης τον βίον”· διδάξας δε ημάς και ασπασάμενος, είπε· “Σύρατε το χώμα της μητρός μου γης και σκεπάσατέ με”· ημείς δε ασπασάμενοι αυτόν, και σύραντες χώμα εσκεπάσαμεν μέχρι των γονάτων. Πάλιν εκείνος ασπασάμενος ημάς, είπε· “Σύραντες χώμα σκεπάσατέ με έως του τραχήλου”· και ασπασάμενοι αυτόν εποιήσαμεν ούτω· είτα δε πάλιν είπε προς ημάς· “Φέρετε λεπτόν πανίον και σκεπάσατε δι αὐτοῦ το πρόσωπόν μου, και ασπάσασθέ με δια τελευταίαν φοράν· διότι δεν θα με ίδητε πλέον εις την ζωήν ταύτην”. Και ποιήσαντες ούτως, ησπασάμεθα αυτόν πάλιν κλαίοντες· αυτός δε δους εις ημάς την ειρήνην απέλυσεν ημάς. Και ούτω κλαίοντες πικρώς εσκεπάσαμεν όλον το σώμά του. Τότε και ο ήλιος ανέτειλε, και αυτός παρέδωκε το πνεύμά του. Επιστρέψαντες ημείς εις την πόλιν ηρωτήθημεν παρά των αδελφών· “Που ευρίσκεται ο Διδάσκαλος ημών;” ημείς δε διηγήθημεν προς αυτούς λεπτομερώς πάντα τα γεγονότα· και εκείνοι παρεκάλεσαν ημάς ίνα δείξωμεν εις αυτούς τον τόπον. Απελθόντες όθεν μετά των αδελφών εις τον τόπον εκείνον, τον μεν Ιωάννην δεν εύρομεν, εύρομεν δε μόνον τα υποδήματα αυτού. Και τότε ενεθυμήθημεν τον λόγον του Κυρίου, τον οποίον είπε προς τον Πέτρον περί του Αποστόλου τούτου, ότι “Εάν αυτόν θέλω μένειν έως έρχομαι, τι προς σε;” και εδοξάσαμεν δια ταύτα πάντα τον Πατέρα και τον Υιόν και το Άγιον Πνεύμα τον ένα Θεόν· ω πρέπει δόξα, τιμή και προσκύνησις εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν».[81] Διαβάζουμε ακόμη στην Καινή Διαθήκη ότι, όταν ο Απόστολος Πέτρος ρώτησε τον Χριστό μας περί του Ιωάννη «ούτος δε τι; δηλαδή, αυτός τι θα απογίνει; καλά, εμένα μου είπες τι θα γίνω, αλλά ο Ιωάννης; Ο Κύριός μας απήντησε: «εάν αυτόν θέλω μένειν έως έρχομαι, τι προς σε;» (Ιω. κα’, 22) δηλαδή· «εάν εγώ θέλω να τον κρατήσω ζωντανό μέχρι που θα ξαναέλθω, στην Δεύτερη Παρουσία μου, εσένα τι σε νοιάζει; τι σε ενδιαφέρει; αυτό είναι θέμα δικό μου».
Γι αὐτό και οι Απόστολοι, άρχισαν να πιστεύουν και να το συζητούν μεταξύ τους, ότι ο Ιωάννης δεν πρόκειται να αποθάνει· «εξήλθεν ουν ο λόγος ούτος εις τους αδελφούς ότι ο μαθητής εκείνος ουκ αποθνήσκει» (Ιω. κα’, 23). Όμως, ο ίδιος ο Ευαγγελιστής Ιωάννης, μας διευκρινίζει τα λόγια του Κυρίου μας, λέγοντας ότι ο Χριστός δεν είπε ότι δε θα αποθάνει, αλλά εάν θέλει να τον κρατήσει ζωντανό μέχρι να ξαναέλθει. Πότε όμως θα έλθει ξανά ο Κύριός μας; Φυσικά στη Δευτέρα παρουσία Του. Δεν έχουμε άλλους ερχομούς η παρουσίες του Χριστού μας. Μόνο δύο. Την πρώτη, όταν έγινε άνθρωπος και εσταυρώθη για τη σωτηρία του κόσμου, και την Δεύτερη, όταν θα έλθει στο τέλος του κόσμου για να κρίνει ζώντες και νεκρούς. Άρα, αφού ο ίδιος ο Ιωάννης βεβαιώνει ότι σίγουρα θα πεθάνει, όπως όλοι οι άνθρωποι της γης, δύο εκδοχές υπάρχουν· Ή πέθανε τότε, κανονικά, όταν ζούσε στην εποχή του Χριστού, ή θα πεθάνει στο τέλος του κόσμου. Εάν όμως πάρουμε την πρώτη εκδοχή, ότι δηλαδή πέθανε τότε, τότε προς τι ο λόγος του Κυρίου μας «εάν αυτόν θέλω μένειν έως έρχομαι, τι προς σε;» (Ιω. κα’, 22). Πως θα ερμηνεύσουμε το· «μένειν έως έρχομαι;» Το «έως έρχομαι» σημαίνει την Δευτέρα Παρουσία Του, άρα θα τον κρατάει πεθαμένο μέχρι να ξανάρθει; Δεν ευσταθεί. Εάν υποθέσουμε πάλι ότι πέθανε και στη συνέχεια τον ανέστησε, όπως και την Παναγία μας, και τον έχει κοντά Του, τότε και πάλι το «μένειν έως έρχομαι» πως θα το εξηγήσουμε; Αφού είναι ήδη κοντά Του ανεστημένος και θα είναι πάντοτε πλέον, εις τους αιώνας των αιώνων, πως θα τον κρατήσει μέχρι να ξανάρθει;
Μόνο λοιπόν αυτή η εξήγηση, κατά την ταπεινή μας άποψη, ταιριάζει απόλυτα. Ότι θα μείνει ζωντανός, μέχρι την Δευτέρα Παρουσία Του, και έπειτα θα αποθάνει και μάλιστα με μαρτυρικόν θάνατον, «και ουκ είπεν αυτώ ο Ιησούς ότι ουκ αποθνήσκει, αλλ ἐάν αυτόν θέλω μένειν έως έρχομαι, τι προς σε;» (Ιω. κα’, 23). Τον κράτησε λοιπόν στη ζωή ο Θεός, προφανώς λόγω της μεγάλης αγάπης που είχε στον Θεό και τους ανθρώπους· για να ξαναέλθει και να κηρύξει, στηρίξει και βοηθήσει τους πιστούς της εποχής μας· οι οποίοι θα παραπαίουν από τα πάθη και τις αμαρτίες, αλλά και από τα τεχνάσματα και τις πανουργίες του διαβόλου και του Αντιχρίστου, και στη συνέχεια να αποθάνη, όπως κάθε άνθρωπος επί της γης. Μην ξεχνάμε, ότι είναι και ο κατ εξοχήν μαθητής της Αγάπης. Τα λιγοστά λόγια, που έλεγε τα τελευταία χρόνια στους μαθητάς του ήταν: «Τεκνία, αγαπάτε αλλήλους»· «Παιδιά μου, να αγαπάτε ειλικρινά ο ένας τον άλλον». Ίσως ακόμη, και την ώρα που διετάχθη να καταπιεί το βιβλίο της Αποκαλύψεως, ενώ στην αρχή ένοιωσε μια γλυκιά γεύση στο στόμα του, προφανώς από την αίσθηση της αποκαλύψεως των θαυμασίων και των μυστηρίων του Θεού, στη συνέχεια, όταν το βιβλίο κατέβηκε στην κοιλίαν του, όταν το «χώνεψε» δηλαδή, όταν άρχισε και το επεξεργαζόταν και συνειδητοποιούσε όλα εκείνα τα οποία επρόκειτο να περάσουν οι άνθρωποι της έσχατης γενιάς, ένιωσε μια πίκρα, μια στεναχώρια μέσα του· «και έλαβον το βιβλίο εκ της χειρός του αγγέλου και κατέφαγον αυτό, και ην εν τω στόματί μου ως μέλι γλυκύ· και ότε έφαγον αυτό, επικράνθη η κοιλία μου» (Αποκ. ι’, 10) και ίσως, λέγω ίσως, εκείνη την ώρα να ζήτησε και να παρακάλεσε από τον Θεό, να τον αφήσει να ζήσει μέχρι την εποχή εκείνη, δηλαδή τη δικιά μας, για να μπορέσει να βοηθήσει και να εμψυχώσει τους πιστούς.
Ή ακόμη, μπορεί, ανακαλύπτοντας ότι ο Θεός τον είχε διαλέξει να ξαναέλθει στα έσχατα, προς στιγμήν ένιωσε θλίψη, στεναχώρια και πίκρα που θα έμενε ακόμη τόσα πολλά χρόνια κάτω στη γη, μακριά από τον Κύριο και Θεό Του που τόσο πολύ αγάπησε και πίστεψε, όπως και ο Απόστολος Παύλος, αλλά και πολλοί άλλοι άγιοι, που παρακαλούσαν να φύγουν γρήγορα από αυτή τη ζωή για να πάνε κοντά στο Θεό. Αλλά και όταν κάποτε τα δύο αδέλφια, Ιάκωβος και Ιωάννης, μη έχοντας ακόμη συνειδητοποιήσει κάποια πράγματα (διότι δεν είχε έλθει ακόμη η Πεντηκοστή και δεν είχαν λάβει το Πνεύμα το Άγιον, όπου τους μεταμόρφωσε και τους έκανε άλλους ανθρώπους, Χριστοφόρους, Θεοφόρους, Πνευματοφόρους), ζήτησαν από τον Κύριο, όταν θα έλθει στη γήϊνη Βασιλεία Του, να βάλει τον ένα εκ δεξιών και τον άλλον εξ ευωνύμων, ο Χριστός τους απήντησε· «Δεν γνωρίζετε τι ζητάτε, διότι η Βασιλεία η δική μου, δεν είναι εδώ στη γη. Μπορείτε να πιείτε το ποτήριον με τις θλίψεις, τις δοκιμασίες και τους διωγμούς που ήπια εγώ και να βαπτισθείτε με το βάπτισμα (τον θάνατον) τον δικό μου;» Και εκείνοι απήντησαν· «Μπορούμε Κύριε». Και ο Χριστός τους απαντά, ότι πράγματι έτσι θα γίνει. Δηλαδή θα περάσουν όλα αυτά που πέρασε εκείνος και στο τέλος θα μαρτυρήσουν για την πίστη τους (Μαρκ. ι’, 35-39). Ο Ιάκωβος πράγματι εμαρτύρησε, όπως γνωρίζουμε από τη βιογραφία του· «...Τόσον δε πολύ ηγάπησεν αυτούς ο Δεσπότης Χριστός (τον Ιάκωβον και τον Ιωάννην δηλαδή), ώστε εις μεν τον ένα αδελφόν, τον Ιωάννην, προσέφερε το στήθος του, ίνα ανακλιθή επ αὐτοῦ, εις δε τον άλλον αδελφόν, τούτον δηλαδή τον θείον Ιάκωβον, έδωκε την τιμήν να πίη το ποτήριον του θανάτου, το οποίον Αυτός ο ίδιος ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός έπιεν...
Τα περί του μακαρίου τούτου Ιακώβου, πληροφορούμενος ο Ηρώδης ο Αγρίππας, ο του Αριστοβούλου υιός, του οποίου θείος ήτο ο Ηρώδης ο θανατώσας τον Πρόδρομον και μη υποφέρων να βλέπη αυτόν μετά τόσης παρρησίας διδάσκοντα το Ευαγγέλιον μετά το Πάθος και το σωτήριον κήρυγμα του Χριστού, εθανάτωσεν αυτόν δια μαχαίρας εν έτει από Χριστού μδ’ (44ω). Ούτω μετά τον Πρωτομάρτυρα Στέφανον δεύτερον Μάρτυρα έστειλε τούτον προς τον Χριστόν, ως γράφεται εις το βιβλίον των Πράξεων (ιβ’, 1-2): «Κατ ἐκεῖνον δε τον καιρόν επέβαλεν Ηρώδης ο βασιλεύς τας χείρας κακώσαί τινας των από της εκκλησίας. ανείλε δε Ιάκωβον τον αδελφόν Ιωάννου μαχαίρα».82\ Ο Ιάκωβος λοιπόν, ο αδελφός του Ευαγγελιστού Ιωάννου εμαρτύρησε, σύμφωνα με τα λόγια του Κυρίου μας. Ο Ιωάννης; δεν πρέπει και αυτός όχι μόνον να πεθάνει ως άνθρωπος, αλλά και να ΜΑΡΤΥΡΗΣΕΙ όπως προεφήτευσε ο Χριστός μας; Φυσικά και έτσι θα γίνει·
Είναι αδύνατον να διαψευστεί ο Θεάνθρωπος Ιησούς· «ο ουρανός και η γη παρελεύσονται, οι δε λόγοι μου ου μη παρέλθωσι» (Ματθ. κδ’, 35). Πρέπει λοιπόν λογικά, να «ξαναέλθει» για να πεθάνει και μάλιστα με μαρτυρικό θάνατο. Αλλά και εις την Αποκάλυψιν διαβάζουμε: «δει σε πάλιν προφητεύσαι επί λαοίς και έθνεσι και γλώσσαις και βασιλεύσι πολλοίς» (Αποκ. ι’, 11). Του λέει ο Άγγελος να καταπιεί το βιβλίο της Αποκαλύψεως, προφανώς για να το χωνέψει και κατανοήσει απόλυτα επειδή του έχει ορίσει πάλι ο Θεός να ξαναπροφητεύσει στα έσχατα χρόνια, σε πολλούς βασιλείς, λαούς, φυλές, γλώσσες και έθνη σε όλο τον κόσμο. Άλλωστε, ποιός θα ήτο καταλληλότερος του Ιωάννου, για να ερμηνεύσει και εξηγήσει όλα εκείνα τα διαδραματισθέντα εις την «Αποκάλυψη», τα οποία του απεκάλυψε ο ίδιος ο Θεός και έχουν σχέση με τον Αντίχριστο, το σφράγισμα, τα σχέδιά του και την Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου μας; Η γνώμη βέβαια αυτή, δεν είναι μόνον ιδική μας, ούτε και τα επινοούμε εμείς όλα αυτά. «Ταύτα δε διδάσκομεν, ουχ ευρεσιλογούντες, αλλ ἐκ των θείων εκκλησιαζομένων Γραφών...»[83] (Αγίου Κυρίλλου).
Πολλοί Πατέρες έχουν καταγράψει τα ανωτέρω πολύ όμορφα, γλαφυρά και ξεκάθαρα. Ας δούμε μερικούς. Μαρτυρίες Αγίων Πατέρων σχετικές με το ότι ο Ευαγγελιστής Ιωάννης δεν έχει κοιμηθεί 1. Ανθίμου Πατριάρχου Ιεροσολύμων «Το δε ειπείν τον άγγελον προς αυτόν, δει σε πάλιν προφητεύσαι επί λαοίς και έθνεσι και λοιπά, βεβαιοί το παρ ἡμῖν τοις Γραικοίς δόγμα περί τούτου του αγίου και ενδόξου Ευγγελιστού Ιωάννου, ότι ουκ απέθανε θάνατον κατά διάζευξιν ψυχής εκ του σώματος, αλλά μετέστη εν χώρω, ον είδε μόνος ο Κύριος, και ζη ως και ο Ηλίας, ίνα πάλιν έλθη επί του αντιχρίστου μετά του Ηλιού και Ενώχ, και διδάξη τους ανθρώπους α εκελεύσθη σφραγίσαι μέχρι του τηνικαύτα καιρού· τω γαρ γένει των ανθρώπων τρεις νόμους δέδωκεν ο Θεός, τον φυσικόν λέγω, ον ενομοθέτησεν ο Θεός τω Αδάμ εν τω παραδείσω, και αυτοδίδακτον τη ημών εκάστου ενεκόλαψε φύσει, και τον γραπτόν, ον δια του Μωϋσέως δέδωκε τοις Ισραηλίταις εν τω Σινά, και τον ευγγελικόν, ον δια των αγίων Αποστόλων παρέδωκεν ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός εν Ιερουσαλήμ. Δει ουν εν εσχάτοις καιροίς παραγενέσθαι και μάρτυρας τούτων· όθεν του μεν φυσικού, ελεύσεται ο Ενώχ, του δε Μωσαϊκού, ο Ηλίας, του δε ευαγγελικού, ο παρών Ευαγγελιστής, όστις και συναποκτανθήσεται τω Ενώχ και τω Ηλία επί αντιχρίστου· είρηται γαρ αυτώ και τω ομαίμονι αυτού Ιακώβω παρά του Κυρίου· “Το ποτήριον ο εγώ πίνω πίεσθε, και το βάπτισμα, ο εγώ βαπτίζομαι, βαπτισθήσεσθε” (Μαρκ. ι’, 39)· δηλούντος τον δια μαρτυρίου θάνατον· και ο μεν Ιάκωβος υπό Ηρώδου ανηρέθη, και έπιε το ποτήριον του Χριστού, και εβαπτίσθη κατά τον θάνατον αυτού· ο δε Ιωάννης ούπω του τοιούτου τετύχηκε τέλος.
 Εικότως ουν λέγομεν, ότι αποκτανθήσεται επί αντιχρίστου, και αμφοτέροις πληρωθήσεται το του Κυρίου λόγιον».[84] 2. Αγίου Θεοφυλάκτου Βουλγαρίας «Έστοντας να ακούση ο Πέτρος, λέγουσιν, ότι μέλλει να αποθάνη δια τον Χριστόν, είπεν, αλλά ο Ιωάννης τι; δεν θέλει αποθάνει και αυτός; ο δε Χριστός δεν το απηγόρευσε τούτο, δηλαδή δεν το εβεβαίωσε να ειπή, ότι δεν αποθαίνει· διότι κάθε άνθρωπος που θα γεννηθή, είναι βέβαιο ότι και θα αποθάνη. Είπε δε το, εάν θέλω αυτόν μένειν, δηλαδή να ζη, έως της συντελείας του κόσμου, και τότε να μαρτυρήση δι ἐμέ. Δια τούτο και λέγουσιν, ότι ζη αυτός, πρόκειται δε να φονευθή υπό του Αντιχρίστου μαζί με τον Ηλίαν, κηρύττοντες τον Χριστόν. Εάν δε και το μνήμα αυτού φαίνεται, τι προς αυτό; διότι ζωντανός μεν εισήλθεν εις αυτό, και έπειτα μετεστάθη. Καθώς και ο Ενώχ και ο Ηλίας. Ανατρέπει λοιπόν ο Ευαγγελιστής την ψευδή δόξαν, δηλαδή εμποδίζει τον ψεύτικον λογισμόν εκείνων οπού νομίζουν, ότι δεν αποθαίνει ο μαθητής αυτός, αλλά θέλει είναι αθάνατος· διότι κατά αλήθειαν ψευδές είναι, το να είναι άνθρωπος αθάνατος. Διότι αν και ο Ενώχ, και ο Ηλίας δεν απέθαναν, αλλ ὅμως πρόκειται στο μέλλον να αποθάνουν· έτσι λοιπόν και αυτός, εάν και δεν απέθανεν, αλλά θέλει αποθάνει. Το δε λεγόμενον και λογιζόμενον ότι δεν θα αποθάνει ποτέ, δηλαδή, το ότι θα είναι αθάνατος, είναι ψεύδος...»[85] 3. Αγίου Ιππολύτου «Η μεν πρώτη Παρουσία του Κυρίου μας είχε Πρόδρομον τον Βαπτιστή Ιωάννη, η δε Δευτέρα Παρουσία, εις την οποία πρόκειται να έλθει με μεγάλη δόξα, θα έχει Προδρόμους τον Ενώχ, τον Ηλίαν και Ιωάννην τον Θεολόγον». [86] 4. Αγίου Θεοδώρου του Στουδίτου «Επειδή θα είναι ολίγοι αυτοί που θα μπορέσουν να αντέξουν και να γλυτώσουν από τις παγίδες του Αντιχρίστου, ο Θεός θα στείλει τον Ηλία και τον Ενώχ, ίσως και τον Ευαγγελιστή Ιωάννη, δεν το γνωρίζουμε αυτό, προκειμένου να βοηθήσουν την αδύνατη και ασθενή ανθρώπινη φύση μας, ως πρωτοστάτες και αθλοφόροι στον αγώνα και ομολογία τους υπέρ της νίκης του Χριστού και κατά του Αντιχρίστου».[87] 5. Αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού «...Το συγκεκριμένο «εάν αυτός θέλω να μείνει μέχρι να ξανάρθω, εσένα τι σε νοιάζει;» έχει λεχθεί για τον Ιωάννη τον Θεολόγον, ο οποίος δεν έχει γευθεί θάνατον και διαμένει ζωντανός μέχρι την Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου μας.
