Articles by "διάφορα όχι αδιάφορα"

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα διάφορα όχι αδιάφορα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Mια φορά, ο Αββάς Αγάθωνας, πήγαινε στην πόλη να δώσει το εργόχειρο του και να προμηθευτεί το λίγο ψωμάκι του, βρήκε κοντά στην αγορά ένα πτωχό γέρο ανάπηρο.
-Για την αγάπη του Θεού, Αββά, άρχισε τα παρακάλια ο γέρος μόλις είδε τον Όσιο, μη με αφήσεις και εσύ αβοήθητο τον δυστυχή, πάρε με κοντά σου.

Ο Αββάς Αγάθων τον έβαλε να καθίσει δίπλα του εκεί που αράδιασε τα καλάθια του για να τα πουλήσει.
-Πόσα λεπτά πήρες, Αββά; Τον ρωτούσε ο γέρος κάθε φορά που έδινε ένα καλάθι.
-Τόσα, του έλεγε ο Όσιος.
-Καλά είναι. Δεν μου αγοράζεις όμως μια μικρή πίττα, Αββά; Έτσι για να δεις καλό, που έχω από χθες βράδυ να φάγω.
-Μετά χαράς, έλεγε ο Όσιος και έκανε αμέσως την επιθυμία του.
Σε λίγο του ζήτησε φρούτα, ύστερα ένα γλυκό. Έτσι σε κάθε καλάθι που πουλούσε εξόδευε τα χρήματα, χάρη του προστατευόμενου του, έως ότου έδωσε όλα τα καλάθια και όλα τα χρήματα ο Όσιος χωρίς να του μείνει για τον εαυτό του ούτε δίλεπτο. Και το σπουδαιότερο πως το έκανε με μεγάλη προθυμία, ενώ ήξερε πως είχε να περάσει τώρα τουλάχιστον μια εβδομάδα χωρίς ψωμί. Αφού έδωσε και το τελευταίο του καλάθι ετοιμάσθηκε να φύγει από την αγορά.
-Φεύγεις λοιπόν; Τον ερώτησε ο ανάπηρος.
-Ναι τελείωσα πια τη δουλεία μου.
-Αϊ τώρα θα κάνεις αγάπη να με πας ως το σταυροδρόμι και από εκεί φεύγεις για την έρημο, είπε πάλι παρακαλεστικά ο παράξενος γέρος.
Ο αγαθότατος Αγάθων τον φορτώθηκε στην πλάτη του και με πολλή δυσκολία τον μετέφερε εκεί που του ζητούσε γιατί ήταν κατάκοπος από την εργασία της ημέρας.
Σαν έφτασαν στο σταυροδρόμι και ετοιμάστηκε να αποθέσει κάτω το ζωντανό φορτίο του, άκουσε γλυκεία φωνή να του λέγει.
-Ευλογημένος να είσαι, Αγάθων, από τον Θεόν και στη γη και στον Ουρανό.
Εσήκωσε τα μάτια ο Όσιος να δει εκείνον που του ωμιλούσε. Ο δήθεν γέρος είχε γίνει άφαντος για τη ήτο Άγγελος σταλμένος από τον Θεόν να δοκιμάσει την αγάπη του Όσιου.

Η ΔΙΨΑ ΤΟΥ ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΟΥΘαυμαστό παράδειγμα εμπιστοσύνης στην αγάπη του Θεού αποτελεί το ακόλουθο περιστατικό:Ο αββάς Βησσαρίων με τον υποτακτικό του αββά Δουλά βάδιζαν επί ώρες σε μια ακρογιαλιά.Ο υποτακτικός δίψασε πολύ και το είπε στον γέροντά του. Εκείνος σταμάτησε, έκανε προσευχή και πρόσταξε:—Να, πιες νερό από τη θάλασσα!Ο αββάς Δουλάς έσκυψε και ήπιε. Πραγματικά, το νερό είχε γλυκαθεί! Αφοϋ ξεδίψασε, πήρε ένα κανάτι και το γέμισε, για να έχει στον υπόλοιπο δρόμο. Το παρατήρησε αυτό όμως ο αββάς Βησσαρίων και του λέει:—Γιατί κράτησες νερό;—Ευλόγησον, γέροντα.Το κράτησα για να έχω, μήπως διψάσω πιο κάτω.—Δεν είναι ανάγκη! Εκείνος που σε ξεδίψασε εδώ, μπορεί παντού να σε ξεδιψάσει.(από το Γεροντικόν)                     Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΤΙΝΟΣ ΚΑΙ Ο ΦΤΩΧΟΣΟ χειμώνας του 334 υπήρξε ιδιαίτερα δριμύς στην Αμιένη της Βορείου Γαλλίας. Μια πολύ ψυχρή μέρα ο άγιος Μαρτίνος (316-397) συνάντησε ένα γυμνό φτωχό στην πύλη της πόλεως.Τι να κάνει όμως; Φορούσε μόνο τη στρατιωτική εξάρτηση και τον μανδύα του. Παίρνει λοιπόν το ξίφος του, σχίζει τον μανδύα, δίνει ένα κομμάτι στον φτωχό και αρκείται ο ίδιος στο υπόλοιπο.Στον δρόμο τον περιγελούν για την κολοβή του αμφίεση.Τη νύχτα όμως βλέπει στον ύπνο του τον Χριστό, ντυμένο με το κομμάτι του μανδύα που είχε δωρίσει, να λέει στους αγγέλους που Τον ακολουθούσαν:- Ο Μαρτίνος με έντυσε μ' αυτό το ένδυμα.


Οι κοσμικοί άνθρωποι όταν θέλουν να πλήξουν κάποιον συνειδητό χριστιανό, χρησιμοποιούν τη μέθοδο των κατηγοριών και συκοφαντιών.Στόχος τους είναι να τον εμφανίσουν ως αμαρτωλό και διεφθαρμένο, γιατί ξέρουν ότι αυτό θα τον πονέσει περισσότερο. Οι ίδιοι βέβαια είναι αποδεδειγμένα αμαρτωλοί και διεφθαρμένοι, θέλουν όμως να εμφανίζονται στην κοινωνία ως υπερασπιστές τής ηθικής!

Ο Χριστός  κατέβηκε στη γη και έδειξε εμπράκτως πως πρέπει να αντιλαμβανόμαστε τα πράγματα.Μια διαφορετική αντίληψη από αυτή αναπόφεχτα οδηγεί σε άγχος.Όποιος  διαβάζει το ευαγγέλιο και του γίνεται κτήμα, γρήγορα αντιλαμβάνεται την αξία της δεκάρας της φτωχής χήρας,την άρνηση του νεανίσκου να ακολουθήσει τον Κύριο εφόσον πρώτα πουλήσει την περιουσία του.

O Άγιος Βασίλης, σαν περάσανε τα Χριστούγεννα, πήρε το ραβδί του και γύρισε σ όλα τα χωριά, να δει ποιός θα τόνε γιορτάσει με καθαρή καρδιά.
Πέρασε από λογιών-λογιών πολιτείες κι από κεφαλοχώρια, μα σ’ όποια πόρτα κι αν χτύπησε δεν τ’ ανοίξανε, επειδή τον πήρανε για διακονιάρη.

Η ίδρυσή της μονής οφείλεται στον Όσιο Σίμωνα, που ασκήτεψε στα μέσα του 13ου αιώνα σε σπήλαιο κοντά στη μονή, ο οποίος σε όραμα διείδε τη μελλοντική της ανοικοδόμηση. Στην αρχή της άσκησής του, από τους πολλούς χρόνους, που έμεινε συνολικά μέσα στο στενό και υγρό σπήλαιο, άκουσε μία φωνή,
που ήταν η φωνή της Παναγίας, για να κτίσει την μονή πάνω στον απέναντι κωνικό βράχο. Στην αρχή δίστασε να το κάνει, αλλά στη συνέχεια, μετά και πάλι από το άκουσμα της φωνής της Παναγίας για δεύτερη και τρίτη φορά, που η φωνή της Θεοτόκου ήταν πιο επιτακτική, ξεκίνησε να κτίζει το μοναστήρι (το έτος 1257), το οποίο μετά από την υπόδειξη της Παναγίας ονομάστηκε Νέα Βηθλεέμ, προς τιμήν της Γεννήσεως του Χριστού, γι αυτό και εορτάζει στις 25 Δεκεμβρίου (με το παλαιό ημερολόγιο, όπως όλες οι μονές του Αγίου Όρους). Είναι ένα από τα τολμηρότερα οικοδομήματα του μεσαίωνα, δηλαδή ένα επταώροφο πυργωτό οίκημα επί μεγάλης πυργωτής βάσης, όπου βγαίνοντας στον εξώστη νιώθεις κυριολεκτικά δέος. Το Καθολικό της μονής τιμάται στη Γέννηση του Χριστού.

