Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κινηματογράφος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κινηματογράφος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη, Δεκεμβρίου 11, 2012

Κινηματογραφικά

Στο τελευταίο τεύχος του πολύ καλού περιοδικού Senses of Cinema έχει τα εξής σχετιζόμενα με την Ελλάδα ή με Έλληνες, που μου κίνησαν ιδιαιτέρως το ενδιαφέρον:

1) μια παρουσίαση του έργου της θρυλικής σκηνοθέτιδας Shirley Clarke, της οποίας έχω δει δύο ταινίες στην Ελλάδα, The Connection (1960) και Portrait of Jason (1967), και τα δύο έξοχα. Το άρθρο είναι του Ελληνοαυστραλού Άγγελου Κουτσουράκη. Κράχτης: Μαθαίνουμε ότι ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν θεωρούσε τον Ιάσονα την πιο συναρπαστική ταινία που είχε δει ποτέ.

2) ένα άρθρο του John Conomos για τον κριτικό κινηματογράφου Andrew Sarris, συγγραφέα μεταξύ άλλων του The American Cinema (1968).

3) μια κριτική του επίσης Ελληνοαυστραλού Βρασίδα Κάραλη, συγγραφέα του A History of Greek Cinema (2012), για το βιβλίο Greek Cinema, Texts, Histories, Identities, σε επιμέλεια των Lydia Papadimitriou και Yannis Tzioumakis.

Τρίτη, Νοεμβρίου 27, 2012

Ελληνόφωνες ταινίες 2012

Πολύ φχαριστήθηκα το Η χαρά και η θλίψη του σώματος (2012), του Αντρέα Πάντζη, ο οποίος μετά Το τάμα του 2001 βάζει στη σκηνή έναν άλλον Ευαγόρα και μιαν άλλη Αφροδίτη (δύο, για την ακρίβεια), που κι αυτή/ές βιάζε/ονται. Πρόκειται για μια δυομισάωρη "παιδική" εκδοχή/παρωδία/καρικατούρα του είδους της αστυνομικής/δραματικής/ερωτικής ταινίας, όπου το παιδί είναι ένας ενήλικας αιώνιος έφηβος. Πολύ ποιητική ταινία, που θα έλεγα —αν η έκφραση δεν ηχούσε στα ίδια μου τ' αφτιά σαν τρύπια καπότα, σαν κύμβαλον αλαλάζον— ότι "παίζει με τους κώδικες" του χολλυγουντιανού φιλμ νουάρ. 

Το Σάββατο είδα την ταινία Χαιρετίσματα στην Ευρώπη (Klain Main Puts), του Νίκου Αλευρά, του σκηνοθέτη του περίφημου εκείνου Πέφτουν οι Σφαίρες σαν το Χαλάζι κι ο Τραυματισμένος Καλλιτέχνης Αναστενάζει, του 1977. Πρόκειται για μια πατριδολατρική απόδραση από την ευρωπαϊκή κατάθλιψη της τελευταίας διετίας, με πολύ Οίτυλο (όπου ο σκηνοθέτης έχει το προγονικό του σπίτι, όπως ξέρουμε και από το Πέφτουν οι Σφαίρες σαν το Χαλάζι) και πολλή ελληνική κουζίνα. Το φαρσικό στοιχείο, στο οποίο έχω αδυναμία και καταστατική συμπάθεια, καθώς και το στοιχείο του παραλόγου βγάζουν κάθε τόσο γέλιο, γέλιο που μας είναι τόσο απαραίτητο σήμερα. Επίσης η επιλογή της μουσικής είναι καλή, όλο ωραία ρεμπέτικα και λαϊκά, χωρίς να μπορώ να πω το ίδιο για την πρωτότυπη μουσική του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη. Από την άλλη, δεν θα πάρω στα σοβαρά τα ελληνοκεντρικά και αντιβορειοευρωπαϊκά μηνύματα της ταινίας, γιατί δεν αντέχουν σε κριτική· προτιμώ να βάλω τη λογική μου για ύπνο. Η ταινία, αφού μας θυμίσει έναν ωραίο στίχο από τη Ρωμιοσύνη τού επίσης Λάκωνα Ρίτσου,

