Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βραζιλία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βραζιλία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 15 Μαΐου 2025

Φαινότυποι - Paulo Scott

Η Βραζιλία, αναλογικά με το μέγεθός της, ίσως να είναι η πλέον «αδικημένη» λογοτεχνικά χώρα στα διαβάσματά μου. Για να επιβεβαιώσω την υποψία μου αυτή, ανέτρεξα στο αρχείο του μπλογκ, επτά συγγραφείς όλοι και όλοι, μόνο μία γυναίκα, εννέα κείμενα συνολικά, κάθε άλλο παρά πλούσια συγκομιδή, δηλαδή, η διαίσθησή μου αποδείχτηκε σωστή. Αντίθετα με άλλες γωνιές του πλανήτη, στη λογοτεχνία των οποίων με φοβίζει και με κρατάει μακριά η εξωτικότητα, η Βραζιλία, πάντα λογοτεχνικά μιλώντας, μοιάζει να είναι «θύμα» της συγκυρίας, απλά έτυχε, σκέφτομαι, όσο κάτι μπορεί να τύχει. Όταν έπιασα στα χέρια μου το μυθιστόρημα του Πάουλο Σκοτ, Φαινότυποι, που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Gutenberg σε μετάφραση Αθηνάς Ψυλλιά, δεν σκεφτόμουν καθόλου κάποιας μορφής επανόρθωση, η επιθυμία μου να διαβάσω άμεσα το βιβλίο αυτό είχε κυρίως να κάνει με τη μεταφραστική υπογραφή και το ένστικτο.

Τα τελευταία χρόνια, καλοδεχούμενα, η λογοτεχνική παραγωγή εμπλουτίζεται με ολοένα και περισσότερα δείγματα μεταποικιακής γραφής, τα θύματα παίρνουν, έστω και ετεροχρονισμένα, τον λόγο από τους λευκούς άντρες που διατηρούσαν για πολύ καιρό το μονοπώλιο, γράφοντας την ιστορία ως είθισται να κάνουν οι νικητές. Ένα από τα οφέλη της λογοτεχνίας είναι η επαφή με πράγματα προφανή που ωστόσο ποτέ δεν είχαν πάρει συγκεκριμένη μορφή στο μυαλό του αναγνώστη. Στην προκειμένη περίπτωση ο ρατσισμός με βάση το χρώμα του δέρματος στη Βραζιλία, προφανές αλλά δεν το είχα ποτέ κάνει λέξεις. Αντλώ συνοπτικά από το επίμετρο της μεταφράστριας: «Η κατασκευή ταυτότητας του μαύρου ατόμου στη Βραζιλία είναι μια κατασκευή της λευκοκρατίας, που θέλησε να πειθαρχήσει και να ιεραρχήσει τις μαύρες και τους μαύρους σύμφωνα με τη χρώση του δέρματός τους, δηλαδή σύμφωνα με τον ευκολότερο τρόπο να διακρίνει οπτικά τον άλλον, και να κατανοεί όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που μπορούν να τον συνδέσουν με την αφρικανικότητα» (Devulsky, 2021, σ. 26). Ρατσισμός γνωστός και ως κολορίσμο.

Ο Φεντερίκο και ο Λορένσο είναι αδέρφια, από τους ίδιους γονείς, ο Φεντερίκο περνά για λευκός, ο Λορένσο είναι μαύρος, ο πρώτος απολαμβάνει τα προνόμια, αλλά και την ενοχή αυτών, ο άλλος υπόκειται στην αγριότητα του ρατσισμού. Ο Φεντερίκο, σε πρώτο πρόσωπο, αφηγείται μια ιστορία σε τρία μέρη, που διαδέχονται το ένα το άλλο, ώσπου να έρθουν να συναντηθούν και να δώσουν το πλήρες ανάπτυγμα. Οι αναλήψεις από το κοντινό και μακρινό παρελθόν, η συμμετοχή του σε μια επιτροπή με θέμα τις ποσοστώσεις των φοιτητών στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και τα μπλεξίματα της ανιψιάς του η οποία συλλαμβάνεται σε μια διαμαρτυρία με όπλο στην κατοχή της. Ο Σκοτ με μια πρόζα σαγηνευτική, δείγμα λογοτεχνίας υψηλής στάθμης, οργανώνει μαεστρικά το ετερόκλητο αυτό υλικό, πετυχαίνοντας να απαλλαγεί από θεματική μονομέρεια και να αποδώσει με ρεαλιστικό τρόπο τη ζωή του Φεντερικό και της οικογένειάς του. Παρότι, θέλω να πω, το κυρίως θέμα μοιάζει να είναι η πολεμική που η ποσόστωση των φοιτητών εγείρει στη βραζιλιάνικη κοινή γνώμη, ο Σκοτ δεν εγκλωβίζεται σε αυτό, δεν επιθυμεί άλλωστε να καταθέσει με τρόπο δοκιμιακό την άποψή του, σκοπός του είναι η παραγωγή λογοτεχνίας, να γράψει ένα μυθιστόρημα, ένα πολύ καλό μυθιστόρημα για την ακρίβεια.

Δεν μπορώ να μιλήσω με βεβαιότητα για το μακρινό παρελθόν, θεωρώ ωστόσο πως η απόλυτη προσήλωση ενός ατόμου σε έναν σκοπό, χωρίς η λογοτεχνική αποτύπωση της προσήλωσης αυτής να διανθίζεται και με το υπόλοιπο εύρος της καθημερινότητάς του, πράγματα μικρά και ασήμαντα, όπως μια ερωτική απογοήτευση ή οι αναμνήσεις από τα παιδικά χρόνια ή, ακόμα ακόμα, η επιθυμία για μια μπύρα ένα ζεστό απόγευμα, αλλά και πράγματα πιο σημαντικά όπως τα μπλεξίματα της ανιψιάς του με τον νόμο ή η ενοχή που το τυχαίο προνόμιο γεννά, κάτι το χαλκευμένο και διόλου πειστικό θα είχε ως αποτέλεσμα, ιδιαίτερα στην πρωτοπρόσωπη αφήγηση του Φεντερίκο. Όχι γιατί απαραίτητα η σύγχρονη ζωή δεν διέπεται από υψηλά ιδανικά, αλλά γιατί είναι πολύ πιο σύνθετη και διασπασμένη, και η λογοτεχνία, σκιαγραφώντας την οφείλει να αποδεχτεί το χαρακτηριστικό της αυτό, αν επιθυμεί να μπορεί να σταθεί αντιπροσωπευτική αυτής, να μην ξενίζει.

Ισχυρίζομαι συχνά πως στη λογοτεχνία το πώς έχει μεγαλύτερη σημασία από το τι, καθώς όλες οι ιστορίες μοιάζει να έχουν ειπωθεί, ωστόσο, βιβλία όπως αυτό, έρχονται να λειτουργήσουν ως εξαιρέσεις ενός κανόνα φαινομενικά παντοδύναμου μες την απλοϊκότητα της διατύπωσής του. Οι Φαινότυποι πέρα από την τεχνική τους αρτιότητα, ή ίσως και ως αποτέλεσμα αυτής, αφηγούνται μια τρομερά ενδιαφέρουσα ιστορία, απαλλαγμένη από την υπερβολή και την εξωτικότητα. Ο καλοδουλεμένος μακροπερίοδος λόγος, η απαλοιφή των περιττών σημείων στίξης, η ενσωμάτωση του πλάγιου λόγου στην πρόζα, το γαϊτανάκι αλληλοδιαδοχής των ιστοριών, τα δευτερεύοντα πρόσωπα της πλοκής που έχουν διαστάσεις, το ταπεινό με το υψηλό στη σκέψη, η ανθρωπινότητα, η αποφυγή διδακτισμού και κατήχησης, η μη διάκριση σε ζεύγη λευκού μαύρου, η έλλειψη εκβιασμού στο συναίσθημα, συναίσθημα που κατακλύζει το μυθιστόρημα από άκρη σε άκρη, όσα δεν λέγονται αλλά συμβαίνουν, είναι μερικά μόνο από τα χαρακτηριστικά εκείνα της γραφής του Σκοτ που καθιστούν το μυθιστόρημα αυτό σπουδαίο, πράγματι σπουδαίο χωρίς να το φωνάζουν, χωρίς να το απαιτούν, χωρίς να περιαυτολογούν, χωρίς να λένε διαρκώς και επισταμένως: δείτε με, δείτε με τι σπουδαία που γράφω.

Χαρακτήρισα παραπάνω την πρόζα του Σκοτ σαγηνευτική. Δεν είμαι σίγουρος αν αυτό είναι το κύριο γνώρισμά της ή αν αυτή η αίσθηση έχει να κάνει με την αβίαστη ροή της, σίγουρα δουλεμένης ξανά και ξανά, πρόταση την πρόταση, λέξη τη λέξη, μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια, το ίδιο, πώς αλλιώς, ισχύει και για τη μετάφραση της Ψυλλιά, και ας πρόκειται για αίσθηση και όχι για κάτι που μπορώ τεχνικά να αποδείξω.

Οι Φαινότυποι, σήμερα έχουμε δεκαπέντε Μαΐου, είναι σίγουρα ένα από τα βιβλία της χρονιάς μου.

υγ. Για τα υπόλοιπα βιβλία προερχόμενα από τη Βραζιλία περισσότερα μπορείτε να βρείτε εδώ.

