Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κυράγγελος Παύλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κυράγγελος Παύλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

2 Μαρτίου 2017

Οκταγωνικά κτίρια και καθαρμοί



Γνωστά τα οκτάγωνα του Iουστινιανού  του ναού των Αγίων Σέργιου και Bάκχου. Η Εκκλησία των Αγιων Σεργίου και Βάκχου στην Κωνσταντινούπολη ιδρύθηκε από τον Ιουστινιανό, πιθανότατα στο 527 μ.Χ.


Η εκκλησία έγινε γνωστή ως «Μικρή Αγία Σοφία», επειδή οι γενικές αρχές του κτιρίου ήταν  ίδιες με αυτές της Αγίας Σοφίας. Ο καθεδρικός ναός μετατράπηκε σε τζαμί μεταξύ 1506 και 1512. Η κάτοψη βασίστηκε σε οκτάγωνο. Το κτίριο ιδρύθηκε σε μια περαιτέρω ανάδειξη αυτού του τύπου του σχεδίου ξεκινώντας από τη Συρία και την Παλαιστίνη και φτάνοντας στα δυτικά στο ναός της  Ραβέννα. Η χριστιανική αρχιτεκτονική στη Δυτική Ευρώπη ήταν έτοιμη να υιοθετήσει το οκταγωνικό σχέδιο στους ναούς της  και τα βαπτιστήρια



και ο Άγιος Iωάννης ο Πρόδρομος στο Έβδομον της Kωνσταντινουπόλεως- εντελώς κατεστραμμένος σήμερα-

ο  Άγιος Bιτάλιος στην Pαβέννα
  Η Εκκλησία του Αγίου Βιτάλιου της Ραβέννας (Ιταλία) έχει ένα διπλό οκταγωνικό σχέδιο με ένα εσωτερικό και εξωτερικό κέλυφος. Η διάμετρος του τρούλου είναι δεκαεπτά μέτρα και ύψος τριάντα μέτρων. Η εκκλησία έγινε, κάπου διακόσιες πενήντα χρόνια αργότερα. 


'Εχουμε και το Xρυσό Oκτάγωνο της Aντιοχείας, κτίσμα του Mεγάλου Kωνσταντίνου (327-341).-Οκτάγωνο ή Οκταγωνική Εκκλησία λόγω της κάτοψής της. Είναι γνωστή επίσης ως Μεγάλη Εκκλησία πιθανόν λόγω του μεγέθους της και του ύψους του τρούλου της ή λόγω του ότι αποτελούσε μάλλον την κύρια εκκλησία της πόλης η συναντούμε και με την ονομασία Χρυσή Εκκλησία ή Χρυσό Οκτάγωνο λόγω της επιχρυσωμένης στέγης της 

18 Ιανουαρίου 2011

Παύλος Κυράγγελος : ΟΜΙΛΙΑ 4/4/2001

 Το παρακάτω βίντεο εχει δημιουργηθεί απο τον ΝΕΟ ΕΛΛΗΝ α

 και ειναι αφιερωμένο στην μνήμη του φίλου του Παύλου Κυράγγελου









ένα ευχαριστώ είναι το ελάχιστο που μπορώ να ψελλίσω για τον κόπο του
και για την κοινοποίηση του στο blog 

Σ΄ευχαριστώ ΣΥΝ-ΕΛΛΗΝ-Α

13 Ιανουαρίου 2011

H λατρεία της Σύριας Θεάς (Αταργάτιδος) στη Δυτική Μακεδονία / Παύλου Χρυσοστόμου

Το θέμα των ιδιοτήτων, επιθέτων της Μεγάλης Μητέρας Θεάς, σε όλες τις εκφάνσεις τους εμφανίζετε σε λατρείες, ιερά, επιγράμματα, αγάλματα που έχουν αποτυπωθεί και διασωθεί στην Μακεδονία, όπως και σε ολοκληρη την Ελλάδα.


Ετσι μεταφέρω ένα ολοκληρο άρθρο του Αρχαιολόγου Παύλου Χρυσοστόμου που έχει δημοσιευθεί στον τρίτο τόμο του "Αρχαιολογικού έργου στη Μακεδονία και Θράκη κατα το έτος 1989. 'Εκδοση του ΤΑΠ

 Η σύνδεση της Σεμιράμιδος (κόρης της Δερκετούς/Αρτέμιδος/Αταργάτιδος κλπ. και όλο το κείμενο στην μνήμην του Παύλου Κυράγγελου καθώς σαν σήμερα ήταν η μέρα των γενεθλίων του.


Η ΛΑΤΡΕΙΑ ΤΗΣ ΣΥΡΙΑΣ ΘΕΑΣ (ΑΤΑΡΓΑΤΙΔΟΣ) ΣΤΗ ΔΥΤΙΚΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ

Η λατρεία της Συρίας Θεάς1 ή Αταργάτιδος2 στη Βοττιαία της Μακεδονίας περιγράφεται με γλαφυρότητα στο μυθιστόρημα «Μεταμορφώσεις» ή «Ο Χρυσός γάιδαρος» του Απουλήιου 3. Την υπόθεση του την πήρε από ένα ελληνικό μυθιστόρημα («Λούκιος ή ‘Ονος»), του οποίου έχουμε μια μεταγενέστερη μεταγραφή, οφειλόμενη όπως γενικά νομίζεται στο Λουκιανό από τα Σαμόσατα της Συρίας. Ο Απουλήιος όμως ισχυρίζεται ότι πρόκειται για έργο του Λευκίου από την Πάτρα. Στα κεφάλαια 35-41 του έργου αυτού του Λουκιανού περιγράφεται διεξοδικά η λατρεία της Συρία: Θεάς στη Βέροια και στη  χώρα της4.
Την ιδιαίτερη λατρεία της Συρίας Θεά στη Μακεδονία ήρθαν να επιβεβαιώσουν στον αιώνα μας οι επιγραφές και τα άλλα αρχαιολογικά ευρήματα. Το εξαιρετικά ενδιαφέρον είναι ότι στη Βέροια η. θεά λατρευόταν ήδη από τον 3ο αι. π.Χ..      .: αποδεικνύεται από την αναθηματική επιγραφή η οποία βρέθηκε το 1912 κατά την κατεδάφιση σπιτιών Β της εκκλησίας του Αγίου Αντωνίου5. Πρόκειται για μαρμάρινη λΐθόπλινθο. η οποία*· αρχικά έφερε επάνω και κάτω, στην κύρια και στις στενές πλευρές της κυμάτια. τα-οποία απολαξεύτηκαν κατά τη δεύτερη χρήση της (Εικ. ! Η λιθόπλινθος ανήκε σε μια από τις πλευρές ορθογώνιου βάθρου παρά βωμού, γιατί παρατηρούνται δύο πειόμορφοι  τόρμοι συνδέσμων στην επάνω επιφάνειά της, καθώς και αναθύρωση στις τρεις ακμές της πίσω όψης της. Ο αναθέτης είναι ιερέας της θεάς «Αταργάτης» Σώτείρας, ο Απολλωνίδης Δεξιλάου7. Σύμφωνα με την επιγραφή, το ανάθημα χρονολογείται, στο τέλος- του 3ου αι. π.Χ. Επομένως, η Συρία Θεά στη Βέροια είχε ιερό ήδη από τον 3ο αι. π.Χ., το οποίο μπορεί να τοποθετηθεί στην αγορά της πόλης, πιθανότατα στη σημερινή πλατεία του Αγίου Αντωνίου. Η λατρεία της θεάς διατηρήθηκε περισσότερο από μισή χιλιετία, όπως. δηλώνουν oι δύο χρο­νολογημένες απελευθερωτικές επιγραφές, η μία από τις οποίες χαράχτηκε κάτω από την παραπάνω επιγραφή του Απολλωνίδη (Εικ. 1) και η άλλη στη δεξιά πλευρά της λιθοπλίνθου του αναθήματος (Εικ. 2). Η πρώτη επιγραφή αναφέρει ότι η Κορνηλία Διονυσία, στις 17 του μηνός Πανήμου του έτους 239 μ.Χ. ("Ετους ΑΟΣ Σεβαστού και ΖΠΤ, Πανήμου ζι') δυνάμει του δικαίου των τέκνων που κατείχε ως Ρωμαία, απελευθερώνει δι' αφιερώσεως στη θεά Συρία Παρθένο, την τριακονταετή οικογενή δούλη της Σωτηρία. Η δεύτερη επιγραφή αναφέρει ότι η Αππία Παννυχίς  δυνάμει του δικαίου των τέκνων που κατείχε, απελευθερώνει στις 12 του μήνα Ξανδικου  του έτους 261 μ.Χ. ("Έτους TQC Σεβαστού και Θεού, Ξανδικοϋ. λ') δι' αφιερώσεως στη θεά Συρία Παρθένο", το δεκαοκτάχρονο δούλο της Πάννυχό, γιο της δούλης της Νυμφοδώρας. '*
Η λατρεία της Συρίας Θεάς ήτο γνωστή και σ' άλλα μέρη της Μακεδονίας. Στην 'Εδεσσα μαρτυρείτε σε μια αδημοσίευτη επιγραφή του 2ου αι. μ.Χ., που βρέθηκε στην Κάτω πύλη (Εικ. 3)8. Η Ευρυνόα Αριστοκλείδου αφιερώνει τη δούλη της Ευτυχίδα από τη Συρία, στη θεά Παρθένο. Πρόκειται προφανώς για τη Συρία Θεά, που στην 'Έδεσσα, όπως και αλλού, αποκαλούσαν Παρθένο. Η Συρία Θεά φαίνεται ότι συλλατρευόταν μαζί με την Εν(ν)οδία στο ιερό της θεάς. των Φερών κοντά στον αρχαίο οικισμό της Εξοχής Εορδαίας, που βρισκόταν Β από την Κίτρινη Λίμνη («Σαριγκιόλ»). Αυτό διαπιστώνεται από" την εύρεση του πάνω τμήματος μικρού μαρμάρινου ενεπίγραφου ανάγλυφου, που χρονολογείται στο πρώτο μισό του 3ου αι. μ.Χ.9 Η θεά παριστάνεται όρθια κατενώπιον, με το κεφάλι σε κατατομή προς τα αριστερά, φορώντας χιτώνα και ιμάτιο. Το αριστερό της χέρι είναι τοποθετημένο μπροστά στο στήθος της, κρατώντας κάποιο δυσδιάγνωστο σύμβολο, ενώ με το δεξί κρατάει δέσμη από στάχυα (Εικ. 4). Επειδή δε σώζεται το κάτω μέρος του ανάγλυφου, δεν μπορεί να αποκλειστεί η πιθανότητα η θεά να στεκόταν επάνω σε θαλάσσιο κήτος, όπως και στο ανάγλυφο της Δημητριάδας, που θα αναφέρουμε παρακάτω. Το ανάγλυφο αφιερώνεται στη Διάσυρο θεά από τη Ματέλα Μενάνδρου, ύστερα από κάποια ευχή της. Πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο, που αφιέρωσε στο ίδιο ιερό ένα μαρμάρινο ενεπίγραφο ανάγλυφο της έφιππης Εν(ν)οδίας10. Η λατρεία της Συρίας Θεάς στη δυτική Μακεδονία διαπιστώνεται ακόμα από ένα άλλο αδημοσίευτο υστερορωμαϊκό ανάγλυφο11, που βρέθηκε σε χέρια του ιδιώτη Κ. Κογκα κατοίκου Κοζάνης, και το οποίο πιθανότατα προέρχεται από την Εξοχή. Η θεά εικονίζεται να κάθεται με γυναικείο τρόπο επάνω σε θαλάσσιο κήτος προς τα δεξιά. Φοράει χιτώνα και ιμάτιο, ακουμπώντας με το αριστερό χέρι της στη ράχη του ψαριού. Το κεφάλι της θεάς είναι αποκρουσμένο (Εικ. 5).
Η λατρεία της Συρίας Θεάς πιθανότατα ήταν γνωστή και στην Πέλλα, όπως μας  πιστοποιούν τρία τμήματα πήλινων ειδωλίων, τα οποία βρέθηκαν στην περιοχή Ν. της αγοράς κατά τις παλιές ανασκαφές. Στο πρώτο απ' αυτά12 η θεά παριστάνεται καθιστή με γυναικείο με γυναικείο τρόπο επάνω σε θαλάσσιο κήτος, του οποίου τα λέπια αποδίδονται  εγχάρακτα. Φοράει χιτώνα και ιμάτιο, ακουμπώντας με το αριστερό της χέρι τη ράχη του κήτους (Εικ. 6). Στο δεύτερο ειδώλιο13 η θεά παριστάνεται επάνω σε ψάρι (από το οποίο σώζεται το πίσω μέρος του με την ουρά) καθιστή με παρόμοιο τρόπο φορώντας χιτώνα και ιμάτιο. Στο τρίτο ειδώλιο14 παριστάνεται το μπροστινό τμήμα παρόμοιου ψαριού, του οποίου δηλώνονται εγχάρακτα τα λέπια, το στόμα, ή μύτη και το μάτι. Ή Συρία Θεά παριστανόταν καθιστή στη ράχη του. Τα ειδώλια μάλλον προέρχονται από τα εργαστήρια ή τα καταστήματα κοροπλαστικής της αγοράς της Πέλλας και όχι από κάποιο ιερό της θεάς στην περιοχή; αυτή. Η λόγησή τους πριν τις αρχές του 1ου αι. π.Χ. δείχνει ότι η θεά στη Μακεδονία απεικονιζόταν καθιστή σε ψάρι ήδη από τα ελληνιστικά χρόνια. Η Συρία Θεά δεν αποκλείεται να είχε κάποιο ιερό στο νότιο τμήμα της πόλης Πέλλας, κοντά στη λίμνη Λουδία

