Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εκδόσεις Μάγμα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εκδόσεις Μάγμα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 30 Μαΐου 2024

Το πηγάδι - Juan Carlos Onetti

Αυτή η έκδοση ήταν μια ευχάριστη έκπληξη καθώς δεν είχα ακούσει τίποτα σχετικά. Το 2016 είχα διαβάσει Το ναυπηγείο, αν και μάλλον θα προτιμούσα Το καρνάγιο ως απόδοση, ψιλά γράμματα, ίσως και όχι. Αυτή ήταν η μοναδική επαφή μου με το έργο του περίφημου Ουρουγουανού συγγραφέα Χουάν Κάρλος Ονέτι, που, παρότι υπήρξε σύγχρονος του λατινοαμερικάνικου μπουμ, κινήθηκε αρκετά μακριά τόσο από τον μαγικό ρεαλισμό όσο και από τον αμιγή και με τον τρόπο του στρατευμένο κοινωνικοπολιτικό αντίστοιχό του, επιλέγοντας έναν δρόμο πιο μοναχικό, πιο συγγενή με το ρεύμα του υπαρξισμού, ίσως ο Σάμπατο να είναι μια αντίστοιχη περίπτωση συγγραφέα τώρα που το σκέφτομαι, λογοτεχνικό και φιλοσοφικό ρεύμα που άφησε ανεξίτηλο το σημάδι του στην ευρωπαϊκή και όχι μόνο λογοτεχνία, αποτυπώνοντας τη μετάβαση του κόσμου στα μισά του περασμένου αιώνα και ενώ ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος ήταν προ των πυλών.

Ποτέ μου δεν θα μπορούσα να το φανταστώ, ότι στα σαράντα μου θα ήμουν έτσι, μόνος και μες στη βρόμα, κλεισμένος μέσα σ' ένα δωμάτιο. Όμως η σκέψη αυτή δεν μ' έκανε να νιώσω μελαγχολία – μονάχα μια αίσθηση περιέργειας για το τι είναι ζωή και μια μικρή δόση θαυμασμού για την ικανότητά της να μας εκπλήσσει μονίμως. Και δεν έχω πάνω μου καπνό. Δεν έχω καπνό, δεν έχω καπνό. Αυτά που γράφω εδώ είναι οι αναμνήσεις μου. Διότι κάθε άνθρωπος οφείλει να καθίσει να γράψει την ιστορία της ζωής του μόλις πιάσει τα σαράντα, ειδικά αν του έχουν συμβεί ενδιαφέροντα πράγματα. Κάπου το έχω διαβάσει αυτό, μα δεν θυμάμαι πού.

Μια νύχτα, πάντα είναι νύχτα, την παραμονή των τεσσαρακοστών γενεθλίων του, ο Ελάδιο Λινασέρο, νιώθει την επιθυμία, ή μήπως την υποχρέωση;, να γράψει τις αναμνήσεις του, σε αυτό το στενό και άθλιο δωμάτιο που μοιράζεται με τον Λάσαρο, πολιτικά ταγμένο στην Αριστερά, βέβαιο για το αναπόφευκτο της επανάστασης, ανίκανο να διακρίνει και να αντιμετωπίσει κριτικά όσα φτάνουν από τη σταλινική Σοβιετική Ένωση. Αυτή η δυσδιάκριτη, ανάμεσα στην επιθυμία και την υποχρέωση, γραμμή εκκίνησης διακρίνει το κείμενο αυτό από άκρη σε άκρη, μια πυρετική και όχι λουστραρισμένη, στη μορφή και το περιεχόμενο, αφήγηση, που πρώτα και κύρια έχει τον ίδιο τον Ελάδιο ως πομπό και δέκτη ταυτόχρονα, η περιέργεια να αποτυπώσει το μονοπάτι που τον έφερε στο θλιβερό αυτό δωμάτιο, παραμονή της εισόδου στη μέση ηλικία, όταν η αισιόδοξη και ανοιχτή σε εκπλήξεις νιότη περνά στο παρελθόν, άπαξ και δια παντός.