O Άγιος Βασίλης, σαν περάσανε τα Χριστούγεννα, πήρε το ραβδί του και γύρισε σ' όλα τα χωριά, να δει ποιος θα τονε γιορτάσει με καθαρή καρδιά. Πέρασε από λογιών-λογιών πολιτείες κι από κεφαλοχώρια, μα σ’ όποια πόρτα κι αν χτύπησε δεν τ’ ανοίξανε, επειδή τον πήρανε για διακονιάρη. Κ' έφευγε πικραμένος,
γιατί ο ίδιος δεν είχε ανάγκη από τους ανθρώπους, μα ένοιωθε το πόσο θα πονούσε η καρδιά κανενός φτωχού από την απονιά που του δείξανε κείνοι οι άνθρωποι. Μια μέρα έφευγε από ένα τέτοιο άσπλαχνο χωριό, και πέ­ρασε από το νεκροταφείο, κ' είδε τα κιβούρια πώς ήτανε ρη­μαγμένα, οι ταφόπετρες σπασμένες κι άναποδογυρισμένες, και τα νιόσκαφτα μνήματα είτανε σκαλισμένα από τα τσακάλια. Σαν άγιος που είτανε άκουσε πως μιλούσανε οι πεθαμένοι και λέγανε: «Τον καιρό που είμαστε στον απάνω κόσμο, δουλέψαμε, βασανιστήκαμε, κι αφήσαμε πίσω μας παιδιά κ' εγγόνια να μας ανάβουνε κανένα κερί, να μας καίγουνε λίγο λιβάνι μα δεν βλέπουμε τίποτα, μήτε παπά στο κεφάλι μας να μας διαβάσει παραστάσιμο, μήτε κόλλυβα, παρά σαν να μην αφήσαμε πίσω μας κανέναν». Κι ο άγιος Βασίλης πάλι στενοχωρήθηκε κ' είπε: «Τούτοι οι χωριάτες ούτε σε ζωντανό δε δίνουνε βοήθεια, ούτε σε πεθαμένον», και βγήκε από το νεκροταφείο, και περπατούσε ολομόναχος μέσα στα παγωμένα χιόνια. Παραμονή της πρωτοχρονιάς έφταξε σε κάτι χωριά που είτανε τα πιο φτωχά ανάμεσα στα φτωχοχώρια, στα μέρη της Ελλάδας. Ο παγωμένος αγέρας βογκούσε ανάμεσα στα χαμόδεντρα και στα βράχια, ψυχή ζωντανή δεν φαινότανε, νύχτα πίσσα! Είδε μπροστά του μια ραχούλα, κι από κάτω της είτανε μια στρούγκα τρυπωμένη. Ο άγιος Βασίλης μπήκε στη στάνη και χτύπησε με το ραβδί του την πόρτα της καλύβας και φώναξε: «Ελεήστε με, τον φτωχό, για την ψυχή των αποθαμένων σας κι ο Χριστός μας διακόνεψε σε τούτον τον κόσμο! ». τα σκυλιά ξυπνήσανε και χυθήκανε απάνω του, μα σαν πήγανε κοντά του και τον μυριστήκανε, πιάσανε και κουνούσανε τις ουρές τους και πλαγιάζανε στα ποδάρια του και γρούζανε παρακαλεστικά και χαρούμενα. Απάνω σ’ αυτά, ά­νοιξε η πόρτα και βγήκε ένας τσοπάνης, ως εικοσιπέντε χρονών παλληκάρι, με μαύρα στριφτά γένεια, ο Γιάννης ο Μπαρμπάκος, άνθρωπος αθώος κι απελέκητος, προβατάνθρωπος, και πριν να καλοϊδεί ποιός χτύπησε, είπε: «Έλα, έλα μέσα. Καλή μέρα, καλή χρονιά!». Μέσα στο καλύβι έφεγγε ένα λυχνάρι, κρεμασμένο από πάνω από μια κούνια, που είτανε δεμένη σε δύο παλούκια. Δίπλα στο τζάκι είτανε τα στρωσί­δια τους και κοιμότανε η γυναίκα του Γιάννη. αυτός, σαν εμπήκε μέσα ο άγιος Βασίλης, κ' είδε πώς είτανε γέρος σεβά­σμιος, πήρε το χέρι του και τ' ανεσπάσθηκε κ' είπε: «Νά 'χω την ευχή σου, γέροντα», και το' λέγε σαν να τον γνώριζε κι από πρωτύτερα, σα να 'νατανε πατέρας του. Και κείνος του είπε: «Βλογημένος νά 'σαι, εσύ κι όλο το σπιτικό σου, και τα πρό­βατά σου η ειρήνη του Θεού νά 'ναι απάνω σας!».
Σηκώθηκε κ’ η γυναίκα και πήγε και προσκύνησε και κείνη τον γέροντα και φίλησε το χέρι του και τη βλόγησε. Κι ο άγιος Βασίλης είτανε σαν καλόγερος ζητιάνος, με μια σκούφια παλιά στο κεφά­λι του, και τα ράσα του είτανε τριμμένα και μπαλωμένα και τα τσαρούχια του τρύπια, κ' είχε κ' ένα παλιοτάγαρο αδειανό. Ο Γιάννης ο Βλογημένος έβαλε ξύλα στο τζάκι. Και παρευ­θύς, φεγγοβόλησε το καλύβι και φάνηκε σαν παλάτι. Και φα­νήκανε τα δοκάρια, σα νά 'τανε μαλαμοκαπνισμένα, κ' οι πη­τιές πού είτανε κρεμασμένες φανήκανε σαν καντήλια, κ' οι καρδάρες και τα τυροβόλια και τ' άλλα τα σύνεργα που τυρο­κομούσε ο Γιάννης, γινήκανε σαν ασημένια, και σαν πλουμισμένα με διαμαντόπετρες φανήκανε, και τ' άλλα, τα φτωχά τα πράγματα πού 'χε μέσα στο καλύβι του ο Γιάννης ο Βλογημένος. Και τα ξύλα που καιγόντανε στο τζάκι τρίζανε και λαλούσανε σαν τα πουλιά που λαλούνε στον παράδεισο, και βγάζανε κάποια εύωδία πάντερπνη. Τον άγιο Βασίλη τον βάλανε κ' έκατσε κοντά στη φωτιά κ' ή γυναίκα του 'θεσε μαξιλάρια νά ακουμπήσει. Κι ο γέροντας ξεπέρασε το ταγάρι του από το λαιμό του και το βαλε κοντά του, κ' έβγαλε και το παλιόρασό του κι απόμεινε με το ζωστικό του. Κι ο Γιάννης ο Βλογημένος πήγε κι άρμεξε τα πρόβατα μαζί με τον παραγυιό του, κ' έβαλε μέσα στην κοφινέδα τα νιογέννητα τ' αρνιά, κι ύστερα χώρισε τις ετοιμόγεννες προβατίνες και τις κράτησε στο μαντρί, κι ο παραγυιός τα 'βγαλε τα’ άλλα στη βοσκή. Λιγοστά είτανε τα ζωντανά του, φτωχός είτανε ο Γιάννης, μα είτανε Βλογημένος. Κ' είχε μια χαρά μεγάλη, σε κάθε ώρα, μέρα και νύχτα, γιατί είτανε κα­λός άνθρωπος κ' είχε και καλή γυναίκα, κι όποιος λάχαινε νά περάσει από την καλύβα τους, σαν νά 'τανε αδελφός τους, τον περιποιόντανε. για τούτο κι ο άγιος Βασίλης κόνεψε στο σπίτι τους, και κάθησε μέσα, σα νά 'τανε δικό του σπίτι, και βλογηθήκανε τα θεμέλιά του.
Κείνη τη νύχτα τον περιμένανε όλες οι πολιτείες και τα χωριά της Οικουμένης, οι αρχόντοι, οι δεσποτάδες κ’ οι επίσημοι ανθρώποι μα εκείνος δεν πήγε σε κανέναν, παρά πήγε και κόνεψε στο καλύβι του Γιάννη του Βλογημένου. * * * Το λοιπόν, σαν σκαρίσανε τα πρόβατα, μπήκε μέσα ο Γιάν­νης και λέγει στον άγιο: «Γέροντα, έχω χαρά μεγάλη. Θέλω να μας διαβάσεις τα γράμματα τ' Αη-Βασίλη. Εγώ είμαι άνθρωπος αγράμματος, μα αγαπώ τα γράμματα της θρησκείας μας. Έχω και μια φυλλάδα από έναν γούμενο αγιονορίτη, κι όποτε τύχει να περάσει κανένας γραμματιζούμενος, τον βά­ζω και μου διαβάζει από μέσα την φυλλάδα, γιατί δεν έχουμε κοντά μας εκκλησία». Έπιασε και θαμπόφεγγε κατά το μέρος της ανατολής. Ο άγιος Βασίλης σηκώθηκε και στάθηκε κατά την ανατολή κ' έ­κανε το σταυρό του, ύστερα έσκυψε και πήρε μια φυλλάδα από το ταγάρι του, κ’ είπε: «Ευλογητός ο Θεός ημών πάντοτε, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων». Κι ο Γιάννης ο Βλογημένος πήγε καί στάθηκε από πίσω του, κ’ ή γυναίκα βύ­ζαξε το μωρό και πήγε και κείνη καί στάθηκε κοντά του, με σταυρωμένα χέρια. Κι ο άγιος Βασίλης είπε το « Θεός Κύρι­ος » και τ' απολυτίκιο της Περιτομής « Μορφήν άναλλοιώτως ανθρωπίνην προσέλαβες », δίχως να πει και το δικό του το απολυτίκιο πού λέγει «Εις πάσαν την γήν εξήλθεν ο φθόγγος σου». Η φωνή του είτανε γλυκειά και ταπεινή, κι ο Γιάννης κ' η γυναίκα του νοιώθανε μεγάλη κατάνυξη, κι ας μην καταλαβαίνανε τα γράμματα. Κ' είπε ο άγιος Βασίλης όλον τον Όρθρο και τον Κανόνα της Εορτής: «Δεύτε λαοί άσωμεν ά­σμα Χριστώ τω Θεώ, χωρίς να πει το δικό του τον, Κανόνα, πού λέγει «Σου την φωνήν έδει παρείναι, Βασίλειε ».
 Κ’ ύστε­ρα είπε όλη τη λειτουργία κ’ έκανε απόλυση και τους βλόγη­σε. Και σαν καθήσανε στο τραπέζι και φάγανε κι αποφάγανε, έφερε η γυναίκα τη βασιλόπητα και την έβαλε απάνω στο σο­φρά. Κι ο άγιος Βασίλης πήρε το μαχαίρι και σταύρωσε τη βασιλόπητα, κ’ είπε: «Εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος κ’ έκοψε το πρώτο το κομμάτι κ’ είπε «του Χριστού» κ’ ύστερα είπε «της Παναγίας», κ' ύστε­ρα είπε «του νοικοκύρη Γιάννη του Βλογημένου». Του λέγει ο Γιάννης: «Γέροντα, ξέχασες τον άη- Βασίλη!». Του λέγει ο άγιος: «Ναι, καλά ! κ’ ύστερα λέγει: «Του δούλου του Θεού Βασιλείου». Κ’ ύστερα λέγει πάλι: «Του νοικοκύρη, «της νοικοκυράς», «του παιδιού», «του παραγυιού», «των ζωντα­νών», «των φτωχών». Τότε λέγει στον άγιο ο Γιάννης ο Βλο­γημένος: «Γέροντα, γιατί δεν έκοψες για την αγιωσύνη σου; Του λέγει ο άγιος: «Έκοψα, Βλογημένε!» μα, ο Γιάννης δεν κατάλαβε τίποτα, ο μακάριος. Κ’ ύστερα, σηκώθηκε όρθιος ο άγιος Βασίλειος κ' είπε την ευχή του «Κύριε ο Θεός μου, οί­δα ότι ουκ ειμί άξιος, ουδέ ικανός, ίνα υπό την στέγην είσέλ­θης του οίκου της ψυχής μου».
  Κ’ είπε ο Γιάννης ο Βλογημέ­νος: «Πες μου, γέροντα, που ξέρεις τα γράμματα, σε ποιά παλάτια άραγες πήγε σαν άπόψε ο άγιος Βασίλης; οι αρχόν­τοι κ’ οι βασιληάδες τι αμαρτίες νά ΄χουνε; Εμείς οι φτωχοί είμαστε αμαρτωλοί, επειδής η φτώχεια μας κάνει να κολαζό­μαστε». Κι ο άγιος Βασίλης δάκρυσε κ' είπε πάλι την ευχή, άλλοιώτικα: «Κύριε, ο Θεός μου, οίδα ότι ο δούλος σου Ιωάννης ο απλούς εστίν άξιος και ικανός ίνα υπό την στέγην του είσέλθης. Οτι νήπιος ύπάρχει και τα μυστηριά Σου τοις νηπίοις αποκαλύπτεται». Και πάλι δεν κατάλαβε τίποτα ο Γιάννης ο μακάριος, ο Γιάννης ο Βλογημένος... Φώτης Κόντογλου


