Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λατινική Αμερική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λατινική Αμερική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 27 Οκτωβρίου 2016

Η σκιά της σκιάς - Paco Ignacio Taibo II




Έχοντας μόλις τελειώσει τη νουβέλα του Ισπανού Πέντρο ντε Παζ Ο άνθρωπος που σκότωσε τον Ντουρούτι, μετέβαλα την προγραμματισμένη αναγνωστική συνέχεια, επιθυμώντας να διαβάσω κάτι ακόμα πολιτικό. Κατέφυγα έτσι στα ράφια με τα αδιάβαστα, γνωρίζοντας τι αναζητούσα: Paco Ignacio Taibo ο δεύτερος! Η σκιά της σκιάς ήταν εκεί. Και ας έχω ξεχάσει πια αν ήταν δώρο ή βιβλίο δανεικό -και προς το παρόν αγύριστο. Τρία χρόνια πέρασαν από τότε, πού να θυμάμαι;

"Καταφθάνουν τρεις τύποι πυροβολώντας, η χήρα λέει πως αυτή είναι άσχετη, ο τρομπονίστας και ο αδελφός του είναι μακαρίτες, εμφανίζεται το πτώμα ενός Εγγλέζου που δεν αυτοκτόνησε. Εσύ καταλαβαίνεις τίποτα;" ρωτάει ο ποιητής, ενώ βοηθάει τον δημοσιογράφο να ανασηκωθεί στο κρεβάτι.

"Τίποτα, αλλ' αυτό είναι συνηθισμένο σ' εμένα και το στο Μεξικό. Πες μου ποιος καταλαβαίνει τίποτα στο Μεξικό. Ποιος σ' αυτή τη θαυμάσια χώρα ξέρει τι συμβαίνει. Προσποιείται, κάνει πως ξέρει, το ίδιο κάνουν κι οι άλλοι, κι εν τω μεταξύ όλα γύρω είναι στην ομίχλη."

Πόλη του Μεξικό, 1922. Τέσσερις φίλοι, ένας δημοσιογράφος που ειδικεύεται στα εγκληματολογικά, ένας δικηγόρος που η πελατεία του κινείται στα όρια της νομιμότητας, ένας ποιητής που βιοπορίζεται γράφοντας διαφημιστικά σλόγκαν και ένας Κινέζος αναρχικός συνδικαλιστής, θα μπλεχτούν σε μια ιστορία -σε μία από τις πολλές αντίστοιχες μικροιστορίες που λαμβάνουν χώρα στη μεταεπαναστατική Πόλη του Μεξικό- και θα προσπαθήσουν να επιβιώσουν. Στο τραπέζι του ντόμινο, με άφθονο αλκοόλ, συναντιούνται για να συζητήσουν τα πεπραγμένα, να καταστρώσουν σχέδια, να ανασυνταχθούν.
"Χωρίς να θέλουμε να ξέρουμε τίποτα, ξέρουμε ένα κάρο πράγματα, γιατί να μην ασχοληθούμε να μάθουμε περισσότερα;", ρωτάει ο ποιητής.

Εκεί, στο τραπέζι του ντόμινο, επιστρέφει η αφήγηση για να αποκτήσει σώμα ξανά, μετά τις εκτροπές και τις παράλληλες ιστορίες, τα χρονικά πισωγυρίσματα και τις απαραίτητες ιστορικές διευκρινίσεις. Ο Paco Ignacio Taibo II, συνδυάζει σε υψηλό βαθμό δύο χαρακτηριστικά: από τη μία την έρευνα και την ιστορική γνώση, και από την άλλη την αφηγηματική ικανότητα. Ένα χαλαρά σφιχτοδεμένο μυθιστόρημα, στα όρια του να χαρακτηριστεί σπονδυλωτό, κωμικοτραγικό, με το σασπένς να συντροφεύει την κοινωνικοπολιτική ματιά σε εκείνους τους ταραγμένους καιρούς, την μυθιστορία να μπλέκεται όμορφα με την πραγματικότητα. Η αστυνομική διάσταση του μυθιστορήματος αποτελεί τον τροχό που θέτει σε κίνηση την αφήγηση. Ένα γενναιόδωρο μυθιστόρημα, γοητευτικό και πικρό, όπως η Ιστορία, και όλα θυμίζουν κάτι απ' το σήμερα, κάτι από το πάντοτε, μια διαρκής -απευκταία- επικαιρότητα.

