Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εκδόσεις ψυχογιός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εκδόσεις ψυχογιός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 26 Μαρτίου 2026

Σάρκα - David Szalay

Τα βραβεία, τα λογοτεχνικά και τα λοιπά, είναι μια σύμβαση, τη δέχεσαι ή την απορρίπτεις, δικαίωμά σου είναι, προφανέστατα. Προβληματικό είναι όταν τα δέχεσαι, αν συμφωνείς, και τα  απορρίπτεις, αν διαφωνείς, που και αυτό δικαίωμά σου είναι, προφανέστατα, αλλά καταλαβαίνετε, θαρρώ, τι θέλω να πω. Το Βραβείο Μπούκερ για το 2025 το κέρδισε η Σάρκα του Ντέιβιντ Σόλοϊ. Αναμενόμενα συζητήθηκε το βιβλίο αυτό, κάποιοι αρκετοί έσπευσαν να το διαβάσουν στα αγγλικά, σε άλλους άρεσε και σε άλλους όχι, είθισται να συμβαίνει και αυτό, κάποιοι, όπως εγώ, περίμεναν την ελληνική εκδοχή του.

Αν δέχεσαι τα βραβεία, έχεις κάθε δικαίωμα να κρίνεις ένα βραβευμένο με βάση τη βράβευσή του, σε σχέση, κυρίως, με τα άλλα υποψήφια, αλλά και με παλαιότερους νικητές του θεσμού. Αν δεν τα δέχεσαι, τότε και πάλι μπορείς να κρίνεις αλλά όχι με βάση τη βράβευση ή μη, ακριβώς γιατί δεν δέχεσαι τα βραβεία.

Το Μπούκερ, αντίθετα με το Νόμπελ, αφορά συγκεκριμένα βιβλία, που εκδόθηκαν την ίδια χρονιά, είναι γραμμένα πρωτότυπα στα αγγλικά, μια πρώτη μακρά λίστα ανακοινώνεται, ύστερα μια τελική πεντάδα, από την οποία προκύπτει το νικητήριο. Από τη βραχεία λίστα μόνο το Οντισιόν της Κιταμούρα έχω διαβάσει και μόνο ως προς αυτό δύναμαι να κρίνω τη Σάρκα συγκριτικά, αν έχει, που δεν έχει, νόημα μια τέτοια σύγκριση.

Η βράβευση και, κυρίως, η μετέπειτα συζήτηση σίγουρα αποτελεί μια αφορμή ανάγνωσης, ιδιαίτερα από τη στιγμή που το βιβλίο κυκλοφόρησε στα ελληνικά και βρέθηκε στις προθήκες των βιβλιοπωλείων, η επίσπευση της ανάγνωσης υπήρξε δικαιολογημένη και αναμενόμενη. Χωρίς την ανάγνωση πέφτει στο κενό η όποια κρίση. Προείπα, ωστόσο, μόνο άλλο ένα ακόμα έχω διαβάσει από τη λίστα, επομένως η αξιολόγηση, η αίσθηση αν προτιμάτε, της ανάγνωσης είναι ανεξάρτητη των γύρω τριγύρω στοιχείων.

Εκείνο που περισσότερο με ιντρίγκαρε δεν ήταν τόσο η πόλωση των απόψεων, όσο το γεγονός πως και τα δύο μέρη στέκονταν στο ίδιο τεχνικό γνώρισμα, στον τρόπο του Σόλοϊ να αφηγηθεί την ιστορία του Ίστβαν, ενός προσώπου με μηδενικό βάθος χαρακτήρα, που άγεται και φέρεται με όσα η ζωή του φέρνει, και με έναν αφηγηματικό τρόπο αρκετά στεγνό, απλό και περιγραφικό. Κάποιοι ενθουσιάστηκαν, άλλοι απογοητεύτηκαν, αμφότερα τα μέρη, ωστόσο, επεσήμαναν το ίδιο χαρακτηριστικό. Ένα πρώτο ερώτημα είναι: υπάρχει στο βυθό κάτω από την επιφάνεια κάτι που βράζει; 

Δεν είχα προσδοκίες, μόνο επιθυμία να διαβάσω το βιβλίο αυτό.

«Στα δεκαπέντε του, μετακομίζει με τη μητέρα του σε καινούργια πόλη και πηγαίνει σε καινούργιο σχολείο. Δεν είναι εύκολη ηλικία για κάτι τέτοιο, η κοινωνική ιεραρχία του σχολείου είναι ήδη εδραιωμένη, και δυσκολεύεται να κάνει φίλους. Ύστερα από λίγο, όμως, κάνει ένα φίλο, ένα άλλο μοναχικό άτομο. Μερικές φορές, μετά το σχολείο πηγαίνουν παρέα στο καινούργιο εμπορικό κέντρο δυτικού τύπου που μόλις έχει ανοίξει στην πόλη».

Η πρώτη παράγραφος λειτουργεί εισαγωγικά και κατατοπιστικά, θέτει τις συνθήκες, τη μετακόμιση, την ηλικία, τον χαρακτήρα, τη μεταβατική εποχή στην Ουγγαρία, περιλαμβάνει και τον τρόπο με τον οποίο ο συγγραφέας, μέσω του αφηγητή του, θα πει την ιστορία αυτή, στεγνά, απλά και περιγραφικά.

Ο τρόπος του Σόλοϊ με μαγνήτισε, δεν μπορούσα να αφήσω το βιβλίο από τα χέρια μου, αναζητούσα το οποιοδήποτε κενό ώστε να διαβάσω λίγες ακόμα σελίδες, ένα ακόμα επεισόδιο από τη ζωή του. Η λογοτεχνία, είτε ως μορφή είτε ως περιεχόμενο, πλέει σε ένα μικρό μέρος της ανθρώπινης συνθήκης, αναπόφευκτα ίσως, ανακουφιστικά, επίσης, μια συνθήκη εξαίρεσης που μονώνει το μπούνκερ του καθενός μας. Ο Σόλοϊ λέει πως ήθελε να γράψει ένα μυθιστόρημα με δύο πλευρές, μια αγγλική και μια ουγγρική, για τη ζωή ενός μετανάστη τη στιγμή που η Ουγγαρία μπαίνει στην Ευρωπαϊκή Ένωση, για τη ζωή ως σωματική εμπειρία.

Πριν από ό,τι άλλο: ο Σόλοϊ, συμφωνεί ή διαφωνεί κανείς με τις προθέσεις ή το αποτέλεσμα, έχει ένα ξεκάθαρο πλάνο γραφής, οι αποφάσεις έχουν ληφθεί και διατηρούνται μέχρι το τέλος. Είναι σημαντικό να λεχθεί κάτι τέτοιο, η τυχαιότητα βασανίζει εξόχως την τέχνη, ένα απλό εύρημα δεν θα προμήθευε με ικανό καύσιμο την κατασκευή. Ο τρόπος του, στεγνός, απλός και περιγραφικός, δεν στοχεύει στον αναγνωστικό εντυπωσιασμό, μάλλον διακινδυνεύει το αντίθετο, προείπα ήδη για τις ενστάσεις και τις κατηγορίες που πατούν ακριβώς εκεί που πατάει και ο θαυμασμός (μου).

Πάνε χρόνια, είχα δει την ταινία του Τζάρμους, ίσως την πλέον υποτιμημένη της εργογραφίας του, Στα όρια του ελέγχου (Limits of control, 2009), μια ταινία δράσης χωρίς καθόλου δράση, μια ταινία δράσης στα διαλείμματα της δράσης, ένας επαγγελματίας δολοφόνος που περιφέρεται στη Μαδρίτη, αργά και νωχελικά, βαρετά ίσως να σκεφτεί κάποιος, στοιχειωτικά θα έλεγα εγώ. Τη σκεφτόμουν αυτή την ταινία, την αίσθηση που χρόνια μετά έχει διατηρηθεί για εκείνη μέσα μου.

Επεισόδια από τη ζωή του Ίστβαν, που τίποτα ξεχωριστό δεν έχει ως χαρακτήρας, που όλο οκ απαντά στις ερωτήσεις που του γίνονται, που ακολουθεί τη ροή χωρίς να αναρωτιέται πολλά πολλά. Ένας άνθρωπος της εποχής του, ένας απλός, συνηθισμένος άνθρωπος, διαμορφωμένος σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο, χωρίς θεωρία, χωρίς βάθος σκέψης, χωρίς ενεργή σύνδεση με το συναίσθημά του, χωρίς ιδιαίτερο πλάνο και σχεδιασμό. Ο Ίστβαν είναι ιδιαίτερα γνώριμος, οικείος, αν και ίσως να μην ανήκει στον μικρόκοσμό μας, στην πλάνη μας, και όμως αντιπροσωπεύει μια ισχυρή πλειοψηφία, μια σιωπηλή πλειοψηφία, μια ακατανόητη, ίσως, πλειοψηφία.

Ο Σόλοϊ παρουσιάζει έναν μη λογοτεχνικό χαρακτήρα, έναν μη συνηθισμένο λογοτεχνικό χαρακτήρα, και τον υποστηρίζει άψογα γλωσσικά και αφηγηματικά, του φτιάχνει το πλαίσιο εντός του οποίου κινούνται οι πολλοί Ίστβαν του καιρού μας, επίπεδοι και μονοδιάστατοι. Ο Σόλοϊ προγραμματικά κατασκευάζει κάτι το οποίο αποτελεί συνήθη ανώμαλη προσγείωση για μια λογοτεχνία υψηλών βλέψεων. Η Σάρκα οφείλει να κριθεί και με βάση τις ορατές συγγραφικές επιδιώξεις, αν τα κατάφερε ο συγγραφέας σε αυτό που θέλησε να κάνει.

