Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ουγγαρία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ουγγαρία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 26 Μαρτίου 2026

Σάρκα - David Szalay

Τα βραβεία, τα λογοτεχνικά και τα λοιπά, είναι μια σύμβαση, τη δέχεσαι ή την απορρίπτεις, δικαίωμά σου είναι, προφανέστατα. Προβληματικό είναι όταν τα δέχεσαι, αν συμφωνείς, και τα  απορρίπτεις, αν διαφωνείς, που και αυτό δικαίωμά σου είναι, προφανέστατα, αλλά καταλαβαίνετε, θαρρώ, τι θέλω να πω. Το Βραβείο Μπούκερ για το 2025 το κέρδισε η Σάρκα του Ντέιβιντ Σόλοϊ. Αναμενόμενα συζητήθηκε το βιβλίο αυτό, κάποιοι αρκετοί έσπευσαν να το διαβάσουν στα αγγλικά, σε άλλους άρεσε και σε άλλους όχι, είθισται να συμβαίνει και αυτό, κάποιοι, όπως εγώ, περίμεναν την ελληνική εκδοχή του.

Αν δέχεσαι τα βραβεία, έχεις κάθε δικαίωμα να κρίνεις ένα βραβευμένο με βάση τη βράβευσή του, σε σχέση, κυρίως, με τα άλλα υποψήφια, αλλά και με παλαιότερους νικητές του θεσμού. Αν δεν τα δέχεσαι, τότε και πάλι μπορείς να κρίνεις αλλά όχι με βάση τη βράβευση ή μη, ακριβώς γιατί δεν δέχεσαι τα βραβεία.

Το Μπούκερ, αντίθετα με το Νόμπελ, αφορά συγκεκριμένα βιβλία, που εκδόθηκαν την ίδια χρονιά, είναι γραμμένα πρωτότυπα στα αγγλικά, μια πρώτη μακρά λίστα ανακοινώνεται, ύστερα μια τελική πεντάδα, από την οποία προκύπτει το νικητήριο. Από τη βραχεία λίστα μόνο το Οντισιόν της Κιταμούρα έχω διαβάσει και μόνο ως προς αυτό δύναμαι να κρίνω τη Σάρκα συγκριτικά, αν έχει, που δεν έχει, νόημα μια τέτοια σύγκριση.

Η βράβευση και, κυρίως, η μετέπειτα συζήτηση σίγουρα αποτελεί μια αφορμή ανάγνωσης, ιδιαίτερα από τη στιγμή που το βιβλίο κυκλοφόρησε στα ελληνικά και βρέθηκε στις προθήκες των βιβλιοπωλείων, η επίσπευση της ανάγνωσης υπήρξε δικαιολογημένη και αναμενόμενη. Χωρίς την ανάγνωση πέφτει στο κενό η όποια κρίση. Προείπα, ωστόσο, μόνο άλλο ένα ακόμα έχω διαβάσει από τη λίστα, επομένως η αξιολόγηση, η αίσθηση αν προτιμάτε, της ανάγνωσης είναι ανεξάρτητη των γύρω τριγύρω στοιχείων.

Εκείνο που περισσότερο με ιντρίγκαρε δεν ήταν τόσο η πόλωση των απόψεων, όσο το γεγονός πως και τα δύο μέρη στέκονταν στο ίδιο τεχνικό γνώρισμα, στον τρόπο του Σόλοϊ να αφηγηθεί την ιστορία του Ίστβαν, ενός προσώπου με μηδενικό βάθος χαρακτήρα, που άγεται και φέρεται με όσα η ζωή του φέρνει, και με έναν αφηγηματικό τρόπο αρκετά στεγνό, απλό και περιγραφικό. Κάποιοι ενθουσιάστηκαν, άλλοι απογοητεύτηκαν, αμφότερα τα μέρη, ωστόσο, επεσήμαναν το ίδιο χαρακτηριστικό. Ένα πρώτο ερώτημα είναι: υπάρχει στο βυθό κάτω από την επιφάνεια κάτι που βράζει; 

Δεν είχα προσδοκίες, μόνο επιθυμία να διαβάσω το βιβλίο αυτό.