Το πηγάδι, αυτή η σύντομη νουβέλα, προπομπός του επερχόμενου έργου τού Ονέτι, κυκλοφόρησε το 1939, τρία χρόνια πριν από τον Ξένο, το χαρακτηριστικότερο ίσως λογοτεχνικό δείγμα του υπαρξισμού. Και έχει αξία να σημειωθεί αυτό, όχι για μια στείρα και περιορισμένων δυνατοτήτων σύγκριση μεταξύ των δύο αυτών έργων, αλλά για την υπενθύμιση πως η λογοτεχνία γεννιέται και γράφεται υπό την επήρεια του κόσμου τριγύρω. Η σπουδαία λογοτεχνία, δε, πετυχαίνει να αποτυπώσει με λέξεις και να δώσει όνομα στη ρευστή και υπό διαμόρφωση πραγματικότητα, τη συνθήκη της ύπαρξης, με τις ευαίσθητες και οξυδερκείς κεραίες της, όχι μόνο ως προς το περιεχόμενο αλλά και ως προς τη μορφή. Έτσι, ο υπαρξισμός υπήρχε και πριν τους υπαρξιστές, το καφκικό πριν από τον Κάφκα και τα λοιπά και τα λοιπά. Μένουν τα ονόματα αυτών των δημιουργών στην ιστορία γιατί διέκριναν την πρώτη ύλη του κόσμου όταν εκείνη ακόμα κόχλαζε στο καζάνι και οι αναθυμιάσεις της προσέδιδαν κάτι το ανοίκειο στη ίδια την πράξη της ζωής, μια άβολη και ακατανόητη συνθήκη της πλέον φυσικής και ταυτόχρονα σύνθετης ανθρώπινης λειτουργίας.

Ο Ελάδιο Λισανέρο είναι ένας ενοχλητικός τύπος, βυθισμένος στην ανθρωπινότητά του, χωρίς κάποια στέρεη ιδεολογία, χωρίς ιδανικά και ανθρωπιστικά προτερήματα, που όσο και αν θέλει δεν καταφέρνει ούτε στον έρωτα να βρει την απαραίτητη αισιοδοξία για όσα το μέλλον ίσως να φέρει, διόλου ποιητής δεν νιώθει δηλαδή, με σημερινούς όρους θα ήταν ένας λευκός φαλλοκράτης, που αντιμετωπίζει τις γυναίκες με τρόπο εξουσιαστικό και χρηστικό, ως σκεύη προσωρινής απαλλαγής από το βάρος της μάταιης και χωρίς ιδιαίτερου νοήματος ύπαρξης. Ενοχλητικός γιατί υπενθυμίζει την ανθρώπινη ατέλεια και τον μη εξιδανικευμένο κόσμο εντός του οποίου παλεύουμε, με όποιον τρόπο παλεύουμε, και χωρίς αυτή η πάλη, η όποια πάλη, να έχει κάποιο ιδανικό κλέος, μια αναστροφή της πλατωνικής σπηλιάς σε κάθετο άξονα είναι το πηγάδι στο μέσο του δωματίου, εκεί που το φως και η σκιά παίζουν τα παιχνίδια τους στον πάτο με τα λιμνάζοντα ύδατα και το όποιο βλέμμα προς τα ψηλά τίποτα δεν προσφέρει, μήτε χαρίζει άλλο, παρά το μέτρο και τη δυσοσμία της ύπαρξης.

Και αν κάποιος ίσως διέκρινε, για να ικανοποιήσει προσωπικές ελπίδες, μια κάποια ειλικρίνεια στα λόγια τού Ελάδιο, που θα προσέδιδε κάτι το ανθρωπιστικό στην αφήγηση των πεπραγμένων του, η ειλικρίνεια άλλωστε στέκει στη θετική πλευρά των χαρακτηριστικών και της στάσης απέναντι στα πράγματα, παρότι ενοχλητική και απομαγευτική, εκείνος, ο Ελάδιο δηλαδή, διόλου δεν θα ασχολείτο νομίζω με μια τέτοια οπτική, απομακρυσμένος όπως είναι από το όποιο αξιοσημείωτο ανθρώπινο γνώρισμα, ίσως απλώς να ανασήκωνε τους ώμους, ίσως απλώς να έλεγε: έστω. Η χρονική απόσταση που χωρίζει το σήμερα της ανάγνωσης με το τότε της γραφής φαίνεται. Όχι γιατί τα πράγματα έχουν αλλάξει στον πυρήνα τους, όχι γιατί δεν υπάρχουν άλλοι Ελάδιο, όχι γιατί η απομάγευση έχει υποχωρήσει από τον ουρανό, αλλά γιατί πια υπάρχει μια (αυτο)λογοκρισία, μια ανάγκη, ή ίσως υποχρέωση, για μια λογοτεχνία είτε ως μηχανισμό καταγγελίας, με αναπόσπαστο κομμάτι την ελπίδα για αλλαγή προς ένα καλύτερο αύριο, είτε ως φορέα υψηλότερων ιδανικών ενός κόσμου που απέχει από τον υπάρχοντα και μοναδικά διαθέσιμο, που λειτουργεί, ή αποπειράται να λειτουργήσει ως βαλβίδα εκτόνωσης, ως η απαραίτητη δόση μαγείας σε έναν κατακερματισμένο και αγχωτικά πολύβουο κόσμο, ολοένα και πιο σύνθετο, όλο και περισσότερο έρμαιο της ατομικότητας.