Μετάφραση Αθηνά Ψυλλιά
Εκδόσεις Gutenberg

Δευτέρα 27 Ιανουαρίου 2025

Αρχαία καλλιέργεια - Raduan Nassar

Στα τέλη της περασμένης χρονιάς κυκλοφόρησε, επιτέλους και στα ελληνικά, η νουβέλα ενός αναχωρητή της λογοτεχνίας, του Ραντουάν Νασσάρ, το Ένα ποτήρι οργή (1978). Πρόσφατα, πάλι σε μετάφραση της Αθηνάς Ψυλλιά, κυκλοφόρησε το έτερο λογοτεχνικό έργο τού γεννημένου στη Βραζιλία από Λιβανέζους γονείς συγγραφέα, η Αρχαία καλλιέργεια (1975). Όσο ξαφνικά εμφανίστηκε  ο Νασσάρ στα βραζιλιάνικα γράμματα, τόσο ξαφνικά αποχώρησε από τη λογοτεχνική σκηνή, καταφεύγοντας στην ιδιωτεία της απασχόλησης με τη γη και τα ζώα. Η βράβευσή του το 2016 με το βραβείο Camões, του σημαντικότερου παράσημου της πορτογαλικής και βραζιλιάνικης λογοτεχνίας, τράβηξε το ενδιαφέρον με αποτέλεσμα τη μετάφραση του έργου του σε αρκετές γλώσσες.

Ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής, ένα από τα παιδιά μιας πολυμελούς οικογένειας που ζει σε ένα υποστατικό, ασχολούμενη με τη γεωργία και την κτηνοτροφία, εγκαταλείπει την πατρική εστία και περιπλανιέται στον ως τότε άγνωστο πέρα κόσμο. Ο μεγάλος του αδερφός θα τον ξετρυπώσει σε ένα παλιό πανδοχείο της επαρχίας και θα του ζητήσει να επιστρέψει μαζί του. Μια ιστορία γνώριμη, εκείνη του γιου που δυσανασχετεί υπό το βάρος της πατρικής φιγούρας και δραπετεύει, αφήνοντας την οικογένεια σε θρήνο, να προσεύχεται για την επιστροφή του, αποφασισμένη να τον δεχτεί πίσω με ένα μεγάλο γλέντι προς τιμή του.

Τα τελευταία χρόνια, η σύγχρονη λογοτεχνία ασχολείται αρκετά με τη φυγή από την οικογενειακή εστία, από τον ασφυκτικό εκείνο μικρόκοσμο, μια νησίδα στο στενό πέλαγος της τοπικής κοινωνίας, φυγή προς έναν τόπο με περισσότερο οξυγόνο, ανοχή και προοπτικές. Η λογοτεχνία ωστόσο δεν είναι αποτέλεσμα παρθενογένεσης, όλα, ή σχεδόν όλα, έχουν κιόλας ειπωθεί, το ανθρώπινο βίωμα στον πυρήνα του διαθέτει μια εντυπωσιακή ομοιομορφία, δουλειά του συγγραφέα είναι να το αποτυπώσει με τρόπο που να το καθιστά σημαντικό και διαχρονικό, προσδίδοντάς του μια όψη οικουμενική, χαράσσοντας ένα κοινό έδαφος με τον αναγνώστη.

Εκείνο που είναι εντυπωσιακό στην περίπτωση του Νασσάρ, και γενικότερα στη σπουδαία λογοτεχνία, είναι η διακριτή αφηγηματική φωνή που διατρέχει το έργο του, παρότι δημοσίευσε μόλις δύο βιβλία, που για άλλους θα ήταν αναγνωριστικά και διερευνητικά των προθέσεων και της φιλοδοξίας, ο Νασσάρ έχει κιόλας βρει τη φωνή του, τον τρόπο, τη γωνιά και τα φίλτρα θέασης του κόσμου γύρω του. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα μια κοινότοπη ιστορία, όπως αυτή της Αρχαίας καλλιέργειας, ενός απολωλότος προβάτου που καλείται να επιστρέψει, παρά τη φαινομενική αναγνωστική εξοικείωση, να εντυπωσιάζει με τον απαράμιλλο τρόπο με τον οποίο ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής εξιστορεί όσα τον οδήγησαν στη φυγή, όσα θα κουβαλήσει μαζί του στην επιστροφή.

Η φιγούρα του πατέρα, κυρίως τα λόγια του, μια ιδιότυπη έκφραση συναισθήματος που περισσότερο προσιδιάζει σε διαταγή παρά σε αγάπη έτσι όπως προστάζει τα μέλη της οικογένειας να αγαπιούνται, να αλληλοστηρίζονται, να βοηθούν το ένα το άλλο, στη δουλειά και στη ζωή γενικότερα. Ο πατέρας που κάθεται πάντοτε στην ίδια θέση στο τραπέζι με ένα μεγάλο επιτοίχιο μηχανικό ρολόι πίσω του να σημαίνει εξίσου αυστηρά τον χρόνο που περνά, ο πατέρας που ξέρει τα πάντα, γνωμοδοτεί για τα πάντα, αποφασίζει τα πάντα, ρίχνει τη σκιά του στα πάντα.

Ο Νασάρ λαμβάνει μια επίφοβη επιλογή, την αναντιστοιχία του περιεχομένου των λόγων, κυρίως του πατέρα, αλλά και του νεαρού γιου, με το μορφωτικό επίπεδο το οποίο ο αναγνώστης υποθέτει πως μια αγροτική οικογένεια, αποκομμένη από τον έξω κόσμο, διαθέτει. Στο ίδιο αυτό πλαίσιο περιλαμβάνεται και η επιλογή ενός μακροπερίοδου, περίτεχνου λόγου, με την τελεία να καθυστερεί και να μην έρχεται συνήθως παρά μόνο στο τέλος των κεφαλαίων που συνθέτουν το μυθιστόρημα. Είπαμε όμως, ο Νασάρ κυριαρχεί του αφηγηματικού τρόπου, της φωνής με την οποία αφηγείται, κάτι που ως αποτέλεσμα έχει την έντονη αντίστιξη, που ωστόσο δεν ξενίζει τον αναγνώστη, άπαξ και την αποδεχτεί και την αφήσει να τον παρασύρει μαζί της.

Αδιαμφισβήτητα η καλή μετάφραση είναι η απαραίτητη διαμεσολάβηση, κάτι το οποίο αποτελεί μια σταθερά, ωστόσο, σε έργα όπως αυτό, το διακύβευμα είναι ακόμα πιο σημαντικό, οι αποχρώσεις πιο λεπτομερείς και εδώ η υπογραφή της Αθηνάς Ψυλλιά αποτελεί τη σχετική εγγύηση.

Ο Νασσάρ είναι ένας σύγχρονος κλασικός της λογοτεχνίας, η Αρχαία καλλιέργεια ένα σημαντικό μυθιστόρημα.

(το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών)

υγ. Για το Ένα ποτήρι οργή, περισσότερα θα βρείτε εδώ.

Μετάφραση Αθηνά Ψυλλιά
Εκδόσεις Πατάκη

Πέμπτη 14 Νοεμβρίου 2024

Στραβό αλέτρι - Itamar Vieira Junior

Υπάρχει μια φαινομενική δυσαναλογία ανάμεσα στο μέγεθος της Βραζιλίας και της λογοτεχνίας που φτάνει εξ αυτής μεταφρασμένη στη χώρα μας, ειδικά αν συνυπολογίσει κανείς το τι συμβαίνει με τις λοιπές λατινοαμερικάνικες χώρες. Στα τέλη της προηγούμενης και στις αρχές της τρέχουσας χρονιάς, ένα κενό καλύφθηκε με την κυκλοφορία, σε μετάφραση Αθηνάς Ψυλλιά, των δύο έργων του σημαντικού Ραντουάν Νασσάρ. Πρόσφατα, από τις εκδόσεις Αίολος και σε μετάφραση Μαρίας Παπαδήμα, κυκλοφόρησε το Στραβό αλέτρι, του Ίταμαρ Βιέιρα Ζούνιορ, που κατάφερε να συμπεριληφθεί στην τελική λίστα των υποψήφιων βιβλίων για το Βραβείο Booker International για την περασμένη χρονιά.

Είναι μια ιστορία από το πρόσφατο παρελθόν, όταν, παρότι η δουλεία είχε δια νόμου καταργηθεί, ένα μεγάλο μέρος του αγροτικού πληθυσμού συνέχισε να ζει σε συνθήκες σχεδόν πλήρους στέρησης δικαιωμάτων, δουλεύοντας από ανατολή σε δύση, από Κυριακή σε Κυριακή, για λογαριασμό πλούσιων γαιοκτημόνων, που μόνο ως επισκέπτες και εισπράκτορες της παραχθείσας υπεραξίας καταδέχονταν να επισκεφθούν την ύπαιθρο εγκαταλείποντας για λίγο την αστική τους καθημερινότητα.

Δύο αδερφές, η Μπιμπιάνα και η Μπελονίζια, γεννημένες στην Άγκουα Νέγρα, θα βρουν στη βαλίτσα της γιαγιάς τους, ανάμεσα σε άλλα μικροπράγματα, ένα εντυπωσιακό μαχαίρι με λαβή από ελεφαντόδοντο. Η παιδική περιέργεια, εκδηλωμένη σε διάθεση για σκανταλιά, θα της οδηγήσει να δοκιμάσουν τη γεύση της κοφτερής λεπίδας στη γλώσσα τους. Η επίσκεψη στο νοσοκομείο, λεύγες μακριά από το αγρόκτημα, δεν θα γιατρέψει το κακό. Το ατύχημα θα καταστήσει μουγκή τη μια τους. Έτσι, η μια γίνεται η φωνή της άλλης, το δέσιμο μεταξύ τους γίνεται ακόμα πιο ισχυρό.