Θαυμαστό παράδειγμα εμπιστοσύνης στην αγάπη του Θεού αποτελεί το ακόλουθο περιστατικό:
Ο αββάς Βησσαρίων με τον υποτακτικό του αββά Δουλά βάδιζαν επί ώρες σε μια ακρογιαλιά.Ο υποτακτικός δίψασε πολύ και το είπε στον γέροντά του. Εκείνος σταμάτησε, έκανε προσευχή και πρόσταξε:
—Να, πιες νερό από τη θάλασσα!

Ο αββάς Δουλάς έσκυψε και ήπιε. Πραγματικά, το νερό είχε γλυκαθεί! Αφού ξεδίψασε, πήρε ένα κανάτι και το γέμισε, για να έχει στον υπόλοιπο δρόμο. Το παρατήρησε αυτό όμως ο αββάς Βησσαρίων και του λέει:
—Γιατί κράτησες νερό;
—Ευλόγησον, γέροντα.Το κράτησα για να έχω, μήπως διψάσω πιο κάτω.
Δεν είναι ανάγκη! Εκείνος που σε ξεδίψασε εδώ, μπορεί παντού να σε ξεδιψάσει.(από το Γεροντικόν)


Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΤΙΝΟΣ ΚΑΙ Ο ΦΤΩΧΟΣΟ χειμώνας του 334 υπήρξε ιδιαίτερα δριμύς στην Αμιένη της Βορείου Γαλλίας. Μια πολύ ψυχρή μέρα ο άγιος Μαρτίνος (316-397) συνάντησε ένα γυμνό φτωχό στην πύλη της πόλεως.Τι να κάνει όμως; Φορούσε μόνο τη στρατιωτική εξάρτηση και τον μανδύα του. Παίρνει λοιπόν το ξίφος του, σχίζει τον μανδύα, δίνει ένα κομμάτι στον φτωχό και αρκείται ο ίδιος στο υπόλοιπο.Στον δρόμο τον περιγελούν για την κολοβή του αμφίεση.
Τη νύχτα όμως βλέπει στον ύπνο του τον Χριστό, ντυμένο με το κομμάτι του μανδύα που είχε δωρίσει, να λέει στους αγγέλους που Τον ακολουθούσαν:
- Ο Μαρτίνος με έντυσε μ' αυτό το ένδυμα.


