Articles by "άγιοι όσιοι ομολογητές"

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα άγιοι όσιοι ομολογητές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παραθέτουμε παρακάτω την επίσκεψη της αγίας στον Γέροντα Παΐσιο όπως την περιγράφει ο ίδιος ο Γέροντας και όπως διασώθηκε στο βιβλίο του Ιερομονάχου Ισαάκ, Βίος «Γέροντος Παϊσίου του Αγιορείτου».
 Το θαυμαστό γεγονός.
..Ήταν στην αυλή της Καλύβης του ο Γέροντας, όταν τον

 Ο γέροντας Παΐσιος συνιστούσε και στους λαϊκούς να διαβάζουν τον αββά Ισαάκ τον Σύρο, αλλά λίγο- λίγο, για να τον αφομοιώνουν. Έλεγε ότι το βιβλίο αυτό αξίζει όσο ολόκληρο πατερική βιβλιοθήκη.
Στο βιβλίο που διάβαζε, κάτω από την εικόνα του Αγίου που κρατά στο χέρι του ένα φτερό και γράφει, σημείωσε: ¨Αββά μου , δος μου την πένα σου, για να υπογραμμίσω ολόκληρο το βιβλίο σου” (Αξίζει δηλαδή να υπογραμμιστεί ολόκληρο το βιβλίο)

Πρώτα, λοιπόν, ας ξέρουμε, ότι οι δαίμονες, όχι γιατί λέγονται δαίμονες, έτσι κι' έγιναν. Διότι ο Θεός δεν έκαμε τίποτα κακό. Καλοί πλάσθηκαν κι' αυτοί. Επειδή όμως ξέπεσαν από το ουράνιο φρόνημα (από την αγαθή πνευματική προαίρεση) και του λοιπού κυλιούνται γύρω από τη γη (διαρκώς ασχολούνται περί τα γήινα), τους μεν Έλληνες εξαπάτησαν με τις (μυθολογικές) φαντασίες των, από φθόνο δε προς εμάς τους Χριστιανούς, κινούν τα πάντα εναντίον μας, θέλοντας να μας εμποδίσουν την άνοδό μας προς τους ουρανούς, για να μην ανεβούμε εμείς εκεί, απ' όπου έπεσαν αυτοί.

Ο Άγιος Γεώργιος γεννήθηκε το 1808 μ.Χ. στο χωριό Τζούρχλι (ή Τζούραλη) της επαρχίας Γρεβενών (σήμερα φέρει την ονομασία Άγιος Γεώργιος), από γονείς φτωχούς γεωργούς, τον Κωνσταντίνο και τη Βασίλω.

Ο Άγιος Σεραφείμ έζησε έδρασε και έλαμψε τον 18ον και 19ον αιώνα (1759— 1833). Γεννήθηκε στις 19 Ιουλίου του 1759 στην πόλη Κούρσκ και παρέμεινε εκεί μέχρι το 18ο έτος της ηλικίας του. Σε αυτήν την

Ο αναμάρτητος Υιός του Θεού, που εκούσια υπέμεινες τον σταυρικό θάνατο για τη σωτηρία μας, για να σώσεις το γένος μας, που είχε φυλακισθεί στα κατώτατά της γης, Συ που με το θάνατό Σου επήγασες ζωή στον κόσμο, και νέκρωσες τον θάνατο και σαν σκηνή ξέσκισες και κατέστρεψες το δεσμωτήριο του Άδη, η βροχή της αφθαρσίας, ο ατίμητος μαργαρίτης της θείας αστραπής, το ζωηφόρο σταφύλι που αποστάζεις το γλυκασμό της παγκόσμιας σωτηρίας, το αληθινό και ανέσπερο φως...
ο Λόγος, η σοφία και η δύναμη του Θεού Πατέρα, η λάμψη της δόξας του Θεού, ακατάληπτε και ανεξερεύνητε Χριστέ, ο μόνος εύσπλαγχνος και συμπαθής, δείξε και σε μένα τον αμαρτωλό την πολλή Σου αγαθότητα, και ακούοντας τις παρακλήσεις μου, δώρησέ μου όλα όσα σου ζητώ. Μη με αποδοκιμάσεις τον αδιόρθωτο. Μη με απορρίψεις τον ράθυμο και ανυπόμονο. Μην πείς σε μένα τον άθλιο στη Δευτέρα Παρουσία Σου: «Τι υπέμεινες για μένα;» γιατί δεν υπέφερα ποτέ έστω και λίγο... Λυπήσου, Κύριε, λυπήσου, εύσπλαγχνε, λυπήσου, φιλάνθρωπε, λυπήσου, μόνε αγαθέ, και μη με κρίνεις ανάξιό της αγάπης 
Σου. Μη με ελέγξεις οργισμένος και μη θυμηθείς τις παλιές και τις πρόσφατες ανομίες μου. Σε Σένα τον Κύριο και Θεό είναι η δικαιοσύνη και σε μένα η ντροπή... Σπλαγχνίσου με και ελέησέ με μόνο για την αγαθότητά Σου. 
Στήριξε την ψυχή μου Συ που ανορθώνεις τους πεσμένους. Δες, οι αμαρτίες μου είναι μεγάλες και πολλές, και η προσευχή μου είναι αδύνατη, και η σκληρότητα της καρδιάς μου ξήρανε τα δάκρυα της μετάνοιας... Βοήθησέ με, Κύριε, κατά το μέγα έλεός Σου και σώσέ με τον ασεβή χάρη στην ευσπλαγχνία Σου. Με τις πρεσβείες της Κυρίας Θεοτόκου και όλων των Αγίων... Αμήν