Ο μεταφραστής, Λευτέρης Μακεδόνας, υπογράφει και ένα λειτουργικό και διαφωτιστικό επίμετρο εντάσσοντας τον συγγραφέα και το έργο του στην εποχή του, όχι για να κάνει νιανιά το περιεχόμενο του βιβλίου προσδίδοντας του αρετές και χαρακτηριστικά που ο αναγνώστης πιθανώς να μην διακρίνει λόγω κάποια ανεπάρκειας, κάτι που τα επίμετρα συχνά δοκιμάζουν να κάνουν, φέρνοντας τον υπογράφοντα σε ένα θρόνο ψηλότερο του μέσου αναγνώστη, αλλά, αντίθετα εδώ, το επίμετρο λειτουργεί συμπληρωματικά της νουβέλας, προσθέτοντας επιπλέον αξία στη συγκεκριμένη έκδοση, που είναι ιδανική ως πύλη αναγνωστικής εισόδου για έναν παραγνωρισμένο στα μέρη μας δημιουργό, όπως είναι ο Ονέτι.

υγ. Για Το ναυπηγείο, οχτώ χρόνια πριν, έγραφα αυτά.

Μετάφραση Λευτέρης Μακεδόνας
Εκδόσεις Μάγμα  

Πέμπτη 1 Δεκεμβρίου 2022

Ο κόσμος είναι ένας γάμος - Delmore Schwartz

Το όνομα του Ντέλμορ Σβαρτς στο εξώφυλλο δεν μου έλεγε τίποτα. Ωστόσο, το ίδιο το εξώφυλλο —ξεκάθαρη υποψηφιότητα για ένα από τα πλέον ενδιαφέροντα της χρονιάς—, συνεπικουρούμενο από τον αρκούντως παράδοξο τίτλο, Ο κόσμος είναι ένας γάμος, μου κίνησε την περιέργεια. Πήρα το βιβλίο στα χέρια μου, το περιεργάστηκα, διάβασα το οπισθόφυλλο σε μια απόπειρα να διαλευκάνω αν επρόκειτο για μυθοπλασία ή δοκίμιο. Η αναφορά στη Νέα Υόρκη της Μεγάλης Ύφεσης, ως χωροχρονικό σημείο κατά το οποίο διαδραματίζεται η πλοκή της νουβέλας, ήταν αρκετή για να ενεργοποιήσει προσδοκίες και επιθυμίες ανάγνωσης. Έτσι έγιναν τα πράγματα.

Ο κύκλος των ανθρώπινων πλασμάτων που ένωσαν η ανάγκη και η αγάπη εγκαινιάστηκε με την αποφοίτηση, ή αναχώρηση, του Ράντγιαρντ Μπελ από το σχολείο, ακριβώς την εποχή που ξεσπούσε η μεγάλη οικονομική ύφεση. Ο Ράντγιαρντ ήταν αρχηγός και καπετάνιος σ' όλες τις καρδιές, και το διαμέρισμα της αδερφής του, της Λόρα, ήταν ο τόπος που ολοκληρώθηκε η δημιουργία του κύκλου. Όταν αποφοίτησε ο Ράντγιαρντ, αποφάσισε να αφοσιωθεί στη συγγραφή θεατρικών έργων. Η θεία του είχε προτείνει να γίνει καθηγητής στη δημόσια δευτεροβάθμια εκπαίδευση μέχρι να αποδείξει την αξία του ως δραματουργού, αλλά ο Ράντγιαρντ απέρριψε την πρότασή της. Είπε πως το να είσαι θεατρικός συγγραφέας ήταν επάγγελμα ευγενές και δύσκολο, στο οποίο έπρεπε να δώσεις όλο σου το είναι.