«Στα δεκαπέντε του, μετακομίζει με τη μητέρα του σε καινούργια πόλη και πηγαίνει σε καινούργιο σχολείο. Δεν είναι εύκολη ηλικία για κάτι τέτοιο, η κοινωνική ιεραρχία του σχολείου είναι ήδη εδραιωμένη, και δυσκολεύεται να κάνει φίλους. Ύστερα από λίγο, όμως, κάνει ένα φίλο, ένα άλλο μοναχικό άτομο. Μερικές φορές, μετά το σχολείο πηγαίνουν παρέα στο καινούργιο εμπορικό κέντρο δυτικού τύπου που μόλις έχει ανοίξει στην πόλη».

Η πρώτη παράγραφος λειτουργεί εισαγωγικά και κατατοπιστικά, θέτει τις συνθήκες, τη μετακόμιση, την ηλικία, τον χαρακτήρα, τη μεταβατική εποχή στην Ουγγαρία, περιλαμβάνει και τον τρόπο με τον οποίο ο συγγραφέας, μέσω του αφηγητή του, θα πει την ιστορία αυτή, στεγνά, απλά και περιγραφικά.

Ο τρόπος του Σόλοϊ με μαγνήτισε, δεν μπορούσα να αφήσω το βιβλίο από τα χέρια μου, αναζητούσα το οποιοδήποτε κενό ώστε να διαβάσω λίγες ακόμα σελίδες, ένα ακόμα επεισόδιο από τη ζωή του. Η λογοτεχνία, είτε ως μορφή είτε ως περιεχόμενο, πλέει σε ένα μικρό μέρος της ανθρώπινης συνθήκης, αναπόφευκτα ίσως, ανακουφιστικά, επίσης, μια συνθήκη εξαίρεσης που μονώνει το μπούνκερ του καθενός μας. Ο Σόλοϊ λέει πως ήθελε να γράψει ένα μυθιστόρημα με δύο πλευρές, μια αγγλική και μια ουγγρική, για τη ζωή ενός μετανάστη τη στιγμή που η Ουγγαρία μπαίνει στην Ευρωπαϊκή Ένωση, για τη ζωή ως σωματική εμπειρία.

Πριν από ό,τι άλλο: ο Σόλοϊ, συμφωνεί ή διαφωνεί κανείς με τις προθέσεις ή το αποτέλεσμα, έχει ένα ξεκάθαρο πλάνο γραφής, οι αποφάσεις έχουν ληφθεί και διατηρούνται μέχρι το τέλος. Είναι σημαντικό να λεχθεί κάτι τέτοιο, η τυχαιότητα βασανίζει εξόχως την τέχνη, ένα απλό εύρημα δεν θα προμήθευε με ικανό καύσιμο την κατασκευή. Ο τρόπος του, στεγνός, απλός και περιγραφικός, δεν στοχεύει στον αναγνωστικό εντυπωσιασμό, μάλλον διακινδυνεύει το αντίθετο, προείπα ήδη για τις ενστάσεις και τις κατηγορίες που πατούν ακριβώς εκεί που πατάει και ο θαυμασμός (μου).

Πάνε χρόνια, είχα δει την ταινία του Τζάρμους, ίσως την πλέον υποτιμημένη της εργογραφίας του, Στα όρια του ελέγχου (Limits of control, 2009), μια ταινία δράσης χωρίς καθόλου δράση, μια ταινία δράσης στα διαλείμματα της δράσης, ένας επαγγελματίας δολοφόνος που περιφέρεται στη Μαδρίτη, αργά και νωχελικά, βαρετά ίσως να σκεφτεί κάποιος, στοιχειωτικά θα έλεγα εγώ. Τη σκεφτόμουν αυτή την ταινία, την αίσθηση που χρόνια μετά έχει διατηρηθεί για εκείνη μέσα μου.

Επεισόδια από τη ζωή του Ίστβαν, που τίποτα ξεχωριστό δεν έχει ως χαρακτήρας, που όλο οκ απαντά στις ερωτήσεις που του γίνονται, που ακολουθεί τη ροή χωρίς να αναρωτιέται πολλά πολλά. Ένας άνθρωπος της εποχής του, ένας απλός, συνηθισμένος άνθρωπος, διαμορφωμένος σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο, χωρίς θεωρία, χωρίς βάθος σκέψης, χωρίς ενεργή σύνδεση με το συναίσθημά του, χωρίς ιδιαίτερο πλάνο και σχεδιασμό. Ο Ίστβαν είναι ιδιαίτερα γνώριμος, οικείος, αν και ίσως να μην ανήκει στον μικρόκοσμό μας, στην πλάνη μας, και όμως αντιπροσωπεύει μια ισχυρή πλειοψηφία, μια σιωπηλή πλειοψηφία, μια ακατανόητη, ίσως, πλειοψηφία.

