Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εκδόσεις των συναδέλφων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εκδόσεις των συναδέλφων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 3 Φεβρουαρίου 2025

Η καταποντισμένη των καταποντισμένων - Réjean Ducharme

Πάμε πάλι· για τα νήματα, για το αδύνατο της εποπτείας, για τις αναπάντεχες εκπλήξεις, για το (αναγνωστικό) μονοπάτι που σχηματίζεται (και) εν αγνοία μας, για την τυχαιότητα. Πέρυσι το καλοκαίρι, ίσως άνοιξη, είχε καλό καιρό τέλος πάντων, σε κάποια έκθεση μικρών εκδοτικών οίκων στη δημοτική αγορά της Κυψέλης, παρακολούθησα μια συζήτηση από τις πολλές που έλαβαν χώρα· στο πάνελ ήταν μια γυναίκα που θαυμάζω, τόσο για τη γραφή της, έτσι την γνώρισα, όσο και για την επιμονή της, ο λόγος για την Άντζελα Δημητρακάκη. Έχει περάσει καιρός και πια δεν θυμάμαι καν το θέμα της συζήτησης, ούτε και τι ακριβώς είπε εκείνη, όσο και αν πίστευα πως προσέχω την τοποθέτησή της, θυμάμαι όμως καθαρά την αναφορά σε ένα βιβλίο που χαμπάρι δεν είχα πάρει πως κυκλοφορεί, πόσο μάλλον πως πιθανόν να με ενδιέφερε, ο λόγος για το Η καταποντισμένη των καταποντισμένων του Ρεζάν Ντισάρμ σε μετάφραση Μαρίας Σπανού από τις Εκδόσεις των Συναδέλφων. Το πάθος το οποίο εξέπεμπε το βλέμμα της και υποστήριζε ο λόγος της οδήγησε στο τέλος της παρουσίασης ένα σημαντικό μέρος του κοινού να στριμωχτεί πέριξ του χώρου των εκδόσεων, να δουν ποιο ήταν το επίμαχο βιβλίο. Έτσι έγινε η ανάγνωση αυτή.

Με λίγα, ελάχιστα λόγια η υπόθεση έχει ως εξής: η θυμωμένη έφηβος Μπερενίς Έινμπεργκ, πρωτοπρόσωπη αφηγήτρια της ενηλικίωσής της, είναι το δεύτερο παιδί μιας οικογένειας που δεν πάει καλά, δεν τσουλάει, δεν είναι μια οικογένεια που ρολάρει, παρότι πλούσια και κοινωνικά ευπόληπτη, τα προνόμια δεν αρκούν. Ο πατέρας της Εβραίος, η μητέρα της καθολική. Το προγαμιαίο συμβόλαιο ορίζει πως το πρώτο παιδί θα λάβει καθολική αγωγή, το δεύτερο εβραϊκή και ούτω καθεξής· μιλημένα συμφωνημένα.

«Όλα με καταπίνουν. Όταν κλείνω τα μάτια, καταποντίζομαι στα σπλάχνα μου, μέσα στα σπλάχνα μου είναι που νιώθω ασφυξία. Όταν έχω τα μάτια μου ανοιχτά, με καταπίνει αυτό που βλέπω, ασφυκτιώ μέσα στα σωθικά αυτού που βλέπω. Με καταπίνει το υπερβολικά μεγάλο ποτάμι, ο υπερβολικά ψηλός ουρανός, τα υπερβολικά ντελικάτα λουλούδια, οι υπερβολικά φοβισμένες πεταλούδες, το υπερβολικά όμορφο πρόσωπο της μητέρας μου. Το πρόσωπο της μητέρας μου είναι όμορφο χωρίς κανένα λόγο. Αν ήταν άσχημο, θα ήταν άσχημο χωρίς κανένα λόγο. Τα πρόσωπα, όμορφα ή άσχημα, δεν χρησιμεύουν σε τίποτα. Κοιτάζουμε ένα πρόσωπο, μια πεταλούδα, ένα λουλούδι, κι αυτό είναι βασανιστικό, έπειτα εκνευριστικό. Αν αφεθούμε, απελπιζόμαστε. Δεν θα 'πρεπε να υπάρχουν πρόσωπα, πεταλούδες, λουλούδια. Είτε έχω τα μάτια μου ανοιχτά είτε κλειστά, είμαι περικυκλωμένη: άξαφνα μου λείπει ο αέρας, η καρδιά μου σφίγγεται, ο φόβος με κυριεύει».

Και μια τέτοια πρώτη παράγραφος έμοιαζε, και εν τέλει αποδείχτηκε, πως ήταν πολλά υποσχόμενη. Διάβασα την πρώτη αυτή παράγραφο, ίσως χωρίς να πάρω ανάσα, όρθιος μπροστά από τα ράφια της μεταφρασμένης λογοτεχνίας. Σήκωσα το βλέμμα ψηλά, ύστερα. Μου έλειπε κι εμένα μια μικρή ποσότητα αέρα που θα χαλάρωνε το διάφραγμά μου. Ξεφύλλισα προς αναζήτηση της ταυτότητας του βιβλίου, όνομα συγγραφέα και έτος κυκλοφορίας, δύο εκπλήξεις μαζεμένες, άντρας και 1966· γαλλόφωνος Καναδάς.