Εάν θέλεις να δώσεις κάτι σε αυτόν που έχει ανάγκη, δώσε το με όμορφο πρόσωπο, και με λόγια καλά να παρηγορείς την θλίψη του· και αν πράξεις έτσι, νικάει η ομορφιά του προσώπου σου, αυτό που δίνεις, στην καρδία του, περισσότερο την ανάγκη του σώματος του· την ημέρα που θα ανοίξεις το στόμα σου να κατηγορήσεις κάποιον,
θεώρησε τον εαυτό σου νεκρό εκείνη την ημέρα, και όλα σου τα έργα μάταια, και αν ακόμη σου φαίνεται, ότι ειλικρινά και προς οικοδομή σε παρακίνησε ο λογισμός σου να μιλήσεις· γιατί ποια η ανάγκη να καταστρέψει κάποιος το σπίτι του, και να διορθώσει το σπίτι του φίλου του;

Την ημέρα που θα λυπηθείς για κάποιον άνθρωπο, ο οποίος ασθενεί ψυχικά ή σωματικά, εκείνη την ημέρα θεώρησε τον εαυτό σου μάρτυρα, και ότι έπαθες για τον Χριστό, και αξιώθηκες την ομολογία Του. Καθότι και ο Χριστός για τους αμαρτωλούς πέθανε και όχι για τους δίκαιους. Σκέψου πόσο μεγάλη είναι αυτή αρετή· στ' αλήθεια μεγάλη αρετή είναι να λυπάται κάποιος για τους κακούς, και να ευεργετεί τους αμαρτωλούς περισσότερο παρά τους δίκαιους· αυτό ο απόστολος Παύλος το αναφέρει ως άξιο θαυμασμού· εάν σε όλα σου τα έργα μπορέσεις να έχεις την συνείδησή σου καθαρή, μην φροντίσεις να εκτελέσεις άλλη αρετή. Σε όλα σου τα έργα ας προηγηθεί η σωφροσύνη του σώματος σου και η καθαρότητα της συνείδησής σου· διότι χωρίς αυτά τα δύο κάθε άλλη αρετή θεωρείται μάταια για τον Θεό. Να γνωρίζεις ότι κάθε έργο που κάνεις χωρίς σκέψη και εξέταση υπάρχει μάταιο· καθώς ο Θεός υπολογίζει την αρετή με την διάκριση και όχι με την αδιάκριτη ενέργεια.

ΑΓ. ΙΣΑΑΚ ΣΥΡΟΥ ''Ασκητικά''


Αν θέλεις να προκόψεις στην πνευματική ζωή, φύλαγε μέσα σου τον φόβο του θεού και μην αφήνεις τον εαυτό σου υπερβολικά ελεύθερο. Κράτα όλες τις αισθήσεις σου κάτω από έλεγχο και μην υποκύψεις σε ανόητη επιθυμία.
Κατεύθυνε την καρδιά σου στη συντριβή και θα βρεις έτσι την πραγματική ευσέβεια.

Η συντριβή οδηγεί σε πολλά καλά, που τα χάνει όμως όποιος παραδοθεί στα μάταια σκιρτήματα της καρδιάς.
Είναι άξιο απορίας πως μπορεί κανείς να νοιώθει τον εαυτό του γεμάτο χαρά σ αυτήν εδώ τη ζωή, όταν σκέπτεται ότι εδώ κάτω δεν είναι παρά εξόριστος και η ψυχή του είναι κυκλωμένη από τόσους κινδύνους. Η επιπολαιότης μας και η λησμοσύνη των ελαττωμάτων μας κάνουν να αναισθητούμε στην πείνα της ψυχής μας και έτσι συχνά γελούμε ενώ θα έπρεπε να κλαίμε.Η αληθινή ελευθερία και η γνήσια χαρά βρίσκονται στον φόβο του θεού και στην καθαρή συνείδηση.Μακάριος όποιος μπορεί να απομακρύνει τις μάταιες
μέριμνες που σκορπίζουν τη διάνοιά του και τον εμποδίζουν στην πνευματική αυτοσυγκέντρωση και τη συντριβή.Μακάριος όποιος αποσύρει τη ματιά του από ότι μπορεί να κηλιδώσει ή να βαρύνει τη συνείδησή του. Να αγωνίζεσαι γενναία, γιατί μια συνήθεια τη νικά άλλη συνήθεια."Ασε τους άλλους ήσυχους και να είσαι βέβαιος ότι και αυτοί θα σε αφήσουν ήσυχο. Μην ασχολείσαι με τα ζητήματα των άλλων και μην ανακατώνεσαι στις υποθέσεις των μεγαλυτέρων σου.
Έχε τον νου σου πρώτα στον εαυτό σου και κοίτα να διορθωθείς ο ίδιος, αντί να συμβουλεύεις τους άλλους.
Μη στενοχωρείσαι αν δεν έχεις την εύνοια των ανθρώπων. Μάλλον να στενοχωρήσαι αν δεν κατευθύνουν τη ζωή σου η αυστηρότης και η προσοχή, όπως αρμόζει σε δούλο του θεού και σε άνθρωπο αφοσιωμένο στην Εκκλησία. Συχνά είναι προτιμότερο και ασφαλέστερο για τον άνθρωπο να μην έχει εδώ κάτω πολλή υλική άνεση.Δεν έχουμε τη θεια παρηγορία και σπάνια δοκιμάζουμε τις χαρές της, γιατί δεν επιδιώκουμε τη συντριβή της καρδιάς και δεν αποκόβουμε με τον εαυτό μας αποφασιστικά από τις εξωτερικές παρηγορίες, που είναι μάταιες.Να θαρρείς τον εαυτό σου ανάξιο της θείας παρηγορίας και άξιο μεγαλυτέρων θλίψεων.
Όταν κανείς νοιώθει πλήρη συντριβή, όλος ο κόσμος του γίνεται αδιάφορος.Ο δίκαιος βρίσκει πάντα πολλές αιτίες για να λυπηθεί και να κλάψει.Γιατί, είτε τον εαυτό του είτε τους άλλους ατενίζοντας, διαπιστώνει ότι κανείς δεν υπάρχει σ αυτόν τον κόσμο που να μην είναι αξιολύπητος. Και όσο βαθύτερα ερευνά τον εαυτό του, τόσο και πιο πολλές αφορμές λύπης βρίσκει.Οι αιτίες για πένθος και συντριβή της καρδιάς είναι οι αμαρτίες και οι κακές μας ροπές, με τις οποίες είμαστε τόσο σφιχτά δεμένοι, ώστε σπάνια μπορούμε να σκεφθούμε τα ουράνια πράγματα. Αν σκεπτόσουν πιο συχνά την εκδημία σου από τον κόσμο παρά τη μακροζωία σου, δεν χωρεί αμφιβολία ότι με περισσότερο ζήλο θα πάσχιζες να διορθωθείς.Και αν σκεπτόσουν καλά την κόλαση και την αιώνια ταλαιπωρία, είναι βέβαιο ότι θα υπέφερες πρόθυμα τις θλίψεις και τους αγώνες σ αυτόν εδώ τον κόσμο και δεν θα σε δυσαρεστούσαν.
Επειδή όμως αυτές οι αλήθειες δεν προχωρούν στο βάθος της καρδιάς μας και προτιμάμε πάντα τις τέρψεις αυτής εδώ της ζωής, εξακολουθούμε να είμαστε ψυχροί και ανέμελοι μπροστά στα ζητήματα της θρησκείας.
Η ψυχική μας αδυναμία είναι η αιτία που το καημένο το σώμα μας παραπονείται με το παραμικρό.Να παρακαλείς λοιπόν τον θεό να σου δίνει το πνεύμα της συντριβής και να λες μαζί με τον Προφήτη : « Ψωμιείς ημάς άρτον δακρύων και ποτιείς ημάς εν δάκρυσιν εν μέτρω »( Ψαλμ. οθ' στίχ 6 ).

(Μίμηση του Χριστού Βιβλίο Α' κεφ. ΚA’


Πολλοί άνθρωποι διαβάζουν πολλά πράγματα από αμέτρητο πλήθος σελίδων αλλά η ωφέλεια είναι μικρή ,και πολλές φορές αποβαίνει επιζήμια
για την ψυχή.Η ψυχή ευαρεστείται κυρίως, και ''χορταίνει''μόνο με λόγια που την οδηγούν σε μια πορεία προς τον Πλάστη της.Δεν είναι τυχαίο που πολλές ψυχές άλλαξαν ρότα άρδην μόνο και μόνο από δυο αράδες λόγια προερχόμενα από τον λόγο του θεού..

1)Μπορεί να είσαι στον “οίκο του Θεού” αλλά ποτέ να μην έχεις καταλάβει την καρδιά του Θεού!

2)Ο λόγος για τον οποίο κάποιες εκκλησίες δεν αυξάνονται είναι γιατί ο Θεός δεν εμπιστεύεται σ’ αυτές τις ψυχές.


3)Τραγωδία δεν είναι το πρόβλημα που περνάς αυτή τη στιγμή στη ζωή σου. Τραγωδία είναι να μην βρεθείς στο “δείπνο του Κυρίου”, στη βασιλεία του Θεού.