Χωρισμένο σε τρία μέρη, το μυθιστόρημα του γεννημένου το 1979 συγγραφέα συνομιλεί με αξιώσεις με τη λογοτεχνική παράδοση του μαγικού και του κοινωνικού ρεαλισμού, αποδεικνύοντας πως ο τρόπος διαχείρισης της –λογοτεχνικής– παράδοσης μπορεί να την καταστήσει επίκαιρη και όχι αναμασημένη τροφή. Βρισκόμαστε σε μια εποχή που η πίστη στο μεταφυσικό στοιχείο είναι διάχυτη, πριν ο εκχριστιανισμός επικρατήσει ολοκληρωτικά στους απόκληρους της βραζιλιάνικης κοινωνίας, όταν οι ψυχές των γητεμένων συνέχιζαν να κυκλοφορούν και μετά τον θάνατό τους, όταν οι αρρώστιες αντιμετωπίζονταν με γιατροσόφια από βότανα, θυσίες και προσευχές, όταν η πρόσβαση στην παιδεία ήταν αδύνατη. Η ιστορία δεν περιορίζεται ωστόσο στα στενά όρια ενός παραμυθιού, αλλά διαθέτει τον απαραίτητο κοινωνικό ρεαλισμό, πετυχαίνοντας να αποτυπώσει με ευκρίνεια εκείνες τις άγονες ζωές.

Η παραγωγή καλής λογοτεχνίας, πρωτεύων συγγραφικός στόχος του Ίταμαρ Βιέιρα Ζούνιορ, δεν αποκλείει την ανάδειξη της πολιτικής διάστασης της ιστορίας αυτής, δεν την καλλωπίζει, δεν την αφήνει στη λήθη του παρελθόντος και στο περιθώριο της κυρίαρχης αφήγησης του προνομίου, χωρίς ωστόσο να εγκλωβίζεται σε μια, χωρίς λογοτεχνικό ενδιαφέρον, κοινωνιολογική και ανθρωπολογική δοκιμιακή γραφή. Πετυχαίνει έναν συνδυασμό δύσκολο σε σύλληψη και εκτέλεση, ιδιαίτερα απολαυστικό στην ανάγνωση, χωρίς να απουσιάζει η γεύση της σκόνης από το στόμα.

Πριν από μια δεκαετία περίπου, σε μετάφραση Γιώργου Ρούβαλη, είχε κυκλοφορήσει ένα σημαντικό βιβλίο σκληρού ρεαλισμού, το Άγονες ζωές του επίσης Βραζιλιάνου Γκρασιλιάνο Ράμος, στεγνό από όμορφες και εξωτικές περιγραφές, υπηρετώντας με απόλυτη προσήλωση τον τίτλο του. Στο επίκεντρο εκείνης της ιστορίας υπήρχε ως κύριο διακύβευμα, για ένα καλύτερο μέλλον, το ζήτημα της πρόσβασης στην παιδεία και της συλλογικής οργάνωσης. Το Στραβό αλέτρι αποτελεί έναν άξιο απόγονο εκείνου του βιβλίου, ενταγμένο ταυτόχρονα στο σύγχρονο πλαίσιο, όπως αυτό έχει διαμορφωθεί με την μεταποικιακή, αλλά και φεμινιστική και κουήρ, λογοτεχνία, όπου η απελευθέρωση και η διεκδίκηση ενός καλύτερου αύριο δεν μπορεί να εγκαταλειφθεί στα χέρια της κυρίαρχης τάξης.

Ωστόσο, ο συγγραφέας υπενθυμίζει διαρκώς, τοποθετώντας τις γυναίκες στο κέντρο της ιστορίας αυτής, πως ακόμα και εντός των πλέον απόκληρων υπάρχει μια ξεκάθαρη διαβάθμιση καταπίεσης, με τις γυναίκες, ήδη από μικρά κορίτσια, να αποτελούν θύματα της πατριαρχικής οργάνωσης –και αυτής– της κοινωνικής μικρογραφίας. Η κοινωνική θέση δεν δικαιολογεί και δεν αθωώνει εκ προοιμίου κανέναν και καμία από την κατηγορία της καταπίεσης και της βίας.

Το Στραβό αλέτρι είναι ένα ωραίο βιβλίο. Καλογραμμένο χωρίς να παραμορφώνει, ρεαλιστικό χωρίς να απολύει τη λογοτεχνική του αξία, ισόποσα σκληρό και ποιητικό, όπως το φυσικό περιβάλλον που το περιβάλλει. Ένα βιβλίο που αξίζει να διαβαστεί και να συζητηθεί, και ίσως, ποιος ξέρει, να εντείνει το ενδιαφέρον προς τη βραζιλιάνικη λογοτεχνία.

υγ. Για τις Άγονες ζωές περισσότερα μπορείτε να διαβάσετε εδώ, για τη νουβέλα του Ραντουάν Νασσάρ, Ένα ποτήρι οργή, εδώ, για το μυθιστόρημά του, Αρχαία καλλιέργεια, εδώ. Ενώ, μιλώντας για βραζιλιάνικη λογοτεχνία, δεν θα μπορούσε να λείπει το όνομα της υπέροχης Κλαρίσε Λισπέκτορ, για το Η ώρα του αστεριού περισσότερα μπορείτε να διαβάσετε εδώ.

(το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Μετάφραση Μαρία Παπαδήμα
Εκδόσεις Αίολος  

Πέμπτη 14 Δεκεμβρίου 2023

ένα ποτήρι οργή - Raduan Nassar

Η συγκυρία σίγουρα είναι καθοριστική. Ωστόσο αυτό ελάχιστα μεταβάλλει την άποψη-θέση, ελπίδα αν προτιμάτε ή ευχή, πως η καλή λογοτεχνία, αργά ή γρήγορα, θα πάρει τη θέση που της αρμόζει, μακριά από πρόσκαιρες μόδες και εκδοτικά πυροτεχνήματα, πως το λογοτεχνικό ποτάμι θα συνεχίσει να φουσκώνει. Μια τέτοια ιστορία θα σας αφηγηθώ, παράλληλη με την πλοκή της νουβέλας ένα ποτήρι οργή του Ραντουάν Νασσάρ, που λίγο καιρό πριν πρωτοκυκλοφόρησε στα ελληνικά με τη μεταφραστική φροντίδα της Αθηνάς Ψυλλιά.

Ο Νασσάρ γεννήθηκε το 1935 στη βραζιλιάνικη πολιτεία του Σάο Πάολο, από μετανάστες Λιβανέζους γονείς, εγκατέλειψε τη Νομική Σχολή στο πέμπτο έτος και στα γράμματα εμφανίστηκε το 1975 με το μυθιστόρημα Αρχαία Καλλιέργεια (σύντομα ελπίζουμε στα ελληνικά από τις εκδόσεις Πατάκη), ενώ το 1978 εκδόθηκε η παρούσα νουβέλα, γραμμένη το 1970. Και ύστερα απόσυρση και σιγή. Σχεδόν αμέσως το όνομά του κατέλαβε εξέχουσα θέση στα βραζιλιάνικα γράμματα. Εκείνος, όμως, προτίμησε να εγκατασταθεί σ' ένα αγρόκτημα. Ώσπου, το 2016, η βράβευσή του με το βραβείο Camões αποτέλεσε την αφορμή το έργο του να μεταφραστεί και να συστηθεί, έστω και αργοπορημένα, με το διεθνές κοινό.

Η ανάσυρση έργων λησμονημένων από το πρόσφατο παρελθόν είναι μια συνήθης εκδοτική τακτική, απόρροια κυρίως των κατά τόπους εθνικών λογοτεχνικών πολιτικών, ενίοτε τεράστια έκπληξη και κάλυψη ενός κενού, άλλοτε απλώς ξαναζεσταμένο φαγητό. Σκεφτόμουν, διαβάζοντας το σχεδόν μυθοπλαστικό αυτό βιογραφικό, έναν τεράστιο της παγκόσμιας γραμματείας, τον Χουάν Ρούλφο, που γνώρισε την καταξίωση με ένα μυθιστόρημα (Πέδρο Πάραμο) και μια συλλογή διηγημάτων (Ο κάμπος στις φλόγες) και ύστερα, παρότι για χρόνια υπήρχε η εξαγγελία για ένα επόμενο μυθιστόρημα, σώπασε, σαν όλα να τα είχε πει.

Πιάνοντας στα χέρια μου το βιβλίο αυτό είχα, λόγω της μεταφράστριας κυρίως, ένα πολύ θετικό αναγνωστικό προαίσθημα, κάτι εξαιρετικό περίμενα να διαβάσω. Σύντομα, από τις πρώτες κιόλας σελίδες, αποδείχτηκε για ακόμα μια φορά πως ιδέα δεν είχα για το τι με περίμενε, ο ορίζοντας προσδοκιών έχασκε εξόχως αυθαίρετος. Σε μια σύντομη νουβέλα, όπως αυτή, λίγα μπορεί κανείς να πει για την υπόθεση χωρίς να κινδυνεύσει να καταστρέψει ή να αλλοιώσει την πρόσληψη και την όποια απόλαυση ενός υποψήφιου αναγνώστη.