Μετάφραση Κική Καψαμπέλη
Εκδόσεις Άγρα


Δευτέρα 9 Μαρτίου 2015

Αναγνωστική λογική και άλλα τέρατα





Πρώτα είπα: ένα διήγημα μόνο. Το πρώτο της συλλογής Όλες οι φωτιές η φωτιά, με τίτλο Νότιος αυτοκινητόδρομος. Ήταν άλλωστε εκείνο που καθαρότερα απ'όλα θυμόμουν, έτσι πίστευα τουλάχιστον. Το αίσθημα απογοήτευσης του ήρωα, καθώς η κυκλοφορία αποκαθίσταται και η μικροκοινωνία που γεννήθηκε ανάμεσα στα ακινητοποιημένα αμάξια διαλύεται, μαζί με τις προσδοκίες για το κοντινό μέλλον πίσω στο Παρίσι, ενώ οι αρετές και οι δεξιότητες που αναδύθηκαν, λόγω των συνθηκών, στέκουν πια αμήχανες.

Ύστερα είπα: όλη τη συλλογή. Ακόμα μια φορά. Διάσπαρτες αναμνήσεις σε κάθε διήγημα, η ανασύσταση της μνήμης υπό το φως της πυροδότησης που μια λέξη απροσδόκητα προκαλεί. Δεν ξέρω ποιος ήταν ο λόγος που προκαθόριζα το εύρος της επιστροφής στα διηγήματα του Κορτάσαρ, όμως η προκλητική ιδέα μιας ανέμελης εκδρομής στο λαβύρινθο του έργου του συναντούσε αναχώματα και περιορισμούς· μόνο αυτό, μόνο εκείνο. Ευτυχώς είμαι ένας αδύναμος άνθρωπος που παρασύρεται εύκολα. Τώρα το βλέπω έτσι, εκ των υστέρων, πάντα εκ των υστέρων.

Ακολούθησε το Οκτάεδρο. Ήταν εξαρχής το κυρίως μέρος της αναγνωστικής αυτής επιστροφής, και ας το συνειδητοποίησα στην πορεία. Θα ήθελα να πω πως η επιλογή να ξεκινήσω από το Όλες οι φωτιές η φωτιά ήταν συνειδητή. Θα ήταν ψέμα. Αγία Τυχαιότητα. Εκεί όμως ήθελα να φτάσω, και ας μην το ήξερα, παρά μόνο τη στιγμή εκείνη. Εδώ βρίσκονται τα καλύτερα διηγήματα του Κορτάσαρ που έχω διαβάσει. Σε δύο θα σταθώ· Στο Καλοκαίρι, για το άβολο συναίσθημα τρόμου που δημιουργεί σχεδόν από το τίποτα, από μια χαραγματιά στη ρουτίνα. Και στο Χειρόγραφο που βρέθηκε σε μια τσέπη, το οποίο -η τυχαιότητα που λέγαμε- διάβασα σε ένα σταθμό του μετρό, αφήνοντας αρκετούς συρμούς να περάσουν, πριν επιβιβαστώ σε έναν και φλερτάρω με την ιδέα να ορίσω κι εγώ τους κανόνες ενός παιχνιδιού παρακολούθησης και πιθανών διαδρομών, απόπειρα πρόγνωσης του μέλλοντος και εντοπισμού της ευτυχίας, δίχως όμως να εγκαταλείψω την ηθική προσκόληση στους κανόνες που ο ίδιος θα έθετα. Τελικώς δεν το έκανα.

Ύστερα, οι Ιστορίες των Κρονόπιο και των Φάμα, συλλογή που προανήγγειλε το Κουτσό. Αντιγράφω:

Το καθήκον να μαλακώνουμε το τούβλο κάθε μέρα, το καθήκον ν' ανοίγουμε δρόμο μέσα στη γλοιώδη μάζα που αποκαλείται κόσμος, να σκοντάφτουμε κάθε πρωί στο παραλληλεπίπεδο με το απωθητικό όνομα, έχοντας τη σκυλίσια ικανοποίηση ότι όλα είναι στη θέση τους, η ίδια γυναίκα πλάι μας, τα ίδια παπούτσια, η ίδια γεύση της ίδιας οδοντόπαστας, η ίδια θλίψη στα απέναντι σπίτια και στο βρώμικο παμπάλαιο αέτωμα των παράθυρων με την ταμπέλα "Ξενοδοχείο το Βέλγιον".   
Αυτή η γαμημένη συνήθεια.