 Η λατρεία της Συρίας Θεάς διαπιστώθηκε πρόσφατα στη δυτική όχθης της Λίμνης Λουδία15. Πρόκειται για τη θέση « Άγιος Νικόλαος» Γιαννιτσών, Ν του ποταμού Λουδία, η οποία δημιουργήθηκε από τις επιχώσεις αρχαίας, μεσαιωνικής και νεότερης κατοίκησης. Στο βόρειο τμήμα του οικισμού (αγρός Γ. Άκασμου) υπήρχε εκκλησάκι του Αγίου Νικόλαου και νεκροταφείο, τα οποία καταστράφηκαν το 1987, ύστερα από  εργασίες ισοπέδωσης της τούμπας. Στο χώρο αυτό βρέθηκαν και δόθηκαν στην αρχαιολογική υπηρεσία από το χειριστή του μηχανήματος του ΤΕΒ-Αλεξάνδρειας, μια μαρμάρινη ενεπίγραφη - πλάκα (Εικ. 7) και μερικά άλλα αντικείμενα16. Μεταξύ των αντικειμένων περιλαμβάνεται ένα χάλκινο αγαλματίδιο (ύψους 0,045 μ.), το οποίο πιθανότατα παριστάνει τον πάρεδρο της Συρίας Θεάς, το Δία Άδαδο ή Δία της Ηλιουπόλεως (Εικ. 8). Στην ίδια θέση προφανώς υπήρχε από τα ελληνιστικά χρόνια ιερό της Συρίας Παρθένου. Η λατρεία της θεάς διαπιστώνεται από τη χαραγμένη σε μαρμάρινη πλάκα επιγραφή17, από τα γυναικεία ειδώλια και τα άλλα αντικείμενα των ελληνιστικών χρόνων. Η επιγραφή αναφέρεται σε μια απελευ­θερωτική πράξη, που έγινε στις 19 του μήνα Ξανδικού του έτους 205 μ.Χ. ("Ετους ZAC Σεβ{αστοϋ] Ξανδικοϋ θι'). Η Κυρραια Κόϊντα Πορίου (από τη γειτονική πόλη
-Κύρρο, που απέχει 17 χλμ. και τοποθετείται στη θέση «Παλαιόκαστρο» Ν της
Αραβυσσού)18 απελευθερώνει τους δούλους της Λύκο και Ζώσιμο, αφιερώνοντας τους στη Συρία Θεά Παρθένο Γυρβιάτισσα. Η πλάκα με την επιγραφή προφανώς στήθηκε στο ιερό της θεάς. Η προσωνυμία Γυρβιάτισσα, που είναι άγνωστη απ' αλλού, είναι τοπική. Αυτό σημαίνει ότι ο οικισμός με το ιερό της Συρίας Θεάς αποκαλείτοΓυρβιάτισσα19.
Αξιοσημείωτο είναι ότι το 1989 στο δυτικό τμήμα της μεταγενέστερης λίμνης των "Γιαννιτσών εντοπίστηκαν ή ερευνήθηκαν με δοκιμαστικές τομές τέσσερις ακόμα αρχαίοι οικισμοί, που η κατοίκηση τους ανάγεται στα κλασικά χρόνια. Πρόκειται: α) για τον οικισμό του «Αγίου Νικολάου», Α της Κρύας Βρύσης, β) για τον οικισμό στη θέση «Κρεβάτια» Γιαννιτσών, στην περιοχή ανάμεσα στο Λουδία, το χωριό Σχοινά και το δρόμο Γιαννιτσών-Αλεξάνδρειας, και δ) για τον οικισμό-στη θέση «Χαλασμένη Γέφυρα», Β από το Παλιό Σκυλλίτσι. Ας σημειωθεί ότι στην πεδινή περιοχή νοτιότερα από τους παραπάνω οικισμούς, έχουν -βρεθεί ή επισημανθεί διάφορες αρχαιότητες και οικισμοί των ελληνιστικών και ρωμαϊκών χρόνων, όπως στην Αλεξάνδρεια, στο Νησί, στα Καβάσιλα, στο Σταυρό και στο Μακροχώρι20, που αποδεικνύουν ότι ήδη από την κλασική εποχή το δυτικό και νότιο τμήμα της πεδιάδας της Βοττιαίας-Ημαθίας (μεταγενέστερης Καμπανίας-Γιαννιτσών) ήταν πυκνοκατοι­κημένο. Στα αρχαία χρόνια ο δρόμος Πέλλας-Βέροιας διέσχιζε την πεδιάδα, περνώ­ντας από την περιοχή των προαναφερθέντων οικισμών. Αυτό ενισχύεται ακόμα από την ύπαρξη τύμβου των πρώιμων ελληνιστικών χρόνων στην περιοχή ΒΔ του Νησιού, καθώς επίσης και από την ύπαρξη αρχαίας γέφυρας, στη σημερινή κοίτη του Λουδία (πριν από τη στροφή προς τα ΝΑ), που εντοπίστηκε πρόσφατα σε απόσταση 3 χλμ. περίπου Α από τη σύγχρονη γέφυρα του «Μηδέν» Γιαννιτσών στον ποταμό, Η γέφυρα αυτή που-αποκαλείται «Γέφυρα του Μ. Αλεξάνδρου»βρίσκεται σε απόσταση. 1 χλμ. Β-ΒΑ της Γυρβιάτισσας και 8 χλμ'. περίπου από την αρχαία Πέλλα. Ο δρόμος που ένωνε τη Βέροια με την Πέλλα, παρακάμπτοντας τη λίμνη Λουδία από Δ και ΒΔ, πιθανότατα ήταν και ο μοναδικός κατά τα κλασικά-ελληνιστικά χρόνια21.
Η παραπάνω πρόταση-ανατρέπει τα ιστορικά και τοπογραφικά δεδομένα της περιοχής και έρχεται σε αντίθεση με τις μέχρι σήμερα γνωστές απόψεις των ερευνητών22. Τη γέφυρα αυτή του Λουδία πέρασε ο Περσέας με το άλογο του, μετά την ήττα του στην Πύδνα (168 π.Χ.), καθώς και ο Αιμίλιος Παύλος με το στρατό του, που τον ακολούθησε. Άλλωστε, αν ο ρωμαϊκός στρατός δεν παρέκαμπτε τη λίμνη από τα Δ-ΒΔ της, δεν θα ήταν δυνατή η στρατοπέδευση του στα Δ της Πέλ­λας, στη θέση της μεταγενέστερης ρωμαϊκής αποικίας της Πέλλας, στην περιοχή Β των «Λουτρών του Μ. Αλεξάνδρου»23.
Η οργιαστική λατρεία της .-Συρίας Θεάς μεταφέρθηκε σε πολλά μέρη της Ελλάδας από τα ελληνιστικά χρόνια. Στην Αστυπάλαια η λατρεία της -μαρτυρείται ήδη από τα τέλη του 3ου - αρχές του 2ου αι. π.Χ.24. Στη Δήλο η θεά ήταν γνωστή ήδη από το πρώτο μισό του 2ου αι.. π.Χ.25. Εδώ ονομαζόταν Ατάργατις,. Ατάργατις Αγνή Θεός, Αγνή Αφροδίτη Ατάργατις, Αγνή Θεός ή Θεά Αγνή,. Αγνή Θεός Αφροδίτη. Αγνή Αφροδίτη, Αγνή Αφροδίτη Συρία Θεός και Αφροδίτη. Η θεά συλλατρευόταν με το Δία- 'Αδαδο (Hadad) και έναν άλλο νεαρό θεό σε μνημειακό ιερό Β του Σεραπείου26. Η λατρεία της θεάς ήταν ακόμα γνωστή στη Νίσυρο27, στη Σκύρο28 και στη Χαλκίδα της Εύβοιας29.


Στην πόλη Φίστυο της Αιτωλίας, που βρισκόταν Ν της λίμνης. Τριχωνίδας, η θεά λατρευόταν ήδη από τις αρχές του.2ου αι. π.Χ. ως Συρία Αφροδίτη Φιστυίς ή ως Συρία Αφροδίτη εν Ίαρίδες30. Επίσης λατρευόταν στον Πειραιά31, στην Αχαΐα32 και στη Θουρία .της Μεσσηνίας33.
Η λατρεία της θεάς ήταν ιδιαίτερα αγαπητή και στη Θεσσαλία, όπως μαρτυρούν οι επιγραφές που βρέθηκαν στη Δημητριάδα, στις Φερές και στην Κραννώνα. Στη  Δημητριάδα η Συρία Θεά λατρευόταν με το όνομα Παρθένος στη θέση της μεταγενέ­στερης Βασιλικής της Δαμοκρατίας, κοντά στο βόρειο λιμάνι της, όπως διαπιστώνε­ται από ένα ενεπίγραφο μαρμάρινο ανάγλυφο, που βρέθηκε στις ανασκαφές του 1970. Χρονολογείται στο τέλος του 3ου αι. μ.Χ. και είχε αφιερωθεί από κάποια ιέρεια της θεάς μετά την ιεροσύνη της34. Η θεά στέκεται όρθια επάνω σε θαλάσσιο κήτος και περιβάλλεται από το Δία της Ηλιουπόλεως- Άδαδο, τον ' Αδωνη-και τον Ερμή. 
Στις Φερές η θεά μαρτυρείται ως Παρθένος,σε μια μικρή μαρμάρινη ενεπίγραφη αετωματική στήλη του τέλους του 3ου - αρχών του 2ου αι. π.Χ., που βρέθηκε στην περιοχή κοντά στην  Υπέρεια πηγή35. Η Φυλακίνη Βαθύλλου αφιερώνει ως ευχαριστήριο στη θεά το ποσό των 50 στατήρων. Στην Κραννώνα η λατρεία της θεάς μαρτυρείται από μια επιγραφή του τέλους του 2ου αι. π.Χ.36. Εδώ η θεά αποκαλείται Παρθένος Βαμβυκία. Η λατρεία της Συρίας Θεάς ήταν γνωστή και στη Φιλιππούπολη της Θράκης, κοντά στον Έβρο37.- -

Στη  Συρία η θεά ονομαζόταν Ατάργατις ή Δερκετώ. Ταυτιζόταν με την ' Ηρα ή την Αφροδίτη Ασσυρία. Το λατρευτικό της κέντρο ήταν η πόλη, που οι Σύριοι αποκαλούσαν «Mabog ή Maambuki» και οι Μακεδόνες Βαμβύκη. Ήταν κτισμένη στη δεξιά όχθη του Άνω Ευφράτη στη βόρεια Συρία (Αραμαία), επάνω στον κύριο εμπορικό δρόμο, που συνέδεε την Αντιόχεια με τη Μεσοποταμία. Μετά την αναδιοργάνωση του ιερού της από τους Σελευκίδες (γύρω στο 300 π.Χ.) μετονομά­στηκε σε Ιεράπολη. Εδώ η θεά λατρευόταν με τον άρρενα πάρεδρο της Hadad και τον 'Αδωνη. Είχε μεγάλο και πλούσιο ιερό στο κέντρο της πόλης, κοντά στο οποίο υπήρχε" τεχνητή λίμνη με μεγάλα ψάρια, που περιγράφει ο Λουκιανός (Περί της Σοριης θεοϋ). Η παλιότερη παράσταση της θεάς χρονολογείται στο τέλος της 2ης χιλιετίας π.Χ., εποχή των Χαναναίων, επομένως η λατρεία της είναι αρχαιότατη38. Στο εξωτερικό ως θεά της διασποράς αποκαλούνταν Συρία Θεά Παρθένος, Παρθένος, Συρία Αφροδίτη, Ατάργάτις ή Ατάργατις Σώτειρα, Παρθένος Βαμβυκία, Διάσυρος Θεά, Dea "Syria -και συνεκδοχικά «Diasyria (Διασύρια) ή Iasura ή Suria». Ήταν δηλαδή μια θεά που καταγόταν, από τη Συρία, πού η λατρεία της μεταφέρθηκε στα παράλια της Μ. Ασίας39,, στην Αίγυπτο (Μάγδολα και Φιλαδέλφεια)40, στα νησιά του Αιγαίου, στην Εύβοια, στην Πελοπόννησο, στην Αιτωλία, στη Θεσσαλία, στη Μακεδονία και στη Θράκη. Αργότερα μεταφέρθηκε στη Σικελία41, στη Ρώμη42 και στον υπόλοιπο δυτικό κόσμο. 


Στη Μακεδονία η λατρεία της θεάς είχε εισαχθεί ήδη από τον 3ο αι. π.Χ. από Μακεδόνες και εξελληνισμένους Σύριους εμπόρους, από Σύριους δούλους, αλλά και από αγύρτες ιερείς. Η λατρεία της γενικά συναντάτε σε νησιά, σε παραλιακές πόλεις, όπου υπήρχαν συντεχνίες εμπόρων, ψαράδων, ή Σύριοι έμποροι και δούλοι, αλλά και στην ενδοχώρα της κυρίως Ελλάδας, όπου υπήρχαν μεγάλες πηγές ή λίμνες. Κατά τις ετήσιες γιορτές της Συρίας Θεάς οι κάτοικοι των πόλεων και κωμών γύρω από τα ιερά της πραγματοποιούσαν καταβάσεις στη θάλασσα ή στις λίμνες. Η θεά δεν είχε πουθενά καθολική λατρεία, αλλά μόνο από θιάσους,- δηλαδή από συλλόγους που δημιουργούνταν χάριν της λατρείας, όπως γίνονταν και με τις άλλες ξενόφερτες λατρείες. .