4)πολλές φορές νομίζουμε ότι βρισκόμαστε τυχαία, τυχαία αδικούμαστε, τυχαία πονάμε… Ο Θεός όμως γνωρίζει το γιατί και ο Θεός είναι κυρίαρχος.


5)Δεν είμαστε υπεύθυνοι εάν οι γύρω μας έρθουν στο Χριστό αλλά είμαστε υπεύθυνοι να δουν οι άλλοι στη ζωή μας το Χριστό.


6)πολλές φορές νομίζουμε ότι βρισκόμαστε τυχαία, τυχαία αδικούμαστε, τυχαία πονάμε… Ο Θεός όμως γνωρίζει το γιατί και ο Θεός είναι κυρίαρχος.

7)Πρέπει να εξετάζουμε τις πράξεις μας με το αν τις δέχεται ο Θεός και όχι με το αν είναι αποδεκτές από τους άλλους.


8)Καθώς το σκοτάδι απλώνεται γύρω μας, η αμαρτία πλημμυρίζει και ο ερχομός του Κυρίου είναι κοντά, η προσευχή του καθενός πρέπει να είναι “Κύριε μείνε μαζί μας”.

9)Πολλές φορές δεν βλέπουμε πως τα γεγονότα της ζωής μας είναι συνδεμένα με τα σχέδια του Θεού.


10)Η ελπίδα της αιώνιας ζωής είναι η ασφάλειά μας.


11)Όταν συνειδητοποιούμε σαν χριστιανοί από που ερχόμαστε και που πηγαίνουμε, τότε η πορεία μας θα είναι γεμάτη χαρά και ελπίδα.


12)Ας ζήσουμε οδηγώντας τους ανθρώπους κοντά στο Θεό και όχι μακριά του.


13)Η υποκρισία μας διώχνει τους ανθρώπους μακριά από το Θεό.

14)Ο νομικισμός καταργεί το Θεό της αγάπης, της συγχώρεσης, τους ελέους, και της μακροθυμίας.

15)Αν δεν τα “βρούμε” με το Θεό δεν μπορούμε να τα “βρούμε” με τον εαυτό μας και με τους άλλους.


16)Ο Θεός θέλει να μας οδηγεί το Πνεύμα το Aγιο και όχι ο νομικισμός.

17)Εάν μετρήσουμε τις μέρες μας και δούμε ποιοι είμαστε, τότε θα μάθουμε να ζητάμε από το Θεό τη σοφία.


18)Εάν εσύ δεν θέλεις να είσαι η “λύση”, ο Θεός θα βρει άλλη λύση (Εσθήρ 4:14).

19)Πρέπει να μας ενδιαφέρει η ανταπόκριση του Θεού για μας και όχι η ανταπόκριση των άλλων.


20)Όταν σε επαινούν να το δέχεσαι και αργότερα, στην ώρα της προσευχής, να δίνεις τη δόξα στο Θεό.


21)Για τη δόξα του Θεού αξίζει να δίνουμε το καλύτερο και με τον πιο μοναδικό τρόπο (Ιωάννης 12:3).

22)Η χαρά του πιστού οφείλεται στην παρουσία του Θεού στη ζωή του.


23)Ο διάβολος μας κάνει να μην χαιρόμαστε αυτά που έχουμε και συγχρόνως να θλιβόμαστε γι αυτά που δεν έχουμε.


24)Ο Θεός θέλει να ενεργήσει μέσα από απλούς ανθρώπους. Γι αυτό έχει ετοιμάσει “μεγάλα” πράγματα για μας.


25)Η επιλογή του χριστιανού είναι επιλογή ή να δεχθείς ότι συμβαίνει από το Θεό ή να έχει πικρία για το Θεό.


26)Όταν ο Θεός σου δίνει κάνει, συγχρόνως έρχεται και ο διάβολος να σε αποθαρρύνει.


27)Ο Θεός θέλει να “τελειώσει” το έργο που έχει ξεκινήσει μέσα μας, πολλές φορές όμως εμείς τον εμποδίζουμε να το κάνει.


28)Με την αγάπη θα συγχωρέσεις και θα αποκαταστήσεις τη σχέση σου με τους άλλους.


29)Όταν εξασκείς το χάρισμα σου, τότε “διοχετεύεις” τη χάρη του Θεού στους ανθρώπους.


30)Είναι τα λόγια σου ενθάρρυνση στους άλλους;


31)Η πίστη μας στο Θεό μας οδηγεί στο να είμαστε “ενεργοί” στην πίστη μας και χρήσιμοι στους ανθρώπους.


32)Ο Χριστός δεν πέθανε μόνο για μας σώσει αλλά για να μας δώσει συγχρόνως και το παράδειγμα πως θα πρέπει να πορευτούμε στη ζωή μας.


33)Μήπως γινόμαστε “επιλεκτικοί” στο ποιοι πρέπει να ακούσουν το ευαγγέλιο;


34)Το θέλημα του Θεού για τους πιστούς είναι να κάνουν το αγαθό, γιατί με τον τρόπο αυτό αποστομώνουν τις σκέψεις των αφρόνων ανθρώπων.


35)Πολλές φορές είναι εύκολο να συμμεριζόμαστε μια θεολογική μας αλήθεια, αλλά όχι την προσωπική μας σχέση και εμπειρία μα το Θεό.

36)Ο απόστολος Παύλος μιλούσε για την καλοσύνη του Θεού μέσα από την φυλακή.


37)Σαν χριστιανοί πρέπει να σεβόμαστε τους άλλους. Αυτό είναι στο θέλημα του Θεού και συγχρόνως μαρτυρία στους γύρω μας.


38)Η σωτηρία μας είναι η αρχή της πνευματικής μας ζωής. Από εκεί ξεκινάει η πορεία μας για να γίνουμε όμοιοι με τον Θεό.


39)Ποτέ δεν θα πρέπει να μετράμε την πνευματική μας ζωή με το τι κάνουμε αλλά με τον καρπό της. Και ο καρπός αυτός είναι ο “καρπός του Πνεύματος“.

40) η πνευματική πορεία του καθενός προσδιορίζει και το βαθμό του άγχους που έχει για το πως αντιλαμβάνεται τα πράγματα.



1 «Η πίστις χωρίς των έργων νεκρά εστί» (Ιακώβου 6, 26). Η πραγματική πίστις δεν είναι δυνατόν να υπάρξει χωρίς τα έργα. Όποιος πραγματικά πιστεύει, εκείνος οπωσδήποτε θα πράττει και καλά έργα.
2 Εάν ο άνθρωπος από αγάπη προς τον Θεόν και χάριν της ενάρετου Ζωής δεν έχει περιττή μέριμνα για τον εαυτό του, πιστεύοντας ότι γι’ αυτόν φροντίζει ο Θεός, αυτή του η εμπιστοσύνη στην Πρόνοια του Θεού είναι και πραγματική και συνετή.
3 Όποιος πραγματικά αγαπά τον Θεόν, θεωρεί τον εαυτό του ταξιδιώτη και ξένο στη γη αυτή. Στην επιδίωξή του να ενωθεί με τον Θεόν, με το νου και την καρδιά του διαρκώς ατενίζει μόνον Αυτόν.
4 Ο άνθρωπος που θα αποφασίσει να ζήσει την εσωτερική ζωή, πρώτα απ’ όλα πρέπει να έχει τον φόβο του Θεού που είναι και η αρχή της σοφίας.
5 Ο νους του προσεκτικού ανθρώπου μοιάζει με άγρυπνο φύλακα και φρουρό της εσωτερικής Ιερουσαλήμ. Από το ύψος της πνευματικής ζωής βλέπει με το καθαρό του μάτι τα πέριξ και τις εντός της ψυχής του ενάντιες δυνάμεις, σύμφωνα με τα λόγια του Ψαλμωδού: «Και εν τοις εχθροίς μου επείδεν ο οφθαλμός μου» (Ψαλμ. νγ’, 9).