Τώρα αντιστέκομαι στην ιδέα να επιστρέψω στο Κουτσό, κι όμως επιδεικτικά έχω αφήσει το αντίτυπο δίπλα στην πόρτα, τελευταία εικόνα όταν φεύγω, πρώτη όταν επιστρέφω σπίτι.

υ.γ Σκεφτόμουν -ανάμεσα σε άλλα- αυτή τη βαρετή διαμάχη -τοποθετήστε κατά βούληση αποσιωποιητικά- ανάμεσα στη μικρή και τη μεγάλη φόρμα, επιχειρήματα υπέρ και κατά, φανατικοί και απόλυτοι. Ορίστε, σκεφτόμουν, διαβάστε Κορτάσαρ, τα διηγήματα, τις νουβέλες και τα μυθιστορήματα. Προσοχή, όμως, μην ξεχάσετε την ποίηση. 

Τετάρτη 29 Μαΐου 2013

Άγονες Ζωές - Graciliano Ramos










Η ξηρασία αναγκάζει την οικογένεια του Φαμπιάνο να βρεθεί, για ακόμα μια φορά, στο δρόμο, αναζητώντας νέο μέρος για να εγκατασταθεί. Η φαζέντα στην οποία δούλευε ως γελαδάρης δεν υπάρχει πια, οι καλλιέργειες κάηκαν από την ανομβρία , το κάποτε γόνιμο χώμα έγινε έρημος σε μια στιγμή, όρνια λυμαίνονται τα κουφάρια των ζώων. Ο ήλιος φέρει θάνατο σε τούτα τα μέρη. Ο Φαμπιάνο, η κυρά-Βιτόρια, τα δύο παιδιά και η Φάλαινα – η πιστή ηλικιωμένη σκύλα – περπατούν κάτω από τον καυτό ήλιο, γυρεύοντας ίσκιο και τροφή. Κουβαλούν  τα ελάχιστα υπάρχοντά τους σε μια πορεία προς το άγνωστο.  Το άγνωστο δεν τους τρομοκρατεί, αλλά αντίθετα τους γεμίζει  ελπίδα, γιατί πουθενά δε μπορεί να είναι χειρότερα από τη μέση του τίποτε.


Οι πρώτες γραμμές της νουβέλας φέρνουν στο νου την εναρκτήρια παράγραφο του διηγήματος του Χουάν Ρούλφο, Μας δώσανε τη γη.

«Τόσες ώρες περπάτημα, χωρίς να βρούμε ούτ’ έναν ίσκιο δέντρου, ούτ’ έναν σπόρο δέντρου, ούτε μια ρίζα από τίποτα, και τώρα ακούμε να γαβγίζουν τα σκυλιά.»                      (μτφρ. Έφη Γιαννοπούλου)

Καθώς η ανάγνωση προχωρά το νήμα που ενώνει τους δύο συγγραφείς γίνεται πιο ορατό. Το έργο του Ράμος θα αποτελέσει επιρροή για αρκετούς δημιουργούς, ένας σπόρος λογοτεχνικού ρεαλισμού  φέρνει επιτέλους στο προσκήνιο τους ανθρώπους της γης, τους περιθωριοποιημένους αυτόχθονες, την πλειοψηφία.  Η οικογένεια Buendia έχει στενούς δεσμούς συγγένειας με την οικογένεια του Φαμπιάνο.

Βρισκόμαστε στη Σερτάο, έτσι ονομάζεται το εσωτερικο της Βραζιλίας. Τόπος άγονος. Μεγάλο μέρος του πληθυσμού  ζει σε συνθήκες πρωτόγονες, τα ποσοστά αναλφαβητισμού είναι σχεδόν καθολικά. Ο Ράμος έζησε αρκετά χρόνια σε εκείνες τις περιοχές. Γνώρισε από κοντά τον καθημερινό μόχθο των ανθρώπων αυτών, τους είδε να πέφτουν θύματα εκμετάλλευσης από τους ισχυρούς γαιοκτήμονες. Για τις αγωνίες αυτών των ανθρώπων θέλησε να γράψει, να διηγηθεί τις δυσκολίες αλλά και τις ελπίδες τους, τα όνειρά τους.

