Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εκδόσεις Αίολος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εκδόσεις Αίολος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 12 Ιουνίου 2025

Η Παραβολή του Σπορέα - Octavia Butler

Όταν, πέντε χρόνια πριν, κυκλοφορούσε το Εξ αίματος της Οκτάβια Μπάτλερ, για πρώτη φορά στα ελληνικά, δεν μπορούσα να φανταστώ πόσο πολύ θα μου άρεσε. Εκείνοι που γνώριζαν το έργο της ήταν σίγουροι, οι εκδόσεις Αίολος πάντοτε είναι εγγύηση, ειδικά σε ό,τι έχει να κάνει με την επιστημονική φαντασία, είχα κάποιες προσδοκίες, λοιπόν, δεν ήξερα όμως τι με περίμενε. Ύστερα ήρθε η ανάγνωση και το σοκ ήταν εφάμιλλο της πρώτης πρώτης εμπειρίας με το έργο της Λε Γκεν, αντιλαμβάνεστε για τι ύψη κάνω λόγο.

Διόλου τυχαία δεν αναφέρομαι στη σπουδαία Λε Γκεν. Είναι το είδος της πολιτικής, κοινωνιολογικής και ανθρωπολογικής επιστημονικής φαντασίας που με συναρπάζει, και ας με αφήνει με το στομάχι σε άσχημη κατάσταση, σε απαραίτητο συνδυασμό με τη λογοτεχνική αρτιότητα, σύμφωνη πάντα με τα ειδολογικά χαρακτηριστικά εντός του οποίου χτίζονται οι φανταστικοί, αλλά αναλογικά αναγνωρίσιμοι κόσμοι στους οποίους διαδραματίζεται η πλοκή. Στο βιβλίο αυτό, η εκλεκτική συγγένεια μεταξύ των δύο αποκαλύφθηκε.

Η Παραβολή του Σπορέα, μυθιστόρημα γραμμένο το 1993, διαδραματίζεται το 2024, σε ένα εγγύς μέλλον, για μας παρόν, στο οποίο η κοινωνική, οικονομική και πολιτική αποσάθρωση στη Βόρεια Αμερική είναι συντριπτική. Μικρές εστίες κοινοτήτων επιχειρούν να διαφυλάξουν τα ελάχιστα που έχουν στη διάθεσή τους από ομάδες ατόμων σε ακόμα χειρότερη κατάσταση, δομές και υπηρεσίες δεν υπάρχουν, η αυτοοργάνωση είναι η μόνο δίοδος, ενώ είναι σχεδόν αδύνατο να βρει κανείς μια δουλειά και να πληρώνεται με χρήματα. Αντίθετα με την πλειοψηφία των λογοτεχνικών, και όχι μόνο, έργων που διαπραγματεύονται μια μελλοντική δυστοπία, εδώ δεν αφήνεται να υπονοηθεί κάποια καταστροφή, κάποιος ιός, για παράδειγμα, η οποία να ευθύνεται, αλλά είναι ξεκάθαρο, γεγονός που καθιστά το μυθιστόρημα άκρως πολιτικό, πως η μελλοντική εκείνη συνθήκη είναι απλή εξέλιξη του καπιταλιστικού τρόπου διαχείρισης.

Όταν η Μπάτλερ έγραφε το βιβλίο αυτό, τη δεκαετία του '90, η πλειοψηφία των συστημικών διανοούμενων έβλεπε μια ανοιχτή λεωφόρο αέναης ανάπτυξης να απλώνεται στα πόδια της ανθρωπότητας, κανένα σύννεφο δεν σκίαζε τον γαλανό ουρανό, ούτε καν αυτός δεν αποτελούσε όριο, η φιλοδοξία έφτανε μέχρι τον εποικισμό σε άλλους πλανήτες, ακόμα και στην οριστική νίκη επί του θανάτου. Ελάχιστοι, με την ταμπέλα του γραφικού ή του καταστροφολόγου, του αρνητή της προόδου ή του συντηρητικού, περιθωριακοί και υπόγειοι, μιλούσαν και προειδοποιούσαν για την άσχημη τροχιά. Εδώ είναι που κάποιοι θα κοτσάρουν το επίθετο προφητικός για βιβλία και συγγραφείς, το πλέον αταίριαστο και διόλου επιθυμητό επίθετο. Κάποιοι είδαν και με τον τρόπο τους μίλησαν, δεν ήθελαν να αποδειχτούν σωστοί, αλλά να πέσουν έξω, η αρτιότητα των βιβλίων τους να είναι αμιγώς λογοτεχνική, ακόμα και αφελής, ένα παραμύθι και τίποτα άλλο. Η ανθρωπινότητα στην τέχνη είναι κάτι που συχνά παραμερίζεται, όλα, εδώ και χρόνια, είναι θέμα αριθμών και ποσοτικών αποτυπώσεων.

Η δεκαοχτάχρονη Λόρεν, κόρη ενός μαύρου πάστορα, γεννημένη μ' ένα σύνδρομο υπερευαισθησίας, καταγράφει στο ημερολόγιο της την καθημερινότητα στην κοινότητα αυτή. Όταν η οικογένειά της χαθεί, δεν έχει άλλη επιλογή από το να πάρει τον δρόμο προς τον Βορρά, προς αναζήτηση ενός καταφυγίου που θα της επιτρέψει να επιβιώσει.

Δεν ήταν απαραίτητο για την Μπάτλερ να ταξιδέψει τριάντα χρόνια αργότερα ώστε να βρει τις ζοφερές συνθήκες που θέτουν τη ζωή ενός ατόμου σε διαρκή απειλή και που το αναγκάζουν να αναζητήσει μακριά από τη γη του την ελπίδα. Όλη η ιστορία της ανθρωπότητας είναι μια τέτοια περίπτωση. Η απόφασή της, ωστόσο, έρχεται έγκαιρα και με οξυδέρκεια να διακρίνει την άβυσσο επί της οποίας κρέμεται από μια ελάχιστη ίνα κλωστής το πλέον δυνατό κράτος του κόσμου, μια αιώρηση που απειλεί τη μεγάλη πλειοψηφία των κατοίκων, ασχέτως φύλου, φυλής ή και τάξης ως ένα βαθμό. Η Παραβολή του Σπορέα, αντίθετα με το Εξ αίματος, δεν περιορίζεται στα δεινά των αφροαμερικανών και στις ιδιαιτερότητες της αφροαμερικανικής κοινότητας, αλλά ανοίγει τη βεντάλια και συμπεριλαμβάνει μεγάλο μέρος του πληθυσμού που σταδιακά απολύει τα όποια προνόμια διέθετε.

Οι σύγχρονοι δούλοι δεν αμοίβονται με χρήματα αλλά με κουπόνια τα οποία χρησιμοποιούν για τα απαραίτητα που τα αγοράζουν από τους εργοδότες τους, ένας φαύλος κύκλος χρέους που τους κρατά εγκλωβισμένους, χωρίς αλυσίδες και μαστίγια, καταφεύγουν και παραμένουν σε πόλεις ιδιωτικές, με ιδιωτικό στρατό και οικονομία, χωρίς πραγματικά να έχουν κάποια καλύτερη προοπτική, όχι βιώσιμη τέλος πάντων. Συχνά πυκνά, στην απέναντι ακτή από τους «προφητικούς» στέκουν εκείνοι με τον μεγεθυντικό φακό γυρεύουν αντιστοιχίες μία προς μία, για να καταλήξουν στην αφέλεια και την κινδυνολογία του ενός ή του άλλου έργου, αρνούμενοι να διακρίνουν τις αναλογίες, μ' ένα βλέμμα κοντόφθαλμο. Βάζουν τελεία στο τα πράγματα πάνε καλύτερα. Θέση που σε γενικές γραμμές έχει σπόρους αλήθειας. Η ζωή των μαύρων για παράδειγμα, ποιος δεν θα έλεγε πως έχει βελτιωθεί μέσα στα χρόνια; Βάζουν ωστόσο τελεία πριν εξετάσουν αν αυτή η κατά τα φαινόμενα βελτίωση οδηγεί προς μια συνθήκη αδιέξοδη, ένα τέλος οδυνηρό, μια κατηφόρα ιλιγγιώδη.

Σημαντικό κομμάτι του βιβλίου είναι η θρησκευτική πίστη, η ανάγκη, καλύτερα ειπωμένο, για πίστη σε κάτι ανώτερο, ένα αποκούμπι ελπίδας και νοήματος. Οι παλιοί Θεοί δεν δείχνουν πια δυνατοί, ίσως και να έχουν αποσυρθεί αφήνοντας τον άνθρωπο έρμαιο του ανθρώπου. Αυτή η ανάγκη για κάτι νέο, έρχεται να ενισχύσει την οικτρή κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει ο κόσμος, τώρα που ακόμα και η ιδιωτεία ελάχιστα προσφέρει, τώρα που η δημιουργία κοινοτήτων είναι η μόνη ίσως πιθανότητα επιβίωσης. Όσο παράδοξο και αν μοιάζει, το θρησκευτικό αίσθημα είναι αντιστρόφως ανάλογο των προνομίων, όσο πιο πένης τόσο πιο θρήσκος που έλεγε και ένας ηλικιωμένος φίλος μου, όσο πιο απελπισμένος τόσο πιο ευάλωτος στην αόριστη και μεταφυσική ελπίδα, όσο πιο άνυδρο και στείρο το παρόν έδαφος, τόσο μεγαλύτερη η ανάγκη για ένα εύφορο μεταθανάτιο τόπο. Παράλληλα με το ημερολόγιο της, το οποίο η Λόρεν ενημερώνει σε κάθε ευκαιρία, συντάσσει ένα πιστεύω, τους Γαιόσπορους, εκεί αναζητά μια ελπίδα επίγεια, ένα σύστημα αξιών και ηθικής, τους σπόρους μιας νέας κοινωνίας.

Ο τρόπος με τον οποίο η Μπάτλερ μέσα από τη Λόρεν διαπραγματεύεται το κομμάτι της μεταφυσικής πίστης, της ανάγκης ύπαρξής της, του εξανθρωπισμού της, της χρηστικότητάς της, της φιλοσοφικής της διάστασης, είναι έξοχος, καταφέρνοντας να αναδείξει ακόμα περισσότερο την κατάσταση που επικρατεί, χωρίς να χρειάζεται να την περιγράψει με μεγαλύτερη λεπτομέρεια. Και επιπλέον, η ανάγκη για πίστη και το ένστικτο για επιβίωση είναι οι δύο πυλώνες επί των οποίων στηρίζεται η αληθοφάνεια των ανθρώπων εδώ, οι αγωνίες, οι φόβοι ακόμα και οι ελπίδες τους, οι πόθοι και τα πάθη τους, μας είναι γνώριμα και ας μην μοιάζουν ακόμα οι συνθήκες να είναι τόσο ζοφερές, όχι για εμάς τους προνομιούχους τουλάχιστον. 

Η Μπάτλερ διαθέτει μια πρόζα τρομερά καθηλωτική, η αντίστιξη ανάμεσα σε όσα ζοφερά περιγράφει και στον γοητευτικό τρόπο με τον οποίο τα περιγράφει είναι τρομακτικής έντασης και διαρκώς παρούσα, το ερώτημα πώς γίνεται να απολαμβάνω αυτό που διαβάζω κρέμεται διαρκώς πάνω από τον σκυμμένο στην ανάγνωση αυχένα.

υγ. Για το Εξ αίματος έγραφα τότε αυτό.