Μιλώ για εκπλήξεις γιατί η αφηγηματική φωνή είναι πυρετικά πειστική, νιώθεις πως έχεις την Μπερενίς μπροστά σου, ο θυμός και ο φόβος της ηλικίας και του φύλου περιέχονται οργανικά στην αφήγηση, ο βιωματικός χαρακτήρας μοιάζει να είναι αδιαπραγμάτευτη πηγή του θυμού και του φόβου. Ταυτόχρονα, το Η καταποντισμένη των καταποντισμένων, γραμμένη, επαναλαμβάνω, το 1966, έχει τη φρεσκάδα της συγχρονίας, της ασφυξίας του να είσαι γυναίκα ακόμα και εντός ενός προνομιούχου περιβάλλοντος, σωρηδόν κυκλοφορούν αντίστοιχης συγγένειας βιβλία, τα περισσότερα εκ των οποίων εμπεριέχονται στην υποκατηγορία της αυτομυθοπλασίας, γραμμένα από γυναίκες ή θηλυκότητες εν γένει. Ξάφνου, η ανάγνωση φορτώνεται με επιπλέον ενδιαφέρον, ανάμεσα στις γραμμές της αφήγησης, προπομπός ενός ισχυρού ρεύματος μισό αιώνα μετά, σίγουρα όχι ο μόνος, όχι ο αποκλειστικός, σίγουρα όχι, αλλά και πάλι, το ενδιαφέρον είναι έντονο.

Και έτσι πυρετικά όπως ξεκινά η αφήγηση έτσι και συνεχίζει για πάνω από τριακόσιες σελίδες, καθώς πρόσωπα εμφανίζονται και εξαφανίζονται, ο θυμός και η οργή παραμένουν, καθώς τα χρόνια περνούν και η Μπερενίς καταδύεται σε ολοένα και μεγαλύτερα βάθη, τραβώντας το πέπλο, γυρεύοντας απαντήσεις που θα τη βοηθήσουν να κατανοήσει ποια είναι και πώς έφτασε εδώ που έφτασε, όπως έφτασε, καταποντισμένη αλλά ζωντανή ακόμα, όπως ο κύκλος σιγά σιγά θα μεγαλώνει, το οικογενειακό περιβάλλον θα περιοριστεί καθώς το κοινωνικό και πολιτικό περιβάλλον θα δείχνει όλο και πιο έντονα τα δόντια του, οι ρίζες όμως θα είναι για πάντα εκεί, στα πρώτα χρόνια, σ' ένα περιβάλλον που θα έπρεπε ή καλό θα ήταν να αποπνέει κάποια ασφάλεια και συναισθηματική θέρμη, μια φωλιά πριν το πέταγμα μακριά. Το πρόβλημα με αρκετές αφηγήσεις όπως αυτή, χωρίς αυτό να σημαίνει κάτι για τη σημασία ή τη λογοτεχνική τους αξία, είναι πως εγκλωβίζονται στην ιδιωτεία, δεν καταφέρνουν να εντάξουν τον ευρύτερο χωροχρόνο, δεν καθίστανται οικουμενικής αξίας αφηγήσεις. Αυτό στην περίπτωση αυτή δεν ισχύει.

Αυτό ίσως συμβαίνει ακριβώς επειδή ο συγγραφέας είναι άντρας, θέλω να πω, χωρίς παρεξήγηση, πως το φύλο του καθιστά ευδιάκριτη την απόσταση, την απουσία προσωπικού βιώματος, ακόμα και αν η Μπερενίς υπήρξε στον περίγυρό του, η επιλογή της ως πρωτοπρόσωπης αφηγήτριας αποτελεί εκ των προτέρων ένα όχημα, το μέσο για να αφηγηθεί μέσω εκείνης ο Ντισάρμ αυτή την ιστορία, καταφέρνοντας κάτι μεγάλο, όπως το να σχηματοποιήσει την αφήγηση αυτή χωρίς να της στερήσει τον προσωπικό χαρακτήρα, να αναφερθεί στη μικρή και τη μεγάλη ιστορία, στη ζωή της Μπερενίς αλλά και της εποχής συνολικά ως ένα καθοριστικό σκηνικό. Και είναι αυτή η πυρετώδης προσωπική έντονη και στακάτη πρωτοπρόσωπη αφήγηση που τον διευκολύνει να αποφύγει τον όποιο διδακτισμό ή την όποια στράτευση, τον όποιο διαχωρισμό του κόσμου στα δύο, χωρίς ενδιάμεσες αποχρώσεις, ενώ ταυτόχρονα επιτρέπει στο μυθιστόρημα να σταθεί αλώβητο στον χρόνο, δυστυχώς θα πρόσθετα, όχι ως μομφή σε εκείνον αλλά στο μονοπάτι που διασχίζει η ανθρωπότητα, που το καθιστά σύγχρονο. Συγγραφική επιτυχία, κοινωνική αποτυχία.