Η κάμερα καδράρει διαρκώς στον Ίστβαν, αφήνοντας έξω τον υπόλοιπο κόσμο, μόνο ό,τι φτάνει ως αυτόν γίνεται ορατό. Αυτή η αποκοπή ενισχύει/αποτυπώνει τον τρόπο με τον οποίο ο Ίστβαν ζει, παρ' όλες τις εξωτερικές συνθήκες. Μα πώς γίνεται, αναρωτιόμαστε εμείς οι σκεπτόμενοι, ο κόσμος να μην αντιδρά στο ένα ή στο άλλο, πώς γίνεται να συνεχίζουν με ό,τι κάνουν. Αναρωτιόμαστε και αρνούμαστε να στρέψουμε το βλέμμα προς τα εκεί.

Θα μπορούσε το μυθιστόρημα να έχει μια πιο έντονη κριτική προσέγγιση, να επιχειρήσει μια κοινωνιολογική προσέγγιση, όμως αυτό δεν συμβαίνει, όχι στην επιφάνεια τουλάχιστον, όχι ως μασημένη τροφή, όχι ως μια σύνθεση από κλισέ, όπως ο φτωχός μη προνομιούχος που παλεύει να επιβιώσει, για παράδειγμα. Ο αφηγητής κρατάει μια απόσταση σταθερή, απόσταση που αποτυπώνεται στον τρόπο του, δεν κρίνει και δεν συναισθάνεται, δεν επιχειρεί να εξηγήσει και να δικαιολογήσει, όχι γιατί δεν τον ενδιαφέρει αλλά γιατί δεν υπάρχει κάτι που να γεννά την ανάγκη στην ιστορία του Ίστβαν, ο αφηγητής προσαρμόζεται στα μέτρα του ήρωα της ιστορίας του.

Αν κάποιος αναζητά το βάθος και το υψηλό, ό,τι και αν αυτό σημαίνει πραγματικά, στη λογοτεχνία, ας προσπεράσει, εδώ δεν θα βρει το αγαπημένο του φλιτζάνι με τσάι, θα βαρεθεί και θα δυσανασχετήσει. Συμβαίνει σπάνια, εδώ συμβαίνει, ωστόσο, να μπορώ να φανταστώ να μην αρέσει καθόλου σε κάποιον ένα βιβλίο που εμένα μου άρεσε πολύ, με ενθουσίασε για την ακρίβεια, και μάλιστα, για τους ίδιους λόγους.

Η απάντηση στο ερώτημα, υπάρχει στο βυθό κάτω από την επιφάνεια κάτι που βράζει;, είναι θετική, η στεγνή, απλή και περιγραφική αφήγηση διαθέτει κάτι το ανησυχαστικό, κάτι το τρομακτικό, κάτι το σκληρά ρεαλιστικό, κάτι που αφήνει το προνόμιο της σκέψης, της ιδεολογίας, της αισθητικής, και όποιο ακόμα αντίστοιχο, αμήχανο και κατατροπωμένο. Η ιδιώτευση του Ίστβαν στέκει στον αντίποδα της δικής μας, εκείνος, τουλάχιστον, δεν επιχειρεί να τη θεωρητικοποιήσει.

Η Σάρκα μού άρεσε πολύ, ο Ίστβαν, πού να το φανταζόταν, με καθήλωσε και με στοίχειωσε, ο Σόλοϊ κατασκεύασε ένα αριστούργημα με τα πλέον απλά συστατικά. 

υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!

Μετάφραση Βάσια Τζανακάρη
Εκδόσεις Ψυχογιός

Δευτέρα 16 Μαρτίου 2026

Η χρονιά της ξεκούρασης και της χαλάρωσης - Ottessa Moshfegh

Υπήρξε μια περίοδος στην οποία δοκίμαζα να γράφω κείμενα για βιβλία πριν να τα διαβάσω, μιλούσα για προσδοκίες και επιθυμίες, γιατί εκείνο το βιβλίο και όχι κάποιο άλλο, γιατί τότε, με έναν τρόπο εκείνα τα κείμενα ήταν ακόμα πιο προσωπικά, οι λέξεις πιο δυσεύρετες, η διαμάχη με την τυχαία επιλογή έντονη. Ύστερα ακολουθούσε το κυρίως κείμενο ως ένας ιδιότυπος απολογισμός. Τώρα πια δεν το κάνω αυτό, αν και το κείμενο πριν την ανάγνωση, χωρίς να κειμενοποιείται, υπάρχει, πάντοτε θα συμβαίνει αυτό.

Σκέφτομαι έντονα εκείνα τα κείμενα τώρα που κάθομαι να γράψω για το Η χρονιά της ξεκούρασης και της χαλάρωσης. Γιατί, ανάμεσα σε τόσα, νεότερα και παλαιότερα, στελέχη της στοίβας με τα προσεχώς, επέλεξα να διαβάσω αυτό το βιβλίο με το που βγήκε; Αν υπήρχε κείμενο πριν, θα ήταν πιο απλό να απαντηθεί το ερώτημα, θα ήταν πιο εύκολο να διακρίνω αν οι προσδοκίες υλοποιήθηκαν και σε τι βαθμό.

Ωστόσο, τέτοιο κείμενο δεν υπάρχει. Διάβαζα το Κυνηγόσκυλο του ΝτεΛίλλο, όταν κυκλοφόρησε το βιβλίο της Οτέσα Μόσφεγκ, που πρωτοκυκλοφόρησε, αγαπήθηκε, δίχασε και μισήθηκε το 2018. Με το που τελείωσα το ένα ξεκίνησα το άλλο, στο λεωφορείο για τη δουλειά. Λίγο πριν κατέβω, ένας νεαρός με πλησίασε, δεν είναι αντιπαθητική η τύπισσα, με ρώτησε, δεν ξέρω ακόμα, του είπα, είμαι στην αρχή, το θυμάμαι έντονα, συνέχισε, αν και πάνε χρόνια από τότε που το διάβασα στα αγγλικά. Η Λ., όταν τη ρώτησα, είχε πει κάτι αντίστοιχο, πρόσθεσε και κάτι για λευκό φεμινισμό, έχω κουραστεί πια, συμπλήρωσε, αλλά εσύ να το διαβάσεις, δεν θα σου πάρει πολύ. Η ταχύτητα και η ολιγωρία δεν είναι καλές δικαιολογίες όταν κοιτάζω τη στοίβα με τα προσεχώς. Το είχα κιόλας ξεκινήσει, δεν είχε νόημα να κάνω τέτοιες σκέψεις, ωστόσο.

Η πρωτοπρόσωπη αφηγήτρια, ορφανή από γονείς, πλούσια ορφανή για την ακρίβεια, αποφασίζει να περάσει έναν χρόνο ξεκούρασης και χαλάρωσης, να κοιμάται πολύ, να βλέπει ξανά και ξανά τις ίδιες ταινίες στο βίντεο, να παίρνει καμένο καφέ από ένα εικοσιτετράωρο κιόσκι στο οποίο δουλεύουν κάτι Αιγύπτιοι, να αποσυνδεθεί από τα πάντα, βρίσκει μετά από ατυχή τηλεφωνήματα μια ψυχίατρο διατεθειμένη να της συνταγογραφεί διάφορα φαρμακευτικά σκευάσματα τα οποία, ελπίζει εκείνη, να τη ναρκώσουν, να της χαρίσουν ύπνο και αποσύνδεση, ξεκούραση και χαλάρωση. Έχει μια φίλη που την επισκέπτεται συχνά πυκνά, σαν απόπειρα αυτοκτονίας εν εξελίξει μοιάζει αυτό, της λέει, το αντίθετο, απαντά εκείνη, είναι μια απόπειρα ζωής. Η αφήγηση αποτελεί το ιδιότυπο ημερολόγιο εκείνης της χρονιάς, εντός του οποίου εισέρχονται αναλήψεις από το παρελθόν, κομμάτια που συμπληρώνουν το παζλ. 

Στις πρώτες κιόλας σελίδες σκέφτηκα: τι προνόμιο που έχει η τύπισσα. Αμέσως, δάγκωσα λίγο τη γλώσσα μου, ονόμαζα προνομιούχα κάποια που έπαιρνε συνειδητά κοκτέιλ χαπιών και λοιπών σκευασμάτων, ένα πρεζάκι που μόνο να κοιμάται ήθελε. Ήταν ένα πολύ ιδιαίτερο και ιδιότυπο προνόμιο, αν ήταν, αυτό. Αν δεν είχε το προνόμιο της μη ανάγκης για δουλειά, θα ήταν απλά μια απόφαση ανάμεσα στην αυτοκτονία ή στην απόπειρα να συνεχίσει, αγχομαχώντας υπό το βάρος της καθημερινότητας, που όπως και αν την περιγράψει κανείς, λιγότερο ή περισσότερο ζοφερή, θα συμφωνούσαμε πως σίγουρα δεν είναι φροντιστική, το αντίθετο μάλιστα. Επειδή η συγκυρία είναι μια κατεξοχήν πληγή στον ορθολογισμό, έτυχε εκείνες τις μέρες να διαβάζω για την ολοένα και αυξανόμενη τάση στον δυτικό κόσμο άνθρωποι να πηγαίνουν διακοπές για να κοιμηθούν, όχι για να δουν ή να γνωρίσουν κάτι νέο, αλλά για να κοιμηθούν. Βγάζει νόημα αυτό, σίγουρα το κάνει.