Μετάφραση Βαγγέλης Πούλιος
Εκδόσεις Αίολος

Πέμπτη 14 Νοεμβρίου 2024

Στραβό αλέτρι - Itamar Vieira Junior

Υπάρχει μια φαινομενική δυσαναλογία ανάμεσα στο μέγεθος της Βραζιλίας και της λογοτεχνίας που φτάνει εξ αυτής μεταφρασμένη στη χώρα μας, ειδικά αν συνυπολογίσει κανείς το τι συμβαίνει με τις λοιπές λατινοαμερικάνικες χώρες. Στα τέλη της προηγούμενης και στις αρχές της τρέχουσας χρονιάς, ένα κενό καλύφθηκε με την κυκλοφορία, σε μετάφραση Αθηνάς Ψυλλιά, των δύο έργων του σημαντικού Ραντουάν Νασσάρ. Πρόσφατα, από τις εκδόσεις Αίολος και σε μετάφραση Μαρίας Παπαδήμα, κυκλοφόρησε το Στραβό αλέτρι, του Ίταμαρ Βιέιρα Ζούνιορ, που κατάφερε να συμπεριληφθεί στην τελική λίστα των υποψήφιων βιβλίων για το Βραβείο Booker International για την περασμένη χρονιά.

Είναι μια ιστορία από το πρόσφατο παρελθόν, όταν, παρότι η δουλεία είχε δια νόμου καταργηθεί, ένα μεγάλο μέρος του αγροτικού πληθυσμού συνέχισε να ζει σε συνθήκες σχεδόν πλήρους στέρησης δικαιωμάτων, δουλεύοντας από ανατολή σε δύση, από Κυριακή σε Κυριακή, για λογαριασμό πλούσιων γαιοκτημόνων, που μόνο ως επισκέπτες και εισπράκτορες της παραχθείσας υπεραξίας καταδέχονταν να επισκεφθούν την ύπαιθρο εγκαταλείποντας για λίγο την αστική τους καθημερινότητα.

Δύο αδερφές, η Μπιμπιάνα και η Μπελονίζια, γεννημένες στην Άγκουα Νέγρα, θα βρουν στη βαλίτσα της γιαγιάς τους, ανάμεσα σε άλλα μικροπράγματα, ένα εντυπωσιακό μαχαίρι με λαβή από ελεφαντόδοντο. Η παιδική περιέργεια, εκδηλωμένη σε διάθεση για σκανταλιά, θα της οδηγήσει να δοκιμάσουν τη γεύση της κοφτερής λεπίδας στη γλώσσα τους. Η επίσκεψη στο νοσοκομείο, λεύγες μακριά από το αγρόκτημα, δεν θα γιατρέψει το κακό. Το ατύχημα θα καταστήσει μουγκή τη μια τους. Έτσι, η μια γίνεται η φωνή της άλλης, το δέσιμο μεταξύ τους γίνεται ακόμα πιο ισχυρό.

Χωρισμένο σε τρία μέρη, το μυθιστόρημα του γεννημένου το 1979 συγγραφέα συνομιλεί με αξιώσεις με τη λογοτεχνική παράδοση του μαγικού και του κοινωνικού ρεαλισμού, αποδεικνύοντας πως ο τρόπος διαχείρισης της –λογοτεχνικής– παράδοσης μπορεί να την καταστήσει επίκαιρη και όχι αναμασημένη τροφή. Βρισκόμαστε σε μια εποχή που η πίστη στο μεταφυσικό στοιχείο είναι διάχυτη, πριν ο εκχριστιανισμός επικρατήσει ολοκληρωτικά στους απόκληρους της βραζιλιάνικης κοινωνίας, όταν οι ψυχές των γητεμένων συνέχιζαν να κυκλοφορούν και μετά τον θάνατό τους, όταν οι αρρώστιες αντιμετωπίζονταν με γιατροσόφια από βότανα, θυσίες και προσευχές, όταν η πρόσβαση στην παιδεία ήταν αδύνατη. Η ιστορία δεν περιορίζεται ωστόσο στα στενά όρια ενός παραμυθιού, αλλά διαθέτει τον απαραίτητο κοινωνικό ρεαλισμό, πετυχαίνοντας να αποτυπώσει με ευκρίνεια εκείνες τις άγονες ζωές.

Η παραγωγή καλής λογοτεχνίας, πρωτεύων συγγραφικός στόχος του Ίταμαρ Βιέιρα Ζούνιορ, δεν αποκλείει την ανάδειξη της πολιτικής διάστασης της ιστορίας αυτής, δεν την καλλωπίζει, δεν την αφήνει στη λήθη του παρελθόντος και στο περιθώριο της κυρίαρχης αφήγησης του προνομίου, χωρίς ωστόσο να εγκλωβίζεται σε μια, χωρίς λογοτεχνικό ενδιαφέρον, κοινωνιολογική και ανθρωπολογική δοκιμιακή γραφή. Πετυχαίνει έναν συνδυασμό δύσκολο σε σύλληψη και εκτέλεση, ιδιαίτερα απολαυστικό στην ανάγνωση, χωρίς να απουσιάζει η γεύση της σκόνης από το στόμα.

Πριν από μια δεκαετία περίπου, σε μετάφραση Γιώργου Ρούβαλη, είχε κυκλοφορήσει ένα σημαντικό βιβλίο σκληρού ρεαλισμού, το Άγονες ζωές του επίσης Βραζιλιάνου Γκρασιλιάνο Ράμος, στεγνό από όμορφες και εξωτικές περιγραφές, υπηρετώντας με απόλυτη προσήλωση τον τίτλο του. Στο επίκεντρο εκείνης της ιστορίας υπήρχε ως κύριο διακύβευμα, για ένα καλύτερο μέλλον, το ζήτημα της πρόσβασης στην παιδεία και της συλλογικής οργάνωσης. Το Στραβό αλέτρι αποτελεί έναν άξιο απόγονο εκείνου του βιβλίου, ενταγμένο ταυτόχρονα στο σύγχρονο πλαίσιο, όπως αυτό έχει διαμορφωθεί με την μεταποικιακή, αλλά και φεμινιστική και κουήρ, λογοτεχνία, όπου η απελευθέρωση και η διεκδίκηση ενός καλύτερου αύριο δεν μπορεί να εγκαταλειφθεί στα χέρια της κυρίαρχης τάξης.

Ωστόσο, ο συγγραφέας υπενθυμίζει διαρκώς, τοποθετώντας τις γυναίκες στο κέντρο της ιστορίας αυτής, πως ακόμα και εντός των πλέον απόκληρων υπάρχει μια ξεκάθαρη διαβάθμιση καταπίεσης, με τις γυναίκες, ήδη από μικρά κορίτσια, να αποτελούν θύματα της πατριαρχικής οργάνωσης –και αυτής– της κοινωνικής μικρογραφίας. Η κοινωνική θέση δεν δικαιολογεί και δεν αθωώνει εκ προοιμίου κανέναν και καμία από την κατηγορία της καταπίεσης και της βίας.

Το Στραβό αλέτρι είναι ένα ωραίο βιβλίο. Καλογραμμένο χωρίς να παραμορφώνει, ρεαλιστικό χωρίς να απολύει τη λογοτεχνική του αξία, ισόποσα σκληρό και ποιητικό, όπως το φυσικό περιβάλλον που το περιβάλλει. Ένα βιβλίο που αξίζει να διαβαστεί και να συζητηθεί, και ίσως, ποιος ξέρει, να εντείνει το ενδιαφέρον προς τη βραζιλιάνικη λογοτεχνία.

υγ. Για τις Άγονες ζωές περισσότερα μπορείτε να διαβάσετε εδώ, για τη νουβέλα του Ραντουάν Νασσάρ, Ένα ποτήρι οργή, εδώ, για το μυθιστόρημά του, Αρχαία καλλιέργεια, εδώ. Ενώ, μιλώντας για βραζιλιάνικη λογοτεχνία, δεν θα μπορούσε να λείπει το όνομα της υπέροχης Κλαρίσε Λισπέκτορ, για το Η ώρα του αστεριού περισσότερα μπορείτε να διαβάσετε εδώ.

(το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Μετάφραση Μαρία Παπαδήμα
Εκδόσεις Αίολος  

Δευτέρα 30 Ιανουαρίου 2023

Μια φιλία - Silvia Avallone

Γύρευα ένα πολυσέλιδο καταφύγιο από την άρρωστη πραγματικότητα. Πέρασα κάποια ώρα ξεφυλλίζοντας τα υποψήφια βιβλία, η επιλογή έπρεπε να είναι η κατάλληλη, ελάχιστο περιθώριο υπήρχε για λάθη. Στο μυθιστόρημα της Αβαλόνε στάθηκα λίγο παραπάνω· μάλιστα, ξεκίνησα να το διαβάζω χωρίς να έχω ολοκληρώσει επίσημα τις συνεντεύξεις –μετά από ώρες και με την αναπόφευκτη ενοχή, τακτοποίησα τα απορριφθέντα πίσω στο ράφι με τα προσεχώς. Πρώτα στάθηκα στο αόριστο άρθρο του τίτλου, στη συναισθηματική αντίστιξη που αυτό το μια γεννούσε δίπλα στη φιλία, αυτή η απόπειρα κατάλυσης της μοναδικότητάς της, της ρίψης της από τον θρόνο απ' όπου βασίλευε κάποτε, παλιά. Ύστερα ήταν η πρώτη λέξη: Μπολόνια· παρότι εγώ ακόμα επιμένω να τη γράφω με ωμέγα, άλλωστε, έτσι την έγραψα πρώτη φορά στην αίτηση, έτσι βρέθηκα εκεί, πάνε πολλά χρόνια, συγχωρέστε με.

Το Μια φιλία είναι η πρωτοπρόσωπη αφήγηση της τριαντατριάχρονης Ελίζα. Ζει στη Μπολώνια, παλεύει με τις συμβάσεις ορισμένου χρόνου που δίνει το πανεπιστήμιο και τον ρόλο του εξ ημισείας γονέα. Είναι 18 Δεκεμβρίου 2019, 2 η ώρα τη νύχτα, όταν αποφασίζει να επιστρέψει στην ημερολογιακή καταγραφή της ζωής της, συνήθεια που είχε από μικρή μα εγκατέλειψε όταν έπαψαν να είναι φίλες με τη Μπεατρίτσε. Γιατί με την Μπεατρίτσε υπήρξαν κάποτε φίλες, κολλητές. Σε εκείνη και μόνο απευθύνονται οι γραμμές αυτές, στη Μπεατρίτσε, που από μικρή ξεχώριζε, που κατάφερε να κατακτήσει τον κόσμο, να γίνει πολυπόθητη ινφλουένσερ για κάθε διαφημιστή και κέντρο προσοχής για ένα μεγάλο μέρος της κοινής γνώμης, με κάθε ψηφιακή της παρουσία να γεννά ένα τσουνάμι αντιδράσεων. Χωρίς την Ελίζα, όλα αυτά.

Η Αβαλόνε στήνει έξυπνα τον μηχανισμό που κινεί την αφήγηση. Η δευτεροπρόσωπη απεύθυνση στη Μπεατρίτσε δικαιολογεί όλα τα κενά, οι δυο τους, άλλωστε, τα γνωρίζουν όλα. Με διαρκείς αναλήψεις από το παρελθόν, η Ελίζα επανασυνθέτει την ιστορία των δυο τους, σε μια απόπειρα να καταλάβει, να δικαιολογήσει, να υπερασπιστεί, να κατηγορήσει,  να θυμηθεί όλα όσα έλαβαν χώρα πριν από το εκκωφαντικής σιωπής κενό που μεσολάβησε όταν έπαψαν πια να είναι φίλες. Τα ερωτήματα που αναπόφευκτα γεννούνται στον αναγνώστη απαντώνται στην εξέλιξη της αφήγησης, όταν το παζλ υποδέχεται τα τελευταία κομμάτια του, ακόμα και το κυρίως ζητούμενο: τι είναι αυτό που πυροδότησε την ανάγκη της Ελίζα να επανέλθει στην ημερολογιακή καταγραφή της ζωής της;

Η συγγραφέας πετυχαίνει να προσδώσει το απαραίτητο συναισθηματικό φορτίο στην αφήγηση της Ελίζα. Αυτό το φορτίο αποτελεί τη ραχοκοκαλιά ολόκληρου του μυθιστορήματος, αυτό δικαιολογεί τον όγκο και το περιεχόμενο, την ανάγκη, εν τέλει, η ιστορία αυτή να ειπωθεί. Μια φωνή γεμάτη ειλικρινή πόνο για όσα πέρασαν και χάθηκαν, για τις δυνατότητες ευτυχίας που ξέφτισαν, για τις εναλλακτικές πραγματικότητες που πολιορκούν τον αγώνα για το σήμερα, για τον χρόνο που όλο τρέχει. Ωστόσο, η πειστικότητα της φωνής επιβάλλει και σε συναισθήματα πιο δεύτερα, λιγότερο ή καθόλου εκλεπτυσμένα, να μπλεχτούν στα κλαδιά της αφήγησης, συναισθήματα όπως ο φθόνος και η πίκρα δεν θα μπορούσαν να απουσιάζουν· το εγώ που γλύφει το τραύμα του, που αποδέχτηκε πως πόνεσε, που χρειάστηκε να βρει ψήγματα πίστης στον εαυτό, αν είναι να λέμε αλήθειες δηλαδή. Η Αβαλόνε ρίχνει αρκετή δόση πραγματικής ζωής στο καζάνι της ιδεατής εφηβικής φιλίας και καταφέρνει να φωτίσει επαρκώς μια σκοτεινή γωνιά της ενήλικης ζωής, την ανάγκη για μια εφηβικής έντασης φιλία.