Η μόρφωση αποτελεί, σύμφωνα με τον συγγραφέα, τη μόνη ελπίδα για αυτούς τους ανθρώπους, μόνο έτσι θα μπορέσουν να υπερασπιστούν το μόχθο τους και να διεκδικήσουν ένα καλύτερο αύριο.  Η πρόσβαση των παιδιών στη μόρφωση είναι σχεδόν αδύνατη, αλλά δε δείχνει να αποτελεί και προτεραιότητα των γονιών. Είναι χαρακτηριστικό το απόσπασμα στο οποίο ο Φαμπιάνο σκέφτεται πως « εάν μάθαινα κάτι, θα ήθελα να μάθω περισσότερα και ποτέ δε θα ήμουν ευχαριστημένος». Κάπως έτσι το καθεστώς αμάθειας περνά από γενιά σε γενιά.

Παρά τις δυσκολίες, οι κάτοικοι στη Σερτάο δεν παύουν να ονειρεύονται με έναν τρόπο συγκινητικά απλό και εξόχως χρηστικό. Το όνειρο της κυρά-Βιτόρια είναι κάποια στιγμή να αποκτήσουν με τον άντρα της ένα κανονικό κρεβάτι, άνετο, πάνω στο οποίο ο ύπνος θα αποτελεί ένα πραγματικό διάλειμμα ανάπαυσης από το κάμα της ημέρας. Ξέρει πως αποτελεί πολυτέλεια αφού απαιτεί έναν σταθερό  τόπο κατοικίας και αρκετά χρήματα. Η μονιμότητα σε αυτά τα μέρη εξαντλείται στις συνθήκες διαβίωσης.

Ο λόγος του Ράμος στεγνός και λιτός, μεταχειρίζεται λέξεις ανθεκτικές στο περιβάλλον που κινούνται οι ήρωες του,  λέξεις περιορισμένου ύψους και ακανθώδεις, μοιάζουν με τους κάκτους της ερήμου,  τους φαινομενικά εχθρικούς που όμως προσφέρουν την ελάχιστη σκιά και το νερό που με κόπο μάζεψαν. Οι αχρείαστες γλωσσικές φιοριτούρες μαράθηκαν πριν καν γεννηθούν, οι προτάσεις μικρές όπως τα βήματα στο πυρωμένο έδαφος. Περιθώρια για ωραιοποίηση δεν υπάρχουν, σκοπός του Ράμος είναι να δείξει, η αλήθεια είναι σκληρή όπως το άνυδρο έδαφος. Η αφήγηση ακολουθεί την κυκλική πορεία των εποχών, τροχός σε αιώνια περιστροφή.  Η μετάφραση του Ρούβαλη, απευθείας από τα πορτογαλικά, σέβεται το κείμενο και υπηρετεί το όραμα του δημιουργού, δε διστάζει να ελληνοποιήσει ορισμένους όρους (γεωγραφίας και βοτανολογίας κυρίως) και εκ του αποτελέσματος δικαιώνεται. 

Η νουβέλα του Ράμος , Άγονες ζωές, εκδόθηκε το μακρινό 1938. Θεωρείται ως ο σημαντικότερος εκπρόσωπος του μοντερνισμού στη Βραζιλία. Είναι η πρώτη φορά που κυκλοφορεί αυτόνομο κάποιο έργο του Βραζιλιάνου συγγραφέα στα ελληνικά (είχαν προηγηθεί κάποιες μεταφράσεις διηγημάτων σε λογοτεχνικά περιοδικά). Η παρούσα έκδοση καλύπτει ένα σημαντικό κενό της μεταφρασμένης λογοτεχνίας.

                                                                                                                                                (Πρωτοδημοσιεύτηκε στο bookstand.gr)





Μετάφραση Γιώργος Ρούβαλης
Εκδόσεις Κοινωνία των (δε)κάτων




Παρασκευή 12 Απριλίου 2013

Η Συζυγική Ζωή - Sergio Pitol








Από τον καταιγισμό ονομάτων, με τον οποίο συνηθίζει να κατακλύζει ο Βίλα-Μάτας τον αναγνώστη, προέκυψε η επιθυμία να ανασύρω το μυθιστόρημα του Πιτόλ, παρά το γεγονός πως η θέση του στην προς ανάγνωση λίστα ήταν αρκετά χαμηλά. Η αναφορά στον Μεξικανό αποτέλεσε το ένα σκέλος της απόφασης, το έτερο αυτής προέκυψε από τη διάθεση να συνεχίσω ισπανόφωνα.