Η ιδιώτευση της λογοτεχνίας, αναλογική του σύγχρονου κόσμου, είτε με είτε χωρίς μυθοπλαστικό μανδύα, αναδεικνύει ολοένα και περισσότερο το πώς, τον τρόπο με τον οποίο το άτομο μιλάει για τον εαυτό του. Αν έμενε κανείς μόνο στην παραπάνω παράγραφο της πλοκής, τότε ένα όφου και δεν με νοιάζει θα ακουγόταν κατά πάσα πιθανότητα, δικαιολογημένα ίσως, αναπόφευκτα μάλλον. Η ιδιώτευση μας κατακλύζει, μας δίνει τον αέρα της σημαντικότητας του εγώ μας, με το τίποτα σκεφτόμαστε πως είμαστε υποκείμενα κατάλληλα για μια τέτοια αφήγηση, δεν το κάνουμε για διάφορους λόγους, αλλά έχουμε ένα σωρό πράγματα να αφηγηθούμε, η σημαντικότητά μας είναι αδιαμφισβήτητη, τα κοινωνικά δίκτυα είναι μια κάποια λύση, αλλά και πάλι, θέλουμε και άλλο.

Γυρίζω στο πώς άρον άρον πριν χαθώ στην ατραπό αυτή. Διαβάζω ολοένα και περισσότερο λογοτεχνία επί της οποίας εγώ μοιάζει να ξεκινώ με ένα σαφές προνόμιο, ακόμα και αν αυτό το προνόμιο αναλώνεται και μόνο στο γεγονός πως δεν χρειάστηκε να με απασχολήσουν σκέψεις, φόβοι και γεγονότα όπως αυτά που αποτελούν τον πυρήνα, τη ραχοκοκαλιά της λογοτεχνίας αυτής, αλλά και των υποκειμένων της. Η ενοχή στην αρχή συσκότιζε, ακόμα και ένα αδύναμο κείμενο που ελάχιστη ικανοποίηση μου είχε προσφέρει, δεν μπορούσα να διαχωρίσω τη σημασία και την ανάγκη ύπαρξής του από την αξία του. Σιγά σιγά ο κουρνιαχτός κατακάθεται, ωστόσο.

Η σκέψη περί προνομίου, η πιο σύντομη διαδρομή για την επικράτεια του δεν με νοιάζει, έσβηνε καθώς η ανάγνωση συνεχιζόταν, παρότι η πηγή της ενσυναίσθησης δεν προσέφερε γάργαρο νερό στον μύλο. Ο τρόπος της με κρατούσε στην ανάγνωση, πέρα από σκέψεις συγκεκριμένες. Πρόσφατα έγραφα ξανά κάτι που σκέφτομαι συχνά τώρα τελευταία και έχει να κάνει με το πόσο ύπουλα μπορεί να σε εγκλωβίσει και να σου τα σκάσει (σικ) μια ιστορία που φαινομενικά δεν σε ενδιαφέρει, που δεν σε απασχολεί, που δεν είσαι εσύ. Όπως η ιστορία αυτή στην προκειμένη περίπτωση. Αν είχε κάτι από μένα, εξαρχής θα ήμουν σε εγρήγορση, θα γύρευα αναλογίες και εναλλακτικές, ναι μεν αλλά, εγώ, πολλά εγώ η αλήθεια είναι. Τώρα όμως; Με άνεση και χωρίς ντροπή την όρισα ως προνομιούχο, χαλάρωσα και συνέχισα την ανάγνωση, δεν ένιωθα ανοιχτός σε πλήξη κάποιας ευαίσθητης φτέρνας . Χαλάρωσα και δεν είχα την εγρήγορση.

Ο τρόπος της Μόσφεγκ σίγουρα είναι ιδιαίτερος και επαρκής, ξέρει τι θέλει να κάνει και το κάνει, υπάρχει πλάνο και σχέδιο που υλοποιείται, ξέρει σε ποια λογοτεχνική επικράτεια κινείται, ζει σε έναν κόσμο που της δίνει την απαραίτητη πρώτη ύλη, η αφηγηματική της άνεση της προσφέρει το απαραίτητο καύσιμο.

Ήμασταν σε διαφορετικά δωμάτια εκείνη και εγώ. Σίγουρα. Αρκετές φορές αναλογίστηκα το Στα τέσσερα της Τζουλάι που διάβασα πρόσφατα, αλλά και το I love Dick, λίγο νωρίτερα. Υπάρχει ένα νήμα εδώ. Στα διαλείμματα της ανάγνωσης σκεφτόμουν διαρκώς ποια είναι η στάση της συγγραφέως απέναντι στην αφηγήτριά της, την υπονομεύει, άραγε, ή την αγαπά ή και τα δύο, πότε το ένα και πότε το άλλο, μια αποδοχή της σύνθεσης της ύπαρξης εντός του συγκεκριμένου κόσμου στον οποίο λαμβάνει χώρα ο καθένας μας.

Δεν υπάρχουν για μένα ευκολοδιάβαστα βιβλία, αν δεν είναι του γούστου μου, ακόμα και το πιο ανασοκοπτικό αστυνομικό μπορώ να το σέρνω για μέρες, αν δεν το έχω παρατήσει από τις πρώτες σελίδες, ο εγκέφαλός μου, ίσως όχι περισσότερο ύποπτος φυγής από τον μέσο όρο, αν δεν λάβει ικανοποίηση κάνει πάρτι, από τα ρεβίθια στο ψυγείο που μούχλιασαν μέχρι το νόημα της ύπαρξης, οτιδήποτε άλλο από την ανάγνωση. Η Μόσφεγκ τον κράτησε ήσυχο και υπάκουο για μεγάλα διαστήματα.

Χαλάρωσα, έλεγα, και δεν είχα την εγρήγορση. Η αναχαίτιση δεν λειτούργησε, όταν πλησίασα τα θραύσματα δεν ήμουν σίγουρος, δεν τα αναγνώριζα ευθέως, άμεσα δεν τα σχετικοποιούσα, δεν αναγνώριζα με μια πρώτη ματιά ένα έδαφος οικείο μια ύλη κοινή. Και ωστόσο κάτι αναδευόταν μέσα μου, έντονα, ολοένα και πιο έντονα, στις τελευταίες σελίδες είχα παραιτηθεί της όποια μάχης.

Και γι' αυτό γράφω τα κείμενα αυτά εδώ και τόσα χρόνια, να καταλάβω, να διερευνήσω, να ολοκληρώσω την ανάγνωση, την επαφή με την ανθρώπινη εμπειρία που μοιάζει τόσο μακρινή και ξένη. Μια καλή σημείωση για σκέψη θα ήταν τα δεύτερα πρόσωπα της πλοκής, κυρίως η φιλενάδα και οι γονείς της, η Μόσφεγκ τους έδωσε τον απαραίτητο λίγο χώρο να σχηματοποιηθούν και να αποκτήσουν διαστάσεις και όγκο. Η παρουσία τους, στην ανάμνηση, στο όνειρο, στο παρόν μαζί της, έδωσε χώρο και στην αφηγήτρια, η συσχέτιση με άλλα πρόσωπα, η όποια συσχέτιση δίνει χώρο, σχήμα και μορφή, συμπληρώνει το κάδρο μιας πρωτοπρόσωπης θέασης και αφήγησης. Μια ακόμα καλή σημείωση είναι μια φαινομενική παραδοξότητα στην ιδιώτευση αυτή. Ένα εγώ κατακλυσμιαίας παρουσίας, από άκρη σε άκρη, εγώ, εγώ, εγώ, που ωστόσο, υποσκάπτει την ιδιώτευση αυτή, όχι απαραίτητα για να την υπονομεύσει, αλλά για να αποκαλύψει τον τρόπο με τον οποίο αλληλοτροφοδοτείται με τον τριγύρω κόσμο, δεν γεννήθηκε εν κενώ, δεν μεγαλώνει εν κενώ. Θα χρησιμοποιούσα ίσως τη λέξη παραβολή, αλλά δεν θα έπρεπε, θα ήταν λάθος χρήση. Η Μόσφεγκ δεν κάνει βήμα πίσω ή στο πλάι ώστε να επιτρέψει μια τέτοια ματιά στο βιβλίο της, στην ιστορία αυτή, δεν είναι ένα σχήμα λόγου, δεν είναι μια εκκεντρική συμπεριφορά που θα λειτουργήσει ως βατήρας για να μιλήσει για τον κόσμο, όχι. Και επειδή το κάνει τόσο καλά, δίνεται χώρος, δεν τον δίνει εκείνη, δεν είναι πρόθεση ή επιδίωξη. Αλλά η λογοτεχνία το κάνει συχνά αυτό, να διαφεύγει από τα χέρια του δημιουργού της, να αιωρείται ψηλότερα ή πιο πέρα.

Μια ακόμα καλή σημείωση, απόρροια των παραπάνω είναι το γεγονός πως δεν υπάρχει διάχυτη θεωρητικοποίηση, εύκολα ψυχολογικά και κοινωνικά νήματα, ένα φλερτ με την υψηλή διανόηση, σε αυτό απομακρύνεται πολύ από το I love Dick στο οποίο αναφέρθηκα παραπάνω, ούτε τόσο εγκεφαλικό, την ενδιαφέρει, μοιάζει τουλάχιστον να την ενδιαφέρει, να κινηθεί σε επικράτειες της καθημερινότητας, κοινότοπες και ίσως βαρετές, γνώριμες ωστόσο ό,τι και αν ενδύονται σε μια πρώτη ματιά. Και η αποφυγή της θεωρητικοποίησης λειτουργεί και δευτερογενώς, στον τρόπο με τον οποίο διάβασα το βιβλίο, στον τρόπο με τον οποίο το προσεγγίζω για να καταλάβω τι ήταν εκείνο, ένα ή πολλά, θραύσματα που εντόπισα τριγύρω. Ύπουλος τρόπος, ύπουλος με την καλή έννοια, ύπουλος ως αντίθετος του διδακτισμού και της εύκολης θεωρίας. Τα πράγματα είναι πιο σύνθετα, δεν χρειάζεται να το λέμε και να επιχειρούμε διαρκώς να το δείξουμε.