Με το βάρος του συγγενούς προνομίου μου —βλέπε άντρας του δυτικού κόσμου— αναρωτιέμαι, μόλις τώρα και ενώ γράφω αυτές τις γραμμές, αν είναι προβληματικό πως ένας άντρας συγγραφέας επιλέγει να υποδυθεί αφηγηματικά μια γυναικεία φωνή, να μιλήσει εκείνος εξ ονόματος αυτής, αν έχει, με λίγα λόγια, το δικαίωμα για κάτι τέτοιο. Δεν ξέρω. Ειλικρινά δεν ξέρω. Εκείνο, ίσως το μόνο, που ξέρω είναι πως αυτό το βιβλίο παρότι με ζόρισε μου άρεσε πολύ, πάρα πολύ. Και ίσως, δεδομένου πάντοτε του προνομίου μου, αυτό να είναι από μόνο του σημαντικό τελικά.

υγ. Για τα βιβλία της Δημητρακάκη περισσότερα μπορείτε να διαβάσετε πατώντας εδώ.

Μετάφραση Μαρία Σπανού
Εκδόσεις των Συναδέλφων

Δευτέρα 21 Οκτωβρίου 2024

D. Hunter

Έπρεπε εξαρχής να υποψιαστώ τη σημαντικότητα του βιβλίου αυτού, όταν εκείνη μου μίλησε με κόρες διεσταλμένες, δεν θυμάμαι καν που βάσισα την αναβλητικότητά μου, ίσως να ψέλλισα κάτι σχετικά με στοίβες από αδιάβαστα, δεν πτοήθηκε, λίγες εβδομάδες αργότερα μου το δάνεισε, σχεδόν με το ζόρι, θα αργήσω να σου το επιστρέψω, αμύνθηκα, δεν με πειράζει καθόλου, είπε. Τα δίκτυα ανάγνωσης που σχηματίζουμε είναι μια έκφανση των λοιπών δικτύων, των πολύ πιο απαραίτητων για τη διάπλευση της καθημερινότητας, εκείνα που επιφέρουν καθοριστικά, ελπίζουμε, πλήγματα στην ατομικότητα και τη μοναξιά.

Μέχρι να αποφασίσω να διαβάσω το Chav - Αλληλεγγύη από τα υπόγεια, είχε κιόλας κυκλοφορήσει το δεύτερο βιβλίο του Ντ. Χάντερ, Αθλητικά ρούχα ψυχικά τραύματα προδότες της τάξης μας. Από τις πρώτες σελίδες διαπίστωσα πως δεν ήμουν έτοιμος για τη μαρτυρία αυτή, παρότι ο συγχρονισμός έμοιαζε κατάλληλος. Βρίσκομαι σε μια περίοδο που η έννοια του προνομίου με απασχολεί ιδιαίτερα, κυρίως σε ό,τι έχει να κάνει με την κριτική αξιολόγηση βιβλίων που, το καθένα με τον τρόπο του, ανήκει σε μη προνομιούχα υποκείμενα γραφής, και αν αυτό το πέπλο αλλοιώνει το αναγνωστικό μου κριτήριο, αν βυθίζεται και χάνεται εντός του δοχείου της σημασίας τα βιβλία αυτά να γράφονται και να κυκλοφορούν εκεί έξω, παραφωνίες σε έναν κόσμο που με το ζόρι θέλει να μοιάζει κανονικός.

Όπως επισημαίνει σε κάθε ευκαιρία η Λ.: η μόνη πληθυσμιακή ομάδα της οποίας την αναπαράσταση καταπίνουμε αμάσητη είναι οι φτωχοί. Θέτω αυτή την αφετηρία σκέψης ακριβώς γιατί στο Chav (=κατακάθι, ρεμάλι, φτωχομπινές, απόβρασμα), αν, για χάρη ευκολίας, διέπεται από μία και μόνη ιδέα, τότε εκείνη θα συνοψιζόταν από ένα ηχηρό: Πάψτε να ενεργείτε στο όνομά μας. Στο όνομά τους για την ακρίβεια, όπως θα διευκρινίσω ακολούθως.

Ο τρόπος με τον οποίο το σύστημα προσεταιρίζεται οποιαδήποτε υπόγεια και ακραία τάση, αν διακρίνει σε αυτή τη δυνατότητα κέρδους, είναι ήδη γνωστός και τη θεωρώ μια ελάχιστη μα απαραίτητη βάση συμφωνίας και εκκίνησης. Η μαρτυρία του Χάντερ έχει κάτι το οριακό, καθώς ενώ για την ισχυρή κοινωνική πλειοψηφία ανήκει στην πλέον χαμηλή και μη προνομιούχο κοινωνική ομάδα, όπως τουλάχιστον από την ασφάλεια και την άνεση της θέσης μας την παρατηρούμε ως ένα ενιαίο και ομοιογενές σύνολο, εκείνος θέτει εξαρχής ως καθοριστικό συστατικό ταυτότητας πως για πολλά χρόνια κινήθηκε σε εκείνα τα βάθη αλλά εξαιτίας της λευκότητας και του φύλου του πάντοτε κατάφερνε να τη σκαπουλάρει και τώρα να μπορεί να ζει έστω και με την ελάχιστη ασφάλεια που μια κακοπληρωμένη δουλειά του επιτρέπει.