Η Ζακλίν, γόνος φτωχής οικογένειας, γνωρίζει-ερωτεύεται-παντρεύεται τον Νικολάς Λομπάτο, ευκατάστατο νέο με επιχειρηματικό δαιμόνιο που του επιβάλλει να παίρνει διαρκώς νέα ρίσκα αποσκοπώντας στο μεγαλύτερο κέρδος. Η ζωή της Ζακλίν αλλάζει ριζικά, αφήνει πίσω της τη μιζέρια που χαρακτήριζε - και συνεχίζει να χαρακτηρίζει - την οικογένειά της και ιδιαίτερα τις αδερφές της. Νιώθει πως πλέον μπορεί να αφιερωθεί στο μεγάλο πάθος της: την πνευματική καλλιέργεια.

 "Όλα άλλαξαν μέσα σε μια στιγμή, όταν, σπάζοντας με τα χέρια της μια δαγκάνα καβουριού και ακούγοντας τον κρότο μιας φιάλης σαμπάνιας που άνοιγε πίσω από την πλάτη της, άφησε να την κυριεύσει μια ιδέα που θα την επισκεπτόταν περιοδικά, μετατρέποντάς την, οριστικά πια, σε μια γυναίκα με πολύ άσχημες σκέψεις."  Το συμβάν έλαβε χώρα κατά τη διάρκεια της δεξίωσης που παρέθεσε το ζευγάρι για τον εορτασμό της έβδομης επετείου του γάμου του. Η σκέψη να σκοτώσει τον άντρα της δεν αργεί να μετατραπεί σε εμμονή. Μετά από κάθε αποτυχημένη απόπειρα καταλαγιάζει εντός της για να ξυπνήσει πάλι με την εμφάνιση ενός καινούριου εραστή, παρέα με τον οποίο επιχειρούν να σχεδιάσουν εκ νέου τη δολοφονία του πλούσιου συζύγου ώστε να καρπωθούν την περιουσία του. Ταυτόχρονα, ο Νικολάς Λομπάτο επιδίδεται σε σεξουαλικές απιστίες που ο ίδιος τις θεωρεί κομμάτι του έγγαμου βίου, χωρίς να σταματά στιγμή να προσφέρει στη Ζακλίν την απαραίτητη υλική ευμάρεια.

Για χρόνια, η εισαγόμενη στην Ελλάδα σαπουνόπερα είχε ως χώρα παραγωγής το Μεξικό. Δεκάδες τηλενουβέλες γοήτευσαν και καθήλωσαν το τηλεοπτικό κοινό. Αυτά συνέβαιναν κάποτε, τώρα στη θέση τους ευδοκιμούν τα τούρκικα σήριαλ αλλά αυτό είναι ένα άλλο θέμα. Η αίσθηση που μου άφησε το μυθιστόρημα του Πιτόλ ήταν πως επρόκειτο για παρωδία μεξικάνικης σαπουνόπερας. Ως προς αυτό μάλλον δεν τα καταφέρνει άσχημα αν και οι παρωδίες δεν υπήρξαν ποτέ η αδυναμία μου. Φαίνεται πως ο συγγραφέας αρκέστηκε σε αυτό, ίσως πάλι η παρωδία να αποτέλεσε το μοναδικό στόχο του. Δεκτό.  

Στο επίκεντρο της κριτικής του Πιτόλ βρίσκονται ο γάμος και η γρήγορη κοινωνική ανέλιξη μέσω του ξαφνικού πλουτισμού. Κριτική που όμως παραμένει στην επιφάνεια, στοιχειοθετημένη από στερεότυπα, υπερβολές και επαναλήψεις. Ο συγγραφέας παραθέτει καρικατούρες χαρακτήρων, με τους οποίους ο αναγνώστης δύσκολα θα ταυτιστεί, αν και θα μπορέσει να διακρίνει γνώριμα στοιχεία δύσκαμπτων αντρικών και γυναικείων προτύπων. Υπάρχουν κάποια σημεία στο κείμενο που στιγμιαία δίνουν την αίσθηση πως ο συγγραφέας επιτέλους θα κάνει ένα βήμα προς τα μέσα, θα θελήσει να φύγει για λίγο από την επιφάνεια της παρωδίας για να φυτέψει ένα σπόρο, να κοιτάξει τους χαρακτήρες του από κοντά. Όμως όχι. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το θέμα της σεξουαλικότητας των ηρώων, θέμα, πάνω στο οποίο ο συγγραφέας, πέφτει συνεχώς αλλά επιμένει να αποφεύγει, αφήνοντας έτσι να αιωρείται το πιο ενδιαφέρον ίσως κομμάτι της ιστορίας του.     