Ο γέροντας γεννήθηκε σης 5 Νοεμβρίου 1920 από ευσεβείς γονείς. Την Θεοδώρα από το Λιβίσι της Μικράς Ασίας και τον Σταύρο από την Ρόδο. Η οικογένεια της μητέρας του ήταν γνωστοί στο Πατριαρχείο, ευεργέτες των σχολείων της Μάκρης και με σπουδαία εκκλησιαστική παράδοση. Στις αρχές του 1922 «Τούρκοι πιάσανε τον πατέρα του ο οποίος οδηγήθηκε στα βάθη της Ασίας.
Μετά την καταστροφή η οικογένεια του ακολούθησε τον σκληρό δρόμο της προσφυγιάς. Το καράβι τους μετέφερε στην Ιτέα και από εκεί πήγαν στην Άμφισσα Εκεί για καλή τους τύχη το 1925 βρήκαν τον πατέρα του μικρού Ιακώβου και μαζί πλέον η οικογένεια μετακινήθηκε στο χωριό Φαράκλα της Εύβοιας. Ο μικρός Ιάκωβος ήταν επτά χρονών και είχε μάθει απέξω την θεία Λειτουργία χωρίς να γνωρίζει γράμματα. Το 1927 πήγε σχολείο και διακρίθηκε για τις επιδόσεις του. 
Η αγάπη του για την εκκλησία ήταν έκδηλη. Την ίδια χρονιά εμφανίσθηκε μπροστά του η Αγία Παρασκευή και του φανέρωσε το λαμπρό εκκλησιαστικό του μέλλον ενώ συχνά διάβαζε ευχές, προσευχόταν και θεράπευε συγχωριανούς του. Το 1933 τελείωσε το δημοτικό αλλά οι οικονομικές δυσκολίες της οικογένειας του δεν του επέτρεψαν να συνεχίσει στο γυμνάσιο. Ακολούθησε τον πατέρα του στην δουλειά του. Ο μητροπολίτης Χαλκίδος εντυπωσιασμένος από το ψάλσιμο του τον χειροθέτησε αναγνώστη. Από το 1938 και μετά η ζωή του ήταν καθαρά ασκητική. Έτρωγε λίγο, κοιμόταν ελάχιστα, προσευχόταν συνεχώς και δούλευε σκληρά. Τα βάσανα και οι κακουχίες της κατοχής ταλαιπώρησαν τους άτυχους πρόσφυγες. Τον Ιούλιο του 1942 πέθανε η μητέρα του προλέγοντας του ότι θα γίνει ιερέας. Το 1947 ο Ιάκωβος πήγε στρατιώτης. Τα πειράγματα των συναδέλφων του που του είχαν βγάλει το παρατσούκλι ο «πάτερ Ιάκωβος» αλλά και ο χλευασμός τους δεν τον πτοούσαν. Ο διοικητής του τον εκτιμούσε ιδιαίτερα και ήταν από τους λίγους που κατάλαβε το λαμπρό μέλλον που θα είχε το νεαρό προσφυγόπουλο. Μετά την απόλυση του από το στρατό (1949) ο Ιάκωβος σε ηλικία 29 χρονών χάνει και τον πατέρα του. Ο αγώνας του τώρα για να αποκαταστήσει την αδελφή γίνεται εντονότερος, χωρίς όμως να παραμελεί αυτό το οποίο ποθεί από τα παιδικά του χρόνια. Να γίνει μοναχός.
 Η ΝΕΑ ΤΟΥ ΖΩΗ ΣΑΝ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΣ
 Έχοντας εκπληρώσει την επιθυμία της μητέρας του, να παντρέψει την αδελφή του το Νοέμβριο του 1952 προσέρχεται στο μοναστήρι του Οσίου Δαβίδ στις Ροβιές, για να εκπληρώσει και την δική του επιθυμία 
Σε ηλικία 32 ετών πλέον ο Ιάκωβος γίνεται δόκιμος μοναχός και στις 19 Δεκεμβρίου 1952 στην Χαλκίδα ο Μητροπολίτης Γρηγόριος τον χειροτόνησε ιερέα. Έτσι συνέχισε η ζωή του ασκητή Ιάκωβου, εργασία στο μοναστήρι, προσευχή στο ασκητήριο του Οσίου Δαβίδ, οι θεοπτίες και θαύματα τα οποία με τον καιρό πλήθαιναν. Ο βαθμός άσκησης του ήλθε σε υψηλά πνευματικά επίπεδα και πολλές φορές οι δαίμονες τον έδειραν βάναυσα Ο ίδιος έβλεπε και συνομιλούσε συχνά με τους οσίους Δαβίδ και Ιωάννη Ρώσο, ενώ το προορατικό του χάρισμα ήταν σπουδαίο. Τον Αύγουστο του 1963 με θαυμαστό τρόπο τάισε με δυόμισι οκάδες μανέστρα, 75 εργάτες με πλουσιοπάροχες μερίδες και περίσσεψε και μισή κατσαρόλα.! Στις 25 Ιουνίου 1975 ο γέροντας Ιάκωβος ανέλαβε το πηδάλιο της μονής της μετανοίας του. Από την λιτοδίαιτη και ασκητική ζωή η υγεία Του άρχισε να κλονίζεται. Οι φλέβες του ποδιών του ήταν σάπιες, έκανε εγχείριση Βουβωνοκήλης, σκωληκοειδίτιδας, προστάτη, καρδιάς και σύμφωνα με τις μαρτυρίες του καθηγητή Κρεμαστινού που του έβαλε τον βηματοδότη «..η θεία δύναμη κρατούσε τον παππού..». Από το 1990 και μετά ο γέροντας δεν είχε πλέον δυνάμεις και οι κρίσεις στην υγεία του αυξήθηκαν. Τον Σεπτέμβριο του 1991 μετά από μικρο-εμφράγματα νοσηλεύθηκε στο Γενικό Κρατικό. Επιστρέφοντας στην μονή έπαθε φλεγμονή η οποία εξελίχτηκε σε πνευμονία Ο ίδιος είχε διαισθανθεί το τέλος του. Το πρωί της 21ης Νοεμβρίου 1991 πήγε στην ακολουθία, έψαλε και κοινώνησε. Μετά εξομολόγησε μερικούς πιστούς και έκανε τον γύρο της μονής εσωτερικά και εξωτερικά. Το μεσημέρι εξομολόγησε μία πνευματική του κόρη, ενώ τον υποτακτικό του Ιλαρίωνα, τον οποίον εκείνη την μέρα θα χειροτονούσε σε ιεροδιάκονο ο μητροπολίτης Χαλκίδος. Μόλις ήλθαν οι πατέρες ο γέροντας προσπάθησε να σηκωθεί, αλλά ζαλίστηκε. Η αναπνοή του βάρυνε, ο σφυγμός του εξασθένησε και από τα χείλη του βγήκε ένα μικρό φύσημα Ο γέροντας είχε πάρει πλέον τον δρόμο για την μακαρία ζωή. Οι λαϊκοί που ειδοποιήθηκαν γη την κηδεία του ήταν ελάχιστοι. Τα τηλέφωνα πήραν φωτιά ο ένας στον άλλο μετέδιδαν το θλιβερό γεγονός. Την επόμενη μέρα χιλιάδες κόσμου κατέκλυσαν το μοναστήρι, κληρικοί όλων των βαθμίδων, πνευματικοπαίδια του γέροντα από όλη την Ελλάδα, ήλθαν να δώσουν τον τελευταίο ασπασμό. Η αυλή της μονής ήταν κατάμεστη. Η νεκρώσιμος ακολουθία εψάλη στο ύπαιθρο και μετά από τους επικήδειους λόγους, ο πρώην Κεφαλληνίας Προκόπιος είπε να υψώσουν το φέρετρο ψηλά να δουν α πιστοί τον Όσιο γέροντα. Μόλις εφάνη το ιερό λείψανο με μία φωνή οι χιλιάδες των πιστών κραύγασαν « Άγιος, Άγιος». Σήμερα 10 χρόνια ακριβώς μετά από εκείνη την ημέρα που γράφονται οι γραμμές αυτές, έχει γίνει πλέον πεποίθηση σε όλη την Ελλάδα ότι ο γέροντας Ιάκωβος με τα δεκάδες μετά θάνατον του θαύματα, έχει καταταγεί στην χορεία των Αγίων. Μένει να το αντιληφθούν και οι εκκλησιαστικοί μας ταγοί και να του δώσουν και αυτοί την θέση που του αρμόζει και επίσημα στην ιεραρχία της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Εμείς αιτούμεθα από τον γέροντα Όσιο Ιάκωβο να μας προστατεύει και να πρεσβεύει υπέρ ημών στον Κύριο και Θεό μας. Το δεύτερο μέρος άρθρου του Αρχιμανδρίτη π. Κυρίλλου, Καθηγουμένου Ιεράς Μονής Οσίου Δαυίδ Ευβοίας στο περιοδικό «ΠΕΜΠΤΟΥΣΙΑ», αφιερωμένο στον Γέροντα Ιάκωβο
Η επιθυμία του π. Ιακώβου ήταν να πάει στους Αγίους Τόπους κι εκεί να ζήσει στην Έρημο ως Ασκητής. Θεώρησε όμως καλό πριν ξεκινήσει για τους Αγίους Τόπους να επισκεφθεί το μοναστήρι του Όσιου Δαυίδ, για να ζητήσει τη βοήθεια και τη μεσιτεία του οσίου. Ή ολοζώντανη όμως εμφάνιση ενώπιον του με την άφιξη του εκεί του ίδιου του οσίου Δαυίδ πού τον υποδέχθηκε και η ουράνια και παραδείσια πολιτεία των ασκητών πού είδε μπροστά του σε δράμα, αντί του παλαιού και ερειπωμένου Μοναστηριού πού υπήρχε στην πραγματικότητα, τον έκαναν να υποσχεθεί στον Άγιο, ότι θα παραμείνει στη Μονή, όπως και παρέμεινε. Την εποχή εκείνη ζούσαν στη Μονή τρία γεροντάκια με το ιδιόρρυθμο σύστημα. Ηγούμενος ήταν ο μακαριστός αρχιμανδρίτης Νικόδημος Θωμάς, άνθρωπος ενάρετος, ηθικός και πολύ ελεήμων, εργασθείς με πολύ ζήλο για την αναστήλωση της Μονής. Ή μοναχική ζωή του Γέροντα Ιακώβου Ό πατήρ Ιάκωβος ξεκινώντας τη μοναχική ζωή έβαλε αρχή απαράβατη την υπακοή και δεν έκανε τίποτα χωρίς ευλογία του ηγουμένου, την οποία για να λάβει απαιτείτο πολλές φορές να κάνει κοπιαστικές πορείες τεσσάρων και πέντε ωρών, αφού ο Γέροντας του ασκώντας και εφημεριακά καθήκοντα ευρίσκετο συχνά στην κωμόπολη της Λίμνης. Ή αγόγγυστη υπακοή αυτή του π. Ιακώβου και ο πύρινος ζήλος με τον όποιο εργαζόταν στην πνευματική και σωματική εργασία μέσα στη Μονή εκίνησαν το φθόνο του μισόκαλου διαβόλου, ο όποιος αρχικά ξεσήκωσε τους παλαιούς ιδιόρρυθμους πατέρες εναντίον του. Θλίψεις, πικρίες και δοκιμασίες πολλές επέτρεψε ο Θεός και τον βρήκαν εξ αίτιας της συμπεριφοράς των πατέρων αυτών. Όμως δεν κάμφθηκε, συνέχισε τον αγώνα του. Δοκιμασίες και πειρασμοί Από την άλλη είχε να αντιμετωπίσει τη δοκιμασία της απίστευτης φτώχειας της Μονής, εκείνης της εποχής και του ερειπωμένου παγωμένου κελιού του με τα χαλασμένα παντζούρια πού από τις χαραμάδες τους στους βαρείς χειμώνες ό αέρας περνούσε το χιόνι μέσα, και με τα τρύπια πατώματα, πού από κάτω τους βάζανε τα γίδια της Μονής. Ακόμη ή στέρηση απολύτως αναγκαίων αγαθών και των χειμερινών ακόμη ρούχων και παπουτσιών τον έκαναν με τις βροχές, τους πάγους και το πολύ χιόνι να τρέμει σύγκορμος και να αρρωσταίνει συχνά.
 Όλες αυτές οι ταλαιπωρίες στιγμάτιζαν το σώμα του, καμμιά όμως δεν βρήκε την ψυχή του, καμμιά δεν πείραξε το πνεύμα του. Άλλα κι ο σατανάς δεν έπαυε να τον πολεμά βάζοντας όλη την τέχνη του και χρησιμοποιώντας όλα τα τεχνάσματα του. Δεν αρκούνταν στον πνευματικό, τον αόρατο πόλεμο όπου τσακιζόταν πάνω στην υπακοή, την προσευχή, την πραότητα και την ταπείνωση του Γέροντα, αλλά τον πολέμησε και αισθητά, ορατά. Δεκαοκτώ κάποια φορά με διάφορες μορφές σαν άνθρωποι, σαν πίθηκοι κ.ά., όρμησαν επάνω του την ώρα πού εργαζόταν: από τα χτυπήματα τους και τα βασανηστήρια τους τον άφησαν μισοπεθαμένο όταν μπόρεσε πια και απελευθέρωση χέρι του κι έκανε το Σταυρό του. Το ίδιο επανέλαβαν κι άλλη φορά λιγότεροι στον αριθμό δαίμονες. Άλλοτε πάλι οι δαίμονες για να τρομοκρατήσουν εμφανίσθηκαν μορφή χιλιάδων, αναρίθμητων σκορπιών μέσα στη σπηλιά στο Ασκητή του οσίου Δαυΐδ, όπου ο Γέροντας μιμούμενος τον όσιο Δαυΐδ πήγα συχνά τις νύχτες να προσευχηθεί, βοηθούμενος στη νυχτερινή μετάβαση εκεί από ένα φωτεινό αστέρι πού φώτιζε το μονοπάτι, πού δεν ήταν τίποτα άλλο παρά Άγγελος Κυρίου σταλμένος για τη διακονία αυτή, ως απάντηση του Θεού στο σχετικό αίτημα της προσευχής του. Ό π. Ιάκωβος δεν πτοήθηκε. Μόλις αντιλήφθηκε ότι επρόκειτο για δαιμονίκη ενέργεια, έθεσε όριο στους σκορπιούς κι αυτοί δεμένοι από την εντολή του δεν πέρασαν τον κύκλο πού χάραξε γύρω του ο Γέροντας. Σημάδι αυτό ο Θεός είχε δώσει στον πιστό του δούλο την εξουσία να χρησιμοποιεί κάτι τη θεία δύναμη Του, από τις θείες ενέργειές Του. Ό πατήρ Ιάκωβος σε όλες αυτές τις δοκιμασίες και τους πειρασμούς ό και σε πολλούς άλλους αντέταξε ακλόνητη πίστη του στο Θεό και θεία αγάπη του προς τον όσιο Δαυίδ την πραγματικά ιώβειο υπομονή και την άκαμπτη καρτερία και πραότητά του, την απόλυτη υπακοή και ταπείνωσή του, την αδιάλειπτη προσευχή και την άπειρη αγάπη του προς όλους. Το Γραφικό: «Ή Βασιλεία του Θεού βιάζεται και βιασταί αρπάζουσιν αυτήν» εφαρμόσθηκε πλήρως από τον Γέροντα. Ή βία πού ασκούσε στον εαυτό του στο καθετί ήταν το κύριο χαρακτηριστικό του. Δεν συγκατάβαινε εύκολα στον εαυτό του. Άλλα και η ευθύτητα του ήταν μοναδική, ήταν άνθρωπος του «ναι, ναι» και του «ου, ου», και η νηστεία του επίσης υπεράνθρωπη. Ή ιερατική ζωή του Ό Θεός αξίωσε τον π. Ιάκωβο και του μεγάλου χαρίσματος της ιεροσύνης. Ό ίδιος ο μακαριστός Γέροντας έλεγε χαρακτηριστικά:«Εγώ ποτέ στη ζωή μου δεν επεθύμησα θέσεις και αξιώματα, ούτε και φαντάστηκα κατά διάνοιαν ότι ήταν δυνατόν να αξιωθώ τέτοιας τιμής. Δέχτηκα μόνον από υπακοή προς το Γέροντά μου και από σεβασμό προς τον άγιο εκείνον επίσκοπο Χαλκίδος, το μακαριστό Γρηγόριο». Ή χειροτονία του σε διάκονο έγινε τις 18 Δεκεμβρίου του 1952 στο εκκλησάκι της Άγιας Βαρβάρας στη Χαλκίδα και σε ιερέα την επομένη 19 ,Δεκεμβρίου στο παρεκκλήσι του Έπισκοπείου. Ό μητροπολίτης είπε στον π. Ιάκωβο μετά τη χειροτονία του ένα λόγο προφητικό: «Και συ παιδί μου, θ΄ αγιάσεις. Να συνεχίσεις με τη δύναμη του Θεού και θα σε ανακηρύξει η Εκκλησία». Πνευματικά γεγονότα της ζωής του Ό π. Ιάκωβος μέσα στο ναό κατά τη διάρκεια της θείας Λατρείας ζούσε ως ιερεύς πολλά πνευματικά γεγονότα. Γινόταν επίγειος άγγελος «συλλειτουργών», όπως ο ίδιος έλεγε σε ορισμένα πρόσωπα, με Χερουβείμ και Σεραφείμ και με Άγιους. Στην αγία προσκομιδή είδε και άγγιξε το ίδιο το πανάγιο Αίμα του Κυρίου, την ώρα πού ετοιμαζόταν να καλύψει τα Τίμια Δώρα. Εκεί, άλλοτε, είδε Αγγέλους Κυρίου να παραλαμβάνουν τις μερίδες των μνημονευομένων και να πηγαίνουν να τις εναποθέτουν σαν προσευχές στο θρόνο του Δεσπότου Χριστού. Άλλοτε είδε «πνευματικώ τω τρόπω», όπως ο ίδιος έλεγε, κεκοιμημένους να του εμφανίζονται κατά κάποιο τρόπο με τη χούφτα ανοιχτή και να του ζητούν να βγάλει μερίδα υπέρ αυτών, υπέρ αναπαύσεως των ψυχών τους, κι όταν το έκανε τους έβλεπε να πηγαίνουν στον τόπο τους αναπαυμένοι. Ένα φωτοειδή αστέρα είδε άλλοτε να στέκεται επάνω από το κεφάλι ευλαβούς Ιερέως πού είχε επισκεφθεί τη Μονή και λειτουργούσε, την ώρα πού έθετε τον αστερίσκο επάνω του Αμνού κατά την κάλυψη των Τιμίων Δώρων.
 Πνευματικά γεγονότα τέτοια ανάλογα υπάρχουν πολλά, όλα αυτά, μεγάλες δωρεές του Θεού προς τον εκλεκτό του δούλο Ιάκωβο. Ως πνευματικός πατέρας διέπρεψε. Κανένας δεν έφευγε από το πετραχήλι του χωρίς να είναι αναπαυμένος και ευχαριστημένος. Με την πολλή του αγάπη θυσιαζόταν για όλους και παρόλο πού, ιδίως τα τελευταία χρόνια, υπέφερε από πολλές αρρώστιες σε κανέναν δεν είπε: «δεν μπορώ να σε δω, να ακούσω το πρόβλημα σου». «Ό κόσμος», έλεγε στη συνοδία του, «ούτε να φάει ζητάει, ούτε να πιει, ζητάει την αγάπη μας. Αν μπορούμε αυτό να το κάνουμε θα επιτύχουμε στη ζωή μας ως μοναχοί».Από το 1975, οπότε με θεοφώτιστη απόφαση του σεβασμιωτάτου μητροπολίτου Χαλκίδος κ. Χρυσοστόμου ανέλαβε την ηγουμενία και «ο λύχνος ετέθη επί την λυχνίαν», αποκαλύφθηκαν εξ ανάγκης τα πολλά του χαρίσματα πού αγωνιζόταν επιμελώς να κρύβει. Ή φήμη της Μονής για τα θαύματα του οσίου Δαυΐδ, τον αγιασμένο ηγούμενο της π. Ιάκωβο, τον ανύστακτο κόπο και την αβραμιαία φιλοξενία των πατέρων της διαδόθηκε σιγά-σιγά παντού και πλήθη πιστών από την Ελλάδα και το εξωτερικό κατέφθαναν στη Μονή, η οποία έτσι αναδείχθηκε, όπως γράφτηκε, «κυψέλη πνευματικής ζωής και φάρος Όρθοδοξίας, πανελλήνιο προσκύνημα, πανορθόδοξη αναφορά του αιώνα μας».Από τα πενήντα πέντε χρόνια του και μετά παρεχώρησε ο θεός κι ο πατήρ Ιάκωβος πέρασε εκτός των άλλων δοκιμασιών και πολλές και επώδυνες ασθένειες. Έλεγε χαρακτηριστικά ο μακαριστός Γέροντας «πήρε ο εωσφόρος την άδεια να πειράξει το σώμα μου». Αυτό είπε αποκαλυπτικά και το δαιμόνιο μέσω μιας δαιμονισμένης φανερώνοντας και τις παθήσεις πού είχε ο Γέροντας, τις όποιες μόνο ο ίδιος ήξερε. Κι ο Γέροντας συνέχιζε λέγοντας: «Έμενα πού ποτέ άνθρωπος δεν με είδε γυμνό, εκτός από τη μητέρα μου όταν ήμουν παιδάκι, παραχώρησε ο θεός να με δουν οι γιατροί και οι νοσοκόμοι και να με χειρουργήσουν επανειλημμένως. Έγινα θέατρο αγγέλοις και ανθρώποις».Δεν ήταν λίγες οι φορές βέβαια πού οι Άγιοι, όπως ο όσιος Δαυίδ, ο όσιος Ιωάννης ο Ρώσος, οι άγιοι Ανάργυροι, ή αγία Παρασκευή, επενέβησαν μετά από παρακλήσεις του και τον βοήθησαν στις ασθένειες του χαρίζοντας του την ίαση και την υγεία. Ή τελευταία δοκιμασία με την υγεία του πού τελικά οδήγησε το Γέροντα στην άλλη ζωή ήταν ή πάθηση της καρδιάς του, ή οποία προέκυψε εξ αίτιας κάποιου πειρασμού πού πέρασε. Τα πνευματικά χαρίσματα του Γέροντα Ο μακαριστός Γέροντας Ιάκωβος έζησε οσίως σαράντα περίπου χρόνια στη Μονή του Όσιου Δαυΐδ, έχοντας προηγουμένως ζήσει «ευαγγελικώς» στον κόσμο τριάντα δύο χρόνια. Δούλεψε στον Κύριο τηρώντας από τη νεότητα έως το γήρας την προθυμία της ασκήσεως. Μιμήθηκε τον όσιο Δαυΐδ, και βάδισε στα ίχνη του. Οι ασκητικοί του αγώνες ήταν εφάμιλλοι των παλαιών οσίων πού αναφέρονται στα Γεροντικά, αλλά και οι εναντίον του επιθέσεις, πνευματικές και αισθητές, του Σατανά, οι ποικίλοι πειρασμοί, δοκιμασίες και κακοπάθειές του ήταν ανάλογες με αυτές πού αντιμετώπισαν πολλοί θεοφόροι Πατέρες. Όσο όμως μεγάλωναν οι δοκιμασίες, οι ασθένειες και τα βάσανα του, τόσο ο θεός τον χαρίτωνε με σπάνια πνευματικά χαρίσματα, όπως της διοράσεως και προοράσεως, της διακρίσεως και της παραμυθίας, και τόσο περισσότερες ήταν οι θεοπτείες πού είχε και οι θεοσημείες πού επιτελούσε με την προσευχή του, αλλά και τόσο μεγαλύτερη γινόταν η ακτινοβολία του. Στη Μονή προσέρχονταν για να τον δουν εκατοντάδες απλοί άνθρωποι του λαού, αλλά και πατριάρχες και αρχιερείς, κληρικοί κάθε βαθμού και μοναχοί, άρχοντες και ανώτατοι δικαστές, καθηγητές Πανεπιστημίου και επιστήμονες. Όλοι φεύγοντας από τη Μονή κι έχοντας δει το Γέροντα Ιάκωβο αισθάνονταν ότι έφευγαν από ένα είδος Παραδείσου. Ό καθένας εύρισκε κοντά στο Γέροντα τη βοήθεια πού χρειαζόταν. Οι πονεμένοι εύρισκαν με τους παραμυθητικούς του λόγους την παρηγοριά και την ανακούφιση, οι δαιμονισμένοι εύρισκαν με τις ευχές του την απελευθέρωση από τα δαιμόνια και τη θεραπεία τους, οι ασθενείς εύρισκαν με την παρρησία της προσευχής του την ίαση και την υγεία, οι ταλαιπωρημένοι από τα διάφορα βιοτικά προβλήματα τους εύρισκαν με την ευλογία του την αναψυχή, την ψυχική τους Ισορροπία, την ενδυνάμωση, τη λύση των προβλημάτων τους. Οι φτωχοί εύρισκαν με τη συνεχή και αγόγγυστη ελεημοσύνη του τη λύτρωση από τη θλίψη της φτώχειας και την απελευθέρωση από τα βάρη των χρεών τους. Πολλά άτεκνα ζευγάρια μετά την προσευχή, τις ευχές και την ευλογία του αποκτούσαν τέκνα χαριτωμένα. 'Αλλά και για όσους είχαν τα κατάλληλα μάτια να δουν, ή παρουσία και μόνο του Γέροντα, ή θεωρία του, αποτελούσε ευλογία θεού, φανέρωση των θείων ενεργειών, παρουσία του θεού στη γη.
 Ιδού τι αναφέρει σχετικώς στην από 14.2.1994 επιστολή του προς την Ιερά Μονή του Όσιου Δαυΐδ ο οικουμενικός πατριάρχης κ.κ. Βαρθολομαίος: «...Δια τον μακαριστόν Γέροντα με την φωτεινήν μορφήν ισχύει εκείνο το οποίον έγραφεν ο ιερός Χρυσόστομος δια τον άγιον Μελέτιον Αντιοχείας: "Ου γαρ διδάσκων μόνον, ουδέ φθεγγόμενος, αλλά και δρώμενος απλώς, ικανός ή άπασαν αρετής διδασκαλίαν εις την των ορώντων ψυχήν εισαγαγείν". Ή οσιακή κοίμηση του Αντάξια της θαυμαστής ζωής του ήταν και η οσιακή κοίμηση του Γέροντα, την οποία προγνώριζε, γι' αυτό και παρακάλεσε αγιορείτη ιεροδιάκονο πού εξομολόγησε το πρωί της 21ης Νοεμβρίου 1991, εκείνης της τελευταίας ημέρας της επιγείου ζωής του να μείνει στο Μοναστήρι ως το απόγευμα για να τον «ντύσει».Και πράγματι στις 4.17 το απόγευμα σαν πουλάκι παρέδωσε το πνεύμα. Ό μακαριστός Γέροντας άφησε το φθαρτό αυτό κόσμο του πόνου κι έφυγε για την αιώνια ανάπαυση, στο Θεό. Το λείψανο του ήταν λαμπερό, εύκαμπτο, ζεστό, οσιακό και η ιαχή πού έβγαινε από τα χείλη χιλιάδων ανθρώπων «άγιος άγιος... είσαι άγιος» αποτελούσε μία ομόφωνη μαρτυρία της συνείδησης των πιστών για το μακαριστό πλέον Γέροντα Ίάκωβο. Αλλ ο άγιος Γέροντας συνεχίζει και μετά την οσιακή κοίμηση του, όπως το ομολογούν εκατοντάδες πιστοί να τους ευεργετεί με την παρρησία πού έχει στο Θεό. Στη Μονή του Όσιου Δαυΐδ υπάρχουν τουλάχιστον τριακόσιες μαρτυρίες πιστών, πού ο Γέροντας Ιάκωβος τους βοήθησε. Οι μαρτυρίες αυτές, πού περιέχονται σε επιστολές των ίδιων των ευεργετηθέντων ή κατεγράφθηκαν μετά από προφορικές διηγήσεις τους, έχουν σχέση με θεραπείες, ευεργετικές επεμβάσεις, ή μεταθανάτιες εμφανίσεις του Γέροντα. Ή παρρησία του π. Ιακώβου στο Θεό-Σύγχρονες μαρτυρίες 1.Ό ιερεύς π. Ιωάννης Βερνέζος, εφημέριος του Προσκυνηματικού Ιερού Ναού του Άγιου Ιωάννου του Ρώσου στο Προκόπι της Ευβοίας ανέφερε τα εξής: «Είχα ένα ογκίδιο στο δεξί μου χέρι. Έκτος των κινδύνων πού έκρυβε, ήταν και αντιαισθητικό. Γι' αυτό, όταν οι χριστιανοί μου φιλούσαν το χέρι, το κάλυπτα με το ράσο μου. Την ημέρα της κηδείας του Γέροντος Ιακώβου (22.11.1991) παρεκάλεσα το Γέροντα για το θέμα αυτό. Και καθώς ασπαζόμουν το ιερό σκήνωμα του, ακούμπησα το χέρι μου πάνω στο λείψανο του. Από εκείνη τη στιγμή το ογκίδιο άρχισε να υποχωρεί, ώσπου εξαφανίστηκε. Μεγάλη ή χάρη του οσίου Γέροντα. "Ας έχουμε την ευχή του!». 2. Ή κ. Ανδρομάχη Πασχάλη, κάτοικος Λίμνης Ευβοίας, σε επιστολή πού έστειλε στη Μονή γράφει τα έξης:«Στις 18 Νοεμβρίου 1993 παρουσιάστηκε στην άκρη της γλώσσας μου ένα μικρό κεράτινο ογκίδιο. Περνώντας οι μέρες αυτό μεγάλωσε, κρεμόταν μπροστά στη γλώσσα μου και με ενοχλούσε στην ομιλία, την ώρα πού έτρωγα και όταν έπινα νερό. Πέρασαν δυο μήνες από την ημέρα πού το πρωτοείδα, το ογκίδιο εξακολουθούσε να υπάρχει και ή ψυχολογική μου κατάσταση ήταν πολύ άσχημη. Μέσα στη μεγάλη ψυχολογική ένταση πού βρισκόμουν, κι ενώ σκεπτόμουν ότι από Δευτέρα έπρεπε να πάω στην Αθήνα για γιατρό, άρχισα να λέω το πρόβλημα μου στον παππού Ίάκωβο κοιτάζοντας μία μικρή φωτογραφία του πού είχα απέναντι στο τραπέζι μου. Τον παρακάλεσα να με βοηθήσει, να μην αρχίσω τις ατέλειωτες εξετάσεις στους γιατρούς πού χρειάζονται για τέτοιου είδους περιστατικά και κατά τις δυο τα μεσάνυκτα ανέβηκα για ύπνο στο δωμάτιο μου. Το πρωί πού σηκώθηκα, την ώρα πού έπινα καφέ, διαπίστωσα ότι δεν με ενοχλούσε τίποτα στη γλώσσα μου. Όλο αγωνία πήγα στον καθρέφτη και είδα ότι το ογκίδιο πού είχα εξαφανίστηκε χωρίς να αφήσει ούτε σημάδι. 
Έτσι απλά παρακάλεσα τον άγιο Ιάκωβο να με βοηθήσει, κι αυτός έτσι απλά με βοήθησε.» 3. Ό πανιερώτατος μητροπολίτης Μόρφου κ. Νεόφυτος σε μία από τις επισκέψεις του στη Μονή, ως αρχιμανδρίτης τότε, ανέφερε μεταξύ άλλων θαυμάτων πού επιτελεί ο άγιος Γέροντας Ιάκωβος σε Κυπρίους αδελφούς μας, τους οποίους αγαπούσε πολύ, και το εξής θαυμαστό:«Είχα φέρει στην Κύπρο λάδι από το καντήλι του τάφου του Γέροντα. Το 1993 με πήρε στο τηλέφωνο ο εφημέριος του Ιερού Ναού του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου Λάρνακος, ο π. Παναγιώτης Ζάρος, και μου είπε: «Πάτερ Νεόφυτε, δεν είμαι καλά. Έχω ένα χρόνιο πρόβλημα υγείας, αλλά δεν το λέω. Έχω ραγάδες στο έντερο και έχω μεγάλη αιμορραγία. Και αυτές τις ημέρες έχω έντονους πόνους και μεγάλη ροή αίματος, και σε παρακαλώ κάνε μια παράκληση στον άγιο Γεώργιο, πού ζεις στο μοναστήρι του, και στον πατέρα Ιάκωβο να μου δίνουν υπομονή, γιατί όταν πονώ υποφέρω πολύ και φωνάζω και στενοχωρούνται και ή παπαδιά και τα παιδιά μου».Λυπήθηκα πολύ και του είπα ότι θα κάμω παράκληση και θα του πήγαινα λαδάκι από το καντήλι του πατρός Ιακώβου, για να σταυρωθεί. Αυτά είπα και έκλεισα το τηλέφωνο. Μετά από δέκα πέντε λεπτά ο π. Παναγιώτης ήρθε στο μοναστήρι και μου είπε: «Ήρθα να πάρω το λαδάκι του Γέροντα μόνος μου, γιατί πιστεύω πολύ σε αυτόν τον άνθρωπο, ότι ο Θεός τον χαρίτωσε και θα με βοηθήσει». Του έδωσα λάδι και σταυρώθηκε στο μέτωπο και έφυγε. Το βράδυ με πήρε στο τηλέφωνο και μου είπε χαίροντας και κλαίοντας ότι ή ροή του αίματος σταμάτησε. Από τότε έγινε τελείως καλά. Ό π. Παναγιώτης υπέφερε από αυτό από τα εφηβικά του χρόνια και τώρα ήταν περίπου 40 ετών. Όταν έγινε καλά υποσχέθηκε να τελεί θεία Λειτουργία και μνημόσυνο στο Γέροντα Ιάκωβο κάθε χρόνο σαν αυτή την ήμερα της θεραπείας του. Όταν όμως πέρασε ένας χρόνος από το θαύμα αυτό ο π. Παναγιώτης ξέχασε την υπόσχεση του. Τη θυμήθηκε όταν εκείνη την ημέρα (στο χρόνο επάνω) του παρουσιάσθηκε ελάχιστο αίμα. Εκπλήρωσε την υπόσχεση του και η ροή του αίματος σταμάτησε. Από τότε το θυμάται κάθε χρόνο και επιτελεί θεία Λειτουργία και μνημονεύει το Γέροντα ανάμεσα στους Άγιους. 4. Ό κ. Γιώργος Ίωαννίδης, γιατρός παθολόγος από το Βόλο, (προσωπικός τότε γιατρός του τότε Μητροπολίτου Δημητριάδος και τώρα Αρχιεπισκόπου κ. Χριστοδούλου) ανέφερε μεταξύ άλλων και τα έξης:«Φεύγοντας από τη Μονή του Όσιου Δαυΐδ, οπού είχα έλθει με την οικογένεια μου για προσκύνημα το Σεπτέμβριο του 1997, κι ενώ βρισκόμουν στην πύλη της αισθάνθηκα μέσα μου μια δυνατή επιθυμία να πάω να ξαναπροσκυνήσω τον τάφο του Γέροντα Ιακώβου. Αισθανόμουν όπως αισθάνεται κάποιος πού ξέχασε πίσω του κάτι πολύτιμο και θέλει να γυρίσει να το πάρει. Πραγματικά γύρισα με το γιο μου και στο ένα μέτρο πριν από τον τάφο του Γέροντα βλέπω κάτω στη γη ένα κομποσχοίνι. Παίρνω το κομποσχοίνι στο χέρι μου, το υψώνω και το κρατώ επιδεικτικά, ώστε αν κάποιος από τους γύρω προσκυνητές το έχασε, να το δει και να 'ρθει να το πάρει. Εκείνη όμως ακριβώς τη στιγμή ακούω φωνή πίσω μου πού μου έλεγε: «Τι ψάχνεις; Για σένα είναι το κομποσχοίνι». Γυρίζω και σε απόσταση ενός μέτρου βλέπω ολοζώντανο το Γέροντα Ιάκωβο να μου χαμογελά. Τον είδα ολοκάθαρα. Διέκρινα την υγρασία των ματιών του, τις φλεβίτσες στο πρόσωπο του, τη γενειάδα του, όπως την είχε. Ένοιωσα κάτι το ξεχωριστό, συγκλονίστηκα. Ή κυριολεκτικά αυτή ζωντανή παρουσία του Γέροντα Ιακώβου μπροστά μου ήταν καθοριστική κι έβαλε μέσα μου τη σφραγίδα περί της βεβαιότητας της θείας παρουσίας». 5. Τις ημέρες πού γραφόταν αυτό το κείμενο και συγκεκριμένα στις 10 Όκτωβρίου 2001 ήρθε στη Μονή ο κ. Γιαννούλης, ναυτικός, από την Άνδρο και βουρκωμένος χωρίς καν να μπορεί να μιλήσει καλά-καλά από τη συγκίνηση και τα κλάματα ανέφερε τα έξης:«Ταξίδευα προ καιρού και ευρισκόμουν στην Ινδία. Κάποια μέρα αντιμετώπισα σοβαρό πρόβλημα με την καρδιά μου. Στο Νοσοκομείο εκεί πού με πήγαν οι γιατροί είπαν στους συναδέλφους μου ότι τελειώνω. Εγώ, παρ' όλο πού ήμουν σε κωματώδη κατάσταση, ένιωθα ότι κάποια αόρατη θεία δύναμη με βοηθάει. Όταν αργότερα άνοιξα κάποια στιγμή τα μάτια μου τον πρώτο πού είδα μπροστά μου ήταν ο Γέροντας Ιάκωβος πού είχα διαβάσει αρκετές φορές το βιβλίο του. Μου είπε: "Μη φοβάσαι, κύριε Γιαννούλη, θα σε βοηθήσω, θα γίνεις τελείως καλά και θα ξαναγυρίσεις στην πατρίδα". Και από εκείνης της ώρας πράγματι έγινα τελείως καλά».Από τις υπάρχουσες προφορικές και γραπτές μαρτυρίες των πιστών διαπιστώνεται ότι ο Γέροντας Ιάκωβος έχει μεγάλη παρρησία στο θεό και γι' αυτό ευχόμεθα να πρεσβεύει υπέρ υγείας όλων μας στο δωρεοδότη Θεό.