Η Συρία Θεά, η μητέρα του Ιχθύος43, πολλές φορές παριστάνεται ως ωραία γυναίκα, με χιτώνα και ιμάτιο, με πύργο στο κεφάλι, άλλοτε όρθια επάνω σε θαλάσ­σιο κήτος, άλλοτε καθιστή με γυναικείο τρόπο σ' αυτό. Σύμφωνα με τις. φιλολογικές πηγές αρχικά παριστανόταν ως ψάρι με γυναικείο κεφάλι44 ή με ψαρίσιο το κάτω μέρος του σώματος της45, δηλαδή όπως και η Γοργόνα, η αδελφή του Μ" Αλεξάνδρου. Το ψάρι, όπως το λιοντάρι και το περιστέρι, ήταν τα ιερά της ζώα. Ήταν θεά της γονιμότητας των ανθρώπων, των ζώων, των-ψαριών-και των πουλιών46, αλλά ταυτόχρονα και θεά του θανάτου47. Γι' αυτό με τη διάδοση της λατρείας της σε διάφορους τόπους και λαούς σταδιακά συγκέντρωσε εικονογραφικά χαρακτηριστικά
kαι λατρευτικές υποστάσεις πολλών θεοτήτων, όπως της Αφροδίτης, της ‘Ήρας, της Δήμητρας, της Άρτεμης, της Ρέας-Κυβέλης, της -Ίσιδας, της Σελήνης, της. Νέμεσης, της Τύχης και των Μοιρών48. Σύμφωνα με τις φιλολογικές πηγές και την εικονογραφία τα εμβλήματα της ήταν η άτρακτος, το πηδάλιο, το σκήπτρο, η φιάλη, το κέρας και η δέσμη από στάχυα στα χέρια, ο πύργος, καθώς και ο μηνίσκος και οι ακτίνες στο κεφάλι. _

Κατά τον Αθηναίο (346d-e), κάθε μέρα οι ιερείς έφερναν στη θεά ψάρι που ζούσε στη λίμνη, κοντά στο ιερό της και το τοποθετούσαν σε τράπεζα, μπροστά στο άγαλμα της μέσα στο ναό, ωραία μαγειρεμένο, πρώτα βρασμένο και μετά ψημένο.' Στη συνέχεια οι ιερείς έτρωγαν το ψάρι, που ήταν ιερό ζώο της θεάς, γιατί τρωγόταν σε θυτήριο γεύμα ενώπιον της.


Το ψάρι πιθανότατα προσφερόταν ως τροφή σε ειδικές μυστηριακές τελετές, οπότε οι ιερείς και οι μύστες που τα έτρωγαν έφερναν τη θεά μέσα τους και αναγεννώνταν. Η μύηση κατά τις τελετές της Συρίας Θεάς θα είχε έτσι εσχατολογικές επαγγελίες. Σύμφωνα με τον Παυσανία (VII, 26, 7;), όσοι μετείχαν στη λατρεία της Συρίας Θεάς της Αχαΐας, έπρεπε την καθορισμένη μέρα της μυστηριακής τελετής να είναι «καθαροί», παραμένοντας εγκρατείς και νηστεύοντας. Ο-ίδιος περιηγητής (IV, 31, 2) αναφέρει ιερό της Συρίας Θεάς στην Άνω πόλη της Θουρίας της Μεσση­νίας, που πιθανότατα είχε ιδρυθεί στα ελληνιστικά χρόνια. Αργότερα κτίστηκε στην Κάτω πόλη ναός, όπου στήνονταν τα ψηφίσματα της Θουρίας. Εδώ η μύηση γινόταν μετά την επίσημη πομπή, με μυστηριακή τελετή σε ειδικό χώρο, όπου παρευρίσκο­νταν πολλοί, με τα τιμώμενα πρόσωπα επικεφαλής49. Συνήθως η λατρεία της θεάς στην Ελλάδα γινόταν σε «οίκους», όπως αρχικά στη Δήλο50, δηλαδή σε ειδικούς χώ­ρους για μύηση, γιατί οι συνηθισμένοι ναοί των ελληνικών θεών ήταν ακατάλληλοι; για τις ιδιόμορφες αυτές λατρείες. Όπως προαναφέρθηκε, η Συρία Θεά λατρευόταν . κυρίως από δούλους51, από ψαράδες και εμπόρους, κοντά σε λίμνες ή στη θάλασσα και θεωρούνταν προστάτιδα τους.
Η έντονη και ιδιόμορφη λατρεία της ιχθυόμορφης αυτής θεάς στη Βοττιαία, (την καρδιά του μακεδόνικου κράτους, που στα χρόνια του Λουκιανού (δεύτερο μισό του 2ου αι. μ.Χ.) χαρακτηριζόταν ως επιχώρια θεός-δαίμων και που επιγραφικά μαρτυ­ρείται με την τοπική προσωνυμία Γυρβιάτισσα, καθώς και η έντονη λαϊκή ανάμνηση των δολοφονιών από τους διαδόχους του μακεδονικού θρόνου των παιδιών του Μ. Αλεξάνδρου (του Ηρακλή και του Αλεξάνδρου Δ'), καθώς και των γυναικών, που σχετίζονταν με το μεγάλο στρατηλάτη (της μητέρας του Ολυμπιάδας, των αδελφών του Κλεοπάτρας και Θεσσαλονίκης, των συζύγων του Ρωξάνης και Βαρσίνης.)52, μπορεί να οδήγησαν στη δημιουργία του αρχικού πυρήνα του μύθου της ιχθυόμορφης-σειρηνόμορφης εναλίας δαίμονος Γοργόνας, .της ωραίας κόρης ή αδελφής του. Μ. Αλεξάνδρου, ο οποίος μας παραδίδεται σχετικά αργά στις πηγές [Ψευδο-Καλλισθένης (300-350 μ.Χ.)]53. Μπορεί να υποστηριχτεί δηλαδή, πρώτον, ότι ο μύθος της Γοργόνας στη Μακεδονία έχει τις ρίζες του στα ελληνιστικά χρόνια54 και δεύτερον, ότι ο μύθος μπορεί να σχετιστεί με τη λατρεία της Συρίας Θεάς55, που διαδόθηκε από τη Συρία, κυρίως μετά την αναδιοργάνωση του ιερού της. Αξιοσημείωτο είναι επίσης ότι ένας άλλος μύθος του ρομάντζου του Μ. Αλεξάνδρου («Διήγησις περί του Μ. Αλεξάνδρου δια την Σεμίραμιν»)56 έχει πρωταγωνιστές τον Αλέξανδρο και τη Σεμίραμη, βασίλισσα της Βαβυλώνας, η οποία είχε κατακτήσει τις ίδιες περιοχές, που αργότερα κατέλαβε ο Μακεδόνας βασιλιάς. Το ενδιαφέρον είναι ότι η Σεμίραμη θεωρείτο κόρη της' Συρίας Θεάς και συλλατρευόταν μ' αυτήν στα μεγάλα ιερά της στην Ανατολή57.

Έδεσσα,                                                                                                          Παύλος Χρυσοστόμου
Εφορεία Κλασικών Αρχαιοτήτων


ΣΧΟΛΙΑ
1. Για τη θεά αυτή βλ. P. Lambrechts - P. Noven, Nouvelle Clio 6,-1954, 258-277: Ε. Ο. James, The Cults of Mother-Goddess (1959) 183 κ.ε. PL van Bere. Corpus Cul.'us Deae Sy.-iae I. 1-2 (19721. H" ]. W. Drijvers, «Die Dea. Syria und andere svrisohe Gottheiten im Imperium Rom'anum» στο συλλογικό έργο Μ. J. Vermaseren (έκδ.), Die orientalischen Reliponen im Romerreich (1981) 241-257. με την προγενέστερη βιβλιογραφία.
2. Προτιμήθηκε ο τριτόκλιτος τόπος Ατάργατις, αντί του πρωτόκλιτου Ατάργάτη, που συναντά­ται σπανιότερα (π.χ. σε επιγραφές της Βέροιας και της Ρώμης).
3. Απουλήιο^, Μεταμορφώσεις, VII, 24-30, IX,. 1. 4. 8-10.
4. Για τη χώρα της Βέροιας βλ. Μ. Β. Χατζόπουλος, Μνήμη Δ. Λαζαρίδη (1990) 57-68.
5. Η εκκλησία αυτή, που χτίστηκε το 1859 στη Θέση παλιότερου ναού του Αγίου, είναι η σημερινή μητρόπολη της Βέροιας (Γ. Χ. Χιονίδη, Ο Όσιος Αντώνιος, ο Νέος (1965) 18 κ.ε.). Ο παλιότερος ναός του Αγίου είχε χτιστεί στα Θεμέλια της εκκλησίας- της Παναγίας της Καμαριώτισσας. . .
6. Α. Κ. Ορλάνδος, ΑΔ 1916, 144-148 αριθ. 1-3. Πρβλ. SEG XVI,'392.
, Λ. 7.-Ο Απολλωνίδης ανήκε σε αριστοκρατική οικογένεια της Βέροιας, που πιθανότατα σχετιζόταν με το εμπόριο, μια και. η λατρεία της θεάς καταγόταν από την Ανατολή και ειδικότερα τη Συρία (Β. Αλλαμανή-Σουρή, ΑΔ 39, 1984, Α, 226). Μήπως απόγονος της οικογένεια; αυτής είναι ο Κλαύδιος Απολλώνις, γνωστός από δύο επιγραφές των αρχών του 3ου αι. μ.Χ.; (Α. Β. Tataki, Ancient Beroea: Prosopographv and Societv (1988) 195 αριθ. 711). Η δεύτερη επιγραφή είναι χαραγμένη σε ανάγλυφη επιτύμβια αετωματική στήλη, που παριστάνει τη Ζωσίμη, την κόρη του Κλαύδιου Απολλώνιδος, όρθια, κατενώπιον, γυμνή από τη μέση και πάνω, να κρατάει μεγάλο ψάρι, το ιερό ζώο της Συρίας Θεάς, όπως θα δούμε στη συνέχεια.
8. Βρέθηκε στις 15.9.1982 στο στρώμα καταστροφής του χώρου 4 κτιρίου, κοντά στη νότια πύλη της Κάτω πόλης και σε βάθος 1,50 μ. Είναι χαραγμένη σε μαρμάρινη πλάκα και η επιγραφή σώζεται ακέραια: ύψος 0,10 μ., πλάτος 0,24 μ., πάχος 0,065 μ., ύψος γραμμ.: 0,015-0,017 μ., διάστιχο: 0,005 μ,).
9. Θ. Ριζάκης - Γ. Τουράτσογλου, Επιγραφές Άνω Μακεδονίας, Α' (1985) 100 αριθ. 102, πίν.
10. Ριζάκης - Τουράτσογλου, ό.π., 97-98 αριθ. 99, πίν. 36. -11. Κατάλογος Αρχαιοτήτων Μουσείου Κοζάνης (Ακατάγραφο. Σωζ. ύψους 0,225 μ., πλάτος 0,17 πάχος 0,075 μ:).
2. Μουσείο: Πέλλας Αρ.Ε 3486 (Σωζ. ύψος 0.11 μ., πάχος 0,065 μ.). '3. Μουσείο Πέλλας Αρ.Ε 3491'.. Βρέθηκε την 1.10.63, Ημερολόγιο Ε 37. 1 Μουσείο Πέλλας Αρ.Ε 1302. Βρέθηκε την 30.8.1961 στον τομέα I (τετράγωνο 2, Θ-Ι/29 ή βάθος 0,40 μ.). Ημερολόγιο Ε 195 (Σωζ. μήκος 0,078 μ., μέγ. πλάτος 0,062 μ.), δ. -Η λίμνη εκτεινόταν στην περιοχή Ν της Πέλλας και ήταν πολύ μικρότερη από τη μεταγενέστε­ρων Γιαννιτσών. Η τελευταία, σύμφωνα με τις γεωλογικές έρευνες (J. Bintliff, The Plain of π Macedonia and the Neolithic Site of.Nea Nikomedeia, Proceeding of the Prehistoric Society, 42, 41-262), αλλά και τις πρόσφατες τοπογραφικές και ανασκαφικές έρευνες στο δυτικό τμήμα της ευρύτερης πεδιάδας των Γιαννιτσών, δημιουργήθηκε στα χρόνια της Τουρκοκρατίας (16ος αιώνας).