Το ένα ποτήρι οργή χωρίζεται σε επτά κεφάλαια, όλα σύντομης έκτασης εκτός του έκτου και προτελευταίου με τον κατατοπιστικό τίτλο Η έκρηξη. Πρόκειται για την πρωτοπρόσωπη αφήγηση της ερωτικής συνάντησης δύο εραστών στην έπαυλη του ανώνυμου αφηγητή, που ξεκινάει με την άφιξή του, ενώ εκείνη, επίσης ανώνυμη, τον περιμένει ήδη. Θα ήταν ωστόσο αρκετό να περιγράψει κανείς την πλοκή ως μια ερωτική ιστορία; Και ναι, και όχι.

Ναι, γιατί αυτό είναι. Η αποτύπωση της λαγνείας και του πάθους, η σεξουαλική δίψα και η ικανοποίησή της, ο σφυγμός που εντείνεται πριν κορυφωθεί, η επαναφορά στην πραγματικότητα μόλις ο πόθος ατονίσει. Όχι, γιατί είναι αρκετά ακόμα. Δεν μιλώ για πράγματα επί της εξέλιξης της πλοκής, όσο για τα υποστρώματα που υποστηρίζουν την επιφάνεια της ιστορίας. Κρυπτικά και υπαινικτικά, κρυμμένα ανάμεσα στις πτυχώσεις των ιδρωμένων σεντονιών, ο Νασσάρ θα εντάξει την παράλληλη κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα, όσο και αν οι δύο εραστές μοιάζουν με αναχωρητές εθισμένους στις σωματικές και συναισθηματικές τους ανάγκες. Με κυρίαρχη την οικονομία στις λέξεις, αποφασισμένος να προσφέρει μόνο ψαχνό χωρίς λίπος και καρυκεύματα, ο συγγραφέας δεν επιτρέπει σε τίποτα περιττό να παρεισφρήσει, την ίδια στιγμή αποφεύγει τις τελείες και δεν διαχωρίζει τα διαλογικά μέρη, εντείνοντας το συναίσθημα της ασφυξίας στο γύρισμα των σελίδων, οδηγώντας την ιστορία στην κορύφωσή της πριν από το αινιγματικό και ανοιχτό σε ερμηνείες φινάλε.

Καθοριστικό ρόλο παίζει το ζευγάρι του βοηθητικού προσωπικού, που αναφέρονται με τα ονόματά τους, απόφαση συνειδητή που έρχεται σε ευθεία σύγκρουση με την ανωνυμία του προνομιούχου ζεύγους των εραστών. Αλλά και μια τρύπα στη φυτική περίφραξη που υποπίπτει στην παρατήρηση του αφηγητή, ένα περιστατικό πρόδηλου συμβολισμού, το ρήγμα στην ιδιωτική ασφάλεια, η κερκόπορτα της εισβολής του έξω κόσμου, η απειλή, μια παρατήρηση που προκαλεί τον έντονο εκνευρισμό, ένα εύρημα καταλύτης για την πυροδότηση της ανατροπής, είναι επίσης καθοριστικής σημασίας.

Οποιαδήποτε μελοδραματική φιοριτούρα πιθανά περιμένει ο αναγνώστης, εδώ δεν υπάρχει. Το σεξουαλικό πάθος επισκιάζει τα πάντα, το σώμα κυριαρχεί. Στεγνό και στυφό, το γλωσσικό και αφηγηματικό ύφος αποτυπώνει άψογα τη σχέση μεταξύ των δύο, τη στιγμή που η ένταση σιγοβράζει πριν κοχλάσει και παρασύρει τα πάντα στο διάβα της. Προκλητικό, αλλά όχι για την πρόκληση ως πρόκληση, το ένα ποτήρι οργή ζορίζει συναισθηματικά τον αναγνώστη, ιδιαίτερα τον σύγχρονο που δυσκολεύεται να νιώσει το οποιοδήποτε θετικό συναίσθημα για τον αφηγητή κυρίως, ακολούθως και για τη σύντροφό του. Παρότι πρωτοπρόσωπη, η αφήγηση δεν επαιτεί κανενός είδους συμπάθεια ή ενσυναίσθηση, ο αφηγητής δεν επιθυμεί συμμάχους και επιβεβαίωση, γεγονός που κρατά μακριά τον αναγνώστη και αφήνει τις γωνίες της ιστορίας αιχμηρές και επικίνδυνες.

Ο συγγραφέας, ωστόσο, δεν πέφτει στην παγίδα του στείρου μηδενισμού και της απαισιόδοξης κοινωνικοπολιτικής ματιάς στα ανθρώπινα. Ένας ιδιότυπος ρεαλισμός χαρακτηρίζει τη νουβέλα αυτή, παρότι, όπως είπαμε, πολλά συστατικά της λειτουργούν σε περισσότερα επίπεδα, πέρα από την προσωπική ιστορία των δύο εραστών, δυο φαινομενικά φυγάδων της πραγματικότητας. Ο Νασσάρ δεν επιθυμεί την ευκολία στις αντιστοιχίες, τον προφανή συμβολισμό, την αντιληπτή αιτιοκρατία. Επισκέπτεται το βασίλειο της σεξουαλικής επιθυμίας και το παραδίδει στον αναγνώστη γυμνό, αποκρουστικό, χωρίς φιοριτούρες. Δεν είναι, μοιάζει να λέει, αυτή μια νησίδα απομονωμένη από τον έξω κόσμο, αλλά μια αρένα σύγκρουσης με όπλα τα όσα τα άτομα είναι φορτωμένα, από την εμπειρία ή το προνόμιό τους, τη θέση ή τον ρόλο τους. Και αυτό είναι που προσδίδει διαχρονικότητα και οικουμενικότητα στην ιστορία αυτή, συστατικό απαραίτητο, παρέα με τις λογοτεχνικές της αρετές, για την σύσταση με τον σημερινό, εκτός της τότε βραζιλιάνικής πραγματικότητας, αναγνώστη.

Το ένα ποτήρι οργή διαφεύγει από το δίπολο μου άρεσε/δεν μου άρεσε. Δεν καλοπιάνει, δεν προικίζει με όνειρα τον αναγνώστη, δεν τον αποκοιμίζει με ένα χαμόγελο στα χείλη. Ο Νασσάρ, διαμέσου ενός από τους πλέον αποκρουστικούς και αντιπαθείς πρωτοπρόσωπους αφηγητές, αναδεικνύει το ανθρώπινο που συνοδεύει το ένστικτο, τη γεμάτη από μαύρες κηλίδες ψυχοσύνθεση, το κακό που επωάζεται πριν ξεχυθεί.

υγ. Δοκιμάστε μια δεύτερη ανάγνωση, καπάκι μετά την πρώτη. Για το αριστουργηματικό Πέδρο Πάραμο περισσότερα θα βρείτε εδώ, για το Ο κάμπος στις φλόγες εδώ. Μιλώντας για βραζιλιάνικη λογοτεχνία επιβάλλεται να αναφερθεί κανείς στην Κλαρίσε Λισπέκτορ, για το Η ώρα του αστεριού περισσότερα θα βρείτε εδώ, για το Τα κατά Α.Γ. πάθη εδώ.

Μετάφραση Αθηνά Ψυλλιά
Εκδόσεις Πατάκη

Δευτέρα 5 Νοεμβρίου 2018

Τα κατά Α.Γ. πάθη - Clarise Lispector





Η πλούσια Α.Γ., προσφάτως εγκαταλελειμμένη από την οικιακή βοηθό, είναι αποφασισμένη να τακτοποιήσει το σπίτι, άλλωστε, είναι κάτι που της αρέσει πολύ, και που δεν είχε την ευκαιρία να το κάνει εδώ και καιρό, ας όψεται η οικιακή βοηθός. Και μάλιστα θα ξεκινήσει ακριβώς από εκεί, από το δωμάτιο εκείνης που την εγκατέλειψε, είναι αποφασισμένη. Εκεί, αφού πρώτα εκπλαγεί από το ελάχιστο του μεγέθους της κάμαρης, που μοιάζει μέρος αυτόνομο και όχι του σπιτιού, θα παρατηρήσει ένα σχέδιο στον τοίχο, ένας γυμνός άντρας, μία γυμνή γυναίκα και ένας, πιο γυμνός και από γυμνό, σκύλος, και τότε, ανοίγοντας τη ντουλάπα, θα αντικρίσει μια κατσαρίδα.