Τελειώνοντας το κείμενο αυτό, διαβάζοντάς το ξανά, διακρίνω διάφορες απαντήσεις στα ερωτήματά μου. Δεν ξέρω τι περίμενα, ούτε τώρα που ξέρω τι βρήκα, γιατί ίσως και να μη βρήκα, όχι σε μορφή διακριτή τουλάχιστον. Δεν θα συμφωνήσω με το αντιπαθητική, παρότι εξαρχής τη φόρτωσα με ένα προνόμιο που εκείνη ποτέ δεν αρνήθηκε, το αντίθετο μάλιστα συνέβη, διαρκώς επέστρεφε και το υπενθύμιζε στον αναγνώστη, εκείνη το είχε πάντοτε κατά νου, ζούσε μαζί του και εξαιτίας του. Δεν θα συμφωνήσω ούτε με τα περί λευκού φεμινισμού, συνεχίζοντας τα περί προνομίου λόγια, δεν θα συμφωνήσω γιατί για μένα το Η χρονιά της ξεκούρασης και της χαλάρωσης δεν ήταν κάποιου είδους έκκεντρο μανιφέστο, σε κανένα επίπεδο, ούτε μια υπαρξιακή κραυγή, ήταν, θέλω να πω, κάτι πέρα από το απλό με νοιάζει δεν με νοιάζει, η λογοτεχνία, για μένα, διαθέτει μια πολυχρησία, ακριβώς γιατί καταστατικά ορίζει ως στόχο την πλήξη της μονοσημίας.

Οπότε συνοψίζοντας: δεν έχω πολλές ή ικανές απαντήσεις για την ανάγνωση αυτή, ο τρόπος της με κέρδισε και με υπέταξε, το κρατάω αυτό, το μου άρεσε δεν μου άρεσε είναι ένα πολύ απλοϊκό και ενοχλητικά εγκλωβιστικό δίπολο, δεν θα περιέγραφε σε καμία περίπτωση την εμπειρία αυτή. Όσο για το hype, μη μου μιλάτε παρακαλώ γι' αυτό, ευχαριστώ.

υγ. Μίλησα για το Στα τέσσερα και για το I love Dick, περισσότερα μπορείτε να διαβάσετε εδώ και εδώ, αντίστοιχα.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Βάσια Τζανακάρη
Εκδόσεις Ψυχογιός

Πέμπτη 10 Απριλίου 2025

Σαν αέρας - Ada D'Adamo

Το Σαν αέρας ήξερα πως θα ήταν ιδιαίτερα σκληρό συναισθηματικά, φοβόμουν τον εκβιασμό, ας μην κρύβομαι, ήταν ο κύριος λόγος που δεν το τραβούσα από τη στοίβα με τα προς ανάγνωση. Πια, έχει λήξει μέσα μου η διαμάχη υπέρ ή κατά της αυτομυθοπλασίας. Σ' ένα άλλο μυθιστόρημα, που πολύ μου άρεσε, βρισκόταν η απάντηση στον τίτλο του, αναφέρομαι στο Ας πούμε πως είμαι εγώ της Βερόνικα Ράιμο (μτφρ. Δήμητρα Δότση, εκδόσεις Δώμα). Δεν είναι καμία πρωτοποριακή και πρωτότυπη σκέψη πως όταν εκκινούμε να αφηγηθούμε κάτι, ακόμα και αν αυτό όντως συνέβη, η αφήγηση περνά στην επικράτεια της μυθοπλασίας· μυθοπλαστικός είναι ο τρόπος της μνήμης. Άλλωστε, εμένα τουλάχιστον, ποτέ δεν με απασχόλησε αν μια ιστορία όντως συνέβη ή αν αποτέλεσε προϊόν φαντασίας, δεν έχω στο γραφείο μου μεγεθυντικό φακό ώστε να ελέγξω την ειλικρίνεια σε κάθε λεπτομέρεια, δεν το θέλω κιόλας, δεν με νοιάζει.

Συνοπτικά η πλοκή στο Σαν αέρας: Η Άντα Ντ'Άνταμο αφηγείται σε πρώτο πρόσωπο την ιστορία της· η Ντάρια, η κόρη της, γεννήθηκε με αναπηρία, παρά το πλήθος των προγεννητικών εξετάσεων. Η ίδια διαγνώστηκε με καρκίνο κάποια χρόνια αργότερα. Λίγες μέρες μετά την ανακοίνωση πως το βιβλίο της ήταν υποψήφιο για το Βραβείο Στρέγκα, πέθανε, η βράβευση έγινε εκ των υστέρων.

Αυτά τα γνώριζα, γι' αυτό ήμουν βέβαιος για τη συναισθηματική σκληρότητα, γι' αυτό είχα λόγους να φοβάμαι τον εκβιασμό, τι να σου αρέσει σε μια τέτοια ιστορία, πώς, ταυτόχρονα, να μπορέσεις να την κρίνεις με κριτήρια αμιγώς λογοτεχνικά και όχι ανθρώπινα, της ενσυναίσθησης ή των καλών τρόπων, του φαίνεσθαι όπως και να 'χει.

Από τις πρώτες σελίδες, εξαιτίας της απεύθυνσης της Άντα στη Ντάρια, η σκέψη μου τριγυρνούσε στο Γράμμα σ' ένα παιδί που δεν γεννήθηκε ποτέ της Φαλάτσι, βιβλίο που διάβασα αρκετά νωρίς στην αναγνωστική μου ζωή, βιβλίο που βρισκόταν στη μητρική βιβλιοθήκη και ο τίτλος του πυροδοτούσε υποσυνείδητα υπαρξιακά ερωτήματα, που εκ των υστέρων μόνο και από απόσταση αναδύονται στην επιφάνεια.

Η ολοένα και αυξανόμενη ιδιωτεία αναπόφευκτα επηρεάζει και τη λογοτεχνία. Διακρίνω και ακούω τη μομφή, τέτοια είναι η λογοτεχνία που έχουμε ανάγκη; Η ιδιωτεία του πομπού, ωστόσο, ενίοτε βρίσκει πατήματα στην ιδιωτεία του δέκτη, το κοινό έδαφος εκτείνεται, μικρότερης ή μεγαλύτερης έκτασης. Εδώ, στο κοινό αυτό έδαφος, γυρεύω, εκ των υστέρων συνήθως, την έλξη που μια προσωπική ιστορία μου γέννησε, προφανώς από τη στιγμή που υπήρξε λογοτεχνική ικανοποίηση, αλλιώς τίποτα από αυτά δεν θα έχει κάποια ιδιαίτερη σημασία.

Ας πούμε εδώ, νιώθω το ερώτημα: γιατί σε μένα· να διατρέχει από άκρη σε άκρη την αφήγηση. Όσο ο κόσμος εξορθολογίζεται και η επιστήμη διαθέτει περισσότερες απαντήσεις, τόσο αυτό το ερώτημα με τον μεταφυσικό μανδύα ριγμένο στους ώμους εντείνεται, γιατί σ' εμένα; Οι στατιστικές πιθανότητες ένα παιδί να γεννηθεί με αναπηρία ολοένα και μειώνονται, κάθε μέρα η έρευνα και η πρόοδος ευθύνονται γι' αυτό, κι όμως ακόμα γεννιούνται παιδιά με κάποια αναπηρία, τόσες ελάχιστες, σχεδόν μηδενικές πιθανότητες στο εκατομμύριο, τόσα ελάχιστα, σχεδόν μηδενικά περιστατικά σε παγκόσμιο επίπεδο. Όταν κάτι συμβαίνει σε εμάς, το ελάχιστο, σχεδόν μηδενικό ποσοστό της στατιστικής γίνεται αυτόματα εκατό τοις εκατό, τα νούμερα στέκουν παραπέρα, όχι μόνο άχρηστα, αλλά επιπλέον επιβαρυντικά στο ερώτημα: γιατί σ' εμένα;

Και δεν είναι εύκολο ή απλό να διαχειριστεί κανείς αυτό το γιατί σ' εμένα, ίσως μόνο αν η πίστη του σε μια ανώτερη δύναμη του επιβάλλει να το βουλώσει και να το αποδεχτεί ως σχέδιο του θεού που η ανθρώπινη νόηση αδυνατεί να το κατανοήσει και που ακόμα και η απόπειρα για κατανόηση φλερτάρει έντονα με την ύβρη.

Εκτός από το γιατί σ' εμένα, παρόν είναι και το γιατί σ' εσένα. Η Ντάρια γεννήθηκε έτσι, καταδικασμένη να υποφέρει, καταδικασμένη να μην μπορεί να επιβιώσει αυτόνομα. Τι θα γίνει αυτό το παιδί όταν οι γονείς του πεθάνουν; Επιπρόσθετο βάρος στους ώμους. Η πρωτοπρόσωπη αυτή αφήγηση έχει ένα διπλό σκοπό, να γυρέψει απαντήσεις στο γιατί σ' εμένα, να απολογηθεί στο γιατί σ' εσένα. Υποκειμενική υπόθεση συγγραφικών προθέσεων, προφανώς.