Ένας κύκλος νέων ανθρώπων με φιλοδοξία αναντίστοιχη της εποχής κατά την οποία όλα γύρω καταρρέουν, που οι κραυγές των απελπισμένων ακούγονται λίγο πριν την πρόσκρουση στο έδαφος, αλλά εκείνοι, ίσως επειδή είναι νέοι, ίσως επειδή δεν τα έχουν χάσει όλα, όχι ακόμα τουλάχιστον, συνεχίζουν να επιμένουν, νιώθοντας πως κάποια πράγματα, αν όχι τα πάντα, δικαιωματικά τους αξίζουν. Ο ρουμανοεβραϊκής καταγωγής Σβαρτς, γεννημένος το 1913 στη Νέα Υόρκη, ανήκε σε αντίστοιχους κύκλους με τους ήρωες της νουβέλας του. Είναι ένας κόσμος που γνώριζε καλά, αυτός της μεσαίας τάξης της δεύτερης γενιάς μεταναστών, ένας κόσμος εν πολλοίς περίκλειστος, που διατηρεί μια δεδομένη, αν και μάλλον τυχαία, απόσταση με όσα τρομακτικά συμβαίνουν τριγύρω, διαθέτοντας ακόμα μια σειρά από προνόμια, με βασικό εκείνο της έλλειψης προβλημάτων επιβίωσης, ένας κόσμος που ακόμα μπορεί να γελά εις βάρος της αποτυχίας των άλλων και να μη φοβάται πως αργά ή γρήγορα θα βρεθεί στην ίδια δεινή θέση. Ο Σβαρτς, όχι τυχαία, στρέφει τα βέλη της σάτιρας προς τα μέλη του κύκλου, επιθυμώντας να εντείνει την απόσταση αυτή, κατασκευάζει έναν μικρόκοσμο εντός της μεγάλης εικόνας, ένα σύνολο μεμονωμένων, ατομικών αποτυχιών εντός μιας συλλογικής αποτυχίας, της —πρόσκαιρης μα με περισσό πάταγο— κατάρρευσης του αμερικανικού ονείρου. Καθένας, μοιάζει να λέει, έχει τα δικά του προβλήματα, τις δικές του υπό αίρεση βεβαιότητες, όλα εκείνα που θεωρούσε ως δεδομένα, ωστόσο, όσο απομακρύνεται κανείς από τον κύκλο, τόσο τα προβλήματα αυτά ξεφουσκώνουν και υποχωρούν υπό το ίδιο τους το βάρος, τόσο μοιάζουν κάπως αστεία.

Η νουβέλα, Ο κόσμος είναι ένας γάμος, παρότι τελικά συμπεριλήφθηκε στην ομώνυμη συλλογή διηγημάτων, αποτελούσε αρχικά κεφάλαιο ενός φιλόδοξου μυθιστορήματος το οποίο δυστυχώς δεν ολοκληρώθηκε. Και λέω δυστυχώς, γιατί σ' αυτή την ανολοκλήρωτη φιλοδοξία ο αναγνώστης διακρίνει πολύ ενδιαφέροντα συστατικά, υποσχόμενα ένα σπουδαίο μεγάλο αμερικανικό μυθιστόρημα, ικανό, στη φαντασία μου, να ενταχθεί στον κανόνα της σπουδαίας λογοτεχνίας των Εβραίων της Αμερικής. Ο Σβαρτς, δημιουργικά πολυσχιδής και αντιπροσωπευτικό δείγμα της αμερικανικής εκδοχής του μοντερνισμού, ασχολήθηκε κυρίως με την ποίηση, αλλά και με το θέατρο, και αυτό είναι κάτι το οποίο φαίνεται έντονα στις σελίδες της νουβέλας αυτής, τόσο στη μορφή όσο και στο περιεχόμενο. Ξεχωρίζουν οι διάλογοι μεταξύ των προσώπων καθώς αποδεικνύονται καταλυτικοί για την ολοκλήρωση των χαρακτήρων και για την αποτύπωση της αποτυχίας και των ονείρων. Εντός αυτών, επίσης, ο Σβαρτς παραχώνει ένα μεγάλο μέρος της σατιρικής διάθεσης, αναδεικνύοντας την απόσταση που χωρίζει τον μικρό τους κύκλο από τον μεγάλο κόσμο μέσα από τα ίδια τους τα λόγια.