Όπως πλησιάζουν τα βλέφαρα το ένα το άλλο, έτσι και οι πειρασμοί είναι κοντά στους ανθρώ­πους. Και αυτό το οικονόμησε ο Θεός να είναι έ­τσι, με σοφία, για να έχουμε ωφέλεια. για να κρού­εις δηλ. επίμονα, εξαιτίας των θλίψεων, τη θύρα του ελέους του Θεού και για να μπει μέσα στο νου σου, με το φόβο των θλιβερών πραγμάτων, ο σπό­ρος της μνήμης του Θεού, ώστε να πας κοντά του με τις δεήσεις, και να αγιασθεί η καρδιά σου με τη συνεχή ενθύμησή του. Και ενώ εσύ θα τον παρακα­λείς, αυτός θα σε ακούσει... Ο πορευόμενος στο δρόμο του Θεού πρέπει να τον ευχαριστεί για όλες τις θλίψεις που τον βρί­σκουν, και να κατηγορεί και να ατιμάζει τον αμελή εαυτό του, και να ξέρει ότι ο Κύριος, που τον αγα­πά και τον φροντίζει, δε θα του παραχωρούσε τα λυπηρά, για να ξυπνήσει το νου του, αν δεν έδειχνε κάποια αμέλεια. Ακόμη μπορεί να επέτρεψε ο Θεός κάποια θλίψη, διότι ο άνθρωπος έχει υπερηφανευθεί, οπότε ας το καταλάβει και ας μην ταραχθεί κι ας βρίσκει την αιτία στον εαυτό του, ώστε το κακό να μη γίνει διπλό, δηλ. να υποφέρει και να μη θέ­λει να θεραπευθεί. Στο Θεό που είναι η πηγή της δικαιοσύνης, δεν υπάρχει αδικία. Αυτό να μην περάσει από το νου μας. Μην αποφεύγεις τις θλίψεις, διότι βοηθούμε­νος απ' αυτές μαθαίνεις καλά την αλήθεια και την αγάπη του Θεού. Και μη φοβηθείς τους πειρα­σμούς, διότι μέσα από αυτούς βρίσκεις θησαυρό. Να προσεύχεσαι να μην εισέλθεις στους ψυχικούς πειρασμούς όσο για τους σωματικούς, να ετοιμάζε­σαι να τους αντιμετωπίσεις με όλη τη δύναμή σου, γιατί χωρίς αυτούς δεν μπορείς να πλησιάσεις το Θεό. Μέσα σ' αυτούς εμπεριέχεται η θεία ανάπαυ­ση.
 Όποιος αποφεύγει τους σωματικούς πειρασμούς, αποφεύγει την αρετή. Χωρίς πειρασμούς η πρόνοια του Θεού για τον άνθρωπο δε φανερώνεται, και είναι αδύνατο, χωρίς αυτούς, να αποκτήσεις παρρησία στο Θεό, και να μάθεις τη σοφία του αγίου Πνεύματος και, ακόμη, δε θα μπορέσει να στεριωθεί μέσα στην ψυχή σου ο θεϊκός πόθος. Προτού να έρθουν οι πειρασμοί, ο άνθρωπος προσεύχεται στο Θεό σαν ξένος. Από τότε όμως που θα εισέλθει σε πειρασμούς για την αγάπη του Θεού, και δεν αλλάξει γνώμη, έχει το Θεό, να πούμε, υποχρεωμένο απέναντί του, και ο Θεός τον λογαριάζει για γνήσιο φίλο του. Διότι πολέμησε και νίκησε τον εχθρό του, για να εκπληρώ­σει το θέλημα του Θεού. Ο Θεός δεν δίνει μεγάλο χάρισμα χωρίς να προηγηθεί μεγάλος πειρασμός γιατί ανάλογα με την σφοδρότητα των πειρασμών ορίσθηκαν τα χα­ρίσματα από τη σοφία του Θεού, την οποία όμως δεν καταλαβαίνουν συνήθως οι άνθρωποι. Από το μέγεθος των μεγάλων θλίψεων που σου στέλνει η πρόνοια του Θεού, καταλαβαίνεις πόση τιμή σου κάνει η μεγαλοσύνη του. Διότι ανάλογη με τη λύπη που δοκιμάζεις είναι και η παρηγοριά που δέχεσαι. Αν με ρωτήσεις ποια είναι η αιτία για όλα αυ­τά, σου απαντώ: Η αμέλεια σου. γιατί δε φρόντισες να βρεις τη γιατρειά τους. Η γιατρειά όλων αυτών είναι μία, και μ' αυτή ο άνθρωπος βρίσκει αμέσως στην ψυχή του την παρηγοριά που ποθεί. Και ποια λοιπόν είναι αυτή η γιατρειά; Είναι η ταπεινοφρο­σύνη της καρδιάς. Χωρίς αυτήν είναι αδύνατο να χαλάσεις το φράχτη των πειρασμών. απεναντίας μάλιστα βρίσκεις ότι οι πειρασμοί είναι ισχυρότε­ροι και σε εξουθενώνουν.... Κατά το μέτρο της ταπεινοφροσύνης, σου δίνει ο Θεός και τη δύναμη να υπομένεις τις συμφορές σου. Και κατά το μέτρο της υπομονής σου, το βάρος των θλίψεών σου γίνεται ελαφρό και, έτσι, παρηγοριέσαι. Και όσο παρηγοριέσαι, τόσο η αγάπη σου προς το Θεό αυξάνει. Και όσο αγαπάς το Θεό, τόσο μεγαλώνει η χαρά που σου χαρίζει το άγιο Πνεύμα. Ο εύσπλαχνος Πατέρας μας, θέλοντας να βγάλει σε καλό τους πειρασμούς των πραγματικών του παιδιών, δεν τους παίρνει, παρά τους δίνει τη δύναμη να τους υπομείνουν. Όλα αυτά τα αγαθά (την παρη­γοριά, την αγάπη, τη χαρά) τη δέχονται οι αγωνι­στές ως καρπό της υπομονής, για να φτάσουν οι ψυ­χές τους στην τελειότητα. Εύχομαι ο Χριστός και Θεός μας να μας αξιώσει με τη χάρη του να υπομέ­νουμε την πίκρα των πειρασμών για την αγάπη του και με ευχαριστίες της καρδιάς μας. Αμήν. Οι άγιοι δείχνουν έμπρακτα την αγάπη τους στο Θεό με όσα υποφέρουν για το όνομά του, όταν δηλ. τους στέλνει στενοχώριες, χωρίς όμως να απο­μακρύνεται απ' αυτούς, γιατί τους αγαπά. Απ' αυτή την πάσχουσα αγάπη τους αποκτά η καρδιά τους παρρησία, ώστε να ατενίζουν προς αυτόν ελεύθερα και με την πεποίθηση ότι θα εισακουσθούν τα αιτή­ματά τους και θα εκπληρωθούν. Μεγάλη είναι η δύ­ναμη της προσευχής που έχει παρρησία. Γι' αυτό αφήνει ο Θεός τους αγίους του να δοκιμάσουν κάθε λύπη, για να αποκτήσουν πείρα και να βεβαιωθούν για τη βοήθειά του και για το πόσο προνοεί και νοιάζεται γι' αυτούς.
 Έτσι, αποκτούν σοφία και σύνεση από τους πειρασμούς, για να μη γίνουν α­μαθείς, καθώς θα τους λείπει η πνευματική άσκηση και στο καλό και στο κακό, και για να αποκτή­σουν, από τη δοκιμασία τους, τη γνώση όλων των πραγμάτων που χρειάζονται. γιατί, αλλιώς, θα παρασυρθούν από άγνοια και θα γίνουν καταγέλαστοι από τους δαίμονες. Διότι, αν γυμνάζονταν μόνο στα καλά και δεν είχαν την εμπειρία της πάλης με το κακό, θα πήγαιναν στον πόλεμο εντελώς άπειροι.... Ο άνθρωπος δεν μπορεί να γευθεί και να εκτι­μήσει το καλό, αν προηγουμένως δε δοκιμάσει την πίκρα από τους πειρασμούς.... Οι άνθρωποι τότε έρχονται σε αληθινή επίγνω­ση, όταν ο Θεός τους στερήσει τη δύναμή του και τους κάνει να συναισθανθούν την ανθρώπινη αδυ­ναμία, και τη δυσκολία που προκαλούν οι πειρα­σμοί, και την πονηριά του εχθρού, και με ποιον α­ντίπαλο έχουν να παλέψουν, και πόσο ασθενής εί­ναι η ανθρώπινη φύση τους, και πώς τους φυλάει η θεϊκή δύναμη, και πόσο προχώρησαν και προόδευ­σαν στην αρετή, και ότι χωρίς τη δύναμη του Θεού είναι ανίσχυροι μπροστά σε οποιοδήποτε πάθος. Κι αυτό το κάνει ο Θεός, για να αποκτήσουν, από όλες αυτές τις αρνητικές εμπειρίες, αληθινή ταπεί­νωση, και να πλησιάσουν κοντά του, και να περιμέ­νουν τη βέβαιη βοήθειά του, και να προσεύχονται με υπομονή. Και όλα αυτά από που θα τα μάθουν, παρά από την πείρα των πολλών θλίψεων τις ο­ποίες επιτρέπει ο Θεός και δοκιμάζουν; Αλλά και πίστη σταθερή αποκτά κανείς από τους πειρασμούς καθώς βεβαιώνεται για τη θεϊκή βοήθεια, που πολ­λές φορές βρίσκει στον αγώνα του.... Οι αγωνιστές, λοιπόν, πειράζονται για να αυ­ξήσουν τον πνευματικό τους πλούτο. οι αμελείς, για να φυλαχθούν απ' ό,τι τους βλάπτει. οι κοιμισμένοι, για να ξυπνήσουν. οι απομακρυσμένοι, για να πλησιάσουν στο Θεό. και οι φίλοι του Θεού, για να εισέλθουν στον άγιο οίκο του με παρρησία. Ένας γιος, άβγαλτος στη ζωή, δεν μπορεί να διαχει­ρισθεί τον πλούτο του πατέρα του και να βοηθηθεί απ' αυτόν. Γι' αυτό λοιπόν, στην αρχή στέλνει δυσκολίες και βάσανα ο Θεός στα παιδιά του και, με­τά, τους φανερώνει τι τους χαρίζει. Δόξα τω Θεώ που, με πικρά φάρμακα, μας χαρίζει την απόλαυση της πνευματικής υγείας. Είναι κανείς που δε στενοχωριέται και δεν κουράζεται, ενόσω γυμνάζεται; Και είναι κανείς, στον οποίο να μη φαίνεται πικρός ο καιρός, που πί­νει το φαρμάκι των πειρασμών και των θλίψεων; Χωρίς, λοιπόν, να περάσει απ' αυτό το στάδιο δεν μπορεί να αποκτήσει ισχυρή κράση. Αλλά και η υ­πομονή στους πειρασμούς δεν είναι δική μας. Πώς μπορεί, αλήθεια, ο άνθρωπος, ένα πήλινο αγγείο, να βαστάζει μέσα του το νερό, αν δε το κάνει στέ­ρεο η θεϊκή φωτιά; Αν σκύψουμε το κεφάλι, τότε ό,τι καλό και ωφέλιμο ζητήσουμε από το Θεό στην προσευχή μας με ταπείνωση, με διαρκή πόθο και με υπομονή, όλα θα μας τα δώσει. Όπως τα μικρά παιδιά τρομάζουν από τα φοβε­ρά θεάματα, και τρέχουν και πιάνονται από τα φορέματα των γονέων τους, και ζητούν τη βοήθειά τους, έτσι και η ψυχή: όσο στενοχωριέται και θλίβεται α­πό το φόβο των πειρασμών, προστρέχει και κολλάει στο Θεό, και τον παρακαλεί με ακατάπαυτες δεή­σεις. Και όσο οι πειρασμοί πέφτουν επάνω της, ο έ­νας μετά τον άλλο, τόσο και παρακαλεί περισσότε­ρο. Αλλά όταν σταματήσουν και ξαναβρεί την ανά­παυσή της, συνήθως χάνει την επαφή της με την πραγματικότητα και απομακρύνεται από το Θεό.
 * Οι θλίψεις και οι κίνδυνοι θανατώνουν την ηδυπάθεια, ενώ η καλοπέραση και η αδιαφορία την τρέφουν. Γι' αυτό και ο Θεός και οι άγιοι Άγγελοι χαίρονται στις θλίψεις και στις στενοχώριες μας, ε­νώ ο διάβολος και οι συνεργάτες του χαίρονται ό­ταν τεμπελιάζουμε και καλοπερνούμε. Άφησε λοιπόν τη φροντίδα σου στο Θεό, και σε όλες τις δυσκολίες σου κατάκρινε τον εαυτό σου, ότι εσύ ο ίδιος είσαι ο αίτιος για όλα... Όλες οι λυπηρές περιστάσεις και οι θλίψεις, αν δεν έχουμε υπομονή, μας διπλοβασανίζουν. Για­τί ο άνθρωπος με την υπομονή του διώχνει την πί­κρα των συμφορών, ενώ η μικροψυχία γεννά την α­πελπισία της κόλασης. Η υπομονή είναι μητέρα της παρηγοριάς. είναι μια δύναμη ψυχική, που γεν­νιέται από την πλατιά καρδιά. Αυτή τη δύναμη ο άνθρωπος δύσκολα τη βρίσκει πάνω στις θλίψεις του, αν δεν έχει τη θεία χάρη, που την αποκτά με την επίμονη προσευχή και με δάκρυα. Πνευματικές εμπειρικές συμβουλές γύρω από τους πειρασμούς και τις θλίψεις Του Αγίου Ισαάκ του Σύρου

Δεν πρέπει να απογοητευθούμε για την σωτηρία μας,αδερφοί,εφόσον έχουμε μητέρα την μετάνοια.Δεν πρέπει να απελπισθούμε για την σωτηρία μας,αγαπητοί, εφόσον μας παρακαλεί μια τέτοια μητέρα.Αυτή τα θηριάλωτα για τον Θεό τα οδήγησε στον παράδεισο και θα αρνηθεί εμάς;
Σπλαχνίσθηκε εκείνους που ήταν έξω από την Εκκλησία και δε θα λυπηθεί εμάς; Παροτρύνει εκείνους που ακόμη δεν πίστευσαν ,και θα απορρίψει αυτούς που πίστευσαν πια; Κανείς δεν χάνει αυτό που έχει , ενώ δεν θέλει να λάβει αυτό που δεν έχει.Τότε πως ο Θεός και ο Πατέρας θα εγκαταλείψει εύκολα αυτούς που απέκτησε με με το αίμα του Υιού του; Κανείς δεν σκορπίζει εύκολα αυτό που μαζεύει με κόπο.Τότε πως ο Θεός θα απορρίψει εύκολα αυτούς από τα έθνη, που δέχθηκε με τον κόπο των Αποστόλων;Μήπως δηλαδή αποφάσισε ανώφελα τον ερχομό του Υιού του, ή περιφρόνησε την έκχυση του αίματος του,ή θέλει να διαγράψει την οικονομία του θανάτου του , ή θεώρησε ασήμαντη την δόξα της ανάστασης του, για να απαρνηθεί εύκολα εμάς που σωθήκαμε με αυτά τα μυστήρια; Αυτός ο ίδιος έστειλε το Άγιο Πνεύμα και αγίασε την Εκκλησία. Απέστειλε τους Αποστολους στα έθνη να κηρύξουντο Ευαγγέλιο.Αν δεν θέλει να σωθούμε εμείς, άσκοπα πρόσφερε τις τόσο μεγάλες δωρεές;Διότι ή δεν ήξερε την κατάσταση μας , ή περιγέλασε τα έθνη.Όμως και το ένα και το άλλο είναι άδικο,ακόμη και να το σκεφθεί κανείς. Διότι ούτε αγνόησε την κατάσταση μας , ούτε έκανε κάτι άχρηστο.Μας έχει μάλιστα ποίμνη του, και είναι ποιμένας μας και ΤΩΡΑ και στον ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ! ΟΣΙΟΥ ΕΦΡΑΙΜΤΟΥ ΣΥΡΟΥ

Ασταμάτητα δάκρυα από την εικόνα του Ταξιάρχη στην Ρόδο.Δεν είναι η πρώτη φορά που συμβαίνει αυτό αλλά γιατί οι άγιοι μας μέσα από τις εικόνες τους μας εφιστούν την προσοχή μας;Διότι βλέπουν το στραβό δρόμο που έχουμε πάρει και μας προτρέπουν σε μετάνοια και επαγρύπνηση.Έχουνε την σκέπη και τη σκέψη πάνω μας και δεν θέλουν να χαθούμε..Για θαύμα κάνουν λόγο οι κάτοικοι της Ρόδου, που το πρωί του Σαββάτου, είδαν την εικόνα του Αρχαγγέλου Μιχαήλ στο κοιμητήριο της Ιαλυσού, να δακρύζει!
Ο Μητροπολίτης Ρόδου κ. Κύριλλος, μετέβη ο ίδιος στον χώρο όπου βρίσκεται η εικόνα ύστερα από τις αναφορές των πιστών, για να διαπιστώσει ο ίδιος εάν πρόκειται για θαύμα ή για κάποιο άλλο γεγονός. 
 Ο Μητροπολίτης αφού είδε πως πράγματι υπάρχουν σταγόνες στο πρόσωπο του Αρχαγγέλου, ζήτησε να μετακινηθεί η εικόνα από το σημείο όπου ήταν κρεμασμένη. Στη συνέχεια εξετάστηκε τόσο η πίσω πλευρά της εικόνας όπως και ο τοίχος στον οποίο ακουμπούσε για να διαπιστωθεί εάν υπάρχει υγρασία η οποία πέρασε στην εικόνα. Αφού διαπιστώθηκε πως τίποτα από αυτά δεν ισχύει, ο Μητροπολίτης Ρόδου πιστοποίησε ότι πρόκειται για θαύμα και ζήτησε να μεταφερθεί η εικόνα στον Ι. Ναό των Εισοδίων της Θεοτόκου για να τεθεί σε λαϊκό προσκύνημα. «Θα τη μεταφέρουμε στον μεγάλο Ναό και θα δούμε πως θα εξελιχθεί το φαινόμενο» είπε στους πιστούς που συγκεντρώθηκαν στο μικρό παρεκκλήσι ο κ. Κύριλλος 
 Πρώτες είδαν την δακρυσμένη εικόνα γυναίκες οι οποίες πήγαν το πρωί του Σαββάτου για να ανοίξουν τον Ναό και οι οποίες ενημέρωσαν τον εφημέριο του Ναού. Όπως δήλωσε ο εφημέριος, η εικόνα έχει κατασκευαστεί το 1896 και έχει υποστεί πρόσφατα συντήρηση από την αρχαιολογική υπηρεσία. Στο παραπάνω βίντεο, μπορείτε να δείτε τη στιγμή που ο Μητροπολίτης ερευνά την εικόνα αλλά και τις δηλώσεις των κατοίκων. Αναστάτωση επικρατεί στη Ρόδο, καθώς από νωρίς το πρωί όταν άνοιξαν τις πόρτες της εκκλησίας, συνειδητοποίησαν ότι οι δυο εικόνες του Ταξιάρχη στον Ιερό Ναό Ταξιαρχών στο Παλιό Νεκροταφείο Ιαλυσού δάκρυζαν.
 Έκτοτε πλήθος πιστών συρρέει στην εκκλησία για να προσκυνήσει την Εικόνα. Τώρα συνεχίζει να δακρύζει η μεγάλη εικόνα του Ταξιάρχη. Περίπου στις δυο το μεσημέρι, στο σημείο μετέβη ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Ρόδου κ. Κύριλος, ο οποίος προσκύνησε την εικόνα, την εξέτασε και έδωσε εντολή να μεταφερθεί στην Εκκλησία της Ιαλυσού, στον Ιερό Ναό Κοιμήσεως της Θεοτόκου, όπου θα ακολουθήσει παράκληση. 
 Ήταν αρκετά προσεκτικός και δεν θέλησε να κάνει δηλώσεις μέχρι να εξακριβωθεί περί τίνος πρόκειται, αν και φαίνεται να πιστεύει ότι πρόκειται για κάτι θαυμαστό, εφόσον δεν υπάρχουν ενδείξεις κάποιου άλλου γεγονότος που να προκαλεί τα δάκρυα. Οι πιστοί, όπως και ο εφημέριος του Ναού π. Απόστολος, σκουπίζουν τα δάκρυα του Ταξιάρχη και η εικόνα συνεχίζει ασταμάτητα να δακρύζει. H εικόνα άλλαξε περιβάλλον για να εξετάσουν αν θα συνεχίσει να δακρύζει ενώ διαπιστώθηκε ότι δεν υπάρχει υγρασία πίσω από την εικόνα.
 Κόσμος προσκυνάει, προσεύχεται κλαίει από δέος και συγκίνηση μπροστά στον Ταξιάρχη και εύχεται να τους προστατέψει, καθώς πιστεύουν ότι όταν οι εικόνες δακρύζουν, δεν είναι καλό σημάδι... 
Και όλα αυτά, λίγες ημέρες πριν από την Χάρη του. Όπως πάντα αναφέρεται, όταν οι εικόνες δακρύζουν, είναι σημάδι των καιρών...