Και αν ένα μεγάλο μέρος της αναγνωστικής απόλαυσης που βίωσα διαβάζοντας το μυθιστόρημα της, σχεδόν συνομήλικής μου, Αβαλόνε είχε να κάνει με τον τόπο, τη Μπολώνια δηλαδή, την πόλη εκείνη που ακόμα και ξεβράκωτος με ροζ μαλλί να κυκλοφορήσεις μέρα μεσημέρι ελάχιστοι θα στρέψουν το κεφάλι, την «κόκκινη» Μπολώνια με τις πλατείες της και το παρελθόν που τη βαραίνει,  με τους φοιτητές και τους πύργους της, ετούτο από μόνο του δεν θα ήταν αρκετό. Η οξυδερκής αποτύπωση του τόπου είναι ωστόσο μια βασική συνισταμένη της συγχρονίας, που αποτελεί ένα βασικό προσόν του μυθιστορήματος αυτού. Γεννημένη το '84, η Αβαλόνε έχει ζήσει τη μετάβαση στην ψηφιακή πραγματικότητα, τη ρομαντική αρχή και τη χαοτική εξέλιξη του διαδικτύου, το τέλος της αναλογικής εποχής. Και αυτό δεν αποτυπώνεται μόνο μέσα από την επιτυχία της Μπεατρίτσε χάρη στα κοινωνικά δίκτυα, αλλά αφήνει διακριτά σημάδια σε κάθε πτυχή της ζωής, επομένως και της αφήγησης.

Η λογοτεχνία είναι πανταχού παρούσα στο μυθιστόρημα αυτό. Η αγάπη γι' αυτή, η ανάγκη γι' αυτή, η επιστροφή πάντα σ' αυτή. Η ιταλική λογοτεχνία αλλά και η μεταφρασμένη, η παλιότερη αλλά και η νεότερη, η Έλσα Μοράντε αλλά και ο Φίλιπ Ροθ, και σίγουρα η Φεράντε, που έστρεψε και πάλι το βλέμμα προς την Ιταλία. Η σύγχρονη τάση στην αυτομυθοπλασία δεν θα μπορούσε να λείπει. Η Αβαλόνε κλείνει το μάτι στο autofiction, χρησιμοποιώντας ως δούρειο ίππο την Ελίζα. Επιλέγει μεν μια παραδοσιακή φόρμα αφήγησης, εκείνη της ημερολογιακής καταχώρησης, αλλά ταυτόχρονα οπλίζει το άλτερ έγκο της με τη φιλοδοξία πως όλες αυτές οι λέξεις θα μπορούσαν να αποτελέσουν ένα μυθιστόρημα. Ένα έξυπνο παιχνίδι ανάμεσα στο αληθινό και το μυθοπλαστικό, που καθρεφτίζει τον χώρο ανάμεσα στην ψηφιακή και αναλογική εκδοχή της ζωής, ανάμεσα στο φαίνεσθαι και το είναι, ανάμεσα στο ειπωμένο και το ανείπωτο, επιχειρώντας να διερευνήσει στο ερώτημα για το αν η ζωή αποκτά υπόσταση αποκλειστικά και μόνο μέσα από την αφήγηση, αν απαιτείται η παρουσία ενός τρίτου, ενός αυτόπτη μάρτυρα στο δωμάτιο της ύπαρξης ή αν αλλιώς όλα είναι μάταια και χαμένα.

Χορταστικό μυθιστόρημα που επιβάλλει υψηλό αναγνωστικό ρυθμό χωρίς αυτό να βαίνει εις βάρος των ποιοτικών χαρακτηριστικών του. Φιλόδοξο, χωρίς να υποχωρεί υπό το βάρος αυτό, και καλογραμμένο. Το Μια φιλία υπήρξε το πολυσέλιδο καταφύγιο που είχα ανάγκη.

υγ. Μακάρι να συνεχιστεί και το '23 αυτό το σερί καλής ιταλικής λογοτεχνίας που ξεκίνησε το '22 και για το οποίο περισσότερα μπορείτε να διαβάσετε εδώ.

Μετάφραση Λούλα Καραγιαννάκη
Εκδόσεις Αίολος

Δευτέρα 9 Ιανουαρίου 2023

Το ακουστικό κέρας - Leonora Carrington

Όταν η Καρμέλα μου χάρισε ένα ακουστικό κέρας, ίσως και να είχε προβλέψει κάποιες από τις συνέπειες. Δεν θα 'λεγα την Καρμέλα κακόβουλη, απλώς τυχαίνει να έχει παράξενη αίσθηση του χιούμορ. Το ακουστικό κέρας ήταν αναμφίβολα εξαιρετικό στο είδος του, χωρίς να είναι ιδιαίτερα μοντέρνο. Ήταν, όμως, πανέμορφο, με επίστρωση από ασημένια και σεντεφένια μοτίβα και με σχήμα μεγαλοπρεπούς καμπύλης σαν κέρατο βούβαλου. Δεν ήταν η αισθητική του αντικειμένου το μόνο του χαρακτηριστικό· το ακουστικό κέρας ενίσχυε σε τέτοιο βαθμό τον ήχο, που οι συνηθισμένες συζητήσεις γίνονταν ευκρινέστερες ακόμα και στ' αφτιά μου.

Η Μάριαν Λέδερμπι, ετών ενενήντα δύο, δέχεται ένα δώρο που της αλλάζει την καθημερινότητα, ένα ακουστικό κέρας με τη βοήθεια του οποίου ακόμα και το πλέον ανεπαίσθητο μουρμουρητό φτάνει στα αφτιά της με ευκρίνεια. Μένει σ' ένα δωμάτιο στο σπίτι του παντρεμένου με παιδί γιου της, παρέα με δύο γάτες και μία κότα, επισκέπτεται συχνά πυκνά τις φιλενάδες της, κυρίως την Καρμέλα, και αλληλογραφεί με την υπεραιωνόβια μητέρα της μέσω του μπάτλερ της. Ένα βράδυ, κρυφακούγοντας τη συζήτηση στο σαλόνι, θα μάθει πως η οικογένειά της σκοπεύει να την παρκάρει σ' ένα γηροκομείο, να την ξεφορτωθεί και μάλιστα άμεσα. Παρά τη στεναχώρια της, το πείσμα και η θέληση για ζωή δεν την εγκαταλείπουν. Παρέα με το ακουστικό κέρας και τα λίγα υπάρχοντά της, χωρίς όμως τις γάτες και την κότα της, μετακομίζει σ' ένα σπιτάκι που η πλειοψηφία των αντικειμένων είναι αληθοφανή, πλην όμως ζωγραφισμένα, στο σύμπλεγμα ενός ιδρύματος μιας νεοχριστιανικής οργάνωσης όπου έχουν παρκάρει και άλλες ηλικιωμένες.

Έτσι ξεκινάει το πιο τρελό μυθιστόρημα που διάβασα εδώ και καιρό. Την Κάρινγκτον, παρότι μια από τις πλέον σπουδαίες υπερρεαλίστριες ζωγράφους, δεν την γνώριζα, ισχνές άλλωστε οι γνώσεις μου επί των εικαστικών. Ο Μπολάνιο στους Άγριους ντετέκτιβ την αναφέρει, της αποτίει φόρο τιμής για την ακρίβεια, ωστόσο, η άρνησή μου να εξακριβώνω ψηφιακά τις ορδές ονομάτων, πραγματικών ή επινοημένων που παρελαύνουν στις σελίδες του ιερού τέρατος, όπως κάθε εμμονή, έχει τα καλά και τα κακά της. Άλλη συζήτηση αυτή, πίσω στο Ακουστικό κέρας τώρα. Το βασικό χαρακτηριστικό της –καλής– υπερρεαλιστικής γραφής είναι το μη αναμενόμενο, η ολοκληρωτική κατεδάφιση οποιουδήποτε αναγνωστικού ορίζοντα οικοδομείται πριν ή κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης, επομένως η μη πρότερη γνωριμία με την Κάρινγκτον ελάχιστα επηρέασε την ανάγνωση, αφού εδώ έχουμε να κάνουμε με υψηλή (υπερρεαλιστική) λογοτεχνία.

Γραμμένο το 1977, το Ακουστικό κέρας είναι ένα χορταστικό και διασκεδαστικό μυθιστόρημα, που ωστόσο απαιτεί από τον αναγνώστη να επιδείξει την ανάλογη παιγνιώδη διάθεση, να παραμερίσει τις φιλολογικές του ενστάσεις, να χαλαρώσει, να έρθει αντιμέτωπος με τα πιθανά προνόμιά του, πολλά εκ των οποίων, αν όχι όλα, τυχαία και παροδικά. Είναι, επίσης, ένα καλό τεστ ξεσκαρταρίσματος ανάμεσα σε αναγνώστες και σοβαροφανείς αναγνώστες. Δεν υπάρχει κάποιος τομέας της σύγχρονης ζωής με τον οποίο να μην καταπιάνεται η Κάρινγκτον εδώ. Πολιτική, κοινωνία, θρησκεία, περιβάλλον, φύλο. Σε κανέναν και σε τίποτα δεν χαρίζεται η πένα της. Ο τρόπος αντιμετώπισης της τρίτης ηλικίας, το γυναικείο ζήτημα, οι στενές σχέσεις εκκλησίας και χρήματος, η ανάγκη για συλλογική δράση, η κατασπατάληση των πόρων και η λεηλασία του πλανήτη. Παρότι φαινομενικά αστείο και γκροτέσκο, ανάμεσα στις γραμμές φωλιάζει η αγωνία και η οργή, αλλά και η πίστη σε ένα καλύτερο αύριο. Καθόλου διδακτικό, διόλου ηττοπαθές.

Η Κάρινγκτον παίζει με μια φαινομενική αντίστιξη· η υπερρεαλιστική εξέλιξη της πλοκής, που μοιάζει με ένα παιχνίδι, παιχνίδι ωστόσο σοβαρό όπως τα παιδιά το αντιμετωπίζουν, συναντά την υπερήλικη αφηγήτρια. Και αυτή η απόφαση αποδεικνύεται εκρηκτική, καθοριστική για το μυθιστόρημα. Ο αυτοσχεδιασμός, εν πολλοίς άναρχος και ασεβής, έχει για μπούσουλά του την Μάριαν, από εκείνη εκπορεύεται και μέσω εκείνης πραγματώνεται, ερχόμενος σε ευθεία σύγκρουση με τον αναμενόμενο στερεότυπο της τρίτης ηλικίας, εκεί οπού το τέλμα και η βαρετή ρουτίνα επικρατούν. Η Κάρινγκτον, με τη δύσκολη ζωή, που τόσο σκοτεινή στους πίνακές και στις συνεντεύξεις της εμφανίζεται, εδώ μοιάζει να δημιουργεί ένα πρότυπο, κάποια της οποίας τα βήματα θα ήθελε και η ίδια να ακολουθήσει στην ηλικία της. Έτσι εδώ δεν έχουμε ένα τυπικό άλτερ έγκο αλλά ένα επιθυμητό άλτερ έγκο. Και δεν επιθυμεί μόνο τον χαρακτήρα και το ταμπεραμέντο της Μάριαν, αλλά και τις συνοδοιπόρους της, με πρώτη και κύρια την Καρμέλα, που πάντοτε βρίσκει έναν τρόπο να εμφανίζεται την κατάλληλη στιγμή, ως από μηχανής θεά, την κρίσιμη στιγμή και να προσφέρει τη λύση, και κυρίως να διώχνει τον φόβο της μοναξιάς και της ανημπόριας που το πέρας της ηλικίας κουβαλά μαζί του.