Και ενώ όλα συγκλίνουν προς μια παρωδία σαπουνόπερας, η Λισπέκτορ θα κάνει, ακριβώς στο καρέ του ουρλιαχτού στη θέα της κατσαρίδας, εκείνο το τουίστ που θα μας οδηγήσει αλλού, με την Α.Γ. σχεδόν ακινητοποιημένη από τον τρόμο και την αηδία, απέναντι στο πλέον σιχαμερό πλάσμα, να παραληρεί, βρίσκοντας και χάνοντας τον ειρμό της, αλλάζοντας ιστορικές εποχές χωρίς να μπορεί να εγκαταλείψει το δωμάτιο με την κατσαρίδα. Η σύμβαση δεν εγκαταλείπεται ποτέ: μία γυναίκα σε κατάσταση σοκ αφηγείται. Η αυτόματη γραφή σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει τυχαία γραφή, η Λισπέκτορ γνωρίζει ξεκάθαρα τι θέλει να πει και αφήνεται στο πώς θα το πει· εδώ μπορεί να εμπιστευτεί την έμπνευση και το ταλέντο.  
Δώσ' μου το χέρι σου:
Θα σου πω τώρα πώς μπήκα στο ανέκφραστο που ήταν πάντα η τυφλή και μυστική μου αναζήτηση. Πώς μπήκα σε εκείνο που υπάρχει ανάμεσα στον αριθμό ένα και στον αριθμό δύο, πώς είδα τη γραμμή του μυστηρίου και της φωτιάς, που είναι η απόκρυφη γραμμή. Ανάμεσα σε δύο νότες μουσικής υπάρχει μία νότα, ανάμεσα σε δύο γεγονότα υπάρχει ένα γεγονός, ανάμεσα σε δύο κόκκους άμμου, όσο ενωμένοι και να είναι, υπάρχει ένας ενδιάμεσος χώρος, υπάρχει μια αίσθηση που είναι ανάμεσα στις αισθήσεις, στα διάκενα της πρωταρχικής ύλης βρίσκεται η γραμμή του μυστηρίου και της φωτιάς που είναι η ανάσα του κόσμου, και η συνεχής ανάσα του κόσμου είναι αυτό που ακούμε και ονομάζουμε σιωπή.
Η προκλητικότητα της πρωτοπορίας· η Λισπέκτορ βρίσκεται στην αιχμή του βραζιλιάνικου μεταμοντερνισμού, ενοχλείται από τα λιμνάζοντα ύδατα, από τα στερεότυπα, από τον τρόπο αντιμετώπισης του λαϊκού στοιχείου. Δεν θέλει απλώς να προκαλέσει, να γκρεμίσει θέλει. Γι' αυτό κινείται πάνω σε γνώριμα και οικεία μοτίβα, σενάρια απλοϊκά, επιχειρώντας να απαγάγει γλωσσικά τον αναγνώστη από τον κόσμο της ιστορίας στον κόσμο των ιδεών και των λέξεων.
Ψάχνω, ψάχνω/ Γιατί ένας κόσμος ολοζώντανος έχει τη δύναμη μιας Κόλασης/ Μόνο εγώ θα ξέρω αν ήταν η αποτυχία που είχα ανάγκη/ Κατόπιν κατευθύνθηκα προς τον σκοτεινό διάδρομο πίσω από το χώρο υπηρεσίας/ Τότε, πριν το καταλάβω, άσπρισε η καρδιά μου όπως ασπρίζουν τα μαλλιά/ Τότε ήταν που η κατσαρίδα άρχισε να ξεπροβάλλει από το βάθος/ Κάθε μάτι αναπαρήγαγε την κατσαρίδα ολόκληρη/ Είχα φτάσει στο τίποτα, και το τίποτα ήταν ζωντανό και υγρό/ Η συγχώρηση είναι γνώρισμα της ζωντανής ύλης/ Είχα κάνει την απαγορευμένη πράξη να αγγίξω το ακάθαρτο/ Τότε, ξανά, ακόμη ένα χιλιοστό άσπρης ύλης ανάβλυσε προς τα έξω/ Επιτέλους, αγάπη μου, παραδόθηκα/ Και έγινε ένα τώρα/ Αφού αυτό που έβλεπα ήταν προγενέστερο του ανθρώπινου/ Ουδέτερο εργόχειρο ζωής/ Ούτε καν φόβος πια, ούτε καν τρόμος πια/ Δώσ' μου το χέρι σου/ Η προανθρώπινη θεϊκή ζωή είναι φτιαγμένη από ένα παρόν που καίει/ Αναζητούσα μια απεραντοσύνη/ Κι επέστρεψα ακαριαία στο εσωτερικό του δωματίου που, έτσι πυρακτωμένο, τουλάχιστον ήταν ακατοίκητο/ Υπάρχει όμως κάτι που είναι ανάγκη να ειπωθεί, είναι ανάγκη να ειπωθεί/ Αφού μέσα στον ίδιο μου τον εαυτό είδα πώς είναι η κόλαση/ Η κόλαση είναι για μένα το υπέρτατο./Έτρωγα εμένα την ίδια, εμένα που είμαι κι εγώ ζωντανή ύλη του Σαμπάτ/ Θα του έλειπε κάτι που θα έπρεπε να 'ναι δικό του/ Γιατί το γυμνό πράγμα είναι τόσο ανιαρό/ Πρέπει να μην φοβάμαι να κοιτάξω τον εξανθρωπισμό εκ των έσω/ Είναι το να αυξάνεις ατελείωτα την ευχή που γεννιέται από την ένδεια/ Τη γεύση του ζωντανού/ Τα χέρια μας που είναι χοντροκομμένα και γεμάτα λέξεις/ Είναι που δεν τα είπα όλα/ Το θεϊκό για μένα είναι το πραγματικό/ Λείπει μονάχα η χαριστική βολή - που αποκαλείται πάθος/ Η παραίτηση είναι μια αποκάλυψη/ Και το λατρεύω.
Όταν διάβαζα την Ώρα του αστεριού είχα μία αίσθηση συγγένειας της Λισπέκτορ και της Μπάχμαν. Εδώ δεν ένιωσα το ίδιο, διαβάζοντας, όμως, το εργοβιογραφικό της Λισπέκτορ, έπεσα πάνω σε αυτή την πληροφορία που δεν γνώριζα: το ξημέρωμα της 14ης Σεπτεμβρίου 1966 αποκοιμιέται στο διαμέρισμά της με ένα τσιγάρο αναμμένο και, άθελά της, προκαλεί πυρκαγιά. Περνάει τρεις μέρες μεταξύ ζωής και θανάτου και παραμένει δύο μήνες στο νοσοκομείο. Η Λισπέκτορ, σε αντίθεση με τη Μπάχμαν λίγα χρόνια αργότερα, τελικά επιζεί, με σημαντικά όμως εγκαύματα σε όλο της το σώμα. 



Μετάφραση Μάριος Χατζηπροκοπίου
Εκδόσεις αντίποδες

Πέμπτη 13 Σεπτεμβρίου 2018

Ο Μπόρχες και οι αιώνιοι ουρακοτάγκοι - Luis Fernando Verissimo





Θα ήταν δύσκολο να σκεφτεί κανείς συγγραφέα με μεγαλύτερη επιρροή από τον Μπόρχες, όποια και αν είναι η άποψή του για το έργο του, επιρροή που δεν έχει πάψει να επενεργεί σε δεκάδες συγγραφείς, κυρίως από τη Λατινική Αμερική. Όμως δεν είναι μόνο η επιρροή του στους νεότερους λογοτέχνες εκείνη που παρουσιάζει τεράστιο ενδιαφέρον, επιρροή λογική και αναμενόμενη, αλλά η μετατροπή του ίδιου σε μυθιστορηματικό χαρακτήρα, η μετατροπή της ζωής του σε μυθιστόρημα, όχι ως απλή βιογραφία μυθοπλασίας, αλλά ως μυθιστόρημα επινόησης, ο Μπόρχες ως ο ιδανικός ήρωας και η ζωή του ως κατάλληλο περιβάλλον δράσης.

Πριν από λίγο καιρό είχα διαβάσει τη Συνωμοσία Μπόρχες του Γκαστόν Φιόρδα με την ιερόσυλη για Αργεντινό ιδέα πως ο συγγραφέας Μπόρχες δεν υπήρξε ποτέ, όντας απλώς η βιτρίνα μιας λογοτεχνικής ομάδας που κρυβόταν πίσω του. Με την ανάμνηση αυτής της ανάγνωσης να είναι ακόμα ζωντανή, ήταν αναμενόμενο να αναζητήσω σχετικά σύντομα μία αντίστοιχη αναγνωστική εμπειρία, δεν είχα παρά να ρίξω μια ματιά στη στοίβα με τα αδιάβαστα βιβλία, εκεί υπήρχε Ο Μπόρχες και οι αιώνιοι ουρακοτάγκοι του Βραζιλιάνου συγγραφέα Λουίς Φερνάντο Βερίσιμο.
Θα προσπαθήσω να γίνω τα μάτια σου, Χόρχε. Ακολουθώ τη συμβουλή που εσύ μου έδωσες, όταν αποχωριστήκαμε: "Γράφε και θα θυμηθείς". Θα προσπαθήσω να θυμηθώ, με ακρίβεια αυτή τη φορά. Για να μπορέσεις να διακρίνεις αυτό που είδα εγώ, για να λυθεί το μυστήριο και να αποκαλυφθεί η αλήθεια. Κι όταν κάνουμε δικές μας επινοήσεις, είναι για να τη θυμηθούμε πιο συγκεκριμένα.
Ήταν αυτό που αναζητούσα! Μπόρχες, Πόε, Λάβκραφτ, αγάπη για τη λογοτεχνία και την ανάγνωση, διάθεση για παιχνίδι και σάτιρα των λογοτεχνικών κύκλων και μια αστυνομική πλοκή ως αφορμή.

Ο Φολγκεστάιν, πρωταγωνιστής της ιστορίας, ένας μοναχικός πενηντάρης που ζει στο Πόρτο Αλέγκρε παρέα με τον γάτο του Άλεφ, ανάμεσα σε βιβλία τα οποία τον προφυλάσσουν από το απρόσμενο, έχει την ευκαιρία να πάει στο Μπουένος Άιρες όπου θα διοργανωθεί ένα συνέδριο για τον Πόε. Ευγνωμονώντας την καλή του τύχη, θα αφήσει την ασφάλεια του σπιτιού και της ρουτίνας του, θα βρεθεί στην πρωτεύουσα της Αργεντινής, θα γνωρίσει τον Μπόρχες και θα γίνει μάρτυρας μιας δολοφονίας στο ξενοδοχείο όπου φιλοξενούνται οι σημαντικότεροι ομιλητές του συνεδρίου.