6 Ο άνθρωπος με την σάρκα του μοιάζει με αναμμένο κερί. Το κερί είναι προορισμένο να λιώσει και ο άνθρωπος να πεθάνει. Η ψυχή του όμως είναι αθάνατη, γι’ αυτό και η μέριμνά μας πρέπει να στρέφεται περισσότερο για την ψυχή παρά για το σώμα: «Τι γάρ ωφελείται άνθρωπος, εάν τον κόσμον όλον κερδήση, την δε ψυχήν αυτού ζημιωθή; ή τι δώσει άνθρωπος αντάλλαγμα της ψυχής αυτού» (Ματθ. ιστ’, 26).
7 Εάν επιτρέψει ο Κύριος να δοκιμάσει ο άνθρωπος ασθένειες, τότε Εκείνος θα του δώσει και την δύναμη της υπομονής.
8 Πρέπει να συνηθίσεις τον νου σου να κολυμβά στον νόμο του Κυρίου, κάτω από την καθοδήγηση του Οποίου να προσαρμόζεις και την ζωήν σου.
9 Η ειρήνη της ψυχής αποκτάται διά των θλίψεων. Η Γραφή λέγει: «Διήλθομεν διά πυρός και ύδατος και εξήγαγες ημάς εις αναψυχήν» (Ψαλμ. ξε’, 12).
10 Τίποτε δεν συμβάλλει τόσο στην απόκτηση της εσωτερικής ειρήνης, όσο η σιωπή και η συζήτησις με τον εαυτόν μας μάλλον, παρά με τους άλλους.
11 Μπορείς, βλέποντας τον ήλιο με τους φυσικούς οφθαλμούς, να μη χαίρεσαι; Μα πόσο μεγαλύτερη χαρά θα νοιώθεις, όταν ο νους σου βλέπει με τους εσωτερικούς οφθαλμούς τον Ήλιο της δικαιοσύνης, τον Χριστόν;
12 Για να διατηρήσεις την ψυχική ειρήνη πρέπει να διώχνεις από κοντά σου την αθυμία, να προσπαθείς να έχεις το πνεύμα της χαράς, να αποφεύγεις την κατάκριση των άλλων και να συγκαταβαίνεις στις αδυναμίες του αδελφού σου.
13 Κάθε πρόοδο και επιτυχία σ’ οποιοδήποτε τομέα της ζωής μας πρέπει να αποδίδουμε στον Κύριο και μαζί με τον προφήτη να λέμε: «Μη ημίν, Κύριε, μη ημίν, αλλ’ ή τω ονόματι σου δός δόξαν» (Ψαλμ. ριγ’,9).
14 Κατά το τριακοστό πέμπτο έτος της ηλικίας, δηλαδή στο ήμισυ της επιγείου ζωής, συμβαίνει να κάνει ο άνθρωπος μεγάλο αγώνα για την διατήρηση του εαυτού του. Πολλοί σ’ αυτή την ηλικία δεν παραμένουν στην αρετή, ξεφεύγουν, και ακολουθούν τον δρόμον των επιθυμιών τους.
15 Όποιος θέλει να σωθεί πρέπει να έχει την καρδιά του σε κατάσταση μετανοίας και συντριβής: «Θυσία τω Θεώ πνεύμα συντετριμμένον, καρδίαν συντετριμμένην και τεταπεινωμένην ο Θεός ουκ εξουδενώσει» (Ψαλμ. ν’, 19).
16 Όταν ο άνθρωπος προσπαθεί να έχει καρδιά ταπεινή και λογισμό ειρηνικό, τότε όλες οι σκευωρίες του εχθρού μένουν ανενέργητες. Διότι όπου υπάρχει η ειρήνη των λογισμών, εκεί αναπαύεται ο Ίδιος ο Θεός: «Εν ειρήνη ο τόπος Αυτού» (Ψαλμ. οε’, 3).
17 Η απελπισία είναι η μεγαλύτερη χαρά του διαβόλου. Είναι αμαρτία θανάσιμη.
18 Προτού ακούσεις τον άλλον δεν πρέπει να απαν­τάς. «Ος αποκρίνεται λόγον πριν ακούσαι, αφροσύνη αυτώ εστί και όνειδος» (Παροιμ. ιη’, 13). 19 Όταν ο άνθρωπος δεχθεί κάτι το θεικό μέσα του, η καρδιά του χαίρεται. Όταν αντιθέτως δεχθεί κάτι το διαβολικό τότε συγχύζεται και ταράζεται.
20 Όποιος υποφέρει την ασθένεια του με υπομονή και ευγνωμοσύνη προς τον Θεό, στεφανώνεται σαν μάρτυς και αγωνιστής.
21 Πρέπει να προσπαθούμε να είμεθα ελεύθεροι από τους ακάθαρτους λογισμούς, ιδιαιτέρως όταν προσευχόμεθα προς τον Θεό. Διότι δεν είναι δυνατόν να συνυπάρχουν η δυσοσμία με την ευωδία.
22 Εάν εμείς δεν συμφωνούμε με τους κακούς λογισμούς, που προέρχονται από τον διάβολον, κάνουμε πολύ καλά. Διότι το ακάθαρτο πνεύμα μόνον στους εμπαθείς ανθρώπους ασκεί αποτελεσματικά την επίδρασή του. Ενώ τους απαθείς προσπαθεί να τους επηρεάσει από μακριά.
23 Ο νέος άνθρωπος είναι αδύνατο να μην ταράσσεται από σαρκικούς λογισμούς. Πρέπει γι’ αυτό να προσεύχεται επίμονα στον Θεό, για να σβήσει εγκαίρως την σπίθα των αισχρών επιθυμιών μόλις εμφανισθεί. Τότε δεν θα δυναμώσει ποτέ η φλόγα.
24 Πρέπει πάντοτε να υπομένουμε όλα χάριν του Θεού, ευχαρίστως. Η ζωή μας είναι μια στιγμή συγκριτικά με την αιωνιότητα, και γι’ αυτό: «Ουκ άξια, κατά τον Απόστολον, τα παθήματα του νυν καιρού προς την μέλλουσαν δόξαν αποκαλυφθήναι εις ημάς» (Ρωμ. η’, 18).
25 Ας αγαπήσουμε την ταπεινοφροσύνη για να δού­με την δόξα του Θεού, διότι όπου στάζει η ταπεινοφροσύνη εκεί αναβλύζει η δόξα του Θεού.
26 Χωρίς το φως όλα είναι σκοτεινά και χωρίς την ταπεινοφροσύνη τίποτε δεν υπάρχει μέσα στον άνθρωπο, παρά μόνο ένα σκοτάδι.
27 Όπως το κερί αν δεν θερμανθεί και μαλακώσει, δεν μπορεί να δεχθεί επάνω του την σφραγίδα, έτσι και η ψυχή, χωρίς να δοκιμασθεί με τους κόπους και τις ασθένειες δεν μπορεί να λάβει επάνω της την σφραγίδα της αρετής.
28 Στους πλησίον μας πρέπει να φερόμεθα με λεπτότητα, χωρίς ούτε με το βλέμμα μας να τους προσβάλλουμε.
29 Το πνεύμα του συγχυσμένου και θλιμμένου ανθρώπου φρόντισε να το ενθαρρύνεις με λόγια αγάπης.
30 Για την αδικία που σου προξενούν οι άλλοι, όποια κι’ αν είναι αυτή, δεν πρέπει να εκδικείσαι, αλλά αντίθετα να συγχωρείς από τα βάθη της καρδιάς σου εκείνον που σε αδίκησε.
31 Δεν πρέπει να τρέφεις στην καρδιά σου μίσος και αντιπάθεια κατά του πλησίον, που σε εχθρεύεται. Αλλά να τον αγαπάς και να του κάνεις όσο μπορείς καλό, ακολουθώντας την εντολή του Χριστού: «Αγαπάτε τους εχθρούς υμών, καλώς ποιείτε τοις μισούσιν υμάς» (Ματθ. ε’, 44).
32 Η θύρα της μετανοίας είναι για όλους ανοικτή και είναι άγνωστο ποιος θα πρωτομπεί σ’ αυτή, εσύ που κατακρίνεις τον άλλον ή αυτός που κατακρίνεται από σένα.
33 Κατάκρινε πάντοτε τον εαυτόν σου και θα παύσεις να κατακρίνεις τους άλλους.
34 Μπορείς να κατακρίνεις μια πράξη κακή, ποτέ όμως εκείνον που την έπραξε.
35 Όταν εγκαταλειφθεί ο άνθρωπος από τον Θεό, τότε ο διάβολος είναι έτοιμος να τον αφανίσει, όπως αφανίζει η μυλόπετρα το σπόρο του σταριού.
36 Η περιττή μέριμνα για τα βιοτικά πράγματα είναι γνώρισμα άνθρωπου άπιστου και μικρόψυχου. Και εί­ναι συμφορά εάν εμείς φροντίζοντας οι ίδιοι για τον εαυτό μας δεν στηριζόμαστε στον Θεό, που προνοεί για μας!
37 Είναι καλύτερο για μας να περιφρονούμε όσα δεν είναι δικά μας, δηλαδή τα πρόσκαιρα και τα παροδικά, και να ζητούμε τα δικά μας, δηλαδή τα άφθαρτα και τα αιώνια.
38 Η θλίψις είναι το σκουλήκι της καρδιάς, που κατατρώγει την μητέρα που το γέννησε.
39 Όποιος ενίκησε τα πάθη αυτός ενίκησε και την θλίψη. Όποιος νικιέται από τα πάθη δεν θα αποφύγει τα δεσμά της θλίψεως. Όπως ο άρρωστος φαίνεται από το χρώμα του προσώπου του, έτσι ο εμπαθής από την κατάθλιψη.
40 Ο Κύριος φροντίζει για την σωτηρία μας. Ο ανθρωποκτόνος όμως διάβολος προσπαθεί να μας οδηγήσει στην απελπισία.

