Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ουρουγουάη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ουρουγουάη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 13 Δεκεμβρίου 2025

Ροζ γλίτσα - Fernanda Trías

Πρόσφατα, από τις εξειδικευμένες στην ισπανόφωνη γραμματεία εκδόσεις Carnívora και σε μετάφραση της Ιφιγένειας Ντούμη, κυκλοφόρησε στα ελληνικά η Ροζ γλίτσα της Ουρουγουανής Φερνάντα Τρίας, μια σύγχρονη, παρότι δεν δίνεται ο ακριβής χρόνος, δυστοπική ιστορία σε μια παραθαλάσσια πόλη που μοιάζει να είναι, αν και δεν κατονομάζεται, το Μοντεβιδέο.

«Αν θέλω να πω αυτή την ιστορία, θα πρέπει από κάπου ν' αρχίσω, να επιλέξω μια αρχή. Ποια όμως;», αναρωτιέται η πρωτοπρόσωπη αφηγήτρια. Ίσως τη μέρα που στην ακτή ξεβράστηκαν χιλιάδες νεκρά ψάρια, ίσως τη μέρα που τα μέλη των συνεργείων περισυλλογής κατέληξαν ένα ένα στα νοσοκομεία της πόλης, ίσως όταν το Υπουργείο Υγείας άρχισε να συγκεντρώνει υπεραρμοδιότητες, ίσως όταν η πόλη άρχισε να αδειάζει, πρώτα από πουλιά και ύστερα από τους κατοίκους της, ίσως όταν ο πρώην σύζυγός της εισήχθη στο νοσοκομείο, ή ίσως όταν η ίδια βεβαιώθηκε πως η πραγματικότητα που ως τότε γνώριζε, η ζωή με τις χαρές και τις λύπες της, είχε μεταβληθεί σε μια δυστοπία, πέρα από κάθε πρότερη φαντασία· το κλισέ πως «τα πράγματα πάντα μπορούν να εξελιχθούν χειρότερα» είχε επιβεβαιωθεί.

Ίσως η λέξη «δυστοπία» να είναι η πλέον χρησιμοποιημένη για να περιγράψει τη σύγχρονη καλλιτεχνική παραγωγή σε όλες τις εκφάνσεις της. Ίσως να μην είναι διόλου τυχαίο επίσης πως αντανακλαστικά και χωρίς δεύτερη σκέψη ως αντίθετό της δίνεται η «ουτοπία» αντί για «ευτοπία», η χρήση της γλώσσας πάντοτε κάτι δηλώνει· το λάθος δεν συμβαίνει τυχαία. Στη λογοτεχνία, εκεί που κάποτε το δυστοπικό περιβάλλον αποτελούσε επικράτεια της επιστημονικής φαντασίας, ένα προκάλυμμα συνήθως παραβολικό, πλέον τείνει σε μεγάλο βαθμό να αντικαταστήσει τη ρεαλιστική γραφή. Η τέχνη, γενικά μιλώντας, από τις απαρχές της ακόμα, αποτελεί έναν καθρέφτη, πότε παραμορφωτικό, πότε προφητικό και πότε ακριβή, της γύρω πραγματικότητας και, κυρίως, όσων εκείνη προοικονομεί. Η οξυδέρκεια και οι ευαίσθητες κεραίες των δημιουργών αντιλαμβάνονται συχνά την εξέλιξη των πραγμάτων, τη ροπή της κεκτημένης ταχύτητας με την οποία πορεύεται ο κόσμος. Ίσως, πλέον, η περιγραφή μιας ευτοπίας να είναι η νέα επικράτεια του φανταστικού, σε μια περίοδο ολοένα και ισχυρότερης απομάγευσης.

Και ποιος μπορεί να «κατηγορήσει» την Τρίας για μια φαντασία άρρωστη, για ένα πανηγύρι καταστροφολογίας, με δεδομένη τη βίαιη σχέση του ανθρώπου με το περιβάλλον, την πρόσδεση στο άρμα της διαρκούς, πλην όμως ανέφικτης και υψηλού τιμήματος, ανάπτυξης; Το «δεν θέλω να ξέρω» ή το «θέλω κάτι ευχάριστο για να ξεχαστώ», συχνά αιτήματα της αναγνωστικής κοινότητας, είναι διαφορετικές παράμετροι, στο πλαίσιο μιας μεταφυσικής ευχής. Ούτε είναι απλό να γίνει διακριτή η διαφορά ανάμεσα στην ηδονή και τον τρόμο που ο φόβος γεννά, και φόβος εκεί έξω υπάρχει πολύς, αν θέλουμε να είμαστε πραγματιστές.

Η Ροζ γλίτσα, βιομηχανικό παράγωγο επεξεργασίας κρέατος, είναι ένα μυθιστόρημα που ακολουθεί την παράδοση της δυστοπικής λογοτεχνίας, που κάποιοι επιμένουν να αποθεώνουν εκ των υστέρων ως προφητική, σαν ο στόχος των δημιουργών να ήταν η επιβεβαίωση μιας μαντεψιάς και όχι ένα καμπανάκι κινδύνου, όχι η αποτύπωση μιας αγωνίας υπαρξιακής. Διαβάζοντας κανείς το μυθιστόρημα αυτό, αναπόφευκτα, θα ανασύρει από τη μνήμη του την περίοδο του κορωνοϊού, σχεδόν θα ελπίσει η έμπνευση και η εκτέλεση του μυθιστορήματος να ήταν μια ευκολία πάνω σ' ένα πρόσφατο πατρόν· τότε θα κοιτάξει την ταυτότητα του βιβλίου και θα δει πως κυκλοφόρησε το 2020, πως ανήκει, δηλαδή, στο πριν της πανδημίας.

Η βιωμένη πραγματικότητα, όπως τη γνωρίζει η αφηγήτρια, δεν αφήνει χώρο ούτε για ευχές, ούτε για επίκληση στο συναίσθημα, ούτε για διδακτισμό, η προσαρμογή και η μάχη για επιβίωση κινούν τα νήματα και ορίζουν τον ρυθμό της αναπνοής. Η Τρίας παραδίδει ένα δυνατό μυθιστόρημα, που το περιεχόμενό του απωθεί, αλλά ο λογοτεχνικός της τρόπος σαγηνεύει. Η Ροζ γλίτσα δυστυχώς δεν είναι αποκύημα μιας παιγνιώδους φαντασίας, αλλά ένας στίβος ρεαλισμού, με το ερώτημα «ποια ήταν η αρχή» να στοιχειώνει τα ανθρώπινα.

(το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών)

υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ
 
Μετάφραση Ιφιγένεια Ντούμη
Εκδόσεις Carnívora

Πέμπτη 24 Απριλίου 2025

Άνοιξη με μια σπασμένη γωνία - Mario Benedetti

Διαβάζοντας το βιβλίο αυτό, στιγμή δεν έπαψα να αναρωτιέμαι πώς είναι δυνατόν μόλις φέτος να μεταφράστηκε και να κυκλοφόρησε στα ελληνικά ένα βιβλίο όπως αυτό, του οποίου ο συγγραφέας, ο Ουρουγουανός Μάριο Μπενεντέττι, είναι ένας από τους μεγάλους της λατινοαμερικάνικης λογοτεχνίας, κυρίως ως ποιητής, αδιαμφισβήτητα μέλος του κανόνα. Και αναρωτιόμουν, πέρα της εν γένει σπουδαιότητας του Άνοιξη με μια σπασμένη γωνία, και εξαιτίας της διαδεδομένης αγάπης μας για αυτή τη λογοτεχνία και ιδιαίτερα του πιο πολιτικά στρατευμένου σκέλους της.