Πριν δυο εβδομάδες στο Ιερό προσκύνημα του Αγίου Ιωάννη του Ρώσου στο Προκόπι Ευβοίας συνέβη ένα συγκλονιστικό γεγονός αφήνοντας άφωνους πιστούς και κληρικούς. Κατά το προσκύνημα της μία γυναίκα θέλησε εν κρυπτώ να πάρει μαζί της τη ζώνη του Αγίου, που μόλις είχε φορέσει στη μέση της, ώστε να θεραπευτεί συγγενικό της πρόσωπο, όπως υποστήριξε εκ των υστέρων.
Χωρίς να γίνει αντιληπτή, εξήλθε από τον Ιερό Ναό με τη ζώνη στη τσάντα της και κατευθύνθηκε στο λεωφορείο του ΚΤΕΛ για Αθήνα. Το λεωφορείο δεν ξεκινούσε, κατέβηκε ο οδηγός έλεγξε τα πάντα και διαπίστωσε ότι δεν υπήρχε ένδειξη για τεχνικό πρόβλημα . Ξαφνικά άρχισαν να χτυπάνε οι καμπάνες οι οποίες λειτουργούν μόνο χειροκίνητα, όπως υποστήριξαν στο ΄΄Αγιορείτικο Βήμα΄΄ άνθρωποι από οργανισμό της Ιεράς Μητρόπολης Χαλκίδος. Μετά από αυτά τα σημάδια, η γυναίκα που είχε τη ζώνη του Αγίου στη τσάντα της έτρεξε στον οδηγό και του είπε ΄΄ πρέπει να γυρίσω στο Ναό να αφήσω κάτι που πήρα για να θεραπευτεί ένας δικός μου άνθρωπος΄΄. Πήγε στο Ναό, άφησε διακριτικά τη ζώνη του Αγίου πάνω στο Ιερό Λείψανο του και επέστρεψε στο λεωφορείο. Αμέσως το λεωφορείο ξεκίνησε προκαλώντας έκπληξη στους επιβάτες. Το θαυμαστό γεγονός σκόρπισε δέος στην ευρύτερη περιοχή του Νομού Ευβοίας και έκανε ακόμα περισσότερους πιστούς να προσέρχονται στη χάρη του θαυματουργού Αγίου για να του ζητήσουν να επέμβει για την επίλυση διαφόρων προβλημάτων τους.

Ο Μέγας Φώτιος έζησε κατά τους χρόνους που βασίλευσαν οι αυτοκράτορες Μιχαήλ (842 - 867 μ.Χ.), υιός του Θεοφίλου, Βασίλειος Α' ο Μακεδών (867 - 886 μ.Χ.) και ο Λέων ΣΤ' ο Σοφός (886 - 912 μ.Χ.), υιός του Βασιλείου. Γεννήθηκε το 810 μ.Χ. (κατά άλλους το 820 μ.Χ.) στην Κωνσταντινούπολη από ευσεβή και επιφανή οικογένεια, που αγωνίσθηκε για την τιμή και προσκύνηση των ιερών εικόνων. Οι γονείς ήταν ο Άγιος Σέργιος (βλέπε 13 Μαΐου) και Ειρήνη και καταδιώχθηκαν επί του εικονομάχου αυτοκράτορα Θεοφίλου (829 - 842 μ.Χ.). Ο Άγιος Σέργιος ήταν αδελφός του Πατριάρχου Ταρασίου (784 - 806 μ.Χ.) και περιπομπεύθηκε δέσμιος από το λαιμό ανά τις οδούς της Κωνσταντινουπόλεως, στερήθηκε την περιουσία του και εξορίσθηκε μετά της συζύγου του και των παιδιών του σε τόπο άνυδρο, όπου από τις ταλαιπωρίες πέθανε ως Ομολογητής.
Ο ιερός Φώτιος διέπρεψε πρώτα στα ανώτατα πολιτικά αξιώματα. Όταν με εντολή του αυτοκράτορα απομακρύνθηκε βιαίως από τον πατριαρχικό θρόνο ο Πατριάρχης Ιγνάτιος, ανήλθε σε αυτόν, το έτος 858 μ.Χ., ο ιερός Φώτιος, ο οποίος διακρινόταν για την αγιότητα του βίου του και την τεράστια μόρφωσή του. Η χειροτονία του εις Επίσκοπο έγινε την ημέρα των Χριστουγέννων του έτους 858 μ.Χ. υπό των Επισκόπων Συρακουσών Γρηγορίου του Ασβεστά, Γορτύνης Βασιλείου και Απαμείας Ευλαμπίου. Προηγουμένως βέβαια εκάρη μοναχός και ακολούθως έλαβε κατά τάξη τους βαθμούς της ιεροσύνης. Ο ιερός Φώτιος με συνοδικά γράμματα ανακοίνωσε, κατά τα καθιερωμένα, τα της εκλογής του στους Πατριάρχες της Ανατολής και τόνισε την αποκατάσταση της ειρήνης στην Εκκλησία της Κωνσταντινούπολης. Αλλά πριν ακόμα προλάβει να την παγιώσει επήλθε ρήξη μεταξύ των ακραίων πολιτικών και των οπαδών του Πατριάρχη Ιγνατίου, των «Ιγνατιανών». Οι «Ιγνατιανοί» συγκεντρώθηκαν στο ναό της Αγίας Ειρήνης, αφόρισαν τον ιερό Φώτιο και ανακήρυξαν Πατριάρχη τον Ιγνάτιο. Ο Άγιος Φώτιος συγκάλεσε Σύνοδο στο ναό των Αγίων Αποστόλων για την αντιμετώπιση του ανακύψαντος ζητήματος. Η Σύνοδος καταδίκασε ως αντικανονικές τις ενέργειες των «Ιγνατιανών» και τόνισε ότι ο Ιγνάτιος, αφού παραιτήθηκε από τον θρόνο, δεν ήταν πλέον Πατριάρχης και ότι εάν διεκδικούσε και πάλι την επιστροφή του στον πατριαρχικό θρόνο, τότε αυτόματα θα υφίστατο την ποινή της καθαιρέσεως και του αφορισμού. Ο μεγάλος αυτός πατέρας της Εκκλησίας ιερούργησε, ως άλλος Απόστολος Παύλος, το Ευαγγέλιο. Αγωνίσθηκε για την αναζωπύρωση της ιεραποστολικής συνειδήσεως, που περιφρουρεί την πνευματική ανεξαρτησία και αυτονομία των ορθοδόξων λαών από εισαγωγές εθίμων ξένων προς την ιδιοσυγκρασία τους, με σκοπό την αλλοίωση της ταυτότητος και της πνευματικής τους ζωής. Διότι γνώριζε ότι ο μέγιστος εχθρός ενός λαού είναι η απώλεια της αυτοσυνειδησίας του, η φθορά της πολιτισμικής του ιδιοπροσωπίας και η αλλοίωση του ήθους του. Ο ιερός Φώτιος γνώριζε την ιεραποστολική δραστηριότητα του ιερού Χρυσοστόμου, αφού αναφέρεται πολλές φορές στο έργο αυτό και μάλιστα επηρεάστηκε από αυτή στο θέμα της χρήσεως των επιτόπιων γλωσσών και των μοναχών ως ιεραποστόλων. Επί ημερών του εκχριστιανίσθηκε το έθνος των Βουλγάρων, το οποίο μυσταγώγησε προς την αμώμητη πίστη του Χριστού και το αναγέννησε με το λουτρό του θείου Βαπτίσματος. Ο ιερός Φώτιος διεξήγαγε μεγάλους και επιτυχείς αγώνες υπέρ της Ορθοδόξου πίστεως εναντίων των Μανιχαίων, των Εικονομάχων και άλλων αιρετικών και επανέφερε στους κόλπους της Καθολικής Ορθοδόξου του Χριστού Εκκλησίας πολλούς από αυτούς. «Ἅπαντα μὲν τὰ ἀνθρώπινα συγκαταρρεῖ τῷ χρόνῳ καὶ ἀφανίζεται. Ἀρετὴ δέ.... καὶ χρόνου καὶ παθῶν καὶ αὐτοῦ τοῦ θανάτου περιγίνεται. Εἰ δὲ ἀκριβέστερον ἴδοις, τῷ χρόνῳ καὶ τῷ θανάτῳ μᾶλλον ἀναζὴ καὶ θάλλει καὶ τὸ οἰκεῖον κλέος καὶ τὴν εὐπρέπειαν, ἐναποσβεσθέντος αὐτοὶς τοῦ φθόνου, λαμπρότερον τὲ καὶ θαυμασιώτερον ἀναδείκνυται». Ο λόγος αυτός, απόσταγμα της βαθιάς πίστεως και της κατά Θεόν σοφίας του Ισαποστόλου Φωτίου, Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως του Ομολογητού, «μυρίαις ἀρεταὶς ἐξανθήσαντος καὶ πάση γνώσει διαλάμψαντος», πληρέστατα εφαρμόζεται σε αυτόν τον ειπόντα, τον οποίο η αδιάφθορη συνείδηση της Εκκλησίας και του Γένους, ομολόγησαν αυτόν Άγιο και Ισαπόστολο «τοὶς οὐρανίοις ἀδύτοις ἀγκατοικιζόμενον», ως «ἀοίδιμον μὲν τοὶς διωγμοίς, δεδοξασμένον δὲ τοὶς θανάτοις». Το θεολογικό του έργο δικαίωνε τους αγώνες της Εκκλησίας, βεβαίωνε την Ορθόδοξη πίστη και ενέπνεε την Εκκλησιαστική συνείδηση για την συνεχή εγρήγορση του όλου εκκλησιαστικού Σώματος. Υπό την έννοια αυτή η εκκλησιαστική συνείδηση διέκρινε στο πρόσωπό του τον υπέρμαχο της Ορθοδόξου πίστεως και τον εκφραστή του αυθεντικού φρονήματος της Εκκλησίας. Σε οιονδήποτε στάδιο του βίου και αν παρακολουθήσουμε τον ιερό Φώτιο, είτε στην βιβλιοθήκη, επιδιδόμενο σε μελέτες, είτε ως καθηγητή της φιλοσοφίας στο πρώτο Πανεπιστήμιο της Μεσαιωνικής Ευρώπης της Μαγναύρας σε μια εποχή που η Δύση ήταν ακόμη βυθισμένη στο τέλμα των σκοτεινών αιώνων, είτε υπουργούντα σε αξιώματα μεγάλα και περιφανή της Πολιτείας, είτε κοσμούντα τον αγιότατο Πατριαρχικό θρόνο της Κωνσταντινουπολίτιδος Εκκλησίας, είτε εξασκούμενο στην ελεημοσύνη και τη φιλανθρωπία, είτε υφιστάμενο την παραγνώριση των ανθρώπων και τις σκληρές στερήσεις δύο εξοριών, παντού αναγνωρίζουμε τον μαχόμενο υπέρ της αληθούς Ορθοδόξου πίστεως, της «ἀποστολικῆς τὲ καὶ πατρικῆς παραδόσεως» και «τῆς προγονικῆς εὐσεβείας», η οποία αποτελεί και το περιεχόμενο της πατερικής διδασκαλίας αυτού. Γι' αυτό και ο Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Βασίλειος καταθέτοντας τη συνείδηση της Εκκλησίας περί της πρώιμης αγιοποιήσεως του μεγάλου Ιεράρχου, γράφει: «Φώτιος γὰρ ἣν ὁ μακάριος, ὁ φωτὸς ἀκτίσι φερωνύμος τοῦ ὀνόματος πλήθει διδασκαλιῶν καταλάμψας τὰ πέρατα, ὁ ἐξ αὐτῶν σπαργάνων ἀφιερωθεῖς τῷ Χριστῷ, ὡς ὑπὲρ τῆς αὐτοῦ εἰκόνος δημεύσει καὶ ἐξορία, τούτοις δὴ τοὶς ἀθλητικοὶς ἐκ προοιμίου ἀγώσι συγκοινωνήσας τῷ γεννήτορι, οὐ καὶ ἡ ζωὴ θαυμαστὴ καὶ τὸ τέλος ἐπέραστον, ὑπὸ Θεοῦ τοὶς θαύμασι μαρτυρουμένη». Η ζωντανή Ορθόδοξη πίστη, κατά τον ιερό Πατέρα, η πίστη της αληθείας, είναι η αρχή της Χριστιανικής μας υποστάσεως και επιβάλλει την συνεχή προσπάθεια για το «ἀνακεφαλαιώσασθαι τὰ πάντα ἐν Χριστῷ, τὰ ἐπὶ τοὶς οὐρανοὶς καὶ τὰ ἐπὶ τῆς γῆς», για την πραγμάτωση της «καινῆς κτίσεως», που επιτυγχάνεται με τη δυναμική γεφύρωση, σύνδεση και αλληλοπεριχώρηση του θείου και ανθρώπινου στοιχείου. Ο Χριστός ενώνει στο πρόσωπό Του τη θεία με την ανθρώπινη φύση. Αυτό σημαίνει ότι η θεότητα και η ανθρωπότητα έχουν εν Χριστώ ένα κοινό τρόπο υπάρξεως και αυτός ο τρόπος είναι η ενότητα, η αλληλοπεριχώρηση των προσώπων, η κοινωνία της αγάπης. Η ένωση της θείας με την ανθρώπινη φύση στο πρόσωπο του Χριστού δεν είναι μία αφηρημένη αρχή. Φανερώνεται σε εμάς, όπως φανερώνεται πάντοτε η φύση: μόνο ως τρόπος υπάρξεως, δηλαδή ως δυνατότητα ζωής. Είναι η δυνατότητα να ζήσουμε, να πληρωθεί η απύθμενη δίψα για ζωή που βασανίζει την ύπαρξή μας, να ζήσουμε όλες τις δυνατότητες της ζωής νικώντας την αναπηρία και τον θάνατο της τεμαχισμένης υπάρξεως. Αρκεί να αποδεχθεί ο άνθρωπος την αμαρτία και αποτυχία του και να ζήσει την κένωση του Χριστού, τη ζωή του Θεού. Η αληθινή Χριστιανική ζωή είναι η γέφυρα που συνδέει τον ουρανό με την γη, η συνεχής πηδαλιούχηση του πορθμείου εκείνου, το οποίο, όπως λέγει ο ιερός Φώτιος, έρχεται από τον ουρανό και «διαπορθμεύει ἠμὶν τὴν ἐκεῖθεν ἀγαθοειδὴ καὶ θείαν εὐμένειαν» και Χάρη. Αυτό ακριβώς είναι το αληθινό ήθος της Ορθοδοξίας: η αναγέννηση, ένωση, μετοχή και κοινωνία με τον Χριστό διά του Αγίου Πνεύματος. Το Ορθόδοξο, λοιπόν, ήθος, που είναι η κοινωνία του προσώπου με τον Θεό Πατέρα εν Χριστώ διά του Αγίου Πνεύματος και ο αγιασμός του όλου ανθρώπου στην οδό της θεώσεως αρχίζει να υπάρχει μόνο όταν έχουμε ως προϋπόθεση την ορθή πίστη, την ορθοδοξία. Γι' αυτό ουδέποτε ο Άγιος ανέχθηκε οποιαδήποτε παρασιώπηση ή παραφθορά της αλήθειας. Γράφει χαρακτηριστικά ο ιερός Φώτιος προς τον Πάπα Νικόλαο: «τὰ οἰκουμενικαὶς καὶ κοιναὶς τυπωθέντα ψήφοις πάσι προσήκει φυλάττεσθαι». Διότι, διά της επιμελούς φυλάξεως της διδασκαλίας των Οικουμενικών Συνόδων, «πᾶσα καινοτομία καὶ αἵρεσις ἀπελαύνεται, τὸ δὲ τῆς Ὀρθοδοξίας ἀκήρατον καὶ ἀρχαιοπαράδοτον φρόνημα ταὶς εὐσεβούντων ψυχαὶς εἰς ἀδίστακτον σεβασμιότητα καθιδρύνεται». Έτσι η μία γενεά, μετά φόβου Θεού, παραδίδει στην επερχόμενη τα της πίστεως πολύτιμα κεφάλαια που έλαβε, με πλήρη συναίσθηση ότι και η επερχόμενη θα διατηρήσει αλώβητη την πίστη. Σε μία ομιλία του ο Άγιος εξαίρει τη σπουδαιότητα της συνεχιζόμενης ανελλειπώς διαδοχής: «Πρὸ τῆς ἑβδόμης Συνόδου, ἔσχε πρὸ ταύτης ἡ Πρώτη πολλῶν ἐν μέρει τᾶς πράξεις μιμήσασθαι. Ἡ Δευτέρα τὴν Πρώτην ὑπογραμμὸν καὶ τύπον ἐδέξατο, τῆς δὲ Τρίτης αὐτὴ μετὰ τὴν πρώτην ὑπῆρξε παράδειγμα, ναὶ δὴ καὶ Τετάρτην ταυταὶς ἐπλούτει μιμήσασθαι καὶ ταὶς ἐφεξῆς ὑπῆρχον αἳ προλαβούσαι διδάσκαλοι». Η απαρίθμηση εδώ των Συνόδων δεν είναι συμπτωματική. Για τον Άγιο, τον της απλανούς γνώσεως κανόνα, το παρελθόν, η παράδοση, τα γενόμενα στο άγιο Σώμα της Εκκλησίας του Χριστού δεν αποτελούν απλά ιστορικά γεγονότα. Μάλλον αποτελούν υπόδειγμα, τύπο για το μέλλον του Κυριακού Σώματος. Γι' αυτό και δεν επιμένει μόνο στην ιστορική παράδοση ή μετάδοση, ούτε μόνο για τον κληρονομικό χαρακτήρα της διδασκαλίας, αλλά προ παντός για την πληρότητα της αλήθειας, για την ταυτότητα και την συνέχεια της καθολικής εμπειρίας της Εκκλησίας, για τη ζωή της μέσα στη χάρη, για το παρόν μέσα στο οποίο κατοικεί ήδη το μέλλον, για το μυστήριο της πίστεως. Η ενότητα, η αγιότητα και η καθολικότητα της Εκκλησίας συμπληρώνονται και καταξιώνονται με την αποστολικότητά της. Στην αρχιερατική προσευχή του Ιησού ο αγιασμός και η καθολική ενότητα της Εκκλησίας συνδέονται άμεσα με την αποστολικότητα: «Ἶνα ὁ κόσμος πιστεύση, ὅτι Σὺ μὲ ἀπέστειλας». Έτσι η αποστολικότητα γίνεται οντολογικό γνώρισμα της Εκκλησίας, που εκφράζει και τα άλλα γνωρίσματά της. Η Εκκλησία είναι αποστολική, γιατί συνεχίζει την αποστολή του Χριστού και των Αποστόλων Του μέσα στον κόσμο. Ο ιστορικός σύνδεσμός της με τους Αποστόλους και η βεβαίωση του συνδέσμου αυτού με την αναγωγή των κατά τόπους Εκκλησιών και των Επισκόπων στους Αγίους Αποστόλους αποτελούν τα εξωτερικά τεκμήρια της αποστολικής ιδιότητας και διαδοχής. Το ηθικό δε αίτημα της αποστολικότητας της Εκκλησίας είναι η υποχρέωση για πιστότητα στην αποστολική παράδοσή της, η οποία εξασφαλίζει την ταυτότητα και ενότητα του ζώντος Σώματος. «Τοῦτο γὰρ τῶν Ἀποστόλων τὸ κήρυγμα, τοῦτο τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων τὸ φρόνημα». Αγωνιζόμενος ο Άγιος Φώτιος υπέρ «τῆς πίστεως ἠμῶν τῶν Χριστιανῶν...., τῆς ἀχράντου καὶ εἰλικρινοῦς λατρείας, καὶ τῶν περὶ αὐτὴν μυστηρίων», στην εγκύκλιο επιστολή του, το 867 μ.Χ., που απευθυνόταν προς τους κατά Ανατολάς Επισκόπους και Πατριάρχες, στρέφεται στην καταπολέμηση της αιρέσεως, «κατὰ πάσης αἱρέσεως», που αποτελεί την ενότητα και την ακεραιότητα της Ορθοδοξίας και συγχρόνως καλεί όλους να είναι άγρυπνοι εναντίων κάθε δυσέβειας. Ο Μέγας Φώτιος, γνωρίζοντας ότι κάθε εκτροπή από την αληθή πίστη έχει ως συνέπεια την έκπτωση από την πνευματικότητα, κατακρίνει «τὸ τῆς γνώμης ἠρρωστηκὸς καὶ ἀστήρικτον» και καταδικάζει, ως «ἁμαρτίαν πρὸς θάνατον», κάθε εκτροπή από την Ορθοδοξία και την «τῶν παραδοθέντων ἀθέτησιν» ή «καταφρόνησιν» από εκείνους που «κατὰ τῶν ἰδίων ποιμένων ὑπερήφανον ἀναλαμβάνουν φρόνημα, ἐκεῖθεν δὲ κατὰ τοῦ κοινοῦ Ποιμένος καὶ Δεσπότου παρατείνουν τὴν ἀπόνοιαν». Επί της βάσεως αυτής αντέκρουσε όχι μόνο τους εικονομάχους αλλά και τις παπικές αξιώσεις και το γερμανοφραγκικό δόγμα του filioque, το οποίο διασαλεύει την κοινωνία των αγιοπνευματικών προϋποθέσεων και ενεργειών και δεν έχει θέση μέσα στην κοινωνία του Σώματος της Εκκλησίας και της κοινότητος των αδελφών. Γι' αυτό και η Σύνοδος, η οποία συνήλθε τον Ιούλιο ή Αύγουστο του 867 μ.Χ. στην Κωνσταντινούπολη, καθαίρεσε τον Πάπα Νικόλαο για τις αντικανονικές του ενέργειες, ενώ αποδοκίμασε τη διδασκαλία του filioque και τα ρωμαϊκά έθιμα. Μάλιστα η εγκύκλιος επιστολή του ιερού Φωτίου για τα θέματα αυτά, μετά τη συνοδική κατοχύρωση του περιεχομένου της, κατέστη ένα σταθερό πλέον κριτήριο για την αξιολόγηση των σχέσεων Ανατολής και Δύσεως. Η δολοφονία του αυτοκράτορα Μιχαήλ του Γ', στις 24 Σεπτεμβρίου 867 μ.Χ., από τον Βασίλειο Α' τον Μακεδόνα, συνοδεύτηκε και με κρίση στην Εκκλησία. Ο νέος αυτοκράτορας τάχθηκε υπέρ της προσεγγίσεως Κωνσταντινουπόλεως και Ρώμης και αναζήτησε ερείσματα στοςυ «Ιγνατιανούς». Ο ιερός Φώτιος υπήρξε το θύμα αυτής της νέας πολιτικής σκοπιμότητας του αυτοκράτορα, ο οποίος εκθρόνισε τον Άγιο Φώτιο και αποκατέστησε στον θρόνο τον Πατριάρχη Ιγνάτιο, στις 23 Νοεμβρίου 867 μ.Χ. Η Σύνοδος του έτους 869 μ.Χ., που συνήλθε στην Κωνσταντινούπολη, στο ναό της Αγίας Σοφίας, αναθεμάτισε τον Άγιο Φώτιο, όσοι δε Επίσκοποι χειροτονήθηκαν από αυτόν ή παρέμεναν πιστοί σε αυτόν καθαιρέθηκαν και όσοι από τους μοναχούς ή λαϊκούς παρέμειναν οπαδοί του αφορίσθηκαν. Ο ιερός Φώτιος καθ' όλη την διαδικασία και παρά την προκλητική στάση των αντιπροσώπων του Πάπα τήρησε σιγή, τους υπέδειξε να μετανοήσουν και αρνήθηκε να δεχθεί την αντικανονική ποινή. Στη συνέχεια εξορίστηκε και υποβλήθηκε σε ποικίλες και πολλαπλές στερήσεις και κακουχίες. Επακολούθησε βέβαια η συμφιλίωση των δύο Πατριαρχών, Φωτίου και Ιγνατίου, αλλά ο θάνατος του Ιγνατίου, στις 23 Οκτωβρίου του 877 μ.Χ., επέτρεψε την αποκατάσταση του ιερού Φωτίου στον πατριαρχικό θρόνο μέχρι το έτος 886 μ.Χ. κατά τον οποίο εξαναγκάστηκε σε παραίτηση από το διαδεχθέντα τον αυτοκράτορα Βασίλειο δευτερότοκο υιό του Λέοντα ΣΤ' τον Σοφό. Ο Άγιος Φώτιος κοιμήθηκε οσίως το έτος 891 μ.Χ. όντας εξόριστος στην ιερά μονή των Αρμενιανών, όπως άλλοτε ο θείος και ιερός Χρυσόστομος στα Κόμανα του Πόντου. Το ιερό και πάντιμο σκήνωμα του Αγίου και Μεγάλου Φωτίου εναποτέθηκε στην λεγόμενη μονή της Ερημίας ή Ηρεμίας, που ήταν κοντά στην Χαλκηδόνα. Παλιότερα η Σύναξή του ετελείτο στο Προφητείο, δηλαδή στο ναό του Τιμίου Προδρόμου και Βαπτιστού Ιωάννου, που βρισκόταν στη μονή της Ερημίας, ενώ τώρα τελείται στην ιερά πατριαρχική μονή της Αγίας Τριάδος στη νήσο Χάλκη, όπου ιδρύθηκε και η Θεολογική Σχολή της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας.
Ἀπολυτίκιον
Ὡς τῶν ἀποστόλων ὁμότροπος καὶ τῆς οἰκουμένης διδάσκαλος, τῷ Δεσπότῃ τῶν ὅλων ἱκέτευε, Φώτιε, εἰρήνην τῇ οἰκουμένῃ δωρίσασθαι, καὶ ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν τὸ μέγα ἔλεος.
Ἕτερον Ἀπολυτίκιον (Κατέβασμα) Ἦχος πλ. α’.
Τὸν συνάναρχον Λόγον. Τῆς σοφίας ἐκφάντωρ λαμπρὸς γενόμενος, Ὀρθοδοξίας ἐδείχθης θεοπαγῆς προμαχών, τῶν Πατέρων καλλονὴ Φώτιε μέγιστε, σὐ γὰρ αἱρέσεων δεινῶν, στηλιτεύεις τὴν ὀφρύν, Ἐώας τὸ θεῖον σέλας, τῆς Ἐκκλησίας λαμπρότης, ἣν διατηρεῖ Πάτερ ἄσειστον.