16. "Μουσείο Πέλλας ΒΠ αριθ. 1987/αριθ. 4β-η. Πρόκειται για σιδερένιο υνί (σωζ. μήκος 0,39 μ., πλάτος 0,145 μ.) ξύλινου άροτρου, για πέντε κεφάλια πήλινων γυναικείων ειδωλίων, για μικρή βάση χάλκινου αγγείου (διάμετρος 0,09 μ., ύψος 0,03 μ.), για πήλινο μελαμβαφές λυχνάρι των πρώιμων ελληνιστικών χρόνων, για δύο σφοντύλια, για μια πήλινη κωνική αγνύθα, για όστρακα ομηρικών σκύφων και για κεραμική ελληνιστικών και ρωμαϊκών χρόνων.
17. Μουσείο Πέλλας ΒΠ. 1988/αριθ. 4α. ύψος 0,51 μ., πλάτος 0,33-0,37. μ., πάχος 0,055 μ., ύψος γραμ.: 0,015-0,025 μ., διάστιχο 0,020-0*025 μ.
18. F. Papazoglou, Les villes de Macedoine a l'epoque Romaine (1988) 152-154.
19. Η πιο κοντινή πόλη ήταν αυτή της αποικίας της Πέλλας, που απείχε γύρω στα 7,5 χλμ., γι' αυτό πιθανότατα η Γυρβιάτισσα στα ρωμαϊκά χρόνια ανήκε σ' αυτήν. Στα ελληνιστικά χρόνια μάλλον ήταν δορυφορικός οικισμός της Πέλλας, παρά της Βέροιας. Η κατάληξη (-ισσα) θυμίζει την πόλη Τύρισσα, που τοποθετείται ανάμεσα στις χώρες της Κύρρου και της αποικίας της Πέλλας, στον αρχαίο οικισμό Δ του Πενταπλάτανου Γιαννιτσών (Π. Χρυσοστόμου, Μνήμη Δ. Λαζαρίδη, 213-214).
20. Μ. Hatzopoulos, Two studies of ancient Macedonia, Μελετήματα 3 (1987) 30 κ.ε., σημ. 24. Του •ίδιου. Μνήμη Δ. Λαζαρίδη (1990) 59 κ.ε.
21. Ένας άλλος δρόμος που ερχόταν από την Πιερία, περνούσε τον Αλιάκμονα στο" Νησέλι και ενωνόταν βορειότερα μετά την Αλεξάνδρεια (πρώην Γιδάς) με το δρόμο Βέροιας-Πέλλας. Κατά τα ρωμαϊκά και παλαιοχριστιανικά χρόνια ο δρόμος ρωμαϊκής Πέλλας-Βέροιας ήταν 30 ρωμαϊκά μίλια, δηλαδή 44,4 χλμ. Η απόσταση όμως ρωμαϊκής Πέλλας-Βέροιας σε ευθεία γραμμή είναι γύρω στα 36 χλμ. Υπάρχει δηλαδή μια διαφορά 8,5 χλμ. Αυτό πιθανότατα σημαίνει ότι ο δρόμος δεν ήταν ευθύς, αλλά ακολουθούσε τη διαμόρφωση του εδάφους, λαμβάνοντας υπόψη τη λίμνη, τα έλη και τα ποτάμια, όπως ο σημερινός δρόμος Βέροιας-Σταυρού-Γιαννιτσών. ,
22. Μ. Hatzopoulos. ό.π., 34 κ.ε. Οι απόψεις αυτές είχαν ακαδημαϊκό χαρακτήρα και είχαν διαμορ­φωθεί, χωρίς τη γνώση του χώρου και χωρίς τοπογραφική και ανασκαφική έρευνα της περιοχής. Ή άποψη μας, που θα τεκμηριωθεί σε άλλη μελέτη, λύνει τα τοπογραφικά και τα ιστορικά προβλήματα της Βοττιαίας, που δεν είχαν βρει ικανοποιητική ερμηνεία.
23. L. Gounaropoulou - Μ. Β. Hatzopoulos, Les Milliaires de la Voie egnatienne entre Heraclee des Lyncestes et Thessalonique, Μελετήματα 1 (1985) 52. Πρβλ. Hatzopoulos, Μελετήματα 3 (1987) 43-44..
24. IG, XII, 3, 178 και 188.
25. Rh. Bruneau, Recherches sur les Cultes de Dilos a I'epoque hellenistique et a I'epoque imperiale (1970) 466-473.
26. Ph. Bruneau, ό.π., 467 κ.ε.
27. Α. Κοντολέων, AM 15, 1890, 134. Πρβλ. IG, XII, 3, 104.
28. W. Peek, AM 59, 1934, 72.
29. Α. Καραπασχαλίδου, Ανθρωπολογικά και Αρχαιολογικά Χρονικά 2, 1987, 173-174.
30. IG, IX, 2, 95-110. ΠΑΕ 1908, 95 κ.ε. Πρβλ. Lambrechts - Noyen, ό.π., 266-268.
31. Lambrechts - Noyen, ό.π. 273.
32. Παυσανίας, VII, 26, 7. .      .
33. Lambrechts - Noyen, ό.π., 268-270. . "
34. V. Von Graeve, Idl 87, 1972, 336 κ.ε., πίν. 19. Του ίδιου. Demetrias I (1976) 145-156. Πρβλ. SEG 1976-1977 αριθ. 646.
35. Υ. B6quignon, Recherches areheologiques a Pheres de Thessalie (1938) 91 αριθ. 64.
36. Δ. Θεοχάρης, ΑΔ 17, 1961/62, Χρον. Β2, 179. Πρβλ. Bull. Epigr. 1964, αριθ. 223.
37. REG 15, 1902,-32.
38. Lambrechts - Noyen, ό.π., 259-260.
39. Για τη λατρεία της θεάς στη Λυδία και στην Καρία ήδη από τον 5ο αι. π.Χ., βλ. W. Burkert, Homo Necans (1983) 204 κ.ε. Πρβλ. Lambrechts - Noyen, ό.π. 274.
40. Ε. Visser, Gotter und Kulte in plolemaischen Alexandrien (1938) 44 κ.ε.;·98.
41. G. Sfameni Gaspare I culti in Sicilia (1973) 162-164, 295.
42. Von Graeve, ό.π. 314-347. ο.   .
43. P.-L. Van Berg, CCDS I, 16-48, II, 37-96. Για την προσφορά ψαριού στη λατρεία της Συρίας Θεάς βλ. F. J. Doelger, IX0TC, II, Der heilige Fisch in den antiken Religionen und in Christentum (1922) 175 κ.ε. Του ίδιου, Das Fisch-Synibol (1928) 121 κ.ε.
44. Διόδωρος, II, 4, 1: αυτή (Δερκετώ) δε το μεν πρόσωπον έχει γυναικός, το δ'άλλο σώμα πάν ιχθύος διά τινας τοιαύτας αιτίας.
45. Λουκιανός, «Περί της Συρίης θεού 14»: Δερκετούς δε είδος εν Φοινίκη έθεησάμην, θέημα ξένον, ήμισέη μεν γυνή, το δε ύκόσον εκ μηρών ες άκρους πόδας ιχθύος ούρή αποτείνεται, ή δε έν τη ίρή πάλι πάσα γυνή έστί. Και παρακάτω: ότι Δερκετώ μορφήν ιχθύος έχει. Scholia Basileensia in Germanici Aratea (Breysing, 98-99): hie prima memoria κατά Βαμβύκην fuisse fertui, in quod Derceto decidens in piscem est transfigurata. Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η μαρτυρία του Παυσανία (VIII, 41, 4-6), για ένα πανάρχαιο ιερό της θεάς Ευρυνόμης στη συμβολή των ποταμών Λύμακος και Νέδα κοντά στη Φιγάλεια της Αρκαδίας, στο οποίο υπήρχε λατρευτικό ξόανο της θεάς, δεμένο με χρυσές αλυσίδες. Η θεά είχε μορφή γυναίκας μέχρι τους γλουτούς και μορφή ψαριού-στο κάτω μέρος.
46. Πλούταρχος, Κράσσος, 17: σΐ δε την αρχάς και σπέρματα πάσιν εξ υγρών παρασχοΰσαν αΐτίαν και φύσιν νομίζουσιν και την πάντων είς ανθρώπους αρχήν αγαθών καταδείξασαν.
47. Von Graeve, ό.π., 342 κ.ε.
48. Ψευδο-Ερατοσθένης, Καταστερισμοί 9 (Olivieri, 11-12). Κορνούτος, Επιδρομή των κατά τήν έλληνικήν θεολογίαν παραδεδομένων, 6. Πλούταρχος, Κράσσος, 17. Λουκιανός, Περί της Συρίης θεοϋ, 32.
49. Ν. S. Valmin, Inscription de la Messenie 1928/29, 108 κ.ε. Πρβλ. Lambrechts - Noyen, ό.π. 268-270. Von Graeve, ό.π. 342. Ν. Δ. Παπαχατζής, Μεσσηνιακά και Ηλιακά (1979) 102-104.
50. Bruneau, ό.π. 467-468.
51. Αυτό διαπιστώνεται από τις απελευθερωτικές επιγραφές της Βέροιας, της Έδεσσας και της Γυρβιάτισσας της Βοττιαίας. Η Θεά Θεωρείτο προστάτιδα των δούλων της Σικελίας, που επαναστά­τησαν (136-132 π.Χ.) με αρχηγό το δούλο Αντιγένη Ενιαίου (που μετονομάστηκε σε Αντίοχο), από την Απάμεια της Συρίας (P.-L. Van Berg, ό.π. 100-101).
52. L. L. Gunderson, Early Elements in the Alexander Romance, Αρχαία Μακεδονία Α', 359 κ.ε.
53. Γ. Κ. Σπυριδάκης, Παραδόσεις και δοξασίες περί του Μ. Αλεξάνδρου, Γέρας Α. Κεραμόπου-λου (1953) 401 κ.ε.
-54. Το. πρότυπο του ρομάντζου του Μ. Αλεξάνδρου θεωρείται γενικά ότι είχε γραφτεί στα ελληνιστικά χρόνια (3ος-1ος αι. π.Χ.). Σύμφωνα με τον Α. Ausfeld, Der griechische Alexanderroman (1907) 237, που.έχει κερδίσει την υποστήριξη και των περισσότερων ερευνητών, το αρχικό ρομάντζο πρέπει να είχε γραφτεί στην Αλεξάνδρεια, στο τέλος ταυ 3ου - αρχές του 2ου alt π.Χ. Αντίθετα ο Ross journal of the Warburg and Courtauld Institutes 26, 1963, 2, υποστηρίζει ότι-δύσκολα μπορεί να αναχτεί στα χρόνια πριν από τον 3ο αι. μ.Χ. Η πρώτη άποψη έχει ενισχυθεί αποτελεσματικά από τη μελέτη, του Gunderson, ό.π., Αρχαία Μακεδονία, Α', 353-375.
55. Η Ατάργατις μετά το βιασμό της από το Μόψο το Λυδό, έπεσε στη λίμνη της Ασκαλώνας με το γιο της Ιχθύ και φαγώθηκε από ψάρι (Ξάνθος ο Λυδός/FGrHisi 765 17 = Αθηναίος 346e) ή ακόμη η Δερκετώ μετά τη γέννηση της Σεμίραμης από παράνομο δεσμό, έπεσε ντροπιασμένη στη θάλασσα, όμως δε φαγώθηκε από ψάρι, αλλά μεταφέρθηκε απ' αυτό στην ξηρά και η ίδια, ως θεά πλέον, παριστανόταν από τη μέση και κάτω με μορφή ψαριού (Κτησίας από τα Πάταρα, FGrHist 688 F 1 = Διόδωρος II, 4. Στράβων, 16, 785. Λουκιανός, «Περί της Συρίης Θεού, 14»). Στη μυθιστορία του Ψευδο-Καλλισθένη, παρατηρείται το ίδιο μοτίβο του μύθου. Ο πονηρός μάγειρας Ανδρέας, ο οποίος βρήκε το αθάνατο νερό, αλλά το έκρυψε, κατά το ταξίδι του Μ. Αλεξάνδρου στον Κάτω Κόσμο, διέφθειρε την Καλή, την κόρη του Αλεξάνδρου και της παλλακίδας του Ούνας, δίνοντας της στη συνέχεια ως δώρο, να πιει το αθάνατο νερό. Ο Αλέξανδρος ζήλεψε την αθανασία της κόρης του και αφού την κάλεσε κοντά του. την καταράστηκε: Λαβοΰσα τον ΐματισμόν σου άπελθε άπ ' εντεύθεν Ιδού γαρ γέγονας δαίμων ώς άθανατισθεϊσα εση δε καλούμενη Νηρεΐς, ώς ύπό τοΰ ΰδατος τό άϊδιον αχούσα και ένταΰθα κατοικήσεις.- "Η δ'ε κόρη του κλαίουσα και όδυρομένη εξήλθε τοΰ προσώπου αύτοΰ και απήλθε έν έρήμοις τόποις μετά των δαιμόνων. (Ψευδο-Καλλισθένης, II, 39-40, έκδοση Meusel)." Ot πλέον διαδεδομένες στον ελληνικό λαό παραδόσεις του. μυθικού κύκλου του Μ. Αλεξάνδρου είναι οι αναφερόμενες στην αναζήτηση του για το αθάνατο νερό και τη μεταμόρφωση της κόρης ή αδελφής του σε ιχθυόμορφη δαίμονα, τη Γοργόνα [ή τις αδελφές του σε Γοργόνες ή Νεράιδες (Σπυριδάκη, ό.π., 401 κ.ε.)].
Ενδιαφέρον παρουσιάζουν επίσης οι παραστάσεις της Γοργόνας ή της Παναγίας της Γοργόνας ή της Θάλασσας σε υστεροβυζαντινές τοιχογραφίες (π,χ. στο βόρειο τοίχο του Αγίου Προκοπίου στη Λειβάδα Σελίνου Χανίων) ή σε μεταβυζαντινές τοιχογραφίες [π.χ. στην τράπεζα της Μονής Παντοκρά­τορα (I. Α. Παπάγγελος, Χαλκιδική (1988) 272), στη στοά του καθολικού της Μονής Βατοπεδίου (I. Παπάγγελος, Το 'Αγιον Όρος ως Αρχαιολογικός χώρος, Περιοδικό «Μήκος και Πλάτος» 4/1990, 67), στον εξωνάρθηκα του Αγίου Νικολάου στη Μαυριώτισσα Καστοριάς ή στο νάρθηκα του ναού του Ταξιάρχου Μιχαήλ στην Αιανή (Κ. Ε. Σιαμπανόπουλου, Αιανή (1974) 129-131, εικ. 79), καθώς και σε μια εικόνα του 19ου αι. (Ε. Vermeule, Aspects of Death in Early Greek Art and Ptfetry (1979) 196, εικ. 20)]. Στην τοιχογραφία της μονής Παντοκράτορα παριστάνεται η Γοργόνα, ως ωραία γυναίκα-πριγκίπισσα καθιστή προς τα αριστερά πάνω σε «άρμα» που το σέρνουν δύο κήτη. Κρατάει.με το δεξί χέρι της ομοίωμα καραβιού. Στην τοιχογραφία της μονής Βατοπεδίου εικονίζεται η Θάλασσα ως ωραία γυναίκα καθιστή σε «άρμα» που το σέρνουν δύο κήτη. Κρατάει ομοίωμα καραβιού με το δεξί χέρι και ανασύρει γυμνό νέο από τη θάλασσα. Στην εικόνα απεικονίζεται επάνω δεξιά η Γοργόνα με ψαρίσιο το κάτω μέρος του σώματος της να κρατάει με το δεξί της χέρι κεφάλι πνιγμένου. Στο κέντρο παριστάνεται η Παναγία η Γοργόνα ως ωραία γυναίκα-πριγκίπισσα καθιστή σε κήτος προς τα αριστερά, κρατώντας με τα χέρια της μπροστά στο στήθος της ομοίωμα πλοίου. Το κήτος, όπως και το ψάρι που εικονίζεται επάνω αριστερά, εξεμούν ανθρώπους που είχαν πνιγεί και είχαν φαγωθεί από αυτά. Η σκηνή των τοιχογραφιών αυτών, όπως και των υπόλοιπων τοιχογραφιών με το ίδιο θέμα, βρίσκεται ανάμεσα στις άλλες σκηνές, που εικονογραφούν την Αποκάλυψη του Ιωάννη.