Και τρομακτικά επίκαιρο, δυστυχώς. Σχεδόν μισό αιώνα μετά, λίγα πράγματα έχουν αλλάξει στον πυρήνα τους, κάποια, αν όχι όλα, έχουν χειροτερέψει, όπως ο ρατσισμός απέναντι στην τρίτη ηλικία και η βία που οι γυναίκες δέχονται και η αλλεργία στο διαφορετικό και η άνθηση του εμπορίου της αυτοβοήθειας ως μια σύγχρονη θρησκεία και η χλεύη προς το περιβάλλον και ο ατομισμός και η συντήρηση, ανάμεσα σε τόσα άλλα. Η αφήγηση της Μάριαν διαθέτει μια ευδιάκριτη, αν και μάλλον υπόγεια, αυτοπεποίθηση, μεταμφιεσμένη με το κουστούμι του κάνω ό,τι μου λέει το μυαλό μου να κάνω, η προσωπική μου ηθική και στάση απέναντι στα πράγματα, παρότι ο κόσμος αυτός είναι συχνά ένα απαίσιο μέρος για να ζει κανείς. Και αυτή η αισιοδοξία είναι που υπερβαίνει το όποιο άλλο συναίσθημα αυτό το βιβλίο προκαλεί, που το καθιστά άκρως πολιτικό, η άρνηση για παράδοση.

Την έκδοση συνοδεύει ένα εκπληκτικό επίμετρο δια χειρός Τοκάρτσουκ, που αποδεικνύεται μια δυνατή αναγνώστρια και, βοηθούμενη και από τη σκευή της ψυχολογίας και των σπουδών φύλου, πετυχαίνει να συνδυάσει το πάθος και την καθαρή σκέψη μιλώντας για το Ακουστικό κέρας που ως ένα βαθμό την επηρέασε, όπως για παράδειγμα στο Οδήγησε το αλέτρι σου πάνω από τα οστά των νεκρών.

υγ. Αν η Μάριαν σας μαγέψει όπως εμένα, τότε θα πρότεινα να διαβάσετε Το όνειρο της Ζέλμα. (περισσότερα εδώ)

Μετάφραση Μαρία Φακίνου
Εκδόσεις Αίολος

Δευτέρα 2 Μαΐου 2022

Daisy Jones & The Six - Taylor Jenkins Reid

Σύμφωνα με τον ορίζοντα προσδοκιών που είχα εξ αρχής σπεύσει να σκιαγραφήσω για το βιβλίο της Τέιλορ Τζένκινς Ριντ, το Daisy Jones & The Six επρόκειτο να είναι ένα ανάλαφρο ποπ μυθιστόρημα, ένα μουσικό ντοκουμέντο με έντονη οσμή από τη δεκαετία του '70. Με την πεποίθηση αυτή το έβαλα στη χειραποσκευή, αφού έμοιαζε να είναι ένα βιβλίο κατάλληλο για ταξίδι και για τα ταξίδια συνήθως επιλέγω βιβλία που θα έχουν ρόλο συνοδευτικό και όχι κυρίαρχο, συχνά από την κατηγορία του μη μυθοπλαστικού. Το όνομα του συγκροτήματος δεν μου έλεγε κάτι. Αυτό δεν με έβαλε σε υποψίες αφού οι μουσικές μου γνώσεις για τη δεκαετία του '70 είναι περιορισμένες. Η αμφιβολία δεν άργησε να εμφανιστεί και κάπου στη σελίδα τριάντα ήθελα να γκουγκλάρω. Ωστόσο, σε μια ταπεινή πτήση εσωτερικού δεν παρέχεται πρόσβαση στο διαδίκτυο. Έμαθα την «αλήθεια» στην αποβάθρα, περιμένοντας το μετρό, ήμουν κιόλας στη σελίδα εκατό.

Το Daisy Jones & The Six είναι ένα απολαυστικό βιβλίο. Είναι η ιστορία μιας μπάντας μέχρι τη διάλυσή της, τη στιγμή που γνώριζε τεράστια επιτυχία. Η Ριντ εμπνέεται από την ιστορία των Fleetwood Mac και μυθοπλάττει τους The Six, μια μπάντα που δημιούργησαν δύο αδέρφια που η μουσική αποτέλεσε τη μοναδική τους διέξοδο κατά τη δύσκολη παιδική και εφηβική ηλικία, και που στην πορεία συνεργάστηκε με την καθηλωτικά όμορφη και ταλαντούχα Daisy Jones. Η Ριντ χρησιμοποιεί όλα τα συστατικά της ροκ μυθολογίας· έρωτες, ναρκωτικά, ίντριγκες και πάθη, κατάθλιψη στη σκιά της δόξας, παρασκήνια και συνεντεύξεις, φωτογραφίσεις, ηχογραφήσεις και περιοδείες, και κυρίως την ιλιγγιώδη άνοδο και την αναπόφευκτη πτώση. Κανένα κλισέ δεν φαντάζει υπερβολικό όταν έχουμε να κάνουμε με μια μπάντα που γνώρισε τη δόξα τη δεκαετία του '70, η Ριντ το ξέρει και κινείται στα όρια.

Και αν το μέρος της σύλληψης του μυθιστορήματος είναι σημαντικό, καταλυτική είναι η εκτέλεση. Ο τρόπος με τον οποίο η Ριντ αποφασίζει να αφηγηθεί την ιστορία της μπάντας είναι που απογειώνει το μυθιστόρημα. Χρόνια μετά τη διάλυση του συγκροτήματος, μια συγγραφέας θα πάρει συνεντεύξεις από τα μέλη του συγκροτήματος αλλά και από άτομα που κινήθηκαν κοντά στον πυρήνα της μπάντας. Με μια τεχνική κυρίως κινηματογραφική, η συγγραφέας θα συνθέσει σε διαδοχή τις απαντήσεις, παραδίδοντας έναν πολυφωνικό κορμό παράλληλων μονολόγων που συνομιλούν με άξονα τις ερωτήσεις της συγγραφέως που παραμένει αθέατη και σιωπηλή. Με τον τρόπο αυτό ακολουθεί την ιστορία της μπάντας από την ανατολή μέχρι τη δύση της, δίνει σε όλα τα πρόσωπα της πλοκής την ευκαιρία να εκφράσουν τις σκέψεις και τα συναισθήματά τους, φωτίζει την ιστορία από όλες τις πλευρές και χαράσσει με λεπτομέρεια το μονοπάτι που οδηγεί μέχρι την τελευταία συναυλία του γκρουπ στο Σικάγο, στις 12 Ιουλίου του 1979.

Η Ριντ δεν περιορίζεται στη λειτουργικότητα της αφήγησης ωστόσο. Επιφυλάσσει μια ανατροπή που δικαιολογεί και εξηγεί, επεκτείνοντας τα όρια της αληθοφανούς μυθοπλασίας και καθιστώντας συνολικά πιο στέρεη την όλη κατασκευή. Το Daisy Jones & The Six είναι ένα μυθοπλαστικό ντοκουμέντο. Η Ριντ κατασκευάζει έναν μυθιστορηματικό κόσμο μέσα στον πραγματικό κόσμο. Ο πραγματικός κόσμος ωστόσο είναι σχεδόν μυθιστορηματικός, μέρος μιας μυθολογίας πια, ιδιαίτερα ιδωμένος από το σήμερα. Αυτός ο συνδυασμός κάνει το τελικό αποτέλεσμα εκρηκτικό. Η συγγραφέας προσδίδει διαρκώς περαιτέρω λεπτομέρειες στο δημιούργημά της -στίχοι και μελωδίες, διαφωνίες στην ηχογράφηση και ανατροπές κατά την τελική μίξη- γεγονός που επιτείνει το αίσθημα της αληθοφάνειας, επί της οποίας και στηρίζεται το μυθιστόρημα. Το αφηγηματικό τρικ της Ριντ λειτουργεί άψογα. Το μυθιστόρημα διαβάζεται σε καταιγιστικούς ρυθμούς. Είναι ένα ανάλαφρο ποπ μυθιστόρημα, στον δρόμο που έδειξε το High Fidelity, χωρίς όμως αυτό να συνεπάγεται λογοτεχνική εκποίηση. Η συγγραφέας ελέγχει πλήρως το υλικό της, γνωρίζει μέχρι τελευταία λεπτομέρεια το βιογραφικό του κάθε χαρακτήρα, κάνει ορθή και λειτουργική χρήση των κλισέ και των ανατροπών, κατευθύνει με μαεστρία την πλοκή, ελέγχοντας τις άρσεις και τις υφέσεις της, και πετυχαίνει να δημιουργήσει το αίσθημα της αγωνίας σε μια ιστορία που το τέλος της είναι εξαρχής γνωστό και δεδομένο.

Καθόλου δεν με ένοιαξε που όλο αυτό δεν είναι ένα ντοκουμέντο αλήθειας αλλά μια εν πολλοίς μυθιστορηματική κατασκευή. Το αντίθετο, μάλλον, συνέβη. Εκτός από την εν γένει γοητεία του, ο μύθος διαλύει και το αίσθημα του κοιτάγματος από την κλειδαρότρυπα. Όσο και αν η Ριντ πατάει ως ένα βαθμό σε «αληθινά» γεγονότα, το μυθοπλαστικό πέπλο τα καλύπτει. Η αλήθεια είναι πάντοτε σχετική και κρύβει διαρκώς τον κίνδυνο της απομάγευσης. Εδώ τέτοιος κίνδυνος δεν υφίσταται, η αναγνωστική απόλαυση είναι εγγυημένη στο βιβλίο αυτό, για το οποίο δεν μπορώ να σκεφτώ πιο ιδανική μεταφράστρια από τη Βάσια Τζανακάρη.

Τι και αν ο αρχικός ορίζοντας προσδοκιών εν πολλοίς κατέρρευσε, το Daisy Jones & The Six αποδείχτηκε μια ευχάριστη έκπληξη.  
 
Μετάφραση Βάσια Τζανακάρη
Εκδόσεις Αίολος 

 

Πέμπτη 18 Νοεμβρίου 2021

Μικρό ταξίδι σε δανεικό χάρτη - Λάζαρος Αλεξάκης

Ο Πέτρος ήπιε μια γουλιά ζεστό, δυνατό Earl Gray, κοιτάζοντας βαριεστημένα τις ανοιχτές καρτέλες στο λάπτοπ του. Λίγες εκδόσεις που άξιζαν, σε τιμές απαγορευτικές για μεταπώληση, ως συνήθως. Αρκετές ανατυπώσεις μα τίποτα φρέσκο. Αναμενόμενο· κάτι πραγματικά αξιόλογο σπάνια βρισκόταν ονλάιν. Το να εντοπίσει ένα παλιό βιβλίο για κάποιον από τους πελάτες του απαιτούσε σκληρή δουλειά και ψάξιμο. Παρά την πείρα του, ήταν μια δουλειά αρκετά χρονοβόρα, έπρεπε όμως να παραδεχτεί ότι τον αποζημίωνε και με το παραπάνω.