 Αυτή είναι η σωστή ερμηνεία που έχουν δώσει πολλοί από τους σοφούς αγίους μας στο ανωτέρω χωρίον».[88] 6. Μεγάλου Φωτίου «...Μάρτυρες αδιάψευστοι ότι οι άνθρωποι, εάν δεν αμάρτανε ο Αδάμ, δεν θα πέθαιναν και θα είχαν τα σώματά τους αιώνια, είναι οι τρεις άνθρωποι Ενώχ, Ηλίας και Ιωάννης ο Θεολόγος, που ο Θεός κράτησε ζωντανούς. Έναν από κάθε εποχή. Ο Ενώχ, ως ζήσας προ του Νόμου· ο Ηλίας μετά τον Νόμον· και ο Ιωάννης μετά την Χάριν. Απόδειξη δε ότι είναι ζωντανός και ο Ευαγγελιστής Ιωάννης είναι ο λόγος του Κυρίου μας στο Ευαγγέλιο που λέγει “Εάν αυτόν θέλω μένειν έως έρχομαι, τι προς σε;”. Όχι ότι δεν θα αποθάνει όπως όλοι οι υπόλοιποι άνθρωποι, αλλά ότι ο Θεός τον έχει φυλάξει ζωντανό για να ξαναέλθει ως Πρόδρομος στην Δευτέρα Παρουσία Του μαζί με τον Ηλία και τον Ενώχ...».[89] Έτσι λοιπόν καταλήγοντας, ταπεινή μας γνώμη είναι, ότι ο δεύτερος Μάρτυρας και Προφήτης δεν θα είναι ο Ενώχ, αλλά ο Ιωάννης ο Θεολόγος. Εάν βέβαια μιλάμε για δύο Μάρτυρας και Προφήτας, όπως λέγει η ιερή Αποκάλυψις. «Και δώσω τοις δυσί μάρτυσί μου, και προφητεύσουσιν ημέρας χιλίας διακοσίας εξήκοντα, περιβεβλημένοι σάκκους. ούτοι εισιν αι δύο ελαίαι και αι δύο λυχνίαι αι ενώπιον του Κυρίου της γης εστώσαι» (Αποκ. ια’, 3-5). Εάν είναι τρεις οι Μάρτυρες και Προφήτες, τότε θα είναι και ο Ενώχ. Η Αποκάλυψις όμως, είναι σαφής.
 Μιλάει για δύο ΜΑΡΤΥΡΑΣ και ΠΡΟΦΗΤΑΣ και όχι για τρεις· «και δώσω τοις δυσί μάρτυσί μου...» (Αποκ. ια’, 3). Βέβαια, και ο Ενώχ δεν πρέπει να έχει γευθεί θάνατον σύμφωνα με τη Γραφή και τους Πατέρες, αλλά «μετέστη» επειδή ήτο δίκαιος και ενάρετος και πιστός στον Θεόν· «και ευηρέστησεν Ενώχ τω Θεώ και ουχ ευρίσκετο, ότι μετέθηκεν αυτόν ο Θεός» (Γεν. ε’, 24). Όμως δεν υπάρχει κάτι άλλο στη Γραφή και στους Πατέρες, που να μαρτυρεί τον ερχομόν του. Καμμία, μα καμμία, αγιογραφική μαρτυρία, εκτός επαναλαμβάνω από τη συγκεκριμένη αυτή αναφορά της Αγίας Γραφής. Αυτή όμως, και μόνον αυτή. Για το συγκεκριμένο αυτό θέμα γράφει και ο Μακαριώτατος Αρχιεπίσκοπος κ. Χριστόδουλος, τα εξής: «Περί μεν του Ηλία συμφωνούν οι ερμηνευτές ότι πρόκειται ακριβώς περί αυτού και όχι περί του Ενώχ (υπάρχει και μία τέτοια άποψη αφού ο Ηλίας και ο Ενώχ είναι δύο μοναδικοί άνθρωποι στην ιστορία του κόσμου οι οποίοι δεν γνώρισαν θάνατο). Το γεγονός λοιπόν αυτό, οδηγεί στην επιλογή του Ενώχ ως του δευτέρου μάρτυρος, στη θέση δηλαδή του Μωϋσέως, χωρίς όμως να υπάρχει καμμιά άλλη σαφής μαρτυρία στην Αγία Γραφή».[90] Αναφορές για τον Προφήτη Ηλία Για τον Προφήτη Ηλία υπάρχουν πολλές αναφορές και μάλιστα ονομαστικές. Όπως· Στον Προφήτη Μαλαχία: «και ιδού εγώ αποστελώ υμίν Ηλίαν τον Θεσβίτην, πριν η ελθείν την ημέραν Κυρίου την μεγάλην και επιφανή», (Μαλαχία δ’, 4). Στον Ευαγγελιστή Μάρκο: «Ηλίας μεν ελθών πρώτον αποκαθιστά πάντα» (Μαρκ. θ’, 12). Στον Ευαγγελιστή Λουκά: «εν πνεύματι και δυνάμει Ηλίου» (Λουκ. α’, 17). Στον Ευαγγελιστή Ματθαίον: «ηρώτα τους μαθητάς αυτού (ο Ιησούς) λέγων· τίνα με λέγουσιν οι άνθρωποι είναι τον υιόν του ανθρώπου; οι δε είπον· οι μεν Ιωάννην τον βαπτιστήν, άλλοι δε Ηλίαν, έτεροι δε Ιερεμίαν η ένα των προφητών» (Ματθ. ιστ’, 13-14).
Που από εδώ βγαίνει, ότι οι τότε Ιουδαίοι περίμεναν τον Ηλία να έλθει, ως Πρόδρομο του Μεσσία τους. Στον άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομον, ο οποίος ερμηνεύοντας διάφορα χωρία της Γραφής, λέγει τα εξής: «Και ο Ηλίας θα έρθει τότε για ν ἀσφαλίσει τους πιστούς (Μαλαχ. δ’, 5). Και αυτό το λέγει ο Χριστός· “έρχεται ο Ηλίας και θ ἀποκαταστήσει τα πάντα” (Μαρκ. θ’, 12). Γι αὐτό έχει λεχθεί για τον Ιωάννη το “με δύναμη και πνεύμα του Ηλία” (Λουκ. α , 17). Γιατί ο Ιωάννης δεν έκαμε σημείο, όπως ο Ηλίας, ούτε θαύματα· γιατί λέγει “ο Ιωάννης δεν έκαμε κανένα σημείο, όλα όμως όσα είπε ο Ιωάννης γι αὐτόν, ήταν αληθινά” (Ιω. ι , 41). Πως λοιπόν “με δύναμη και πνεύμα του Ηλία;” Δηλαδή θ ἀναλάβει την ίδια διακονία. Όπως ακριβώς εκείνος υπήρξε πρόδρομος της πρώτης παρουσίας, έτσι και αυτός θα είναι πρόδρομος της δεύτερης και ένδοξης παρουσίας αυτού, και γι αὐτό το σκοπό φυλάσσεται. Ας μη φοβηθούμε λοιπόν...»[91] (Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου) Αναφορές για τον Ιωάννη τον Θεολόγο Για τον Ευαγγελιστή Ιωάννη επίσης, υπάρχουν πολλές αναφορές. Στην Αποκάλυψη: «δει σε πάλιν προφητεύσαι επί λαοίς και έθνεσι και γλώσσαις και βασιλεύσι πολλοίς» (Αποκ. ι’, 11). Στο Ευαγγέλιο του: «εάν αυτόν θέλω μένειν έως έρχομαι, τι προς σε; εξήλθεν ουν ο λόγος ούτος εις τους αδελφούς ότι ο μαθητής εκείνος ουκ αποθνήσκει» (Ιω. κα’, 22-23). Στον Ευαγγελιστή Μάρκο: «Και προσπορεύονται αυτώ Ιάκωβος και Ιωάννης υιοί Ζεβεδαίου λέγοντες· διδάσκαλε, θέλομεν ίνα ο εάν αιτήσωμεν ποιήσης ημίν. ο δε είπεν αυτοίς· τι θέλετε ποιήσαί με υμίν; οι δε είπον αυτώ· δος ημίν ίνα εις εκ δεξιών και εις εξ ευωνύμων σου καθίσωμεν εν τη δόξη σου. ο δε Ιησούς είπεν αυτοίς· ουκ οίδατε τι αιτείσθε. δύνασθε πιείν το ποτήριον ο εγώ πίνω, και το βάπτισμα ο εγώ βαπτίζομαι βαπτισθήναι; οι δε είπον αυτώ· δυνάμεθα· ο δε Ιησούς είπεν αυτοίς· το μεν ποτήριον ο εγώ πίνω πίεσθε, και το βάπτισμα ο εγώ βαπτίζομαι βαπτισθήσεσθε» (Μαρκ. ι’, 35-39). Ορισμένοι λένε, ότι ο Ιωάννης, στο συγκεκριμένο χωρίο της Αποκαλύψεως (ια , 3) αναφέρει δύο και όχι τρεις από ταπείνωση. Και στο Ευαγγέλιο του, λένε, πολλές φορές δεν αναφέρει το όνομά του, από ταπείνωση, αλλά λέει· «ο μαθητής ον ηγάπα ο Ιησούς» (Ιω. κα’, 20) ή «ο άλλος μαθητής» (Ιω. ιη’, 15 και 16) ή κάτι παρόμοιο. Λυπάμαι, αλλά έχουν πέρα για πέρα άδικο. Διότι αφ ενός το ομολογούν και οι ίδιοι, ότι ο ίδιος ο Ιωάννης αναφέρει «ο μαθητής ον ηγάπα ο Ιησούς» η «ο άλλος μαθητής». Άρα μπορεί να μην αναφέρει το όνομά του, κάνει όμως νύξη και αναφορά στο πρόσωπό του, δεν το παραλείπει. Γιατί λοιπόν να μην κάνει το ίδιο και εδώ, στο συγκεκριμένο χωρίο της Αποκαλύψεως, αναφέροντας είτε, «ο μαθητής ον ηγάπα ο Ιησούς» είτε «ο άλλος μαθητής» είτε ο,τιδήποτε άλλο; Αφ ἑτέρου εδώ, δεν τίθεται καν θέμα ταπεινώσεως και μετριοφροσύνης, διότι δεν αναφέρει ονόματα για τους δύο προφήτας και μάρτυρας, ώστε από ταπείνωση να παραλείπει το δικό του. Εδώ, μιλάει αριθμητικά και όχι ονομαστικά. Λέει· θα αποστείλλει ο Θεός τους δύο προφήτας και μάρτυράς του.
Τι να έγραφε δύο, όπως έγραψε, τι να έγραφε τρεις. Τι θα άλλαζε; Με το δύο θα έδειχνε ταπείνωση, ενώ με το τρεις υπερηφάνεια; Μα αφού, ούτε στο δύο αναφέρει ονόματα, ούτε στο τρεις θα ανέφερε ονόματα. Δεν ευσταθεί λοιπόν, καθόλου, το επιχείρημά τους. Έτσι λοιπόν για τον Προφήτη Ηλία και τον Ευαγγελιστή Ιωάννη υπάρχουν πολλές αναφορές της Αγίας Γραφής. Για τον Ενώχ όμως, δεν υπάρχει καμμία άλλη αναφορά εκτός της συγκεκριμένης που ήδη αναφέραμε. Ας είναι όμως, εγώ δεν είμαι ούτε άγιος, ούτε προφήτης για να γνωρίζω ακριβώς την αλήθεια, γύρω από το συγκεκριμένο θέμα. Ζήτημα δευτερεύον και θεολογούμενον Αν οι άγιοί μας, μιλώντας για το θέμα αυτό δεχόταν και το ένα και το άλλο, όπως ήδη έχουμε αναφέρει και δει σε πολλά κείμενα των αγίων μας και εάν για το ίδιο θέμα ο Μακαριώτατος Αρχιεπίσκοπος κ. Χριστόδουλος γράφει, ότι ο ένας από τους δύο Προφήτας θα είναι ο Προφήτης Μωϋσής, καταλήγοντας όμως ότι: «Πολλοί ερμηνευτές βεβαίως θεωρούν ότι είναι λεπτομέρεια το ποιοί θα είναι οι δύο μάρτυρες της Αποκαλύψεως. Εκείνο όμως το οποίο εμάς κυρίως μας ενδιαφέρει και το οποίο πρέπει να τονίσουμε είναι αυτό που αναφέραμε προηγουμένως ότι δηλαδή στον καιρό της μεγάλης δοκιμασίας και της δεινής καταστάσεως εις βάρος των πιστών ο Θεός δεν θα μας αφήσει μόνους και αβοήθητους...» [92] πόσο μάλλον η ταπεινότης μου. Άλλωστε το συγκεκριμένο θέμα, όπως λέει και ο Μέγας Φώτιος, δεν είναι θέμα πίστεως η δογματικό, ώστε να μην έχει κανείς δικαίωμα να προσθέσει ή να αφαιρέσει κάτι χωρίς τον κίνδυνο να χαρακτηρισθεί αιρετικός, αλλά είναι θέμα δευτερεύον και «θεολογούμενον» όπως λέγεται και γι αυτό, απλώς, σας εξωτερικεύω τις σκέψεις μου και σας καταθέτω την άποψή μου, όχι δογματικά και αποφαντικά, αλλά ερμηνευτικά και ταπεινά, «ο δε χρόνος και η πείρα τοις νήφουσιν»[93], όπως λέγει και ο άγιος Ανδρέας Καισαρείας, σύντομα θα δείξει τι απ όλα αυτά θα γίνει. «Εκείνο δε δήλον, ως το παρόν ζήτημα, (η έλευσις ή όχι του Ιωάννου) καν της αληθείας παρασφαλή, ου φέρει ψυχής κίνδυνον.
 Η μεν γαρ περί πίστεως έρευνα της αληθείας παρατραπείσα ναυάγιον μέγα τη ψυχή προξενεί, διο δη και βραχείας της εις αυτήν τελούσης αντέχεσθαι δει συλλαβής· η δε ζήτησις των παρά την ευσέβειαν προβλημάτων καλόν μεν ει προς το της αληθείας καταλήγει τέλος· ει δε γε ταύτης αστοχήσει, ου καλόν μεν, όμως όλεθρον ψυχής ου φέρει». [94] (Μεγάλου Φωτίου) Όπου Θεός βούλεται νικάται φύσεως τάξις Ορισμένοι, βέβαια, ίσως αναρωτηθούν. Καλά, είναι δυνατόν να ζει άνθρωπος, τόσα πολλά χρόνια; Κάτω από κανονικές και φυσιολογικές συνθήκες, φυσικά και δεν είναι δυνατόν να συμβεί κάτι τέτοιο. Αν και εις τους χρόνους της Παλαιάς Διαθήκης, οι άνθρωποι ζούσαν πολύ περισσότερα χρόνια, απ ὅ,τι ζουν σήμερα. Ζούσαν 200, 300, 500, έως και χίλια χρόνια. Ο Αδάμ π.χ., έζησε 930 έτη. Ο Νώε, έζησε 950. Ο Μαθουσάλας έζησε τα περισσότερα χρόνια που έζησε άνθρωπος επάνω σ αὐτήν τη γη, 969 χρόνια. Προσοχή, κάνουμε μια διευκρίνιση. Δεν υπήρχε άλλη μονάδα μετρήσεως των ετών, όπως νομίζουν και πιστεύουν κάποιοι από άγνοια, η ισχυρίζονται και υποστηρίζουν κάποιοι άλλοι, αναπόδεικτα. Ας μην ξεχνάμε όμως ότι, πάνω από όλους τους Νόμους της φύσεως και πάνω από όλα τα δημιουργήματα, είναι ο Νομοθέτης και ο Δημιουργός. Εκείνος όπου εδημιούργησε τα πάντα από το πουθενά, και έθεσε τους φυσικούς νόμους. Εκείνος όπου, «εκ του μη όντος εις το είναι ημάς παρήγαγε». Εκείνος όπου, «όταν βούλεται νικάται φύσεως τάξις». Εκείνος όπου, «ουκ αδυνατεί παρά τω Θεώ παν ρήμα».
Δεν υπάρχει ΤΙΠΟΤΑ που δεν μπορεί, εάν θέλει, να το κατορθώσει ο Θεός. Γιατί ο Θεός θα στείλει τους δύο προφήτας Του Έτσι λοιπόν και εδώ. Θέλησε ο Θεός και κράτησε ζωντανούς, μέχρι και σήμερα, τους Προφήτες Ηλία και Ιωάννη, για να παίξουν σημαντικό ρόλο στην περίοδο του Αντιχρίστου. Μια που προφανώς τότε, οι περισσότεροι από εμάς, αλλά δυστυχώς και οι περισσότεροι κληρικοί, οι φύσει και θέσει φρουροί και ταγοί της Πίστεως και της Πατρίδος μας θα έχουν «προδώσει», άλλοι εν γνώσει η εν αγνοία, άλλοι εκούσια η ακούσια, δεν έχει σημασία, τον Θεό, την Εκκλησία και το Λαό Του, και θα ακολουθούν τον Αντίχριστο και το σύστημά του, σύμφωνα με τους λόγους των αγίων μας. Οι ποιμένες ως λύκοι γενήσονται «Οι ποιμένες ως λύκοι γενήσονται. οι ιερείς το ψεύδος ασπάσονται. οι μοναχοί τα του κόσμου ποθήσουσιν...»[95] γράφει για την εποχή του Αντιχρίστου ο άγιος Ιππόλυτος. «Οι κληρικοί θα γίνουν οι χειρότεροι και ασεβέστεροι των όλων»[96] προφητεύει για τα έσχατα χρόνια ο άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός. «Όταν πλησιάση ο καιρός της ελεύσεως του Αντιχρίστου θα σκοτισθή η διάνοια των ανθρώπων από τα πάθη της σαρκός και θα πληθυνθή σφόδρα η ασέβεια και η ανομία... Οι ποιμένες των Χριστιανών Αρχιερείς και ιερείς θα είναι άνδρες κενόδοξοι, μη γνωρίζοντες παντελώς την δεξιάν οδόν από την αριστεράν... Αι εκκλησίαι δε του Θεού θα στερηθούν ευλαβών και ευσεβών Ποιμένων και αλλοίμονον τότε εις τους εν τω κόσμω ευρισκομένους Χριστιανούς οι οποίοι θα στερηθούν τελείως την πίστιν, διότι δεν θα βλέπουν από κανένα φως επιγνώσεως...»[97] προφητεύει και ο άγιος Νείλος. «Εν ταις ημέραις εκείναις... θέλουν προχειρίζεσθαι ηγούμενοι και ποιμένες άνδρες αδόκιμοι αρετής, άπιστοι... μη διακρίνοντες την δεξιάν οδόν εκ της αριστεράς, αμελείς, φιλομέριμνοι, τα πρωτεία με δώρα αρπάζοντες... μη γνωρίζοντες κατηχείν και νουθετείν το ποίμνιον... εκ της τοιαύτης δε αμελείας και καταφρονήσεως των ποιμένων απολούνται οι αδελφοί...»[98] προφητεύει και ο Αββάς Μωϋσής. Και ο άγιος Κύριλλος· «Αλλά ζητάμε δικό μας σημείο της παρουσίας του Κυρίου. Εμείς οι εκκλησιαστικοί ζητάμε εκκλησιαστικό σημείο, και ο Κύριος λέγει· “και τότε θα σκανδαλισθούν πολλοί και θα παραδώσουν ο ένας τον άλλο και θα μισήσουν ο ένας τον άλλο” (Ματθ. κ , ις ). Αν ακούσεις ότι, επίσκοποι στρέφονται εναντίον επισκόπων, και κληρικοί εναντίον κληρικών, και λαοί εναντίον λαών, και φτάνουν μέχρι να χυθεί αίμα, να μην ταραχθείς. Διότι κάτι τέτοιο είναι ήδη γραμμένο».[99] (Αγίου Κυρίλλου Ιεροσολύμων) Ο καιρός της εμφανίσεως των Προφητών και ο σκοπός τους Οι δύο Προφήτες θα εμφανιστούν, ταυτόχρονα σχεδόν με τον Αντίχριστο και θα κηρύξουν 1260 μέρες· «και δώσω τοις δυσί μάρτυσί μου και προφητεύσουσιν ημέρας χιλίας διακοσίας εξήκοντα, περιβεβλημένοι σάκκους...» (Αποκ. ια’, 3). Δηλαδή, 42 μήνες η τρισήμισυ περίπου χρόνια (για την ακρίβεια, τρία χρόνια και πεντέμισυ μήνες). (3ι365=1095 και 5ι30=150 και 15. Εάν αθροίσουμε το 1095+150+15 =1.260 ημέρες). Οι δυό Προφήτες μας, θα έλθουν για να καταδείξουν και να στιγματίσουν τον Αντίχριστο σε όλους. Θα έλθουν για να προφυλάξουν τους πιστούς από τα τεχνάσματα και τις πανουργίες του Αντιχρίστου. Θα έλθουν για να κηρύξουν σε όλους τους ανθρώπους την αλήθεια του Θεού. Θα έλθουν για να αποκαταστήσουν τις καρδιές και τις σχέσεις των ανθρώπων. Θα έλθουν για να βοηθήσουν τους Εβραίους και να τους δώσουν μια τελευταία ευκαιρία, πριν το τέλος, μήπως και αποδεχθούν τον αληθινό Μεσσία και Σωτήρα τους, τον Κύριον ημών Ιησού Χριστόν. Θα έλθουν για να επιστρέψουν καρδίας πατέρων προς τα παιδιά τους, όπως λέγει ο Προφήτης Μαλαχίας· «και ιδού εγώ αποστελώ υμίν Ηλίαν τον Θεσβίτην, πριν η ελθείν την ημέραν Κυρίου την μεγάλην και επιφανή, ος αποκαταστήσει καρδίαν πατρός προς υιόν και καρδίαν ανθρώπου προς τον πλησίον αυτού, μη ελθών πατάξω την γην άρδην» (Μαλαχ. δ’, 4-5). Ερμηνεύοντας το συγκεκριμμένο χωρίο ο άγιος Χρυσόστομος, λέγει τα εξής σημαντικά: «Προσέξτε δεν είπε ότι θα αποκαταστήσει την καρδία του υιού προς τον πατέρα του, αλλά “του πατρός προς τον υιόν”. Γιατί επειδή οι Ιουδαίοι ήσαν πατέρες των Αποστόλων, λέγει αυτό, ότι ο Προφήτης Ηλίας θα οδηγήση εις το να πιστέψουν οι Εβραίοι εις τας αλήθειας των υιών τους, δηλαδή των Αποστόλων»[100] (Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου). Θα έλθουν για να βοηθήσουν και να στηρίξουν, όλους εκείνους που θα έχουν καλή προαίρεση, η θα ολιγοπιστούν και θα αμφιταλαντεύονται λόγω των πολλών, «ισχυρών» φωνών που θα ακούγονται υπέρ του Αντιχρίστου, αλλά και τα πολλά «σημεία και τέρατα» που θα πράττει ο ίδιος και ο ψευδοπροφήτης του, ο Πάπας. Θα έλθουν τέλος, δια να οδηγήσουν και να καθοδηγήσουν όσους θα έχουν απομείνει πιστοί εις τον Ένα και Αληθινό Τριαδικό Θεό, εις την Μία και Μοναδική εξ αποκαλύψεως