Παραζαλισμένος ολοκλήρωσα την άβολη αυτή ανάγνωση, άβολη γιατί ξέφευγε από μια κριτική προς ένα απρόσωπο οικονομικό σύστημα ως υπεύθυνο για όλα τα δεινά, η ανατροπή του οποίου θα ήταν η οριστική λύση, ενώ έθετε στο στόχαστρο και τον προοδευτικό, αριστερό, αναρχικό χώρο, χωρίς να αφήνει και τον ίδιο του τον εαυτό απέξω, επιδιώκοντας να αναδείξει την αλλοτρίωση εντός του μοντέλου, την ακαμψία στην προσαρμογή, την αρτηριοσκλήρωση της ξύλινης ιδεολογίας. Αποφάσισα να διαβάσω καπάκι και το δεύτερο βιβλίο.

Πάλι η Λ. επισήμανε τη συγγένεια των δύο αυτών βιβλίων με τα αντίστοιχα του Εριμπόν (Επιστροφή στη Ρενς, Η ζωή, τα γηρατειά και ο θάνατος μιας γυναίκας του λαού) και ανέδειξε την ακαδημαϊκή στεγνότητα του Γάλλου κοινωνικού επιστήμονα και συγγραφέα, παρότι και στις δύο περιπτώσεις το προσωπικό βίωμα παίζει καθοριστικό ρόλο ευρισκόμενο διαρκώς στο επίκεντρο της περιστροφής και της παρατήρησης.

Ο Χάντερ, ωστόσο, διακατέχεται από μια αρετή, που στα μάτια μου, λόγω των διαφόρων προνομίων μου, μου φαίνεται οριακά αφελής, όπως είναι η πίστη στον άνθρωπο και στην ανατροπή με προορισμό ένα καλύτερο αύριο για το σύνολο του πληθυσμού, κινούμενος σε εδάφη μακριά από τον στείρο μισανθρωπισμό στον οποίο ολοένα και περισσότερο είμαι επιρρεπής. Δεν καταφεύγει σε ένα δριμύ και στείρο κατηγορώ, ενώ εύκολα θα μπορούσε να το κάνει. Επιμένει στην απόπειρα κατανόησης, γυρεύει να ανιχνεύσει τι είναι αυτό που κάνει έναν άνθρωπο κακοποιητικό, σίγουρα, ισχυρίζεται, ο σωφρονισμός, με τον τρόπο που είναι δομημένος, δεν αποτελεί λύση. Λύση αποτελεί το ξερίζωμα των αιτιών, εκτός και αν κάποιος πιστεύει στο στίγμα, πως κάποιος γεννιέται κακοποιητής για παράδειγμα, λύση αποτελεί η αυτορύθμιση της κοινότητας.

Και ξέρετε, δεν είναι εύκολα διαχειρίσιμο κάποιος να βγαίνει από το δίπολο καλό κακό, φιλικό εχθρικό, εμείς αυτοί, αλλά να επιμένει στην πολυπλοκότητα της ανθρώπινης φύσης, στη διαβρωτική ικανότητα του εκάστοτε κοινωνικοπολιτικοοικονομικού μοντέλου. Σχεδόν τον μισείς όταν αναδεικνύει ρωγμές στη γαματοσύνη σου που την περιφέρεις γεμάτος ικανοποίηση, ισχυριζόμενος πως εσύ δεν είσαι σαν εκείνους, αλλά διαφορετικός, ξεχνώντας ωστόσο να ελέγξεις τα προνόμιά σου, μέρος των οποίων εφαρμόζονται εις βάρος άλλων. Αυτή η αποκαθήλωση της γαματοσύνης είναι οδυνηρή, γεννά άρνηση και θυμό.

Στο Chav, ο Χάντερ έχει λιγότερα θεωρητικά εργαλεία, πιο μετρημένες αναφορές και παραπομπές, το βίωμα και το συναίσθημα κυριαρχούν, η αυτομόρφωση μέσα από τις εμπειρίες και τα διαβάσματα διαφαίνεται, ένα autotheory εν βρασμώ, μια διαρκής διερεύνηση του ίδιου του του εαυτού. Τα Αθλητικά ρούχα ψυχικά τραύματα προδότες της τάξης μας είναι πιο κοντά στο δοκίμιο, σίγουρα όχι τυπικό και στεγνό, αλλά πιο μελετημένο και με πιο ξεκάθαρη στοχοθεσία. Ωστόσο, το δεύτερο βιβλίο, ακριβώς λόγω αυτής της αντίφασης θεωρίας και βιώματος, αποδεικνύεται πιο σκληρό, πιο διαβρωτικό στα υποστυλώματα του βωμού της γαματοσύνης.