Ο Πέτρος διένυσε το μονοπάτι του συλλέκτη σπάνιων βιβλίων στο πλευρό του πατέρα του· γέμισε τις αποσκευές του με τις γνώσεις και τα κόλπα, τις κακοτοπιές και τις ευκαιρίες, τα μυστικά και τις γνωριμίες που απαιτούνται, την αγάπη για το βιβλίο, όχι μόνο ως αντικείμενο, αλλά κυρίως ως περιεχόμενο, χωρίς να ξεχνά όμως ταυτόχρονα πως είναι και έμπορος, πως το κέρδος δεν αποτελεί μια εν πολλοίς αφηρημένη και αόριστη έννοια, αλλά κάτι που αποτυπώνεται στον τραπεζικό του λογαριασμό, μια εξίσου σημαντική πηγή άντλησης ικανοποίησης από την ασχολία με τα βιβλία. Οι γονείς του Πέτρου σκοτώθηκαν σ' ένα αυτοκινητικό ατύχημα στο Παρίσι, πολλά χρόνια πριν. Η δουλειά ενός εμπόρου σπάνιων βιβλίων απαιτεί πολλή υπομονή και ακόμα περισσότερη επιμονή, όμως η τύχη πάντοτε επιφέρει δριμύτατα πλήγματα στον ορθολογισμό και οι ευκαιρίες παρουσιάζονται συχνά από το πουθενά. Εκείνη την ημέρα ο Πέτρος συνέχιζε να χαζεύει από κεκτημένη ταχύτητα, επειδή αυτό ήξερε να κάνει, να χαζεύει αγγελίες βιβλίων στο διαδίκτυο, σε μια ψηφιακή εκδοχή της επίσκεψης σε μια οικιακή βιβλιοθήκη προς πώληση ή της βόλτας στο Μοναστηράκι ξημερώματα Κυριακής. Μια αγγελία στο ίνσταγκραμ θα του τραβήξει την προσοχή, μια πρώτη έκδοση του έργου του Ιουλίου Βερν, μία από τις σπανιότερες εκδόσεις, σε octavo φορμά, με εξαιρετική εικονογράφηση από τον Νεβίλ και τον Ρίου. Η αγγελία είναι προχειροφτιαγμένη, έχει κάτι το παλιακό στην αισθητική και το στήσιμο, ενώ διαθέτει μόνο ένα τηλέφωνο επικοινωνίας. Κάτι όμως δεν πηγαίνει καλά με την εικονογράφηση στο εξώφυλλο, κάτι μοιάζει διαφορετικό. Ο Βερν υπήρξε ο αγαπημένος συγγραφέας του Πέτρου όταν ήταν παιδί, ακόμα θυμάται από μνήμης ολόκληρα κομμάτια από τις ιστορίες του. Με τα χρόνια έγινε κατά κάποιο τρόπο ειδικός στις εκδόσεις των έργων του, δύσκολα θα μπορούσε κάποιος να τον ξεγελάσει. Αναζήτησε το πρωτότυπο σε υψηλή ανάλυση ώστε να κάνει αντιπαραβολή των δύο. Υπήρχαν εμφανείς διαφορές, μικρές αλλά εμφανείς. Το βιβλίο της αγγελίας έμοιαζε εντούτοις αυθεντικό και όχι κάποια πρόχειρη αντιγραφή, κάτι άλλο έδειχνε να συμβαίνει εδώ. Έπρεπε να δει το βιβλίο αυτό από κοντά, το συντομότερο δυνατόν. Έτσι ξεκινάει αυτή η ιστορία.

Το Μικρό ταξίδι σε δανεικό χάρτη είναι μια βιβλιοφιλική ιστορία μυστηρίου, με έντονα τα στοιχεία της λογοτεχνίας του φανταστικού, ένας φόρος τιμής στον Ιούλιο Βέρν και στον τρόπο με τον οποίο κάποιες αναγνώσεις μάς σημαδεύουν για πάντα. Και έχει ενδιαφέρον αυτή η βιβλιοφιλική ιστορία, εκτός των άλλων χαρακτηριστικών της, γιατί λαμβάνει χώρα σ' ένα περιβάλλον με μια διαστρεβλωμένη εκδοχή του πάθους για τα βιβλία, εκεί που οι συλλέκτες πλειοδοτούν για βιβλία που δεν θα διαβαστούν ποτέ, στην καλύτερη περίπτωση θα κοσμήσουν κάποια ιδιωτική βιβλιοθήκη, στη χειρότερη θα κρυφτούν σε κάποια θυρίδα ως την επόμενη δημοπρασία. Δεν ξέρω αν αυτή η αντίστιξη υπήρξε στις επιδιώξεις του Αλεξάκη, όμως κατά την ανάγνωση λειτούργησε, δημιουργώντας δύο κόσμους εντός του μυθιστορήματος, εκείνον της σκληρής πραγματικότητας, εκεί που όλα έχουν μια τιμή που καθορίζεται από την προσφορά και τη ζήτηση, και εκείνον της μυθοπλασίας, ή για την ακρίβεια της παρουσίας του αναγνώστη εντός της μυθοπλασίας, εντός του ίδιου του βιβλίου.

Στο ενδιάμεσο των δύο αυτών κόσμων κινείται ο Πέτρος. Ακολουθώντας τον ήρωα στο ταξίδι του, γίνεται φανερή η απομάγευση και η αλλοτρίωση της ενηλικίωσης, η στρεβλή εικόνα που έχουμε για τον ίδιο μας τον εαυτό, τη διαφορά ανάμεσα σε αυτά που δηλώνουμε κοιτώντας το είδωλό μας στον καθρέφτη, με πάσα συνειδητή ειλικρίνεια, και σε εκείνα που έχουν με τον καιρό καταχωνιαστεί στο βάθος. Ο Πέτρος αγαπούσε τα βιβλία, δεν τα έβλεπε μόνο ως αντικείμενα προς συλλογή ή πώληση, ικανά να του εξασφαλίσουν μια υπέρ το δέον καλή ζωή. Έτσι ένιωθε. Όταν κοίταξε από κοντά το εξώφυλλο αυτής της σπάνιας έκδοσης του Βερν, ένα κρακ ακούστηκε κάπου στο βάθος, ένα ελάχιστο μέρος του φράγματος μέσα του κατέρρευσε και τα νερά άρχισαν να ξεχύνονται με ορμή, φέρνοντας στην επιφάνεια όλα εκείνα που το βιβλίο αυτό σήμαινε για τον Πέτρο, το ρεαλιστικό πέπλο της αφήγησης υποχωρεί, ένας άλλος κόσμος εντός του υπάρχοντος κόσμου αναδύεται, καθώς ο Πέτρος απομακρύνεται από την κοινά αντιληπτή πραγματικότητα, ένας κόσμος που περιλαμβάνει μυστηριώδη βιβλιοπωλεία, εγκαταλελειμμένα βενζινάδικα, καταδιώξεις και έρωτες, το κυνήγι του βιβλίου αυτού, τους γονείς του, το μοιραίο εκείνο βράδυ του ατυχήματος. Και ίσως γι' αυτό να μην ενοχλεί τελικά το γεγονός πως ως χαρακτήρας ο Πέτρος έχει κάποιες κατασκευαστικές αδυναμίες, τόσο όσο προς το βάθος, όσο και ως προς διάφορα κλισέ και στερεότυπα που διαθέτει, αδυναμίες οι οποίες, ως έναν βαθμό τουλάχιστον, σηματοδοτούν τις διαφορές των δύο αυτών κόσμων, του υλιστικού και του πνευματικού, του ρεαλιστικού και υπερρεαλιστικού, αν προτιμάτε. Κάτι αντίστοιχο με τον ήρωα συμβαίνει και με την ατμόσφαιρα, καθώς ο Αλεξάκης μοιάζει να προσπαθεί γι' αυτήν περισσότερο στο ρεαλιστικό παρά στο υπερρεαλιστικό κομμάτι της ιστορίας, κάτι που μάλλον στερεί υποβλητικότητα από το μυθιστόρημα, αλλά ταυτόχρονα του προσφέρει μια επιφανειακή ομοιομορφία, που επιτείνει τη σύγχυση για το τι είναι πραγματικό και τι φανταστικό, ομοιομορφία που εγκλωβίζει τον ήρωα, αλλά και τον αναγνώστη, ικανή ωστόσο να διαρραγεί ανά πάσα στιγμή.

Το Μικρό ταξίδι σε δανεικό χάρτη, παρά τις όποιες αδυναμίες διαθέτει κυρίως ως προς την υποστήριξη της κεντρικής ιδέας, είναι ένα ενδιαφέρον για το είδος του μυθιστόρημα, με πλούσια πραγματολογικά στοιχεία γύρω από τον Βερν, και διάχυτη την αγάπη και το πάθος για τα βιβλία και την ανάγνωση, που πετυχαίνει να δημιουργήσει και να διατηρήσει το απαραίτητο αναγνωστικό σασπένς, υπενθυμίζοντας πως η λογοτεχνία είναι -συχνά- ένα επικίνδυνα γοητευτικό μέρος.

Εκδόσεις Αίολος

Δευτέρα 27 Σεπτεμβρίου 2021

Ανάσες - George Orwell

Η συμπλήρωση εβδομήντα χρόνων από τον θάνατο του Τζορτζ Όργουελ και η συνεπακόλουθη απελευθέρωση των πνευματικών δικαιωμάτων τού έργου του προκάλεσε μια εκδοτική φρενίτιδα, αφού όλοι σχεδόν οι εγχώριοι οίκοι έσπευσαν να κυκλοφορήσουν ταυτόχρονα τα δύο γνωστότερα έργα του. Αναφέρομαι, όπως αντιλαμβάνεστε, στην παραβολική Φάρμα των ζώων και το ‒για πολλούς‒προφητικό 1984. Στον απόηχο όλου αυτού, οι εκδόσεις Αίολος αποφάσισαν να εκδώσουν τις Ανάσες (Coming up for air, 1939), σαφώς λιγότερο γνωστό πλην όμως σημαντικό μυθιστόρημα μιας εξέχουσας προσωπικότητας του εικοστού αιώνα που ακόμα εγείρει έντονη πολεμική.

Η ιδέα μου ήρθε τη μέρα που πήρα την καινούργια μου μασέλα. Θυμάμαι καλά εκείνο το πρωινό. Κατά τις οκτώ παρά τέταρτο πετάχτηκα απ' το κρεβάτι κι έτρεξα στο μπάνιο για να προλάβω να μπω πριν μπουν τα παιδιά. Ήταν ένα φρικτό πρωί του Ιανουαρίου και ο ουρανός ήταν θολός και γκριζοκίτρινος. Από το τετράγωνο παραθυράκι έβλεπα κάτω, εκεί που λέμε ότι είναι η πίσω αυλή μας, μια χορταριασμένη έκταση δέκα επί πέντε με έναν φράχτη από θάμνους γύρω-γύρω κι ένα χέρσο σημείο στη μέση. Όλα τα σπίτια στην οδό Έλσμιρ έχουν παρόμοια πίσω αυλή, μερικές αγριομυρτιές και το ίδιο χορτάρι. Η μόνη διαφορά είναι ότι, όπου δεν υπάρχουν παιδιά, δεν υπάρχει και το χέρσο κομμάτι στη μέση.
Ο σαρανταπεντάχρονος Τζορτζ Μπόουλινγκ δουλεύει ως ασφαλιστής, ζει σ' ένα ήσυχο προάστιο με πανομοιότυπα σπίτια και είναι παντρεμένος με δύο παιδιά. Νιώθει εγκλωβισμένος στην καθημερινότητα αυτή. Εκμεταλλευόμενος το ρεπό από τη δουλειά, κατεβαίνει στο Λονδίνο για να παραλάβει τη νέα του μασέλα. Οι μυρωδιές των αλόγων και η βουή του δρόμου τού ξυπνούν αναμνήσεις από τα παιδικά του χρόνια και τη ζωή στο χωριό, τότε που του αρκούσε να ψαρεύει όλη μέρα. Χρόνια δύσκολα, που εν τέλει οδήγησαν στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, χρόνια ταυτόχρονα αθώα, που τα διακατείχε μια αδικαιολόγητη βεβαιότητα ως προς την τάξη των πραγμάτων. Τώρα, στα τέλη της δεκαετίας του '30, ένας ακόμα πόλεμος είναι προ των πυλών. Η εμπειρία του πολέμου άλλαξε αρκετά τον τρόπο με τον οποίο ο Τζορτζ Μπόουλινγκ αντιμετωπίζει τόσο τις πατριωτικές κορώνες όσο και τις ιδεολογικές παραινέσεις για την ανάγκη συγκρότησης ενός αντιναζιστικού μετώπου. Παρότι ωφελήθηκε από διάφορες συγκυρίες, αδυνατεί να ξεχάσει τη μυρωδιά των ορυγμάτων.