Δεν υπάρχει νερό. Μονάχα φως. Ο δρόμος χάνεται στο φως κι ο ίσκιος της μάντρας είναι σίδερο

καθώς και την περίφημη προσευχή του Σωκράτη στον Ιλισό από το Φαίδρο:

Αγαπημένε μου Πάνα, και σεις οι άλλοι θεοί αυτού εδώ του τόπου, δώστε μου να γίνω όμορφος μέσα μου. Και όσα έχω έξωθέ μου να είναι φιλιωμένα με όσα έχω μέσα μου. Δώστε θεοί μου, ώστε να μου φαίνεται πλούσιος ο σοφός, και χρυσού πλήθος να έχω όσο μήτε να σηκώσει, μήτε να βαστάξει επάνω του μπορεί άλλος παρά ο γνωστικός.

τελειώνει με μια πανέμορφη στροφή του Κάλβου συνδυασμένη μ' ένα μαγευτικά τραβηγμένο ηλιοβασίλεμα:

Oύτως από τον ήλιον,
ωσάν πυρός σταλάγματα,
πέφτουσιν εις την θάλασσαν
των αιώνων, και χάνονται
                δια πάντα η ώραι.


 Αυτό που μ' αρέσει στον Αλευρά, είναι ότι ο άνθρωπος κάνει την πλάκα του με τις ταινίες του· το διασκεδάζει. Για πολλά μπορείς να τον κριτικάρεις, ειδικά σ' αυτή του την ταινία, αλλά όχι για σπουδαιοφάνεια. Και, δεδομένου ότι μιλάμε για ελληνικό κινηματογράφο, αυτό είναι ΜΕΓΑΑΑΛΗ υπόθεση...

Την Κυριακή είδα το 11 συναντήσεις με τον πατέρα μου, του Νίκου Κορνήλιου. Δραματική ταινία κόρης-πατέρα. Για κάποιο λόγο ο σκηνοθέτης και συν-σεναριογράφος αποφάσισε να μην αναπτύξει το ίδιο του το θέμα. Ενώ θα μπορούσε να εμπλέξει κι άλλα πρόσωπα, όπως την κόρη του πατέρα από άλλη γυναίκα, τη μητέρα αυτής της δεύτερης κόρης κλπ., μπας και βγει κάτι πιο πλούσιο και πιο ενδιαφέρον, προτίμησε για άγνωστους λόγους να μας παρουσιάσει επί μιάμιση ώρα μια σχέση που οι εξελίξεις της ήταν τόσο φτωχές ώστε μπορούσαν να ειπωθούν άνετα σε μια ταινία τριών τετάρτων της ώρας το πολύ, και να παραγεμίσει τα χάσματα με επαναλαμβανόμενα πλάνα από το μάθημα κλασικού τραγουδιού της κόρης, η οποία μάλιστα πρόβαρε ξανά και ξανά το ίδιο μουσικό μοτίβο. Ευτυχώς οι διάλογοι δεν ήταν εξοργιστικοί και βλακώδεις, όπως τόσο συχνά συμβαίνει στο ελληνικό σινεμά. Όχι πως ήταν τίποτα το ιδιαίτερο, αλλά οι απαιτήσεις μου είναι τόσο χαμηλωμένες ώστε το να μην είναι οι διάλογοι για γιαούρτια με κάνει να θέλω να πω μπράβο, ως ίσως μη όφειλα. Η ταινία έχει και κάμποσο γυναικείο γυμνό και ωραία χείλια και μαλλιά. Οι ερμηνείες αποδεκτές, αλλά είπα, δεν μπορείς να βγάλεις συμπέρασμα για το επίπεδο ηθοποιίας, λόγω των μινιμαλιστικών φιλοδοξιών του σεναρίου.