Τα βιβλία αυτά αποτελούν ένα πολύ καλό παράδειγμα σε κάτι που σκέφτομαι τον τελευταίο καιρό και ίσως κάποια στιγμή το αναλύσω περισσότερο. Δεν είναι μια σκέψη καινοτόμα, περισσότερο είναι μια παρατήρηση με αφορμή τον τρόπο με τον οποίο επιλέγουν οι αναγνώστες γύρω μου τα διαβάσματά τους. Διακρίνω δύο κατηγορίες, επίμονα εγκλωβισμένος στα δίπολα, εκείνους που έτσι τα βρήκανε και έτσι θέλουν να τα αφήσουν, με σύμμαχο τη θεωρία και την απόσταση επιμένουν πως τίποτα το αξιόλογο πια δεν γεννιέται, βολεμένοι στην ασφάλεια της συντήρησης που σε κάθε ευκαιρία τους υπενθυμίζει πόσο σπουδαίοι είναι, και εκείνους που στην ανάγνωση ζητούν να δοκιμάσουν νέες γεύσεις, ακόμα και αν αυτές, όπως στην περίπτωση του Χάντερ αποδεικνύονται πικρές και δυσκολοχώνευτες. Προφανώς η παρατήρηση αυτή έχει αξιολογικό πρόσημο.

Ο Χάντερ δεν πουλάει μια αλήθεια, μόνη και πλήρη, αλλά αντίθετα επενδύει στη διαρκή αμφιβολία, στη δυσανεξία της βολής σε μια αναπαυτική θέση. Ακριβώς επειδή νιώθει συγγένεια και πίστη για τους ανθρώπους που μάχονται, τους επιτίθεται με τον τρόπο του, τους καλεί να τσεκάρουν ξανά τη θέση τους, να αναρωτηθούν αν πραγματικά στέκονται απέναντι, αν όντως δεν είναι όλα αυτά που καταλογίζουν στους απέναντι, αν δεν έχουν χαθεί στη ρητορική που ισχυρίζεται πως ο καθένας λαμβάνει αυτό που του αξίζει, αν είναι διατεθειμένοι να θέσουν εν αμφιβόλω τη γαματοσύνη τους, αν διαθέτουν την επίγνωση πως η πραγματική αλλαγή, η κοινωνική δικαιοσύνη, είναι κάτι που απαιτεί διαρκή αναστοχασμό και όχι παγιωμένες θέσεις, αν είναι ικανοί να σταματήσουν λίγο να μιλάνε εξ ονόματος των άλλων για να τους ακούσουν, αν διαπραγματεύονται το ενδεχόμενο να κάνουν ή να πιστεύουν κάτι λάθος. Και δεν αφήνει τον εαυτό του στο απυρόβλητο.

Ναι, στα δύο αυτά βιβλία υπάρχουν πράγματα που ποτέ δεν είχα σκεφτεί, που ποτέ δεν είχα την ανάγκη να σκεφτώ, δεν μιλώ με όρους σωστού και λάθους, ωστόσο, όχι τουλάχιστον με όρους μονιμότητας και αλάθητου, αλλά για μια δυναμική και διαρκώς μεταβαλλόμενη συνθήκη, κάτι που σε μια εποχή μου αρέσει/δεν μου αρέσει, που πολλοί πιστεύουμε πως ξέρουμε τα πάντα, πως στεκόμαστε στη σωστή πλευρά της κοινωνίας και της ιστορίας, είναι κάτι το επαναστατικό να νιώσεις ένα ράπισμα, να ταρακουνηθείς, να πεις: ίσως και να μην ξέρω τελικά, ίσως να πρέπει να ακούσω, ίσως να πρέπει να αναθεωρήσω· να πεις: έχω μερίδιο ευθύνης· να πεις: έχω επίγνωση των προνομίων μου, και προνόμιο σημαίνει μη προνόμιο για κάποιον άλλον.

Δεν ξέρω αν το κείμενο αυτό μου βγήκε πιο χαοτικό ή προσωπικό από όσο ίσως θα είχα την πρόθεση όταν κάθισα μπροστά στην οθόνη. Είμαι ωστόσο σίγουρος πως αυτά τα δύο βιβλία με πήραν και με σήκωσαν, δεν μιλώ για απόλαυση εδώ, κάθε άλλο.

Μετάφραση Έμιλυ Μαγκουρίλου, Γιώργος Μαμώλης, Χρήστος Πάνας
Εκδόσεις των Συναδέλφων

Δευτέρα 3 Οκτωβρίου 2022

Δέκα μικρές αναρχικές - Daniel de Roulet

 

Μέσα σε λίγες μέρες, δύο άτομα μου μίλησαν με ενθουσιασμό για το βιβλίο του Ντανιέλ ντε Ρουλέ. Τίποτα δεν μπορεί να συγκριθεί με τη λάμψη στα μάτια εκείνου που διάβασε ένα βιβλίο και του άρεσε πολύ, κανένα κείμενο παρουσίασης και καμία επεξεργασμένη φωτογραφία. Αναγνωστικός επαναπρογραμματισμός.

Ήμασταν δέκα και στο τέλος έμεινε μόνο μία. Ονομάζομαι Βαλεντίν Γκριμ, γεννήθηκα στις 30 Νοεμβρίου 1845. Είμαι η μικρότερη από τις αδερφές Γκριμ. Στα εξήντα τέσσερα μου χρόνια, είμαι στην ηλικία να κάνω τον απολογισμό μου.