Ο Σαντιάγο είναι πολιτικός κρατούμενος στην Ουρουγουάη εξαιτίας της δράσης του ενάντια στη στρατιωτική, δια της βίας εγκαθιδρυμένης, εξουσίας. Η Γκρασιέλα, η γυναίκα του, η εννιάχρονη κόρη του και ο πατέρας του βρίσκονται εξόριστοι, μακριά από την πατρίδα, παλεύοντας να στήσουν εκεί μια νέα ζωή. Η αλληλογραφία, παρότι λογοκριμένη, αποτελεί για τον Σαντιάγο το μόνο καταφύγιο ελπίδας και σύνδεσης με τον έξω κόσμο. Ωστόσο, η απουσία του ταλανίζει την ερωτική αγάπη της Γκρασιέλα, που σύντομα βρίσκει καταφύγιο στην αγκαλιά του Ρολάντο, επιστήθιου φίλου του Σαντιάγο.

Σύμφωνα με την υπόθεση έχουμε μια μάλλον τετριμμένη ιστορία αγάπης, παρότι ο λόγος της απουσίας του Σαντιάγο είναι πολιτικός, αυτό ελάχιστα μεταβάλλει την αναγνωστική προδιάθεση. Και όμως, το Άνοιξη με μια σπασμένη γωνία, δεν είναι μόνο ή ακόμα μία ιστορία αγάπης, εγκατάλειψης και προδοσίας αλλά ένα σύνθετο έργο υψηλής λογοτεχνικής στάθμης. Το μυθιστόρημα αποτελείται από μια σπονδυλωτή αφηγηματική εναλλαγή, οι ιστορίες των προσώπων διαδέχονται η μία την άλλη, με τη κάθε μία να συμπεριλαμβάνει και να αναδεικνύει τα συστατικά που αποτελούν την ταυτότητα και την καθημερινότητα του κάθε προσώπου. Αυτή η διαρκής εναλλαγή επιτρέπει στον συγγραφέα να παρουσιάσει σύγχρονα μεταξύ τους τις διάφορες οπτικές γωνίες, χωρίς ωστόσο να παίρνει συναισθηματικά μέρος χωρίζοντας τα πρόσωπα σε καλά ή τυχερά, λιγότερο ή περισσότερο θύματα της πολιτικής βίας και του ζόφου που συνωστίζεται πάνω από τη χώρα.

Ο Μπενεντέττι, προείπα, είναι κυρίως γνωστός για την ποίησή του, ποίηση απλή και πολιτική, χωρίς φανφάρες, χωρίς όμως και εκπτώσεις, λαϊκή και όχι εξεζητημένη, γι' αυτό και συνυφασμένη με τους αγώνες και τα βάσανα ενός λαού και μιας ολόκληρης ηπείρου, που ταλανίστηκε, και ακόμα ταλανίζεται, από βίαιες και αντιδραστικές αρχές, μακριά από τη δικαιοσύνη και τη δημοκρατία. Παρότι ποιητής, ίσως όμως και εξαιτίας αυτού, ο Μπενεντέττι δεν εγκλωβίζεται στην ποιητικότητα, δεν παρασύρεται από τον λυρισμό και τις ωραίες λέξεις, αλλά αντίθετα μετράει την κάθε μια, τη ζυγίζει καλά να δει αν χωράει ή αν περισσεύει, την τοποθετεί με φροντίδα στη θέση της, επιστρέφει και ελέγχει ξανά, μέχρι να σιγουρευτεί. Εδώ υπάρχουν σελίδες που ανήκουν στο λογοτεχνικό πάνθεον, ασύλληπτης, παρότι σκληρής, ομορφιάς.

Ο συγγραφέας στέκεται αντιμέτωπος με την πολιτική απολυταρχία, που στηρίζεται στον φόβο, τον ζόφο και τον εξαναγκασμό, όχι απλώνοντας λαμπερά χρώματα στον καμβά, όχι εξαναγκάζοντας συναισθηματικά τον αναγνώστη, όχι ποντάροντας σε μια ανέξοδη αλλά και αδιέξοδη ελπίδα πως τα πράγματα θα πάνε καλύτερα, αργά ή γρήγορα και αναπόφευκτα, αφού για να πάνε όντως καλύτερα πολύ μεγάλη προσπάθεια απαιτείται, δεν το λέει ευθέως αυτό, δεν εξαναγκάζει τον αναγνώστη να το αποδεχτεί, τον καλεί να φτάσει στην ακτή μονάχος του. Αυτή είναι η ιστορία πέντε προσώπων, αλλά και η ιστορία ενός λαού ολόκληρου, πέρα από όποιο εγκλωβισμό σε χρόνο και τόπο.

Ο Μπενεντέττι δεν φωνάζει ούτε το πολιτικό, ούτε το ερωτικό, ούτε το λογοτεχνικό και αυτή η ησυχία είναι καθοριστική για να αναδείξει και τα τρία, η Άνοιξη με μια σπασμένη γωνία είναι και πολιτικό και ερωτικό και υψηλά λογοτεχνικό έργο. Κανένας από τους τρεις άξονες δεν επικρατεί έναντι των άλλων, το μυθιστόρημα λειτουργεί εξαιτίας και των τριών, αυτοί είναι που προσφέρουν τον σκελετό πάνω στον οποίο ο συγγραφέας έρχεται να προσθέσει τις λέξεις, τα πρόσωπα και τα γεγονότα. Οι αντιθέσεις, οι αντιστίξεις και οι αντιφάσεις της ανθρώπινης ζωής, της ατομικότητας στη σκιά της πολιτικής και της ιστορίας είναι αυτές που απαρτίζουν κάθε σπουδαίο και οικουμενικό έργο, που πετυχαίνει να αποτυπώσει το πώς είναι δυνατόν κάτω από τη μπότα της πιο σκληρής δικτατορίας ο άνθρωπος να ερωτεύεται και να συνεχίζει να ελπίζει, παλεύοντας να επιζήσει και να υψώσει το όποιο ανάστημα διαθέτει απέναντι στο μαύρο.

Είναι ίσως νωρίς αλλά είναι βέβαιο, το Άνοιξη με μια σπασμένη γωνία είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία που κυκλοφόρησαν το 2024, καίτοι γραμμένο πριν από σαράντα χρόνια, σε έναν κόσμο φαινομενικά διαφορετικό αλλά, δυστυχώς, οικείο. Σπουδαία λογοτεχνία που στα ελληνικά ευτύχησε να μεταφραστεί από τον Κώστα Αθανασίου.