Αλήθεια, αυτήν της Ορθοδόξου Πίστεως. Θα έλθουν, με μια λέξη, για να «αποκαταστήσουν τα πάντα». «Προτού μάλιστα να συμβούν αυτά, θα στείλει ο Κύριος, ως εύσπλαχνος, τον Ηλία τον Θεσβίτη και τον Ενώχ, για να διδάξουν αυτοί την ευσέβεια στο γένος των ανθρώπων και να κηρύξουν με παρρησία σε όλους τη γνώση του Θεού, ώστε να μην πιστεύσουν στον τύραννο από φόβο, και θα κραυγάζουν και θα λένε· Άνθρωποι, είναι απατεώνας· κανείς να μην πιστεύσει εντελώς σ αὐτόν, ούτε να υπακούσει στον θεομάχο». [101] (Οσίου Εφραίμ του Σύρου) «Τέλος θα σταλούν ο Ενώχ και ο Ηλίας ο Θεσβίτης και θα φέρουν πίσω πατέρες στα παιδιά τους, δηλαδή τη συναγωγή στον Κύριό μας Ιησού Χριστό και στο κήρυγμα των αποστόλων, και γι αυτό θα φονευθούν».[102] (Αγίου Ιωάννου Δαμασκηνού) «Και ο Ηλίας θα έρθει τότε για ν ασφαλίσει τους πιστούς. Και αυτό το λέγει ο Χριστός· “έρχεται ο Ηλίας και θ΄ αποκαταστήσει τα πάντα”... Όπως ακριβώς εκείνος υπήρξε πρόδρομος της πρώτης παρουσίας, έτσι και αυτός θα είναι πρόδρομος της δεύτερης και ένδοξης παρουσίας αυτού, και γι αὐτό το σκοπό φυλάσσεται. Ας μη φοβηθούμε λοιπόν...»[103] (Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου) Η Δράσις των δύο Προφητών για τρισήμισυ έτη Στο διάστημα αυτό των 1.260 ημερών, οι δύο Προφήτες θα μπορούν να κηρύττουν ελεύθερα σε όλη την οικουμένη και συγχρόνως να ελέγχουν δριμύτατα τον Αντίχριστον και τα όργανά του, χωρίς να μπορεί κανείς να τους εμποδίσει, η να τους συλλάβει, η να τους κάνει οποιοδήποτε κακό. Ανθρώπινο χέρι δεν θα μπορέσει να τους αγγίξει. Ούτε καν να τους πλησιάσει κάποιος. Θα έχουν λάβει το χάρισμα και τη δύναμιν εξ ουρανού, ώστε, όποτε θελήσουν, να «βγαίνει φωτιά από το στόμα τους» και να κατακαίει όσους θα επιχειρήσουν να τους συλλάβουν η να τους κάμουν κακό. Δηλαδή ο Θεός δεν θα επιτρέπει σε κανέναν να τους βλάψει στο ελάχιστο. Μόλις δε συμπληρωθούν τα χρόνια δράσης τους και έχει επιτελεσθεί το έργο και ο σκοπός τους, τότε θα επιτρέψει ο Θεός να συλληφθούν και να θανατωθούν. Για τους λόγους αυτούς, όλοι εκείνοι οι οποίοι θα υπηρετούν τον Αντίχριστον, μικροί και μεγάλοι, άνδρες και γυναίκες και ιδιαίτερα, οι πολιτικοί και εκκλησιαστικοί άρχοντες, θα μισήσουν τόσο πολύ τους δύο αυτούς Προφήτες, ώστε μόνη τους σκέψη και επιθυμία θα είναι η σύλληψη και θανάτωσή τους. Με αυτήν τη σκέψη θα κοιμούνται και μ αυτήν τη σκέψη θα ξυπνούν· (Θεέ μου, φύλαξε μας από τοιαύτην πώρωσιν και διαστροφήν)!
Μάταια όμως θα προσπαθούν επί τρισήμισυ χρόνια να τους συλλάβουν και να τους θανατώσουν. Μόνο όταν ολοκληρώσουν το έργο τους και την αποστολή τους ο Θεός θα επιτρέψει να συλληφθούν και να θανατωθούν με μαρτυρικό θάνατο, για να λάβουν και αυτοί, ως θνητοί άνθρωποι, πείρα θανάτου και να εκπληρωθεί ο αδιάψευστος Λόγος του Θεού μας, που λέγει· «Γη ει και εις γην απελεύση» (Γεν. γ’, 19) και «ουκ έστι άνθρωπος ος ζήσεται και ουκ όψεται θάνατον» (Ψαλμ. πη’, 49). «...και πληρώσουσι την μαρτυρίαν αυτών, καθώς φησι και τούτο Δανιήλ, προεωρακώς ότι το θηρίον το αναβαίνον εκ της αβύσσου ποιήσει μετ΄ αυτών πόλεμον, ήγουν μετά Ενώχ, Ηλία και Ιωάννου, και νικήσει αυτούς και αποκτενεί αυτούς δια το μη θέλειν αυτούς δόξαν δούναι τω διαβόλω τουτέστι το αναφανέν μικρόν κέρας, ος επαρθείς τη καρδία λοιπόν άρχεται εαυτόν υψούν και δοξάζειν ως θεόν, διώκων τους αγίους και βλασφημών τον Χριστόν»[104] (Αγίου Ιππολύτου). Ο θάνατος και η Ανάστασις των δύο Προφητών Αφού λοιπόν περάσουν οι 1.260 ημέρες (3.5 έτη) τότε ο Αντίχριστος, κατά παραχώρηση Κυρίου, θα συλλάβει τους δύο Προφήτας, Ηλία και Ιωάννη, και θα τους κρεμάσει στην πλατεία της Ιερουσαλήμ. Η Πλατεία αυτή, σύμφωνα με την Ιερά Αποκάλυψη και την μέχρι σήμερα παράδοση των Αγιοταφιτών Πατέρων, πρέπει να είναι η Αγία Αυλή, η οποία ευρίσκεται έξω από το Ναό της Αναστάσεως του Κυρίου μας «εκεί όπου και ο Κύριος αυτών εσταυρώθη» (Αποκ. ια’, 8), ετάφη και ανεστήθη, ο Ιησούς Χριστός, για να τους ιδεί όλος ο κόσμος και αφ΄ ενός μεν να κάμει επίδειξη της δυνάμεώς του ο Αντίχριστος, και να στείλει ένα μήνυμα προς όλες τις κατευθύνσεις, αφ΄ ετέρου δε για να χαρούν, να γλεντήσουν και να ησυχάσουν όλοι εκείνοι που ηλέγχοντο και μισούσαν τους Προφήτες. Πράγματι, μέχρι δώρα θα ανταλλάσουν μεταξύ τους όλοι αυτοί· «και οι κατοικούντες επί της γης χαίρουσιν επ΄ αυτοίς, και ευφρανθήσονται και δώρα πέμψουσιν αλλήλοις» (Αποκ. ια’, 10), επειδή επιτέλους συνελήφθησαν οι δύο «πλάνοι και απατεώνες», οι δύο «ψευδοδιδάσκαλοι και ψευδοπροφήτες», οι δύο «τρομοκράτες», οι δύο... Και ενώ αυτοί θα πανηγυρίζουν, οι δυστυχείς, για τη μεγάλη τους «επιτυχία», που επιτέλους γλύτωσαν από τους δύο Προφήτας, και ενώ όλος ο κόσμος θα βλέπει (δορυφορικά μέσω των τηλεοράσεών τους) τα άψυχα σώματα των δύο Προφητών να είναι κρεμασμένα επί τρεις και ήμισυ ημέρας, ξαφνικά θα πραγματοποιηθεί ένα μεγάλο θαύμα!
Τα σώματα των δύο Προφητών θα αναστηθούν και θα αναληφθούν εις τους ουρανούς, πιστοποιώντας για μία ακόμη φορά την πίστη μας στην ανάσταση των νεκρών, αλλά και την ΠΑΝΤΟΔΥΝΑΜΙΑ του Θεού, μην αφήνοντας πλέον κανένα περιθώριο αμφισβητήσεως εις ουδένα και αφήνοντας έντρομους και έκπληκτους όλους τους κατοικούντας επί της γης, και ιδιαίτερα τους εχθρούς αυτών. Και δεν είναι μόνον αυτό. Αλλά κατά την ίδιαν ημέραν θα γίνει μέγας σεισμός, κατά τον οποίον θα καταστραφεί το 1/10 της πόλεως της Ιερουσαλήμ και θα σκοτωθούν 7.000 άνθρωποι. Τόσος δε θα είναι ο φόβος και ο τρόμος όλων, ώστε πολλοί θα δοξάσουν τον Θεό του ουρανού. «Και μετά τας τρεις ημέρας και ήμισυ, πνεύμα ζωής εκ του Θεού εισήλθεν εις αυτούς, και έστησαν επί τους πόδας αυτών, και φόβος μέγας επέπεσεν επί τους θεωρούντας αυτούς. και ήκουσα φωνήν μεγάλην εκ του ουρανού λέγουσαν αυτοίς· ανάβητε ώδε. και ανέβησαν εις τον ουρανόν εν τη νεφέλη, και εθεώρησαν αυτούς οι εχθροί αυτών. Και εν εκείνη τη ημέρα εγένετο σεισμός μέγας, και το δέκατον της πόλεως έπεσε, και απεκτάνθησαν εν τω σεισμώ ονόματα ανθρώπων χιλιάδες επτά, και οι λοιποί έμφοβοι εγένοντο και έδωκαν δόξαν τω Θεώ του ουρανού» (Αποκ. ια’, 11-13). Απαραίτητο λοιπόν ΣΗΜΕΙΟ για την εμφάνιση του Αντιχρίστου είναι και η έλευσις, ΟΠΩΣΔΗΠΟΤΕ, των δύο Προφητών. Προσοχή όμως, διότι όπως πάντα άλλωστε, ο διάβολος θα θελήσει και εδώ να μας μπερδέψει και σίγουρα κάποιους ψευτοπροφήτες θα στείλει, οι οποίοι θα παριστάνουν τον Ηλία και τον Ιωάννη, προκειμένου να μας δημιουργήσουν σύγχυση και ταραχή. Για όσους είναι καλοπροαίρετοι, γνωρίζουν τα ανωτέρω και έχουν σώας τας φρένας, ζουν μυστηριακή ζωή και μελετούν το Λόγο του Θεού, έχουν ταπείνωση και παρακαλούν με δάκρυα τον Θεόν να τους βοηθήσει σ αὐτές τις πολύ δύσκολες στιγμές, σίγουρα ο Θεός θα τους βοηθήσει να μην πλανηθούν και να αντιληφθούν ποιοί θα είναι οι αληθινοί Προφήτες Του.
Και όχι μόνον αυτό, αλλά και θα αξιωθούν να τους δουν από κοντά, να πάρουν την ευχή και ευλογία τους, να συνομιλήσουν μαζί τους, να τους ρωτήσουν και να τους συμβουλευθούν για διάφορα προσωπικά τους θέματα (ο νοών νοείτω...) αλλά και άλλα πολλά. Εύχομαι ειλικρινά να είμαστε όλοι μας. Αμήν. Γιατί δεν θα δεχθούν οι περισσότεροι άνθρωποι τους δύο Προφήτας Ένα ερώτημα που απασχολεί πολλούς και τους δημιουργεί διάφορα ερωτήματα και αμφιβολίες είναι, το πως είναι δυνατόν αφού θα έλθουν οι δύο Προφήτες για να κηρύξουν και να βοηθήσουν τον κόσμο να μην πλανηθεί, οι πιστοί, δεν θα τους ακούσουν, δεν θα τους δεχθούν, και δεν θα τους ακολουθήσουν; Και ακόμη μάλιστα, πως είναι δυνατόν, ιδιαίτερα οι Χριστιανοί, όχι μόνο να μην αναγνωρίσουν, να μη δεχθούν και να μην ακολουθήσουν τους δύο Προφήτας, αλλά αντιθέτως να δεχθούν και να προσκυνήσουν τον Αντίχριστο; Τους φαίνεται πολύ περίεργο, αδιανόητο και απίστευτο να συμβεί. Η απάντηση όμως είναι απλή. Για τους ίδιους ακριβώς λόγους που δεν δέχθησαν και δεν ακολούθησαν τον Χριστόν, τότε, οι άνθρωποι και ειδικώτερα οι Ιουδαίοι, οι Γραμματείς και οι Φαρισσαίοι, που ενώ γνώριζαν την Γραφή, ενώ ήξεραν τις Προφητείες για την έλευση του Μεσσία, ενώ ήταν κοινή πεποίθηση ότι θα έλθη η ότι έρχεται ο Μεσσίας τους, όταν τελικά ήλθε δεν Τον αναγνώρισαν, δεν Τον δέχθηκαν και Τον σταύρωσαν. Ο διάβολος, αφού δεν μπόρεσε τους Ιουδαίους να τους απομακρύνει από τους Νόμους του Μωϋσέως και την προσκύνηση του Αληθινού Θεού, όπως τους άλλους λαούς που λάτρευαν τα είδωλα και τα δαιμόνια, κατάφερε σιγά-σιγά να τους αλλοιώσει πνευματικά. Κατάφερε να τους υποδουλώσει στα πάθη τους και τους εγωϊσμούς τους, κάνοντάς τους να προσέχουν τους τύπους και όχι την ουσία των εντολών του Θεού, προσθέτοντας κατά καιρούς διάφορες παραδόσεις των πρεσβυτέρων που ερχόταν σε αντίθεση με τον Νόμο του Θεού. Κατάφερε ακόμη σιγά-σιγά να διαστρέψει το νόημα και το πνεύμα των προφητειών για την έλευση του Χριστού, κάνοντάς τους όλους να περιμένουν με προσμονή, αγωνία και αδημονία την έλευσή Του, αλλά όχι ως Μεσσία και Σωτήρα της ψυχής τους που θα τους ελευθέρωνε από την αμαρτία, την φθορά, τον θάνατο και την κυριαρχία του Διαβόλου, αλλά ως Μεσσία και Σωτήρα των σωμάτων τους, που θα τους ελευθέρωνε και θα τους έσωζε από την σκλαβιά και την κυριαρχίαν των Ρωμαίων, αλλά και των υπολοίπων λαών, εγκαθιδρύοντας μία παγκόσμιο κυριαρχία με Βασιλέα τον Χριστό και κυρίαρχο λαό τους Εβραίους. Κάτι παρόμοιο λοιπόν συμβαίνει και σήμερα. Ο,τι ίσχυε και γινόταν πριν έλθη ο Κύριος στην Πρώτη Του Παρουσία, τα ίδια περίπου θα ισχύουν και για την Δεύτερη Παρουσία Του. Για τους ίδιους ακριβώς λόγους οι άνθρωποι δεν θα δεχθούν και δεν θα ακολουθήσουν τους δύο Προφήτας του Θεού, ενώ θα αποδεχθούν και θα προσκυνήσουν με μεγάλη ευκολία και χαρά θα έλεγα, τον Αντίχριστο, ο οποίος, για να ξεγελάσει τους ανθρώπους θα έλθει ακριβώς στην θέση του Χριστού, προσφέροντάς τους μάλιστα, ο,τι θα θέλει και θα επιθυμεί ο καθένας τους και εκπληρώνοντας τις προσδοκίες και όλα εκείνα τα οποία είχε δημιουργήσει και πιστέψει ο καθένας, μέσα στην αρρωστημένη φαντασία του και εγκαταλελειμένο από τη χάρη του Θεού μυαλό του.
Ο Σατανάς έχοντας πάντα σε ενέργεια και εφαρμογή «το μυστήριον της ανομίας» που «ήδη ενεργείται» μπόρεσε να απομακρύνει τους πιστούς από τον δρόμον του Θεού και την Ορθόδοξον Εκκλησία Του, είτε με διάφορες αμαρτίες και παρανομίες, είτε με διάφορες πλάνες και αιρέσεις, καταφέρνοντας έτσι να αποκόπτει την πνευματική πρόοδο των πιστών και να εμποδίζει την έλευση της θείας χάριτος και του Αγίου Πνεύματος εις τους ανθρώπους και εις τον κόσμον. Διότι είναι γνωστόν ότι οι αιρέσεις και η αμαρτία διώχνουν και απομακρύνουν την χάρη του Θεού, σκοτίζοντας στην συνέχεια τον νου του ανθρώπου, ο οποίος δεν μπορεί να δει καθαρά η νομίζει ότι βλέπει καθαρά. «Ένθα χοιρώδης βίος και δυσωδία και βόρβορος και παραίτησις καλού, ο Χριστός ου μένει εκεί»[105] (Αγίου Ιωάννου Ξιφιλίνου) και «η αίρεσις χωρίζει από της Εκκλησίας πάντα άνθρωπον»[106] (Ζ’ Οικ. Συνόδου). Έτσι λοιπόν πολλοί από αυτούς τους ανθρώπους θα φαίνεται και θα νομίζουν ότι είναι ευσεβείς και ότι είναι κοντά στον Θεό, αλλά μέσα τους θα είναι άδειοι, κενοί, χωρίς Θεό, χωρίς ζωντανή πίστη. Οι άνθρωποι αυτοί θα έχουν μεν «μόρφωση ευσεβείας» όπως λέει ο Απόστολος Παύλος, θα έχουν αρνηθεί όμως την δύναμη αυτή της ευσεβείας «έχοντες μόρφωσιν ευσεβείας την δε δύναμιν αυτής ηρνημένοι» (Β’ Τιμ. γ’, 5), αφού «το μυστήριον της ανομίας» θα έχει κάνει την δουλειά του πολύ καλά. Θα έχει φροντίσει ο διάβολος, να τους αλλοιώσει το ορθόδοξο φρόνημα, την πίστη, τις παραδόσεις, την αγάπη στο Θεό και στους ανθρώπους, τις αρετές και άλλα πολλά. Θα έχει φροντίσει να τους υποδουλώσει στα πάθη τους και στους εγωϊσμούς τους και εν τέλει, θα έχει καταφέρει να νεκρώσει την ψυχή τους. Μία τέτοια νεκρωμένη και πωρωμένη ψυχή, δε νοιώθει και δεν καταλαβαίνει τίποτε. Ακόμη και εάν δει το μεγαλύτερο θαύμα του κόσμου. Ακόμα και εάν δει μπροστά της τον ίδιο το Θεό, όχι δύο προφήτας Του, οι οποίοι μάλιστα θα τους ελέγχουν και θα τους καυτηριάζουν ακριβώς για τους ανωτέρω λόγους. Πολύ ωραία μας περιγράφει μια τέτοια ψυχική κατάσταση ο πάντοτε επίκαιρος, άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος: «Προς ποίον σκοπόν δεν διέλυσε την δύναμίν των; διότι έτσι θα ήτο δυνατόν να πιστεύσουν. Παράλυτον εθεράπευσε και δεν επίστευσαν, άλλα αμέτρητα θαύματα έκαμε και κατά το πάθος του ακόμη τους έρριψεν υπτίους (Ιω. ιη’, 6), και επεσκότωσε τους οφθαλμούς των, και δεν επίστευσαν, και πως ήτο δυνατόν να πιστεύσουν, εάν διέλυε την δύναμίν των; Διότι τίποτε δεν υπάρχει χειρότερον από απεγνωσμένην ψυχήν· και αν ακόμη ιδή θαύματα, και αν ακόμη ιδή τέρατα, εξακολουθεί να δεικνύη την ιδίαν αναισχυντίαν. Καθ ὅσον και ο Φαραώ, αν και εδέχετο μυρίας πληγάς, μόνον όταν ετιμωρείτο, εσωφρονίζετο, και μέχρι την τελευταίαν ημέραν τέτοιος παρέμεινε, καταδιώκων αυτούς που ηλευθέρωσε (Εξ. ζ , 14). Δια τούτο και ο Παύλος συνεχώς λέγει· “Να μη σκληρυνθή κανείς σας από την απατηλήν αμαρτίαν”. Διότι, όπως ακριβώς τα μέλη του σώματος νεκρώνονται εις το τέλος και δεν αισθάνονται τίποτε, έτσι και η ψυχή, όταν κυριευθή από πολλά πάθη, νεκρώνεται ως προς την αρετήν.
 Και ο,τιδήποτε και αν της προσφέρης, δεν αισθάνεται αυτό που της προσφέρεται, αλλά και αν ακόμη την απειλήσης με τιμωρίαν, και αν ακόμη με ο,τιδήποτε άλλο παραμένει αναίσθητος».[107] (Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου) Και συμπληρώνει ο άγιος Επιφάνιος: «Χείρων γαρ η κακοπιστία της απιστίας. η μεν γαρ απιστία πίστιν λαμβάνουσα διορθωθήσεται· η δε κακοπιστία ακατόρθωτος, δυσχερώς σωζομένη, μη τι αν άρα το χάρισμα άνωθεν επιφοιτήση»[108] (Αγίου Επιφανίου).