Ο Άγιος Αθανάσιος Επίσκοπος Χριστιανουπόλεως γεννήθηκε στη Κέρκυρα, περί τα τέλη του ιζ' (17ου) αιώνος, το έτος 1665, από γονείς ευσεβείς. Ο πατέρας του λεγόταν Ανδρέας, και η μητέρα του Ευφροσύνη. Επειδή ο πατέρας του είχε επίσημη θέση κοντά στον Ενετό κυβερνήτη των Ιονίων νήσων μετοίκησε στην Καρύταινα συμπαρακολουθούντας τον τότε κυβερνήτην της Πελοποννήσου νεοδιορισθέντα το 1684.Η Πελοπόννησος όλη ως και τα Ιόνια νησιά, ήσαν τότε υπό την εξουσία των Ενετών.
. Εκτός του Αγίου, ο πατέρας του είχε και τρεις γιούς,εκ των οποίων ο μεν πρώτος παντρεύτηκε και αποκατέστη στην Χριστιανούπολη,ο δεύτερος, Αντώνιος στο όνομα έμεινε στην Καρύταινα και πήρε σύζυγο την αδελφή του τότε διάσημου αρματωλού Αθανασίου Κουλά,ή καπετάν Θανάση όπως τον φώναζαν,και ο τρίτος,είχε κλίση στα στρατιωτικά και κατετάχθηκε στο ναυτικό Ενετικό τάγμα.
Τον Αναστάσιον, διότι έτσι ονομαζόταν ο Άγιος πρωτύτερα, ο πατέρας του τον είχε παραδώσει από μικρό σε εξόχους δασκάλους διότι ο Αναστάσιος αγαπούσε πολύ τα γράμματα.Επειδή τυγχάνει να είναι από κείνους που θα προόδευε εις την χριστιανική παιδεία και διδασκαλία ο θεός τον δόξασε ως ανταμοιβή των κόπων του. Καθημερινά καλλιεργούσε την χριστιανική αρετή και έλεγε πολλές φορές προσευχόμενος αυτό που είχε πει και ο Δαυίδ'' (Γνώρισόν μοι Κύριε οδόν εν η πορεύσομαι, ότι προς σε ήρα την ψυχήν μου).
Όταν έφθασε σε ανδρική ηλικία, ο πατέρας του τον ανάγκασε να παντρευτεί όπως βεβαίως συμβαίνει εις τους περισσοτέρους ανθρώπους. Διότι καύχημα και χαρά νομίζουν οι γονείς, να βλέπουν γιους από γιους και θυγατέρες από θυγατέρες. Πράγματι τερπνόν και ευάρεστον είναι το να βλέπει γιους, κόρες, εγγονούς, μαζεμένα κυκλικά στην τράπεζα του σπιτιού,ωστόσω η παρθενία μέγα και υψηλό και τοις Αγγέλοις ομότιμον. (Πολλοί εισίν οι κλητοί, ολίγοι δε οι εκλεκτοί». Ό Αθανάσιος λοιπόν, έχοντας κατά νου τα λόγια του Παύλου και την λοιπήν των πατέρων χορείαν και σκοπό είχε βάλει τα υψηλότερα,αντέδρασε στην πρόταση του πατέρα του περί γάμου,προφασιζόμενος κάποια εμπόδια και του άφησε να εννοηθεί ότι πρέπει να περάσει λίγος χρόνος εως σκεφθεί.Αλλά ο πατέρας του επέμενε να πραγματοποιήσει τον γάμο.ετσι λοιπόν αρραβώνιασε τον Αναστάσιο με μια κόρη πλουσίου πολύ γνωστού από την Πάτρα.Όταν ήλθε ο κατάλληλος καιρός και για τον γάμο ο πατέρας του τον έστειλε κείνες τις μέρες στο Ναύπλιο την πρωτεύουσα της Πελοποννήσου για να ετοιμάσει όπως ήταν το τυπικό τα νυφικά και τα υπόλοιπα ενδύματα.Αλλά ο Αθανάσιος, αφ' ενός πιεζόμενος από τον πατέρα του, αφ' ετέρου δε και από τον εαυτό του λόγω της αποστροφής του από τα κοσμικά και ένεκα του εν εαυτώ ιερού αισθήματος. ευρέθηκε μεταξύ σφύρας και άκμωνος, δηλαδή, σε αμηχανία στενοχώρια και μεγάλο δίλημμα το τι να πράξει. έτσι ενώ πορευόταν προς το Ναύπλιο, διέταξε στην μέση του δρόμου τους συνοδοιπόρους υπηρέτες του να σταματήσουν δια λίγο.Αυτός εισήλθε στο ναό της Θεοτόκου που ήταν πλησίον του δρόμου και γονυπετώς προσευχήθηκε με δάκρυα και συντετριμμένη καρδιά λέγοντας αυτά.''Κύριε Ιησού Χριστέ ο θεός μου, ο καρδίας και νεφρούς ετάζων και τα κρυπτά των ανθρώπων σαφώς επισταμένος, Συ οίδας την καρδίαν μου και την θέλησήν μου. Οίδας, Κύριε καρδιογνώστα, ότι εκ κοιλίας μητρός μου Σε επόθησα και ηγάπησα. Και ήδη ο πατήρ με βιάζει όθεν, γνώρισόν μοι Κύριε, οδόν εν η πορεύσομαι, ότι προς σε ήρα την ψυχήν μου.
Παρακάλεσε λοιπόν τον Κύριο και την Θεοτόκο να του δείξουν τον δρόμο.Είχε εμπιστοσύνη και σιγουριά ότι θα βοηθηθεί. Μετά την προσευχή συνέχισε την πορεία του. Όταν έφτασε στο Ναύπλιο, άρχισε να κατασκευάζει τα νυμφικά ενδύματα, αλλά πάντοτε υπό το κράτος της πάλης των λογισμών της ψυχρότητας και της αδιαφορίας εκείνης, την οποία δεικνύει όταν αισθάνεται αποστροφήν προς αυτά. Συχνότερα τώρα παρακαλεί τον θεόν και την Υπεραγίαν θεοτόκο ,γιατί πλέον πλησιάζει η ώρα και η θλίψη και η στενοχώρια του αυξάνονταν. Ενώ λοιπόν ήταν έτοιμος να αναχωρήσει για την επαύριον, βλέπει στον ύπνο του το βράδυ την Θεοτόκο που είχε μαζί τον Ιωάννη τον Πρόδρομο να του λέγει.''Σκεύος εκλογής και υπηρέτης του Υιού μου μέλλεις γενέσθαι ω Αθανάσιε. Πέμψον ουν τους δούλους μετά των νυμφικών ιματίων προς τον σον πατέρα και η κόρη ετέρω ανδρί συζευχθήτω. Συ δε πορεύου εις Κωνσταντινούπολιν.'' Ό Αθανάσιος, ξύπνησε και έντρομος όπως ήταν ανεβόησε.'' Ευλογητός ο θεός, ο εξαγαγών με της θλίψεως και στενοχώριας μου. Ουχί το εμόν αλλά το του Κυρίου μου γενέσθω θέλημα.
Όποιος τον θεό πραγματικά αγαπά θα μπορούσε να καταλάβει την ψυχική αγαλλίαση και την πνευματική ευφροσύνη που αισθάνθηκε ο από εδώ και στο εξείς ονομαζόμενος εξ στόματος της θεοτόκου Αθανάσιος.Στη συνέχεια έγραψε επιστολή και την έδωσε στους υπηρέτες του να την παραδώσουν στον πατέρα του. Έγραφε αυτή η επιστολή. Σπεύσε πατέρα στην υποψήφια μνηστή μου να πεις να ψάξει για άλλον άνδρα διότι ο Αναστάσιος-Αθανάσιος αναχωρεί προς Κωνσταντινούπολη τόπον μακρινό και το πιθανώτερο είναι να μην τον ξαναδεί ποτέ.Μετά από λίγες μέρες αναχώρησε για την Κωνσταντινούπολη.Εκεί γνωρίστηκε όπως ήταν φυσικό με τον πατριάρχη Γαβριήλ που ήταν τότε στον θρόνο.Ήταν το 1702 και σε ηλικία 37 ετών ο Αθανάσιος εκδήλωσε επιθυμία να ασπασθεί το μοναχικό σχήμα και να χειροτονηθεί ιεροδιάκονος.Ο πατριάρχης Γαβριήλ τον δοκίμασε και είδε την σύνεση του και τις αρετές του αγίου και τον χειροτόνησε στο πατριαρχείο και μάλιστα ύστερα από λίγο χρόνο τον προήγαγε στον βαθμό του πρεσβυτέρου.Το 1711,όταν ο διάσημος εκκλησιαστικός ρήτορας Ηλίας Μηνιάτης ήταν ιεροκήρυκας στην Κέρκυρα ο τότε Ενετός κυβερνήτης της Πελοποννήσου Άγγελος Έμος, γνώριζε από κοντά τον Μηνιάτη και υπεραγαπούσε αυτόν, δια τα προτερήματα.Του επρότεινε να είναι υποψήφιος αρχιεπίσκοπος της τότε χηρευούσης αρχιεπισκοπής Χριστιανουπόλεως. Αλλά ο Μηνιάτης, είτε κινούμενος από ταπεινοφροσύνη είτε πίστευε ότι ήταν αδύνατον να επιτύχει κάτι το καλύτερο στην αρχιεπισκοπή δεν εδέχθηκε την πρόταση.Έτσι ο πατριάρχης χειροτόνησε ως κατάλληλον τον Αθανάσιο.Ανεβαίνοντας λοιπόν ο Αθανάσιος τον μεγάλο και υψηλό βαθμό της ιερωσύνης συναισθάνθηκε το μεγάλο βάρος που θα κουβαλά στους ώμους του ενώπιον θεού και ανθρώπων.Έτσι όταν έφθασε στην αρχιεπισκοπή και στο ποιμνιό του που τον εμπιστεύθηκε σφόδρα,ο Αθανάσιος έγραψε πρώτος στην καρδιά του το''(Χριστός υπέρ ημών έπαθεν, ημίν υπολιμπάνων υπογραμμόν ίνα επακολουθήσωμεν τοις ίχνεσιν αυτού), έτι δε, (ο ποιμήν ο καλός την ψυχήν αυτού τίθησιν υπέρ των προβάτου αυτού), προς δε τούτοις και εν τη μνήμη αυτού έχων πάντοτε το, (ο ποιήσας και διδάξας ούτος μέγας κληθήσεται), προσέθηκεν αρετάς επί τας αρετάς και πόνους επί των πόνων.Βλέποντας δηλαδή ότι, οι Ενετοί τότε με πλάγια μέσα επεβουλεύοντο τη θρησκεία, προσπαθώντας να φέρουν στην λατινική γλώσσα τους υπηκόους τους, υποστηρίζοντας κατ'ουσίαν την αμάθεια και την απαγόρευση της ελληνικής γλώσσας με τα ιερά γράμματα, πράγμα το οποίο ούτε και αυτοί οι άγριοι Τούρκοι δεν έπραξαν στα δύσκολα εκείνα χρόνια,έστρεψε λοιπόν ο Αθανάσιος την προσοχή του στα ιερά γράμματα με ταυτόχρονη ανέγερση σχολείων σε όλη την επαρχία του.Με αυτό τον τρόπο δίδασκε και με λόγια και με πράξη τους χριστιανούς να μένουν σταθεροί και ακλόνητοι στην πίστη τους την οποίαν στερέωσαν και το αίμα των δεκατεσσάρων εκατομμυρίων μαρτύρων που αντιστάθηκαν στους διωγμούς και στην αθεία δεκαοχτώ ολόκληρους αιώνες που προηγήθηκαν. Παρεκινούσε όπως ήταν επόμενο τους γονείς να στέλνουν τα παιδιά στα σχολεία και να μαθαίνουν τα ιερά γράμματα και προνοούσε για τις δαπάνες που βεβαίως θα χρειαζόταν. Με την διδασκαλία του και την συνδρομή του ανεγέρθησαν και πολλοί ναοί εκ των οποίων ένας είναι σε καλή κατάσταση και σήμερα στην Καρύταινα αφιερωμένος στο όνομα της Θεοτόκου.
Ακόμα έδινε πλουσιοπάροχα σε αυτούς που πεινούσαν τα πάντα που είχαν ανάγκη αφού τα συνάθροιζε από τις προσφορές των πιστών.πάντρευε κορίτσια ορφανά έντυνε γυμνούς και άπορους,παρηγορούσε τους θλιβομένους,Επανέφερε σε τάξη τους πλανεμένους και σκληρούς ανθρώπους και το σπουδαιότερο έφερεν αυτούς και πολλούς άλλους σε πλήρη μετάνοια. Η τροφή του αγίου ήταν λιτή όμοια με των παλαιών αγίων ιεραρχών αρκούταν απολύτως μόνο με τα αναγκαία.
ΤΑ ΘΑΥΜΑΣΤΑ ΣΗΜΕΙΑ