Γραφή θελκτική, ιδιότυπα ρεαλιστική, που συνοδεύει και υποστηρίζει γλωσσικά την περιρρέουσα ατμόσφαιρα εντός του σαλονιού. Η αμφιθυμία αναδεικνύεται ως το κυρίαρχο συναίσθημα κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης. Το γέλιο εδώ είναι γλυκόπικρο καθώς περιλαμβάνει και ένα σαφέστατο κομμάτι ενοχής υπό τη μορφή χαιρεκακίας στη θέα της αποτυχίας του άλλου. Οι αναλογίες με το δικό μας οικονομικό και κοινωνικό παρόν είναι ορατές, το σαλόνι εκείνο δεν μοιάζει και τόσο μακρινό τελικά. Να θυμάστε καλά: τα προβλήματά μας πάντα θα είναι μεγαλύτερα των άλλων και αλίμονο σε όποιον μας στερεί το δικαίωμα αυτό.

Υπερκάλυψη προσδοκιών. Ο κόσμος είναι ένας γάμος υπήρξε μια αναγνωστική έκπληξη.

Μετάφραση Σοφία Αυγερινού
Εκδόσεις Μάγμα

Πέμπτη 5 Νοεμβρίου 2020

Η ψηλή γυναίκα - Pedro Antonio de Alarcón

Μια ματιά στο βιογραφικό και την εργογραφία του Πέδρο Αντόνιο δε Αλαρκόν προσφέρει δύο ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις. Πρώτη έρχεται η ακραία μεταστροφή των πεποιθήσεων του κατά τη διάρκεια της ζωής του. Ο Αλαρκόν, γεννημένος το 1833 στο χωριό Γουάδιξ της Γρανάδας, σε νεαρή ηλικία θα παρατήσει τις νομικές και ιερατικές σπουδές, και θα στραφεί στη δημοσιογραφία, ιδρύοντας και διευθύνοντας εφημερίδες αντιμοναρχικού και ριζοσπαστικού, εν γένει, προσανατολισμού. Σύντομα όμως πραγματοποίησε μια πλήρη ιδεολογική μεταστροφή περνώντας στην απέναντι ιδεολογική πλευρά, αποκηρύσσοντας τις πρότερες ιδέες του. Αργότερα θα εκλεγεί βουλευτής, ενώ το 1877 θα ανακηρυχθεί μέλος της Ισπανικής Βασιλικής Ακαδημίας. Η δεύτερη παρατήρηση έχει να κάνει με την πρόσληψη του έργου του. Ο Αλαρκόν, συγγραφέας πολυγραφότατος και πολυσχιδής, γνώρισε εν ζωή την αναγνώριση για τα μυθιστορήματα και τα ταξιδιωτικά του σημειώματα, τα οποία σήμερα θεωρούνται παρωχημένα, αντίθετα με τα διηγήματα και τις νουβέλες του, που παρότι αρχικά θεωρήθηκαν ήσσονος αξίας, σήμερα διαβάζονται και μελετώνται ευρέως, γεγονός στο οποίο οφείλεται η ένταξή του στον ισπανικό λογοτεχνικό κανόνα.

Πριν λίγα χρόνια διάβασα και απόλαυσα Το καρφί (μτφρ. Κρίτων Ηλιόπουλος, Εκδόσεις των συναδέλφων), το οποίο θεωρείται το πρώτο ισπανόφωνο αστυνομικό αφήγημα, και η παρούσα κυκλοφορία των τεσσάρων αυτών διηγημάτων από τις εκδόσεις Μάγμα, σε μετάφραση και -ιδιαιτέρως κατατοπιστικό και ενδιαφέρον- επίμετρο της Δήμητρας Παπαβασιλείου, αποτέλεσε την ιδανική αφορμή για αναγνωστική επιστροφή στον Αλαρκόν, το έργο του οποίου μοιράζεται ανάμεσα στον Ρεαλισμό και τον Ρομαντισμό. Τα τέσσερα διηγήματα της ελληνικής έκδοσης (Η ψηλή γυναίκα, Ένας χρόνος στη Σπιτσβέργη, Τα μαύρα μάτια, Είμαι, έχω και επιθυμώ) προέρχονται από τον συγκεντρωτικό τόμο διηγημάτων με τίτλο Narraciones inverosímiles, που κυκλοφόρησε το 1882, και που στην παρούσα έκδοση αποδόθηκε εύστοχα ως Αναληθοφανείς ιστορίες και χρησιμοποιήθηκε ως συμπληρωματικός τίτλος (Η ψηλή γυναίκα και άλλες αναληθοφανείς ιστορίες). Η επιλογή των διηγημάτων αυτών, αν και δεν έχω πλήρη άποψη για το σύνολο των διηγημάτων της ισπανικής συλλογής, μοιάζει ικανοποιητική, αφού διαθέτουν τόσο ειδολογική όσο και χρονολογική ποικιλία, προσφέροντας στον αναγνώστη ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα του συγγραφικού εύρους εντός του οποίου κινήθηκε ο Αλαρκόν.