Από το βιβλίο του πατρός Μαξίμου "Ο ΑΝΤΙΧΡΙΣΤΟΣ ΗΛΘΕΝ 1983, 2013" ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ 79. «Όρα του δεσπότου την φιλανθρωπίαν, ότι και εν τοις υστέροις χρόνοις πως του των βροτών γένους κήδεται και ελεεί, ότι ουδέ τότε χωρίς προφητών ημάς καταλιμπάνει, αλλά πέμψει αυτούς προς διδαχήν ημών και πληροφορίαν και επιστροφήν της του αντικειμένου παρουσίας...». (Αγίου Ιππολύτου, ΒΕΠΕΣ 6, 283) 80. (Ο Μέγας Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας Τόμος Ζ’, σελ. 385) 81. (Η Μετάστασις του Αγίου και Ευαγγελιστού Ιωάννου του Θεολόγου - 26 Σεπτεμβρίου. Ο Μέγας Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας Τόμος Θ’, σελ. 622-623) 82. (Ο Μέγας Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας Τόμος Δ’, σελ. 614) 83. (Αγίου Κυρίλλου, ΕΠΕ 2, 138) 84. (Ανθίμου Ιεροσολύμων, Ερμηνείαν εις την Ιεράν Αποκάλυψιν, σελ. 104-105, Εκδόσεις Ρηγόπουλου) 85. «Ακούσας, φασίν, ο Πέτρος, ότι θανείται υπέρ Χριστού, είπεν, ότι και Ιωάννης τι; ου θανείται και αυτός; Ο δε Χριστός ουκ απηγόρευσε μεν τούτο (πας γαρ ο γεννηθείς, και θανείται), είπε δε το, “Εάν θέλω αυτόν μένειν·” τουτέστι, Ζην άχρι της του κόσμου συντελείας, και τότε μαρτυρήσαι περί εμού. Όθεν και φασι ζην αυτόν, υπό δε του Αντιχρίστου μέλλειν αναιρεθήναι, συν τω Ηλία κηρύττοντα τον Χριστόν. Ει δε και μνήμα αυτού δείκνυνται, τι τούτο; Ζων μεν γαρ εισήλθεν εν αυτώ, είτα μετέστη, ώσπερ και Ενώχ και Ηλίας. Ανατρέπει τοίνυν ο ευαγγελιστής την ψευδή δόξαν των οιομένων, ότι ουκ αποθνήσκει ο μαθητής ούτος, αλλ ἀθάνατος έσται. Ψευδές γαρ όντως, το αθάνατον είναι άνθρωπον. Καν γαρ Ενώχ και Ηλίας ουκ απέθανεν, αλλ ὅμως θνητοί.
Ούτως ουν και ούτος, καν ουκ απέθανεν, αλλ ἀποθανεῖται. Το ουν, “Ουκ αποθνήσκει,” τουτέστιν, αθάνατος έσται, ψευδές». (Θεοφύλακτου Βουλγαρίας, Ρ.υ. 124, 316, Ερμηνεία εις τα τέσσαρα Ιερά Ευαγγέλια, Τόμος Β’, σελ. 417-418) 86. «Η μεν πρώτη αυτού παρουσία Ιωάννην τον βαπτιστήν είχε πρόδρομον, η δε δευτέρα αυτού, εν η μέλλει έρχεσθαι εν δόξη, Ενώχ και Ηλίαν και Ιωάννην τον θεολόγον αναδείξει». (Αγίου Ιππολύτου, ΒΕΠΕΣ 6, 283) 87. «Και ίδε εισήλθεν εν τω λόγω αυτών πάντως ο Αντίχριστος. Βασιλεύς γαρ ων κακείνος, τούτο μόνον επιζητήσοι, ο θέλει και λέγει γίνεσθαι·..., και οπόσοι δυνάμει Θεού ανταγωνιζόμενοι στώσιν, είεν αν και ταις ημέραις εκείναις νικώντες τον Αντίχριστον εν θανάτω μετά Χριστού... Δια τούτο ολίγοι οι μέλλοντες στήναι. Δια τούτο Ηλίας και Ενώχ· ουκ οίδαμεν ει και ο Θεολόγος και ευαγγελιστής, αρωγοί της ανθρωπίνης ασθενείας, και πρωτοστάται, και αθλοφόροι της υπέρ ομολογίας Χριστού νίκης». (Αγίου Θεοδώρου Στουδίτου, Ρ.G. 99, 1033) 88. «Εισί τινες, έλεγε, των ώδε εστώτων, οι ου μη γεύσωνται θανάτου, έως αν ίδωσι τον Υιόν του ανθρώπου ερχόμενον εν τη βασιλεία αυτού. Ει μεν ουν, ως εφ ἑνός έφησεν, Έστι τις των ώδε εστώτων, ταυτό μηνύειν υπετοπήσαμεν, τω, Εάν αυτόν θέλω μένειν έως έρχομαι τι προς σε; περί Ιωάννου του Θεολόγου ειρημένω, ως θανάτου άγευστον διαμένειν, μέχρι της Χριστού παρουσίας· ούτω γαρ ήδη τινές εκείνο των λίαν σοφών εξελάβοντο». (Αγίου Ιωάννου Δαμασκηνού, Ρ.G. 96, 556-557) 89. «Μαρτυρεί δε τοις ειρημένοις Ενώχ και Ηλίας και ο της βροντής υιός Ιωάννης, έτι περιόντες εν τω σώματι· και γαρ τούτους ως απαρχήν του όλου φυράματος ημών ο Δημιουργός λαβών έδειξε πάσι ως ει μη ήμαρτεν ο Αδάμ, έτι αν περιήν μετά του σώματος. Πλην και ούτοι πολυχρόνιον βίον ανύοντες γεύσονταί ποτε θανάτου, καν εν ριπή οφθαλμού.
Όρα δε την δι αὐτῶν πίστιν, ως εκ των τριών προάγεται γενεών, εκ μεν των προ νόμου ληφθέντος του Ενώχ, εκ δε των μετά νόμον του Ηλία, εκ δε των μετά την χάριν του επιστηθίου των μαθητών. Ουκούν και ο Αδάμ, ει την εντολήν εφύλαττε, τούτοις αν αδιστάκτως συμπεριήν. Ότι δε περίεστιν ο παρθένος Ιωάννης, όπερ εζήτησας, ώσπερ τον Ενώχ και τον Ηλίαν παράδοσις μαρτυρεί, ούτω και τούτον. Και το εν τοις Ευαγγελίοις δε ειρημένον εις τον αυτόν ημάς νουν έλκει. Είπε μεν γαρ ο Χριστός τον τρόπον του θανάτου, ον έμελλεν υπέρ αυτού αποθνήσκειν ο Πέτρος· ο δε Πέτρος τον οικείον θάνατον ακούσας ευθύς επερωτά περί του ευαγγελιστού Ιωάννου, δήλον κακείνου ουκ άλλο τι αλλ ἤ τον τρόπον του θανάτου αυτού μαθείν επιζητών, Ούτος δε τι; ου γαρ άλλο μεν ήκουε παρά του Σωτήρος περί αυτού, εις άλλο δε τι ανακόλουθον την ερώτησιν μετήγεν, ώσπερ παρορών και παρά φαύλον ποιούμενος την του διδασκάλου περί αυτού προφητείαν. Της δε του Πέτρου ερωτήσεως περί του θανάτου, ον έμελλεν αποθνήσκειν ο Ιωάννης, επερω-τώντος, και του Σωτήρος ειπόντος, Εάν αυτόν θέλω μένειν έως έρχομαι, τι προς σε; Πως ουχί την μέχρι της παρουσίας αυτού διαμονήν η αλήθεια προλέγει; διο και ο εν αγίοις Κύριλλος το Ακολούθει μοι περί του θανάτου του αγίου Πέτρου ειρήσθαι τω Σωτήρι εκδέχεται. Το δε, ότι Εξήλθεν ο λόγος ούτος εις τους μαθητάς, ότι ο μαθητής εκείνος ουκ αποθνήσκει και τα εξής ου μόνον ουδέν μάχεται, αλλά και συνάδει. Ου γαρ τις αυτόν αθάνατον είναί φησιν, αλλά διαμένειν μετά Ενώχ και Ηλία μέχρι της δευτέρας του Δεσπότου παρουσίας· ο και μαθητής αυτός βεβαιών φησιν, ότι ουκ είπε δε αυτώ ο Ιησούς ότι ουκ αποθνήσκει, αλλ, εάν αυτόν θέλω μένειν έως έρχομαι, τι προς σε; Και φανερόν ότι το μεν αθάνατον είναι ανέτρεψε, το δε μένειν έως της παρουσίας εβεβαίωσεν.
 Ει δε ο Παμφίλου Ευσέβιος, την εκκλησιαστικήν γράφων Ιστορίαν και τους χρόνους αυτού, καθ οὕς εβίωσεν, αριθμητούς έθετο, και ως μέχρι των Τραϊανού χρόνων διήρκεσεν, ουδέν μαχόμενον, καν δοκή, λέγει. Εκείνο γαρ έκαστος κατά νουν λαμβανέτω, ως οι του Ενώχ κατάδηλοι χρόνοι, και όσα έτη εν τω κόσμω εβίω, σαφώς· η θεία Γραφή παραδίδωσιν· αλλ οὐ δια τούτο την μετά σώματος αρνήσεταί τις του δικαίου μετάθεσιν. Ταύτη τη δόξη συνάδουσι και αι πράξεις του ηγαπημένου Ιωάννου και ο βίος, ας ουκ ολίγοι προφέρουσι. Κατατεθείς γαρ, φασί, κατά την αυτού εκείνου προτροπήν εν τινι τόπω, ζητηθείς αιφνίδιον ουχ ευρίσκετο, αλλά μόνον το αγίασμα βρύον εξ αυτού του τόπου εν ω προς βραχείαν ροπήν ετέθη· αφ οὗ πάντες, ως πηγήν αγιασμού, το άγιον εκείνο μύρον αρυόμεθα». (Μεγάλου Φωτίου, Ρ.G. 103, 985-988) 90. (Αρχιεπισκόπου Χριστοδούλου, Η Δευτέρα Παρουσία, σελ. 53) 91.«Και γαρ και ο Ηλίας ήξει τότε τους πιστούς ασφαλιζόμενος. Και τούτο ο Χριστός φησίν, “Ηλίας έρχεται, και αποκαταστήσει πάντα”. Δια τούτο είρηται περί Ιωάννου το, “εν δυνάμει και πνεύματι Ηλίου”. Ούτε γαρ σημεία ειργάσατο, καθάπερ Ηλίας, ούτε θαύματα· “Ιωάννης μεν” γαρ, φησί, “σημείον εποίησεν ουδέν· πάντα δε, όσα είπεν Ιωάννης περί τούτου, αληθή ην”. Πως ουν “εν δυνάμει και πνεύματι Ηλίου;” Τουτέστι, την αυτήν αναλήψεται διακονίαν. Καθάπερ ούτος πρόδρομος της προτέρας παρουσίας, ούτω κακείνος πρόδρομος της δευτέρας και ενδόξου αυτού παρουσίας, και εις τούτο φυλάττεται. Μη τοίνυν δείσωμεν...» (Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου, ΕΠΕ 23, 72) 92. (Αρχιεπισκόπου Χριστοδούλου, Η Δευτέρα Παρουσία, σελ. 53) 93. (Ο Άγιος Ανδρέας Καισαρείας (Ρ.G. 106, 340 ε) 94. (Μεγάλου Φωτίου, Ρ.G. 103, 988 Β) 95. (Ο Άγιος Ιππόλυτος (ΒΕΠΕΣ 6, 278) 96. (Ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, «Πατροκοσμάς», σελ. 39) 97. (Προφητεία Αγίου Νείλου. Πιστόν αντίγραφον από το Βιβλίον «Ευαγγελικός Κήπος», της Ιεράς Μονής Σταυροβουνίου Κύπρου) 98. (Δ. Παναγόπουλου, «Άγιοι και Σοφοί περί των μελλόντων να συμβώσι», Προφητεία Αββά Μωϋσέως, σελ. 6). 99. «Αλλά ζητούμεν της παρουσίας ημέτερον σημείον, εκκλησιαστικόν ζητούμεν οι εκκλησιαστικοί. ο δε Σωτήρ φησι· “και τότε σκανδαλισθήσονται πολλοί, και αλλήλους παραδώσουσι, και μισήσουσιν αλλήλους”. Εάν ακούσης, ότι επίσκοποι κατά επισκόπων, και κληρικοί κατά κληρικών, και λαοί κατά λαών μέχρις αιμάτων έρχονται, μη ταραχθής· προγέγραπται γαρ». (Αγίου Κυρίλλου Ιεροσολύμων, ΕΠΕ 2, 130) 100. (Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου, ΕΠΕ 11 Α’, 10) 101. «Πριν δε ταύτα γίνωσι, θ ἀποστείλῃ ο Κύριος Ηλίαν τον Θεσβίτην και τον Ενώχ, ως εύσπλαχνος, δια να παρακινήσωσιν εις την ευσέβειαν το γένος των ανθρώπων, και κηρύξωσι παρρησία την θεογνωσίαν εις πάντας τους ανθρώπους, δια να μη πιστεύσωσιν εις τον Τύραννον ένεκα φόβου, και θέλουσι κράζει και λέγει. Πλάνος είναι, ω άνθρωποι, ας μη πιστεύση κανείς εις αυτόν παντελώς, μηδέ να υπακούση εις τον θεομάχον». (Οσίου Εφραίμ του Σύρου, Τόμος Δ’, σελ. 125, Εκδόσεις Το Περιβόλι της Παναγίας, Θεσ/νίκη 1992) 102. «Αποσταλήσεται δε Ενώχ και Ηλίας ο Θεσβίτης και επιστρέψουσι καρδίας πατέρων επί τέκνα, τουτέστι την συναγωγήν επί τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν και το των αποστόλων κήρυγμα, και υπ αυτού αναιρεθήσονται...». (Αγίου Ιωάννου Δαμασκηνού, Ρ.G. 94, 1217) 103. «Και γαρ και ο Ηλίας ήξει τότε τους πιστούς ασφαλιζόμενος. Και τούτο ο Χριστός φησίν, “Ηλίας έρχεται, και αποκαταστήσει πάντα” (Μαρκ. θ’, 12)... Καθάπερ ούτος πρόδρομος της προτέρας παρουσίας, ούτω κακείνος πρόδρομος της δευτέρας και ενδόξου αυτού παρουσίας, και εις τούτο φυλάττεται. Μη τοίνυν δείσωμεν...». (Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου, ΕΠΕ 23, 72) 104. (Αγίου Ιππολύτου, ΒΕΠΕΣ 6, 284) 105. (Αγίου Ιωάννου Ξιφιλίνου, Ρ.G. 120, 1248) 106. (Πρακτικά Ζ’ Οικ. Συνόδου Β’ Τόμος, σελ. 733) 107. «Τίνος ένεκεν ουκ εξέλυσεν αυτών την δύναμιν; ούτω γαρ αν επίστευσαν. Παραλελυμένον εθεράπευσε, και ουκ επίστευσαν, αλλά μυρία ειργάσατο, και εν αυτώ δε τω πάθει έρριψεν αυτούς υπτίους, και εσκότωσεν αυτών τας όψεις, και ουκ επίστευσαν, και πως αν επίστευσαν, ει την δύναμιν αυτών εξέλυσε;
Ψυχής γαρ απεγνωκυίας χείρον ουδέν, καν σημεία ίδη, καν τέρατα, μένει την αυτήν αναισχυντίαν έχουσα· και γαρ ο Φαραώ, μυρίας δεχόμενος πληγάς, ότε εκολάζετο μόνο, εσωφρονίζετο, και μέχρι της εσχάτης ημέρας τοιούτος έμεινε, διώκων ους απέλυσε. Δια τούτο άνω και κάτω ο Παύλός φησι· “Μη σκληρυνθή τις εξ υμών απάτη της αμαρτίας”. Καθάπερ γαρ οι στύλοι του σώματος νεκρούνται λοιπόν, και ουδεμίαν αίσθησιν έχουσιν, ούτω και ψυχή, όταν πολλοίς κατασχεθή πάθεσι, νεκρούται προς την αρετήν. Καν ετιούν προσενέγκης, ου λαμβάνει του πράγματος αίσθησιν, αλλά καν κόλασιν, καν οτιούν απειλήσης, ανάλγητος μένει».
(Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου


Δεν θα ήταν δίκαιος ο Θεός, αν άφηνε ατιμώρητους τόσο μεγάλους αμαρτωλούς και βασανισμένους τόσους ενάρετους, εάν δεν είχε ετοιμάσει και για τους μεν και για τους δε μια άλλη μελλοντική κατάσταση.
Ακόμη και οι ποιηταί, οι φιλόσοφοι, οι λογογράφοι και όλοι γενικώς οι άνθρωποι εφιλοσόφησαν για την μελλοντική ανταπόδοση, και ωμίλησαν για τις τιμωρίες που υπάρχουν στον άδη. Αν και βεβαίως δεν μπόρεσαν αυτά να τα παρουσιάσουν επακριβώς, διότι εκινήθησαν από σκέψεις, ιδέες και παρακούσματα των αληθινών ιδικών μας δογμάτων, εν τούτοις πήραν μια κάποια εικόνα της κρίσεως.
Έτσι ομιλούν για Κωκυτούς και Πυριφλεγέθοντας ποταμούς και για το νερό της Στυγός και για τον Τάρταρο που απέχει τόσο από την γη, όσο η γη από τον ουρανό και για πολλά άλλα είδη κολάσεων.
Μερικοί λέγουν: Γιατί ο Θεός δεν τιμωρεί εδώ τους αμαρτωλούς; Τους απαντούμε: Για να δείξη την μακροθυμία Του. Για να χορηγήση σωτηρία δια της μετανοίας. Για να μη εξαφανισθή το ανθρώπινο γένος. Για να μη στερήση της σωτηρίας όσους μπορούν να δείξουν θαυμαστή μεταβολή. Διότι, εάν αμέσως μόλις διεπράττετο η αμαρτία τιμωρούσε και εθανάτωνε, πως θα σωζόταν ο Παύλος, πως ο Πέτρος, οι κορυφαίοι αυτοί διδάσκαλοι της οικουμένης; Πως θα κέρδιζε ο Δαβίδ την σωτηρία με την μετάνοια του; Πώς οι Γαλάτες; Πώς τόσοι άλλοι;