Μέσα από την αφήγηση διακρίνεται ο φθόνος του Βερίσιμο για τον ήρωά του, που μπόρεσε να συναντήσει από κοντά τον Μπόρχες, να μιλήσει μαζί του, να τον ακούσει να εκθέτει την άποψή του για το σύμπαν, να εκφράζει την αγάπη του για τον Πόε. Ο φθόνος αυτός, η διέγερση μιας φανταστικής συνάντησης με τον δάσκαλο, αναγκάζει τον Βερίσιμο να πάρει το παιχνίδι του στα σοβαρά, να σταθεί στο ύψος της περίστασης που ο ίδιος έστησε και κάπως έτσι το τελικό αποτέλεσμα παρουσιάζει αρκετό ενδιαφέρον, κάτι παραπάνω από ένα λογοτεχνικό παιχνίδι απότισης φόρου τιμής στον Μπόρχες.

Θυμήθηκα ακόμα ένα ωραίο βιβλίο που διάβασα πριν κάποιους μήνες, το Συνέδριο λογοτεχνίας του Σέσαρ Άιρα.

Μετάφραση Κρίτων Ηλιόπουλος
Εκδόσεις Άγρα 

Πέμπτη 1 Φεβρουαρίου 2018

Αγαπώ, ρήμα αμετάβατο - Mário de Andrade




Θα αρκούσε ο τίτλος για να τραβήξει την προσοχή του υποψήφιου αναγνώστη, ρόλο που θα πάρω εγώ, αγαπητέ αναγνώστη -μαζί με τον χαρακτηρισμό ρομαντικός-, και μετά δεν θα υπήρχε γυρισμός -εκτός από τον απαραίτητο μέχρι το βιβλιοπωλείο-, το όνομα του μεταφραστή Νίκου Πρατσίνη ακόμα μία εγγύηση, και η έκδοση ακόμα μία. Το είχα βάλει στο μάτι, όπως συνηθίζουν κάποιοι να λένε, όχι εγώ όμως, αγαπητέ αναγνώστη, εγώ θα έλεγα: αυτό το βιβλίο θέλω να το διαβάσω, απευθυνόμενος στον εαυτό μου κατά πάσα πιθανότητα, όμως αυτό είναι άσχετο, συμπληρώνοντας κάπως χαμηλόφωνα: κάποια στιγμή. Μου το έκαναν δώρο, χωρίς να το έχω ζητήσει, μια μεταβατική πράξη αγάπης. Έτσι απέφυγα τουλάχιστον τον απαραίτητο γυρισμό.

Παρέκβαση:


Μία από τις αναγνωστικές διαμάχες των περασμένων μηνών αφορούσε το βιβλίο της Λισπέκτορ Η ώρα του αστεριού. Πόλωση: από τη μία εκείνοι -μαζί κι εγώ- που το αποκαλούσαν αριστούργημα, από την άλλη εκείνοι -ίσως μαζί κι εσύ- που το αποκαλούσαν κακό και με βεβαιότητα έλεγαν πως η Λισπέκτορ δεν ξέρει να γράφει. Χμ. Υπερασπίζομαι μέχρι τελικής πτώσης το δικαίωμα στο προσωπικό γούστο: μου άρεσε ή δεν μου άρεσε. Αυτό είναι αδιαπραγμάτευτο. Δύο όμως πράγματα με προβλημάτισαν στη συγκεκριμένη εχθρότητα απέναντι στη Λισπέκτορ. Πρώτον, η έλλειψη οποιασδήποτε αιτιολόγησης όσον αφορούσε τον χαρακτηρισμό του ως κακό βιβλίο, καμία αναφορά στο πλαίσιο και στις λογοτεχνικές αρχές που εκείνη υπηρέτησε. Δεύτερον, το πάθος με κάτι που δεν άρεσε σε κάποιον, αντί για το πάθος με κάτι που τον συγκλόνισε, αν τον συγκλόνισε. Βέβαια, παρά τα όσα ειπώθηκαν, κανέναν από τους αρνητές της δεν τον απασχόλησε το γιατί ενοχλήθηκε τόσο από το συγκεκριμένο μυθιστόρημα.

Γιατί η παρέκβαση με τη Λισπέκτορ αναρωτιέσαι, αγαπητέ αναγνώστη, και με το δίκιο σου. Λίγη υπομονή, παρακαλώ. Ο Μάριο Αντράντε υπήρξε ένας από τους κύριους εκπροσώπους του βραζιλιάνικου μοντερνισμού. Η Λισπέκτορ, λίγα χρόνια αργότερα, μία από τις πλέον γνωστές εκπροσώπους του βραζιλιάνικου μεταμοντερνισμού. Είναι κάπως πιο ξεκάθαρο τώρα; Δεν έχω την απαίτηση από κανέναν να εντρυφήσει στη λογοτεχνική θεωρία, πριν αποφασίσει να διαβάσει το ένα ή το άλλο βιβλίο μυθοπλασίας. Μακριά από μένα κάτι τέτοιο. Όμως, αν ενοχληθείς, αν δεν μπορέσεις να καταλάβεις γιατί κάποιο έργο θεωρείται αριστούργημα, δεκαετίες μετά την αρχική του έκδοση, δεν θα βοηθούσε η καταφυγή στη θεωρία; Όχι για να σου αρέσει μετά με το ζόρι, αλλά για να καταλάβεις γιατί δεν σου άρεσε. Στην παρούσα έκδοση κάτι τέτοιο είναι πιο απλό, καθώς η κατατοπιστική εισαγωγή και τα σχόλια του μεταφραστή αποτελούν ένα σημαντικό εργαλείο στα χέρια του αναγνώστη. 

Ο πατέρας μιας πλούσιας οικογένειας συμφωνεί με μια Γερμανίδα γκουβερνάντα και την προσλαμβάνει. Πίσω από το προφανές της εκπαίδευσης των παιδιών βρίσκεται κάτι ακόμα, η σεξουαλική διαπαιδαγώγηση του δεκαεξάχρονου υιού. Μη βγει τοιούτος το παιδί, μην μπλέξει με καμία πόρνη.

Μοιάζει με σενάριο σαπουνόπερας. Αυτή είναι η υπόθεση του μυθιστορήματος.

Και τι με αφορά εμένα μια ιστορία όπως αυτή, μπορεί να αναρωτηθείς, αγαπητέ αναγνώστη, και δεν θα είχες εντελώς άδικο. Πριν αμφισβητήσουμε την ικανότητα και το εύρος της φαντασίας του Μάριο ντε Αντράντε, θα ήταν χρήσιμο να αναλογιστούμε τη χρονολογία συγγραφής του Αγαπώ, ρήμα αμετάβατο, και τις προθέσεις του συγγραφέα, να αναζητήσουμε εκεί επιπλέον λόγους ανάγνωσης. Ο Μάριο ντε Αντράντε επιθυμεί να διηγηθεί μια λαϊκή ιστορία, αυτό είναι ξεκάθαρο, με έναν τρόπο όμως διαφορετικό, γοητευμένος από το κίνημα του μοντερνισμού και την ανάγκη για αναζήτηση της εθνικής και κατ' επέκταση της γλωσσικής ταυτότητας, την αναζήτηση της βραζιλιανικότητας. Ο ενεργός ρόλος που ο συγγραφέας επιφυλάσσει στον αναγνώστη με τη διαρκή του απεύθυνση σε αυτόν αποτελεί βασικό γνώρισμα του μοντερνισμού. Ο αφηγητής, που πότε είναι παντογνώστης και πότε δεν είναι, πότε ξέρει και πότε φαντάζεται, είναι σίγουρα παιχνιδιάρης και ταυτόχρονα απαιτητικός από τον υποψήφιο αναγνώστη της ιστορίας, μην αφήνοντάς τον στιγμή να εφησυχάσει. Εδώ έχουμε ένα δείγμα -μια απόπειρα που τελικά κατέληξε να συμπεριληφθεί στον κανόνα- του βραζιλιάνικου μοντερνισμού.

Η απόσταση, χωρική και χρονική, από το μυθιστόρημα είναι μάλλον σίγουρο πως θα στερήσει από τον αναγνώστη ένα μέρος της απόλαυσης, όπως και η μη ανάγνωση στο πρωτότυπο. Όμως, υπάρχουν στοιχεία ικανά να γοητεύσουν, όπως για παράδειγμα η γλώσσα και η προφορικότητα ή η διάθεση του συγγραφέα για κριτική και σάτιρα. Ακόμα και στοιχεία της ίδιας της υπόθεσης όμως, ο χαρακτήρας της γκουβερνάντας για παράδειγμα ή η ερωτική απογοήτευση ενός νεαρού ανθρώπου ή, σε γενικότερο πλαίσιο, η σχέση υπερπροστατευτικότητας των γονιών απέναντι στα παιδιά τους και του ευνουχισμού τους.

Αγαπητέ αναγνώστη,
το Αγαπώ, ρήμα αμετάβατο δεν είναι ένα σπουδαίο μυθιστόρημα εξαιτίας της θέσης του στη λογοτεχνική θεωρία και μόνο. Το Αγαπώ, ρήμα αμετάβατο είναι ένα σπουδαίο μυθιστόρημα για πολλούς ακόμα λόγους, τους περισσότερους εκ των οποίων θα ανακαλύψεις ίσως μόνο εσύ, και αυτό είναι το μαγικό, ξέρεις, με τη λογοτεχνία, ο υποκειμενικός της χαρακτήρας, αυτή η αδυναμία να εκφράσεις τα συναισθήματα, τόσο έντονα και παρόντα, που σου γέννησε ένα βιβλίο. Βέβαια, μπορεί καθόλου να μη σου αρέσει, και τότε, ακόμα κάτι μαγικό, θα έχεις σμιλεύσει με ακόμα μεγαλύτερη ακρίβεια την προσωπική σου αισθητική.
Με ευχαριστίες για την προσοχή σου
(δυσανάγνωστη υπογραφή)

Μετάφραση Νίκος Πρατσίνης
Εκδόσεις Ροές


  
   

Παρασκευή 20 Ιανουαρίου 2017

Η ώρα του αστεριού - Clarice Lispector





Όλα στον κόσμο ξεκίνησαν από ένα ναι. Ένα κύτταρο είπε ναι σε ένα άλλο κύτταρο και γεννήθηκε η ζωή. Όμως πριν την προϊστορία υπήρχε η προϊστορία της προϊστορίας και υπήρχε το ποτέ και υπήρχε το ναι. Πάντα υπήρχε. Δεν ξέρω τι, μα ξέρω πως το σύμπαν ποτέ δεν ξεκίνησε.