Η Γοργόνα ή η Παναγία η Γοργόνα ή η Θάλασσα είναι η προσωποποίηση της θάλασσας, που ανασύρει από το υγρό στοιχείο τα καράβια και ανασταίνει τους πνιγμένους, "όπως και η προσωποποίηση της Γης, για την κρίση της Δευτέρας Παρουσίας. Σύμφωνα με τα παραπάνω μπορεί να υποστηριχτεί ότι, η σκηνή αυτή της Αποκάλυψης εμπνέεται από το ρομάντζο του Μ. Αλεξάνδρου. Η Παναγία η Γοργόνα, η οποία σήμερα λατρεύεται σε παραλιακές θέσεις του Αιγαίου (π.χ. της Σκάλας Συκαμινιάς στη Λέσβο) μπορεί να υποστηριχτεί ότι είναι η διάδοχη λατρεία της ειδωλολατρικής Συρίας Θεάς.
56. Κ. Mitsakis, The Tradition of the Alexander Romance in Modern Greek Literature. Αρχαία Μακεδονία, A, 380-382.
57. Van Berg, CCDS I, 7 κ.ε., II, 13 κ.ε.

22 Ιουνίου 2010

Εις μνήμην του Παύλου Σπ. Κυράγγελου


Σήμερα μια ημέρα σημαδιακήν

στην μνήμην του Παύλου Κυράγγελου.

Ενός ανθρώπου που αγάπησε την Ελληνικήν

Γλώσσα

και πάλευε για το Ελληνικό Πνεύμα,

το προ πάντων των Αιώνων Κατασταθέν

το γεννημένο κάτω απ' τον αστερισμό του Αιγόκερω

διαχειριστή των Επίγειων Ηλιακών δικαιωμάτων,

Μέγιστο Δανειστή και Τραπεζίτη Αίματος Ινδών, Αιγυπτίων, Εβραίων, και λοιπών οφειλετών.

Ενα κείμενό  του για  την Προέλευσην της Ελληνικής Γλώσσας

από το λεξικό του  με τον τίτλο "Επίτομο Ομηρικό κατ' εκλογήν Γραμματαριθμικό

Αριθμογραμματικό μετά χριστοκεντρικού παραρτήματος ονοματολογικό λεξικό της 

Ελληνικής"



Η ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ

Ξεκινώντας απ' την αναφορά στον πύργο της Βαβέλ1, τό γλωσσικό πρό­βλημα εκφράζεται μέ τήν επιστημονική σύγχυση στην απορία τού αν υπήρξε ή πρώτη γλώσσα (μητέρα γλώσσα) ή αν συνυπήρξαν - αρχικά -διάφορα φωνητικά συστήματα. Ή απορία αυτή απορρέει άπ' τήν κατά­σταση τής καταγωγής του γήινου ανθρώπου, πού φαίνεται νά παρουσιάζη πέντε πιθανές εκδοχές: α) τήν άδαμική, β) τήν άδαμώδη, γ) τήν αποικι­ακή, δ) τήν εξελικτική καί ε) τήν άδαμεξελικτική.
Ή άδαμική εκδοχή παρουσιάζει μιά αδαμική οικογένεια (Γέν. Β,7) ή (τό, καί καθ' ημάς, όρθό) ένα άδαμικό γένος (Γέν. Α', 26-29), μέ γλωσσική συ­νέπεια, καί στίς δύο ύπο-περιπτώσεις, τήν ύπαρξη μιάς αρχικής κοινής γλώσσας (μητέρας γλώσσας ή πρώτης γλώσσας), είτε εξελικτικά με την αντιμετώπιση των κοσμικών παραστάσεων (ερεθισμάτων-πληροφοριών), είτε αυτόματα και προγραμματισμένα μέσα στο ανθρώπινο DNA (έτσι αντι­λαμβανόμαστε τό Γέν. Β' 19-20 καί, ασθενέστερα, τό διάλογο στό Γέν. Γ'8 κ.έ.).
Ή αδαμώδης εκδοχή παρουσιάζει μία γήινη, ανθρώπινη οικογένεια, ή γένος, πού δημιουργείται από εξωγήινες ευφυΐες («θεούς» - πρβλ. θεωρία Νταίνικεν) σέ μορφή οικογένειας ή γένους ή χωριστών (ένν. χωρίς δυνατό­τητα επικοινωνίας αρχικής) γενών. Ή γλωσσική συνέπεια είναι μια αρχική κοινή γλώσσα στην περίπτωση τής οικογένειας καί «πλέον τής μιάς, τουλ.» αρχικές γλώσσες, στήν περίπτωση τών χωρίς επικοινωνία γενών, έστω και αν προήλθαν από την αυτή εξωγήινη πηγή (τεκμαίροντας έτσι πώς θέλη­σαν νά παρατηρήσουν τή γλωσσοπλαστική διαφοροποίηση2 κι όχι απλώς τον κλιματολογικό επηρεασμό). Στίς περιπτώσεις αυτές τεκμαίρεται βέ­βαια ή γλωσσική έγγραφη στο άδαμώδες DNA.
Ή αποικιακή εκδοχή (έπηνδρωμένα σκάφη άπό άλλους κόσμους) παρου­σιάζει τή γλωσσική συνέπεια μιας κοινής εξ αντιγραφής γλώσσας (στήν περίπτωση μιας μοναδικής, αποικιακής αποστολής) ή πολλών εξ αντιγρα­φής γλωσσών, στην περίπτωση πολλών, από διαφορετικούς κόσμους ή μέ διαφορετικές γλωσσικές εκφράσεις, αποστολών.
Ή εξελικτική (κυρίως πιθηκοειδής μορφή μέ προ - παρα - μεταπιθηκικές οικογένειες) εκδοχή (δαρβίνεια) συνυφασμένη μέ τήν εικόνα των απομα­κρυσμένων γενών, παρουσιάζει τήν εικόνα πολλών, αρχικά διαφοροποι­ημένων, γλωσσών.
Ή άδαμεξελικτική εκδοχή (τέλειο σώμα - εξελισσόμενη διάνοια) μεταπίπτει στήν εκδοχή τών διαφορετικών γενών.
Συνέπεια των παρατηρήσεων και εργασιών μας, πού έγιναν πάνω σ' αυ­τές τίς σκέψεις, είναι τό επιστημονικό συμπέρασμα πώς υπήρξε μιά πρώτη γλώσσα καί αυτή είναι ή πρωτ(άρχαιο)ελληνική, άλλως ότι ή πρωτελληνική διέσωσε μέσα της τά λειτουργικά - εκφραστικά στοιχεία τής πρώτης γλώσ­σας. Τό ανά χείρας κατ' έκλογήν Λεξικό αποπειράται, μέ τά όποια μέσα  συννενόησης διαθέτει ο συγγραφέας, ν΄αποδειξει το σύμπερασμα αυτό, μέσα από τις γραμμές της ανάλυσης αυτής και τις άριθμογραμματικές εξι­σώσεις του β' μέρους.

Ξεκινώντας άπ' τήν ομόφωνη επιστημονική παρατήρηση πώς η Ζωή είναι κίνηση ( πιο συγκεκριμένα : ένα ηλεκτρομαγνητικό κύμα- πρβλ. σύμβολο του Οφεος ) είναι λογικό νά υποθέσουμε πώς ή γλώσσα, σάν πιστός άντιγραφέας τής ζωής, αντιγράφει απλώς την κίνηση.  Καί, φυσικά, πρώτη κί­νηση, τοΰ άνθρωπου είναι ή αναπνοή, πού κύρια μορφή της είναι ό ήχος, ή φωνή, ή προφορική μορφή τής γλώσσας, τό «φθέγγεσθαι» ή «λαλεΐν». Αυ­τής τής αναπνοής δυό είναι τά στάδια, ή εισπνοή κι ή εκπνοή, πού ακού­γονται, κατά λογική προσέγγιση, μέ τόν ήχο Α γιά τήν εισπνοή (πρβλ. στεν-αγμό) καί τόν ήχο Ω γιά τήν εκπνοή (πρβλ. θαυμ-ασμό). Ό ήχος ΑΩ λοιπόν είναι ή πρώτη κίνηση ζωής, ή αναπνοή δηλ., σά σύνθεση τής εισ­πνοής καί τής εκπνοής3. Παρεισφρύοντας τόν ήχο J = γι, πού κάνει ό αέρας εισερχόμενος - εξερχόμενος άπ' τόν αγωγό τοϋ λάρυγγα, έχουμε τό ρήμα ΑJΩ = ΑΓΩ (κινούμαι, βαδίζω, προχωρώ, πάω μπροστά ή ΑΪΩ = θέτω σέ κίνηση ή ομιλώ (πρβλ. ή καί λατιν. ait).
Παραβλέποντας τήν άποψη του Πλάτωνα στόν Κρατύλο (πού θεωρείται άλλωστε τό Ευαγγέλιο τής Ετυμολογίας), όπως σταθερά υποστηρίζεται απ' τό Σκαρλάτο Βυζάντιο (Λεξικόν Έλληνικόν, Προλεγόμενα), πώς ύπάρχουν πολλές λέξεις, πού οι "Ελληνες πήραν άπ' τούς Βαρβάρους, καί Ιδιαί­τερα άπ' τή θεωρούμενη πρώτη γλώσσα, τή Σανσκριτική (άποψη άμετακίνητη καί τοϋ Γρ. Κατσαρέα), είμαι άπ' τήν επιστημονική δεοντολογία ύποχρεωμένος νά ομολογήσω, χωρίς πάθος καί φόβο τών... Ιουδαίων (ιδιαί­τερα Ρ. Τέμπλ καί Ίμμ. Βελικόφσκι, ελπιδοφόρα επαρκών ώς πρός τήν Αστρονομία καί απελπισμένα ανεπαρκών ώς πρός τήν Ετυμολογία), πώς δέν υπάρχει εργασία, πού ν' άποδεικνύη πρώτη γλώσσα οποιαδήποτε βαρβαρική γραφή (κατ' απομίμηση φωνής)· καί πώς ή άνά χείρας εργασία απο­τελεί συστηματική (δηλ. επιστημονική) απόδειξη του ότι ή ελληνική είναι μιά άρτια, χωρίς δάνεια (άρα αυτογενής) γλώσσα, πού ξεκινώντας άπ' τό Α καταλήγει στό Ω αβίαστα, φυσικά, αδιάκοπα, συστηματικά και με πλήρη μεταβίβαση τής φωνητικής και γραφικής σύνδεσης κι ανασύνδεσης από γράμμα σε γράμμα, από συλλαβή σε συλλαβή, από λέξη σε λέξη κι από έννοια σέ έννοια. Γιά την κατάδειξη τής συνεκτικής Ισχύος αυτής τής γλώσσας το ανά χείρας Λεξικό είναι επίσης ομηρικό, γιά νά δείξει πόσες και ποιές σημαντικές λέξεις της παρέμειναν αμετάβλητες από τόν τότε καιρό ομηρικό) μέχρι σήμερα.
Ή εκκίνηση άπ' τό ρήμα ΑΩ (πού μέ τό πρόσφυμα πν καί τήν ποιοτική μετάπτωση του α σέ ε νίνεται πνέω καί πνοή = πνεύμα. τό αίτιο τής ζωής τής ύλης) μάς δίνει τή βασική - αρχική σειρά τών ρημάτων, πού εκφράζουν ά ανθρώπινα (εύ ή κακώς) πάσχειν. τά πάθη, μέ τήν άπλή παρεμβολή ενός  φθόγγου - συμφώνου, πού αποδίδει ηχητικά κάθε πάθος (π.χ. τό Μ την επιθυμία, τό Ρ τή ροή κοκ).
Σχηματίζονται έτσι τα  βασικά - αρχικά ρήματα ΑΓΩ, ΑΔΩ, ΑΖΩ, ΑΘΩ, ΑΙΩ, ΑΚΩ, ΑΛΩ, ΑΜΩ, ΑΝΩ, ΑΠΩ, ΑΡΩ, ΑΣΩ, ΑΤΩ, πού μεταπίπτουν γρήγορα στά (παράγουν) ΑΙΣΣΩ, ΑΓΧΩ, ΗΚΩ, ΙΚΝΕΟΜΑΙ, ΑΚΕΟΜΑΙ, ΑΛΙΣΚΟΜΛΙ, ΜΑΙΝΟΜΑΙ, ΜΑΝΤΕΥΟΜΑΙ καί στά ΒΑΙΝΩ, ΠΑΙΩ, ΑΙΡΩ, ΝΑΙΩ, ΚΑΙΩ, ΛΕΓΩ, ΦΕΡΩ.
Τά ρήματα αυτά ακολουθούν τήν έξης διαδρομή:
1)ΑΓΩ= Κινούμαι, Οδηγώ, Προχωρώ
Εξέλιξη: "Αγω -> "Εχω -» Έχομαι -> Όχούμαι,
Παράγωγα: Έγώ - Αγωγός - Αγωγή - Άγων - Αγωνία - Γωνία - Αγυιά, "Αγυιος, Υιός - "Αγιος, Γιός - Άγαία, Γαία, Γή - Αχαΐα, Αχαιοί -"Όχημα, Όχετός.
 2) ΑΙΩ = Μιλάω, θέτω σέ κίνηση
 Εξέλιξη: Ίω -> "Ιημι -> Εΐμι -> Eiμί->
Παράγωγα: Αίών, "Ιων, Ιών. Ίόν - Ων. "Ον, "Ονομα - Αίολος - "Αημα - Aίμα, - "Ανεμος (πρβλ. Anima) - Αϊτός. Αετός - Άγιάζι. γκάζι (πρβλ, gass) - σαΐτα (πρβλ. Sagitta).,
3) ΑΝΩ = κινούμαι (στρέφομαι  προς τά πάνω Εξέλιξη: (Νάω) -> Ναίω
Παράγωγα: Ναός - Ναϋς - Ναύτης -
4) ΑΔΩ = Κινώ τά χείλη (σέ τραγούδι ή προσευχή)
Εξέλιξη: Δέω --> Δέομαι -» Γοώ.
Παράγωγα: "Αδων, "Αδωνις - Αηδών - Αοιδός - Ώδή - Γόης, Γοητεία, Γη­τειά-
5) ΑΚΩ = Κινώ βελόνη (προς τραύμα ή προς θεραπεία τραύματος) Εξέλιξη: Άκέω —> Άκέομαι —> Κεντώ
Παράγωγα: "Ακεσμα - Άκέστωρ - 'Ακίς - Κέντημα - Κεντρί - Κέντρο –Πανάκεια .
6) ΑΛΩ = Πηδώ, υπερπηδώ. υπερβαίνω (καί ΕΛΩ).
 Εξέλιξη: "Αλλομαΐ -» Άλίσκημαι -> ΕΛΩ > Έλαύνω
Παράγωγα- "Αλτης - αιχμαλωτος - Αλς. θάλασσα - Αλας - Σάλος καί: ΗΛ -Ήλιος- Βήλος. βάαλ. βήλ – βέλος , βολή, βέλο.
7) ΑΜΩ = Κινούμαι  γύρω από κάτι, επιθυμώ κάτι (πρβλ. amo).
 'Εξέλιξη: Μάω —> Μαίω -> Μαίνομαι-» Μαντεύω.
Παράγωγα: Μαία - Μανία - Μάντης - (πρβλ. amicia, amor).
8) ΑΠΩ = Κάνω κίνηση απομάκρυνσης. σπρώχνω. κτυπώ απωθητικά.
Εξέλιξη: (Πάω) -> Παίω -> Πιάνω -> Παίζω.
 Παράγωγα: Παίκτης - Πύκτης.
9) ΑΡΩ = Σηκώνω, κυλάω, σηκώνω φωνή (καί EPΩ)
 'Εξέλιξη: Αίρω —> Αιρούμαι —> Ρέω -> Ρίπτω.
Παράγωγα: Άρά - Αρσις - Άραράτ - "Αρης - 'Εομής - Έρως - "Εαρ - Ήρα - Ρούς, Ροή - Ρεύσις, Ρύσις, Ρυτόν, Ρεύμα - Ρήμα. Ρήτωρ 'Αρμα_=-Ήρως - 'Ορμή - "Ορνεον - Άήρ.
10) ΑΣΩ.....Κινούμαι γρήγορα, τρέχω.
Εξέλιξη: Σαύω  - Σεύω . Σείω  , Σώζω
11) ΑΤΩ = Προσεγγίζω, εγγίζω, τιμωρώ
Εξέλιξη: Τίω- Τείνω- Στενώ- Στενάχω- Στείχω- Τειχίζω
Παράγωγα: Ατη- Τισις, Στενή- τειχος-τοίχος.
Από αυτά τά βασικά - αρχικά ρήματα παράγονται, κυρίως, τά ακόλουθα Βασικά - Σύνθετα ρήματα:
1)_Άίσσω, μέ βασικά παράγωγα: αϊξ_- Αίγαιον - Αίγιον- Αίγιης,  Αιγιαλός (γιαλός) - άνάσσων, άναξ -
2) 'Αγρεύω, μέ βασικά παράγωγα: "Αγρα- αγρός, αγρότης – αγριος, Αγρίνιο- άγρωστις, άγρωστικος (πρβλ. ρουστίκ άπ' τό (ag) rusticus).
3) 'Αγείρω, μέ βασικά παράγωγα: άγυρις. γύρις, γύρος, γύρω - αγύρτης -πανήγυρις - αγορά_- αγέρωχος καί εγείρω: έγερσις - 'Εγίρα - γέρων, δημογέρων γέρος, γριά - γέρας^γήρας - γέρανας, γερανός.
4) 'Αγχομαι, με βασικά παράγωγα: άγχος, αγχόνη, αγχί-
Διαγράφεται έτσι, σύμφωνα μέ τήν παραπάνω ανάλυση, ό λειτουργικός άξων τής ελληνικής γλώσσας, πού είναι, κατά ρηματική διαδοχή, ό ακό­λουθος:
ΑΩ - AJΩ – ΑΓΩ-ΕΧΩ.- ΕΧΟΜΑΙ καί ΔΕΧΟΜΑΙ - ΟΧΟΥΜΑΙ -ΑΡΧΟΜΑΙ καί ΕΡΧΟΜΑΙ - ΟΡΧΟΥΜΑΙ - ΧΟΡΕΥΩ - ΧΩΡΩ.