Συμπερασματικά, η μόνη ταινία που συστήνω απ' αυτές τις φρέσκες που είδα (γιατί είδα κι άλλες ελληνικές, παλιότερες) είναι Η χαρά και η θλίψη του σώματος, του Αντρέα Πάντζη.

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 29, 2011

Ήλιε Ήλιε αρχηγέ (κι Άρη εσύ υπαρχηγέ)

Λέω να κλείσω τη χρονιά φωτεινά, μια και η επόμενη προμηνύεται τρισχειρότερη· με δυο πίνακες που υποκλίνονται, ο καθένας με τον τρόπο του, στον αφέντη της γειτονιάς μας, τον ήλιο, και που κοσμούν αυτές τις μέρες την Αθήνα. Ο πρώτος ως μεθαύριο, 31 Δεκεμβρίου, στο Ευγενίδειο Ίδρυμα, στα πλαίσια της έκθεσης Το Σύμπαν της Ρωσικής Πρωτοπορίας: Τέχνη και Εξερεύνηση του Διαστήματος, 1900-1930:


Ιβάν Κλιούν, Κόκκινο φως. Σφαιρική Σύνθεση, περ. 1923. Λάδι σε μουσαμά, 69,1 x 68,9 εκ. Κρατικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, Συλλογή Κωστάκη, Θεσσαλονίκη




Ο δεύτερος πίνακας ως τον ερχόμενο Απρίλη, στα πλαίσια της έκθεσης Στα Άδυτα της Εθνικής Πινακοθήκης, στο τμήμα της Μεταπολεμικής Τέχνης που εκτίθεται στην Εθνική Γλυπτοθήκη:

Θεόδωρος Στάμος, Ατέρμονο Πεδίο - Σειρά Σούνιο ΙΙΙ, 1971. Ακρυλικό και λάδι σε μουσαμά, Εθνική Πινακοθήκη, αρ. έργου 4783, Αθήνα (δωρεά του καλλιτέχνη)




Στην πρώτη έκθεση, της Ρωσικής Πρωτοπορίας, προβάλλονται και τρεις σοβιετικές ταινίες επιστημονικής φαντασίας (η μία κινουμένων σχεδίων), δύο του 1924 και μία του 1936, και οι τρεις με ταξίδι στον Άρη. Τη μία (Διαπλανητική Επανάσταση, κινούμενα σχέδια, 1924) μπορείτε να τη δείτε καθαρότερα απ' ό,τι στην έκθεση, στο Youtube εδώ. Την άλλη (Αελίτα, 1924), και αυτήν καθαρότερα και ολόκληρη (ενώ στην έκθεση έχει μόνο τις σκηνές από τον Άρη) πάλι στο Youtube, σε συνέχειες εδώ. Της τρίτης (Ταξίδι στο Διάστημα, 1936) στο Youtube βρήκα μόνο τρέιλερ, εδώ, ενώ στην έκθεση προβάλλεται ολόκληρη.

Σάββατο, Δεκεμβρίου 26, 2009

Στρέλλα

Πολύ καλή η "Στρέλλα", η τελευταία ταινία του Πάνου Κούτρα. Επιτέλους μια ελληνική ταινία που έχει καλό σενάριο, με ανατροπές, διαλόγους φυσικότατους χωρίς ν' αποτελούν σειρά από ατάκες για κωμική σειρά, με φυσικό και πειστικό παίξιμο από τους ηθοποιούς, με καλή ρεαλιστική φωτογραφία και με μια Αθήνα που την αναγνωρίζω σαν την πόλη μου, όπως είναι, χωρίς μύθους και αντιμύθους.
Και ο "Κυνόδοντας" δεν είναι απορριπτέα ταινία, γιατί είναι καλογυρισμένος, με σφιχτό μοντάζ και καλές ερμηνείες. Αλλά η ιστορία του, ένα εφιαλτικό παραμύθι, είναι σχηματική. Στη Στρέλλα, αντιθέτως, παρακολουθούμε μια ιστορία που στάζει πραγματικότητα.
Εν τω μεταξύ, διαπιστώνω ότι στο διαδίκτυο υπάρχουν και διάφοροι τύποι που έχουν ξεσπαθώσει και ζητούν "θάνατο ή φυλακή για τους gay". Παρά δε τη δήλωση του σκηνοθέτη, ότι θεωρεί την ταινία του μια queer ταινία, εγώ την είδα απλά σαν μια ταινία για τις ανθρώπινες σχέσεις.
Το ότι η ταινία αυτή απορρίφτηκε από το ΕΚΚ λέει τα πάντα για το κατάντημα του τελευταίου. Όσο περισσότερα τα βραβεία, τόσο ηχηρότερο το χαστούκι, ευτυχώς.