Πώς να αρχίσεις από την αρχή, αν τα πράγματα συμβαίνουν πριν συμβούν;

Αν βρω την πρώτη λέξη, τότε θα είναι εύκολο, οι υπόλοιπες λέξεις θα ακολουθήσουν φυσικά και αβίαστα, -ιδανικά- θα αποτυπώσουν ένα ικανό μέρος εκείνων που θα ήθελα να συγκρατήσω από την ανάγνωση του βιβλίου αυτού, σκέφτομαι. Ακόμα όμως και αν υποθέσουμε ότι βρήκα αυτήν την πρώτη λέξη, έστω και βεβιασμένα, τότε, ακόμα και αν οι υπόλοιπες λέξεις ακολουθήσουν φυσικά και αβίαστα, ακόμα και αν -ιδανικά- αποτυπώσουν ένα ικανό μέρος εκείνων που θα ήθελα να συγκρατήσω από την ανάγνωση του βιβλίου αυτού, ακόμα και τότε το κείμενο θα τελειώνει με την ευχή: να μπορούσα κάποτε να γράψω ένα κείμενο τόσο εμπνευσμένο όσο αυτό της Ελέν Σιξού που συνοδεύει ως επίμετρο την ελληνική έκδοση.

Η ιστορία της Μακκαμπέα και η ιστορία της συγγραφής της ιστορίας της Μακκαμπέα, ο μονόλογος του συγγραφέα, τον οποίο αναγκάζεται -ή επιλέγει- να υποδυθεί η Λισπέκτορ, αν και πριν διηγηθεί την ιστορία της Μακκαμπέα φροντίζει να παρενθέσει το δικό της όνομα, για να υπογράψει έτσι ίσως το πλέον σημαντικό για εκείνη μέρος του βιβλίου, την αφιέρωση του συγγραφέα, στην πραγματικότητα Κλαρίσε Λισπέκτορ, αφιέρωση που αποτελεί ένα φόρο τιμής σε όλους εκείνους και σε όλα εκείνα τα σημαντικά, τα οποία προηγήθηκαν της φευγαλέας συνάντησης στον δρόμο, εκείνου του βλέμματος που γέννησε την Μακκαμπέα, μαζί με την υποχρέωση να ειπωθεί η ιστορία της, ιστορία που μόνο ένα άντρας θα ήταν ικανός να διηγηθεί, για να αποφευχθούν οι γλυκανάλατες κλάψες, ο Ροντρίγο Σ. Μ. ή κάποιος άλλος, πάντως άντρας, μία ιστορία που έχει δώδεκα πιθανούς τίτλους, καθένας από αυτούς κατάλληλος ή αντιπροσωπευτικός ή προσωπικός ή συνθηματικός. Δώδεκα τίτλοι, δύο συγγραφείς, μία συγγραφή, μία ιστορία.

Η ιστορία της Μακκαμπέα γνωστή, πολυειπωμένη· η φτωχή κοπέλα που φτάνει στη μεγάλη πόλη. Η ιστορία της ιστορίας της συγγραφής της ιστορίας της Μακκαμπέα επίσης γνωστή, αλλά ελάχιστα ειπωμένη· η συγγραφέας, που νιώθει υποχρεωμένη να διηγηθεί μια ιστορία, παλεύει με τις αμφιβολίες και τις αποφάσεις που πρέπει να λάβει, τα διλήμματα, τη ματαιότητα, αναζητά τις κρυψώνες του προσωπικού, τα όρια της αποστασιοποίησης, τα κενά για να παραχώσει ακόμα κάτι πέρα από την ιστορία. Και καταφεύγει σε ένα άλλο σώμα τελικά. Η ευφυΐα της Λισπέκτορ αποτυπώνεται στην απλότητα του σύνθετου, παραδίδοντας ένα μυθιστόρημα βατό, μεταμοντέρνο και δείγμα υψηλής λογοτεχνίας ταυτόχρονα.

Στιγμή δεν σταμάτησα κατά την ανάγνωση να σκέφτομαι την Ίνγκεμποργκ Μπάχμαν, περισσότερο την Περίπτωση Φράντσα, εκείνη η αίσθηση προσχέδιου, αποσπασματικού και θραυσματικού λόγου, για μένα ο ορισμός της βασανισμένης φράσης: γυναικεία γραφή. Συγγένειες που δημιουργεί το μυαλό, καμιά φορά ακόμα και αυθαίρετα, οδηγημένο από το ένστικτο.

Η επέμβαση ενός καλλιτέχνη πάνω σε μια παιδική ζωγραφιά. Αυτό σημείωσα όταν τελείωσα την δεύτερη ανάγνωση.

Μετάφραση Μάριος Χατζηπροκοπίου
Εκδόσεις Αντίποδες



    

Δευτέρα 26 Μαΐου 2014

Ο Φρενίατρος - Μασάντου Ντε Ασσίς





Είχε προηγηθεί αναγνωστική απογοήτευση. Δεν ξέρω γιατί τέτοιο πείσμα να φτάσω μέχρι το τέλος. Αυτό είναι το μόνο σχόλιο που αφιερώνεται στο βιβλίο εκείνο.

Αναζητώντας το επόμενο βιβλίο συνειδητοποίησα πόση χαρά μου έδινε η διαδικασία αυτή· ξεφύλλισα αρκετά βιβλία, διάβασα εναρκτήριες προτάσεις και οπισθόφυλλα, άλλαξα γνώμη αρκετές φορές, σχεδίασα αναγνωστικές διαδρομές. Τελικώς: Φρενίατρος, Μασάντου Ντε Ασσίς.

Πέρυσι, με αφορμή την κυκλοφορία του μυθιστορήματος του Βραζιλιάνου Graciliano Ramos, Άγονες ζωές, ο Αλέξης Δαμίγος αφιέρωσε μια ξεχωριστή ανάρτηση στη βραζιλιάνικη λογοτεχνία. Ανάμεσα στα ονόματα των σημαντικότερων συγγραφέων και εκείνο του Ασσίς. Πρόσφατα, σε βόλτα στο παλαιοβιβλιοπωλείο, ο Φρενίατρος βρέθηκε.

Κοιτάζοντας πίσω, νομίζω πως είναι προφανής ο λόγος για τον οποίο ήταν αυτό το βιβλίο και όχι κάποιο άλλο: η ανάγκη να νιώσω ξανά έφηβος αναγνωστικά, να καθαρίσω τα μάτια και το μυαλό. Γραμμένη το 1881, η νουβέλα του Ασσίς έχει τον αέρα του παλιού, την απλότητα εκείνη της αφήγησης που δεν έχει -πια- την ανάγκη να εντυπωσιάσει, και, ακριβώς για αυτό -πια- τα καταφέρνει. Είναι δύσκολο -και ίσως να μην έχει σημασία- να φανταστώ την υποδοχή που γνώρισε η νουβέλα αυτή τότε, στο σήμερα όμως αποτελεί μια απελευθερωτική επιστροφή στις πηγές. Η ορθή χρήση του όρου κλασικό.

Ανάμεσα σε εκείνα, πέραν του ίδιου του βιβλίου, που καθορίζουν την αναγνωστική απόλαυση, περιλαμβάνεται σίγουρα και η σύγκριση, η μετάβαση από το προηγούμενο στο επόμενο, ίσως γι' αυτό στο προηγούμενο να αξίζει ένα ακόμα σχόλιο, ίσως μια ολόκληρη ανάρτηση, όπως αυτή.
    
Τα χρονικά της πόλης του Ιταγκουαΐ αναφέρουν πως σε κάποιους άλλους καιρούς, περασμένους, έζησε εκεί ο δρ Συμεών Μπακαμάρτε, απόγονος αριστοκρατικής γενιάς και μέγας γιατρός της Βραζιλίας, της Πορτογαλίας και ολόκληρης της επικράτειας του Ισπανικού Βασιλείου. Είχε φοιτήσει στην Κοΐμπρα και την Πάντοβα. Στα τριάντα τέσσερά του χρόνια επέστρεψε στη Βραζιλία μετά την αποτυχία των προσπαθειών του βασιλιά να τον πείσει είτε να παραμείνει στην Κοΐμπρα ως πρύτανης του Πανεπιστημίου είτε να εγκατασταθεί στη Λισαβόνα και να επωμισθεί τη διεκπεραίωση των υποθέσεων της Μοναρχίας.

-Μοναδική μου εργασία κι απασχόλησή μου είναι η επιστήμη, δήλωσε στη Μεγαλειότητά Του, και το Ιταγκουαΐ για μένα είναι το σύμπαν.