Η ψηλή γυναίκα αποτελεί την πρωτοπρόσωπη αφήγηση ενός φίλου του ήρωα, νεκρού πια, ο οποίος διεπόταν από τη φοβία της συνάντησης στον έρημο δρόμο, κατά τις βραδινές ώρες, με μια γυναίκα διαβάτη. Στο Ένας χρόνος στη Σπιτσβέργη, ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής σκότωσε σε μονομαχία τον ερωτικό του αντίζηλο με αποτέλεσμα η ρωσική κυβέρνηση να τον καταδικάσει σε έναν χρόνο εξορίας στη Σπιτσβέργη, μέρος το οποίο κατά το χειμερινό εξάμηνο το εγκατέλειπαν οι ελάχιστοι κάτοικοί του λόγω των ακραίων καιρικών συνθηκών. Σε αυτό το ιδιότυπο ημερολόγιο ο αφηγητής εξιστορεί τους φόβους και τις περιπέτειές του, σε ένα περιβάλλον εξωτικό -ακόμα ένα γνώρισμα της γραφής του Αλαρκόν, επιρροή και συγγένεια με τον Πόε, για τον οποίο έτρεφε τεράστιο σεβασμό. Διήγημα στο οποίο ο αναγνώστης εντοπίζει αντιστοιχίες με διάφορα μεταποκαλυπτικού περιεχομένου μεταγενέστερα έργα. Τα μαύρα μάτια είναι η ιστορία ενός ζεύγους Σκανδιναβών ευγενών. Ο Μάγνος του Κίμι υποψιάζεται πως η έγκυος γυναίκα του τον απατά με έναν Ισπανό, επιβεβαίωση αυτού αποτελεί το γεγονός πως το παιδί γεννιέται με μαύρα μάτια. Τότε, την αφήνει κλειδωμένη στο κάστρο και φεύγει σε αναζήτηση του εραστή της. Στο Είμαι, έχω και επιθυμώ είναι η Μούσα αυτή που πρωταγωνιστεί, επισκεπτόμενη και συνομιλώντας με δύο συγγραφείς. Έχοντας διαβάσει κανείς το βιογραφικό του Αλαρκόν θα μπορούσε να συμπεράνει πως πρόκειται για τον ίδιο τον συγγραφέα, εκείνον που ήταν κάποτε -και έχει πλέον αποκηρύξει, στόχος πια αυτοσαρκασμού- και αυτόν που είναι κατά τη συγγραφή του διηγήματος -σίγουρο και βέβαιο για τον εαυτό του.

Η επιστροφή στις λογοτεχνικές πηγές, παρά την όποια -ας μου επιτραπεί- αφέλεια τις χαρακτηρίζει στο πέρασμα του χρόνου, προσφέρει στον αναγνώστη μια ιδιαίτερη απόλαυση. Η σύνδεση του λογοτεχνικού σήμερα με το παρελθόν, η ευδιάκριτη αυτή, αν και συχνά παραμελημένη, γραμμή που τα ενώνει, επαναπροσδιορίζει τις πρωτοπορίες και τις καινοτομίες, καθώς αποκαλύπτει την πορεία εξέλιξης της λογοτεχνικής γραφής. Άλλωστε -και ας μην κουραζόμαστε να το επαναλαμβάνουμε- η αξιόλογη λογοτεχνία υπερβαίνει τις εποχές και επιζεί του χρόνου, και τα διηγήματα του Αλαρκόν ανήκουν σαφέστατα σε αυτή τη λογοτεχνία.

υγ. Για το Καρφί περισσότερα μπορείτε να διαβάσετε εδώ

Μετάφραση Δήμητρα Παπαβασιλείου
Εκδόσεις Μάγμα