Φωνή πατέρων έκδοση'' ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ ΩΡΩΠΟΣ ΑΤΤΙΚΗΣ ΄΄

Μερικοί λένε πως η ζωή μας είναι αρκετά σύντομη. Νομίζουμε όμως πως από μόνοι μας συντομεύουμε το χρόνο της ζωής μας από την κατάχρηση, την παράχρηση και την ηθοφθορία.
Αν τη ζωή τη χρησιμοποιήσουμε με σεβασμό, περίσκεψη και φειδώ είναι σίγουρα αρκετά μεγάλη. Ο άνθρωπος γενικά δεν εκτιμά τον χρόνο, τον αφήνει να κυλά ανεκμετάλλευτα, τον σπαταλά εύκολα, δεν τον αξιοποιεί, δεν τον χρησιμοποιεί χρήσιμα. Οι άνθρωποι ζουν συχνά ως επιγείως αθάνατοι. Δεν εξαγοράζουν τον καιρό, παρά το ότι οι ημέρες είναι αρκετά πονηρές. Ο χρόνος μακραίνει όσο ο άνθρωπος αυξάνεται πνευματικά, όσο πλησιάζει το βάθος και την ιερότητα του νοήματος της ζωής.


Μερικοί γέρασαν χωρίς να ζήσουν όντας γέροι και νέοι γέρασαν προτού να μεγαλώσουν. Φοβούνται τον θάνατο, παρότι δε γνωρίζουν να ζήσουν. Χάνουν τη ζωή μέσα από τα χέρια τους δίχως να τη ζήσουν. Δεν ξέρουν ούτε τι είναι ζωή, ούτε τι είναι θάνατος, ούτε πιο είναι το ουσιαστικό νόημα της ζωής του ανθρώπου. Τον θάνατο πιο πολύ τον φοβούνται όσοι ελέγχονται από τη συνείδησή τους, όσοι δεν βελτίωσαν την πνευματική τους ταυτότητα, όσοι παρασύρθηκαν από τις ηδονές του βίου. Η πνευματικότητα του ανθρώπου αντιστέκεται ισχυρά στη φθορά και στη βλαπτικότητα που μπορεί να προκαλέσει ο χρόνος. Η γαλήνη στην ψυχή του ανθρώπου μπορεί να σκηνώσει μόνιμα μόνον κατόπιν σκληρού διωγμού της κακίας. Η εμπιστοσύνη στη θεία πρόνοια θα συνδράμει σημαντικά σ' αυτή την επίτευξη.

Ο φιλόσοφος Σενέκας λέγει πως «το θέμα όμως δεν είναι ότι έχουμε λίγο χρόνο ζωής, αλλά ότι σπαταλάμε μεγάλο μέρος του». Αν ο άνθρωπος παρασυρθεί στο κυνηγητό της ηδονής, της πολυτέλειας, της δόξας και της ευδαιμονίας δεν θα καταλάβει πώς πέρασε μια ολόκληρη ζωή. Η ακόρεστη φιλοχρηματία, η μέθη, η οκνηρία, η φιλοδοξία, η απληστία, η ραδιουργία ταλαιπωρούν πολύ τον εραστή τους. Τα πάθη δεν αφήνουν τον εργάτη τους να δει την αλήθεια. Οι απολαύσεις καθηλώνουν τον άνθρωπο χαμηλά και δεν τον αφήνουν να ανυψωθεί από τα γήινα. Πολλοί θαυμάζουν τους πλούσιους, δεν γνωρίζουν όμως τι φουρτουνιασμένες θάλασσες κουβαλούν μέσα τους. Πολλοί λίγοι θα μπορούσαν άνετα να πουν πως είναι ευχαριστημένοι με τον εαυτό τους αρκετά. Δεν του έδωσαν τον χρόνο που δίκαια ήθελε, δεν τον άκουσαν προσεκτικά, δεν τον είδαν κατάματα, δεν τον ανέκριναν αυστηρά, δεν τον γνώρισαν ποτέ καλά. Για αυτό δεν ήσουν ήρεμος, ατάραχος, άφοβος και υπομονετικός. Λησμονήσαμε για τα καλά ότι είμαστε θνητοί και περαστικοί από εδώ.

Όσο και αν ξεγελά με διάφορους τρόπους ο άνθρωπος τον εαυτό του, πάντα κατά βάθος θα ζητά την πραγματική ανάπαυση. Ένας σοφός ρωμαίος αυτοκράτορας χαιρόταν και μόνο στη σκέψη του πότε θα απαλλαγεί του μεγαλείου του θρόνου του για να αναπαυθεί αληθινά. Όταν ο άνθρωπος ασχολείται με πολλά, μεριμνά και τυρβάζει, δεν μπορεί να συγκεντρωθεί κάπου και να αποδώσει, δεν έχει καιρό να ζήσει ελεύθερα. Πολύ συχνά οι άνθρωποι είναι κουρασμένοι από το παρελθόν και το παρόν. Προσπαθούν να ζήσουν ένα καλύτερο μέλλον, δίχως να κάνουν όμως τίποτε το σημαντικό γι' αυτό. Η ζωή κυλά και ο άνθρωπος βυθισμένος στις πολλές ασχολίες του δεν τον παρατηρεί. Απορεί πώς πέρασαν τόσο γρήγορα τόσα χρόνια. Πιο σύντομη βρίσκουν τη ζωή σίγουρα οι πολυάσχολοι άνθρωποι.

Στη ζωή δίνουμε εξετάσεις. Αν νικήσαμε τα πάθη μας, αν αγαπήσαμε την αγάπη, αν μισήσαμε την κακία, αν γνωρίσαμε τον εαυτό μας, αν συναντήσαμε τον Θεό. Τότε έχουμε βρει τον σκοπό, τον στόχο, το νόημα της ζωής. Έχουμε κερδίσει τις εξετάσεις. Αισθανόμεθα μύρο αιωνιότητος. Δε φοβόμαστε τον θάνατο. Δε μας κουράζει η ζωή. Μετανοούμε Ελπίζουμε. Χαιρόμαστε.
(Μωυσή Αγιορείτου)

Πολλά τα ερωτήματα πάνω σε αυτό το θέμα.αλλά ξέρετε δεν μπορούμε να εμβαθύνουμε πολύ στο θέμα αυτό διότι είναι ανεξιχνίαστες οι βουλές του θεού.Έχει προβληματιστεί και το δικό μου το φτωχό μυαλό.Γιατί για παράδειγμα να επιτρέπει ο Θεός να συμβαίνει να πεθαίνουν τόσο νωρίς παιδιά κυρίως, ή πολέμους,σεισμούς κ.α..Αλλά πιστεύω οποιαδήποτε ερμηνεία και να δώσουμε εμείς θα πέσουμε έξω.Οι ερμηνείες μας έχουνε γήινα κριτήρια και αποκλίνουν από τις βουλές του Θεού.Σκεφτόμαστε ωσάν η ζωή τελειώνει στα 100 χρόνια.Αν η ζωή τελείωνε στα 100 χρόνια θα ήταν πράγματι η μεγαλύτερη αδικία και δεν σας κρύβω ότι θα ήμουνα ο πρώτος που θα σκεφτόταν σοβαρά πλέον να έλεγα ότι δεν υπάρχει Θεός.Αλλά λέω πάλι αλλά ας κοιτάξουμε την δική μας προσωπική σχέση με τον θεό και ας αφήσουμε τους άλλους..Ο Ιησούς είπε στους μαθητές Του να μην ενδιαφέρονται τι θα κάνει Αυτός με τον Ιωάννη τον Θεολόγο δηλαδή ποια μοίρα του επιφυλάσσεται του αγαπημένου Του μαθητή ,αλλά να κοιτούν τους εαυτούς τους να είναι δηλαδή έτοιμοι για να κερδίσουν μερίδιο στην Βασιλεία Του...