υγ. Το βιβλίο αυτό του Μπενεντέτι συνομιλεί με ένα άλλο, το Φιλί της Γυναίκας Αράχνης, του Αργεντινού Μανουέλ Πουίχ. Περισσότερα θα βρείτε εδώ.

(το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Μετάφραση Κώστα Αθανασίου
Εκδόσεις Gutenberg

Πέμπτη 30 Μαΐου 2024

Το πηγάδι - Juan Carlos Onetti

Αυτή η έκδοση ήταν μια ευχάριστη έκπληξη καθώς δεν είχα ακούσει τίποτα σχετικά. Το 2016 είχα διαβάσει Το ναυπηγείο, αν και μάλλον θα προτιμούσα Το καρνάγιο ως απόδοση, ψιλά γράμματα, ίσως και όχι. Αυτή ήταν η μοναδική επαφή μου με το έργο του περίφημου Ουρουγουανού συγγραφέα Χουάν Κάρλος Ονέτι, που, παρότι υπήρξε σύγχρονος του λατινοαμερικάνικου μπουμ, κινήθηκε αρκετά μακριά τόσο από τον μαγικό ρεαλισμό όσο και από τον αμιγή και με τον τρόπο του στρατευμένο κοινωνικοπολιτικό αντίστοιχό του, επιλέγοντας έναν δρόμο πιο μοναχικό, πιο συγγενή με το ρεύμα του υπαρξισμού, ίσως ο Σάμπατο να είναι μια αντίστοιχη περίπτωση συγγραφέα τώρα που το σκέφτομαι, λογοτεχνικό και φιλοσοφικό ρεύμα που άφησε ανεξίτηλο το σημάδι του στην ευρωπαϊκή και όχι μόνο λογοτεχνία, αποτυπώνοντας τη μετάβαση του κόσμου στα μισά του περασμένου αιώνα και ενώ ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος ήταν προ των πυλών.

Ποτέ μου δεν θα μπορούσα να το φανταστώ, ότι στα σαράντα μου θα ήμουν έτσι, μόνος και μες στη βρόμα, κλεισμένος μέσα σ' ένα δωμάτιο. Όμως η σκέψη αυτή δεν μ' έκανε να νιώσω μελαγχολία – μονάχα μια αίσθηση περιέργειας για το τι είναι ζωή και μια μικρή δόση θαυμασμού για την ικανότητά της να μας εκπλήσσει μονίμως. Και δεν έχω πάνω μου καπνό. Δεν έχω καπνό, δεν έχω καπνό. Αυτά που γράφω εδώ είναι οι αναμνήσεις μου. Διότι κάθε άνθρωπος οφείλει να καθίσει να γράψει την ιστορία της ζωής του μόλις πιάσει τα σαράντα, ειδικά αν του έχουν συμβεί ενδιαφέροντα πράγματα. Κάπου το έχω διαβάσει αυτό, μα δεν θυμάμαι πού.

Μια νύχτα, πάντα είναι νύχτα, την παραμονή των τεσσαρακοστών γενεθλίων του, ο Ελάδιο Λινασέρο, νιώθει την επιθυμία, ή μήπως την υποχρέωση;, να γράψει τις αναμνήσεις του, σε αυτό το στενό και άθλιο δωμάτιο που μοιράζεται με τον Λάσαρο, πολιτικά ταγμένο στην Αριστερά, βέβαιο για το αναπόφευκτο της επανάστασης, ανίκανο να διακρίνει και να αντιμετωπίσει κριτικά όσα φτάνουν από τη σταλινική Σοβιετική Ένωση. Αυτή η δυσδιάκριτη, ανάμεσα στην επιθυμία και την υποχρέωση, γραμμή εκκίνησης διακρίνει το κείμενο αυτό από άκρη σε άκρη, μια πυρετική και όχι λουστραρισμένη, στη μορφή και το περιεχόμενο, αφήγηση, που πρώτα και κύρια έχει τον ίδιο τον Ελάδιο ως πομπό και δέκτη ταυτόχρονα, η περιέργεια να αποτυπώσει το μονοπάτι που τον έφερε στο θλιβερό αυτό δωμάτιο, παραμονή της εισόδου στη μέση ηλικία, όταν η αισιόδοξη και ανοιχτή σε εκπλήξεις νιότη περνά στο παρελθόν, άπαξ και δια παντός.

Το πηγάδι, αυτή η σύντομη νουβέλα, προπομπός του επερχόμενου έργου τού Ονέτι, κυκλοφόρησε το 1939, τρία χρόνια πριν από τον Ξένο, το χαρακτηριστικότερο ίσως λογοτεχνικό δείγμα του υπαρξισμού. Και έχει αξία να σημειωθεί αυτό, όχι για μια στείρα και περιορισμένων δυνατοτήτων σύγκριση μεταξύ των δύο αυτών έργων, αλλά για την υπενθύμιση πως η λογοτεχνία γεννιέται και γράφεται υπό την επήρεια του κόσμου τριγύρω. Η σπουδαία λογοτεχνία, δε, πετυχαίνει να αποτυπώσει με λέξεις και να δώσει όνομα στη ρευστή και υπό διαμόρφωση πραγματικότητα, τη συνθήκη της ύπαρξης, με τις ευαίσθητες και οξυδερκείς κεραίες της, όχι μόνο ως προς το περιεχόμενο αλλά και ως προς τη μορφή. Έτσι, ο υπαρξισμός υπήρχε και πριν τους υπαρξιστές, το καφκικό πριν από τον Κάφκα και τα λοιπά και τα λοιπά. Μένουν τα ονόματα αυτών των δημιουργών στην ιστορία γιατί διέκριναν την πρώτη ύλη του κόσμου όταν εκείνη ακόμα κόχλαζε στο καζάνι και οι αναθυμιάσεις της προσέδιδαν κάτι το ανοίκειο στη ίδια την πράξη της ζωής, μια άβολη και ακατανόητη συνθήκη της πλέον φυσικής και ταυτόχρονα σύνθετης ανθρώπινης λειτουργίας.

Ο Ελάδιο Λισανέρο είναι ένας ενοχλητικός τύπος, βυθισμένος στην ανθρωπινότητά του, χωρίς κάποια στέρεη ιδεολογία, χωρίς ιδανικά και ανθρωπιστικά προτερήματα, που όσο και αν θέλει δεν καταφέρνει ούτε στον έρωτα να βρει την απαραίτητη αισιοδοξία για όσα το μέλλον ίσως να φέρει, διόλου ποιητής δεν νιώθει δηλαδή, με σημερινούς όρους θα ήταν ένας λευκός φαλλοκράτης, που αντιμετωπίζει τις γυναίκες με τρόπο εξουσιαστικό και χρηστικό, ως σκεύη προσωρινής απαλλαγής από το βάρος της μάταιης και χωρίς ιδιαίτερου νοήματος ύπαρξης. Ενοχλητικός γιατί υπενθυμίζει την ανθρώπινη ατέλεια και τον μη εξιδανικευμένο κόσμο εντός του οποίου παλεύουμε, με όποιον τρόπο παλεύουμε, και χωρίς αυτή η πάλη, η όποια πάλη, να έχει κάποιο ιδανικό κλέος, μια αναστροφή της πλατωνικής σπηλιάς σε κάθετο άξονα είναι το πηγάδι στο μέσο του δωματίου, εκεί που το φως και η σκιά παίζουν τα παιχνίδια τους στον πάτο με τα λιμνάζοντα ύδατα και το όποιο βλέμμα προς τα ψηλά τίποτα δεν προσφέρει, μήτε χαρίζει άλλο, παρά το μέτρο και τη δυσοσμία της ύπαρξης.