Ο Σόλοϊ παρουσιάζει έναν μη λογοτεχνικό χαρακτήρα, έναν μη συνηθισμένο λογοτεχνικό χαρακτήρα, και τον υποστηρίζει άψογα γλωσσικά και αφηγηματικά, του φτιάχνει το πλαίσιο εντός του οποίου κινούνται οι πολλοί Ίστβαν του καιρού μας, επίπεδοι και μονοδιάστατοι. Ο Σόλοϊ προγραμματικά κατασκευάζει κάτι το οποίο αποτελεί συνήθη ανώμαλη προσγείωση για μια λογοτεχνία υψηλών βλέψεων. Η Σάρκα οφείλει να κριθεί και με βάση τις ορατές συγγραφικές επιδιώξεις, αν τα κατάφερε ο συγγραφέας σε αυτό που θέλησε να κάνει.

Η κάμερα καδράρει διαρκώς στον Ίστβαν, αφήνοντας έξω τον υπόλοιπο κόσμο, μόνο ό,τι φτάνει ως αυτόν γίνεται ορατό. Αυτή η αποκοπή ενισχύει/αποτυπώνει τον τρόπο με τον οποίο ο Ίστβαν ζει, παρ' όλες τις εξωτερικές συνθήκες. Μα πώς γίνεται, αναρωτιόμαστε εμείς οι σκεπτόμενοι, ο κόσμος να μην αντιδρά στο ένα ή στο άλλο, πώς γίνεται να συνεχίζουν με ό,τι κάνουν. Αναρωτιόμαστε και αρνούμαστε να στρέψουμε το βλέμμα προς τα εκεί.

Θα μπορούσε το μυθιστόρημα να έχει μια πιο έντονη κριτική προσέγγιση, να επιχειρήσει μια κοινωνιολογική προσέγγιση, όμως αυτό δεν συμβαίνει, όχι στην επιφάνεια τουλάχιστον, όχι ως μασημένη τροφή, όχι ως μια σύνθεση από κλισέ, όπως ο φτωχός μη προνομιούχος που παλεύει να επιβιώσει, για παράδειγμα. Ο αφηγητής κρατάει μια απόσταση σταθερή, απόσταση που αποτυπώνεται στον τρόπο του, δεν κρίνει και δεν συναισθάνεται, δεν επιχειρεί να εξηγήσει και να δικαιολογήσει, όχι γιατί δεν τον ενδιαφέρει αλλά γιατί δεν υπάρχει κάτι που να γεννά την ανάγκη στην ιστορία του Ίστβαν, ο αφηγητής προσαρμόζεται στα μέτρα του ήρωα της ιστορίας του.

Αν κάποιος αναζητά το βάθος και το υψηλό, ό,τι και αν αυτό σημαίνει πραγματικά, στη λογοτεχνία, ας προσπεράσει, εδώ δεν θα βρει το αγαπημένο του φλιτζάνι με τσάι, θα βαρεθεί και θα δυσανασχετήσει. Συμβαίνει σπάνια, εδώ συμβαίνει, ωστόσο, να μπορώ να φανταστώ να μην αρέσει καθόλου σε κάποιον ένα βιβλίο που εμένα μου άρεσε πολύ, με ενθουσίασε για την ακρίβεια, και μάλιστα, για τους ίδιους λόγους.

Η απάντηση στο ερώτημα, υπάρχει στο βυθό κάτω από την επιφάνεια κάτι που βράζει;, είναι θετική, η στεγνή, απλή και περιγραφική αφήγηση διαθέτει κάτι το ανησυχαστικό, κάτι το τρομακτικό, κάτι το σκληρά ρεαλιστικό, κάτι που αφήνει το προνόμιο της σκέψης, της ιδεολογίας, της αισθητικής, και όποιο ακόμα αντίστοιχο, αμήχανο και κατατροπωμένο. Η ιδιώτευση του Ίστβαν στέκει στον αντίποδα της δικής μας, εκείνος, τουλάχιστον, δεν επιχειρεί να τη θεωρητικοποιήσει.