Για τον λόγο αυτό ούτε όλους τους τιμωρεί εδώ, αλλά μερικούς, ούτε όλους τους τιμωρεί εκεί. Τον ένα τον τιμωρεί εδώ, τον άλλον εκεί, ώστε με την τιμωρία να διεγείρη όσους ευρίσονται σε μεγάλη αναισθησία, και με την ατιμωρησία να μας κάνη να περιμένουμε τον μέλλοντα αιώνα.

Δεν βλέπεις ότι πολλοί τιμωρούνται σ’ αυτήν την ζωή, όπως αυτοί που πλακώθηκαν από τον πύργο (Λουκ. ιγ’, 4), όπως εκείνοι που το αίμα τους ο Πιλάτος το ανέμειξε με το αίμα των θυσιών που προσέφεραν στον Ναό (Λουκ. ιγ’, 1), όπως εκείνοι οι Κορίνθιοι που εθανατώθηκαν πρόωρα, διότι επλησίασαν στην Θεία Κοινωνία αναξίως (Α’ Κορ. ια’, 30), όπως ο Φαραώ, όπως οι Ιουδαίοι που κατεσφάγησαν από τους βαρβάρους, όπως τόσοι άλλοι και τότε και τώρα και πάντοτε;

Ενώ άλλοι με πολλές αμαρτίες, έφυγαν από την ζωή αυτή, χωρίς να τιμωρηθούν, όπως ο πλούσιος της παραβολής, όπως άλλοι πολλοί.

Αυτά βεβαίως τα ενεργεί ο Θεός, για να ξυπνήση αφ’ ενός όσους δυσπιστούν στα μέλλοντα και για να κάνη αφ’ ετέρου τους πιστούς, από αμελείς, πιο πρόθυμους. Διότι ο Θεός είναι κριτής δίκαιος και ισχυρός και μακρόθυμος, και δεν επιφέρει την τιμωρία καθημερινά (Ψαλμ. ζ’,11). Εάν όμως περιφρονήσουμε την μακροθυμία Του, θα έλθη καιρός που καθόλου δεν θα μακροθυμήση, αλλά αμέσως θα επιφέρη την καταδίκη.

Ας μη το ρίξουμε λοιπόν στα γλεντοκοπήματα και για μία στιγμή μία στιγμή είναι όλη η επίγεια ζωή μας καταλήξουμε στην ατέλειωτη και αιωνία κόλαση. Αλλά μία στιγμή ας κουρασθούμε, για να είμαστε συνεχώς στεφανωμένοι. Δεν βλέπετε και στα βιωτικά θέματα, οι περισσότεροι άνθρωποι έτσι σκέπτονται, και προτιμούν τον μικρό κόπο χάριν της μεγάλης αναπαύσεως, αν και μερικές φορές τα πράγματα έρχονται αντίθετα.

Τι λόγο λοιπόν θα δώσουμε, πες μου, όταν στα βιωτικά προτιμούμε τον κόπο για να επιτύχουμε μικρή ανάπαυση ή και καμμία, διότι είναι αβέβαιο το μέλλον, ενώ στα πνευματικά κάνουμε το αντίθετο, και έτσι με μία μικρή αμέλεια και ραθυμία μας καταλήγουμε σε απερίγραπτη κόλαση; Γι’ αυτό σας παρακαλώ όλους, έστω και αργά να τινάξετε από πάνω σας αυτόν τον λήθαργο. Διότι τον καιρό εκείνο δεν θα μπορέσει κανείς να μας γλυτώση. Ούτε αδελφός ούτε πατέρας ούτε φίλος ούτε γείτονας ούτε κανείς άλλος· αλλά αν καταδικασθούμε από τα έργα μας, όλα θα χαθούν και οπωσδήποτε θα απολεσθούμε.

Πόσο εθρήνησε εκείνος ο πλούσιος και πόσο παρεκάλεσε τον Πατριάρχη Αβραάμ να του στείλη τον Λάζαρο για να του δροσίση την γλώσσα! Αλλά άκου τι έλεγε προς αυτόν ο Αβραάμ: Ανάμεσά μας υπάρχει χάος, ώστε και αν ακόμη θέλουμε, να μη μπορούμε να έρθουμε εκεί (Λουκ. ιστ’, 26). Πόσο παρεκάλεσαν εκείνες οι παρθένες τις συνομήλικες τους για λίγο λάδι! Αλλά άκου τι απάντηση πήραν: Δεν σας δίνουμε, μη τυχόν και δεν επαρκέση και για σας και για μας (Ματθ. κε’,8). Και έτσι κανείς δεν μπόρεσε να τις εισαγάγει στον νυμφώνα.

Ας τα σκεπτώμαστε λοιπόν αυτά και ας επιμελούμεθα τη ζωή μας. Γιατί, όσους κόπους και να υποστής και όσες τιμωρίες, δεν έχουν καμμία σύγκριση προς τα μελλοντικά αγαθά.

Και από την άλλη πλευρά, βάλε εμπρός σου φωτιά και σίδερο και θηρία και ό,τι φοβερώτερο· όλα αυτά ούτε σκιά είναι εν συγκρίσει προς τα μελλοντικά βασανιστήρια. Διότι αυτά όταν μας επιπέσουν με σφοδρότητα, γίνονται πιο ελαφρά, και φέρουν γρήγορα την απαλλαγή, γιατί το σώμα δεν βαστά την σφοδρή και παρατεταμένη τιμωρία. Εκεί όμως συνυπάρχουν και τα δύο και η παράτασις και η σφοδρότης, τόσο στην χαρά όσο και στην λύπη.

Όσο υπάρχει καιρός ας προφθάσουμε το πρόσωπο Του με εξομολόγηση (Ψαλμ. 94,2), ώστε να Τον ιδούμε τότε ήμερο και γαλήνιο απέναντι μας και να γλυτώσουμε από εκείνες τις δυνάμεις τις απειλητικές. Δεν βλέπεις εδώ τους δημίους που εκτελούν τις διαταγές των αρχόντων, πως σύρουν τους κατάδικους, πως τους μαστιγώνουν, πως σχίζουν τις πλευρές τους, πως πλησιάζουν τις λαμπάδες, πως αποκόπτουν και σφάζουν!

Όλα αυτά είναι παιγνίδια και αστεία σε σύγκρισι με τις μελλοντικές τιμωρίες. Διότι αυτές οι κολάσεις είναι προσωρινές, ενώ εκεί ούτε το σκουλήκι σταματά ούτε η φωτιά σβήνει.

Επειδή άκουσες φωτιά, μη νομίσης ότι πρόκειται για φωτιά όμοια με την υλική, γιατί η υλική φωτιά σ’ όποιον πέση τον καίει και τον εξοντώνει και κατά συνέπεια παύει μετά να αισθάνεται κάψιμο. Ενώ εκείνη η φωτιά όποιους περιλάβη θα τους καίη συνεχώς και ποτέ δεν θα σταματά, γι’ αυτό και ονομάζεται άσβεστη , πυρ άσβεστον (Μαρκ. θ’, 43).

Στην μελλοντική ζωή και οι αμαρτωλοί θα γίνουν άφθαρτοι, όχι για τιμή, αλλά για να τιμωρούνται συνεχώς. Αυτό το πράγμα πόσο είναι φοβερό, δεν μπορεί να το παρουσιάσει ο λόγος, αλλά από μερικά παραδείγματα είναι δυνατόν να πάρουμε κάποια μικρή ιδέα.

Εάν καμμία φορά μπήκες μέσα σε λουτρό που έτυχε να καίη περισσότερο από ό,τι έπρεπε, σκέψου τι θα είναι η φωτιά της κολάσεως. Και εάν κάποτε αρρώστησες και είχες πολύ υψηλό πυρετό, φαντάσου τι θα είναι η φλόγα εκείνη της κολάσεως. Εάν το καυτό λουτρό και ο υψηλός πυρετός μας ταλαιπωρεί και μας αναστατώνει, πως θα αντιμετωπίσουμε τον ποταμό της φωτιάς, όταν πέσουμε μέσα του; Τον ποταμό που κυλάει εμπρός στο φοβερό δικαστήριο.

Άκου πως ομιλούν οι προφήτες για την ημέρα εκείνη: Η ημέρα τού Κυρίου είναι αδυσώπητη, γεμάτη από θυμό και οργή (Ήσαία. ιγ’,9). Κανείς τότε δεν μπορεί να μας συμπαρασταθή, κανείς δεν μπορεί να μας γλυτώση. Πουθενά δεν θα βλέπης τότε το πρόσωπο τού Χριστού το ήμερο και γαλήνιο. Αλλά όπως αυτοί που τιμωρούνται να δουλεύουν στα μεταλλεία, παραδίνονται σε σκληρούς ανθρώπους και κανέναν δεν βλέπουν από τους ιδικούς των, παρά μόνο τους αυστηρούς επιστάτες, έτσι θα συμβαίνη και τότε· η καλύτερα, θα συμβαίνη κάτι πολύ πιο άσχημο και πιο φοβερό. Διότι εδώ μπορείς να πας στον βασιλέα και να τον παρακάλεσης, και έτσι να απαλλάξης τον κατάδικο από την ποινή. Εκεί όμως όχι.

Εκεί δεν υπάρχει συγχώρησις, αλλά κάθε κατάδικος ψήνεται και έχει τόσο πόνο που δεν είναι δυνατόν να τον εκφράσει. Εάν εδώ δεν μπορή κανείς λόγος να παραστήση τους δριμείς πόνους, πολύ περισσότερο εκεί. Διότι εδώ σε λίγες στιγμές γίνεται ό,τι έχει να γίνη, ενώ εκεί καίεται το σώμα, χωρίς να φθείρεται και να λυώνη.

Τι θα κάνουμε λοιπόν εκεί; Το λέγω και για τον εαυτό μου. Θα ειπή κάποιος: Αν εσύ ο διδάσκαλος σκέπτεσαι πως θα πας στην κόλαση, εγώ δεν θα πρέπη να καταβάλω καμμία φροντίδα. Τι το αξιοθαύμαστο να κολασθώ και εγώ; Μη σκέπτεσθε, σας παρακαλώ, τέτοιες παρηγοριές. Αυτό δεν φέρει καμμία ανακούφιση.

Πέστε μου· ο διάβολος δεν ήταν άγγελος; Δεν ήταν ανώτερος από τους ανθρώπους; Υπέστη όμως πτώση. Μπορεί λοιπόν να παρηγορηθή κάποιος, επειδή θα κολάζεται μαζί με αυτόν; Ασφαλώς όχι.

Είναι πολύ απατηλός αυτός ο λόγος, το να νομίζη κανείς παρηγοριά την κόλαση μαζί με όλους τους άλλους, και να λέγη, όπως όλοι, έτσι και εγώ. Και γιατί να αναφέρω την μελλοντική κόλαση; Σκέψου αυτούς που έχουν δυνατούς πόνους στα πόδια ποδαλγίαν και δοκιμάζουν δριμεία οδύνη. Αν την ώρα της οδύνης τους δείξης άλλους που υποφέρουν χειρότερα, ούτε που σε προσέχουν. Ο υπερβολικός ιδικός τους πόνος δεν αφήνει την σκέψη τους να ασχοληθή με τους άλλους και να βρουν έτσι παρηγοριά.