Και αν κάποιος ίσως διέκρινε, για να ικανοποιήσει προσωπικές ελπίδες, μια κάποια ειλικρίνεια στα λόγια τού Ελάδιο, που θα προσέδιδε κάτι το ανθρωπιστικό στην αφήγηση των πεπραγμένων του, η ειλικρίνεια άλλωστε στέκει στη θετική πλευρά των χαρακτηριστικών και της στάσης απέναντι στα πράγματα, παρότι ενοχλητική και απομαγευτική, εκείνος, ο Ελάδιο δηλαδή, διόλου δεν θα ασχολείτο νομίζω με μια τέτοια οπτική, απομακρυσμένος όπως είναι από το όποιο αξιοσημείωτο ανθρώπινο γνώρισμα, ίσως απλώς να ανασήκωνε τους ώμους, ίσως απλώς να έλεγε: έστω. Η χρονική απόσταση που χωρίζει το σήμερα της ανάγνωσης με το τότε της γραφής φαίνεται. Όχι γιατί τα πράγματα έχουν αλλάξει στον πυρήνα τους, όχι γιατί δεν υπάρχουν άλλοι Ελάδιο, όχι γιατί η απομάγευση έχει υποχωρήσει από τον ουρανό, αλλά γιατί πια υπάρχει μια (αυτο)λογοκρισία, μια ανάγκη, ή ίσως υποχρέωση, για μια λογοτεχνία είτε ως μηχανισμό καταγγελίας, με αναπόσπαστο κομμάτι την ελπίδα για αλλαγή προς ένα καλύτερο αύριο, είτε ως φορέα υψηλότερων ιδανικών ενός κόσμου που απέχει από τον υπάρχοντα και μοναδικά διαθέσιμο, που λειτουργεί, ή αποπειράται να λειτουργήσει ως βαλβίδα εκτόνωσης, ως η απαραίτητη δόση μαγείας σε έναν κατακερματισμένο και αγχωτικά πολύβουο κόσμο, ολοένα και πιο σύνθετο, όλο και περισσότερο έρμαιο της ατομικότητας.

Ο μεταφραστής, Λευτέρης Μακεδόνας, υπογράφει και ένα λειτουργικό και διαφωτιστικό επίμετρο εντάσσοντας τον συγγραφέα και το έργο του στην εποχή του, όχι για να κάνει νιανιά το περιεχόμενο του βιβλίου προσδίδοντας του αρετές και χαρακτηριστικά που ο αναγνώστης πιθανώς να μην διακρίνει λόγω κάποια ανεπάρκειας, κάτι που τα επίμετρα συχνά δοκιμάζουν να κάνουν, φέρνοντας τον υπογράφοντα σε ένα θρόνο ψηλότερο του μέσου αναγνώστη, αλλά, αντίθετα εδώ, το επίμετρο λειτουργεί συμπληρωματικά της νουβέλας, προσθέτοντας επιπλέον αξία στη συγκεκριμένη έκδοση, που είναι ιδανική ως πύλη αναγνωστικής εισόδου για έναν παραγνωρισμένο στα μέρη μας δημιουργό, όπως είναι ο Ονέτι.

υγ. Για Το ναυπηγείο, οχτώ χρόνια πριν, έγραφα αυτά.

Μετάφραση Λευτέρης Μακεδόνας
Εκδόσεις Μάγμα  

Πέμπτη 11 Φεβρουαρίου 2021

Κανείς δεν άναβε τα φώτα - Felisberto Hernández

Το λογοτεχνικό κύμα που διέσχισε τον Ατλαντικό στις αρχές της δεκαετίας του '60 έφερε στην Ευρώπη μια λογοτεχνία ελάχιστα ως τότε γνωστή. Είναι αυτό που ονομάστηκε «λατινοαμερικανικό μπουμ» και είχε ως αποτέλεσμα πλήθος μεταφράσεων και εκδόσεων στη Γηραιά Ήπειρο, με αιχμή του δόρατος συγγραφείς όπως ο Μάρκες, ο Γιόσα, ο Φουέντες και ο Κορτάσαρ, εκπροσώπων, δηλαδή, του «μαγικού ρεαλισμού». Όμως, το γεγονός αυτό δεν υπήρξε προϊόν παρθενογέννησης, αλλά συνέχεια μιας παράδοσης χρόνων και μιας διεργασίας στο εσωτερικό της ηπείρου. Στην παράδοση αυτή ανήκει και ο Φελισμπέρτο Ερνάντες, ο οποίος γεννήθηκε το 1902 στην Ουρουγουάη και υπήρξε αυτοδίδακτος πιανίστας και συγγραφέας. Η αλήθεια είναι πως το έργο του, αν και έχαιρε εκτίμησης στους λογοτεχνικούς κύκλους, δεν γνώρισε ιδιαίτερη εμπορική επιτυχία. Αξίζει όμως να σημειώσει κανείς κάτι που, αν και μοιάζει με λεπτομέρεια, είναι ικανό να δείξει τη σημασία του έργου του, και έχει να κάνει με τα ένθερμα εισαγωγικά σημειώματα του Κορτάσαρ και του Καλβίνο στις εκδόσεις των έργων του σε Ισπανία και Ιταλία αντίστοιχα. 

Μια συλλογή διηγημάτων οφείλει να διέπεται από συνοχή που να δικαιολογεί την εκδοτική πράξη. Η συνοχή αυτή δεν ικανοποιείται απλώς και μόνο με την υπογραφή του συγγραφέα σε αυτά. Η συνοχή μπορεί να είναι, μεταξύ άλλων, χρονική ή θεματική, ενίοτε ακόμα και δυσδιάκριτη, πάντοτε όμως παρούσα ως αίσθηση. Στον αντίποδα θα μπορούσε κανείς να τοποθετήσει την ανθολόγηση κειμένων. Η διάκριση αυτή δεν έχει να κάνει τόσο με την ποιότητα του περιεχομένου όσο με τη διαφορά στην αναγνωστική πρόσληψη μεταξύ ενός ενιαίου έργου και κάποιων μεμονωμένων διηγημάτων. Στην περίπτωση του Ερνάντες, η συνοχή μεταξύ των διηγημάτων της συλλογής είναι εμφανής, και μάλιστα σε βαθμό τέτοιο που κανείς νιώθει πως το Κανείς δεν άναβε τα φώτα αποτελεί ένα ιδιότυπο σπονδυλωτό αφήγημα. Δεν είναι μόνο η παρουσία του πρωτοπρόσωπου αφηγητή στο σύνολο των διηγημάτων, ενός αφηγητή που τόσο ομοιάζει με τον ίδιο τον συγγραφέα, που δημιουργεί αυτή την αίσθηση, αλλά και το σύνολο των χαρακτήρων που συγγενεύουν μεταξύ τους, σαν να είναι τα ίδια πάνω-κάτω πρόσωπα που μετακινούνται από ιστορία σε ιστορία. Τα πρόσωπα σε συνδυασμό με την κοινή πρόσληψη της πραγματικότητας διαμορφώνουν ένα ευδιάκριτο modus scribendi καθιστώντας το ύφος και την πρόζα του Ερνάντες, εκτός από ιδιαιτέρως θελκτικά, αναγνωρίσιμα. 