Η Ζακλίν θυμίζει τη, συμπαθή πλην όμως αφελή, Νανά του Ζολά. Διάσπαρτες στο έργο οι επιρροές της γαλλικής λογοτεχνίας, αποτέλεσμα ίσως της παραμονής του συγγραφέα στο Παρίσι. Ενδιαφέρον παρουσιάζει ο τρόπος χρήσης της σκηνής με το καβούρι και τη σαμπάνια ως καθοδηγητικό μοτίβο (Leitmotiv). Αρκετές συγγραφικές αρετές που όμως αδικούνται από το θέμα. Πρόθεση για μαύρο χιούμορ - η πρόθεση όμως ποτέ δεν υπήρξε αρκετή. Ανάγνωση βλοσυρή και κάπως κουραστική παρά το ολιγοσέλιδο του μεγέθους και το ελαφρύ του περιεχομένου.
          


Μετάφραση Κατερίνα Τζωρίδου
Εκδόσεις Καστανιώτη



Δευτέρα 16 Ιουλίου 2012

Τηλεφωνήματα - Roberto Bolaño




Η σκόνη που συνόδευσε την έκδοση του 2666 κατακάθεται καθώς περνούν οι μήνες αλλά ακόμα δείχνει να είναι νωρίς για μένα. Δεν είναι μόνο ο ντόρος που με κρατάει μακριά αλλά και η πεποίθηση πως συγγραφείς σαν τον Μπολάνιο καλό είναι να προσεγγίζονται με έναν ιδιαίτερο ρυθμό. Επαφή και παύση. Σκοπεύω να δείξω υπομονή, ακριβώς επείδη τον θεωρώ ξεχωριστό. Όταν ένας συγγραφέας αντιμετωπίζει, ως έργο ζωής, ένα βιβλίο του, τότε, ίσως και ο αναγνώστης θα έπρεπε να ασπαστεί την άποψη αυτή, ώστε να μεγιστοποιήσει τόσο την ωφέλεια όσο και την απόλαυση.

Η συλλογή διηγημάτων με τίτλο Τηλεφωνήματα κυκλοφόρησε το 1999. Χωρίζεται σε τρία μέρη, καθένα από τα οποία παίρνει το ονομά του από το τελευταίο διήγημα. Τηλεφωνήματα, Ντέτεκτιβ, Βίος της Ανν Μουρ.  Στο επίκεντρο των ιστοριών βρίσκονται στοιχεία αυτοβιογραφικά, η ιστορία της Χιλής αλλά και της Λατινικής Αμερικής, οι αναφορές στο Μπόρχες και η ισπανόφωνη λογοτεχνία, κυρίαρχη όπως πάντα στα γραπτά του Μπολάνιο. Δεν είναι τυχαίο πως συχνά χαρακτηρίζεται ως ο συγγραφέας των συγγραφέων. Αυτό είναι και το σημείο στο οποίο θα ήθελα να σταθώ λίγο παραπάνω σε σχέση με τα υπόλοιπα. Συγγραφείς, αναγνώστες, βιβλιοπωλεία και περιοδικά λογοτεχνίας βρίσκουμε σε κάθε έργο του Χιλιανού, αναμενόμενο ίσως καθώς εκείνα αποτελούν αναπόσπαστα στοιχεία της σχέσης του με τον κόσμο και ο Μπολάνιο είναι από τους συγγραφείς εκείνους οι οποίοι χρησιμοποιούν τα προσωπικά βιώματα στο εργαστήρι τους. Αλλά αυτό που πραγματικά κάνει τις αναφορές στη λογοτεχνία ξεχωριστές είναι οι περιγραφές φανταστικών βιβλίων παράλληλα με την παράθεση υπαρκτών έργων. Έργα που για κάποιο λόγο δε βρήκαν ποτέ το δρόμο τους, σπέρματα ιστοριών, τα οποία χρησιμεύουν στην πλοκή οξύνοντας τη φαντασία του αναγνώστη. Λόγος περί λογοτεχνίας που καθηλώνει, εύχεσαι να υπήρχαν όντως τα μυθιστορήματα αυτά ή να μπορέσεις να ανακαλύψεις τις καλά κρυμμένες αναφορές του.

Θεωρώ δεδομένο πως το μυαλό του ποτέ δεν έπαυε να γεννάει ιδέες, είναι κάτι που φαίνεται άλλωστε και στα διηγήματά του, όπου σε κάθε ιστορία ξεπηδούν άλλες που λαμβάνουν μεγαλύτερη ή μικρότερη έκταση ανάλογα με την κρίση του. Ίσως και τα ίδια τα διηγήματα να κάλυπταν την ανάγκη για διαρκή επαφή με τη γραφή, μέρη στα οποία απόθετε κάποιες από τις ιστορίες που δε χωρούσαν στα μυθιστορήματα βιώνοντας ταυτόχρονα το σωτήριο αίσθημα του ολοκληρωμένου έργου.