Αν επιχειρήσουμε να διακρίνουμε το γιατί έγινε αυτή η αφήγηση, νομίζω πως με βεβαιότητα θα βρεθούμε να συζητούμε εκτός πλαισίου, δικαιώματα και δικαιωματισμοί θα ακουστούν, ελευθερία της έκφρασης και δικτατορία της ελευθερίας της έκφρασης, επίσης. Ίσως, και εδώ, το πώς να είναι μια διαδρομή με πιο ενδιαφέρουσα θέα. Σκέφτομαι εμένα. Είμαστε, είπαμε, στην επικράτεια της ιδιωτείας. Όση ενσυναίσθηση και αν γεννηθεί από την αφήγηση της Άντα, άχρηστη θα είναι για εκείνη, και γιατί είναι πια νεκρή, εκτός όλων των άλλων.

Διαβάζοντας την ιστορία αυτή, με συναισθηματική δυσκολία στην αναπνοή, δεν ένιωσα πως επιχειρείται εκβιασμός, ούτε σύγκριση: κοίτα πόσο χάλια υπήρξε η δική μου ζωή, τι να μου πεις κι εσύ. Αυτό το τελευταίο ίσως να είναι η παγίδα, το καίριο ζητούμενο, ίσως η αναγνωστική ανωριμότητα που θεωρεί εαυτόν τον υπ' αριθμόν ένα δέκτη της κάθε αφήγησης. Η Άντα προφανέστατα δεν έγραψε το Σαν αέρας έχοντας εμένα κατά νου. Μη γελάτε, σας παρακαλώ.

Η ανάγνωση λογοτεχνίας, σε συνάθροιση με την ίδια τη ζωή, μας φέρνει αντιμέτωπους με τη δυστυχία, με σκληρές ιστορίες. Καθώς τα χιλιόμετρα κυλούν ολοένα και πιο δύσκολα εντυπωσιαζόμαστε, γινόμαστε σκληρόπετσοι. Το ξέρω, αυτή η σκέψη απέχει πολύ από τη σωτηρία μέσω της ανάγνωσης, υπονομεύει με βόμβες διασποράς το εσωτερικό του μπούνκερ που θα έπρεπε να μας προστατεύει από τον έξω κόσμο, τον σκληρό και ζοφερό κόσμο. Όμως αυτό συμβαίνει.

Θέλω να πω πως το περιεχόμενο της ιστορίας, τα δεινά της Άντα και της Ντάρια δηλαδή, με αφήνουν, όσο και αν με κάνει να νιώθω άσχημα που το παραδέχομαι, αδιάφορο. Θα προτιμούσα ίσως να μην ξέρω. Ταυτόχρονα ξέρω τόσα πολλά που αυτά τα δεινά είναι απλώς ακόμα μερικά στον σωρό. Και όμως (και) αυτό το βιβλίο υπήρξε σημαντικό. Ακόμα και για την επιβεβαίωση της σκληροπετσιάς μου, για την αδιαφορία μου, γιατί μόνο όταν σκεφτόμουν κάτι αντίστοιχα δικό μου γούρλωνα τα μάτια να το ρουφήξω. Η λογοτεχνία δεν μας κάνει καλύτερους ανθρώπους, μακάρι να ήταν τόσο απλό. Καθένας διαβάζει για τους δικούς του λόγους. Έτσι κι εγώ. Ένας από αυτούς είναι γιατί νιώθω πως με γνωρίζω καλύτερα. Κλισέ και αυτό, το ξέρω. Προτιμώ την έμμεση οδό της λογοτεχνίας από εκείνη την πιο άμεση του δοκιμίου. Η στιγμή που από το τίποτα, θαρρείς, θα ξεπηδήσει κάτι, είναι μοναδική.

Ο τρόπος της Άντα να δοκιμάσει να απαντήσει στο γιατί σ' εμένα, ερμητικά προσωπικός και επικεντρωμένος στην ιδιωτικότητα, δημιούργησε ένα εμβαδό που ένιωσα να το μοιράζομαι, καίτοι τίποτα αντίστοιχης σκληρότητας δεν μου έχει συμβεί, η σύγκριση, είπαμε παραπάνω, δεν ανήκει εδώ. Και ο τρόπος της, εκτός όλων των άλλων, περιέχει και διακειμενικές αναφορές, η Ερνό και η Ντιντιόν μεταξύ άλλων. Και αυτά τα διακειμενικά νήματα έρχονται να επιβεβαιώσουν τις παραπάνω σκέψεις μου, τον τρόπο που η ιδιωτεία του πομπού έρχεται και συναντά εκείνη του δέκτη, και όταν αυτό συμβαίνει με αρκετούς δέκτες τότε η ιδιωτεία του πομπού αποκτά έναν χαρακτήρα οικουμενικό, χωροχρονικά σύγχρονο. Και, παράδοξα ίσως, αυτό έχει περισσότερες πιθανότητες να συμβεί όσο μεγαλύτερη ιδιωτεία διαθέτει η αφήγηση. Γιατί είναι άλλο πράγμα ο ευαγγελισμός, η ντουντούκα της γνώσης μιας μεγάλης αλήθειας, αυτό ναι, καταλήγει να είναι ασύνδετη ιδιωτεία και απόπειρα επιβολής, όπως αυτή συναντάται στην πλειοψηφία των βιβλίων αυτοβοήθειας.

υγ. Για το Ας πούμε πως είμαι εγώ, περισσότερα θα βρείτε εδώ. Για το Μια γυναίκα, εδώ. Για το Η χρονιά της μαγικής σκέψης, εδώ.

Μετάφραση Δήμητρα Δότση
Εκδόσεις Ψυχογιός

Δευτέρα 22 Ιουλίου 2024

Νικήτρια σκόνη - Κώστας Καλτσάς

Ανέμενα αυτό το βιβλίο με προσδοκίες και επιφυλάξεις. Υπήρξε για καιρό ένα κοινό και ευρέως διαδεδομένο στη βιβλιοφιλική κοινότητα μυστικό, η Νικήτρια σκόνη, ένα μυθιστόρημα που γράφτηκε στα αγγλικά ως διδακτορική διατριβή στη Δημιουργική Γραφή και αναζητούσε τον δρόμο της έκδοσης, από έναν συγγραφέα συνώνυμο του τρομερού (ανα-)γνώστη της λογοτεχνίας και της θεωρίας της, που μεταξύ άλλων έχει αναλάβει και τη μετάφραση του magnus opus του τεράστιου Ντέιβιντ Φόστερ Γουάλας, Infinite jest. Ο λόγος φυσικά για τον Κώστα Καλτσά.

Και αν οι προσδοκίες με συνέπεια απορρέουν από τα στοιχεία ταυτότητας του συγγραφέα, οι επιφυλάξεις είχαν να κάνουν με δύο σκέλη. Πρώτο εκείνο της ακαδημαϊκής κατασκευής, αν δηλαδή μπορεί να σταθεί λογοτεχνικά ένα μυθιστόρημα που υποβλήθηκε ως πρόταση για την εκπόνηση μιας διατριβής, αν η αναπόφευκτη εγκεφαλικότητα θα σημάδευε την αναγνωστική εμπειρία. Δεύτερο, εκείνο του περιεχομένου. Ακόμα ένα βιβλίο για τα Δεκεμβριανά και τον Εμφύλιο, τι θα μπορούσε άραγε να προσθέσει στην ήδη πλούσια λογοτεχνική βιβλιογραφία, αλλά και η πρόσφατη ιστορία, το καλοκαίρι του δημοψηφίσματος, πώς θα μπορούσε να λειτουργήσει η ελάχιστη περίοδος που μεσολάβησε έκτοτε, πόσο καλά χωνεμένη θα αποδεικνυόταν.

Ο Καλτσάς πετυχαίνει να αντιστρέψει τον προβληματισμό σε αναγνωστικό θαυμασμό, υπενθυμίζοντας έμμεσα πως ακόμα και το πιο κοινότοπο θέμα μιας εθνικής λογοτεχνίας στα χέρια ενός ικανού γραφιά δύναται να μετατραπεί σε απόλαυση. Ο τίτλος, δάνειο από το ανυπέρβλητο Αβεσσαλώμ, Αβεσσαλώμ του Φόκνερ, εκτός από εμπνευσμένος αποδεικνύεται άκρως ταιριαστός έτσι όπως αποτυπώνει το πνεύμα που διαπνέει το σύνολο των σελίδων αυτού του ολοκληρωμένου μυθιστορήματος. Ο Καλτσάς χρησιμοποιεί ένα σύνηθες αφηγηματικό εργαλείο, επικεντρώνεται στην ατομική ιστορία μιας οικογένειας για να συνθέσει παράλληλα και ταυτόχρονα τη μεγάλη εικόνα. Το τραύμα, οι ήττες και η σιωπή κυριαρχούν, πώς αλλιώς, όταν μιλάμε για τη νεότερη ελληνική ιστορία, ενώ ταυτόχρονα δοκιμάζονται από την άρνηση των επόμενων γενιών να εμπλακούν προσωπικά, να θεωρήσουν την ιστορία των προγόνων τους δική τους ιστορία, αναζητώντας εαυτούς σε αυτή.

Χωρισμένο ευφυώς σε τρία κεφάλαια –τα Δεκεμβριανά, το καλοκαίρι του 1995 και την παραμονή του δημοψηφίσματος– το μυθιστόρημα διατρέχει μια περίοδο εβδομήντα χρόνων. Είναι η απόπειρα του Μιχάλη Ξενίδη να συνθέσει και να αφηγηθεί την ιστορία του πατέρα του, απόπειρα που κληροδοτείται, ως προθανάτια επιθυμία,  στον γιο του, Αντρέα. Ένα τεράστιο και υπό διαμόρφωση αρχείο έρευνας ενός ερασιτέχνη που, με έντονη την αγωνία, επιχειρεί να μπει στα παπούτσια του ιστορικού, μεταβιβάζεται στον επαγγελματία ερευνητή γιο, που εδώ και χρόνια ζει στο εξωτερικό. Και στις δύο απόπειρες, οι επίδοξοι συγγραφείς επιδιώκουν την άπιαστη αντικειμενικότητα, την όσο το δυνατόν πληρέστερη τεκμηρίωση, που ελπίζουν να δώσει φωνή και περιεχόμενο σε όσα διαδραματίστηκαν, προσδοκώντας, έστω και ασυνείδητα, να λάβουν απαντήσεις για το ποιοι είναι οι ίδιοι, από τι υλικό και συνθήκες είναι φτιαγμένοι.