Ένας συγγραφέας που διαβάζει τις ιστορίες του ενώπιον ενός κοινού, ένα μπαλκόνι που η ζήλια το ωθεί στην αυτοκτονία, μια κυρία που θρηνεί για τον εραστή που την εγκατέλειψε, η αγωνία ενός πιανίστα πριν από την πρώτη του συναυλία, οι περιπέτειες ενός αλόγου που κάποτε ήταν άνθρωπος, μια πράσινη πέτρα, έπιπλα και αντικείμενα, μυστηριώδη και σκοτεινά σπίτια αποτελούν, μεταξύ άλλων, τον κόσμο των ιστοριών του Ερνάντες. Στις περισσότερες από τις ιστορίες αυτές ο αφηγητής λόγω της επαγγελματικής του ιδιότητας έχει τη δυνατότητα να επισκέπτεται διάφορα σπίτια και να έρχεται σε επαφή με τη ζωή των ενοίκων τους, αυτό είναι άλλωστε ένα από τα προτερήματα της δουλειάς αυτής, που κατά τα άλλα είναι κακοπληρωμένη και αβέβαιη, και που τη μια μέρα μπορεί να σε κοιμίζει στα καλύτερα δωμάτια ενός πολυτελούς ξενοδοχείου ενώ την επόμενη κιόλας σε αναγκάζει να στρώνεις φύλλα εφημερίδων μήπως και προστατευτείς από το κρύο. Οι ιστορίες διακρίνονται από μια διάχυτη μελαγχολία. Το μαγικό και το παράδοξο χρησιμεύουν ως καταφύγιο απέναντι στην ανία και την σκληράδα της  πραγματικότητας. Τα στοιχεία εκείνα που καθιστούν τον Ερνάντες ως έναν από τους βασικούς προγόνους του «μαγικού ρεαλισμού» είναι ορατά, όπως ορατή είναι και η επιρροή του στο έργο μεταγενέστερων συγγραφέων. Ο τρόπος με τον οποίο ο Ερνάντες προσλαμβάνει και αποτυπώνει την πραγματικότητα διαθέτει την αυθεντικότητα του βιώματος, και αυτό, μολονότι δεν είναι το ζητούμενο σε μια γραφή όπως αυτή, επιτείνει την αναγνωστική απόλαυση. Αν εξαιρέσει κανείς κάποια πραγματολογικά στοιχεία που μαρτυρούν κυρίως την χρονική περίοδο κατά την οποία οι ιστορίες λαμβάνουν χώρα, τα διηγήματα του Ερνάντες θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν άτοπα και άχρονα. Και όμως, παρότι αποκομμένα από τη ρεαλιστική απεικόνιση της γύρω πραγματικότητας, την περιγράφουν, με τον τρόπο τους, λεπτομερώς, πετυχαίνοντας να συμπεριλάβουν ακόμα και τον πολιτικό χαρακτήρα της εποχής.    

Για τους βιαστικούς, η σχετικά πρόσφατη κυκλοφορία της παρούσας συλλογής διηγημάτων δεν αποτέλεσε τίποτα άλλο πέρα από μια απλή επανέκδοση ενός από χρόνια εξαντλημένου βιβλίου. Όμως δεν είναι ακριβώς έτσι τα πράγματα. Η έκδοση του 2003 περιελάμβανε μόλις έξι από τα δέκα διηγήματα της ομώνυμης, πρωτότυπης συλλογής, μαζί με δύο διηγήματα της έτερης διάσημης συλλογής τους Ερνάντες, La casa inundada y otros cuentos. Στην παρούσα έκδοση περιλαμβάνεται το σύνολο των διηγημάτων της συλλογής για πρώτη φορά στα ελληνικά, ενώ ως αντίδωρο ο αναγνώστης πληροφορείται την πρόθεση της μεταφράστριας και του εκδοτικού οίκου την έκδοση αυτή να ακολουθήσει σύντομα και εκείνη του La casa inundada!

Μετάφραση Γεωργία Ζακοπούλου
Εκδόσεις Μεταίχμιο      

Πέμπτη 12 Νοεμβρίου 2020

Περί της εν ύπνω κομψότητος - Vizconde de Lascano Tegui


Η παγκόσμια λογοτεχνία -και όχι μόνο η λογοτεχνία- διαθέτει καλά κρυμμένα μυστικά. Έργα και συγγραφείς που στον καιρό τους δεν εκτιμήθηκαν -για τον έναν ή τον άλλο λόγο. Μια ακόμα τέτοια περίπτωση είναι αυτή του Υποκόμη ντε Λασκάνο Τέγκι. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Ο Εμίλιο γεννήθηκε στην Ουρουγουάη το 1887, γιος Αργεντινού και Ουρουγουανής, έφυγε στα είκοσι ένα του για την Ευρώπη, όπου, παράλληλα με το να γράφει ποίηση, ταξίδεψε περπατώντας στη Γαλλία, την Ιταλία και τη Βόρεια Αφρική. Το 1909 αποφασίζει να αποδώσει στον εαυτό του έναν τίτλο τιμής και από εκείνη τη στιγμή υπογράφει ως Υποκόμης, έστω και χωρίς κομητεία. Θα εγκατασταθεί στο Παρίσι και θα κάνει διάφορες δουλειές. Θα συνεχίσει να γράφει. Υπήρξε φίλος με τον Πικάσο και τον Απολλιναίρ. Φέτος, χάρη στις εκδόσεις Opera και τον αεικίνητο Αχιλλέα Κυριακίδη, κυκλοφορεί στα ελληνικά το Περί της εν ύπνω κομψότητος, γραμμένο στα ισπανικά το 1925 σε έκδοση του συγγραφέα. Βιβλίο που μέχρι το 1994, όταν και επανεκδόθηκε από τον παρισινό εκδοτικό οίκο Le Dilettante, είχε περιέλθει στη λήθη, παρότι θεωρήθηκε πρόδρομος των έργων του Ζενέ, μεταξύ άλλων. Τίποτα δεν είναι πιο θλιβερό από το να γίνεσαι αποδεκτός, ισχυρίζεται στη σελίδα τριάντα εννέα ο αφηγητής του ιδιότυπου αυτού ημερολογίου.