Την άποψή μου περί μη queer ταινίας, παρά τη δήλωση του ίδιου του δημιουργού της, τη βρήκα και σε μια κριτική του Θανάση Γεντίμη, ο οποίος λέει:
"Παρότι ο σκηνοθέτης της ταινίας Πάνος Χ. Κούτρας επιμένει να χαρακτηρίζει τη «Στρέλλα» ως ένα 'queer' φιλμ, διατηρώ τις επιφυλάξεις μου. Η συζήτηση περί 'queer' ή μη θα μπορούσε να γίνει σε ένα θεωρητικό επίπεδο, είναι προτιμότερο όμως να μείνουμε στην ουσία, στο γεγονός δηλαδή ότι η απόκλιση της ιστορίας από την "ετεροκανονικότητα" δεν αφέθηκε να καπελώσει το συνολικό αποτέλεσμα, αποφεύγοντας επιμελώς σεναριακές ευκολίες και λοιπές υπερβολές."

Την ίδια άποψη έχει και ο πρωταγωνιστής της ταινίας (από την Deutsche Welle):
"Στη συζήτηση με το κοινό ένας θεατής θέτει την ερώτηση, εάν η “Στρέλλα” ανήκει στο είδος του queer cinema, δηλαδή ενός κινηματογράφου που ασχολείται με το θέμα της ομοφυλοφιλίας. Ενώ ο Πάνος Κούτρας απάντησε καταφατικά, ο Γιάννης Κοκκιασμένος, ένας από τους πρωταγωνιστές της ταινίας και δεδηλωμένος ετεροφυλόφιλος, επέμενε πως δεν πρόκειται για queer film, αλλά για μια τρυφερή ταινία."

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 03, 2009

Κοινωνική Σαπίλα

Είδα απόψε την Κοινωνική σαπίλα, ταινία του Στέλιου Τατασόπουλου, του 1932, στη φρεσκοστεγασμένη Ταινιοθήκη. Για τα μέτρα της εποχής στην Ελλάδα, πρέπει να ήταν πολύ ρηξικέλευθο. Το σενάριο, βέβαια, προσχηματικό:

Ένας φτωχός φοιτητής μαθαίνει από τον πατέρα του πως στο εξής πρέπει να κολυμπήσει μόνος του. Πιάνει δουλειά σ' ένα θέατρο, όπου του αναγνωρίζεται το ταλέντο του (παρόλο που δεν μπορεί να πάρει τα πόδια του στις πρόβες του χορευτικού) και γίνεται πρωταγωνιστής!! Έψαχνε για any job, λόγω ανεργίας, είδε μια πόρτα ανοιχτή σ' ένα θέατρο, μπήκε μέσα και... habemus protagonistam! Τέλος πάντων, ερωτεύεται την πρωταγωνίστρια (Νίκι και όχι Νίκη), και, παρόλο που υποτίθεται ότι έπιασε δουλειά για να μπορέσει να συνεχίσει τις σπουδές του, εμείς τον βλέπουμε μαζί με την κοπέλα να σαλιαρίζει στο Φάληρο πίνοντας μπίρες και όχι να μελετά τα βράδια. Η πρωταγωνίστρια πάντως κάποια στιγμή προτιμά έναν γυναικά βιομήχανο ο οποίος της υπόσχεται δικό της θέατρο και θίασο κλπ. Τσιμπάει σαν καμιά χωριατοπούλα κι έτσι ο φτωχός φοιτητής την αποκαλεί πόρνη (διάβασμα χειλιών) και την εγκαταλείπει. Στη συνέχεια αποχωρεί και από το θέατρο όπου δούλευε σαν πρωταγωνιστής. Ο θεατρώνης, πάντως, δεν δείχνει να πολυσκοτίζεται που ο πρωταγωνιστής του τον παρατάει σύξυλο μέσα στη σεζόν, ούτε μαθαίνουμε αν η πρωταγωνίστρια συνεχίζει να παίζει στο θέατρο μετά το σπίτωμά της στου βιομηχάνου.
Ειρήσθω εν παρόδω ότι στην αποκαταστημένη κόπια εμφανίζεται δύο φορές μια σεκάνς από τις πρόβες του θεάτρου, διάρκειας περίπου ενός λεπτού, με απόσταση πενταλέπτου η πρώτη φορά από τη δεύτερη. Δουλειά άραγε της Ταινιοθήκης ή του Τατασόπουλου, ο οποίος μας ειπώθηκε ότι συμμετείχε στο μοντάζ της ταινίας όταν αυτή αποκαταστάθηκε;
Τέλος πάντων, ο εκ νέου άνεργος και πρώην φοιτητής δε βρίσκει δουλειά (δεν το είχε σκεφτεί αυτό όταν παραιτιόταν από το θέατρο) και τελικά πουλάει τα ρούχα του σ'ένα κατάστημα, όπου στη μαρκίζα διαβάζουμε ανάποδα τη λέξη ΕΝΔΥΜΑΤΑ, ως ΑΤΑΜΥΔΝΕ, πράγμα που πάλι με έβαλε σε σκέψη αν οφείλεται σε γκάφα της Ταινιοθήκης κατά την αποκατάσταση της ταινίας ή όχι.
Ο Ντίνος (αυτό είναι το όνομά του) μπλέκει με τον υπόκοσμο αλλά τελικά ξεφεύγει, και μάλιστα από τα ναρκωτικά, για τα οποία μαθαίνουμε ότι διακινούνται ακόμα και στα νοσοκομεία, και επίσης βλέπουμε έναν να κάνει ένεση... στο έξω μέρος του πήχη του! Παραμένει όμως ο Ντίνος χωρίς δουλειά και πεινάει άγρια. Ο θεατρώνης του τον πετυχαίνει στο δρόμο και προσπαθεί να τον πείσει να επιστρέψει στο θέατρο, αλλά εκείνος αρνείται παρά την πείνα του. Φαίνεται πως ο σκηνοθέτης, σε μια σχιζοφρενική αυτοάρνηση του επαγγέλματός του, ταυτίζει μέσα στην ιστορία του τον κόσμο του θεάματος με την κοινωνική σαπίλα της μπουρζουαζίας (βλ. παρακάτω την περίπτωση της κατάληψης της Λυρικής, πέρσι