Η ιστορία των δέκα γυναικών ξεκινάει στη μικρή ελβετική πόλη του Σεντ-Ιμιέ, στα μέσα του 19ου αιώνα. Η ωρολογοποιία αποτελεί την κύρια απασχόληση του πληθυσμού, οι πολιτικές ζυμώσεις βρίσκονται σε εξέλιξη, το κλίμα είναι τεταμένο. Το περιβάλλον είναι ασφυκτικό, η καταπίεση δεν έρχεται μόνο από τους ισχυρούς, οι ηρωίδες δεν είναι μόνο φτωχές αλλά και γυναίκες. Επηρεάζονται από τις ιδέες της ελευθερίας, αρνούνται να ζήσουν στο δεδομένο πλαίσιο, αποφασίζουν να αφήσουν πίσω τους τη γενέθλια γη και να πάρουν τις τύχες στα χέρια τους, να επιδιώξουν να ζήσουν σύμφωνα με τις δικές τους επιθυμίες. Γνωρίζουν καλά πως τίποτα δεν πρόκειται να τους χαριστεί, όχι χωρίς αγώνα, όχι χωρίς σκληρή δουλειά. Δελεάζονται από τις αγγελίες μετανάστευσης στην Παταγονία, στις εσχατιές του κόσμου, χιλιάδες μίλια μακριά, οραματίζονται έναν κόσμο που να έχει χώρο και για εκείνες. Μαζεύουν τα ελάχιστα υπάρχοντά τους και σαλπάρουν.

Αρχική πρόθεση του συγγραφέα ήταν να συντάξει ένα χρονικό της ελβετικής μετανάστευσης κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα με αφορμή ένα οχτάμηνο ταξίδι που σχεδίαζε να κάνει στην αμερικανική ήπειρο. Στο πλαίσιο της έρευνας είδε το σύγχρονο αφήγημα περί μιας διαχρονικής ευημερίας να καταρρέει με πάταγο, διάβασε ιστορίες σκληρές, ανθρώπων που αναγκάστηκαν να φύγουν μέχρι τα πέρατα του κόσμου αναζητώντας μια καλύτερη ζωή. Την ιστορία τη γράφουν οι δυνατοί και επιτυχημένοι, αυτό συμβαίνει και με τη μετανάστευση. Ο ντε Ρουλέ βρήκε τελικά καταφύγιο στη μυθοπλασία στηριζόμενος εν πολλοίς σε πραγματικά γεγονότα και συνδέοντας διάφορα ιστορικά συμβάντα, συνέθεσε την ιστορία δέκα γυναικών που εγκατέλειψαν το Σεντ-Ιμιέ. Αφηγήτρια η Βαλεντίν, η τελευταία που απέμεινε, έχοντας την «υποχρέωση» να αποτυπώσει τη μαρτυρία, να υψώσει ένα ανάχωμα απέναντι στην επιχειρούμενη λήθη.

Ο συγγραφέας κάνει ένα έξυπνο αφηγηματικό τρικ που αποδεικνύεται ιδιαιτέρως λειτουργικό. Δεν καταφεύγει σε έναν παντογνώστη αφηγητή, αρνείται τη συναισθηματική και βιωματική απόσταση, δίνει τον ρόλο αυτό στη Βαλεντίν. Έχοντας ωστόσο ως στόχο τη μαρτυρία, την απομακρύνει από το υποκειμενικό πρώτο πρόσωπο, στο οποίο μόνο σποραδικά και ως υπενθύμιση επανέρχεται κατά την αφήγηση. Αυτό το τρικ δικαιολογεί διάφορες αφηγηματικές επιλογές, κυρίως δίνει χώρο στη νοσταλγία, το συναίσθημα και τον ιδεαλισμό χωρίς να βαραίνει το τελικό αποτέλεσμα, χωρίς να το καθιστά μελό και απλοϊκό. Επίσης, απαλλάσσει το μυθιστόρημα από μια στεγνή πολιτική και ιδεολογική στράτευση, χωρίς ωστόσο να του στερεί τους συγκεκριμένους άξονες, ισορροπώντας επιτυχώς ανάμεσα στη μαρτυρία και τη μυθοπλασία. Δεν καταλήγει να είναι μια μπροσούρα, αλλά ένα πολιτικό μυθιστόρημα. Μέσα από την ιστορία των δέκα αυτών γυναικών, ο συγγραφέας βρίσκει τον χώρο να αφηγηθεί μια ιστορία διαχρονική και οικουμενική, την ιστορία των καταπιεσμένων που με πείσμα μάχονται για μια καλύτερη ζωή σύμφωνα με τις δικές τους αρχές και επιδιώξεις.