Αυτό το ημερολόγιο που τηρώ ανόρεχτα ενώ πέφτει το βράδυ, δεν αποτελεί τόσο απεικόνιση όσων μου συμβαίνουν, όσο ανάκληση συμβάντων που η ανάμνησή τους περνάει την πένα της από το μέτωπό μου, θα σημειώσει ο αφηγητής, δίνοντας έτσι, από τις πρώτες σελίδες ήδη, το στίγμα του βιβλίου αυτού. Ένα ημερολόγιο καταγραφής της δύναμης που ασκεί η ανάμνηση στο παρόν, που αναγκάζει τον ανόρεχτο αφηγητή να υπακούσει στον τρόπο με τον οποίο το βίωμα καθορίζει το παρόν, οι καταχωρήσεις αυτές μοιάζουν με σημειώσεις ενός έγκλειστου στο παρελθόν, γεγονότα που δεν αναθυμάται απλώς ο αφηγητής αλλά γεγονότα με τα οποία έρχεται αντιμέτωπος. Ζώντα απομνημονεύματα. Παρότι εν πολλοίς εντοπίζει κανείς γνώριμα χαρακτηριστικά της ημερολογιακής γραφής, όπως η παρουσία γεγονότων μεταξύ τους -φαινομενικά- άσχετων, οι διακυμάνσεις στην αφήγηση και η παρουσία ενός εγώ ολοένα και πιο ανιχνεύσιμου στην πορεία των καταγραφών, το Περί της εν ύπνω κομψότητος πολύ απέχει από το να θεωρηθεί ένα τυπικό δείγμα ημερολογίου. Ο τρόπος με τον οποίο ανατρέχει στα παρελθοντικά αυτά περιστατικά είναι συναισθηματικά ουδέτερος, καμία νοσταλγία δεν απορρέει από εκείνες τις ημέρες, ακόμα και η απόπειρα για κατανόηση δεν είναι πάντοτε ευκρινής. Αυτό όμως καθόλου δεν συνεπάγεται την έλλειψη επικοινωνίας με τον συναισθηματικό του κόσμο, την επίγνωση της ανάγκης του για αγάπη, την απέχθειά του προς την αποδοχή, την αμφιβολία γύρω από την ικανότητά του να πραγματοποιήσει έναν φόνο. Η αδρή χάραξη του παρόντος, με νύξεις που γυρεύουν τις ρίζες τους στο παρελθόν (ο κακός βραδινός ύπνος, η αναρώτηση σχετικά με το τι θα μπορούσε να περιμένει από εκείνον ο πατέρας του, η πρόθεση να γράψει ένα μυθιστόρημα με ήρωα τον συφιλιδικό Δον Ζουάν), λειτουργεί ως κάποιου είδους γέφυρα που ενώνει τις όχθες του χτες και του σήμερα, σκιαγραφώντας τον αφηγητή και προετοιμάζοντας τον αναγνώστη για την κορύφωση των τελευταίων σελίδων. Το ημερολόγιο ενός  διαφθορέα του Σέρεν Κίρκεγκορ αποτελεί πρόδρομο του Περί της εν ύπνω κομψότητος, αν και εδώ ο συγγραφέας δεν νιώθει την υποχρέωση να κρυφτεί πίσω από την ανωνυμία, ούτε και από το λογοτεχνικό εύρημα της εύρεσης κάποιων σελίδων, ενώ η ηθική, και πόσο μάλλον η εκπορευόμενη από τον χριστιανισμό, δεν έχει θέση στην αφήγηση αυτή. Ο αφηγητής δεν νιώθει πως προκαλεί με όσα καταγράφει, γεγονός το οποίο προκαλεί τα ήθη της εποχής -και όχι μόνο. 

Το πιο ενδιαφέρον ίσως απόσπασμα του βιβλίου είναι εκείνο στο οποίο μετακινείται το συναισθηματικό και ταυτόχρονα λογικό κέντρο βάρους της τέλεσης ενός εγκλήματος. Καταγράφει, λοιπόν, ο αφηγητής: Μήπως μου λείπει το θάρρος; Μήπως δεν έχω τόση δύναμη ώστε να μαχαιρώσω χωρίς να λιποθυμήσω τον άγνωστο πάνω στον οποίο θα 'παιζα το πιο επικίνδυνο χαρτί της ζωής μου; Αν φαίνεται εύκολο να σκοτώσεις, είναι άραγε το ίδιο εύκολο να ξεφύγεις από τη συνείδηση που σε καταδίδει και σ' έχει ήδη εξαντλήσει στην ανάλυση, ήδη απ' την παραμονή του φόνου; Το θάρρος είναι μια λογοτεχνική ματαιοδοξία του εγκληματία. Απόσπασμα που συνοψίζει με αρκετή σαφήνεια τη  στάση του αφηγητή. Ο τρόπος με τον οποίο θα σχεδιάσει κανείς έναν φόνο, έτσι ώστε να αποφύγει τις συνέπειες του νόμου, η εξαντλητική αυτή διαδικασία και η κορύφωσή της, η τέλεση του φόνου, αποτελεί την πραγματική δυσκολία, εκεί έγκειται η έλλειψη του θάρρους για τον αφηγητή, το τίμημα που ίσως κληθεί να καταβάλλει, να σκοτώσεις κάποιον είναι εύκολο, στη διαφυγή έγκειται η δυσκολία. Ο αφηγητής του Λασκάνο Τέγκι, που μια ανάλυση τον θεωρεί μεγάλο αδερφό του Μερσώ, δεν περιγράφει το μετά της τέλεσης ενός εγκλήματος, αλλά το κενό που προηγείται και οδηγεί σε αυτό, αποτυπώνοντας κατά αυτό τον τρόπο την περιρρέουσα ατμόσφαιρα της εποχής, που ως προς αυτό τόσο ομοιάζει με τη σημερινή. Και μιλώντας για την επιρροή τού Λασκάνο Τέγκι στη μετέπειτα λογοτεχνία, θα είχε ενδιαφέρον να διαβάσει κανείς παράλληλα το Περί της εν ύπνω κομψότητος με την Επέκταση του πεδίου της πάλης του πρωτόλειου μυθιστορήματος του Μισέλ Ουελμπέκ.

Η έκδοσης του Περί της εν ύπνω κομψότητος αποτελεί ένα σημαντικό εκδοτικό γεγονός. 

Μετάφραση Αχιλλέας Κυριακίδης
Εκδόσεις Opera   

Δευτέρα 15 Φεβρουαρίου 2016

Το ναυπηγείο - Juan Carlos Onetti




Πριν από πέντε χρόνια, όταν ο κυβερνήτης αποφάσισε να εκτοπίσει τον Λάρσεν (τον επονομαζόμενο Χουντακαδάβερες) από την επαρχία, κάποιος προφήτεψε, χωρατεύοντας και κατά κάποιο τρόπο στην τύχη, ότι θα επέστρεφε και ότι θα παρατεινόταν το βασίλειο των εκατό ημερών, αυτή η πολυσυζητημένη και συναρπαστική σελίδα της ιστορίας της πόλης μας, μολονότι έχει πια σχεδόν ξεχαστεί. Λίγοι του έδωσαν τότε σημασία, και είναι βέβαιο ότι ο ίδιος ο Λάρσεν, εξαντλημένος τον καιρό εκείνο λόγω της ήττας του, περικυκλωμένος καθώς ήταν από την αστυνομία, ξέχασε αμέσως την προφητική εκείνη φράση και παραιτήθηκε από κάθε ελπίδα που σχετιζόταν με την επιστροφή του σ' εμάς.