 Έχει αξία να αναφέρουμε την διήγηση θαυμαστών σημείων από την ζωή του που μαρτυρούν την αγιότητα στην συνείδηση των πιστών.Βεβαίως υπάρχουν πολλοί ανθρωποι ευσεβείς και μη, που ακούν ή διαβάζουν τους βίους και τα μαρτυρολόγια των αγίων και τους έρχονται δύσπιστοι λογισμοί ,πως τάχα για παράδειγμα μπόρεσαν να αντισταθούν σε τέτοια μαρτύρια.Αναρρωτιούνται να είναι αληθινά αυτά ή είναι υπερβολές και αποτελέσματα μιας υπέρμετρης θεοβλαβείας.Αλλά δεν έχουν δίκιο.Εδώ έχουμε πρόσφατους άγιους με αυτόπτεις μάρτυρες που είδαν τα θαυμαστά τους και βεβαίως ζουν ακόμα .Ο άγιος Νεκτάριος είναι απτό παράδειγμα.Οι άγιοι ήταν άνθρωποι φίλοι του θεού που μιμήθηκαν τα ίχνη του Ιησού και τις εντολές Του.Τον ακολούθησαν και δι' αυτό αναβλύζουν χάρη και ευωδία ανά τους αιώνες.Σε τελική ανάλυση η πίστη του Ιησού δεν εθριάμβευσε με λόγια και ανθρώπινα επινοήματα,αλλά με ζωντανά σημεία και θαύματα.Όταν ο Κύριος απέστειλε τους αποστόλους του να κηρύξουν το ευαγγέλιο σε όλη την οικουμένη είπε ότι σ'αυτούς που θα πιστέψουν θα τους δοθούν σημεία.''(Σημεία δε τοις πιστεύσασι ταύτα παρακολουθήσει εν τω ονόματί μου δαιμόνια εκβαλούσι, γλώσσαις λαλήσουσι κεναίς, όφεις αρούσι καν θανάσιμόν τι πίωσι ου μη βλάψη αυτούς επί αρρώστους χείρας επιθήσουσι και καλώς έξουσιν)).Στο κατά Ιωάννη Ευαγγέλιον, λέγει ο Ιησούς (Αμήν λέγω υμίν, ο πιστεύων εις εμέ, τα έργα α εγώ ποιώ κακείνος ποιήσει και μείζονα τούτων ποιήσει). (Ίω.κεφ 14,στίχ 7). έτσι λοιπόν ας διηγηθούμε πρώτα όσα έπραξε ο άγιος πριν την κοιμησή του και έχει διασώσει η παράδοση,και κατόπιν αυτά που έπραξε μετά την κοιμησή του.
Από την παράδοση αναφέρεται ότι ενώ ο Άγιος ιερουργούσε, πολλές φορές την στιγμή που εξέρχετο της ωραίας του ιερού πύλης για να εκφωνήσει το ''(Κύριε, Κύριε επίβλεψον εξ ουρανού....), οι καθαροί στη καρδιά όπως τα παιδάκια και οποοσδήποτε ενάρετοι Χριστιανοί έβλεπαν μπροστά εις το στόμα του ένα φεγγοβόλο και λαμπρό αστέρι. Κάποιοι που είχαν ή δεν είχαν την διάκριση να του το πουν του ιδίου αυτό που είδαν ,αμέσως ο άγιος τους έλεγε ότι αυταπατώνται.Τους το δικαιολογούσε μάλιστα ως κάποια αντανάκλαση φωτός ένεκα των πολλών φώτων που υπήρχαν μέσα στο ναό.Αν κάποιος ωστόσο επέμενε ο άγιος τον επετιμούσε δριμύτατα και τον παρακαλούσει να μην το πει σε κανένα.
στη Χριστιανούπολη υπήρχε ένας οικογενειάρχης Χρήστος στο όνομα που ήταν έμπορος, θεοσεβής και γνώριμος του Αγίου. ο γιος του ο παντελής για επαγγελματική δουλειά είχε αναχωρήσει με δύο άλογα για την πάτρα. Άλλά στον δρόμο τον συνέλαβαν κάποιοι ληστές και αφού σκότωσαν τα άλογά του πρώτα ύστερα έδεσαν τον ίδιο αιχμάλωτο και τον οδήγησαν σε ψηλά βουνά παραγγείλοντος όμως δια μέσω ενός διαβάτη που τους είδε να παραγγείλει στους γονείς του ότι εντός δύο εβδομάδων δεν τους στείλουν αρκετά χρήματα θα τον σκοτώσουν έτσι όπως είναι δεμένος.ο δυστυχής πατέρας του δεν είχε τα απαιτούμενα χρήματα που ζητούσαν οι απαγωγείς και ήλθε σε απελπισία.Θρήνος και κλαυθμός έπεσε στο σπίτι.Προστρέχει να παρηγορηθεί στον άγιο διηγώντας του τα συμβάντα.ο άγιος τον συμπόνεσε και πρόστρεξε εις την εξ ύψους βοήθεια κάνοντας υπέρ αυτού παρακλήσεις. Την δέκάτη τετάρτη ημέρα λοιπόν το σούρουπο όταν οι ληστές με ποτά που κουβαλούσαν μαζί τους μέθυσαν και διαμήνυσαν με τρόπο απαίσιο και αυστηρό στον παντελή ότι αυτές τις τελευταίες ώρες αν ο πατέρας του δεν φέρει τα χρήματα θα στείλουν αυτοί στον πατέρα του την κεφαλή του.Όπως ήταν επόμενο φρίκη και ρίγος κατέλαβε αμέσως τον σιδεροδέσμιο Παντελή.Αυτοί από το μεθύσι τους έπεσαν σε ύπνο βαθύ.Κατά τα μεσάνυχτα βλέπει στον ύπνο του ο Παντελής τον Αρχιερέα,να του λέγει.'' Σήκω, παιδί μου και φύγε γρήγορα, διότι οι γονείς σου θρηνούν απαρηγόρητα!'' Όταν ξύπνησε ο δυστυχής Παντελής βρήκε τον εαυτό του λυμένον από τα δεσμά. Και σηκώνοντας διεσκέλισε τους ληστές και έφυγε τρέχοντας. Αλλά την δεκάτη πέμπτη ημέρα ο πατέρας του Χρήστος, με την μητέρα του και τα αδέλφια του πήγαν εις την οικία του Αρχιερέως καταστενοχωρημένοι και μαρασμένοι διότι περίμεναν το μοιραίο εφ'όσον ο χρόνος εξέπνευσε. Τότε ο Άγιος, μπροστά και σε άλλους ανθρώπους συγκινημένος τους είπε. Ησύχασε Χρήστο και αύριο την εσπέρα ο Παντελής έρχεται. Ω των ισχυρών του Αθανασίου δεήσεων! Ο Παντελής πράγματι ήλθε και με δάκρυα βρέχει τα πόδια του αγίου διηγώντας παράλληλα την αποκάλυψη που είχε.Έτσι λοιπόν φανερό είναι ότι και όταν ζούσε ο Άγιος είχε λάβει παρά θεού το χάρισμα της προοράσεως και ότι ο θεός εισάκουσε τις δεήσεις του.(θέλημα των φοβουμένων αυτόν ποιήσει και της δεήσεως αυτών εισακούσεται)). (Ψαλμ. 144).
Κάποτε που περιόδευε στην επαρχία του ο άγιος έφθασε στη Μεγαλόπολη. Εκεί ήταν ο Ναός της Μεταμορφώσεως όπου γύρω του υπήρχε μια αρκετά μεγάλη λίμνη που είχε πολυάριθμα βατράχια. Μετά τον εσπερινό ο άγιος έμεινε μαζί με τον διάκονό του εκεί για διανυκτέρευση καθόσον το συνήθιζε καλοκαίρι για χάρη της ησυχίας που πάρα πολύ αγαπούσε.Αλλά την νύχτα οι βάτραχοι εκόαζαν συνέχεια και βέβαια θόρυβο πολύ προξενούσαν.Ο άγιος δεν μπόρεσε να κοιμηθεί όπως ήθελε παρά λίγες μόνο στιγμές.Την άλλη μέρα μετά τη θεία Λειτουργία, όταν οι Ιερείς και οι λοιποί ρώτησαν τον Άγιο πως πέρασε η νύκτα στην ύπαιθρο, ο Άγιος αποκρίθηκε. Τι να σας πω, τέκνα μου. Αυτά τα βατράχια κακό χρόνο νάχουν έκαναν τόσο θόρυβο απόψε, ώστε σχεδόν δεν κοιμήθηκα. Μετά δε τον λόγον αυτό οι βάτραχοι έπαυσαν και έμειναν «άφωνοι. Αλλά τότε κανείς απ'αυτούς που παρεβρίσκονταν στην κουβέντα δεν έδωσε προσοχή καθόσον οι βάτραχοι δεν κοάζουν την μέρα παρά μόνο την νύχτα. Το εκπληκτικό βέβαια είναι ότι έκτοτε ποτέ πλέον δεν είχανε κοάσματα από βατράχια στην λίμνη είτε μέρα ήταν είτε νύχτα. Νεκρική σιγή στην λίμνη.Στους κατοίκους προξένησε μεγάλη απορία και έκπληξη αυτό το γεγονός. Μετά από δυο χρόνια όταν ο άγιος ξαναπήγε σε εκείνο το μέρος το βράδυ δεν άκουσε φωνή βατράχου.Από περιέργεια ρώτησε ένα Ιερέα να του πει τι έγινε εκείνο το πλήθος των βατράχων που ακουγόνταν με τις φωνές του μέσα από την λίμνη.Ο ιερέας αμέσως του είπε.Δέσποτα, από την ημέρα που είπατε, κακό χρόνον νάχουν που δεν σας άφησαν να κοιμηθήτε, ουδέποτε πλέον ακούσθησαν. Τότε ο Άγιος, υπομειδιόμενος είπε. Και με άκουσαν τα ευλογημένα; Μόλις τελείωσε τη λέξη και ώ του θαύματος! αυτά άρχιζαν να κοάζουν, και μέγαλο θόρυβο προξενούσαν,όπως παλιά.
όταν ζούσε ο άγιος τα τελευταία του χρόνια μια γυναίκα από το χωριό Σουλιμά ήταν μάγισσα με αποτέλεσμα να πλανά πολλές ψυχές και να τις παραδίνει στον σατανά.όταν το έμαθε ο άγιος την προσκάλεσε και αυστηρά βεβαίως τις είπε να εξομολογηθεί να υποστεί κανόνα ένεκα των αμαρτιών της ειδεμή θα τεθεί εκτός της εκκλησίας.η γυναίκα που κατάλαβε το μ΄έγα λάθος της συνήλθε και κατανυγείσα είπε στον αρχιερέα ότι μετανοιώνει και9 επιθυμεί να την ξομολογήσει ο ίδιος.ο Αγιος,άδραξε την ευκαιρία γιατί ήθελε να σωθεί η γυναίκα και την εξομολόγησε την παρηγόρησε και της επέβαλε κανόνα να τηρήσει ανάλογα των αμαρτιών της και σύμφωνα και με τους αποστολικούς κανόνες. παράγγειλε σε αυτή όταν τελειώσει ο κανόνας να επανέλθει όπως την συγχωρήσει και της δώσει άδεια για να μεταλάβει των αχράντων μυστηρίων του Κυρίου. Αλλά εν τω μεταξύ,μαθαίνει ότι ο δεσπότης εκείνο το καιρό αρρωσταίνει βαρειά και πρόκειται να πεθάνει.Τρέχει λοιπόν στο δρόμο και κάμποσα χιλιόμετρα η γυναίκα για την Χριστιανούπολη. για να προφτάσει .δεν τα κατάφερε όμως.όταν είχε φτάσει ήταν αργά διότι ο άγιος είχε κοιμηθεί. και μάλιστα ήταν η στιγμή που εφερόταν στον τάφο για να κηδευτεί.διασχίσας το πλήθος αυτή η γυναίκα με ορμή πέφτει πρηνηδόν επί του ιερού λειψάνου και γοερώς θρηνούσε. Τότε αυτοί που βάστάζαν το ιερό Λείψανο σταμάτησαν. η γυναίκα άρχιζε να μονολογεί.''Ω δυστυχία μου, τι να γίνω η ταλαίπωρος; Διατί, Άγιε του θεού, με άφησες την δυστυχή ασυγχώρητον; Πως να ζήσω του λοιπού υπό τον δεσμόν της αράς; Ελέησόν με Άγιε και της αράς με απάλλαξον.'' αυτά με δάκρυα έλεγε η γυναίκα εκείνη. Ο Άγιος, παρευθύς, ώ της μεγάλης σου προς θεόν παρρησίας Αθανάσιε ! Ύψωσε το χέρι του σε σχήμα ευλογίας ευλόγησε αυτή ως να ήταν ζωντανός. Τούτο το θαυμαστό το είδε ο λαός, εξεπλάγησε,και εβόησε. Κύριε ελέησον!
Όταν το 1834 η αντιβασιλεία Όθωνα διέλυσε τις περισσότερες του Κράτους Μονές, μεταξύ των άλλων συμπεριελήφθηκε και η Μονή του Προδρόμου στην Γορτυνία. Κατά συνέπεια, ο τότε διοικητής έπαρχος Π. Νέγκας διέταξε δύο υπαλλήλους για να μεταβούν στη Μονή,και να μεταφέρουν στη Δημητσάνα την κινητή περιουσία της μονής.Οι ιεροκάπηλοι όταν είχαν έλθει στη μονή τα είχαν ανακατώσει όλα και άρπαξαν μεταξύ άλλων τα ιερά Σκεύη και τα ιερά του Αγίου Λείψανα, το κιβώτιο που περιείχε το μεγαλύτερο μέρος του αγίου Λειψάνου και την Κάρα, εμπεριεχομένη εις στο ιδιαίτερο αργυρούν κιβώτιο. Και έβαλαν αυτά μέσα σε βρώμικα σακκιά τα στοίβασαν και τα μετέφεραν στο επαρχείο όπου, τα μεν κιβώτια τα άφησαν στο υπόγειο και τους σάκκους τους άφησαν πάνω στις σανίδες του δωματίου. Φρίκη αληθινή κατελάμβανε κάθε ευσυνείδητο,να βλέπει ένθεν μεν το Αγιον Ποτήριον, ένθεν δε την Λαβίδα, τον Σπόγγο, τον Δίσκο, την Λόγχην κατά γης ριγμένα, σαν να ήσαν άχρηστα της αγοράς ψώνια!.Όταν όμως ήρθε η νύχτα γύρω στις 12 , κρότος φρικτός από τα κιβώτια ακούσθηκε σαν να ξεριζώθηκε μεγάλο δένδρο,και από τον κρότο αυτό άρχισε να δονείται το σπίτι με αποτέλεσμα ο έπαρχος να νομίσει ότι πρόκειται για σαν σεισμό.Λίγο μετά δεύτερος κρότος σφοδρότερος του πρώτου άρχισε πάλι να ακούγεται και ο έπαρχος φοβισμένος για καλά πια σηκώνεται ημίιγυμνος να δει τι συμβαίνει.Αμήχανος έτσι όπως ήταν και μη γνωρίζοντας που να πάει πορεύθηκε στη παρακείμενη οικία όπου κατοικούσε ο τότε διοικών την επισκοπή Γορτυνίας Ιγνάτιος, πρώην Επίσκοπος Αρδαμερίων, ο οποίος γνώριζε για τον άγιο από αυτά που του είχε πει μακαρίου Ιωσήφ, Επισκόπου Ανδρούσης.
Χτύπησε την πόρτα και εισήλθε έντρομος και λέγει. Φοβερό πράγμα, Δεσπότη μου, συμβαίνει στο σπίτι μου.Κρότος μεγάλος και φοβερός ακούστηκε δυο φορές στο υπόγειο και μαζί με το κρότο, σεισμός, ώστε παρ' ολίγο να πέσουν και οι τοίχοι. Περίεργο, απαντά ο Αρχιερέας. Εγώ σεισμό δεν άκουσα. Σηκώνει τότε αμέσως τον Διάκονο και τον ρωτά αν αισθάνθηκε αυτός σεισμό. Αλλά και αυτός είπε όχι. Τι συμπεραίνετε λοιπόν, κύριε Νέγκα; Σήμερα είπε εκείνος, έφεραν από το Μοναστήρι δύο σάκκους με μερικά πράγματα από την Μονή του Προδρόμου και εξ αυτών είναι δύο κιβώτια, ένα μεγάλο ξύλινο και ένα μικρό αργυρούν. Είπαν οι απεσταλμένοι, ότι περιέχουν Λείψανα. Τότε ο Επίσκοπος ανέκραξε. Μήπως έφεραν εδώ τα Λείψανα του Αγίου Χριστιανουπόλεως; Εις το άκουσμα των λέξεων τούτων ο έπαρχος έμεινε άναυδος. Αμέσως ο Αρχιερεύς,ντύθηκε και έσπευσε στο επαρχείο και κατέβηκε τότε εις το ύπόγειο, είδε τα Λείψανα του Αγίου, τα οποία και πρωτύτερα γνώριζε διότι τα είχε επισκεφθεί εις την Μονή. Πικρά επίπληξε τον έπαρχο για την ασέβεια αυτή και πήρε τα λείψανα και τα μετέφερε ο ίδιος στον οίκο του. Ο έπαρχος ορκιζόταν σε θεό και ανθρώπους, ότι η μεταφορά του αγίου Λειψάνου έγινε χωρίς να το γνωρίζει.Το ίδιο βράδυ ο Αρχιερεύς, δια μεσω του υπηρέτου, προσεκάλεσε τους πατέρας της Μονής Αιμυαλών, να έρθουν πρωί και να λάβουν τα ιερά Λείψανα και να τα μεταφέρουν στη δικιά τους μονή Αιμυαλών.Όταν αργότερα αποκαταστάθηκε η μονή Προδρόμου μετακόμισε και πάλι το ιερό Λείψανο στον οικείο τόπο,εκτός της κάτω σιαγόνας, την οποία κράτησαν εις την Μονή των Αιμυαλών. Για το θαύμα αυτό αυτόπτες μεν ήταν ο τότε έπαρχος Π. Νέγκας, ο Ιγνάτιος, Επίσκοπος Αρδαμερίων, και ο έμπορος από τον Πειραιά Νικόλαος Κυδωνάκης,που ήταν και γραμματέας του τότε οικονομικού Επιτρόπου,ακόμα ο εκ Τριπόλεως Αθανάσιος Συνανιώτης, πρωτοκόλλητής του τότε επαρχείου, ο Ιωσήφ Άνδρούσης, έπειτα ο Αρδαμερίων και βέβαια ο Π. Νέγκας που είπαμε και πιο πάνω ο οποίος διηγήθηκε αυτό και στο Ναύπλιο όταν έγινε αργότερα συνοδικός.Από τους αυτόπτες άκουσε αυτά και ο Ηγούμενος της Μονής Αγάπιος Οικονόμου, ο Ιωάννης Κυριάκος δάσκαλος και ο εκ Στεμνίτσης ευλαβής Ιερέας Ιωάννης ο Σακελλάριος. Μετά διεδόθηκε ανά πάσα την επαρχία το θαύμα τούτο, το οποίο και μέχρι σήμερα διηγούνται οι γέροντες.
Tο όντως εκπληκτικό είναι και εκείνο το οποίο μέχρι σήμερα ενεργείται από το Ίερό Λείψανο του αγίου. Όσες φορές μέλλει να συμβεί θεομηνία με συνέπεια να καταστρέψει τα κτήματα της Μονής ή και όλης της επαρχίας ή καταδρομή ή συμφορά κατά του Έθνους ή νόσος επιδημητική η λάρνακα η αγία που περιέχει το άγιο λείψανο εκπέμπει τριγμό πότε μεν ελαφρό, πότε δε σφοδρό, αναλόγως του μεγέθους της επερχόμενης συμφοράς, ώστε, εκ τούτου του σημείου και κάποιος που δεν γνωρίζει ότι εν τω Ιερώ Βήματι κείται το Ιερό Λείψανο, εάν τυχόν ακούσει τον τριγμό τούτο, ευθύς καταλαμβάνεται από φρίκη και τρόμο ανεξήγητο. Τέτοιο φοβερό ήχον τριγμού έφερε, όταν κατά το 1769 η μονή έμελλε να πολιορκηθεί από των Αλβανών,άνθρωποι που ήταν εκεί γλίτωσαν από θαύμα.Τέτοιο τριγμόν εξέπεμψε συχνότατα ένα έτος πριν να εγερθεί η Ελληνική Επανάσταση. Ακόμα τέτοιος τριγμός ακούσθηκε από τους πατέρας της μονής πριν την διάλυση των Μονών. Αλλά και τριγμός ακούσθηκε το 1849, όταν σφοδρότατη πλημμύρα κατέστρεψε τα κτήματα της Μονής και πολλοί άνθρωποι και ζώα κατεπνίγησαν.Τέτοιος τριγμός ακούεται, πλην ελαφρός, όταν πλησιάζει το τέλος της ζωής των πατέρων ή ακόμα όταν από παραμέληση έχει ξεχαστεί να αναφτεί η άψις της φωταγωγού του Αγίου Άρτου κανδήλας,
Το Λείψανο του Αγίου, έφερε όταν ήρθε στη Χριστιανούπολη ο εξ αγχιστείας συγγενής του Αγίου Αθανάσιος Κουλάς. Όταν άνοιξε τον τάφο,βρήκε το σώμα σε ημιλελυμένη κατάσταση και να εκπέμπει μια άρρητη ευωδία. Στην Καρύταινα μετέφεραν το σκήνωμα εις την Μονή του Προδρόμου ως ευλογία για το απόρθητο της Μονής και διότι η θεία Πρόνοια ευδόκησε. Πολλά λέγονται για την μεταφορά του Λειψάνου εμφανισθέντα σημεία,όπως το ελεύθερο γαιδουράκι που κινούνταν χωρίς οδηγό παρακολουθόμενο διακριτικώς από απόσταση και το οποίο κουβαλούσε στην πλάτη του τα λείψανα του αγίου.Το ξεκίνησαν από σταυροδρόμι με την ελπίδα ότι ο άγιος θα το οδηγήσει για το μέρος που θα σταματήσει. Μέρος που θα είναι και η επιθυμία του αγίου.Λέγεται ότι σταμάτησε έξω από την πύλη της μονής Προδρόμου και έκτοτε τα άγια λείψανα μένουν εκεί .Σήμερα υπάρχει παρακείμενος ναός της μονής που τιμάται στο όνομά του αγίου και όπου φυλάσσονται τα ιερά λείψανα.Βεβαίως τεμάχια λειψάνου έχουν δοθεί και σε άλλους ναούς ως ευλογία με εξέχουσα θέση στον μητροπολιτικό ναό της μητροπόλεως Τριφυλίας Ολυμπίας στην Κυπαρισσία όπου πανηγυρίζει στις 17 Μαίου εορτή του αγίου Ο άγιος κοιμήθηκε το έτος1832 το πιο πιθανόν καθόσον υπάρχει και κάποια αμφισβήτηση όσον αναφορά την ακριβέστερη ημερομηνία.
Η μνήμη του τιμάται στις 17 Μαιου.
ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟ

Ήχος α΄ της ερήμου πολίτης
Της Κερκύρας τον γόνον,Τριφυλίας το καύχημα Χριστιανουπόλεως όντος,τον ποιμένα τον Όσιον τον θείον Αθανάσιο πιστοί τιμήσωμεν εν ύμνοις ιεροίς αθανάτων γαρ χαρίτων τας δωρεάς παρέχει τοις κραυγάζουσι.Δόξα τω σε δοξάσαντι Χριστώ. Δόξα τω σε θαυμαστώσαντι.Δόξα τω ενεργούντι δια σου πάσιν ιάματα.
ΚΟΝΤΑΚΙΟ

Ήχος δ' Ο υψωθείς εν τω Σταυρώ.
Ο δοξασθείς παρά θεού θαυμασίως, δι ευωδίας και θαυμάτων ποικίλων, εν τοις εσχάτοις χρόνοις Αθανάσιε, φάνηθι ταχύτατος, και θερμός αντιλήπτωρ, των δεινών λυτρούμενος τους πιστώς σε τιμώντας και τους τα λείψανα κατέχοντας τα σα, προς μετανοίας, οδόν χειραγώγησον.
ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟ

Χριστιανουπόλεως ιερός ποιμενάρχης ώφθης Αθανάσιε αληθώς,και καλώς ποιμάνας.την λογικήν σου ποίμνη της αθανάτου δόξης,χαίρων ηξίωσαι.