Η αφήγηση της  Βαλεντίν διαθέτει την αυτοπεποίθηση ενός ανθρώπου που έζησε σύμφωνα με τις δικές της επιλογές, που ύψωσε το ανάστημά της και αρνήθηκε να ακολουθήσει μια προδιαγεγραμμένη πορεία ζωής, σηκώνοντας τους ώμους και σκύβοντας το κεφάλι με μια διάθεση μοιρολατρική. Δεν υπάρχει χώρος για λύπηση ή για συμπόνια εδώ. Η Βαλεντίν δεν έχει την ανάγκη να απολογηθεί ή να δικαιολογήσει, πόσο μάλλον να διδάξει ή να πείσει για το ορθό των επιλογών της. Αυτό απαλλάσσει πλήρως το μυθιστόρημα από τη μέγγενη του συναισθηματικού εκβιασμού, κάτι το οποίο συμβάλλει στη μεγιστοποίηση της αναγνωστικής απόλαυσης. Ο ντε Ρουλέ δεν καταφεύγει σε ευκολίες ηρωοποίησης ή ωραιοποίησης προσώπων ή καταστάσεων. Συνδυάζει υπέροχα το αποτέλεσμα της προσωπικής έρευνας με τη μυθοπλασία, στα χνάρια σπουδαίων πρωτοπόρων του συγκεκριμένου είδους, χωνεύοντας ομαλά τις πηγές και τις διακειμενικές αναφορές, χωρίς αυτό να γίνεται βεβιασμένα ή σε βάρος της λογοτεχνίας, ενώ, ταυτόχρονα, κατασκευάζει μια πειστική αφηγηματική φωνή που του επιτρέπει να αποδώσει το κλίμα της εποχής, χωρίς να επιχειρεί να ενδυθεί τον μανδύα του ιστορικού.

Αποτυχημένος είναι ο αγώνας που δεν δόθηκε. Αυτό αποτελεί το κυρίαρχο μήνυμα που η ιστορία αυτή φέρει στον πυρήνα της. Οι Δέκα μικρές αναρχικές είναι ένα βιβλίο που αποπνέει, σε πείσμα της αποτυχίας και της ματαίωσης, μια διάχυτη αισιοδοξία, αισιοδοξία που απορρέει από την επιμονή στη χάραξη ενός προσωπικού μονοπατιού, παρά το σκληρό τίμημα.

Μετάφραση Γιώργος Χαραλαμπίτας
Εκδόσεις των συναδέλφων

Πέμπτη 23 Σεπτεμβρίου 2021

Υλικό καθαρισμού - Μιχάλης Κατράκης

Το Υλικό καθαρισμού του Μιχάλη Κατράκη είναι μια συναισθηματικά απαιτητική συλλογή εννέα διηγημάτων. Ιστορίες από τα βάθη της Αφρικής, το Σίτι του Λονδίνου, το κολαστήριο της Μόριας και των εργοστασίων του Μπαγκλαντές, την εμπόλεμη Σεμπρένιτσα και την καθαρή Τσετσενία, την παραδομένη στη βία Ονδούρα, την καθολική Ιταλία και τη γραφική Γάνδη. Ιστορίες ανθρώπων που έρχονται αντιμέτωποι με τη φρίκη, θύματα παραδόσεων, εκμετάλλευσης, βίας και διακρίσεων. Τεχνικά, οι ιστορίες αυτές αποτελούν προϊόν μυθοπλασίας, όμως, η γραμμή που τις χωρίζει από την πραγματική ζωή είναι ισχνή και δυσδιάκριτη, οποιαδήποτε ομοιότητα με πρόσωπα και καταστάσεις κάθε άλλο παρά συμπτωματική είναι. Εκείνο που είναι συμπτωματικό είναι ο τόπος, έτυχε να επιλεχθούν αυτές οι γωνιές του πλανήτη, ανάμεσα σε όλες τις άλλες. Δεν υπάρχει μέρος αυτού του κόσμου χωρίς ιστορίες εκμετάλλευσης, χωρίς ανθρώπινο πόνο.

Δεν είμαι σίγουρος για την αναγκαιότητα του καταγγελτικού χαρακτήρα της σύγχρονης λογοτεχνίας. Είναι κάτι που η λογοτεχνία θεωρώ πως απώλεσε μαζί με την εξωτικότητά της. Σε καμία περίπτωση δεν υποτιμώ τις ιδέες και τις αλήθειες που ένα λογοτεχνικό κείμενο φέρει, απλώς θεωρώ πως δύσκολα κάποιος θα διαβάσει κάτι που συμβαίνει στον πλανήτη για το οποίο δεν γνωρίζει τίποτα, και αν αυτό συμβεί, κατά πάσα πιθανότητα θα σημαίνει πως έχει απλώς επιλέξει να μην τον ενδιαφέρει, να κάνει πως δεν ξέρει, να εθελοτυφλεί απέναντι στην αδικία και τον ανθρώπινο πόνο. Θέλω να πω πως δεν χρειάζεται κάποιο διήγημα του Κατράκη για να μάθει κανείς πως στα εργοστάσια ρούχων του Μπαγκλαντές, που γεμίζουν εμπόρευμα τις λαμπερές προθήκες των καταστημάτων, οι άνθρωποι εργάζονται υπό εφιαλτικές συνθήκες ή πως η Μόρια είναι ένα ανθρώπινο κολαστήριο επί γης. Συμβαίνει συχνά, η στρατευμένη λογοτεχνία να υστερεί σε λογοτεχνική αξία και να μοιάζει περισσότερο με ένα καλογραμμένο δημοσιογραφικό ρεπορτάζ ή μια πολιτική μπροσούρα. Εξίσου συχνά παραμένει εγκλωβισμένη στην πρόκληση συναισθήματος δια του εκβιασμού. Το Υλικό καθαρισμού δεν αποτελεί μια τέτοια περίπτωση.