Ο Όργουελ γράφει τις Ανάσες στο Μαρακές, ανάμεσα στο 1938 και 1939, αναρρώνοντας από μια ασθένεια, ενώ έχει προηγηθεί η παρουσία του στον Ισπανικό Εμφύλιο. Είναι επίσης η εποχή που η επιρροή του Χένρυ Μίλλερ στον τριανταπεντάχρονο τότε Όργουελ είναι αρκετά έντονη. Αυτοί οι τρεις άξονες είναι αρκετά κομβικοί για την προσέγγιση του συγκεκριμένου μυθιστορήματος. Ο αφηγηματικός και συγγραφικός χρόνος στις Ανάσες σχεδόν ταυτίζονται. Ο Μπόουλινγκ είναι ένας απλός άνθρωπος, μια αδιάφορη μονάδα, που νοσταλγεί το παρελθόν εγκλωβισμένος καθώς είναι στο παρόν, σκαρώνοντας μικρές απόπειρες μελλοντικής απόδρασης στο περιθώριο της ιστορίας που με βήματα βαριά καταφτάνει. Μοιάζει με τον κατάλληλο ήρωα μιας εποχής που χαρακτηρίζεται από μια έντονη απομάγευση και η πορεία των πραγμάτων είναι μάλλον απόλυτα προδιαγεγραμμένη.

Παρότι ο κοινωνικοπολιτικός χαρακτήρας του μυθιστορήματος είναι έντονος και αδιαπραγμάτευτος, οι Ανάσες διαθέτουν κάτι το διαχρονικά επίκαιρο και οικείο, ένα επαναλαμβανόμενο θεματικό μοτίβο στη λογοτεχνία· τον απολογισμό της μέσης ηλικίας, όταν το παρελθόν και το μέλλον απέχουν σχεδόν ισόποσα, όταν υπάρχει ακόμα η ψευδαίσθηση πως κάτι είναι πιθανό να αλλάξει. Μια τέτοια εμπειρία έχει ο Μπόουλινγκ εκείνη την ημέρα που κατεβαίνει στο Λονδίνο για να παραλάβει τη νέα του μασέλα, που ως εύρημα λειτουργεί εξόχως συμβολικά. Μεγάλο μέρος του μυθιστορήματος αποτελεί η ανάληψη των παιδικών χρόνων του ήρωα. Μέσα από αυτή σκιαγραφείται ικανοποιητικά τόσο η εποχή όσο και ο χαρακτήρας του Μπόουλινγκ. 

Τι απέγιναν τα όνειρα και οι φιλοδοξίες; Αυτό μοιάζει να είναι το ερώτημα που διατρέχει τις σελίδες του μυθιστορήματος, τόσο σε ατομικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο, τη στιγμή που οι πολεμικές μηχανές ζεσταίνονται. Ο Μπόουλινγκ είναι μέλος της Αριστερής Λέσχης Βιβλίου και συχνά πυκνά παρίσταται σε διάφορες ομιλίες και παρουσιάσεις, πάντα κάθεται στις τελευταίες σειρές και μετανιώνει σχεδόν από την αρχή για την παρουσία του εκεί. Όσα ακούει του μοιάζουν κενά νοήματος και βαρετά. Επισκέπτεται, επίσης, συχνά έναν ηλικιωμένο φίλο του, πρώην καθηγητή, που ζει απομονωμένος στο μικρό του διαμέρισμα και δεν ενδιαφέρεται για τίποτα συγκαιρινό, θεωρώντας πως όλα έχουν προηγηθεί και υπάρξει στην αρχαιότητα. Ούτε αυτά συγκλονίζουν τον Μπόουλινγκ, ούτε εκεί βρίσκει κάποιο νόημα. Αδυνατεί πια να δει πέρα από τον ίδιο του τον εαυτό, τον εγκλωβισμό του, δεν μπορεί να συστρατευτεί με κάποια ιδεολογία για την επίτευξη ενός ανώτερου σκοπού, δεν βρίσκει καταφύγιο πια στη λογοτεχνία, παρότι μικρός διάβαζε ό,τι έπεφτε στα χέρια του, αλλά και μεγαλύτερος, όσο δεν δούλευε, υπήρξε σχετικά επαρκής αναγνώστης. Ο Μπόουλινγκ είναι ένας ήρωας που χαράσσεται στη μνήμη του αναγνώστη, κι εμένα, κατά αναλογία πάντοτε, μου έφερε αρκετές φορές στο νου τον σελινικό Μπαρνταμού.

Στις αναμνήσεις του Μπόουλινγκ κυριαρχεί το ψάρεμα, η ηδονή που αντλούσε από αυτή τη βαρετή και σπανίως επικερδή ασχολία. Το ψάρεμα στις Ανάσες, σύμφωνα με τον συγγραφέα Michael Levenson, διαθέτει την ίδια λειτουργία με το σεξ στον Τροπικό του Καρκίνου του Μίλερ, λειτουργώντας ως το αντίθετο του πολέμου. Το ψάρεμα όμως εδώ λειτουργεί και ως αναφορά στην καταπάτηση και τη λεηλασία της γης από τον άνθρωπο στο όνομα της ανάπτυξης, προσδίδοντας και μια οικολογική προέκταση στο μυθιστόρημα. Σημαντικό παρακλάδι της κεντρικής ιστορίας αποτελεί ο επαγγελματικός κατήφορος του πατέρα τού ήρωα, που κληρονόμησε από τον δικό του πατέρα ένα κατάστημα με ζωοτροφές, και είδε, χρόνο με τον χρόνο τον τζίρο του να συρρικνώνεται, ενώ εκείνος δούλευε ολοένα και πιο σκληρά, φροντίζοντας να διατηρεί την ποιότητα του εμπορεύματός του, και τις μεγάλες αλυσίδες να καταλαμβάνουν όλο και μεγαλύτερο μερίδιο της αγοράς. Και δεν ήταν μόνο ο πατέρας του που οδηγήθηκε στην οικονομική καταστροφή, αλλά και η μεγάλη πλειοψηφία των επαγγελματιών. Παρότι οι Ανάσες, με μια πρώτη ανάγνωση, δείχνουν να είναι ένα προσωποκεντρικό μυθιστόρημα, σύντομα ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται πως η ιστορία του μεσήλικα Τζορτζ Μπόουλινγκ είναι η αφορμή, το μέσο για να αποδώσει ο Όργουελ την προπολεμική πραγματικότητα στο Λονδίνο, φροντίζοντας να πιάσει το νήμα από πιο πριν ώστε να δείξει την εξέλιξη, εμφανώς δυσχερή, των πραγμάτων σε όλα τα επίπεδα της καθημερινότητας.

Στις Ανάσες, το τελευταίο μυθιστόρημα που έγραψε ο Όργουελ πριν από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, είναι η αποτύπωση του παρόντος εκείνη που κυριαρχεί, ο ρεαλισμός, η οξυδέρκεια του συγγραφέα, η ικανότητά του να αφουγκράζεται την περιρρέουσα ατμόσφαιρα, αφού η ιστορία του Μπόουλινγκ δεν είναι ούτε παραβολική ούτε τοποθετημένη σ' ένα απώτερο μέλλον. Οι Ανάσες, πέραν της δεδομένης αναγνωστικής απόλαυσης που προσφέρουν, διευρύνουν την άποψή μας για το λογοτεχνικό σύμπαν του Όργουελ, προσδίδοντάς περαιτέρω σημεία θέασης. Μια σημαντική έκδοση.

Μετάφραση Πάνος Τομαράς
Εκδόσεις Αίολος

Πέμπτη 22 Απριλίου 2021

Εξ αίματος - Octavia Butler

Έχασα το ένα μου χέρι στην τελευταία μου επαναφορά. Το αριστερό.
Κι έχασα επίσης γύρω στον έναν χρόνο από τη ζωή μου και ένα μεγάλο μέρος της άνεσης και ασφάλειας, που δεν τα εκτιμούσα παρά μόνο όταν δεν τα είχα πια.

Αυτή είναι η ιστορία της Ντέινα, όπως η ίδια την αφηγήθηκε εκ των υστέρων, όταν όλα είχαν πια τελειώσει. Το 1976, σε ηλικία είκοσι έξι χρονών και έχοντας μόλις μετακομίσει με το αγόρι της στο καινούργιο τους σπίτι, η Ντέινα θα βιώσει κάτι το τρομακτικό. Τη στιγμή που τακτοποιούν τα βιβλία τους στα άδεια ράφια, θα νιώσει μια στιγμιαία ζάλη και θα χάσει τις αισθήσεις της. Όταν συνέρχεται, βρίσκεται σ' ένα πυκνό δάσος. Στο ποτάμι, μπροστά στα μάτια της, ένα παιδί πνίγεται. Χωρίς δεύτερη σκέψη, η Ντέινα βουτάει και το σώζει. Πίσω στην όχθη, αντί για επαίνους, θα αντικρίσει την κάνη ενός όπλου να τη σημαδεύει. Φόβος την κατακλύζει. Χάνει εκ νέου τις αισθήσεις της και επανέρχεται πίσω στο διαμέρισμά της, στην αγκαλιά του έκπληκτου συντρόφου της, Κέβιν, που την είδε να εξαφανίζεται ξαφνικά και να εμφανίζεται ξανά, λίγα δευτερόλεπτα αργότερα. Η Ντέινα βρίσκεται σε κατάσταση σοκ, αναρωτιέται αν όλο αυτό όντως συνέβη ή αν απλώς το φαντάστηκε. Αναζητά στοιχεία που θα της επιτρέψουν να προσδιορίσει τον τόπο και κυρίως τον χρόνο του παράξενου αυτού ταξιδιού. Ήταν η πρώτη φορά, θα ακολουθήσουν και άλλες. Ένας εφιάλτης ξεκινά.

Το ταξίδι πίσω στον χρόνο θα επαναληφθεί και θα φέρει την Ντέινα αντιμέτωπη, ξανά και ξανά, με την σκληρή πραγματικότητα των προγόνων της. Η δουλεία δεν έχει καταργηθεί ακόμα. Οι συνθήκες διαβίωσης είναι αποτρόπαιες, οι λευκοί αφέντες, ιδιοκτήτες ψυχών, έχουν τον πρώτο και τελευταίο λόγο ζωής και θανάτου. Η Ντέινα δεν θα βρεθεί εκεί ως απλή παρατηρήτρια, ούτε με κάποιο πλεονέκτημα έναντι των άλλων. Αναγκάζεται να παλέψει για την ίδια της τη ζωή. Οι γνώσεις της σχετικά με την ιστορική αυτή περίοδο ελάχιστα χρήσιμες θα της φανούν, καθώς ανάμεσα στη θεωρία και το βίωμα μεσολαβεί μια άβυσσος. Δυσκολεύεται να προσαρμοστεί στις εκεί συνθήκες, κυρίως γιατί επιμένει ‒και πώς αλλιώς‒ να σκέφτεται με όρους της δικής της πραγματικότητας, επαναπαυμένη στις βεβαιότητες της εποχής της, που καταρρέουν από τη μια στιγμή στην άλλη.