Η Σάρκα μού άρεσε πολύ, ο Ίστβαν, πού να το φανταζόταν, με καθήλωσε και με στοίχειωσε, ο Σόλοϊ κατασκεύασε ένα αριστούργημα με τα πλέον απλά συστατικά. 

υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!

Μετάφραση Βάσια Τζανακάρη
Εκδόσεις Ψυχογιός

Πέμπτη 25 Ιανουαρίου 2024

Herscht 07769 - László Krasznahorkai

Υπάρχουν κάποιοι συγγραφείς που έχουν γράψει δεκαετίες πριν και τα έργα τους συνεχίζουν να αναβλύζουν φρεσκάδα στο σήμερα, χάρη στη διαχρονικότητα και τη λογοτεχνική τους αξία. Γνωστή αυτή η αίσθηση του κλασικού, που όμως μπορεί να αντιστραφεί. Γιατί υπάρχουν κάποιοι συγκαιρινοί μας συγγραφείς, λίγοι και εκλεκτοί, που τα έργα τους ανήκουν κιόλας στην επικράτεια του κλασικού, με αποτέλεσμα συχνά, και παρά την πραγματολογική γνώση, ο αναγνώστης να τοποθετεί τη συγγραφή τους σ' ένα μακρινό παρελθόν. Σ' αυτή την κατηγορία ανήκει ο σπουδαίος Ούγγρος συγγραφέας, γεννημένος το 1954, Λάσλο Κρασναρχοκάι. Πρόσφατα κυκλοφόρησε στα ελληνικά το τελευταίο του βιβλίο, Herscht 07769, με τον συνοδευτικό υπότιτλο Η ιστορία Μπαχ του Φλόριαν Χερστ.

Η αναφορά στο οπισθόφυλλο του ονόματος της πρώην καγκελαρίου Άνγκελα Μέρκελ τοποθετεί εξ αρχής τη δράση του μυθιστορήματος στο σήμερα, λειτουργώντας αντιστικτικά στην παραπάνω αίσθηση και δημιουργώντας, εκτός των δεδομένων προσδοκιών που συνοδεύουν κάθε νέο βιβλίο του Κρασναρχοκάι, μια έντονη περιέργεια για τον τρόπο με τον οποίο θα λειτουργούσε η συγχρονία αυτή με πιο κλασικοφανείς αφηγηματικές πρώτες ύλες. Η σιγουριά πως θα ήταν ένα ακόμα σπουδαίο βιβλίο ήταν δεδομένη, ο τρόπος που θα διαχειριζόταν ο συγγραφέας την τόσο παρούσα συγχρονία έμενε να φανεί.

Ο Φλόριαν Χέρστ, με τη γεμάτη δυσκολίες παιδική ηλικία, ζει στην Κάνα, μια μικρή πόλη της γερμανικής Θουριγγίας, στα μέρη όπου γεννήθηκε ο Μπαχ και τώρα ξεμυτίζουν διάφορες νεοναζιστικές οργανώσεις. Δουλεύει βοηθός του Μπόση, λάτρη του Μπαχ και αρχηγού ενός τοπικού εθνικιστικού πυρήνα, που αναλαμβάνει τον καθαρισμό τοίχων από γκράφιτι. Ο Χερστ για αρκετό καιρό παρακολουθούσε μαθήματα εκλαϊκευμένης φυσικής, τα οποία παρέδιδε ένας ευρυμαθής ερασιτέχνης μετεωρολόγος. Εκεί, κάπου ανάμεσα στην εμμονή και τη συνειδητοποίηση, γεννήθηκε η πεποίθηση του Χερστ πως ο κόσμος, αφού δημιουργήθηκε από μια τυχαιότητα, μπορεί ανά πάσα στιγμή να καταστραφεί με τον ίδιο τρόπο. Αποφασίζει να στείλει μια επιστολή στην Άνγκελα Μέρκελ, κρούοντας τον κώδωνα του κινδύνου, στα στοιχεία αποστολέα γράφει απλώς Χερστ 07769, στοιχεία αρκετά για το τοπικό ταχυδρομείο, ώστε να του παραδώσει κάποια ενδεχόμενη απάντηση.