Και κάπως έτσι το Ιταγκουαΐ απέκτησε το πρώτο του φρενιατρείο, κι ο Μπακαμάρτε, αφού πρώτα αρνήθηκε τις λαμπρές προοπτικές καριέρας, αφοσιώθηκε στην επιστήμη και την έρευνα, ταύτισε τη ζωή του με την ψυχική ίαση των φρενοβλαβών της γενέτειράς του. Ο γιατρός αρχίζει σιγά σιγά να μαντρώνει στην κλινική ένα μεγάλο μέρος της μικρής πόλης, κάποιοι από τους εναπομείναντες εκτός οργανώνονται ενάντια σε αυτή την ιατρική δικτατορία, η καθημερινότητα της πόλης ανατρέπεται και περιστρέφεται γύρω από το φόβο του εγκλεισμού, ο Μπακαμάρτε, ακάθεκτος συνεχίζει την έρευνά του, αναθεωρεί τα κριτήρια εισαγωγής με αποτέλεσμα ο τρελός του χτες, σήμερα να θεωρείται λογικός, σε ένα σκηνικό προμπουνιουελικό.

Ο Φρενίατρος πρέπει να αποτέλεσε έντονη επιρροή για τον Αντόλφο Μπιόυ Κασάρες, και ίσως όχι απλώς θεματικά, όπως είναι το προφανές, αλλά και αφηγηματικά, τουλάχιστον αυτή είναι η δική μου αίσθηση.

Η επιλογή της μεταφράστριας να διατηρήσει τις καταλήξεις σε -ου και να μην τις μετατρέψει σε -ο, όπως κατά κόρον συνηθίζεται, (βλέπε Ρίο ντε Τζανέιρο αντί για το ορθό Ρίο ντε Τζανέιρου, Μασάντο αντί για Μασάντου κ.ο.κ) λειτούργησε θαυμάσια. Επίσης το επίμετρο του ψυχίατρου Δημήτρη Πλουμπίδη στο τέλος του βιβλίου, θέση που κάθε επίμετρο θα έπρεπε να κατέχει αυστηρά, είναι αρκετά ενδιαφέρον και σαφέστατα εντός θέματος, αρμονικό συμπλήρωμα σε μια ταπεινή έκδοση.

Η ανάλαφρη -στα όρια του κωμικού- διάθεση του αφηγητή, υπογραμμίζει τελικώς τη σοβαρότητα του θέματος επισημαίνοντας τον ανάλαφρο τρόπο προσέγγισης σε θέματα ψυχικής υγείας (κάτι το οποίο ελάχιστα με τα χρόνια έχει αλλάξει).


Μετάφραση Άννυ Σπυράκου
Εκδόσεις Αλεξάνδρεια



Τετάρτη 29 Μαΐου 2013

Άγονες Ζωές - Graciliano Ramos










Η ξηρασία αναγκάζει την οικογένεια του Φαμπιάνο να βρεθεί, για ακόμα μια φορά, στο δρόμο, αναζητώντας νέο μέρος για να εγκατασταθεί. Η φαζέντα στην οποία δούλευε ως γελαδάρης δεν υπάρχει πια, οι καλλιέργειες κάηκαν από την ανομβρία , το κάποτε γόνιμο χώμα έγινε έρημος σε μια στιγμή, όρνια λυμαίνονται τα κουφάρια των ζώων. Ο ήλιος φέρει θάνατο σε τούτα τα μέρη. Ο Φαμπιάνο, η κυρά-Βιτόρια, τα δύο παιδιά και η Φάλαινα – η πιστή ηλικιωμένη σκύλα – περπατούν κάτω από τον καυτό ήλιο, γυρεύοντας ίσκιο και τροφή. Κουβαλούν  τα ελάχιστα υπάρχοντά τους σε μια πορεία προς το άγνωστο.  Το άγνωστο δεν τους τρομοκρατεί, αλλά αντίθετα τους γεμίζει  ελπίδα, γιατί πουθενά δε μπορεί να είναι χειρότερα από τη μέση του τίποτε.


Οι πρώτες γραμμές της νουβέλας φέρνουν στο νου την εναρκτήρια παράγραφο του διηγήματος του Χουάν Ρούλφο, Μας δώσανε τη γη.

«Τόσες ώρες περπάτημα, χωρίς να βρούμε ούτ’ έναν ίσκιο δέντρου, ούτ’ έναν σπόρο δέντρου, ούτε μια ρίζα από τίποτα, και τώρα ακούμε να γαβγίζουν τα σκυλιά.»                      (μτφρ. Έφη Γιαννοπούλου)

Καθώς η ανάγνωση προχωρά το νήμα που ενώνει τους δύο συγγραφείς γίνεται πιο ορατό. Το έργο του Ράμος θα αποτελέσει επιρροή για αρκετούς δημιουργούς, ένας σπόρος λογοτεχνικού ρεαλισμού  φέρνει επιτέλους στο προσκήνιο τους ανθρώπους της γης, τους περιθωριοποιημένους αυτόχθονες, την πλειοψηφία.  Η οικογένεια Buendia έχει στενούς δεσμούς συγγένειας με την οικογένεια του Φαμπιάνο.

Βρισκόμαστε στη Σερτάο, έτσι ονομάζεται το εσωτερικο της Βραζιλίας. Τόπος άγονος. Μεγάλο μέρος του πληθυσμού  ζει σε συνθήκες πρωτόγονες, τα ποσοστά αναλφαβητισμού είναι σχεδόν καθολικά. Ο Ράμος έζησε αρκετά χρόνια σε εκείνες τις περιοχές. Γνώρισε από κοντά τον καθημερινό μόχθο των ανθρώπων αυτών, τους είδε να πέφτουν θύματα εκμετάλλευσης από τους ισχυρούς γαιοκτήμονες. Για τις αγωνίες αυτών των ανθρώπων θέλησε να γράψει, να διηγηθεί τις δυσκολίες αλλά και τις ελπίδες τους, τα όνειρά τους.

Η μόρφωση αποτελεί, σύμφωνα με τον συγγραφέα, τη μόνη ελπίδα για αυτούς τους ανθρώπους, μόνο έτσι θα μπορέσουν να υπερασπιστούν το μόχθο τους και να διεκδικήσουν ένα καλύτερο αύριο.  Η πρόσβαση των παιδιών στη μόρφωση είναι σχεδόν αδύνατη, αλλά δε δείχνει να αποτελεί και προτεραιότητα των γονιών. Είναι χαρακτηριστικό το απόσπασμα στο οποίο ο Φαμπιάνο σκέφτεται πως « εάν μάθαινα κάτι, θα ήθελα να μάθω περισσότερα και ποτέ δε θα ήμουν ευχαριστημένος». Κάπως έτσι το καθεστώς αμάθειας περνά από γενιά σε γενιά.

Παρά τις δυσκολίες, οι κάτοικοι στη Σερτάο δεν παύουν να ονειρεύονται με έναν τρόπο συγκινητικά απλό και εξόχως χρηστικό. Το όνειρο της κυρά-Βιτόρια είναι κάποια στιγμή να αποκτήσουν με τον άντρα της ένα κανονικό κρεβάτι, άνετο, πάνω στο οποίο ο ύπνος θα αποτελεί ένα πραγματικό διάλειμμα ανάπαυσης από το κάμα της ημέρας. Ξέρει πως αποτελεί πολυτέλεια αφού απαιτεί έναν σταθερό  τόπο κατοικίας και αρκετά χρήματα. Η μονιμότητα σε αυτά τα μέρη εξαντλείται στις συνθήκες διαβίωσης.

Ο λόγος του Ράμος στεγνός και λιτός, μεταχειρίζεται λέξεις ανθεκτικές στο περιβάλλον που κινούνται οι ήρωες του,  λέξεις περιορισμένου ύψους και ακανθώδεις, μοιάζουν με τους κάκτους της ερήμου,  τους φαινομενικά εχθρικούς που όμως προσφέρουν την ελάχιστη σκιά και το νερό που με κόπο μάζεψαν. Οι αχρείαστες γλωσσικές φιοριτούρες μαράθηκαν πριν καν γεννηθούν, οι προτάσεις μικρές όπως τα βήματα στο πυρωμένο έδαφος. Περιθώρια για ωραιοποίηση δεν υπάρχουν, σκοπός του Ράμος είναι να δείξει, η αλήθεια είναι σκληρή όπως το άνυδρο έδαφος. Η αφήγηση ακολουθεί την κυκλική πορεία των εποχών, τροχός σε αιώνια περιστροφή.  Η μετάφραση του Ρούβαλη, απευθείας από τα πορτογαλικά, σέβεται το κείμενο και υπηρετεί το όραμα του δημιουργού, δε διστάζει να ελληνοποιήσει ορισμένους όρους (γεωγραφίας και βοτανολογίας κυρίως) και εκ του αποτελέσματος δικαιώνεται. 

Η νουβέλα του Ράμος , Άγονες ζωές, εκδόθηκε το μακρινό 1938. Θεωρείται ως ο σημαντικότερος εκπρόσωπος του μοντερνισμού στη Βραζιλία. Είναι η πρώτη φορά που κυκλοφορεί αυτόνομο κάποιο έργο του Βραζιλιάνου συγγραφέα στα ελληνικά (είχαν προηγηθεί κάποιες μεταφράσεις διηγημάτων σε λογοτεχνικά περιοδικά). Η παρούσα έκδοση καλύπτει ένα σημαντικό κενό της μεταφρασμένης λογοτεχνίας.

                                                                                                                                                (Πρωτοδημοσιεύτηκε στο bookstand.gr)





Μετάφραση Γιώργος Ρούβαλης
Εκδόσεις Κοινωνία των (δε)κάτων