Ο Καλτσάς έχει την απαραίτητη οξυδέρκεια να υπηρετήσει αφηγηματικά την ιστορία του, αποφεύγοντας να καταφύγει με βουλιμία στην υπερεπαρκή θεωρητική σκευή και διαφεύγει πλήρως του ορατού ενδεχομένου να αποπειραθεί να εντυπωσιάσει τεχνικά με τρόπο αταίριαστο και εις βάρος του ίδιου του μυθιστορήματος. Αυτό δεν σημαίνει πως ακολουθεί το πλέον συμβατό αφηγηματικό μονοπάτι, θέτοντας εξ αρχής τον πήχη ιδιαιτέρως ψηλά, με έντονα παρούσα τη συγγραφική φιλοδοξία, πήχη που καταφέρνει με άνεση να υπερκεράσει προς ενθουσιώδη ικανοποίηση του αναγνώστη. Η αφηγηματική σύνθεση του μυθιστορήματος προσιδιάζει, αν και κάπως λοξά, στην κατασκευή μιας ακαδημαϊκής εργασίας, όχι μόνο επειδή στηρίζεται κατά ένα μεγάλο της μέρος στην έρευνα και τις πηγές, αλλά και ως προς την ίδια της τη φύση, τον εκρηκτικό συνδυασμό προσωπικής και επιστημονικής εμμονής. Ωστόσο, εκείνο που την καθιστά λογοτεχνία είναι το συναίσθημα αγωνίας και υποχρέωσης που διαπνέει τους δυο τους, καθώς επιχειρούν να αφηγηθούν μια προσωπική ιστορία αφαιρώντας τον αναπόφευκτο υποκειμενισμό, εκκινώντας από μια μεταχρονολογημένη αφετηρία, αυτή η ιστορία πρέπει να ειπωθεί για όλους τους λόγους του κόσμου τους.

Στη Νικήτρια σκόνη υπάρχουν κάποιες –αρκετές– σελίδες πολύ υψηλής λογοτεχνικής στάθμης, με αποκορύφωμα όσες αφιερώνονται στην Κυριακή, 3 Δεκεμβρίου του 1944, και το αιματοκύλισμα της συγκέντρωσης στην πλατεία Συντάγματος. Αυτό δεν είναι ένα ακόμα μυθιστόρημα για την περίοδο εκείνη, ο Καλτσάς, με την αγαστή συνεργασία του Γιώργου Μαραγκού στη μετάφραση, υπογράφει ένα εκκωφαντικής αρτιότητας και απόλαυσης λογοτεχνικό έργο.

υγ. Το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο Ανοιχτό βιβλίο της Εφημερίδας των Συντακτών.

Μετάφραση Γιώργος Μαραγκός
Εκδόσεις Ψυχογιός

Δευτέρα 11 Μαΐου 2020

Υπεραιχμή - Thomas Pynchon




 (Όταν κυκλοφόρησε η Υπεραιχμή, ο Πίντσον ήταν εβδομήντα έξι χρονών.)

Ημέρες καραντίνας. Πολλές απόψεις έχουν εκφραστεί για το ποια βιβλία είναι καταλληλότερα για μια οριακή περίοδο όπως αυτή. Δεν έχω σταθερή άποψη, έχω δοκιμάσει να υπάρξω στην ακτή κάθε μιας απ' αυτές. Κοίταζα τη βιβλιοθήκη με τα αδιάβαστα, αναζητούσα το επόμενο βιβλίο. Σε αυτή την περίοδο μια τέτοια επιλογή έχει άλλη βαρύτητα, κανένα περιθώριο για λάθος δεν υπάρχει. Γιατί την Υπεραιχμή; Ήθελα κάτι ακραία ρεαλιστικό, κάτι που να διαδραματίζεται στο απόλυτο τώρα, όσο και αν το τώρα τρομάζει εδώ και καιρό, όσο και αν το κάθε χτες με το κάθε σήμερα μοιάζουν τόσο μακρινά. Κάτι που να διαλέγεται με το χάος των οικονομικών όρων και των τεχνολογικών επιτευγμάτων χωρίς όμως να στερείται του χιούμορ και των αναφορών στην ποπ κουλτούρα. Και να μη ζέχνει σοβαροφάνεια και δηθενιά, αλλά να έχει στο κέντρο του τον άνθρωπο. Ήθελα να κλείσω και έναν παλιό λογαριασμό. Γι' αυτό την Υπεραιχμή.
Είναι η πρώτη μέρα της άνοιξης του 2001, και η Μαξίν Τάρνοου, αν και κάποιοι την έχουν ακόμα περασμένη στο σύστημά τους ως Λέφλερ, πηγαίνει τα αγόρια της στο σχολείο με τα πόδια. Εντάξει, μπορεί να έχουν περάσει πια την ηλικία όπου χρειάζονται συνοδεία, μπορεί η Μαξίν να μη θέλει να τα αφήσει ακόμα να είναι ανεξάρτητα, αλλά είναι μόλις δύο τετράγωνα, είναι στον δρόμο για τη δουλειά της, το απολαμβάνει, πού είναι λοιπόν το πρόβλημα; 
Η Μαξίν Τάρνοου, πρώην Λέφλερ, είναι ερευνήτρια υποθέσεων απάτης, μια χωρισμένη μητέρα, που ζει με τα δυο της αγόρια στο Άνω Δυτικό Μανχάταν. Συνήθως αναλαμβάνει μικρές υποθέσεις, χωρίς ιδιαίτερο ενδιαφέρον, που όμως της επιτρέπουν να τα βγάζει πέρα. Την πρώτη εκείνη μέρα της άνοιξης του 2001, πηγαίνοντας προς το γραφείο της, δεν μπορεί να φανταστεί σε τι σκοτεινά και επικίνδυνα μονοπάτια θα την οδηγήσει η περιέργειά της να σκαλίσει τους λογαριασμούς μιας εταιρείας ασφάλειας υπολογιστών που, και ενώ έχει προηγηθεί το μεγάλο κραχ του χρηματιστηρίου των εταιριών πληροφορικής, αγοράζει μετά μανίας δίκτυα. Τα λογιστικά βιβλία όμως πάντα λένε την αλήθεια σε όσους ξέρουν να τα μελετούν, και αυτό είναι κάτι που η Μαξίν ξέρει να κάνει καλά. Όπως μπορεί να εύκολα να υποθέσει κανείς στην ιστορία δεν θα αργήσουν να παρεμβληθούν τα γεγονότα της 11ης Σεπτέμβρη. Στην έρευνά της θα συναντήσει, πότε ως συμμάχους και πότε ως εχθρούς, ένα πλήθος από χάκερ, προγραμματιστές, λογιστές, μπλόγκερ και επιχειρηματίες. Δεν θα καταφέρουν όλοι να βγουν ζωντανοί από αυτή την υπόθεση.

Έχουμε λοιπόν ένα μυθιστόρημα δράσης, με μια ιδιωτική ντετέκτιβ -ακόμα μία γυναίκα πρωταγωνίστρια σε ένα μυθιστόρημα του Πίντσον- που δεν μπορεί να αντισταθεί στην παρόρμησή της να σκαλίσει τα πράγματα. Ο Πίντσον χτίζει το μυθιστόρημά του γύρω από τους δύο βασικούς πυλώνες του σύγχρονου κόσμου, την οικονομία και την τεχνολογία, καθένας από τους δύο, για τους δικούς του λόγους, δυσπρόσιτος και ακατανόητος για την πλειοψηφία του πληθυσμού, με συνεχώς μεταβαλλόμενες παραμέτρους, κενά συστήματος και παραθυράκια νόμων. Εδώ εντοπίζεται το ρεαλιστικά ενημερωμένο στο σήμερα πιντσονικό σύμπαν. Οποιαδήποτε απόπειρα αποτύπωσης του κόσμου γύρω μας χωρίς την παρουσία της οικονομίας και της τεχνολογίας, και μάλιστα στον υψηλότερο βαθμό, στην υπεραιχμή τους δηλαδή, είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Για να καταφέρει κανείς να εντάξει στην ιστορία του όμως υψηλής δυσκολίας ζητήματα, όπως αυτά, πρέπει πρωτίστως να τα έχει μελετήσει και κατανοήσει σε βάθος, αλλιώς το αποτέλεσμα θα είναι μια δύσμορφη καρικατούρα. Ο γεννημένος το 1936 Τόμας Πίντσον τα καταφέρνει περίφημα, κάνοντας επίδειξη της σύγχρονης εκδοχής ενός Homo Universalis. Ψηφιακοί κόσμοι, άβαταρ, εμβάσματα, δίκτυα, φοροαπαλλαγές, ξέπλυμα, ανοιχτοί κώδικες και τόσα άλλα συστατικά που χρησιμοποιεί για ένα -ας μην ξεχνάμε- ψυχαγωγικό κατά βάση μυθιστόρημα δράσης.   