4 Ιανουαρίου 2010

Πέθανε ο Δημήτρης Κούγκουλος

Aντιγραμμένο απο το Blog Αποφένεια 
 
Author: Γιώργος Ιωαννίδης / Labels:

29 Δεκεμβρίου: Μόλις ενημερώθηκα από τον φίλο Πάρη Τσαντέ πως άλλος ένας ερευνητής και συγγραφέας του παράξενου, έχασε σήμερα το μεσημέρι την ζωή του.
Πρόκειται για τον Δημήτρη Κούγκουλο, συγγραφέα ορισμένων μικρών αλλά αξιόλογων έργων όπως το Και τι εστί λαβύρινθος ή το Και τι εστί ψυχή (κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Έσοπτρον), αλλά έγινε περισσότερο γνωστός μέσα από το δίτομο έργο του Παντελή Γιαννουλάκη Κούφια Γη, όπου οι διεξοδικές του έρευνες για τα μυστήρια της Ελλάδας (και όχι μόνο) πλούτισαν σημαντικά τα βιβλία του τελευταίου.
Δυστυχώς δεν είχα την χαρά να συναντήσω από κοντά αυτό τον πραγματικά διαφορετικό άνθρωπο, γνώριζα όμως πως εδώ και καιρό είχε σοβαρά προβλήματα υγείας, που από ότι φαίνεται νίκησαν στην τελευταία μάχη.
Ο Δημήτρης ήταν ένας από τους «παλαιούς» που μέσα από την αφάνεια της δημοσιότητας προσπάθησε να βρει λύσεις στα μεγάλα μυστήρια του σύμπαντος.
Εύχομαι να συνεχίσει απτόητος το ταξίδι των αναζητήσεων του όπου και αν είναι τώρα...
(Σημ. η κηδεία θα πραγματοποιηθεί αύριο, στο νεκροταφείο Ζωγράφου, στις 2 το μεσημέρι)




Μας αφήνουν όλοι ένας ένας πρώτα ο  Παύλος Κυράγγελος πριν έναμιση χρονομ πριν απο καμιά δεκαριά μέρες ο Λάσκος και τώρα η ειδηση του θανάτου του ερευνητή Δημήτρη Κούγκουλου. Ο Θεός να αναπαύσει τις ψυχές όλων τους.

17 Ιουλίου 2009

Κραυγή για τη γυναίκα / Παύλου Κυράγγελου

Καταλήγουμε πάντα σ' ενα ερωτηματικό. Άραγε η Λέξη, η ελεύθερη Λέξη, πού εκφράζει την απώτερη επιθυμία, και που θα φύγη απ' το στόμα μας, θα 'ναι για Εκείνη, για μία (πρόσωπο ή απρόσωπη, ιδανικό) Εκείνη; Τόσες αγωνίες, αμφιβολίες, αναζητήσεις (τα φωνήεντα της Λέξης), δημιουργίες (τα σύμφωνα της Λέξης, θα συγκροτήσουν, μετά το πέρασμα του Χρόνου, (στο γοργό, αναπολητικό ξαναγύρισμα του νου στα περασμένα) μια Λέξη (αναγνώριση της επιθυμίας) αφιερωμένη σ' Εκείνη, σε μία (πρόσωπο ή απρόσωπη, ιδανικό) Εκείνη; 'Ή σε κάποια άλλη αξία;


Αθέτηση

α’
Στάθηκα στην άκρη της λίμνης του παρελθόντος,
περιμένοντας το φθινόπωρο.
Στήν άκρη της όχθης αναμνήσεις φυτρωμένες
σκιές μπροστά στην νοσταλγία παρελαύνουν.
Στέκω ορθός δίπλα στην κίνηση,
άγαλμ' αναίσθητο, αφογκραζόμενο
υποήχους παιάνων.
Σέ μία γλώσσα, πού δεν εννοώ,
μια άνοιξη, αγνότατη γιά τον κόσμο τον δικό μου, φλυαρεί.
Πέταξαν πέρ' απ' τον ορίζοντα θελήσεις
— δάκρυ δεν χύθηκε.
Εμενα πάντα δίπλα τους'
κανείς δεν στάθηκε κοντά μου.
Ετσι δεν μάντεψαν το τί ψιθύρισα
ποτέ δεν θα με μεταφράσουν,
(Ήταν η σιωπή μου μία φλυαρία,
τόσο ξενόγλωσση).
Τις τελευταίες χάραξα της απομόνωσης κολώνες
πάνω στα χρώματα των λουλουδιών
αδύνατο να τα αγγίξω.
Με μία βακτηρία μαγεμένη
περνώ ανάμεσα τους αγευστα.
Ούτ’ ένα αγγισμα δεν μου 'δωσαν,
ούτ' ένα πέταλο τους δέν αιστάνθηκα.
Με πληγωμένα όνειρα
απομακρύνθηκα από τη λίμνη
(αυτό σημαίνει: μ' απομάκρυναν
το φθινόπωρο, πού ’ρθε παντοδύναμο,
στολή κίτρινων φύλλων μου επέβαλε).
Στου ήλιου τις αχτίνες
το ύστατο ζωντάνιας βλέμμα αφιέρωσα.
Έπειτα πάτησα το πρώτο σκαλοπάτι
(Η "κλίμαξ της καθόδου")...

β'·
Θυμάμαι... τις πρώτες προφητείες μου,
χαρισμένες στο Χάροντα.
Τότε Εκείνη ήταν Λέξη.
Μιλούσα για τις γκρεμισμένες τις στοές,
για τα ερείπια, για την ψυχρή του σκοταδιού σελήνη.
Στης χαραυγής έπεφτα τις εκστάσεις,
βουνά πορείας πρωταντίκρυζα,
τη λίμνη ακόμα δεν την εβλεπα.
Άνοιγ' έπειτα ο ορίζοντας,
πουλιά καινούργιο έφερνε, με τις φτερούγες τους μεγάλες·
ήτανε νοτισμένες άπ' τη λίμνη,
Τότε διόρθωνα τις προφητείες μου,
με ήλιο τις πλαισίωνα,
τις έπαιρνα από το Χάροντα.
Μιλούσα τώρα για τα στάχυα
— έμοιαζαν τόσο με τη λίμνη,
με τα κύματα —
και τα πουλιά, που έρχονταν, τα πρόσεχα.
Στίς προφητείες μου προσάρμοσα την κίνηση τους,
για τους καρπους των δέντρων μίλησα
και για τα βήματα στην αμμουδιά.
Τότε Εκείνη ήταν Σκέψη.
Εσκέφτηκα πάλι τη λίμνη — μ' απομάκρυνση
σε μία προσμονής αδυναμία την εσυνειδητοποίησα
και την ωνόμασα θάλασσα.
Πάνω, στη θάλασσα τις προφητείες μου άπλωσα,
τις έντυσα αρμύρα,
με φύκια τις πλαισίωσα
και επροφήτεψα τα κύματα,
προφήτεψα τα ψάρια.
όλη τη σαγήνη της υποβρύχιας ζωής.
Για τη λίμνη δεν έκλαψα,
που την είχανε φτιάξει τα ποτάμια,
η θάλασσα μου αρκούσε.
Εκείνη ήταν πλέον Θέληση.
Η γλωσσά μου όμως απόμεινε λιμνιώτικη,
στη διάλεκτο της θάλασσας θα ελεγόταν
θα 'τανε — Εκείνη — Πόθος)

γ’
Τώρα οι προφήτες έφυγαν.
Το τελευταίο επεισόδιο
ήταν η απομάκρυνση του απ' τη θάλασσα
(αυτό σημαίνει: μ' απομάκρυναν).
Χρωμάτισαν με γη τις προφητείες μου,
τις φέραν πάνω σ' έξοχες δενδρόσπαρτες,
βατόμουρα γεμάτες και εληές.
Θυμήθηκα τις προφητείες μου για τα στάχυα,
για τα πουλιά και τους καρπούς των δέντρων
- τότε, που Εκείνη ήταν Σκέψη.
Τώρα δεν προφητεύω,
οι ώρες μου, πεζές, μένουν μέσα σε συλλογές καρπών
απλές.
λείψαν τ' ανθίσματα.
Εκείνη τώρα είν Καρπός.
Αυτό ήταν το τελευταίο επεισόδιο
— έφυγαν οι προφήτες τώρα.