Ο υμνωδός την ονομάζει «πανεύφημον νύμφην Χριστού» την Αγίαν Αικατερίναν και πολύ δικαίως γιατί η Αγία ως μόνον νυμφίον της ψυχής της είχε κάνει τον Χριστόν. Η ζωή της πραγματικά πολύαθλος κατέπληξε τους πάντας. Η σοφία και η γνώσις, όλη η επιστήμη του καιρού της είχε γίνει κτήμα της. Όλα όμως τα περιφρόνησε για την αγάπη του μοναδικού Νυμφίου, του Χριστού.
Και όμως η σοφία του κόσμου αυτού δεν την παραπλάνησε, ούτε η γήινη φιλοσοφία. Την έθεσε στην υπηρεσία της αληθινής φιλοσοφίας, για να ελκύση στην πίστι του Χριστού τους φιλοσόφους του καιρού εκείνου και τους ρήτορας.
Υπέμεινε πολλά βασανιστήρια και φυλακίσεις και απ' όλα αυτά την εγλύτωσε θαυματουργικά ο Κύριος. Τέλος παρέδωσε την αγία ψυχή της με μαρτυρικόν διά ξίφους θάνατον, διά να πρεσβεύη από τότε για όλους, όσοι επικαλούνται την προστασία της. Ιδιαιτέρως τιμάται εις το όρος Σινά από τους μοναχούς της Μονής Σινά, γιατί θαυματουργικώς μετεφέρθη το σώμα της επί του όρους αυτού.
Νομίζομεν ότι μεγάλην ωφέλειαν θα λάβη ο αγαπητός αναγνώστης από την ανάγνωσιν του βίου της Αγίας Αικατερίνης, γι' αυτό και προβαίνομεν εις την έκδοσιν του φυλλαδίου αυτού με την ευχήν όπως η Μεγαλομάρτυς «αιτήται πάσι το μέγα έλεος».

Γνωριμία με τον Ιησού Χριστό
Η Αγία Αικατερίνη γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια και μαρτύρησε κατά την εποχή των ασεβών βασιλέων Μαξιμιανού, Μαξεντίου και Μαξιμίνου (305-313). Ήταν κόρη του ηγεμόνος της Αλεξανδρείας Κώνστα (η Κέστου) φημισμένη για το κάλλος της και τη σοφία, διότι είχε μορφωθή με τα διδάγματα της ελληνικής παιδείας και γνώριζε Όμηρο, Βιργίλιο, Αριστοτέλη, Πλάτωνα και άλλους αρχαίους συγγραφείς.
Πολλοί πλουσιώτατοι άρχοντες της συγκλήτου την ζήτησαν σε γάμο από την μητέρα της, που ήταν κρυφή χριστιανή εξ αιτίας του διωγμού, που κίνησε ο Μαξιμιανός. Οι συγγενείς και η μητέρα της την συμβούλευαν να παντρευθή για να μην περιέλθη η βασιλεία του πατέρα της σε ξένο άνδρα, αλλά η Αικατερίνη αγαπούσε την παρθενία και απέφευγε τις προτάσεις. Η παράδοση αναφέρει το εξής περιστατικό: Όταν άρχισαν να την ενοχλούν συστηματικά τους είπε:
Βρήτε ένα νέο να μου μοιάζη στα τέσσερα χαρίσματα που ομολογείτε, ότι ξεπερνώ τις άλλες νέες και τότε να τον κάνω σύζυγό μου, γιατί δεν καταδέχομαι να πάρω κατώτερό μου. Ερευνήστε αν υπάρχη κάποιος όμοιός μου στην ευγένεια, στον πλούτο, στη σοφία, και στην ωραιότητα. Αν του λείπη κάτι απ' αυτά δεν είναι άξιος για μένα.
Εγνώριζαν όλοι, ότι ήταν αδύνατο να βρεθή τέτοιος άνθρωπος και της έλεγαν, ότι ο γιος του βασιλιά της Ρώμης και άλλοι είναι ευγενείς και πλουσιώτεροι από αυτή, αλλά υστερούν στην σοφία και στην ομορφιά. Αλλά η κόρη δεν δεχόταν να πάρη «αγράμματο», όπως έλεγε.
Η μητέρα της είχε πνευματικό ένα άγιο άνθρωπο έξω από την πόλι. Πήρε, λοιπόν, την Αικατερίνη και πήγαν να τον συμβουλευθούν. Ο ασκητής άκουσε τα φρόνημα λόγια της και σκέφθηκε να την ελκύση στην πίστι του Χριστού. Της είπε λοιπόν: Γνωρίζω έναν θαυμάσιο άνθρωπο, που σε υπερβαίνει σ' όλα τα χαρίσματα και σ' άλλα αναρίθμητα. Η ωραιότητά του νικά στη λάμψη τον ήλιο, η σοφία του κυβερνά όλα τα όντα , ο πλούτος του διαμοιράζεται σ' όλο τον κόσμο και δεν λιγοστεύει ποτέ, η ευγένειά του είναι ασύλληπτη και ακατανίκητη.
Η κόρη νόμισε, ότι πρόκειται για επίγειο άρχοντα και ρωτούσε αν αυτά τα χαρίσματα ήταν αληθινά. Ρώτησε λοιπόν:
Τίνος είναι γιός;
Αυτός δεν έχει πατέρα στη γη, αλλά γεννήθηκε υπερφυσικά από μια Υπεραγία Παρθένο, που αξιώθηκε για την αγιότητά της να μείνη αθάνατη στην ψυχή και στο σώμα.
Είναι δυνατό να δω αυτό το νέο, για τον οποίο διηγείσαι τόσα θαυμαστά;
Αν κάμης ό,τι σου πω, θα αξιωθής να δης το πρόσωπό του.
Σε βλέπω άνθρωπο γνωστικό και σεβάσμιο, πιστεύω ότι δεν μου λες ψέματα. Είμαι έτοιμη να κάνω ό,τι μου πης.
Τότε ο ασκητής της έδωσε μιά εικόνα της Παναγίας, που κρατούσε το θείο Βρέφος και της λέει: Αυτή είναι η αειπάρθενος Μητέρα Εκείνου. Πάρε την και αφού κλείσης την πόρτα του δωματίου συ κάμε ολονύκτια προσευχή και παρακάλεσε αυτήν, που ονομάζεται Μαρία, να σου δείξη τον Υιόν της. Ελπίζω, ότι αν παρακαλέσης με πίστι, θα σε ακούση.
Πήρε η Αικατερίνη την εικόνα και όλη τη νύκτα κλεισμένη στο θάλαμό της προσευχόταν, όπως της είπε ο γέροντας. Από τον κόπο κοιμήθηκε και βλέπει σε όραμα την Παναγία με το θείο Βρέφος. Αλλά είχε στραμμένο το πρόσωπό του προς τη Μητέρα του, έτσι η κόρη έβλεπε τα νώτα του, επιθυμώντας να δη από μπροστά πήγε προς το άλλο μέρος, αλλά ο Χριστός έστρεφε πάλι το πρόσωπό του. Τούτο έγινε τρεις φορές. Τότε άκουσε την Παναγία να λέη:
Κύτταξε, παιδί μου, τη δούλη σου Αικατερίνη, πόσο είναι ωραία και καλή.
Το βρέφος αποκρίθηκε:
Είναι σκοτεινή και άσχημη, τόσο που δεν μπορώ να την δω καθόλου.
Δεν είναι πάνσοφη παραπάνω από όλους τους ρήτορες, πλούσια και ευγενή;
Μητέρα μου, είναι αμαθής και πολύ χαμηλά όσο βρίσκεται σε τέτοια κατάστασι, ώστε δεν πρέπει να με δη στο πρόσωπο.
Σε παρακαλώ, παιδί μου, να μην περιφρονήσεις το πλάσμα σου, αλλά να την νουθετήσης κα να την οδηγήσης για να απολαύση τη δόξα σου και να δη το πρόσωπό σου, που επιθυμούν και οι Άγγελοι να βλέπουν.
Ας πάη στο γέροντα, που της έδωσε την εικόνα και ας κάνη ό,τι θα την συμβουλεύση και τότε θα με δη.
Την άλλη μέρα ξεκίνησε το πρωί με λίγες γυναίκες κι έφθασε στο κελλί του γέροντα. Με δάκρυα του διηγήθηκε το όραμα και του ζήτησε τη συμβουλή του. Ο όσιος διηγήθηκε όλα τα Μυστήρια της αληθινής πίστεως, αρχίζοντας από τη δημιουργία του ανθρώπου.
Μετά την κατήχησι η Αγία αποθέτοντας τον παλαιό άνθρωπο και φορώντας στολή θεοΰφαντη, γύρισε στα ανάκτορα. Όλη τη νύκτα πέρασε προσευχόμενη μέχρι την ώρα που κοιμήθηκε και είδε σε οπτασία την Παρθένο με το βρέφος, που κοίτταζε την Αικατερίνη, με πολύ ιλαρότητα. Στην ερώτηση της Θεομήτορος αν ήταν τώρα αρεστή η κόρη, ο Δεσπότης απάντησε:
Τώρα έγινε ένδοξη η άσχημη και σκοτεινή, η πτωχή και χωρίς γνώσι έγινε πλούσια και πάνσοφη, η καταφρονεμένη και άσημη έγινε ευγενής και ένδοξη. Είναι στολισμένη με τέτοια χαρίσματα, ώστε επιθυμώ να τη μνηστευθώ για νύφη μου άφθορη.
Δεν είμαι άξια, Υπερένδοξε Δέσποτα, να βλέπω τη βασιλεία σου, αλλά αξίωσέ με να συναριθμηθώ με τους δούλους σου.
Η Θεοτόκος τότε πήρε το δεξί χέρι της κόρης και της είπε:
Δώσε της, παιδί μου, δακτυλίδι σαν αρραβώνα, για να την αξιώσης της βασιλείας σου.
Τότε ο Κύριος της έδωσε ένα ωραίο δακτυλίδι λέγοντας:
Σήμερα σε παίρνω για νύφη μου αιώνια και άφθορη. Να φυλάξης αυτή τη συμφωνία. Να μην πάρης άλλον νυμφίο στη γη.
Από τη στιγμή εκείνη ελκύσθηκε η Αικατερίνη από τον Ουράνιο Νυμφίο και αιχμαλωτίσθηκε η καρδιά της από τον θείο έρωτα του Χριστού.

Ενώπιον του βασιλέως Μαξεντίου
Εκείνη την εποχή ο βασιλιάς έβγαλε την εξής διαταγή: «Εγώ ο βασιλιάς, προστάζω όλους, όσοι είναι υπό την εξουσία μου, να μαζευθούν στ' ανάκτορα για να τιμήσωμε τους μεγάλους θεούς, δείχνοντας την ευγνωμοσύνη μας με θυσίες για όσες ευεργεσίες μας έκαναν. Όποιος περιφρονήσει αυτή την εντολή και τολμήσει να προσκυνήση άλλον θεό θα τιμωρηθή σκληρά».
Μετά από αυτά τα προστάγματα συγκεντρώθηκε πλήθος κόσμου για να προσφέρη θυσία, ό,τι ο καθένας μπορούσε. Ο βασιλιάς θυσίασε εκατόν τριάντα ταύρους, ενώ οι άλλοι άρχοντες και ηγεμόνες λιγώτερους.
Η Αικατερίνη εστενοχωρείτο, που έβλεπε την ασέβεια των ανθρώπων, που πρόδιδαν τη ψυχή τους από φόβο. Από ζήλο θεϊκό παρακινημένη πήρε λίγους δούλους και πήγε στον ειδωλολατρικό ναό, όπου θυσίαζαν. Στάθηκε στην πόρτα ελκύοντας τα βλέμματα όλων. Ειδοποίησε εν συνεχεία τον βασιλιά, ότι έχει να του πη κάτι σπουδαίο για μια υπόθεσι. Ο βασιλιάς πρόσταξε να πλησιάση. Η Αικατερίνη υποκλίθηκε και με παρρησία είπε:
Έπρεπε, βασιλιά, πρώτα συ να γνωρίσης την πλάνη, που έχετε λατρεύοντας σαν θεούς τα είδωλα. Είναι ντροπή και μεγάλη ανοησία να προσκυνάτε φθαρτά και αναίσθητα δημιουργήματα. Δεν πιστεύετε τουλάχιστον τον σοφό Διόδωρο, που λέγει, ότι οι θεοί αυτοί ήταν άνθρωποι με πάθη και ελαττώματα, αλλά επειδή μερικές φορές έδειξαν ανδρεία, ωνομάσθηκαν αθάνατοι. Αργότερα οι άνθρωποι νομίζοντας ότι είναι πράγματι θεοί τους προσκυνούσαν και τους τιμούσαν. Ακόμη και ο Πλούταρχος κατηγορεί και περιφρονεί όσους σέβονται τέτοια αγάλματα. Πρέπει να υπακούσης, βασιλιά, σ΄ αυτούς τους διδασκάλους και να μην γίνης αιτία να χαθούν τόσες ψυχές. Ένας είναι ο Θεός, Αΐδιος και Αθάνατος, που για την σωτηρία μας έγινε άνθρωπος. Αυτός ο Παντοδύναμος Θεός δεν έχει ανάγκη από τέτοιες θυσίες, αλλά μόνο προστάζει να τηρούμε τις εντολές του.
Ο βασιλιάς θύμωσε στο άκουσμα των συνετών λόγων της Αικατερίνης, αλλά μη μπορώντας να αναντιωθή αποκρίθηκε:
Άφησε να τελειώσουμε τη θυσία και τότε θα ακούσουμε τα λόγια σου.
Όταν τελείωσε την ανόητη πανήγυρι και τελετή, πρόσταξε να φέρουν την Αγία στ' ανάκτορα και της είπε:
Πες μας ποια είσαι και τι σημαίνουν τα λόγια, που προηγουμένως έλεγες;
Είμαι κόρη του ηγεμόνα Κώνστα. Ονομάζομαι Αικατερίνη και έχω σπουδάσει Ρητορική, Φιλοσοφία, Γεωμετρία και τις άλλες επιστήμες. Αλλά όλα αυτά τα περιφρόνησα και ήλθα να γίνω νύφη του Δεσπότη Χριστού, που λέγει με το στόμα του προφήτου: «Απολώ την σοφία των σοφών και την σύνεσιν των συνετών αθετήσω».
Ο βασιλιάς θαύμασε την σοφία, την ευστροφία και την ωραιότητα της παρθένου κι' ενόμισε ότι δεν ήτο γεννημένη στη γη από θνητούς, αλλά ότι ήταν θεότης απ' εκείνες, που σεβόταν ο ίδιος και λάτρευε. Επειδή ο βασιλιάς φανέρωσε αυτή τη γνώμη του, η Αικατερίνη του είπε:
Βέβαια, αληθινά είπες αυτά, βασιλιά, διότι ονομάζεις θεούς τους δαίμονες, που σας δείχνουν διάφορα φαντάσματα και σας παρακινούν σε ασέλγειες και σ' άλλες άτοπες επιθυμίες. Εγώ είμαι απ' τη γη και μ' έπλασε ο Θεός με τέτοια μορφή και με τίμησε με το κατ' εικόνα και καθ' ομοίωσι» και γι' αυτό πρέπει να θαυμάζεται η σοφία του Πλάστη, επειδή από ευτελή ύλη κατώρθωσε να δώση τόση ομορφιά.
Μη λέγης κακό για τους θεούς, που έχουν δόξα αθάνατη, είπε πειραγμένος ο βασιλιάς.
Αν θελήσης να αποτινάξης το σκοτάδι της απάτης θα γνωρίσης την ευτέλια των θεών σου και θα καταλάβης τον αληθινό Θεό. Και μόνο το όνομα του Θεού η και ο Σταυρός του τυπούμενος στον αέρα αφανίζει τους θεούς σου, κι' αν θέλης μπορώ να στο αποδείξω.
Ο βασιλιάς φοβήθηκε μήπως τον νικήση με αποδείξεις και ντροπιασθή και της είπε:
Είναι άπρεπο να συζητά ο βασιλιάς με γυναίκες. Θα μαζέψω τους σοφούς ρήτορές μου και τότε θα καταλάβης την αδυναμία των λόγων σου και θα πιστέψης αυτά που λέω εγώ.