Φαντάζομαι πως αν κάποιος δεν έχει διαβάσει Πίντσον θα δυσκολεύεται να πιστέψει πως ένα από τα βασικά κριτήρια επιλογής ενός βιβλίου του είναι η ανάγκη για χιούμορ. Βλέπετε, δεν είναι λίγες οι θεωρίες φοβίας που κυκλοφορούν σχετικά με τον Πίντσον, και αυτές, σε συνδυασμό με μια παρερμηνευμένη συσχέτιση κωμικού και ελαφρού αναγνώσματος, είναι αρκετές για να θεριέψει ο σκεπτικισμός. Κι όμως, ο Πίντσον είναι ένας χαρισματικός και οξυδερκής σχολιαστής της πραγματικότητας, που -για να είμαστε ειλικρινείς- ολοένα και εμπλουτίζεται με νέες λαβές για να πιαστεί κανείς. Η σάτιρα απαιτεί μια πανοπτική αντίληψη των πραγμάτων, και ο Πίντσον τη διαθέτει. Και δεν θα ήταν ένα σύγχρονο και ρεαλιστικό βιβλίο αν δεν υπήρχαν οι θεωρίες συνωμοσίας, αναβαθμισμένος όρος μετά της ενδεκάτη Σεπτεμβρίου, που από τότε συνεχώς επεκτείνονται σε κάθε τομέα της καθημερινότητας, και τελικά το μόνο που καταφέρνουν είναι να κάνουν να μοιάζουν πιο ικανοί και έξυπνοι άνθρωποι που τυχαία και μέσα από συγκυρίες βρέθηκαν σε συγκεκριμένες θέσεις. Το βιβλίο αυτό, όπως και κάθε βιβλίο του Πίντσον, είναι στη βάση του πολιτικό, και όχι μόνο σε ένα επίπεδο κριτικής, αλλά και σκεπτικισμού, και παραδοχής της ανθρώπινης αδυναμίας. Ο τότε δήμαρχος της Νέας Υόρκης Τζουλιάνι βρίσκεται συχνά πυκνά στο στόχαστρο, παρέα με τη λοιπή πολιτική ηγεσία προεξέχοντος του υιού Μπους.   

Το εύρημα με τον ιδιωτικό ερευνητή που χρησιμοποιεί την όσφρηση για να διαλευκάνει τις υποθέσεις του, μαζί με την παρομοίωση για τις φούστες των κοριτσιών που ήταν πιο κοντές και από τη μνήμη ενός χασικλή, θα μου μείνουν αξέχαστα, σε συνδυασμό πάντα με την ψυχεδελική εμπειρία της ανάγνωσης ενός ακόμα μυθιστορήματος του Πίντσον. Τα μυθιστορήματά του -ειδικά τα παλαιότερα- είναι απαιτητικά αναγνώσματα, κανείς δεν αμφισβητεί κάτι τέτοιο. Η Υπεραιχμή στην προκειμένη περίπτωση δεν είναι ένα συμβατικό μυθιστόρημα δράσης, καθώς η μεταμοντέρνα αφήγηση, η παρουσία αρκετών χαρακτήρων και το εξειδικευμένο θέμα απαιτούν μια αυξημένη αναγνωστική προσήλωση. Πιστεύω πως το ζήτημα με τον Πίντσον είναι πως οι περισσότεροι υποψήφιοι αναγνώστες δεν περιμένουν να συναντήσουν πίσω από αυτές τις δυσκολίες ένα διασκεδαστικό μυθιστόρημα, ένα πραγματικά διασκεδαστικό μυθιστόρημα δράσης, με όλα τα απαραίτητα συστατικά, το οποίο αποζημιώνει τον αναγνώστη.
  
Ό,τι και να πει κανείς για τις μεταφράσεις του Γιώργου Κυριαζή θα είναι λίγο. 

Μετάφραση Γιώργος Κυριαζής
Εκδόσεις Ψυχογιός 

Δευτέρα 13 Απριλίου 2020

Ένα άλογο μπαίνει σ' ένα μπαρ - Νταβίντ Γκρόσμαν




Το Ένα άλογο μπαίνει σ' ένα μπαρ μιλάει για μια βραδιά stand-up comedy, που εξελίσσεται εντελώς διαφορετικά από ό,τι περίμεναν και μπορούσαν να φανταστούν οι θεατές. Κάποιοι, μάλιστα, δεν θα αντέξουν και θα φύγουν κατά τη διάρκεια της παράστασης, παρότι μένουν σε μια μικρή πόλη, όπου τέτοιου είδους ευκαιρίες διασκέδασης σπανίζουν. Οικοδεσπότης είναι ο μεσήλικας Ντόβαλε Γκρίνσταϊν. Λίγες μέρες πριν από την παράσταση, ο Ντόβαλε τηλεφωνεί στον παλιό του συμμαθητή, τον δικαστή Αβισάι Λαζάρ, με τον οποίο είχε να επικοινωνήσει πάνω από σαράντα χρόνια, και τον παρακαλεί να έρθει στην παράστασή του. Εκείνος, αν και στην αρχή αρνείται, αποδέχεται την πρόσκληση. Φτάνοντας στο μπαρ κάθεται στο τραπέζι που του έχει κρατήσει ο Ντόβαλε. Λίγο μετά ο παλιός συμμαθητής βγαίνει στη σκηνή, το πλήθος χειροκροτά.

Δεν αποτελεί σπάνιο λογοτεχνικό εύρημα η συνάντηση δύο χαρακτήρων μετά από μεγάλο διάστημα μη επικοινωνίας, καθώς και οι αποκαλύψεις που συνοδεύουν τις συναντήσεις αυτές. Πάνω σε αυτό το μοτίβο πατάει και ο Γκρόσμαν αρχικά, στο κλείσιμο των λογαριασμών με το παρελθόν. Ο Ντόβαλε ζητάει από τον Αβισάι να παρακολουθήσει την παράστασή του και εν συνεχεία να του πει τη γνώμη του. Ο Αβισάι δυσκολεύεται να αναγνωρίσει τον παλιό του συμμαθητή και ακόμα περισσότερο δυσκολεύεται να κατανοήσει τους λόγους για τους οποίους ο Ντόβαλε του ζητάει κάτι τέτοιο. Ο Ισραηλινός συγγραφέας δεν ακολουθεί μέχρι τέλους την πεπατημένη του μοτίβου, καθώς ο Αβισάι παρακολουθεί την παράσταση του Ντόβαλε, αναλογιζόμενος πότε θα τον συμπεριλάβει σε αυτή, μια ειδική, δηλαδή, σύμβαση πομπού και δέκτη. Ο Γκρόσμαν χρησιμοποιεί ουσιαστικά δύο πρωτοπρόσωπους αφηγητές, τον Ντόβαλε πίσω από το μικρόφωνο στη μικρή σκηνή του μπαρ να παρουσιάζει την παράστασή του, και τον Αβισάι που από τη θέση του θεατή μεταφέρει στον αναγνώστη τα λόγια του κωμικού, σχολιάζοντας ταυτόχρονα και την παρουσία του πάνω στη σκηνή και τις σκέψεις που γεννιούνται στον ίδιο. Με τον τρόπο αυτό ο Γκρόσμαν επιτρέπει στον Αβισάι να πει και τη δική του ιστορία. Εγκιβωτίζει έτσι μια πρωτοπρόσωπη αφήγηση σε μια πρωτοπρόσωπη αφήγηση, ένα πανέξυπνο και κυρίως λειτουργικό αφηγηματικό τρικ, ένας μονόλογος μέσα σε έναν μονόλογο, τον οποίο παρότι ο Αβισάι μεταφέρει επακριβώς, η παρεμβολή του δημιουργεί μια απόσταση ανάμεσα στον αναγνώστη και τον κεντρικό ήρωα, μια απόσταση με την αίσθηση που σου δίνει η ηχώ.
Το ξέρετε πως μόλις αποκτάς μια αρρώστια, ειδικά αν είναι έτσι ζουμερή, με προοπτική εξέλιξης, δηλαδή εκφυλιστική, όποιον συναντάς αμέσως προσπαθεί να σου αποδείξει πως δεν είναι καθόλου κακό, αντίθετα! Και όλοι ξαφνικά ξέρουν κάποιον που έχει ακούσει για κάποιον που ζει με σκλήρυνση κατά πλάκας ή με καρκίνο εδώ και είκοσι χρόνια, και η ζωή του είναι μια χαρά! Καλύτερη μάλιστα! Τόσο σου αλέθουν το μυαλό πόσο καλά και υπέροχα και σούπερ είναι, που αρχίζεις να σκέφτεσαι πόσο βλάκας ήσουν που δεν είχες αποκτήσει από καιρό αυτή τη σκλήρυνση! Τι τρελή ζωή θα μπορούσατε να έχετε οι δυο σας! Τι υπέροχο ζευγάρι!
Η αλήθεια είναι πως, διαβάζοντας το οπισθόφυλλο του βιβλίου αυτού, το μυαλό μου πήγε ευθύς αμέσως στο πλέον λυπηρό βιβλίο που έχω διαβάσει ποτέ, το μυθιστόρημα του Χάινριχ Μπελ Οι απόψεις ενός κλόουν, εκεί που ο κλόουν Χανς Σνηρ, εγκαταλελειμμένος πια από τη Μαρί, αφηγείται τη δική του πτώση. Δεν είχα προφανώς την απαίτηση να διαβάσω κάτι ισάξιο του Κλόουν. Όμως αυτή η αντίστιξη -ο κωμικός, που την ώρα της παράστασής του αποφασίζει να εξομολογηθεί διάφορα συμβάντα από τη ζωή του- μου κίνησε έντονα το ενδιαφέρον. Το βιβλίο ξεπέρασε τις όποιες αναγνωστικές προσδοκίες είχα. Η οξυδερκής ματιά του Γκρόσμαν, ο τρόπος του να μπολιάζει την ατομική ιστορία με τη μεγάλη ιστορία και η ικανότητά του να φλερτάρει με το κωμικοτραγικό αποτελούν τρομερά ατού, τα οποία, πατώντας πάνω στο εύρημα της παράστασης stand-up comedy, λειτουργούν περίφημα, καθώς η παρουσία του Ντόβαλε επί σκηνής είναι από μόνη της συναισθηματικά έντονη, χωρίς να χρειαστεί να προστεθεί κάτι άλλο, χωρίς να πρέπει ο συγγραφέας να καθοδηγήσει συναισθηματικά τον αναγνώστη. Η παρουσία του Αβισάι στο μεταίχμιο ανάμεσα στον ρόλο του αφηγητή και εκείνο του θεατή, εκτός από το απαραίτητο σασπένς για την εξέλιξη της βραδιάς, καθώς διαρκώς αναρωτιέται γιατί ο Ντόβαλε του ζήτησε να παραβρεθεί, προσδίδει στον αναγνώστη τη δυνατότητα να ταυτιστεί μαζί του, να ταυτιστεί με τον θεατή της παράστασης και αφηγητή της ιστορίας.
  