δ'.
Εδώ μ' απαρνηθήκανε κι οι λέξεις,
απόμεινα με λίγα αδύναμα φωνήεντα,
κανένα σύμφωνο ή φθόγγος ισχυρός.
Στα όνειρα πέρασαν όλοι οί καρποί. . .
Στής δύναμης απάνω τα ερείπια έχτισα μιαν ανάμνηση
— όταν θα έρθη το φθινόπωρο ένα τουλάχιστ' όρθιο θα
υπάρχει,
κάτι, για να το αντιμετωπίση, όρθιο.
Τις προφητείες μου, αρχαίες, θα του δείξω
και θα του αποδείξω πώς δεν είμαι ηττημένος :
της άνοιξης τη λίμνη δεν την έχασα,
γιατί δεν πρόλαβε να μου την πάρη :
δεν βρέθηκα ποτέ ανάμεσα στίς καλαμιές της.
Τις απουσίες μόνο απαρίθμησα,
που συγκροτήσανε την αγνοία μου σχετικά μ' αυτήν,
και τις συμμάζεψα με χέρι στοργικό
— θα 'ναι προσκέφαλο παρηγοριάς.

ε'.
Την τράβηξα πολύ προτού εμφανισθή
του φθινοπώρου τη φωτογραφία.
Για ένα προφήτη
ήτανε κάτι εύκολο.
Μπροστά του πήγαινε κάποιου Όνείρου το ξεθώριασμα
— ήταν Εκείνη.
Πρώτη φορά προφήτευα με μιαν εικόνα
— οι λέξεις μ' είχανε απαρνηθή.
Αλλά παρίστανε κάτι από το Παρελθόν :
τότε κατάλαβα πώς δεν ήμουνα πια προφήτης,
τότε εννόησα πώς επιστρέψανε στο Χάροντα οι προφητείες
μου.
Και ήξερα, ΄Εκείνη ήταν πλέον μόνον Όνομα.

ς’
Αναλογίζομαι μιαν αναγέννηση.
Είναι λίγος καιρός, που εγκατέλειψα το πρώτο φέρετρο·
μ' άφησε λέφτερο,
μόνο τις προφητείες μου εκράτησε
— πιστεύω, για τροφή.
Στή λίμνη δίπλα μ' έβαλε
— στη λίμνη, επιτέλους.
Αλλά δεν ήμουν πια προφήτης,
και το φθινόπωρο είχε προηγηθή.
Τί να την κάνης πια τη λίμνη,
όταν έχη περάσει το φθινόπωρο;
Γι' αυτό εσύναζα τις πέντε τελευταίες σκέψεις μου,
μαζί τους στάθηκα στήν άκρη της λίμνης του παρελθόντος
περιμένοντας το φθινόπωρο;
Όχι, είχε περάσει.
Κάποιος προφήτης το αντιμετώπισε,
μόλις πλησίασε.
Η δύναμή του εκρεμόταν στο συλλογισμό
ότι ή λίμνη ήτανε δική του,
πώς το φθινόπωρο δεν την εκέρδισε
(δεν την εκέρδισ' απ' αυτόν,
γιατί ποτέ δεν του την είχε δώσει).
Μα το φθινόπωρο επέρασε
-— επέρασε κυρίαρχο,
δεν ξέρω πια ο θαρραλέος ποιος ήταν προφήτης
(ήταν το μόνο όρθιο κάτι, το φθινόπωρο που πρόσμενε,
με μίσος)
Τώρα με πέντε λέξεις παίζω μέσ' στη χούφτα μου •
— πέντε πιστές ξαναγυρίσαν λέξεις —
τη Λέξη και τη Σκέψη της, τη Θέληση της, τον Καρπό
της, τ' Όνειρο.
Τις πέντε λέξεις τις πιστές μου τις ωνόμασα
(μια μνήμη τα ονόματά τους υπαγόρεψε απρόσωπη),
αλλά το ξέρα, κι ας μην είμαι πια προφήτης,
πώς, και οι πέντε τους μαζί, θα χτίσουνε την ίδια πρόταση.

ζ'.
Έχαοα το συλλογισμό μου.
Στο κουρασμένο μου μυαλό μονάχα μία πρόταση
αναδεύεται,
τη φτιάνουν πέντε λέξεις.
Δεν πίστεψα ποτέ στην πίστη τους,
κι όμως μονάχα τούτες τώρα μου απόμειναν.
Λοιπόν, σ' αυτή τη λίμνη δίπλα κάθισα πολύ.
Ας φύγω από δίπλα της, μιλώ μια γλώσσα άγνωστη της.

η’
Ποτέ μου τόσο δεν περπάτησα.
Μα πόσος τάχα δρόμος για το φώς χρειάζεται;
Περπάτησα πολύ.
Με μια επίσκεψη σε κάποιο φέρετρο άρχισα παληό.
Κάτι παληές, πάνω του ξεχασμένες προφητείες, μου
μίλησαν.
Τις κύτταξα ενωχλημένος, αλλά μου μιλήσανε.
Μου μίλησαν για της φωνής την αναζήτηση. ·
Ηταν η τελευταία λέξη τους.
Τότε τη σημασία εκατάλαβα της λέξης.
Ήξερα πια πώς μέσ' στα σύμφωνά της ήτανε Εκείνη.
Η Λέξη δεν ήταν Εκείνη.
Έτσι εξαναγύρισα στην αναζήτηση,
Στό κλείσιμο του κύκλου μου
(του κύκλου της),
ήξερα :
η προφορά της η ορθή δεν ήταν
ότι 'Εκείνη ήτανε η Λέξη
— και έπειτα η Σκέψη,
μα πώς ή Σκέψη
— και έπειτα ή Λέξη —
δεν ήτανε Εκείνη.
Και πάλι σε γη άγνωστη η άκρη ακούμπησε της
βακτηρίας.
(Εκει, που δεν εσίμωσα,
πάντα θα εμένα
— αλλά είχα σιμώσει αρκετά;)



Αθέτηση

Μαζί,
σ’ ένα χορό αντιφατικών παρορμήσεων,
με χέρια, που ψηφίζουνε την ένωση,
και όμως απομακρυσμένα,
σ’ ένα τοπίο με θαμπό ορίζοντα,
με απροσδιόριστη βούληση,
καραδοκώντας αόριστα
για τη δημιουργία «εντίμου προσδοκίας».
Σταφύλια σε τσαμπιά αφυδατωμένα,
— χωρίς ελπίδα προσευχή —
στην αναπόληση του χυμού τους,
τρυγημένου απ’ τα σερσέγκια,
μια εικόνα πικρής εμπειρίας
σε δακρυσμένη ατμόσφαιρα αναζητήσεως
καταλήγει σε στυφή διαπίστωση,
αναπάντητη αίτηση για έλεος.
Κάποιο σόφισμα για αιτιολόγηση,
κάποια αναγνώριση της παρέκκλισης,
κάποιο σημείο στήριξης,
κάποια νομική θεμελίωση της παρανομίας.
Με μια απελπισμένη φορά,
«σκέψις αλλόφρων», αναμαλλιασμένη,
στη γοργή καταδίωξη των Εριννύων
ζητάει κάποια συμπαράσταση, που δεν ελπίζει,
κομματιασμένη απ’ τον πόνο,
ταπεινωμένη απ’ το γλύστρημα.
Σύνθεση θαμπών εικόνων,
ομίχλη,
μια ταραγμένη διάθεση,
χέρια με ντροπιασμένη θωπεία,
από μια ηθική, πού δεν συμπάθησαν,
κι από μια αδικία, πού αναγνώρισαν,
στο πλαίσιο της ανοδικής προσπάθειας
από σχεδιαστές με σπασμένα φτερά,
σε μια σκοτεινή, φαύλη δίνη,
από λασπωμένο δάκρυ
στο περιθώριο της τιμής.
Χειροπέδες «υπό βούλησιν»
προσκυνούν την αγνότητα
με αναγνώριση της ανωτερότητας,
δοσμένη απο μια κατωτερότητα
πληγωμένη απ’ το λήθαργο της εντιμότητας της.
Τελευταία λέξη
ξανά γι αγάπη της μιλάει·
και είναι ειλικρίνεια,
όλος συντριβή
ψελλίζει την ομολογία αφοσιώσεως,
συνθήκη δίχως όρους :
ανάγει σε λατρεία
αυτήν μόνη. ...
Αναμφισβήτητα είχε υπάρξει απάτη.



Ζητιάνοι της αυγής

Εκείνο το απόγευμα
στους ζητιάνους της αυγής
μοίρασαν βράδυ.
Η χρυσοποίκιλτη αμαξά
πέρασε βιαστικά
μέσα στο φτωχικό σοκκάκι
και πιτσίλισε τα ράκη
της προσδοκίας.
Οι ζητιάνοι περιορίστηκαν
να κυττάζουν τα ίχνη απο τις ρόδες της αμαξάς,
πού ξεμάκρυνε.
Χωρίς σχόλια, με ψιχία στ' ανόρεχτα δάχτυλα.



Αντιθετικό ζεύγος

Την είδε κάποτε.
Του φάνηκε αιθέρια
κι έτσι την αποζήτησ’ ή καρδιά του.
Μετά εγιν' ή πράξη
και το φως ήρθε και κατοίκησε στη γη.
Κάποτ' εκείνη ζήτησε την τυποποίηση.
Τότε τα μάτια του βάφτηκαν μ' άλλο χρώμα·
και του φάνηκε άσχημη.



Κολλάζ

Αμυδρόθωρος πίνακας
συγκεχυμένης εικόνας
της αναπαράστασης.
Κομμάτια απο νύχτες
πάνω σ’ αστρόσκονη,
σπασμένα φώτα,
τεμαχισμένα βράδυα,
θραύσματα καρδιάς
και οί βαλσαμωμένοι χτύποι της
πάνω σ' ένα σταματημένο χρονοδείχτη.
Θολή αναζήτηση
αποκεφαλισμένου προσανατολισμού
βρίσκει στεγνή τη στάχτη
απ' τα δάκρυα. -
Καρβουνιασμένη ύλη
κάποιας φωτιάς,
που ζήλεψαν οι κεραυνοί:
το κάδρο της εικόνας.
Τρελλό κολλάζ
της μνήμης,
μόνο μίσος δε γέννησε.

16 Ιουλίου 2009

Θρησκεία / Παύλου Κυράγγελου

λέγει Κύριος• νηστείαν και αργίαν και τάς νουμηνίας υμών και τάς εορτάς -υμών μισεί ή ψυχή μου.
Ησαΐας

το δε Πνεύμα ρητώς λέγει, ότι εν υστέροις καιροίς αποστήσονταί τίνες της πίστεως, προσέχοντες πνευμασι πλάνοις και διδασκαλίαις δαιμονίων, εν υποκρίσει ψευδολόγων, κεκαυτηριασμένων την ιδίαν συνείδησιν, κωλυόντων γαμείν, απέχεσθαι βρωμάτων. ..
Παύλος


Ναζωραίος και Γεργερηνοί

Εμείς, από τη χώρα τών Γεργεσηνών,
Βόσκαμε τα γουρούνια μας στις άκριες της θάλασσας μας,
ζούσαμε λίγο απομονωμένοι,
κι έτσι περνούσε ό καιρός μας.
Hταν κι ένας δαιμονισμένος και μας διασκέδαζε,
γιατί μ' αυτά, που έκανε, σκότωνε την μονοτονία μας.
Τον δέναμε με αλυσίδες — σίδερο γερο — μ' αυτός
τις εσπαγε.
Δέκα μαζί τον πιάναμε μα δεν κρατιόταν.
Τριγύρναγε στα μνήματα, στις ερημιές — έτσι του αρεσε.
Κανείς πια δεν τον επλησίαζε — γυμνός και άγριος
περιφερόταν.
Εφώναζε, δερνόταν, και τον ξέραμε καλά : ήταν ο Λεγεών.
Αυτά, γίνονταν μέχρι κάμποσο καιρό, ώσπου διάβηκε άπο δω εκείνος ο ραββί, που λένε Ιησού
αυτός, που άλλοι λένε γυιό τ' Άνείπωτου κι' άλλοι του
Βελζεβούλ. . .
Δεν ξέρουμε καλά - καλά τί έγινε. . .
Μας είπαν οί χοιροβοσκοί,
πώς είδαν ξάφνου τα γουρούνια τους να τρέχουν μανιασμένα στο γκρεμό,
γέμισ' ή θάλασσ' από πτώματα, τα είδαμε να πλένε
πάνω - πάνω.

Μας είπανε ακόμη πώς ο Λεγεών πήγε κοντά στον Ιησού
υποταγμένος,
κι εμείς είναι αλήθεια πώς τον είδαμε ντυμένον κι ήσυχο'
κι από το γαλιλαίο ζήτησε να 'ναι μαζί του,
άσχετο που εκείνος του αρνήθηκε.
Πάντως εμείς, της χώρας των Γεργεσηνών,
με μάτι δεν τα βλέπουμε καλό κάτι παρόμοια.
Τί σόϊ άνθρωπος ήταν αυτός, που μας είχε κοπιάσει;
Καλά δεν ήταν στήν πατρίδα του,
μ' εκείνους τους φανατισμένους της Συναγωγής;
Τί του 'ρθε να 'ρθη να μας κάνη άνω-κάτω;
'Εμεις την ησυχία μας ζητάμε μόνο'
και τα γουρούνια μας να τρέφουμε κυττάμε.
Δε μας ενδιαφέρει τίποτ' άλλο.
Έτσι στο γαλιλαίο το ραββί να φυγή είπαμε.
Του το 'παμε παρακαλεστικά, να μη θυμώση.
Δεν ξέρεις τί σου γίνεται με τέτοιου είδους ανθρώπους*
ανθρώπους, που σου κάνει κόπο να το παραδέχεσαι πώς
είναι άνθρωποι.
Κι έτσι τον επαρακαλέσαμε και έφυγε.
Εμεις, της χώρας των Γεργεσηνών,
είμαστε πλέον ήσυχοι και ευχαριστημένοι :
εκείνος ο μεγάλος μάγος έφυγε
και τη σκοτούρα του δεν έχουμε.
Εφυγε και ο Λεγεών και πήγε στη Δεκάπολη να πή
- για κείνον.
Ακόμα πιο καλά — ξεγνοιάσαμε.
Ταίζουμε τα νέα μας κοπάδια με τα ξυλοκέρατα.
Εκείνος δε θα ξαναρθή να μας τα ξαναπνίξη.
Κι ούτε αλλού τί κάνει μας ενδιαφέρει.
Εμείς, από τη χώρα των Γεργεσηνών,
έχουμε ακουστά για το Μεσσία, πού θα 'ρθη.
Μα λένε πώς από τη Ναζαρέτ καλό δε βγαίνει...