Δυστυχώς χάθηκε νωρίς...




Εδώ θα βρείτε μια παλιότερη ανάρτηση σχετικά με το μυθιστόρημά του Μακρινό αστέρι.



Μετάφραση Έφη Γιαννοπούλου.
Εκδόσεις Άγρα.

Τετάρτη 20 Ιουνίου 2012

Το χιόνι του Αλμιράντε - Αλβάρο Μούτις





Ο συγγραφέας βρίσκει, σε ένα παλαιοβιβλιοπωλείο της Βαρκελώνης, ένα βιβλίο εξαντλημένο από χρόνια. Δέχεται να πληρώσει την εξωφρενική τιμή και καταφεύγει στο κοντινότερο πάρκο για να βυθιστεί στις σελίδες του νέου του αποκτήματος. Ενώ κρατάει το βιβλίο με ηδονή, διαπιστώνει πως υπάρχουν κάποιες χειρόγραφες σημειώσεις του Μακρόλ Γκαβιέρο.

Είναι μια τεχνική αφήγησης αυτή την οποία συναντάμε συχνά. Ο συγγραφέας σε ρόλο παραλήπτη αποφασίζει να δημοσιεύσει τα κείμενα κάποιου τρίτου προσώπου. Το τέχνασμα αυτό δίνει ένα ρεαλισμό στα γραφόμενα, καθώς αποτελούν την προσωπική εμπειρία του συντάκτη. Τις περισσότερες φορές πρόκειται για σελίδες ημερολογίου. Η συγκεκριμένη επιλογή δίνει τη δυνατότητα στο συγγραφέα να χρησιμοποιήσει το πρώτο ενικό ενώ ταυτόχρονα διατηρεί και αυξάνει τις αποστάσεις του από το κείμενο.

Στις χειρόγραφες αυτές σελίδες ο Μακρόλ Γκαβιέρο καταγράφει τις εμπειρίες και τις σκέψεις του ανεβαίνοντας το ρεύμα ενός ποταμού. Τελικός προορισμός του είναι κάποια παράξενα εργοστάσια ξυλείας. Πηγαίνει εκεί με σκοπό να αγοράσει φτηνά ξυλεία για να την πουλήσει αργότερα με κάποιο περιθώριο κέρδους.

Το ποτάμι έχει ταυτιστεί με το πέρασμα του χρόνου, είναι γνωστή άλλωστε η ρήση του Ηράκλειτου. Ανεβαίνοντας λοιπόν το ρεύμα του ποταμού ο Γκαβιέρο θα έρθει πολλές φορές αντιμέτωπος με τα περασμένα της ζωής του, αυτά που του διαμόρφωσαν τον χαρακτήρα και τον οδήγησαν έως εδώ να κυνηγάει χίμαιρες εύκολου πλουτισμού.
Δεν είναι όμως μόνο το παρελθόν το οποίο ξεδιπλώνει στο πέρασμα του το νερό, είναι και η φυσικότερη δυνατή επαφή με το περιβάλλον των τροπικών, εκεί που ο άνθρωπος προσπαθεί να τιθασεύσει τους ιθαγενείς και την βλάστηση ώστε να πετύχει κέρδος. Τα εργοστάσια ξυλείας και η στρατιωτική βάση δείχνουν την επιθυμία των πολιτισμένων.

Ο Αλβάρο Μούτις γεννήθηκε το 1923 στην Μποκοτά της Κολομβίας.

Μετάφραση Μαρία Χατζηγιάννη.
Εκδόσεις Σ.Ι. Ζαχαρόπουλος.