Ο Κατράκης δεν αρκείται στην πρώτη ύλη, δεν επιθυμεί απλώς να αφηγηθεί ιστορίες ανθρώπινου πόνου, αλλά στοχεύει στην παραγωγή καλής λογοτεχνίας. Και ο συνδυασμός αυτός είναι τρομακτικός. Είναι τρομακτικός γιατί πετυχαίνει να δημιουργήσει μια έντονη σύγχυση στον αναγνώστη τη στιγμή που διαβάζει τις ιστορίες αυτές. Σύγχυση που οφείλεται στην ακραία αντίθεση των συναισθημάτων που ταυτόχρονα βιώνει. Ο λογοτεχνικά όμορφος τρόπος με τον οποίο ο συγγραφέας αφηγείται ιστορίες ασχήμιας. Είναι η ενοχή που προκαλεί η αναγνωστική απόλαυση μιας φρικιαστικής ιστορίας, η ενοχή του να σκεφτείς: μου αρέσει αυτό που διαβάζω· βιώνοντας ταυτόχρονα πως μια τέτοια δήλωση είναι λάθος, πως δεν γίνεται να σου αρέσει αυτό για το οποίο διαβάζεις. Το σφιγμένο στομάχι το πιστοποιεί. Ο Κατράκης εμπνέεται από την πραγματικότητα και πλάθει λογοτεχνία, έχοντας πρώτα προβεί στην απαραίτητη έρευνα πεδίου. Στήνει τις ιστορίες του άρτια, λαμβάνει αφηγηματικά ρίσκα, όπως η μη γραμμική αφήγηση, και δικαιώνεται. Δεν εμπλέκει συναισθηματικά τον παντογνώστη αφηγητή, πετυχαίνοντας, μεταξύ άλλων, και την αποστασιοποίηση που εγγυάται τη μη αγιοποίηση των θυμάτων. Οι χαρακτήρες είναι καλοσχηματισμένοι διαθέτοντας επιπλέον ιδιότητες από αυτές του θύματος, κατάσταση στην οποία συναντιούνται αλλά βιώνουν με τρόπο διαφορετικό, κάτι που αποτυπώνεται όχι μόνο στις αντιδράσεις αλλά και στον λόγο τους. Όπως οφείλει να συμβαίνει σε κάθε διήγημα, έτσι κι εδώ, δεν περισσεύει ούτε μια λέξη. Η ικανότητα του Κατράκη να αποτυπώνει γραπτώς την προφορικότητα είναι ζηλευτή, όχι μόνο στα διαλογικά μέρη, αλλά και στις πρωτοπρόσωπες αφηγήσεις, όπως για παράδειγμα στην κατάθεση της Μίστι Λαβ στο ομώνυμο διήγημα. Ο συγγραφέας, όπου αυτό είναι δυνατό, προσθέτει και την οπτική του θύτη, που και αυτός με τη σειρά του είναι συχνά θύμα μιας κατάστασης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτού αποτελεί το διήγημα 4.449km, στο οποίο η αφήγηση γίνεται παράλληλα από τις δύο πλευρές του τείχους που χωρίζει το Μεξικό και τις ΗΠΑ. Η κυριότερη αρετή των διηγημάτων αυτών είναι πως ο Κατράκης δεν επιχειρεί να εκβιάσει περαιτέρω συναισθηματικά τον αναγνώστη γνωρίζοντας πως η ίδια η ιστορία από μόνη της αρκεί.

Σε κάθε συλλογή διηγημάτων είναι σημαντικό να υπάρχει ένα ευκρινές νήμα που συνδέει τα διηγήματα μεταξύ τους, έτσι ώστε να δικαιολογείται η συνύπαρξή αυτών, αποκλείοντας τη μεταβλητή της τυχαιότητας. Τα διηγήματα στο Υλικό καθαρισμού συνδέονται θεματικά και αυτό από μόνο του αποτελεί ένα ευκρινές και ικανοποιητικό νήμα σύνδεσης. Ωστόσο, ο Κατράκης έχει κάτι ακόμα στο μυαλό του, που δεν αποκαλύπτεται παρά στο τέλος της ανάγνωσης, που όχι απλώς δικαιολογεί τη συνύπαρξη, αλλά καταφέρνει να φέρει τον ζόφο σε δωμάτια κλειδωμένα, εκεί που οι προνομιούχοι του δυτικού κόσμου γυρεύουν να κρυφτούν μην αντέχοντας την ανθρώπινη ασχήμια, τη στιγμή που η πρόσβαση στην πληροφορία τίθεται εν αμφιβόλω, στο πλαίσιο μιας σύγχρονης πρακτικής λογοκρισίας με στόχο μια καθησυχαστική φούσκα, που ίσως επαναφέρει τη σημασία της στρατευμένης λογοτεχνίας.

Τελειώνοντας το Υλικό καθαρισμού, καταπατώντας κάθε αναγνωστικό πλάνο, θέλησα διακαώς να διαβάσω κάποιο βιβλίο του Ρομπέρτο Μπολάνιο, και πιστεύω πως αυτό συνοψίζει εν πολλοίς την άποψή μου για τα διηγήματα του Μιχάλη Κατράκη.

Εκδόσεις των συναδέλφων