Η Μπάτλερ κινείται σε διπλό ταμπλό. Από τη μια, η Αμερική των αρχών του 19ου αιώνα, από την άλλη, η σύγχρονη εκδοχή της. Μια βιαστική ανάγνωση ίσως οδηγήσει τον αναγνώστη στο απλουστευτικό συμπέρασμα πως η συγγραφέας ωραιοποιεί τη ζωή μιας μαύρης γυναίκας, όπως  η Ντέινα, στο παρόν, συγκρίνοντάς τη με την αλλοτινή κόλαση. Κάθε άλλο. Η Μπάτλερ, στο περιθώριο της κυρίως πλοκής, σκιαγραφεί με αδρές γραμμές τη σύγχρονη πραγματικότητα, την κοινωνική και οικογενειακή πίεση που αντιμετωπίζει μια μαύρη κοπέλα, η οποία, μεταξύ άλλων, επιθυμεί να γίνει συγγραφέας και να παντρευτεί λευκό. Θέμα σύγκρισης των δύο εποχών προφανώς και δεν τίθεται, ούτε κατ' αναλογία. Η εξέλιξη που έχει συντελεστεί σ' όλους τους τομείς είναι χαοτική. Δεν είναι μόνο τα δικαιώματα των μαύρων και των γυναικών, αλλά και η πρόοδος στην επιστήμη, που έχουν άμεσο αντίκτυπο στην καθημερινή διαβίωση. Αυτό, ωστόσο, σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει πως δεν υπάρχουν νέες προκλήσεις σε όλους τους τομείς, πολλά βήματα μένουν ακόμα να γίνουν.

Η συγγραφέας γεφυρώνει την απόσταση ανάμεσα στο χτες και στο σήμερα, στην απλή γνώση και στο βίωμα, για να υπενθυμίσει, θαρρείς, κάτω υπό ποιες συνθήκες και με ποιο τίμημα οι άνθρωποι εκείνοι διεκδίκησαν το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση, με πόσο αίμα είναι ποτισμένη η διαδρομή μέχρι το σήμερα, το κάθε σήμερα, φέρνοντας τον αναγνώστη προ της δικής του ευθύνης, στοιχείο που καθιστά το μυθιστόρημα αυτό διαχρονικό και διαρκώς επίκαιρο. Τίποτα δεν χαρίζεται, τίποτα δεν κερδίζεται χωρίς αγώνα, τίποτα δεν πρέπει να λαμβάνεται ως δεδομένο. Στο Εξ αίματος, η Μπάτλερ, που ασχολήθηκε κυρίως με τη λογοτεχνία επιστημονικής φαντασίας, αν και μετέρχεται του ευρήματος του ταξιδιού στον χρόνο, κινείται σε πιο ρεαλιστικά μονοπάτια σε σχέση με τα υπόλοιπα έργα της. Με γλώσσα απλή και αφήγηση στρωτή, η προώθηση της πλοκής πραγματοποιείται αβίαστα, χωρίς να προκαλεί σύγχυση. Η Μπάτλερ εκμεταλλεύεται στο έπακρο τις δυνατότητες της κεντρικής ιδέας, χωρίς να επιδεικνύει οποιαδήποτε διάθεση για διδακτισμό, ενώ αποφεύγει τη στείρα ιδεολογική στράτευση, επενδύοντας στην ιστορία της. Η συγγραφέας μπολιάζει επιτυχώς το κοινωνικοπολιτικό στοιχείο στο σώμα της πλοκής, χωρίς να της στερεί το απαραίτητο σασπένς, που αναγκάζει τον αναγνώστη σε μια αχόρταγη ανάγνωση.          

Είναι δύσκολο να κατατάξει κανείς το Εξ αίματος σε μία και μόνο κατηγορία. Με το ευφυές και προπαντός λειτουργικό εύρημα, η Οκτάβια Μπάτλερ πετυχαίνει να συνδυάσει το ιστορικό και το φανταστικό στοιχείο, σ' ένα συναρπαστικό μυθιστόρημα, που κυκλοφορεί για πρώτη φορά στα ελληνικά από τις εκδόσεις Αίολος σε μετάφραση Γιώργου Μπαρουξή. Ένα μυθιστόρημα που ήδη ανήκει στον κανόνα της αμερικανικής λογοτεχνίας.

Μετάφραση Γιώργος Μπαρουξής
Εκδόσεις Αίολος

Πέμπτη 19 Μαρτίου 2020

Τρυποκάρυδος - Tom Robbins




Το κατά Τομ ημερολόγιο

(πρωτοδημοσιεύτηκε στο Yusra)


Κάποτε πίστευα πως τα βιβλία τελειώνουν. Θα μπω, φοβόμουν, μια μέρα στο βιβλιοπωλείο, θα κατεβώ τα σκαλιά, θα περπατήσω στους διαδρόμους ανάμεσα σε εκατοντάδες βιβλία, για να διαπιστώσω πως κανένα απ' όλ' αυτά δεν είναι το ποθητό, πως κανένα δεν είναι εκείνο που πρέπει να διαβάσω. Ήμουν μικρός και δεν ήξερα ακόμα πως, αντίθετα με τον χρόνο, τα βιβλία δεν τελειώνουν ποτέ. Ο Ρόμπινς ήταν για καιρό το αντίδοτο στη φοβία αυτή. Έχοντας αφήσει αδιάβαστο ένα μυθιστόρημα δικό του είχα επινοήσει το δικό μου ξόρκι· όταν δεν θα υπήρχε κανένα βιβλίο πια να διαβάσω, απλώς θα άπλωνα το χέρι και θα κατέβαζα απ' το ράφι τον Χορό των επτά πέπλων, και έτσι θα κέρδιζα χρόνο στη μάχη του τέλους των βιβλίων. Κάπως έτσι βάδιζα ατρόμητος προς τα βιβλιοπωλεία τότε, που η ζωή ήταν απλή, κι ας μην μας φαινόταν πάντα.

Η λογική δεν καθησυχάζει το συναίσθημα όμως. Και παρότι εντωμεταξύ μεγάλωσα και δεν φοβόμουν πια το τέλος των βιβλίων, όχι συνειδητά τουλάχιστον, και είχα αρχίσει κι εγώ με τη σειρά μου να παραπονιέμαι λίγο λίγο για τον χρόνο που ποτέ δεν θα ήταν αρκετός για να ικανοποιήσει τις επιθυμίες μου, γενικότερα και όχι μόνο τις αναγνωστικές, το χέρι στο ράφι για να κατεβάσω τον Χορό των επτά πέπλων δεν το άπλωνα. Ολοένα ανέβαλα το κλείσιμο των λογαριασμών με τον αγαπημένο μου παραμυθά, ίσως γιατί μεγαλώνοντας φοβάσαι περισσότερο τις ανέφελες μέρες και αποκτάς τη σύνεση να μην ξοδεύεις τα φυλακτά σου.

Και όταν άπλωσα τελικά το χέρι, ήξερα πως δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς. Μπορούσα δηλαδή, αλλά δεν είχα άλλο κουράγιο, ήθελα απλώς ν' αφήσω έξω απ' το δωμάτιο τα πάντα, ν' αποστρέψω το βλέμμα από την πραγματικότητα, να μείνω μόνος με τον Τομ, ν' αποκοιμηθώ από το παραμύθι και να μαγευτώ από τις παρομοιώσεις. Και το αντίδοτο στη φρίκη λειτούργησε, παρά τη σκόνη ανάμεσα στις σελίδες και την ταλαιπωρία από τις απανωτές μετακομίσεις. Νεαροί νευρώνες ξεμύτισαν στη θέα του χορού της, ανυπόμονοι να εκπέμψουν το σήμα τους σε όλη την επικράτεια του κορμιού, απαιτώντας νέα και δυνατά ερεθίσματα καθώς άπλωναν τα κλαδιά τους. Άρχισα να νιώθω ασφυκτικά στους τέσσερις τοίχους του δωματίου, ήταν η στιγμή ν' ανοίξω την πόρτα ξανά.

Σε εκείνη την ανάγνωση συνειδητοποίησα πως το χιούμορ του Ρόμπινς είναι ένα χιούμορ πικρό, βαθιά πολιτικό και καθόλου ανάλαφρο. Μια άμυνα απέναντι στη φρίκη της πραγματικότητας. Είχα μεγαλώσει πια και ήξερα πως το χιούμορ έχει το κόστος του, πως όταν πια δεν μπορείς να κάνεις πολλά πράγματα, τότε επιστρατεύεις το χιούμορ για να ξορκίσεις το κακό, για να την παλέψεις. Ένιωσα τη ζοφερή ατμόσφαιρα των μεσοδυτικών πολιτειών, τη συντήρηση, τη θρησκοληψία και τον ρατσισμό. Οι παρομοιώσεις δεν ήταν πια τίποτα άλλο παρά ευφάνταστες κρυψώνες από τον ρεαλισμό της σκληρής καθημερινότητας. Ο Ρόμπινς έπαψε να είναι για μένα ένας κωμικός συγγραφέας, παρότι και σε αυτό το μυθιστόρημα υπήρξαν σημεία αβίαστου, λυτρωτικού γέλιου. Η ανάγνωση εκείνη ήταν μια τελετή ενηλικίωσης, μία από τις πολλές.  

Η κυκλοφορία της Θιβετιανής ροδακινόπιτας έριξε την αυλαία της βιβλιογραφίας του Ρόμπινς, τουλάχιστον σύμφωνα με τον ίδιο. Απ' όποια πλευρά και αν εξετάσει κάποιος την είδηση αυτή δεν μπορεί παρά να τη χαρακτηρίσει αναμενόμενη. Είπαμε όμως: η λογική δεν καθησυχάζει πάντα το συναίσθημα. Και το παράλογο παιδικό αίτημα διατυπώνεται: δεν θέλω να είναι το τελευταίο σου βιβλίο αυτό, Τομ.

Και σαν να μην έφτανε η συνειδητοποίηση πως τα βιβλία δεν τελειώνουν, εμφανίζεται και η ανάγκη με τα χρόνια να επιστρέψεις, να διαβάσεις ξανά και ξανά κάποια απ' αυτά. Μια λίστα υπό διαρκή διαμόρφωση αποτελείται ακριβώς απ' τα βιβλία που θα ήθελα να διαβάσω κάποια στιγμή ξανά. Τα περισσότερα απ' αυτά διατηρούν τη θέση τους στη λίστα και μετά την επανανάγνωσή τους, γεγονός διόλου παράξενο. Η εξήγηση της επιθυμίας για αναγνωστική επιστροφή δεν είναι μονοδιάστατη, ούτε απλή. Συχνά εμφανίζεται ως μια απλή σκέψη, για να μετατραπεί αργά ή γρήγορα σε έμμονη ιδέα, την ώρα που, συνήθως μάταια, επιχειρείς να θυμηθείς λεπτομέρειες του βιβλίου αυτού, την ώρα που αναζητάς απεγνωσμένα επιχειρήματα για να εξηγήσεις -συχνά απλά στον ίδιο σου τον εαυτό- γιατί αυτό το βιβλίο ήταν τόσο φοβερό, και όσο αναζητάς στοιχεία, φύεται ο σπόρος της αμφιβολίας.

Η αναμέτρηση με το παρελθόν διαθέτει τη δική της ξεχωριστή γοητεία, ο τότε εαυτός απέναντι στον τωρινό. Και ας χρησιμοποιείται συχνά η λέξη επιστροφή, τίποτα άλλο δεν είναι παρά ένας ευφημισμός. Λέξεις κλειδιά της αναμέτρησης: εξέλιξη, ωρίμανση, απομάγευση, αφέλεια, ρεαλισμός, λήθη, νοσταλγία. Τρεις μετακομίσεις μετά, τα βιβλία του Ρόμπινς βρίσκονται στο ράφι τοποθετημένα με χρονολογική σειρά ανάγνωσης. Το κατά Τομ ημερολόγιο. Ο Τρυποκάρυδος στέκει πρώτος από τα αριστερά.