Ο "αγρός του Κεραμέως"

Κύριε
πλήθυναν τώρα τελευταία
οι προσευχές μας,
αλλά δεν ανεβαίνουν ως το θρόνο Σου,
παρά πισωλυγάνε,
σαν τον καπνό άπ' το βωμό του Κάϊν,
γιατί ζητάμε, Κύριε, εμάς,
κι όχι Εσένα.
Κι είμαστε Κάιν, Κύριε,
γιατί κι εμείς σκοτώσαμε τον αδερφό μας
τον Άνθρωπο,
και κάθε μέρα τον σκοτώνουμε,
την εντολή Σου καταργώντας την καινή.
Κύριε,
πληθαίνουνε οί προσφορές μας,
άλλα αφτιά γι' αυτές κουφά συναπαντούν
κι αόματες ματιές ανέκφραστα τις βλέπουν.
Γιατί οί προσφορές μας, Κύριε,
φτιάχτηκαν απ' των αδερφιών τις σάρκες
κι από τα κόκκαλα της μάννας μας
κι από το αίμα των παιδιών μας,
πού ολ' αυτά τ' αρπάξαμε
και τα απομυζήσαμε
και πα στις διαμαρτυρίες τους καθίσαμε,
φιμώνοντας τες με την ιδιότητα μας
του να ' μαστέ φορείς τ' ονόματος Σου.
Κι αφού χαρήκαμε το αίμα των παιδιών μας
και των μαννάδων μας τα κόκκαλα
και τις αδερφικές τις σάρκες,
ό,τι περίσσεψε,
Σου το αφιερώνουμε.



Σφετεριστήκαμε τον αμπελώνα

Κύριε,
όταν ή σκέψη μας φοιτά στην έρημο της αδιαφορίας,
όταν το βλέμμα μας στης νέκρας τους λειμώνες βόσκει,
αδυνατούμε να σε δούμε.
Κύριε,
όταν είμαστε ρήτορες καλοί μονάχα —όχι και εφαρμοστές
όταν σε υποδέχονται τα χέρια μας βαΐοφόρα — όχι όμως
κι οι ψυχές
αδυνατούμε να σ’ ακούμε.

Κύριε,
όταν σου στρώνουμε το δρόμο σου με ρούχα, με χαλιά
πολύτιμα, και σου φωνάζουμε τα «ωσαννά» και σου προσφέρουμε
το στέμμα,
δε σε πιστεύουμε,
δεν αγαπούμε, Κύριε,
δε σε ακολουθούμε. Κύριε,
δεν σε υποδεχώμαστε, ,
Αν σε ακολουθούμε,
αν λέμε «ωσαννά»,
υποδεχόμαστε μονάχα την ελπίδα, δύναμη ν’ αρπάξουμε
απ το ιμάτιό σου,
ακολουθούμε μόνο την πεποίθηση, ότι οι άνθρωποι θα μας
τιμήσουν, σα δικούς σου,
και λέμε «ωσαννά», γιατ είν καιρος να εμπαιχθής κι απ’
τα δικά μας χείλη.
Κύριε, τώρα, πού είν χειμώνας, μη χτυπάς την πόρτα μας,
κρυώνουμε.
και δε σ’ ανοίγουμε.
Κύριε,
τώρα, πού είναι, νύχτα, μείς κοιμώμαστε, τα όνειρα δε
διακόπτουμε•
την πόρτα δεν ανοίγουμε
για χάρη κανενός.
Κύριε,
πιστεύουμε ότι υπάρχεις,
αλλά εμείς, τον αμπελώνα το δικό σου που σφετεριστήκαμε,
δεν έχουμε συμφέρον να πιστέψουμε πώς ήρθες.



Η γρηά Μαρία

Η γρηά Μαρία
είχε τρεις μέρες τώρα να ονειρευτή.
Σ αυτές, πού τη ρωτάνε,
δεν απαντά,
τα μάτια της κυττούν άλλου.
Η γειτονιά ανάστατη
τρεις μέρες τώρα τίποτα δεν ξέρει
για της Μαρίας τ όνειρα*
η γρηά Μαρία
τρεις μέρες έχει να ονειρευτή.
Το λάδι σαστισμένο στα καντήλια
σκιές ανέκφραστες φωτίζει.
Νυχτερινό σκοτάδι βγαίνει μόνο
απ τις παμπάλαιες εικόνες,
τις φορτωμένες αφιερώματα.
Τρεις μέρες η γρηά Μαρία
πηχτό το βλέπει το σκοτάδι τούτο
κι ανατριχιάζει.
Προσεύχεται συνέχεια,
αποσπασμένη απ΄τη γειτονιά,
και τρέμει, μήπως κοιμηθη,
και δη το φοβερό το όνειρο,
πού διαισθάνεται
μες στό σκοτάδι των εικόνων...
Τρεις μέρες τώρα ή γρηά Μαρία
δεν είδε όνειρο.

15 Ιουλίου 2009

Κύτταγμα μέσα μας / Παύλου Κυράγγελου

υποπτεύομεν εικότως υμάς μη ου κοινοί αποβήτε
Θουκυδίδης

«ιουδαίος γέγονεν ό βασιλεύς τον Βήλ
κατέσπασε
τον δράκοντα απέκτεινε και τους Ιερείς κατέσφαξε»



Θραύσμα

Το πρώτο φως λεγότανε κομμάτι
κι ήρθε
σε μια φούχτα γεμάτη άμμο υγρή
κι ένα σπασμένο κατάρτι
απ΄ τη μπόρα, που μας λύγισε.
(απ΄ την καρδιά μας,
μ΄ άγνοια,
όση κλείνουν
όλα τα βλέφαρα του σκοταδιού):
Στόμα της πείνας. ..
τόσα καρφιά,
να στεριώνουν
πάνω στα διψασμένα δόντια
τ΄ αμέτρητα πτώματα
της βακτηρίας.
.. .καί όμως γλύστρησε.
Πώς να τον σηκώσουν τώρα,
που ελησμόνησε το πρωινό,
πώς να τον πείσουνε για το σκοτάδι,
που στα κομμάτια
του στομαχιού του
φύτεψαν πεινασμένα δόντια,
μεταφυτευμένα
απ' το άσχημο στόμα
του κομμένου κεφαλιού;
... Το πρώτο φως ήταν κομμάτια,
τρελλό πανηγύρι από κομμάτια
θρυψαλλιασμένης στήριξης.


Βασιλική μνήμη

Για το μεγάλο βασιλιά,
που έχασε τη μνήμη του
κι απολησμόνησε τον κόσμο του,
καινούργιο φτιάξανε παλάτι
και τα κλειδιά του του παράδωσαν.
Πρόσεξαν μόνο να 'ναι τόσο απέραντο,
που να μην πρόφθανε ποτέ να φτάση
σε κάποια έξοδο, σ' ένα παράθυρο.
Θα αναγνώριζε τα πλήθη, που τον ξέχασαν,
και κάποια αμυδρή παράσταση του ξεπεσμού,
που ελλοχεύει πάντα στης ανάμνησης του τα γκρεμίσματα,
την τρομερή πραγματικότητα θ' αντίκρυζε.
Θα ήταν τραγικό.



Εγκαταλειμμένο ορυχείο

Ανάμνηση ορυκτή.
Στό εγκαταλειμμένο ορυχείο
φυτρώνει μόνο χλόη.
Το σύρσιμο της σαύρας
δίνει τον τόνο της ζωής.
Ίχνη αόρατα
αδελφωμένων βημάτων,
πού κάποτε εργάστηκαν μαζί,
πνιγήκαν στη σιγή.
Δόνηση τελευταία,
θέλησε,
μα δε μπόρεσε να κινήθη.
Στό ορυχείο των ελπίδων
ο θάνατος εκφράζεται
σε εργαλεία άχρηστα,
παρατημένα στη σκουριά.
Σέ ράγιες εγκαταλειμμένες,
το εκτροχιασμένο βαγονέτο
έχει σπασμένες ρόδες.


Ανείπωτος πόνος

Ανείπωτος πόνος...
Σέ τόσο βαθύ σκοτάδι
βυθισμένη ψυχή.
Κατηφόρισε για τόσο καιρό
τον ανώμαλο δρόμο,
που δεν επιστρέφει στο φως,
Δακρυσμένη κατάσταση
δε μπορεί, να σκεφτή
ούτε τον εαυτό της.
Η μνήμη τη συνοδεύει
δίνοντας της κάποιες ανταύγειες
από κάποιο φως.
Τώρα δεν υπάρχει παρά μόνον το φέρετρο του.
Βαριά φορτωμένοι ώμοι
σκύψανε κάποιο σκοτεινό απόγευμα
από μια νοσταλγία απροσδιόριστη.
Το δάκρυ ήλθε,
αλλά δε μπόρεσε να βγή,
να λύτρωση.
Χωρίς να σταματήση απ' τη σκέψη,
συνέχισε το κατηφόρισμα
με την ίδια ένταση.
Συγκινημένοι θεατές,
πού δεν μπόρεσαν να βοηθήσουν,
παραστέκονταν ανίσχυροι,
συγκλονισμένοι.


Αποξένωση

Απίθανα υψωμένοι βράχοι
εχτίσανε την αποξένωση.
Γύπες πτωματοφάγοι
δεν αποτόλμησαν τη Βυθομέτρηση της.
Το σκοτάδι, πού τη χρωμάτισε,
εκαρατόμησε τα μάτια
και δεν επέτρεψε δικαιοδοσία
ούτε στο Χώρο.
Ό χρόνος την ετύλιξε σιωπηλά
και τόνοι πένθιμοι φυτρώσανε στην άκρη της.
Η σιωπή την έντυσε
με την απουσία της ζέστης.
Κάθε χρόνος, που κύλαγε,
επρόσθετε στο βάθος της.
Τραγούδι δεν ακούστηκε κοντά της,
σκιά δεν την πλησίασε.
Βράχοι απόκρημνοι, απλησίαστοι,
στα έγκατα χωμένοι,
άγνωστοι στ' άνθη,
χωρίς καν ξεράγκαθα στις ρωγμές τους,
ψυχροί, γυμνοί, ανώνυμοι,
φτιάξανε μέσα τους την απομόνωση,
την κατευθύνανε στο βάθος
και δεν την είδε ουτε ή νύχτα.
Οι χρόνοι, πού κυλήσανε,
προσθέσανε στο βάθος της.
Νεκρή από την κύηση,
βγήκε χωρίς φωνή.
'Όρνεα νεκροφόρα
αηδίασαν τη γεύση της.



Ο κολασμένος των βαθέων μου

Χθες επιστέφτηκα
των βαθέων μου,
τον κράζοντα
εν Γη ερήμω.
Τον κύτταξα σιωπηλά,
λιγόχρονα,
απ' το λιγόφωτο καγκελωτο
του καλοφύλαχτου μικροπαράθυρου
των οριζόντων του.
Τον είδα σα σκιά,
που δε διδάχτηκε τον ήλιο,
και σα φωνή,
που άρθρωση δεν εμαθε.
Τον είδα δίχως άλογα
ταχύποδα στη σκέψη του,
μ' ενα κουρέλι από ζωή
να ολοπλανιέται, άβουλο,
ανάμεσα στα χέρια του
και στους — ολόϊδιο χρώμα —
δεσμοφύλακες τοίχους.
Τον είδα δίχως λύπηση.
με σπάραγμα παληό
και πεθαμένο,
και δίχως γνώση, όμως
ήξερα αλάθητα
πώς ήταν των βαθέων μου
ο κολασμένος,
που επισκέφτηκα


Μάσκα

Σήμερα βγαίνω στο προσκήνιο
φορώντας μια καινούργια μάσκα.
"Ολα τα λόγια
— του ρόλου μου τα λόγια όλα —
είναι γραμμένα πάνω της.
Μορφάζει με χαρακτηριστικά,
πού μου 'ναι άγνωστα,
συνδιαλέγεται σε μία γλώσσα,
π' αγνοώ.
Σήμερα βγαίνω, στο προσκήνιο
φορώντας μια καινούργια μάσκα.
Αυτή η δήλωση δεν είναι ικανή
σε υποψία να σας βάλη,
πώς είν' η πρώτη μου μάσκα.
Ιδίως το επίθετο «καινούργια» είν' καθησυχαστικό.
Καί όμως. .. είν' ή πρώτη.
Άλλα δε βρίσκεται εδώ το ενδιαφέρον της.
Προσεκτικοί μου θεατές,
σε κάποιο θέατρο, πού παίξει βάθος,
παρατηρείστε τη
μορφάζει μ' ένα τρόπο,
που δέ μουν' οικείος,
είναι αυτόβουλη.
Προσεκτικοί ακροατές,
σε κάποιο θέατρο, πού ανεβάζει βάθος,
δεν ειν' ανάγκη ν' απαγγείλω.
Ολα τα λόγια μου
— του ρόλου μου τα λόγια όλα ·—
είναι γραμμένα πάνω της.
Είμαι απλός φορέας της
—- ο ηθοποιός, πού προτιμάτε —
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...