στα Δεκεμβριανά). Αλλιώς, είναι απορίας άξιον γιατί δεν γυρνά, μια και μάλιστα η συμπρωταγωνίστριά του φαίνεται να μη δούλεψε άλλο εκεί μετά το σπίτωμά της στου βιομηχάνου. Τέλος, λιποθυμά μες στο δρόμο. Κάτι καπνεργάτες τον περιμαζεύουν, τον συνεφέρνουν και του βρίσκουν δουλειά στο καπνεργοστάσιο που δουλεύουν κι αυτοί. Εκεί ο Ντίνος "δεν αργεί να γίνει ηγετικό συνδικαλιστικό στέλεχος", προφανώς με την ίδια ραγδαία ανέλιξη που είχε γίνει και πρωταγωνιστής του θιάσου! Οργανώνεται μια εργατική συγκέντρωση-ομιλία, όπου επεμβαίνει η αστυνομία και γίνεται της τρελής (έχει πλάκα η σκηνή), και ο Ντίνος συλλαμβάνεται και καταλήγει μαζί με πολλούς άλλους "πολιτικούς κρατουμένους" στη φυλακή, παρέα με "τους ποινικούς και τους αλήτες". Και εδώ πάλι εμφανίζεται μια σεκάνς από τη ζωή της φυλακής δύο φορές, ολόιδια.
Ο βιομήχανος διαβάζει για τη σύλληψη του Ντίνου και δείχνει το άρθρο της εφημερίδας στη Νίκι. Αυτή συγκινείται (κομμάτι αργά) και τρέχει παντού για να πετύχει την αποφυλάκισή του, άγνωστο με ποια ιδιότητα, αφού ο βιομήχανος την είχε σπιτώσει αλλά όχι παντρευτεί, άρα με ποιο κοινωνικό κύρος προσπαθεί να βοηθήσει τον Ντίνο; Τέλος πάντων, τελικά τον επισκέφτεται στη φυλακή αλλά αυτός τη σνομπάρει, κι έτσι εκείνη φεύγει. Μετά από λίγο καιρό η Νίκι ανακαλύπτει πως ο βιομήχανος, εκτός από μπεκρής, πηγαίνει και με διάφορες άλλες γυναίκες. Τον αποκαλεί "άθλιο" (διάβασμα χειλιών) και τον εγκαταλείπει. Πηγαίνει έξω από τη φυλακή όταν αποφυλακίζεται ο Ντίνος, μα εκείνος και πάλι δεν της μιλά. Απελπισμένη, κάθεται μόνη της σ' ένα καφενείο, όπου την πλευρίζει ένας σωματέμπορος που αργότερα την ωθεί να εκπορνευτεί με το ζόρι. Γίνεται βαβούρα και μαζεύεται κόσμος, μαζί τους κι ο Ντίνος που έτυχε να περνά από κάτω. Ανεβαίνει, βάζει ένα χαρτονόμισμα στο τραπέζι (για να εξαγοράσει την ελευθερία της Νίκις;) αλλά φεύγει χωρίς να την καταδεχτεί. "Θέλει να ξεκόψει από το παρελθόν", λέει το σχόλιο της ταινίας. "Ξέρει ότι τον περιμένουν οι σύντροφοί του στον αγώνα ενάντια στην κοινωνική σαπίλα". Άρα η ταινία δεν έχει χάπυ εντ, παρά το ότι η Νίκι εγκατέλειψε το βιομήχανο και μάλιστα έγινε και θύμα σεξουαλικοοικονομικής εκμετάλλευσης από τον σωματέμπορο, άρα έγινε προλετάρια. Αφήνω το απίστευτο του ότι μια πρωταγωνίστρα θεάτρου, αντί να γυρίσει στο θέατρο, γίνεται παρ' ολίγον λαϊκή πόρνη. Σε αυτή την άρνηση του Ντίνου να ξαναβρεί τη χαμένη του αγάπη παρά την προφανή ψυχική μεταστροφή της ηθοποιού, διαβλέπω μιαν εξαιρετικά τσιγκούνικη και μοραλιστική-αντιδραστική αντιμετώπιση της γυναίκας από τον Τατασόπουλο.