Βέβαια, χωρίς ένα καλό κείμενο, όλο αυτό το τεχνικό καλούπι θα έμενε κούφιο, χωρίς ζωή. Και ο Γκρόσμαν είναι αρκετά πεπειραμένος για να ξέρει πως ένα εύρημα αποδεικνύεται λειτουργικό και ευφυές μέσω της αφήγησης και μόνο. Έτσι, έχοντας ξεκάθαρη άποψη σχετικά με το τεχνικό μέρος, ξέροντας ακριβώς πώς θέλει να πει την ιστορία του, τη συνθέτει κομμάτι κομμάτι, χτίζει την πλοκή του μαεστρικά, τοποθετώντας σε καίρια σημεία τις κορυφώσεις και τις ανατροπές, αναμειγνύοντας φτηνό και μαύρο χιούμορ, εναλλάσσοντας τους δύο αφηγητές, στρέφοντας τον προβολέα πότε στον έναν και πότε στον άλλο, χωρίς όμως να παραμελεί και τους υπόλοιπους θεατές. Και καθώς η ανάγνωση προχωρά με γρήγορους ρυθμούς, αναρωτιέσαι πώς θα επιλέξει ο συγγραφέας να κλείσει την ιστορία, ελπίζοντας σε ένα τέλος αντάξιο της αρχικής ιδέας, και ο Γκρόσμαν προσφέρει ένα τέτοιο τέλος.

υ.γ Περισσότερα για το βιβλίο του Μπελ, Οι απόψεις ενός κλόουν, μπορείτε να βρείτε εδώ.

Μετάφραση Λουίζα Μιζάν
Εκδόσεις Ψυχογιός     

Πέμπτη 9 Μαΐου 2019

Το μουσείο της σύγχρονης αγάπης - Heather Rose






Για το βιβλίο αυτό δεν ήξερα τίποτα, δεν είχα ακούσει κάτι γι' αυτό, δεν ανυπομονούσα για την κυκλοφορία του στα ελληνικά. Το είδα στη βιτρίνα του βιβλιοπωλείου, και με κυρίευσε μια έντονη επιθυμία να το διαβάσω. Έτσι απλά.

Μπήκα στο βιβλιοπωλείο, πήρα το βιβλίο στα χέρια μου, στήθηκα στην ουρά, πλήρωσα, το έβαλα στην τσάντα μου και βγήκα στον δρόμο (γέννηση επιθυμίας, υλοποίηση επιθυμίας, χρόνος ελάχιστος).

Έκανα μια μεγάλη βόλτα. Εξ αρχής γι' αυτό είχα φύγει από το σπίτι, για να περπατήσω μέχρι τη θάλασσα, παρά την απειλή της βροχής. Η στάση στο βιβλιοπωλείο προέκυψε στην πορεία.

Κατά τη διάρκεια της βόλτας σκεφτόμουν διάφορα, ανάμεσα στα οποία και την επιθυμία να διαβάσω αυτό το βιβλίο για το οποίο -ακόμα- τίποτα δεν γνώριζα, εκτός από τον τίτλο, αλλά και αυτόν δεν τον θυμόμουν με απόλυτη ακρίβεια. Ίσως να ήταν το εξώφυλλο, το κόκκινο που τραβάει το βλέμμα -πρώτο μάθημα μάρκετινγκ σε οποιοδήποτε προπτυχιακό πρόγραμμα οικονομικής σχολής- ή ίσως αυτό το τρισδιάστατο εφέ με τα τετραγωνάκια. Τι ήταν εκείνο που ενεργοποίησε το ένστικτό μου αναζητούσα μάλλον να εντοπίσω, αλλιώς: τι ήταν εκείνο που ενεργοποίησε την ανάγκη κατανάλωσης. Σκεφτόμουν ακόμα τι είδους προσδοκίες θα μπορούσε να έχει κάποιος -εγώ στην προκειμένη περίπτωση- από μια τόσο βιαστική αγορά. Η κοπέλα στο ταμείο με κοίταξε δεύτερη φορά πριν χτυπήσει το βιβλίο στην ταμειακή, κάτι το οποίο μπορεί να είναι α) ιδέα μου, β) τυχαίο γ)άσχετο με το βιβλίο. (Είχα και άλλες σκέψεις εκ των οποίων κάποιες δεν μπορώ να ανακαλέσω, ενώ κάποιες άλλες είναι εντελώς άσχετες με το παρόν κείμενο, μάλλον βαρετές παρά άκρως προσωπικές).

Μέχρι εκείνη τη στιγμή - που έφτασα στη θάλασσα, κάθισα σε ένα παγκάκι, έβγαλα το βιβλίο από τη τσάντα- δεν ήξερα πως είχε να κάνει με τη Μαρίνα Αμπράμοβιτς. Κάτι το οποίο με έκανε να γελάσω, πρώτον γιατί αναφερόταν -έστω με μικρά γράμματα- στο εξώφυλλο και δεύτερον γιατί θεώρησα πως όλη η στρατηγική προώθησης του βιβλίου θα έπρεπε να σχετίζεται με τη Σέρβα καλλιτέχνη, τη στιγμή που εγώ αναζητούσα στο βαθύτερο ασυνείδητο τις απαντήσεις σχετικά με τη γέννηση της επιθυμίας.

Ομολογώ πως ελάχιστα είναι τα όσα γνωρίζω για την Αμπράμοβιτς. Ελάχιστα με δεδομένο το πόσο γνωστή είναι. Υποθέτω πως το όνομά της δεν θα ήταν αρκετό για να μου δημιουργήσει αναγνωστική επιθυμία. Πάλι πίσω στο άγνωστο λοιπόν.

Στο παγκάκι δίπλα στη θάλασσα ξεκίνησα να διαβάζω Το μουσείο της σύγχρονης αγάπης της Χέδερ Ρόουζ, εμπνευσμένο από τη Μαρίνα Αμπράμοβιτς, σε μετάφραση της Βάσιας Τζανακάρη από τις εκδόσεις Ψυχογιός.

Δεν σηκώθηκα παρά όταν ο ήλιος άρχισε να δύει.

Το μυθιστόρημα περιστρέφεται γύρω από την περφόρμανς Η καλλιτέχνις είναι εδώ, την οποία η Μαρίνα Αμπράμοβιτς εκτέλεσε το 2010 στο ΜοΜΑ. Ο Άρκι Λέβιν, μουσικοσυνθέτης που ζει στη Νέα Υόρκη, επισκέπτεται καθημερινά την αίθουσα στην οποία η Αμπράμοβιτς κάθεται σε μία καρέκλα έχοντας απέναντί της μία κενή στην οποία μπορεί να καθίσει κάθε επισκέπτης που το επιθυμεί -και που έχει την υπομονή να αναμείνει στην ουρά.

Στο ανθρώπινο σύμπαν που περιστρέφεται γύρω από την περφόρμανς με προεξέχουσα την Αμπράμοβιτς, τους συνεργάτες της και τους επισκέπτες τής έκθεσης, η Ρόουζ προσθέτει τον εαυτό της ως αφηγηματική φωνή που ακούγεται από το μυθιστορηματικό υπερπέραν, αλλά και τη νεκρή μητέρα της Αμπράμοβιτς από το υπερπέραν γενικότερα. Το μυθιστόρημα αποτελεί μία σύνθεση πραγματικών και φανταστικών προσώπων και γεγονότων. Κάτι το οποίο αποδεικνύεται ιδιαίτερα ενδιαφέρον κατά την ανάγνωση, αυτά τα ασταθή όρια μεταξύ αναπαράστασης και επινόησης.

Αν στο ένα άκρο εντοπίζεται η πρωτοτυπία της περφόρμανς αλλά και η ιδέα της Χέδερ να την τοποθετήσει στον κέντρο του μυθιστορήματός της, τότε στο άλλο άκρο εντοπίζονται αρκετά κλισέ και κάποιες ευκολίες ως προς την εκτέλεση του εγχειρήματος, ενώ, κάπου στο ενδιάμεσο, στέκει το μυθιστόρημα.

Στα θετικά του βιβλίου η αποτύπωση της ατμόσφαιρας και διαφόρων στιγμιοτύπων της περφόρμανς αλλά και η γενικότερη αίσθηση του ΜοΜΑ κατά τη διάρκεια της περφόρμανς αλλά και της αναδρομικής έκθεσης με έργα της Αμπράμοβιτς.

Από τις πρώτες κιόλας σελίδες του μυθιστορήματος θυμήθηκα το Σημείο ωμέγα του ΝτεΛίλο, ένα βιβλίο το οποίο είχα απολαύσει πάρα πολύ.       

Μετάφραση Βάσια Τζανακάρη
Εκδόσεις Ψυχογιός