Πέντε χρονιά μετά ο Λάρσεν επέστρεψε στη Σάντα Μαρία, ένα πρωί, λίγο αφότου σταμάτησε η βροχή, με μια βαλίτσα στο χέρι, βάδισε αργά μέχρι το μπαρ του Μπέρνι και πήρε το απεριτίφ του. Αργότερα θα συναντηθεί με τον Χερεμίας Πέτρους, ιδιοκτήτη του ναυπηγείου. Θα αναλάβει τη διεύθυνση της επιχείρησης. Ο Πέτρους δεν χρειάζεται να προσπαθήσει πολύ για να τον πείσει για το μέλλον της επιχείρησης, είναι τέτοια η ανάγκη του Λάρσεν να πειστεί, να ελπίσει σε κάτι, που η εγκατάλειψη του τόπου δεν είναι ικανή να τον προσγειώσει, να τον συνεφέρει. Περιφέρεται στον ερημωμένο τόπο, μελετάει παλιούς φακέλους, συνεργάζεται με τους δύο μοναδικούς υπαλλήλους, διευθυντές τμημάτων και εκείνοι, παρίσταται στη σταδιακή, μυστική εκποίηση των εγκαταστάσεων, σιδερικό το σιδερικό. Ζει μακριά από τη Σάντα Μαρία, κοντά στο ναυπηγείο. Φλερτάρει την κόρη του αφεντικού του. Όλα γύρω καταρρέουν.

Θα ήταν κωμικό, αν δεν ήταν τραγικό. Κάποιος που πιάνεται από μια ελάχιστη ελπίδα, από το τίποτα. Αναλογίζομαι εκείνους που διασκεδάζουν με τα διάφορα βιντεοσκοπημένα ατυχήματα τυχαίων ανθρώπων, που πατάνε μπανανόφλουδες στον δρόμο, γλιστράνε στον πάγο, πέφτουν από το ποδήλατο. Για εκείνους η λογοτεχνία του Ονέτι σίγουρα θα έχει κάτι το κωμικό. Ένας ανόητος άνθρωπος που το παίζει διευθυντής, που αναλώνεται σε γεροντοέρωτες, που βαδίζει στα χαμένα. Ένας αποτυχημένος. Εγώ θέλω να εκφράσω μονάχα την περιπέτεια του ανθρώπου, έτσι συνόψισε ο Ονέτι το σύνολο του έργου του.

Η Σάντα Μαρία του Ονέτι και η Κομάλα του Χουάν Ρούλφο, δύο τόποι επινοημένοι, μα τόσο διαβολεμένα οικείοι, και αν εδώ λείπει ο μαγικός ρεαλισμός, ξεχειλίζει ο υπαρξισμός, με το βάρος του και τη ματαιότητά του. Αυτή η αίσθηση τρόμου, η αίσθηση κατάβασης.

Ο αφηγητής της ιστορίας μοιάζει παντογνώστης, γνωρίζει όχι μόνο τις πράξεις αλλά και τις πλέον ενδόμυχες σκέψεις των χαρακτήρων, τις φοβίες και τις ελπίδες τους, τα συναισθήματά τους. Και όμως, ο Ονέτι ραγίζει την παντογνωσία του ίδιου του του αφηγητή, η λογική και οι μαρτυρίες δεν έχουν πια σημασία, έστω ότι τα πράγματα έγιναν κατ' αυτόν τον τρόπο, αυτή εδώ είναι μια ιστορία, μια από τις πολλές ανθρώπινες ιστορίες, εδώ πρέπει να χωρέσουν όλες οι ανθρώπινες ιστορίες, καθώς ο ολοκληρωμένος κόσμος του ναυπηγείου δεν αποκλείει την ύπαρξη και άλλων κόσμων, εξίσου ολοκληρωμένων. 

Υπάρχουν βιβλία, που κατά την ανάγνωση νιώθεις τη σπουδαιότητά τους μέσα στη μεγάλη πορεία των βιβλίων, τη χοντρή τελεία στη γραμμή, που σηματοδοτεί την κεφαλαιοποίηση των περασμένων, την ισορροπία και το ίχνος του επόμενου βήματος. Τέτοιο βιβλίο Το ναυπηγείο, για την λατινοαμερικάνικη λογοτεχνία και όχι μόνο.

Μετάφραση Αγγελική Αλεξοπούλου
Εκδόσεις Καστανιώτη

Τετάρτη 16 Οκτωβρίου 2013

AI NID TUBI FRI (Η μπαλάντα του Τζόνι Σόσα) - Mario Delgado Aparaín











" Ai nid tubi fri
  uit iu ander de tri.
Bat aiam an only man
an only blak man
an...ou beiby"



Αυτή είναι η ιστορία του Τζόνι Σόσα, ενός νέγρου δίχως δόντια που γούσταρε να παίζει στην κιθάρα τα μπλουζ, να τραγουδάει στίχους εγγλέζικους με τη δική του ιδιαίτερη και μοναδική προφορά, το πάθος να περισσεύει και όλοι να σωπαίνουν στην πρώτη συγχορδία της κιθάρας. Τραγουδούσε σε ένα κακοφωτισμένο καμπαρέ, ανάμεσα σε πόρνες και προαγωγούς, μουσικό διάλειμμα στα νούμερα των κοριτσιών. Σε ένα τενεκεδάκι, οι θαμώνες έριχναν τον οβολό ενίσχυσης, ύστερα, αργά το ξημέρωμα, με τα ψιλά στην τσέπη γυρνούσε σπίτι, στην ξανθιά κυρά του, που τον περίμενε καρτερικά παρά τη ζήλια για τα ξένα χάδια.

Η μπότα της δικτατορίας πάτησε και στο Μοσκίτος, το μικρό, όσο ένα κουνούπι, χωριό του Τζόνι, χιλιόμετρα μακριά από το Μοντεβιδέο. Εξαφανίσεις πολιτών, παρακολουθήσεις, ανακρίσεις, πρακτικές καθημερινές, ορατές στο μάτι. Ο μαντρότοιχος του στρατοπέδου σκεπάζει τα υπόλοιπα, η φαντασία αναλαμβάνει να αποκαταστήσει το κενό, ο φόβος γεννιέται και θεριεύει. Μαστίγιο και καρότο, ο τοπικός στρατιωτικός άρχοντας επιχειρεί να δελεάσει τον Τζόνι, καινούρια κατάλευκα δόντια, μαθήματα μουσικής, ευκαιρία για διάκριση σε κρατικούς διαγωνισμούς τραγουδιού, μια νέα ζωή. Αντίτιμο η ελευθερία, πάντα η ελευθερία.