Σημασία λοιπόν είχε προφανώς να περάσει το εξαιρετικά απλοϊκό μήνυμα, μήνυμα καταγγελίας της σάπιας κοινωνίας και εξύψωσης του εργατικού κινήματος, με τον σάπιο βιομήχανο, τη σάπια γυναίκα και τους αγνούς εργάτες-φτωχούς φοιτητές.

Αναφέρθηκα πιο πάνω στην κατάληψη της Λυρικής πέρσι. Σε κάθε κοινωνική κρίση, όπως η περσινή, ακούγονται και λέγονται, εκτός από τα πολύ σωστά, και οι μεγαλύτερες κοτσάνες. Κάποιοι από τους καταληψίες, ας πούμε, κυκλοφόρησαν τότε μια προκήρυξη που εν ολίγοις έλεγε ότι "όταν οι Γερμανοί σκοτώνανε, η Λυρική ανέβαζε το τάδε έργο. Όταν μετά τη Βάρκιζα οι μοναρχοφασίστες σκοτώνανε, η Λυρική ανέβαζε το τάδε έργο. Όταν η χούντα βασάνιζε το '73 μετά το Πολυτεχνείο, η Λυρική ανέβαζε το τάδε έργο." Κλπ. κλπ. Ταύτιζε δηλαδή την ίδια τη λειτουργία της Λυρικής ως μουσικού θεάτρου με την κοινωνική αναλγησία. Θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν το ίδιο σχήμα και, αντί να μιλήσουν για το τι έκανε η Λυρική κάθε στιγμή, να μιλήσουν για το τι έκανε "του Λινάρδου η ταβέρνα" κάθε στιγμή. "Όταν οι Γερμανοί έκαναν το μπλόκο της Κοκκινιάς, ο Βαμβακάρης έγραφε το 'Σκύλα μ' έκανες και λιώνω' ", κοκ.:


Δευτέρα, Μαρτίου 10, 2008

No Country for Old Men, Ethan και Joel Cohen

Καταρχήν, τι πανάθλια απόδοση του τίτλου στα ελληνικά: "Καμιά πατρίδα για τους μελλοθάνατους"!

Πολύ δήθεν έργο. Επειδή δεν αξίζει να χάνω την ώρα μου παραπάνω, παραπέμπω σ' ένα σχόλιο από το International Movie Database, που με εκφράζει απολύτως: http://www.imdb.com/title/tt0477348/usercomments (Despicable Snuff Film with Pseudo-Intellectual Pretensions, 16 December 2007)

Σφουγγαράδες, του Μάνου Ζαχαρία

Το σενάριο (ιστορία: Νίκος Κάσδαγλης, σενάριο: Γιώργος Σεβαστίκογλου, Σοβιετική Ένωση, 1960) μπάζει νερά:

1) Δεν πολυστέκει ο αντίζηλος του Νικολού πρώτα να φερθεί με μικροπρέπεια, να πάει δηλαδή να πιάσει στα πράσα το Νικολό και την Ελένη μέσα στη βάρκα, και μετά να μετανιώσει τόσο πολύ που να γίνει ο καλύτερος φίλος του αντίζηλού του. Επίσης, αφού δεν τον κάρφωσε αυτός και η παρέα του στον πατέρα της Ελένης, ποιος τον κάρφωσε;

2) Το όνομα "καπετάν-Αλίμονος" δε στέκει. Σιγά μην είχε τέτοιο όνομα, και μάλιστα όχι παρατσούκλι που θα το λέγανε γι' αυτόν πίσω από την πλάτη του αλλά επίσημο όνομα, που του το λέγανε μπροστά του. Πάντως στα ρώσικα το όνομα ακούγεται Αλίμανος. Λογοπαίγνιο;

3) Η ιστορία με το "πειραγμένο" αμμωτό δε στέκει. Ο καπετάν-Αλίμονος λέει στο τσούρμο του ότι, για να πιάσουνε πολλά σφουγγάρια, στο εξής θα βουτάνε πιο βαθιά, αλλά, επειδή δεν έχουν τα κατάλληλα μηχανήματα, θα βουτάνε αντί για 15 λεπτά, 10. Και μετά φέρνει ένα "πειραγμένο" αμμωτό, που αδειάζει όχι σε 10 αλλά σε 20 λεπτά! Και οι άντρες του δεν παίρνουνε χαμπάρι, λες και το πέρασμα του χρόνου (και τι χρόνου: θανάσιμου!) μετριέται μόνο με το αμμωτό και όχι εμπειρικά από τον καθέναν, μέσα του. Αυτό όχι μόνο υποτιμά τη νοημοσύνη του θεατή αλλά αμαυρώνει και την εικόνα αυτών των αντρών. Καθυστερημένοι διανοητικά να ήταν, θα το καταλάβαιναν. Αλλά και οι χειριστές της αντλίας του αέρα σίγουρα θα μετρούσαν (από καθαρά δικό τους ενδιαφέρον) πόσες περιστροφές έκαναν στη ρόδα της αντλίας αέρα μέσα στο χρόνο των 15 λεπτών παλιότερα, και πόσες περιστροφές έκαναν τώρα, με το πειραγμένο αμμωτό των δήθεν 10 λεπτών, και θα έβλεπαν ότι έκαναν πολύ παραπάνω.