Ας μη τρεφώμεθα λοιπόν με απατηλές ελπίδες. Μπορεί κανείς να παρηγορηθή από τα κακά του πλησίον, όταν το πάθημα είναι μέτριο. Όταν όμως η οδύνη είναι υπερβολική, και όλος ο ψυχικός κόσμος είναι γεμάτος ζάλη και ταραχή και η ψυχή δεν μπορεί ούτε τον εαυτό της να γνωρίση, τότε από που να αντλήσει παρηγοριά;

Είναι ελεεινή η κατάστασις στην κόλαση. Υπάρχουν εκεί σκοτάδι και βρυγμός των οδόντων και δεσμά άλυτα και σκουλήκι που δεν πεθαίνει και φωτιά που δεν σβήνει και θλίψις και στενοχώρια και γλώσσες που φλογίζονται και τηγανίζονται, όπως τού πλουσίου της παραβολής! Θα θρηνούμε και κανένας δεν θα μας ακούη, θα στενάζουμε και θα βογγούμε από τον πόνο, και κανένας δεν θα μας προσέχει. Θα κοιτάζουμε γύρω μας, και πουθενά παρηγοριά. Τότε πως να θεωρήσουμε όσους ευρίσκονται σ’ αυτή την κατάσταση; Τι πιο άθλιο από αυτές τις ψυχές; Τι πιο ελεεινό;

Εάν κάποτε μπούμε σε δεσμωτήριο και άλλους τους ιδούμε αδύνατους και χλωμούς, άλλους δεμένους με σιδερένιες αλυσίδες, άλλους κλεισμένους σε όλο σκοτεινά κελλιά, κατασυγκινούμεθα, φρίττουμε, κάνουμε το παν για να μη δοκιμάσουμε κι’ εμείς τέτοια ταλαιπωρία και θλίψη.

Αλλ’ όταν θα οδηγηθούμε δεμένοι στα βασανιστήρια της κολάσεως, ποια θα είναι η θέση μας; Τι θα κάνουμε τότε; Διότι τα δεσμά εκείνα δεν είναι φτιαγμένα από σίδερο, αλλά από φωτιά. Από φωτιά άσβεστη. Κι’ εκείνοι που θα μας επιτηρούν δεν θα είναι άνθρωποι όμοιοι μ’ εμάς, που ίσως καμμιά φορά μαλακώνουν, αλλά σκληροί και φοβεροί άγγελοι, τους οποίους ούτε να κοιτάξη μπορεί κανείς. Άγγελοι γεμάτοι οργή για όσα εξυ­βρίσαμε τον Δεσπότη.

Δεν υπάρχει δυνατότης, όπως συμβαίνει εδώ, να έρθουν επισκέπτες και να φέρουν χρήματα ή τροφές ή να ειπούν λόγια παρηγοριάς. Όλα εκεί είναι χωρίς επιείκεια. Ακόμη και αν ο Νώε ή ο Ιώβ ή ο Δανιήλ έχουν ιδικούς τους κολασμένους, δεν τολμούν να τους συμπαρασταθούν και να τους δώσουν χέρι βοηθείας. Διότι τότε θα παύση να υπάρχη η συμπάθεια της φύσεως και της συγγενείας.

Συμβαίνει, ενάρετοι πατέρες να έχουν αμαρτωλά παιδιά, και παιδιά καλά να έχουν γονείς κακούς το κακό δεν οφείλεται στην φύση και στην συγγένεια, αλλά στην προαίρεσι και για να απολαμβάνουν στον παράδεισο ακεραία την ευφροσύνη, και να μη ταράζωνται από την συμπάθεια προς τους κολαζομένους, σβήνει από τους ενάρετους η συμπάθεια και αγανακτούν και αυτοί μαζί με τον Δεσπότη εναντίον των ιδικών τους σπλάγχνων. Και σ’ αυτή τη ζωή, μερικοί γονείς σαν ιδούν τα παιδιά τους φαύλα και εξαχρειωμένα, τα αποκηρύττουν και τα αποκόβουν από την συγγένεια. Πολύ περισσότερο θα συμβή κάτι τέτοιο στην Κρίση.

Αν έχης φλόγα σαρκικής επιθυμίας, εννόησε την φλόγα εκείνη της κολάσεως, και θα σου σβήση αμέσως και θα εξαφανισθή εντελώς.

Αν θέλησης να ειπής κάτι άπρεπο, θυμήσου τον βρυγμό των οδόντων, και αυτό θα σου είναι χαλινός.

Αν θέλησης να αρπάξης κάτι, άκουσε τον δικαστή να λέγη: Δέσατε τα χέρια του και τα πόδια του και ρίξτε τον στο σκότος το εξώτερο (Ματθ. κβ’, 13). Και έτσι θα αποβάλης αυτή την επιθυμία.

Αν είσαι σκληρός και άσπλαγχνος, θυμήσου εκείνες τις παρθένες, που έσβησαν οι λαμπάδες τους από έλλειψη ελαίου (το έλαιο συμβολίζει την ευσπλαχνία) και αποκλείσθηκαν από τον νυμφώνα. Και έτσι θα γίνης γρήγορα φιλάνθρωπος.

Αν επιθυμής να μεθάς και να διασκεδάζης, άκουσε τον πλούσιο να λέγη: Στείλε τον Λάζαρο, για να δροσίση με την άκρη τού δακτύλου του την φλογισμένη γλώσσα μου (Λουκ. ιστ’, 24) και να μη γίνεται δεκτό το αίτημα του. Και έτσι γρήγορα θα απομακρυνθής από αυτό το πάθος.

Αν έτσι σκεπτώμαστε και απαντούμε στις πονηρές μας επιθυμίες, γρήγορα θα ξεφύγουμε από την κακία και θα κατορθώσουμε την αρετή. Θα σβήσουμε τον έρωτα για τα παρόντα και θα ανάψουμε τον έρωτα για τα μέλλοντα.

Όσα σας είπα για την κόλαση, δεν σάς τα είπα για να σάς τρομάξω ούτε για να κουράσω τις ψυχές σας, αλλά για να τις ξεκουράσω και τις σωφρονίσω.

Και εγώ ήθελα να μην υπάρχη κόλαση. Προ πάντων εγώ. Γιατί; Διότι ενώ εσείς τρέμετε και φοβείσθε ο καθένας για την ιδική σας ψυχή, εγώ αγωνιώ για τόσες ψυχές, για τις οποίες είμαι υπεύθυνος. Και μου είναι πιο δύσκολο να γλυτώσω την κόλαση.

Ας μη δείχνουμε απιστία στο θέμα της κολάσεως, για να μη καταλήξουμε σ’ αυτήν. Όποιος απιστεί, γίνεται πιο ράθυμος. Και όποιος γίνεται πιο ράθυμος, οπωσδήποτε θα καταλήξη σ’ αυτήν.

Αν ενθυμήσθε ό,τι σάς είπα για την κόλαση, θα είναι σαν να χρησιμοποιήτε ένα πικρό φάρμακο, το οποίο μπορεί να σας συμμαζεύση την ψυχή, να αποδιώξη την πολιορκία των πονηρών επιθυμιών και να σας καθαρίση από κάθε κακία. Αρκεί να το έχετε συνεχώς στο μυαλό σας.

Ας το χρησιμοποιούμε λοιπόν αυτό το φάρμακο, για να μας καθαρίση την καρδιά μας, και έτσι καθαροί ν’ αξιωθούμε να ιδούμε όσα οφθαλμός δεν είδε και αυτί δεν άκουσε και μυαλό άνθρωπου δεν σκέφθηκε (Α’ Κορ. β’, 9). Είθε όλοι να αξιωθούμε αυτών των αγαθών, χάριτι και φιλανθρωπία τού Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, μεθ’ ου τω Πατρί, άμα τω αγίω Πνεύματι, δόξα, κράτος, τιμή, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων.
Αμήν.

Ιωάννου Χρυσοστόμου
ΑΠ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ : ΄΄ΦΛΕΓΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ΄΄ ΤΗΣ. ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ



Πάρα πολλοί άνθρωποι δεν πιστεύουν στην κόλαση.Και μιλάμε για πάρα πολλούς από αυτούς που αν τους ρωτήσεις αν πιστεύουν όμως στο Χριστό θα σου πουν ευθύς .Ναι πιστεύω πάρα πολύ ,πάω και εκκλησία, βάζω και κεράκια...Αλλά ξεχνούν όμως τι έχει πει ο Κύριος..
Ο Κύριος είπε ότι θα γίνει κρίση των ανθρώπων, και οι άσπλαχνοι άνθρωποι "ἀπελεύσονται οὗτοι εἰς κόλασιν αἰώνιον, οἱ δὲ δίκαιοι εἰς ζωὴν αἰώνιον"
Και αν το μάτι σου σε σκανδαλίζει, βγάλ' το· είναι καλύτερο σε σένα να μπεις μέσα στη βασιλεία τού Θεού μονόφθαλμος, παρά έχοντας δύο μάτια να ριχτείς στη γέεννα της φωτιάς· όπου «το σκουλήκι τους δεν πεθαίνει, και η φωτιά δεν σβήνει». Επειδή, καθένας θα αλατιστεί με φωτιά. (κατά Μάρκον κεφ 9:χωρ 47).
Μην είσαι άδικος όταν πιστεύεις σε έναν θεό θα πιστεύεις και τα λόγια Του ειδάλως είσαι υποκριτής,ή διαφορετικά θα ήταν πιο δίκαιο να πεις δεν πιστεύω πουθενά...

Οι παράνομες ηδονές δεν διαφέρουν κα­θόλου από τις σκιές και από τα όνειρα. Πριν καλά καλά τις γευθή ο αμαρτωλός, σβήνουν. Ενώ οι τιμωρίες που επισύρουν είναι χωρίς τέλος. Και το γλυκό που προσφέρουν στον άν­θρωπο είναι λίγο, ενώ το πικρό αιώνιο. Όποια σχέση υπάρχει ανάμεσα σ’ ένα όνειρο μιας ημέρας και ολοκλήρου του χρόνου της ζωής μας, τέτοια υπάρχει ανάμεσα στις εδώ απο­λαύσεις και στις μελλοντικές τιμωρίες. Και ποιος, αλήθεια, θα προτιμούσε να ιδή ένα ευχάριστο όνειρο και εξ αιτίας του να τιμωρήται σ’ όλη του την ζωή;
Ας αποφύγουμε, αγαπητοί, την πονηρία του διαβόλου (που μας ξεγελά με μικρά πράγματα και μας κάνει να χάνουμε τα μεγάλα). Ας αποφύγουμε να υποστούμε μαζί με αυτόν την καταδίκη. Για να μην ειπή και σ’ εμάς ο Κριτής: Πορεύεσθε απ’ εμού οι κατηραμένοι εις το πυρ το αιώνιον το ητοιμασμένον τω διαβάλω και τοις αγγέλοις αυτού (Ματθ. κε’, 41).

Αλλά, λέγουν μερικοί, ο Θεός είναι φιλάνθρωπος· δεν πρόκειται να συμβή αυτό. Τους ερωτούμε: Τότε λοιπόν αυτά γράφηκαν χωρίς λόγο; Όχι, αλλά για απειλή, για να είμαστε φρόνιμοι και καλοί. Αλλά, αν δεν είμαστε φρόνιμοι και παρα­μένουμε κακοί, δεν θα επιφέρη την κόλαση; Δεν θα αποδώση στους ενάρετους τις αμοιβές; Ναι. Θα τους αμείψη. Στον Θεόν ταιριάζει να κάνη ευεργεσία και περισσότερο από ό,τι αξίζουμε. Ώστε εκείνα είναι αληθινά, και οπωσδήποτε θα πραγμα­τοποιηθούν, ενώ τα σχετικά με την κόλαση δεν αληθεύουν;

Ω, πόση είναι η κακοτεχνία τού διαβόλου! Ω πόσο απάν­θρωπη είναι αυτή η φιλανθρωπία! Ιδική του είναι αυτή η σκέψις· σκέψις που χορηγεί ανωφελή χάρη και οδηγεί στην αμέλεια και στην ραθυμία. Επειδή γνωρίζει ο διάβολος ότι ο φόβος της κολάσεως ωσάν χαλινάρι σφίγγει και συμμαζεύει την ψυχή μας και την απομακρύνει από το κακό, προσπαθεί πάση θυσία να τον ξερριζώση, ώστε άφοβα να προχωρούμε προς τους γκρεμούς.

Ό,τι αναφέρουμε από την Γραφή για την κόλαση, λέγουν οι αντίθετοι πως γράφθηκε για απειλή. Καλά, ας πούμε ότι αυτό ισχύει για τα μελλοντικά, παρ’ όλο που κάτι τέτοιο είναι πολύ ασεβές. Αλλά για όσα έγιναν, για όσα πραγματοποιήθηκαν, τι έχουν να ειπούν;

Τους ερωτούμε λοιπόν: Ακούσατε για τον κατακλυσμό, για την πανωλεθρία εκείνη; Μήπως και αυτό είχε ειπωθή για απειλή; Δεν έγινε, δεν πραγματοποιήθηκε; Δεν το μαρτυρούν και τα βουνά της Αρμενίας, όπου στάθηκε και παρέμεινε η κιβωτός; Και τα απομεινάρια της κιβωτού αυτής δεν σώζονται μέχρι και τώρα για να θυμίζουν το γεγονός; Έτσι έλεγαν και τότε μερικοί. Και ενώ επί εκατό έτη κατασκευαζόταν η κιβωτός, και ο δίκαιος Νώε εφώναζε, κανείς δεν επίστευε. Και επειδή δεν επίστευσαν στην απειλή των λόγων, υπέστησαν ξαφνικά την τιμω­ρία των πραγμάτων.

Εκείνος λοιπόν που επέφερε σ’ αυτούς τόσο μεγάλη τι­μωρία, δεν θα μας τιμωρήση εμάς πολύ περισσότερο; Διότι βέβαια τα κακά που γίνονται τώρα δεν είναι μικρότερα από τα κακά που εγίνονταν τότε. Τώρα δεν υπάρχει είδος αμαρτίας που να μη διαπράττεται.

Πέστε μου εσείς που έτυχε να πάτε κάποτε στην Παλαι­στίνη. Πέστε να το ακούσουν και όσοι δεν επήγαν. Εκεί που καταλήγει ο ποταμός Ιορδάνης υπάρχει μία περιοχή πολύ εύ­φορη. Η καλύτερα υπήρχε. Τώρα δεν υπάρχει. Ήταν σωστός παράδεισος. Σύμφωνα με την Γραφή, είδε ο Λωτ όλη την περίχωρο του Ιορδανού που ποτιζόταν σαν τον παράδεισο του Θεού (Γένεσ. ιγ’,10). Αυτή λοιπόν η περιοχή η τόσο ευθαλής, που μπορούσε να αμιλλάται τις πιο εύφορες περιοχές, που έφθανε στην βλάστηση τον παράδεισο του Θεού, σήμερα κατήντησε πιο άγονη από όλες τις ερήμους.

Μπορεί να συναντήσεις σ’ αυτήν την περιοχή δένδρα και να δης επάνω τους καρπούς. Αλλά ο καρπός είναι για να θυμίζη την οργή του Θεού. Συναντάς ροδιές. Τα κλωνάρια και ο καρπός φαίνονται ωραία εξωτερικά και σ’ όποιον δεν ξέρει δίνουν πολ­λές ελπίδες. Μόλις όμως πιάσης στα χέρια σου τους καρπούς Και τους σπάσης, μόνο σκόνη και στάχτη θα ιδής να κρύβουν μέσα τους.

Συναντάς εκεί δένδρα και καρπούς, αλλά χωρίς να είναι στην πραγματικότητα δένδρα και καρποί. Συναντάς αέρα και νερό, αλλά δεν έχουν καμμία σχέσι με τον αέρα και το νερό. Όλα εκεί είναι άκαρπα, όλα είναι άγονα, όλα μιλούν για την οργή που ξέσπασε και προεικονίζουν την μελλοντική οργή.

Αυτό που σας ανέφερα μήπως είναι λόγια απειλητικά; Μήπως λόγια που κάνουν κρότο; Όχι δεν πρόκειται για λόγια. Είναι πραγματικότητες.

Εάν λοιπόν κάποιος δεν πιστεύη στην κόλαση, ας συλ­λογίζεται τα Σόδομα, ας σκέπτεται τα Γόμορρα· την τιμωρία που υπέστησαν και που φαίνεται ακόμη. Αυτό είναι σημάδι και απόδειξις για την αιώνια κόλαση.