Τετάρτη 18 Απριλίου 2012

Μέρες και νύχτες αγάπης και πολέμου - Eduardo Galeano




Ένα αίνιγμα είναι η Λατινική Αμερική, ένας τόπος γεμάτος μυστήρια. Ίσως η πιο κοντινή, στην Ευρώπη, ήπειρος αλλά ταυτόχρονα με κάτι το εξωτικό. Κακά τα ψέματα για τους περισσότερους είναι ένας από τους πιο επιθυμητούς ταξιδιωτικούς προορισμούς. Ποιος δεν θα ήθελε άραγε να βρεθεί σε κείνη τη πλευρά του πλανήτη;

Δεν είναι όμως όλα διασκέδαση. Στις ημέρες που διαρκεί ένα οργανωμένο ταξίδι δύσκολα κάποιος θα μπορέσει να έρθει σε επαφή με τον πραγματικό πυρήνα της Νοτίου Αμερικής, θα καταλύσει σε κάποια ξενοδοχειακή μονάδα, θα επισκεφθεί κάποια βασικά τουριστικά αξιοθέατα και θα γυρίσει πίσω με την κάρτα μνήμης γεμάτη φωτογραφίες από ειδυλιακά σκηνικά και φτώχεια. Σαν τους τουρίστες που επισκέπτονται, λένε, την Κρήτη για παράδειγμα ενώ απλώς έχουν περάσει δέκα μέρες στη Χερσόνησο έχοντας εκδράμει στην καλύτερη των περιπτώσεων στη Φαιστό.

Από την ανακάλυψη της ηπείρου από τον Χριστόφορο Κολόμβο και μετά, η ιστορία της ηπείρου είναι γεμάτη από περιόδους ταραγμένες, με σκληρές δικτατορίες και κυρίαρχη την παρουσία των Ηνωμένων Πολιτειών.

Για τον Γκαλεάνο μου είχαν μιλήσει με τα καλύτερα λόγια διάφοροι ισπανόφωνοι φίλοι πολύ πριν το κίνημα των αγανακτισμένων στην Ισπανία κατά το οποίο στο διαδίκτυο κυκλοφόρησαν δεκάδες κείμενα και βίντεο του Ουρουγουανού συγγραφέα.

"Θα μας επιτρέψει η μνήμη να γίνουμε ποτέ ευτυχισμένοι;"

Η μνήμη γεμάτη από καταστάσεις δύσκολες, από ασχήμια, καταπίεση, δολοφονίες, φτώχεια και εκμετάλευση. Ο αγώνας είναι ένας δρόμος συχνά τραχύς, η ελπίδα διαδέχεται την απαισιοδοξία, η κούραση συχνά καταβάλλει όσους αγωνίζονται, η ματαιότητα καιροφυλαχτεί. Όμως δεν είναι μόνο άσχημα όσα η μνήμη φέρει και δε θα μπορούσε άλλωστε.

Το βιβλίο αποτελείται από μικρά κεφάλαια, πότε αυτοβιογραφικά και πότε καθαρώς ιστορικά. Όπως προλέγει και ο ίδιος ο συγγραφέας, όλα τα γεγονότα είναι πραγματικά και ο ίδιος τα καταγράφει όπως τα διαφύλαξε η μνήμη του. Το στυλ του συγγραφέα είναι αρκετά ιδιαίτερο, περιεκτικό. Σκοπό δεν έχει τη στείρα ανάλυση αλλά την αναφορά, τη διαφύλαξη της μνήμης. Είναι η υποχρέωση που νιώθει απέναντι σε όσους και όσα χάθηκαν ενώ ο ίδιος είναι ακόμα ζωντανός έστω και αν έζησε πολλά χρόνια στην εξορία.

Ούτε αντικειμενικός προσπαθεί να δείξει, αυτή είναι και η διαφορά του συγκεκριμένου βιβλίου από ένα βιβλίο ιστορίας αν και προσωπικά έχω ενστάσεις για την "αντικειμενικότητα" της Ιστορίας. Ο Γκαλεάνο ήταν παρών στα γεγονότα που καταγράφει, είναι σύγχρονα πριν ο χρόνος σκεπάσει ή αναδείξει. Και δεν ήταν απλώς παρατηρητής, ο Γκαλεάνο είναι ένας πολιτικοποιημένος στοχαστής, ούτε αυτό το κρύβει.

Ιδιαίτερη φωνή ο Γκαλεάνο με αποτέλεσμα το βιβλίο να έχει και λογοτεχνική αξία. Προσωπικά δεν το αντιλήφθηκα ως κάποιου είδους μανιφέστο αλλά ως μια ματιά σε ένα τοπίο μακρινό για το οποίο ο μύθος συχνά ξεπερνά την ίδια την πραγματικότητα.

Μετάφραση Ισμήνη Κανσή.
Εκδόσεις Εξάντας.

υγ Εδώ μπορείτε να βρείτε το λήμμα της wikipedia για τον Εντουάρντο Γκαλεάνο.
υγ Εδώ ένα βίντεο με ελληνικούς υπότιτλους στο οποίο ο Γκαλεάνο μιλάει για το φόβο.