Συνομιλία με τους ρήτορες.Μαρτύριον των ρητόρων
Μετά απ' αυτή τη συνομιλία ο βασιλιάς με επιστολές κάλεσε όλους τους σοφούς και ρήτορες. Το περιεχόμενο των επιστολών ήταν περίπου έτσι:
«Εγώ ο βασιλιάς χαιρετώ όλους τους σοφούς και τους ρήτορες των Ελλήνων και σας παρακαλώ να έλθετε εδώ γρήγορα, για να αποστομώσετε μια γυναίκα σοφή, με τη βοήθεια του σοφώτατου θεού Ερμή. Αυτή η γυναίκα χλευάζει τους θεούς μας, ονομάζει τις πράξεις τους μύθους και φλυαρίες. Αν την νικήσετε, θα αξιωθήτε πολλών τιμών».
Συγκεντρώθηκαν, λοιπόν, εκατόν πενήντα σοφοί, οξείς στο νου και ικανώτατοι στην ομιλία. Τους είπε λοιπόν ο βασιλιάς.
Ετοιμασθήτε με επιμέλεια ν' αγωνισθήτε καλά και μην αμελήσετε, νομίζοντας ότι είναι εύκολο το έργο σας, επειδή έχετε να αντιμετωπίσετε μια γυναίκα. Αλλά ετοιμασθήτε σαν να έχετε ανταγωνιστή σοφώτατον ρήτορα. Δείξτε την σοφίαν σας, που νομίζω ότι υπερβαίνει τη σοφία και αυτού του Πλάτωνος.
Σ' αυτά τα λόγια απάντησε κάποιος απ' τους ρήτορες που ξεχώριζε:
Έστω κι' αν είναι η φρονιμώτερη γυναίκα και η σοφώτερη δεν θα μπορέση να συζητήση μαζί μας. Πρόσταξέ την, λοιπόν, να έλθη.
Γεμάτος χαρά ο βασιλιάς, ελπίζοντας ότι θα νικήση την πλήρη χάριτος φιλοσοφία διατάζει να φέρουν την κόρη στο θέατρο, όπου είχε συγκεντρωθή πλήθος κόσμου. Πριν φθάσουν οι απεσταλμένοι στην Αγία ήλθε ο Αρχάγγελος Γαβριήλ και της λέγει:
Μη ταράζεσαι, κόρη. Ο Κύριος θα προσθέση σοφία στην σοφία σου, για να νικήσης τους ρήτορες και όχι μόνο αυτοί, αλλά και πολλοί άλλοι θα πιστέψουν και θα αξιωθήτε όλοι να λάβετε το στεφάνι του μαρτυρίου.
Όταν παρουσιάσθηκε εμπρός στους σοφούς η παρθένος, ο υπερήφανος ρήτορας, που είχε διαβεβαιώσει τον βασιλιά για την νίκη, της είπε:
Συ είσαι εκείνη, που βλασφημεί τους θεούς μας τόσο αναίσχυντα;
Εγώ είμαι. Δεν βλασφημώ όμως αναίσχυντα, όπως είπες, αλλά ήπια και με φιλαλήθεια μιλώ για τους ψεύτικους θεούς σας.
Ενώ οι μεγάλοι ποιητές τους ονομάζουν υψηλούς, συ, που γνώρισες την σοφία τους, τολμάς να μιλάς με τόση θρασύτητα;
Την φοβία μου την έχω δώρο από τον Θεό, που είναι η Σοφία και η Ζωή. Εκείνος, που σέβεται και τηρεί τις θείες εντολές είναι πράγματι φιλόσοφος. Τα έργα των θεών σας και οι διηγήσεις γι' αυτούς είναι γεμάτες απάτη. Πες μου ποιος από τους μεγάλους ποιητές τους ονόμασε θεούς!...
Πρώτος ο Όμηρος και ο Ορφέας και όλοι οι άλλοι. Μην απατάσαι, λοιπόν, συ η σοφή να προσκυνάς τον Εσταυρωμένο, που κανένας ποιητής δεν τον ωνόμασε Θεό.
Μα ο ίδιος ο Όμηρος λέγει για τον Δία, ότι είναι απατεώνας, πανούργος και ψεύτης και ότι ήθελαν να τον δέσουν η Ήρα, ο Ποσειδών κι' η Αθηνά, αν δεν πρόφθαινε να κρυφθή. Και οι άλλοι αναφέρουν τέτοια υβριστικά για τους Θεούς. Είπες, ότι τον Εσταυρωμένο δεν τον αναφέρει κανένας παλαιός σοφός, και γι' αυτό να μην ασχολούμεθα μ' αυτόν, που είναι ο αληθινός Θεός, Δημιουργός πάσης κτίσεως και όλου του ανθρώπινου γένους. Θυμίσου τι λέγει για τη σάρκωσί του και τη σωτήρια Σταύρωσί Του η Σίβυλλα και ο Απόλλων. Αυτός ο Θεός έγινε άνθρωπος, περπάτησε στη γη, δίδαξε, εθαυματούργησε. Έπειτα καταδέχτηκε και τον θάνατον για να λύση την πρώτη καταδίκη και να ανοίξη τις πύλες του Παραδείσου. Μετά το μαρτύριό του πέθανε και αναστήθηκε. Όταν ανέβηκε στους Ουρανούς 'έστειλε στον κόσμο τους Μαθητές φωτισμένους απ' το Άγιο Πνεύμα, για να λυτρώσουν τις ψυχές από την πλάνη της απιστίας. Αυτά πρέπει και συ να τα πιστέψης και να γνωρίσης τον αληθινό Θεό και να γίνης δούλος του, αν θέλης το συμφέρον σου. Ο ίδιος ο Χριστός λέγει καλώντας όλους: «Δεύτε προς με πάντες οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι, καγώ αναπαύσω υμάς»...
Με τέτοια λόγια γεμάτα σοφία κατέπληξε η πάνσοφη τον φιλόσοφο, που έμεινε άφωνος. Ο βασιλιάς βλέποντας την ήττα του σοφού διέταξε τους άλλους να συζητήσουν με την χριστιανή. Εκείνοι όμως δήλωσαν:
Δεν μπορούμε ν' αντισταθούμε στην αλήθεια, τώρα μάλιστα, που βλέπομε ότι ο καλύτερος ρήτορας νικήθηκε.
Τότε ο βασιλιάς θύμωσε και πρόσταξε να τους κάψουν στο μέσον της πόλεως. Εκείνοι έπεσαν στα πόδια της Αγίας παρακαλώντας να τους συγχωρήση ο Θεός για όσα από άγνοια έκαμαν, γιατί τώρα πιστεύουν στην αληθινή πίστι και επιθυμούν να βαπτιστούν και να πάρουν την δωρεάν του Αγίου Πνεύματος. Η Αγία λοιπόν τους είπε:
Είσθε τώρα ευτυχείς και καλότυχοι, γιατί αφήσατε το σκοτάδι και ακολουθήσατε το φως της αλήθειας. Η φωτιά, που σας απειλεί ο ασεβής βασιλιάς, θα γίνη για σας Βάπτισμα, που θα σας καθαρίση από κάθε ακαθαρσία της ψυχής και του σώματος.
Έτσι τους παρακίνησε όλους και τους σφράγισε με το σημείο του Σταυρού στέλνοντάς τους στο μαρτύριο.
Τους έρριξαν οι στρατιώτες στη φωτιά στις 17 Νοεμβρίου. Το βράδυ της ίδιας ημέρας πήγαν μερικοί ευσεβείς να συνάξουν τα λείψανα και τα βρήκαν όλα σώα και ακέραια χωρίς να τα έχη βλάψει η φωτιά,

Βασανιστήρια και φυλάκισις της Αγίας
Ο βασιλιάς από την πλευρά του είχε συγκεντρώσει όλη του την φροντίδα στην Αγία. Επειδή δεν μπορούσε να την νικήση με συλλογισμούς φιλοσοφίας, προσπαθούσε να επιτύχη το σκοπό του με κολακείες και πανουργίες λέγοντας:
Υπάκουσε σε μένα, που σε συμβουλεύω σαν φιλόστοργος πατέρας να προσκυνήσης τους μεγάλους θεούς και ιδιαίτερα τον Ερμή, που σε στόλισε με της φιλοσοφίας τα χαρίσματα και θα σου δώσω το μισό της εξουσίας μου και θα κατοικής μαζί μου στ' ανάκτορα.
Βγάλε το προσωπείο, βασιλιά, και μην υποκρίνεσαι, απάντησε η Αγία. Εγώ είμαι χριστιανή και θα γίνω νύφη Χριστού, που τον έχω μοναδικό Νυμφίο και σύμβουλο, στολισμό της παρθενίας μου και ποθώ το μαρτύριο περισσότερο από κάθε βασιλικό ένδυμα και στεφάνι.
Μη μ' αναγκάσης να βρίσω την αξία σου χωρίς να το θέλω, είπε πάλι ο βασιλιάς.
Κάνε ό,τι θέλεις, γιατί με την πρόσκαιρη αυτή ατιμία θα γίνης αφορμή να δοξασθώ με δόξα αθάνατη και να πιστέψη πλήθος κόσμου στον Χριστό μου ακόμη και μέσα από το παλάτι σου.
Ωργίσθηκε ο βασιλιάς ύστερα απ' αυτήν την απάντησι και διέταξε να την κτυπήσουν με νεύρα βοδιών. Κτυπούσαν, λοιπόν, την Μάρτυρα επί δύο ώρες δυνατά στην κοιλιά και στην ράχη, μέχρις ότου ξέσκισαν το παρθενικό της σώμα. Η Αγία στεκόταν με τόση ανδρεία και γενναιότητα, ώστε εθαύμαζαν όσοι την έβλεπαν. Το βράδυ δόθηκε διαταγή να την φυλακίσουν και να μην της δώσουν φαγητό και νερό για δώδεκα μέρες, μέχρι να βγη η απόφασι με ποιο τρόπο θα θανατωθή.

Επιστροφή εις την πίστιν της βασιλίσσης και του Πορφυρίωνος

Η Φαυστίνα, σύζυγος του βασιλιά, είχε πόθο να γνωρίση την Αγία, που την είχε αγαπήσει ακούγοντας τις αρετές και τα ανδραγαθήματά της. Βρήκε, λοιπόν, την ευκαιρία, όταν έλειπε ο σύζυγός της από την πόλι. Κάλεσε την στρατοπεδάρχη Πορφυρίωνα, άνθρωπο άξιο και έμπιστο, και του είπε:
Την περασμένη νύκτα είδα σ' όραμα την Αικατερίνη καθισμένη μεταξύ πολλών παρθένων. Όταν με είδε με κάθισε κοντά της και μου έβαλε στο κεφάλι χρυσό στεφάνι λέγοντας: «Ο Δεσπότης Χριστός σου στέλλει αυτό το στεφάνι». Σε παρακαλώ, λοιπόν, Πορφυρίωνα, να βρης ένα τρόπο να συναντήσω απόψε την κόρη αυτή.
Θα εκπληρώσω την επιθυμία σου, δέσποινα, απάντησε ο Πορφυρίων.
Όταν νύκτωσε λοιπόν πήρε διακόσιους στρατιώτες και πήγαν στη φυλακή με τη βασίλισσα. Έδωσαν χρήματα στον δεσμοφύλακα κι' εκείνος τους άνοιξε την πόρτα της φυλακής. Η Αυγούστα έπεσε με δάκρυα στα πόδια της Μάρτυρος λέγοντας:
Τώρα είμαι καλότυχη και ευτυχισμένη, είπε η βασίλισσα, γιατί σε γνώρισα. Ποθούσα να δω το βασιλικό σου πρόσωπο και διψούσα ν' ακούσω τα μελίρρυτα λόγια σου. Τώρα κι' αν στερηθώ τη ζωή και την βασιλεία μου δεν θα λυπηθώ καθόλου. Είσαι ζηλευτή συ, που προσκολλήθηκες σε τέτοιο Δεσπότη, που σου χαρίζει τόσες δωρεές και χαρίσματα.
Κι' εσύ είσαι ευτυχισμένη, βασίλισσά μου, γιατί βλέπω, το στεφάνι που σου βάζουν στο κεφάλι οι Άγιοι Άγγελοι. Μετά τρεις μέρες θα το πάρης, αφού υπομείνης μαρτύριο. Τότε θα πας κοντά στον Αληθινό Βασιλέα, για να βασιλεύσης αιώνια.
Φοβάμαι τα βασανιστήρια και τον σύζυγό μου, γιατί είναι πολύ σκληρός κι' απάνθρωπος.
Έχε θάρρος. Στην καρδιά σου θα βρίσκεται ο Χριστός, που θα σε δυναμώνη στη δύσκολη ώρα του μαρτυρίου. Πολύ λίγο θα πονέση το σώμα σου εδώ, για να αναπαύεται εκεί αιώνια.
Ενώ οι δυό γυναίκες έλεγαν αυτά, ρώτησε ο Πορφυρίων την Αγία:
Τι χαρίζει ο Χριστός σ' όσους πιστεύουν; Θέλω κι΄ εγώ να τον γνωρίσω και να γίνω οπαδός του.
Δεν διάβασες ποτέ καμμιά γραφή των χριστιανών; Ούτε έχεις ακούσει τίποτε γι' αυτά;
Από παιδί βρίσκομαι στους πολέμους και μόνο μ' αυτούς ασχολούμαι. Δεν έχω φροντίσει γι' άλλα πράγματα.
Δεν μπορεί η γλώσσα να διηγηθή τα αγαθά, που ο Θεός ετοιμάζει για όσους Τον αγαπούν και τηρούν τις εντολές του.
Τότε η χάρις γέμισε τη καρδιά του Πορφυρίωνα. Πίστεψε μ' όλη του την καρδιά στον Χριστό μαζί με τους διακόσιους στρατιώτες του και αφού πήραν όλοι δύναμι από την Μάρτυρα έφυγαν.

Τροφή από τον Θεόν. Νέα βασανιστήρια
Ο φιλάνθρωπος Χριστός δεν άφησε μόνη την Αγία. Σαν φιλόστοργος πατέρας έστελνε τροφή μ' ένα περιστέρι και την δυνάμωνε λέγοντάς της: «Μη δειλιάσης, κόρη, γιατί εγώ είμαι μαζί σου. Θα μείνης ανέγγιχτη από τα μαρτύρια και με την υπομονή σου θα επιστρέψης πολλούς στην ορθή πίστι και θα αξιωθής πολλών αφθάρτων τιμών».
Την άλλη μέρα ο βασιλιάς πρόσταξε να φέρουν την Μάρτυρα μπροστά του. Μόλις την είδε απόρησε, γιατί ενώ περίμενε να την δη αδυνατισμένη κα καταβεβλημένη, την είδε να λάμπη από ομορφιά και χάρι. Σκέφθηκε, ότι ίσως κάποιος φύλακας να την έτρεφε κρυφά και σχεδίαζε να τιμωρήση τους φύλακες. Η Αγία όμως για να μην τιμωρηθούν ανεύθυνοι άνθρωποι, ωμολόγησε την αλήθεια:
Κανένας άνθρωπος, βασιλιά, δεν μου έδωσε τροφή, αλλά με έτρεφε ο Δεσπότης Χριστός, που φροντίζει για τους δούλους του.
Ο βασιλιάς προσπάθησε για τελευταία φορά να την μεταπείση με κολακείες:
Σε σένα, ηλιόμορφη κόρη, αξίζει το βασίλειο, Σε σένα, που υπερβαίνεις κι' αυτή την Αφροδίτη στην ομορφιά. Έλα, λοιπόν, να θυσιάσης στους θεούς και να γίνης βασίλισσά μου. Μη θελήσης, σε παρακαλώ, να χαθή τέτοια ομορφιά με βασανιστήρια.
Εγώ είμαι γη και πηλός και κάθε ομορφιά μαραίνεται σαν άνθος και σαν όνειρο χάνεται η από αρρώστια η από τα γηρατειά η από τον θάνατο. Λοιπόν, μη νοιάζεσαι για την ομορφιά μου.
Ενώ συνομιλούσε η Αγία με τον βασιλιά, κάποιος έπαρχος, Χουρσασαδέν ονομαζόμενος, θέλοντας να δείξη στο βασιλιά αγάπη κι' εύνοια, είπε:
Εγώ, βασιλιά, ξέρω μια μηχανή, που μ' αυτήν θα νικήσης την κόρη η θα θανατωθή με πόνους. Διάταξε να κάμουν τέσσερους ξύλινους τροχούς. Γύρω σ' αυτούς να καρφώσουν ξυράφια κι' άλλα σίδερα κοφτερά. Οι δυό να γυρίζουν αριστερά κι' οι άλλοι δυό δεξιά. Στη μέση τους θα βάλουν δεμένη αυτήν και έτσι γυρίζοντας οι τροχοί θα κατασχίσουν τις σάρκες της.
Το σχέδιο άρεσε στο βασιλιά κι' έδωσε διαταγή να κατασκευασθή το μηχάνημα. Σε τρεις μέρες κατασκευάσθηκε ο τροχός και για να φοβίσουν την Αγία έκαναν επίδειξι γυρίζοντας γρήγορα τους τροχούς. Ο βασιλιάς απευθύνθηκε στην Αικατερίνη λέγοντας:
Βλέπεις; Σ' αυτό το μηχάνημα θα δοκιμάσης τον θάνατο, αν δεν προσκυνήσης τους θεούς.
Σου είπα πολλές φορές την απόφασί μου. Μη χάνης καιρό. Κάμε ό,τι θέλεις, του είπε με θάρρος η Αικατερίνη.
Ύστερα από τη σταθερή απόφασί της την έρριξαν στους τροχούς δεμένη, αλλά η θεία χάρις βοήθησε την Αγία, που βρέθηκε λυμένη και αβλαβής, με τη βοήθεια ενός Αγγέλου. Όταν οι παριστάμενοι είδαν το παράδοξο θέαμα φώναξαν: «Μέγας ο Θεός των Χριστιανών».

Μαρτύριον της βασιλίσσης.
Ο βασιλιάς σκοτισμένος από το θυμό του έκανε σαν τρελλός και απειλούσε ότι θα της επιβάλη νεώτερη τιμωρία. Όταν πληροφορήθηκε τα γεγονότα η βασίλισσα βγήκε από τα ιδιαίτερα διαμερίσματά της και ελέγχοντας τον σύζυγό της είπε με παρρησία:
Στ' αλήθεια είσαι μωρός κι' ανόητος να πολεμάς τον ζωντανό Θεό και να βασανίζης άδικα την δούλη του.
Στο άσκουσμα αυτών των λόγων ο βασιλιάς έγινε αγριώτερος και από τα θηρία. Άφησε λοιπόν την Αικατερίνη και στράφηκε κατά της συζύγου του. Διέταξε να της κόψουν τους μαστούς. Η Φαυστίνα αντιμετωπίζει με χαρά τα βασανιστήρια. Προσεύχεται να της δώση ο Θεός δύναμι και βοήθεια. Η θηριωδία του συζύγου της φθάνει στο αποκορύφωμα. Διατάζει να της κόψουν το κεφάλι. Η βασίλισσα δέχθηκε με αγαλλίασι την απόφασι λέγοντας στην Αγία:
Δούλη του αληθινού Θεού, κάνε προσευχή για μένα.
Πήγαινε να βασιλεύσης με τον Χριστόν αιώνια, της αποκρίθηκε η Αγία.
Η μακάρια Φαυστίνα μαρτύρησε στις 23 Νοεμβρίου. Τη νύκτα ο Πορφυρίων με τους συντρόφους του κρυφά έθαψε το λείψανό της.

Μαρτύριον του Πορφυρίωνος και των πιστευσάντων στρατιωτών
Το άλλο πρωί επειδή ήθελε να τιμωρήση ο βασιλιάς μερικούς σαν υπεύθυνους, παρουσιάσθηκε ο Πορφυρίων με τους λοιπούς στο κριτήριο και είπε:
Και εμείς είμαστε Χριστιανοί, στρατιώτες του Μεγάλου Θεού.
Ο βασιλιάς αναστέναξε από λύπη και φώναξε.
Χάθηκα, γιατί έχασα τον θαυμαστό Πορφυρίωνα. Και σεις στρατιώτες μου, τι πάθατε και περιφρονήσατε τους θεούς των πατέρων μας; Τι σας έκαναν;
Ο Πορφυρίων λοιπόν είπε στον τύραννο:
Γιατί αφήνεις το κεφάλι και ρωτάς τα πόδια; Με μένα να μιλήσης.
Συ είσαι η αιτία της καταστροφής τους. Διατάζει λοιπόν να τους αποκεφαλίσουν. Ήταν 24 Νοεμβρίου.

Μαρτυρικόν τέλος της Αγίας
Την επομένη έφεραν την Αικατερίνη στο κριτήριο. Της λέει ο βασιλιάς:
Πολλή θλίψι και ζημιά μου έδωσες, συ πλάνησες την γυναίκα μου και τον ανδρείο μου στρατηλάτη, που ήταν η δύναμη του στρατού μου. Πρέπει να σε θανατώσω αλύπητα. Αλλά σε συγχωρώ, γιατί λυπάμαι να χαθή μια κόρη σοφή και όμορφη, όπως συ. Θυσίασε στους θεούς και θα σε κάνω μόνιμη βασίλισσα.
Άδικα όμως προσπάθησε να της αλλάξη τη γνώμη. Απελπίσθηκε λοιπόν κι' έδωσε εντολή να την αποκεφαλίσουν. Οι στρατιώτες πήραν την Αγία και πήγαν στον τόπο της καταδίκης. Ακολουθούσε πολύς λαός πίσω, άνδρες και γυναίκες, που έκλαιγαν πικρά για την κόρη, την ωραία, την πάνσοφη, την Αγία, που επρόκειτο να χαθή.
Εκείνη όμως τους παρηγορούσε λέγοντάς τους:
Αφήστε τον ανώφελο θρήνο και χαρήτε, γιατί εγώ βλέπω τον Νυμφίον μου Ιησού Χριστόν, τον πλάστη και Σωτήρα μου, που με προσκαλεί στα άρρητα κάλλη του Παραδείσου, να βασιλεύσω μαζί του αιώνια.
Όταν έφθασαν στον τόπο του μαρτυρίου της έκαμε την προσευχή της λέγοντας:
«Κύριε Ιησού Χριστέ, σ' ευχαριστώ, γιατί μου έδωσες υπομονή και ωδήγησες τα βήματά μου. Συγχώρησε , Κύριε, τα σφάλματά μου και κράτησε αθέατο το σώμα μου από εκείνους, που θα το ζητούν. Φύλαξέ το σώο και ακέραιο, όπου ορίσης συ ο Βασιλεύς μου. Δώσε τα προς το συμφέρον αιτήματα σ' όσους Σε επικαλούνται. Αμήν».
Τότε ο δήμιος έκοψε με το ξίφος την τίμια κεφαλή της στις 25 Νοεμβρίου του 307. Το τίμιο λείψανό της Άγιοι Άγγελοι το μετέφεραν στο όρος Σινά, όπου και ιδιαίτερα τιμούν την Αγία.
Αυτός είναι ο βίος της πάνσοφης Αικατερίνης και το μαρτύριό της. Αγάπησε τον Κύριο τόσο ώστε θυσίασε τα πάντα για την δόξα Του. Η μνήμη της εορτάζεται την ημέρα του μαρτυρίου της, στις 25 Νοεμβρίου.

ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ
Ήχος πλ. α' Τον συνάναρχον Λόγον.

Την πανεύφημον νύμφην Χριστού υμνήσωμεν, Αικατερίναν την θείαν, και πολιούχον Σινά, την βοήθειαν ημών και αντίληψιν, ότι εφίμωσε λαμπρώς τους κομψούς των ασεβών, του Πνεύματος τη δυνάμει, και νυν ως Μάρτυς στεφθείσα, αιτείται πάσι το μέγα έλεος.

ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ
Ήχος γ'. Η Παρθένος σήμερον.

Την σοφίαν άνωθεν, κομισαμένη του λόγου, των ρητόρων ήλεγξας, τας φληναφίας ευτόνως, κάλλεσι, της παρθενίας ωραϊσμένη, αίμασι, της μαρτυρίας πεποικιλμένη, διά τούτο σε ως νύμφην, Αικατερίνα Χριστός προσήκατο.

Author Name

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

Από το Blogger.