Μα, θα πήτε, αυτά τα λόγια για την καταστροφή των Σο­δόμων και Γομόρρων είναι κουραστικά. Αλλά εκείνα τα δικά σου λόγια ότι δεν υπάρχει κόλασις και ότι απλώς μας απειλεί ο Θεός, δεν είναι κουραστικά; Εάν εσύ επίστευες στα λόγια τού Χριστού, εγώ δεν θα αναγκαζόμουν να φέρω αποδείξεις για την κόλαση.

Τότε, στα Σόδομα, υπήρχε ένα φοβερό αμάρτημα. Μόνον ένα. Επιδίδονταν σε μια ασέλγεια και γι’ αυτό τιμωρήθηκαν. Τώρα όμως γίνονται αναρίθμητα αμαρτήματα και σαν αυτό και ακόμη χειρότερα. Σε ερωτώ λοιπόν: Ο Θεός που τότε άφησε να ξεσπάση η οργή Του και δεν δυσωπήθηκε ούτε από την ικεσία τού Αβραάμ ούτε από τον Λωτ που κατοικούσε στην πόλι και που τις ίδιες τις θυγατέρες του εξέθεσε προκειμένου να διασώση την τιμή των δύο απεσταλμένων Του, πως τώρα θα μας λυπηθή με τόσα αμαρτήματα; Τα λόγια αυτά, ότι δεν υπάρχει κόλαση, είναι αστεία, φλυαρίες, πλάνη και απάτη του διαβόλου.

Θέλεις να σου φέρω και άλλο παράδειγμα; Θα σου φέρω τον γνωστό Φαραώ, τον βασιλέα της Αιγύπτου. Γνωρίζεις ασφα­λώς πως τιμωρήθηκε και πως καταποντίσθηκε και αυτός και τα άρματά του και το ιππικό του στην Ερυθρά θάλασσα.

Θέλεις και άλλα παραδείγματα, γιατί θα μου πης ότι εκεί­νος ήταν πολύ ασεβής. Και πράγματι ήταν ασεβής. Γι’ αυτό θα σου δείξω πως τιμωρήθηκαν άλλοι που πίστευαν και ήταν κοντά στον Θεόν. Άκουσε τι λέγει ο Παύλος: Ας μη πορνεύουμε, όπως και μερικοί από αυτούς (τους Ισραηλίτες στην έρημο), και εξ αιτίας αυτού θανατώθηκαν σε μία ημέρα εικοσιτρείς χι­λιάδες. Και ας μη γογγύζουμε, όπως μερικοί απ’ αυτούς, και απωλέσθησαν από τον εξολοθρευτή άγγελο. Και ας μη πειράζουμε τον Χριστόν, όπως μερικοί απ’ αυτούς, και θανατώθηκαν από τα φίδια (Α’ Κορ. ι’, 810).

Αν λοιπόν είχε τέτοιο ολέθριο αποτέλεσμα η πορνεία και ο γογγυσμός, τι ολέθριες συνέπειες θα έχουν τα ιδικά μας αμαρτήματα;

Εάν όμως ο Θεός τώρα δεν τιμωρή αμέσως, μη θαυμάσης. Εκείνοι δεν ήξεραν τίποτε για μελλοντική κόλαση, γι’ αυτό και ετιμωρούντο την ίδια ώρα. Εσύ όμως όσες αμαρτίες διαπράττεις, και αν καθόλου δεν τιμωρηθής εδώ, θα τις πληρώσεις εκεί. Έπειτα σκέψου και τούτο: Εάν εκείνους, τους Ισραηλίτες, που ευρίσκονταν σε νηπιακή πνευματική κατάσταση και δεν διέπρα­ξαν τόσο μεγάλες αμαρτίες, τους τιμώρησε πολύ, πως λοιπόν εμάς θα μας λυπηθή; Κάτι τέτοιο θα ήταν παράλογο. Εμείς, έστω και αν διαπράττουμε τις ίδιες αμαρτίες, αξίζουμε μεγαλύ­τερη κόλαση. Γιατί; Διότι γευθήκαμε περισσότερη Χάρη. Όταν λοιπόν είμαστε ένοχοι για περισσότερα και μεγαλύτερα αμαρτή­ματα, πως δεν θα τιμωρηθούμε;

Θα πω και κάτι άλλο για τους Ισραηλίτες. Και ας μη νομίση κανείς ότι τους θαυμάζω ή ότι τους συγχωρώ. Μη γέ­νοιτο! Όταν ο Θεός τιμωρή, εκείνος που θα κρίνη διαφορετικά, το κάνει από σκέψη διαβολική. Όχι, δεν τους επαινώ, ούτε τους συγχωρώ, αλλά θέλω να δείξω την δική μας κακία. Εκείνοι λοι­πόν έπεφταν μεν στην πορνεία, αλλά μόλις είχαν βγή από το κακό περιβάλλον της Αιγύπτου, και καλά καλά δεν είχαν ακούσει τι κακό είναι η πορνεία. Ενώ εμείς έχουμε παραλάβει από τις προηγούμενες γενεές τις σωτήριες διδασκαλίες. Κατά συνέπεια αξίζουμε περισσότερη κόλαση.

Θέλεις να ακούσης και μερικά ακόμη, όσα έπαθαν δηλαδή οι Ισραηλίτες — πείνες, λοιμώδεις αρρώστειες, πολέμους, αιχμαλωσίες — στην εποχή των Βαβυλωνίων, των Ασσυρίων, των Μακεδόνων, του Αδριανού και τού Βεσπασιανού; Θέλω, αγαπητέ, να σου τα διηγηθώ, αλλά μη φύγης μακρυά.

Προηγουμένως θα σου διηγηθώ κάποιο άλλο: Είχε πέσει κάποτε πείνα, και ο βασιλεύς εβάδιζε στο τείχος της Σαμάρειας. Τον πλησιάζει μία γυναίκα και δείχνοντας του μίαν άλλη, του λέγει: Βασιλεύ,. αυτή η γυναίκα μου είπε: Να ψήσουμε σήμερα και να φάμε τον δικό σου γυιό, και αύριο τον δικό μου. Και ψή­σαμε και φάγαμε τον δικό μου, αλλά τον δικό της δεν τον δίνει (Δ’ Βασιλ. στ’,26 28). Ποια συμφορά χειρότερη από αυτή μπο­ρούσε να υπάρξη. Και άλλου σημειώνει ο Προφήτης: Χέρια ευσπλαγχνικών γυναικών έψησαν τα παιδιά τους (Θρήνοι, δ’,10). Τέτοια τιμωρία υπέστησαν οι Ιουδαίοι. Εμείς λοιπόν δεν θα υποστούμε πολύ μεγαλύτερη;

Θέλεις να ακούσης και άλλες Ιουδαϊκές συμφορές; Διά­βασε τα βιβλία που έγραψε ο ιστορικός Ιώσηπος, και τότε θα μάθης όλη εκείνη την τραγωδία (της καταστροφής της Ιερουσαλήμ — 70 μ. Χ.). Ανάμεσα στα άλλα δεινά έπεσαν σε τόση φοβερή πείνα, που αναγκάσθηκαν να φάγουν και τις ζώνες τους και τα υποδήματα τους και άλλα πιο βδελυκτά πράγματα. Όλα η ανάγκη τα ωδηγούσε στο στόμα, όπως ση­μείωσε κάπου ο συγγραφεύς αυτός. Και δεν σταμάτησαν σ’ αυτά, αλλά έφθασαν στο σημείο να φάγουν τα ίδια τα παιδιά τους!

Ίσως έτσι σε πείσουμε ότι υπάρχει κόλαση. Σκέψου; Εάν εκείνοι κολάζονταν, εμείς γιατί να μη κολασθούμε; Και πως είναι λογικό να μη κολαζώμαστε, την στιγμή που δια­πράττουμε χειρότερα αμαρτήματα; Το πράγμα είναι απλούν: Δεν τιμωρούμεθα, διότι μας περιμένει η μελλοντική κόλαση. Υπάρχει άμεση σχέσις μεταξύ αμαρτίας και κολάσεως. Και πριν από την μελλοντική κόλαση, οι πονηροί και οι αμαρ­τωλοί κολάζονται εδώ.

Βλέπεις έναν άνθρωπο που απολαμβάνει πολυτελή φαγη­τά και φορεί μεταξωτά ρούχα και προχωρεί έφιππος και με συνοδεία και καμαρώνει στην αγορά. Μη σταματήσης στα εξω­τερικά, αλλά άνοιξε και παρατήρησε την συνείδησή του, και θα ιδής εκεί μέσα πολύ θόρυβο από αμαρτίες, συνεχή φόβο, ανατα­ραχή. Θα ιδής να κάθεται η συνείδησις σαν δικαστής σε βασι­λικό θρόνο και οι λογισμοί να παραστέκουν σαν δήμιοι και να κρεμά την διάνοια και να την τιμωρή και να την πληγώνη για τα αμαρτήματα και να φωνάζη δυνατά. Και όλα αυτά χωρίς κανείς να τα αντιλαμβάνεται, παρά μόνο ο Θεός.

Ο μοιχός επί παραδείγματι, όσο πλούσιος και αν είναι, όσο και αν δεν τον κατηγορή κανείς, δεν παύει μέσα του να κατηγορή ο ίδιος τον εαυτό του. Η ηδονή που απήλαυσε υπήρξε πρόσκαιρη, ενώ η οδύνη διαρκής. Από παντού τον περικυκλώ­νει φόβος και τρόμος, υποψία και αγωνία. Φοβάται τα στενά δρομάκια, τρέμει τις σκιές, τρέμει τους υπηρέτες του, αυτούς που γνωρίζουν την υπόθεσι, αυτούς που την αγνοούν, την αδικη­μένη γυναίκα, τον ατιμασμένο σύζυγο.

Όπου και να πάη, περιφέρει μαζί του σαν αμείλικτο κατήγορο, την συνείδηση. Μόνος του καταδικάζει τον εαυτό του, και δεν μπορεί καν να πάρη αναπνοή. Είτε ευρίσκεται στο κρεβάτι είτε στο τραπέζι είτε στην αγορά είτε στο σπίτι είτε ημέρα είτε νύχτα, ακόμη και στα όνειρα βλέπει την αμαρτία πού διέπραξε και ζει την ζωή του Κάϊν, στενάζοντας και τρέμον­τας όπως εκείνος. Και ενώ κανείς δεν το γνωρίζει, αυτός κου­βαλάει μέσα του φωτιά.

Παρόμοια πάσχουν και οι άρπαγες και οι πλεονέκτες. Επίσης και οι μέθυσοι, και γενικώς καθένας που ζει μέσα στην αμαρτία. Διότι είναι αδύνατο να καταργηθή το δικαστήριο της συνειδήσεως.

Όταν λοιπόν δεν ζούμε μέσα στην αρετή, υποφέρουμε γι’ αυτό. Όταν ζούμε μέσα στην κακία, μόλις σταματήση η ηδονή της αμαρτίας αρχίζει η οδύνη.

Και αν ακόμη δεν υπήρχε κόλαση, το να χάση κανείς τον παράδεισο, μικρή κόλαση είναι; Μικρή τιμωρία είναι το να μη καταταγή στην χορεία των εισερχομένων στον παράδεισο; Το να στερηθή από την ανέκφραστη εκείνη δόξα; Το να αποκλεισθή από εκείνη την πανήγυρι και τα ανεκλάλητα αγαθά και να πεταχθή έξω;

Γνωρίζω ότι πολλοί φρίττουν και τρέμουν μόλις σκεφθούν την κόλασι. Εγώ όμως την έκπτωσι από την δόξα του παραδεί­σου την θεωρώ πολύ πικρότερη από την κόλαση. Εάν βέβαια δεν είναι δυνατόν να παρουσιασθή αυτό με λόγια, δεν έχει ση­μασία. Άλλωστε δεν γνωρίζουμε την μακαριότητα εκείνων των αγαθών, ώστε να κατανοήσουμε ακριβώς και την αθλιότητα που έχει η στέρησίς τους. Ο Παύλος όμως που τα εγνώριζε αυτά με ακρίβεια, μας βεβαιώνει πως η έκπτωσις από την δόξα του Χρι­στού είναι το χειρότερο απ’ όλα. Εμείς αυτό θα το αντιληφθούμε, όταν τύχη και το δοκιμάσουμε στην πράξη.

Αλλά ας μη πάθουμε ποτέ τέτοιο πράγμα, ω Μονογενή Υιέ τού Θεού, και ας μη γευθούμε ποτέ την ανυπόφορη κόλαση.

Πόσο κακό είναι να χάσουμε εκείνα τα αγαθά, δεν μπορεί κανείς εύκολα να το περιγράψη. Εγώ όμως όσο μου είναι δυνατό, θα προσπαθήσω και θα αγωνισθώ να σας το παρουσιάσω κάπως με ένα παράδειγμα.

Ας υποθέσουμε ότι υπάρχει ένα αξιοθαύμαστο παιδί, που μαζί με την αρετή έχει και την βασιλεία όλης της οικουμένης. Και είναι τόσο πολύ ενάρετο προς όλους, ώστε να μπορή να τους κάνη όλους να το αγαπούν στοργικά, σα να ήταν πατέρες του· να το βλέπουν με πατρική φιλοστοργία να το νιώθουν σαν παιδί τους.

Φαντασθήτε τώρα τι δεν θα είναι έτοιμος να υποστή με ευχαρίστηση ο ιδικός του πατέρας, για να μη χάσει την σχέση του και την συντροφιά του! Τι μικρό ή μεγάλο κακό δεν θα είναι έτοιμος να δοκιμάση, προκειμένου να το βλέπη και να το απολαμβάνη;

Κάτι παρόμοιο ας σκεπτώμαστε και για εκείνη την δόξα. Δεν είναι τόσο ποθητό και αγαπητό στον πατέρα το παιδί, όσο ενάρετο και αν είναι, σαν την απόκτηση εκείνων των αγαθών, σαν το αναλύσαι και συν Χριστώ είναι (Φιλιπ. α’,23), να φύγη δηλαδή κανείς από αυτήν την ζωή και να πάη κοντά στον Χριστόν.

Η γέεννα και η κόλαση είναι ένα πράγμα αφόρητο. Πλην όμως, έστω και αν βάλη κανείς αναρίθμητες κολάσεις, τίποτε δεν ισοδυναμεί με το να χάσουμε την μακαρία εκείνη δόξα, το να μισηθούμε από τον Χριστόν, το να ακούσουμε δεν σας γνω­ρίζω (Λουκ. ιγ’,27), το να κατηγορηθούμε ότι Τον είδαμε πεινα­σμένο και δεν Τον εθρέψαμε. Θα ήταν προτιμότερο να υποστού­με αναρίθμητους κεραυνούς, παρά να ιδούμε το πρόσωπο εκείνο το ήμερο να μας αποστρέφεται και το γαλήνιο μάτι να μη ανέ­χεται να μας βλέπη.

Δεν βλέπεις ότι μερικοί έχουν περιπέσει σε συμφορές, είναι ανάπηροι στο σώμα και υποφέρουν τα πάνδεινα, ενώ άλλοι καλοπερνούν; Μερικοί που διέπραξαν φόνους τιμωρούνται, ενώ άλλοι ξεφεύγουν την τιμωρία. Μερικοί από τους μοιχούς τιμω­ρούνται, ενώ άλλοι πεθαίνουν ατιμώρητοι. Αλλά και πόσοι τυμβωρύχοι δεν διέφυγαν την τιμωρία; Πόσοι ληστές; Πόσοι πλεονέκτες; Πόσοι κλέπτες και άρπαγες;

Όταν λοιπόν ιδής ανθρώπους που διέπραξαν τα ίδια αμαρτήματα ή και περισσότερα, και μένουν ατιμώρητοι, θα πρέπη θέλοντας και μη να παραδεχθής ότι υπάρχει κόλασιη γιατί φυσικά ο Θεός δεν είναι προσωπολήπτης (Πράξ. ι’,34)

.ΙΩΑΝΝΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ
ΑΠ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ : ΄΄ΦΛΕΓΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ΄΄ ΤΗΣ. ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ

Author Name

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

Από το Blogger.