Μήτε φωνές, μήτε περιττοί συμβολισμοί, η ιστορία του Τζόνι αρκεί από μόνη της. Ο Απαραϊν ξέρει πως χρειάζονται λόγια απλά και σταράτα όταν πρόκειται να μιλήσεις για ζητήματα όπως η ανθρώπινη ελευθερία, αν ο αναγνώστης νιώσει ταύτιση με τον ήρωα, τότε έχεις πετύχει πολλά. Ίσως να το έμαθε ζώντας στην Ουρουγουάη την περίοδο της στρατιωτικής δικτατορίας, αρνούμενος να εγκαταλείψει τη χώρα του, περιπλανώμενος στις επαρχίες με την ιδιότητα του δημοσιογράφου, μαζεύοντας υλικό για τα βιβλία του. Αντίθετα με άλλους συγγραφείς, που εγκατέλειψαν τη ζοφερή πραγματικότητα αναζητώντας καταφύγιο στο εξωτερικό, με αποτέλεσμα να απολέσουν την επαφή, γεγονός που αντικατοπτρίζεται και στα γραπτά τους.

Η αγάπη του Τζόνι για τα μπλουζ αποτυπώνει με ακρίβεια την ανάγκη του ανθρώπου για εξωστρέφια και επικοινωνία με την παγκόσμια κληρονομιά, συνθέτοντας το αντίθετο άκρο του σκοταδισμού και της ανύψωσης συνόρων αδιαπέραστων όπως οι απολυταρχίες πρεσβεύουν. Η διαφορετικότητα στο γούστο, συνιστώσα βασική και απαραίτητη της ανθρώπινης ελευθερίας, δεν αποτελεί κεκτημένο δικαίωμα ακόμα και στις πλέον προοδευτικές κοινωνίες, παρά την τάση αρκετών να εθελοτυφλούν και να μη διακρίνουν τα σημάδια οπισθοδρομικότητας και εκφασισμού. Κείμενα όπως η Μπαλάντα του Τζόνι Σόσα έχουν την απευκταία ιδιότητα να διατηρούν ακέραιο τον επίκαιρο χαρακτήρα τους, όσα χρόνια και αν περάσουν.





Μετάφραση Χαράλαμπος Δήμου
Εκδόσεις Opera


Τετάρτη 18 Απριλίου 2012

Μέρες και νύχτες αγάπης και πολέμου - Eduardo Galeano




Ένα αίνιγμα είναι η Λατινική Αμερική, ένας τόπος γεμάτος μυστήρια. Ίσως η πιο κοντινή, στην Ευρώπη, ήπειρος αλλά ταυτόχρονα με κάτι το εξωτικό. Κακά τα ψέματα για τους περισσότερους είναι ένας από τους πιο επιθυμητούς ταξιδιωτικούς προορισμούς. Ποιος δεν θα ήθελε άραγε να βρεθεί σε κείνη τη πλευρά του πλανήτη;

Δεν είναι όμως όλα διασκέδαση. Στις ημέρες που διαρκεί ένα οργανωμένο ταξίδι δύσκολα κάποιος θα μπορέσει να έρθει σε επαφή με τον πραγματικό πυρήνα της Νοτίου Αμερικής, θα καταλύσει σε κάποια ξενοδοχειακή μονάδα, θα επισκεφθεί κάποια βασικά τουριστικά αξιοθέατα και θα γυρίσει πίσω με την κάρτα μνήμης γεμάτη φωτογραφίες από ειδυλιακά σκηνικά και φτώχεια. Σαν τους τουρίστες που επισκέπτονται, λένε, την Κρήτη για παράδειγμα ενώ απλώς έχουν περάσει δέκα μέρες στη Χερσόνησο έχοντας εκδράμει στην καλύτερη των περιπτώσεων στη Φαιστό.

Από την ανακάλυψη της ηπείρου από τον Χριστόφορο Κολόμβο και μετά, η ιστορία της ηπείρου είναι γεμάτη από περιόδους ταραγμένες, με σκληρές δικτατορίες και κυρίαρχη την παρουσία των Ηνωμένων Πολιτειών.

Για τον Γκαλεάνο μου είχαν μιλήσει με τα καλύτερα λόγια διάφοροι ισπανόφωνοι φίλοι πολύ πριν το κίνημα των αγανακτισμένων στην Ισπανία κατά το οποίο στο διαδίκτυο κυκλοφόρησαν δεκάδες κείμενα και βίντεο του Ουρουγουανού συγγραφέα.

"Θα μας επιτρέψει η μνήμη να γίνουμε ποτέ ευτυχισμένοι;"

Η μνήμη γεμάτη από καταστάσεις δύσκολες, από ασχήμια, καταπίεση, δολοφονίες, φτώχεια και εκμετάλευση. Ο αγώνας είναι ένας δρόμος συχνά τραχύς, η ελπίδα διαδέχεται την απαισιοδοξία, η κούραση συχνά καταβάλλει όσους αγωνίζονται, η ματαιότητα καιροφυλαχτεί. Όμως δεν είναι μόνο άσχημα όσα η μνήμη φέρει και δε θα μπορούσε άλλωστε.

Το βιβλίο αποτελείται από μικρά κεφάλαια, πότε αυτοβιογραφικά και πότε καθαρώς ιστορικά. Όπως προλέγει και ο ίδιος ο συγγραφέας, όλα τα γεγονότα είναι πραγματικά και ο ίδιος τα καταγράφει όπως τα διαφύλαξε η μνήμη του. Το στυλ του συγγραφέα είναι αρκετά ιδιαίτερο, περιεκτικό. Σκοπό δεν έχει τη στείρα ανάλυση αλλά την αναφορά, τη διαφύλαξη της μνήμης. Είναι η υποχρέωση που νιώθει απέναντι σε όσους και όσα χάθηκαν ενώ ο ίδιος είναι ακόμα ζωντανός έστω και αν έζησε πολλά χρόνια στην εξορία.

Ούτε αντικειμενικός προσπαθεί να δείξει, αυτή είναι και η διαφορά του συγκεκριμένου βιβλίου από ένα βιβλίο ιστορίας αν και προσωπικά έχω ενστάσεις για την "αντικειμενικότητα" της Ιστορίας. Ο Γκαλεάνο ήταν παρών στα γεγονότα που καταγράφει, είναι σύγχρονα πριν ο χρόνος σκεπάσει ή αναδείξει. Και δεν ήταν απλώς παρατηρητής, ο Γκαλεάνο είναι ένας πολιτικοποιημένος στοχαστής, ούτε αυτό το κρύβει.

Ιδιαίτερη φωνή ο Γκαλεάνο με αποτέλεσμα το βιβλίο να έχει και λογοτεχνική αξία. Προσωπικά δεν το αντιλήφθηκα ως κάποιου είδους μανιφέστο αλλά ως μια ματιά σε ένα τοπίο μακρινό για το οποίο ο μύθος συχνά ξεπερνά την ίδια την πραγματικότητα.

Μετάφραση Ισμήνη Κανσή.
Εκδόσεις Εξάντας.

υγ Εδώ μπορείτε να βρείτε το λήμμα της wikipedia για τον Εντουάρντο Γκαλεάνο.
υγ Εδώ ένα βίντεο με ελληνικούς υπότιτλους στο οποίο ο Γκαλεάνο μιλάει για το φόβο.