Αλλά πρέπει βλέπεις να υπηρετηθεί η κεντρική ιδέα, που είναι η ένταση της εκμετάλλευσης που προκύπτει από την ένταση του ανταγωνισμού μεταξύ καπετάνιων. Ε, λάθος τρόπο διάλεξε ο σεναριογράφος!

4) Ο Μπαμπούρης είναι ένας ανάπηρος πρώην δύτης χτυπημένος από την αρρώστια. Ακούει κατά τύχη τη συζήτηση ανάμεσα στον καπετάν-Αλίμονο και στον άνθρωπο που "πείραξε" το αμμωτό για λογαριασμό του, έτσι ώστε να αδειάζει όχι σε 10 αλλά σε 20 λεπτά. Στη συνέχεια, το λέει στο φίλο τού Νικολού, και αυτός στο Νικολό, ο οποίος κάνει μήνυση στον καπετάνιο. Κάπου εκεί, ο Μπαμπούρης αυτοκτονεί. Και αυτό μου φαίνεται απίθανο. Πάνω που βρήκε ο Μπαμπούρης ένα σκοπό στη σακάτικη ζωή του, πάει και δαγκώνει ένα μασούρι δυναμίτη και τινάζει τα μυαλά του στον αέρα; Κουφό.

Γενικά, το έργο είναι ωραίο, αλλά το σενάριο έχει τις παραπάνω αδυναμίες. Και μου τη σπάνε τα αδούλευτα σενάρια.

Τρίτη, Ιουλίου 31, 2007

Ερόικα του Κακογιάννη

Είδα απόψε την Ερόικα του Κακογιάννη (αγγλικός τίτλος: Our last spring), ταινία του 1960 με μουσική επένδυση Αργύρη Κουνάδη και καλλιτεχνική διεύθυνση Γιάννη Τσαρούχη. Πέρα από την όμορφη φωτογραφία, την ποιητική-ρομαντική ατμόσφαιρα και το γεγονός ότι οι δύο φίλοι, Αλέκος και Λοΐζος, είναι ως ηθοποιοί "άπαξ εμφανιζόμενοι" και μπορούν έτσι να μείνουν μέσα στη φαντασία μου αταύτιστοι με άλλους ρόλους, σαν άφθαρτοι Απόλλωνες του αετώματος της Ολυμπίας, με συγκίνησαν και οι τοποθεσίες:

α) το Ναύπλιο με την πλατεία, με το λιμάνι όπου στο βάθος πεδίου διακρίνεται η Λάρισα του Άργους, και με το "σχολείο" (στην ταινία), νυν παράρτημα Ναυπλίου της Εθνικής Πινακοθήκης·
β) η παραλία του Τολού σε π.Β. (προ Βιασμού) εποχή·
γ) το κάστρο της Ασίνης, και
δ) ο ναός της Αφαίας στην Αίγινα, με τη θέα του προς την άχτιστη ακόμα Αγια-Μαρίνα.

Εκείνο που δεν αναγνώρισα, ήταν το μεγάλο σπίτι του Λοΐζου. Βρίσκεται στο Ναύπλιο; Δεν το 'χω δει. Μπορεί κανείς να με φωτίσει;