Ένα στερεοσκοπικό πακέτο Κάμελ. Αυτό θα απαντούσα αν κάποιος με ρωτούσε τι θυμάσαι από τον Τρυποκάρυδο. Την εικόνα του πακέτου να ξεκολλάει και να αποκτάει ξαφνικά βάθος, τα φοινικόφυλλα να κουνιούνται, το φως του ήλιου εκτυφλωτικό από την αντανάκλαση στην έρημο, τη δροσιά της όασης, το πάτωμα στρωμένο με κιλίμια, τις καμήλες να ξεκουράζονται, τους εραστές να κοιμούνται αγκαλιά και στο βάθος τις πυραμίδες. Δεν το περίμενα να συμβεί, δεν ήξερα καν πως κάτι τέτοιο θα μπορούσε να μου συμβεί. Ήμουν δεν ήμουν είκοσι χρονών.

Βαθιά μέσα μου ήλπιζα πως θα μπορούσε κάτι τέτοιο να επαναληφθεί, δεν το φώναζα, δεν το παραδεχόμουν ανοιχτά αλλά βαθιά μέσα μου το ήλπιζα. Ήθελα να βρεθώ ξανά στην όαση με τον ξηρό αέρα, έστω και για μια στιγμή. Ίσως και μόνο γι' αυτή την ελάχιστη πιθανότητα να διάβασα ξανά τον Τρυποκάρυδο φέτος το καλοκαίρι, απόφαση που πήρα τη στιγμή που εκείνη έβγαλε τον καπνό από την τσάντα της· εγώ ένιωθα αμήχανα από το πρωί ήδη, ζήλεψα την ευκολία του καπνίσματος, το παραπέτασμα καπνού· θα σου πω μια ιστορία, της είπα με ανέλπιστα σταθερή φωνή· της μίλησα για τον Τρυποκάρυδο, για την στερεοσκοπική όαση, και εκείνη γέλασε με την αφέλειά μου· τα μάγια πιάνουν μόνο την πρώτη φορά και κάτι τέτοιο είναι γνωστόν τοις πάσι.

Η μνήμη, παρότι ανίκανη για ανασύνθεση, προσφέρει οικειότητα στην επανάγνωση. Η αναμέτρηση με άφησε με ανάμεικτα συναισθήματα. Στις λέξεις κλειδιά θα πρόσθετα τη συντήρηση. Η εγκιβωτισμένη διαδικασία συγγραφής του βιβλίου είχε σαφέστατα μεγαλύτερο ενδιαφέρον για τον τωρινό μου εαυτό, ο διάλογος συγγραφέα-γραφομηχανής λειτουργεί οργανικά στη δομή του μυθιστορήματος. Το συνέδριο στη Χαβάη για τη σωτηρία του πλανήτη από την περιβαλλοντική καταστροφή τόσο επίκαιρο, ιδιαίτερα λόγω της υπονομευτικής οπτικής του συγγραφέα. Το χιούμορ πικρό, αυτό όμως το ήξερα ήδη. Η φαντασία του Ρόμπινς αχαλίνωτη, οι παρομοιώσεις του ευφάνταστες, οι ευκολίες στις οποίες καταφεύγει είναι μάλλον αναπόφευκτες για τη λογοτεχνία που επιθυμεί να κάνει. Η ερωτική ιστορία είναι κάπως αφελής τελικά, ρε γαμώτο, μια απλή πρόφαση για να ειπωθούν τα υπόλοιπα, ίσως να εντάσσεται και στη συντήρηση η αίσθηση αυτή βέβαια..

Ο Ρόμπινς είναι ένας παραμυθοποιητής της πραγματικότητας. Και γι' αυτό διχάζει τόσο πολύ τους αναγνώστες, γι' αυτό ίσως να ενοχλεί τους αυτοαποκαλούμενους σοβαρούς αναγνώστες, εκείνους που περισσότερο απ' όλους έχουν απομακρυνθεί από τους αναγνώστες που κάποτε υπήρξαν. Και αυτή η απομάκρυνση δεν είναι συνώνυμη της εξέλιξης, καθώς εμπεριέχει ένα αγεφύρωτο κενό, μια άρνηση ενός μέρους του εαυτού. Θα με μάλωνε σίγουρα ο Τομ για τα λόγια αυτά, μίλα για τον εαυτό σου, θα συμπλήρωνε, όχι γιατί είναι δείγμα κακής ανατροφής να μιλάμε για τους άλλους, αλλά γιατί τις περισσότερες φορές είναι χάσιμο χρόνου. Ο Ρόμπινς είναι ένας παραμυθοποιητής της πραγματικότητας. Και γι' αυτό με διχάζει τόσο πολύ. Γιατί δεν θα γινόταν να λείπει ο Τρυποκάρυδος από τη λίστα με τα αγαπημένα μου βιβλία, γιατί ταυτόχρονα δεν θα γινόταν να είναι στη λίστα με τα καλύτερα βιβλία που έχω διαβάσει, γιατί ο Ρόμπινς μου άλλαξε τη ζωή και ας μην άλλαξε τον ρου της λογοτεχνίας. Ο Ρόμπινς είναι ο αγαπημένος μου παραμυθοποιητής και θα ήταν ψέμα να ισχυριστώ πως είμαι μεγάλος πια για παραμύθια.  

Μετάφραση Ντίνος Γαρουφαλιάς
Εκδόσεις Αίολος         
  

Πέμπτη 12 Σεπτεμβρίου 2019

Σπίτι από γη - Woody Guthrie




Ο Τάικ κάθισε κάτω από τον ήλιο και σταύρωσε τα πόδια του. Έσκαψε στη λάσπη από τα σαπουνόνερα και είπε. "Δεν ξέρω, κυρία. Ο ένας βγάζει το μάτι του άλλου, έτσι είναι οι άνθρωποι. Λένε ψέματα, κοροϊδεύουν, το βάζουν στα πόδια, τρυπώνουν και κρύβονται και υπολογίζουν και εξαπατούν, ξανά και ξανά. Πάντα απορούσα. Δεν μπορώ να καταλάβω. Ο ένας βγάζει το μάτι του άλλου. Αυτό είναι το μόνο που ξέρω".
Ο Τάικ και η Έλα ζουν στο Τέξας, σε μια παράγκα ξύλινη, που τρίζει απ' το βάρος του χιονιού και πυρώνει απ' τον ανελέητο ήλιο, που δεν κρατάει ούτε την άμμο ούτε τον αέρα μακριά, παρά τις στρώσεις από εφημερίδες που επιμένουν να κολλάνε στους τοίχους για μόνωση. Καλλιεργούν μια μικρή έκταση, που τη νοικιάζουν από έναν γαιοκτήμονα, φροντίζουν τα λιγοστά τους ζώα, παλεύουν για την κάθε μέρα, θέλονται. Ένα φυλλάδιο του υπουργείου Γεωργίας με οδηγίες σχετικά με την κατασκευή  σπιτιού από χώμα και νερό, τους γεμίζει με όνειρα για το μέλλον, ένα σπίτι από γη, που θα τους προστατεύει από τη μανία του καιρού, ένα δικό τους σπίτι, ένα καταφύγιο για να στεγάσει τα όνειρά τους για ένα καλύτερο αύριο. Τα όνειρα όμως, όσο πιο ταπεινά ακούγονται, τόσο πιο μακρινά μένουν, άπιαστα.

Ο Γκάθρι, διάσημος τραγουδοποιός της φολκ και πνευματικός πατέρας σπουδαίων μουσικών, έγραψε το μυθιστόρημα αυτό το 1947, δεν το εξέδωσε όμως ποτέ, ελπίζοντας ίσως πως κάποιο κινηματογραφικό στούντιο θα έδειχνε ενδιαφέρον. Βασισμένο εν μέρει σε προσωπικές εμπειρίες της παιδικής του ηλικίας, όταν ένα ακραίο καιρικό φαινόμενο χτύπησε το Καπ Ροκ, μια καλοκαιρινή χιονοθύελλα που άφησε πίσω της τεράστιες ζημιές. Το βίωμα του Γκάθρι μετουσιώνεται σε αυθεντικό αφήγημα, η ιστορία διαθέτει τη σκληρή ομορφιά της ζωής των μη προνομιούχων, την αλήθεια τους. Η αγάπη, όπως την παρουσιάζει η παραλογοτεχνία τουλάχιστον, δεν αρκεί, χωρίς αυτό να σημαίνει πως ο Τάικ και η Έλα δεν είναι ευγνώμονες γι' αυτή, αλλά η καθημερινή μάχη δεν αφήνει χώρο για πολυτέλειες, το ένστικτο κινητοποιεί τις αισθήσεις, η απλότητα γιγαντώνει τις αντιδράσεις. Ο καθημερινός μόχθος ωστόσο δεν τους στερεί το χαμόγελο από τα χείλη, δεν ανακόπτει την παιχνιδιάρικη διάθεσή τους. Η απλότητα του ρεαλισμού είναι μόνο φαινομενική, διάχυτη ως αίσθηση στην πρόσληψη ενός έργου αλλά όχι στην κατασκευή του, γυρνάει μπούμερανγκ στον επίδοξο συγγραφέα που αγνοεί την πραγματικότητα, όπως έχει αποδειχτεί πολλές φορές, την πραγματικότητα της εκάστοτε εποχής.

Το Σπίτι από γη είναι ένα πολιτικό μυθιστόρημα, που περιστρέφεται γύρω από το ακράδαντο πιστεύω του Γκάθρι πως τα σπίτια από γη θα ήταν η καλύτερη λύση για μια ασφαλή και αξιοπρεπή στέγαση. Γύρω από το θέμα της στέγασης -αλήθεια πόσο επίκαιρο παραμένει εβδομήντα χρόνια μετά;- τοποθετούνται ως κομμάτια της πλοκής και άλλα ζητήματα, όπως για παράδειγμα εκείνο της εκμετάλλευσης της γης, με τη συγκέντρωση τεράστιων εκτάσεων στα χέρια λίγων, τα χρέη προς τις τράπεζες και η ουσιαστική ώθηση σε μετανάστευση ενός μεγάλου μέρους του πληθυσμού. Όμως, πάνω και πέρα απ' όλα, το Σπίτι από γη είναι ένα βαθιά συγκινητικό, βαθιά αληθινό μυθιστόρημα, γραμμένο με την ελπίδα για ένα καλύτερο μέλλον, γραμμένο με πίστη στους ανθρώπους που παλεύουν και δεν βρήκαν τίποτα έτοιμο και εύκολο, γραμμένο με ένα γαμώτο για τη δύναμη που έχουν αυτοί οι άνθρωποι και την αγνοούν. Αλλά και αμιγώς λογοτεχνικά μιλώντας, το βιβλίο αυτό διαθέτει ευδιάκριτες αρετές, με κύρια εκείνη της χρήσης του τοπικού ιδιώματος, τη γραπτή αποτύπωση της προφορικότητας, την απουσία συναισθηματικής καθοδήγησης μέσω της γλώσσας και της ιστορίας, τους καλοσχηματισμένους και άκρως πειστικούς χαρακτήρες, τις περιγραφές του τοπίου που προσδίδουν μια ταιριαστή ποιητικότητα υποκλινόμενες στο μεγαλείο και τη δύναμη της φύσης.

Διαβάζοντας το Σπίτι από γη θυμήθηκα πώς είναι να διαβάζεις λογοτεχνία που μυρίζει χώμα και ιδρώτα, θυμήθηκα τα μυθιστορήματα του Στάινμπεκ και τα διηγήμτα της Ο' Κόνορ, θύμωσα που αρχικά σκέφτηκα -έστω και για μια στιγμή- πως ίσως ένα μυθιστόρημα όπως αυτό να είναι κάπως παρωχημένο πια, θύμωσα πολύ μ' αυτό.

Μετάφραση Αλέξης Καλοφωλιάς
Εκδόσεις Αίολος