Ένας ασκητής βλέποντας την αδικία πού υπάρχει στον κόσμο προσευχόταν στο Θεό και του ζητούσε να του αποκαλύψει το λόγο που δίκαιοι και ευλαβείς άνθρωποι δυστυχούν και βασανίζονται άδικα, ενώ άδικοι και αμαρτωλοί πλουτίζουν και αναπαύονται. Ενώ προσευχόταν ο ασκητής να του αποκαλύψει ο Θεός το μυστήριο, άκουσε φωνή που του έλεγε:
- Μη ζητάς εκείνα που δε φτάνει ο νους σου και η δύναμη της γνώσης σου. Ούτε να ερευνάς τα απόκρυφα, γιατί τα κρίματα του Θεού είναι άβυσσος. Αλλά, επειδή ζήτησες να μάθεις, κατέβα στον κόσμο και κάθισε σ ένα μέρος και πρόσεχε αυτά που θα δεις, για να καταλάβεις από τη μικρή αυτή δοκιμή, ένα μικρό μέρος από τις κρίσεις του Θεού.
Θα γνωρίσεις τότε άτι είναι ανεξερεύνητη και ανεξιχνίαστη η προνοητική διακυβέρνηση του Θεού για όλα.
Ο γέροντας, όταν τ άκουσε αυτά, κατέβηκε με πολλή προσοχή στον κόσμο κι έφτασε σ ένα λιβάδι που το διέσχιζε ένας πολυσύχναστος δρόμος. Εκεί κοντά ήταν μία βρύση κι ένα γέρικο δέντρο, στην κουφάλα του οποίου μπήκε ο γέροντας και κρύφτηκε καλά.
Μετά από λίγο πέρασε ένας πλούσιος πάνω στο άλογό του. Σταμάτησε για λίγο στη βρύση, για να πιει νερό και να ξεκουραστεί.
Αφού ξεδίψασε, έβγαλε από την τσέπη του ένα πουγκί με εκατό φλουριά και τα μετρούσε. Όταν τελείωσε το μέτρημα, θέλησε πάλι να τα βάλει στη θέση τους. Χωρίς όμως να το καταλάβει, το πουγκί έπεσε στα χόρτα. Έφαγε, ξεκουράστηκε, κοιμήθηκε και μετά καβαλίκεψε το άλογο κι έφυγε χωρίς ν αντιληφθεί τίποτα για τα φλουριά.
Μετά από λίγο ήρθε άλλος περαστικός στη βρύση, βρήκε το πουγκί με τα φλουριά, το πήρε κι έφυγε τρέχοντας μέσ απ τα χωράφια. Πέρασε λίγη ώρα και φάνηκε άλλος περαστικός. Κουρασμένος, όπως ήταν, σταμάτησε κι αυτός στη βρύση, πήρε λίγο νεράκι, έβγαλε και λίγο ψωμάκι από ένα μαντήλι και κάθισε να φάει.
Την ώρα, που ο φτωχός εκείνος έτρωγε, φάνηκε ο πλούσιος καβαλάρης εξαγριωμένος, με αλλοιωμένο το πρόσωπο από οργή, και όρμισε επάνω του. Με θυμό φώναζε να του δώσει τα φλουριά του. Ο φτωχός, μη έχοντας ιδέα για τα φλουριά, διαβεβαίωνε με όρκους πως δεν είδε τέτοιο πράγμα. Εκείνος όμως, όπως ήταν θυμωμένος, άρχισε να τον δέρνει και να τον χτυπά, μέχρι που τον θανάτωσε. Έψαξε μετά όλα τα ρούχα του φτωχού, δεν βρήκε τίποτα και έφυγε λυπημένος.
Ο γέροντας εκείνος τα έβλεπε όλα αυτά μέσα απ την κουφάλα και θαύμαζε. Λυπόταν πολύ κι έκλαιγε για τον άδικο φόνο που είδε και προσευχόμενος στον Κύριο, έλεγε:
- Κύριε, τι σημαίνει αυτό το θέλημά Σου; Γνώρισε μου, Σε παρακαλώ, πώς υπομένει η αγαθότητα Σου τέτοια αδικία. Άλλος έχασε τα φλουριά, άλλος τα βρήκε κι άλλος άδικα φονεύθηκε!
Ενώ ο γέροντας προσευχόταν με δάκρυα, κατέβηκε ο Άγγελος Κυρίου και του είπε:
- Μη λυπάσαι, γέροντα, ούτε να σου κακοφαίνεται και να νομίζεις ότι όλα αυτά γίνονται τάχα χωρίς θέλημα Θεού. Αλλά άπ αυτά πού συμβαίνουν, άλλα γίνονται κατά παραχώρηση, άλλα για παίδευση κι άλλα κατά οικονομία. Άκουσε λοιπόν:
Αυτός που έχασε τα φλουριά είναι γείτονας εκείνου που τα βρήκε. Ο τελευταίος είχε ένα περιβόλι αξίας εκατό φλουριών. Ο πλούσιος, επειδή ήταν πλεονέκτης, τον εξανάγκασε να του το δώσει για πενήντα φλουριά. Ο φτωχός εκείνος, μη έχοντας τι να κάνει, παρακαλούσε το Θεό να κάνει την εκδίκηση.
Γι αυτό και οικονόμησε ο Θεός και του τα έδωσε διπλά.
Εκείνος, πάλι, ο φτωχός, ο κουρασμένος, που δεν βρήκε τίποτα και φονεύτηκε άδικα, είχε κάνει μια φορά φόνο. Μετανόησε όμως ειλικρινά και σ όλη την υπόλοιπη ζωή του τα έργα του ήταν χριστιανικά και θεάρεστα. Διαρκώς παρακαλούσε το Θεό να τον συγχωρέσει για το φόνο που διέπραξε και συνήθιζε να λέει: «Θεέ μου, τέτοιο θάνατο πού έδωσα, ίδιο να μου δώσεις!». Βέβαια, ο Κύριός μας τον είχε συγχωρέσει από την πρώτη στιγμή πού εκδήλωσε τη μετάνοιά του.
Συγκινήθηκε όμως ιδιαίτερα από το φιλότιμο του παιδιού του, το οποίο όχι μόνο φρόντιζε για την τήρηση των εντολών του, αλλά ήθελε και να πληρώσει για το παλιό του φταίξιμο. Έτσι δεν του χάλασε το χατίρι, επέτρεψε να πεθάνει με βίαιο τρόπο όπως του το είχε ζητήσει και το πήρε κοντά Του, χαρίζοντας του μάλιστα και λαμπρό στεφάνι γι αυτό του το φιλότιμο!
Ο άλλος, τέλος, ο πλεονέκτης, που έχασε τα φλουριά κι έκανε το φόνο, θα κολαζόταν για την πλεονεξία και τη φιλαργυρία του. Το άφησε λοιπόν ο Θεός να πέσει στο αμάρτημα του φόνου για να πονέσει η ψυχή του και να έρθει σε μετάνοια. Με την αφορμή αυτή αφήνει τώρα τον κόσμο και πάει να γίνει καλόγερος!
"Λοιπόν, πού, σε ποια περίπτωση, βλέπεις να ήταν άδικος ή σκληρός και άπονος ο Θεός; Γι αυτό στο εξής να μην πολυεξετάζεις τις κρίσεις του Θεού, γιατί Εκείνος τις κάνει δίκαια και όπως ξέρει, ενώ εσύ τις περνάς για άδικες. Γνώριζε επίσης ότι και πολλά άλλα γίνονται στον κόσμο με το θέλημα του Θεού για λόγους που οι άνθρωποι δεν γνωρίζουν. Κι έτσι το σωστό είναι να λέει ο καθένας: «Δίκαιος ει Κύριε, και ευθείαι αι κρίσεις σου.

Author Name

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

Από το Blogger.