Αυτή είναι η σύνοψη της πλοκής της ιστορίας αυτής. Ένας παντογνώστης αφηγητής αναλαμβάνει να ακολουθήσει τον Χερστ, τον Μπόση, αλλά και αρκετούς από τους κατοίκους της μικρής αυτής πόλης στην καθημερινότητά τους. Ο Κρασναρχοκάι επιλέγει μια μονοπερίοδη αφήγηση, μία και μόνο τελεία υπάρχει, στο τέλος του βιβλίου. Παράλληλα με την προώθηση της πλοκής, που σε πολλά ομοιάζει με ένα pageturner μυθιστόρημα καταιγιστικής δράσης, ο αναγνώστης ακολουθεί κατάπληκτος ένα αφηγηματικό ρεσιτάλ δεξιοτεχνίας, που επιβάλλει τη λειτουργικότητά της, παραμερίζοντας όποιες ενστάσεις περί στείρου εντυπωσιασμού. Έτσι, με αυτό το εντυπωσιακό στην εκτέλεση εύρημα, ο συγγραφέας μετατοπίζει το αχόρταγο γύρισμα των σελίδων από την πλοκή στην αφήγηση, επιβεβαιώνοντας τη γόνιμη και καλοχωνεμένη επιρροή της κεντροευρωπαϊκής λογοτεχνίας, κυρίως της εκδοχής που εισήγαγε ο Μπέρνχαρντ.

Ο Φλόριαν Χερστ είναι ένας χαρακτήρας που παραμένει ανεξίτηλα χαραγμένος στην αναγνωστική μνήμη, παρότι δεν διαθέτει τίποτα το ηρωικό, ένας απλός άνθρωπος, μάλλον αδιάφορος και αφελής, που οι γύρω του δεν είναι απόλυτα σίγουροι γιατί τον συμπαθούν διαισθητικά. Συγγενεύει με έναν ακόμα συγκινητικό χαρακτήρα του Κρασναρχοκάι, τον Κόριμ από το Πόλεμος και πόλεμος, ενώ μοιάζει να αποτελεί μια σύνθεση του Γκρέινιερ και του Μπάλαρντ από τα Όνειρα τρένων του Ντένις Τζόνσον και το Τέκνο του Θεού του Κόρμακ ΜακΚάρθι αντίστοιχα, σημαντικών βιβλίων που επίσης κυκλοφόρησαν φέτος.

Ο Κρασναρχοκάι, με βασικά υλικά, υπογράφει ένα έργο πολύ υψηλής λογοτεχνίας, ξεκάθαρα πολιτικό και ανθρώπινο, που απεικονίζει τη γενικότερη ιδεολογική σύγχυση που επικρατεί στην Ευρώπη, σε τέτοιο βαθμό που τα απανωτά γράμματα του Χερστ φαντάζουν ολοένα και λιγότερο αφελή. Επίσης, ανάμεσα σε άλλα, διαπραγματεύεται το κατά πόσο η επαφή με την τέχνη αρκεί για έναν καλύτερο κόσμο, ένα θέμα διαχρονικών αντεγκλήσεων, ενώ την ίδια στιγμή επιτρέπει στο φρικώδες να αποκαλυφθεί με τρόπο αβίαστο και φυσικό, κρούοντας τον δικό του κώδωνα κινδύνου. Ο συγγραφέας δεν διστάζει να αναμετρηθεί σε δύο επικίνδυνα ταμπλό, της έντονης δράσης και της συγχρονίας, με τους δικούς του όρους, χωρίς να απολέσει το γνώριμο και προσωπικό αφηγηματικό του ύφος.

Το Herscht 07769, εκτός από μια ιδανική πύλη εισόδου στο έργο ενός εκ των σημαντικότερων εν ζωή συγγραφέων, απευθύνεται σε ένα διευρυμένο αναγνωστικό κοινό, ίδιον της υψηλής λογοτεχνίας. Η μετάφραση της Μανουέλας Μπέρκι από τα ουγγρικά αποτελεί έναν άθλο, ενώ οι εκδόσεις Πόλις μπορούν να περηφανεύονται πως διαθέτουν στον κατάλογό τους έναν σύγχρονο κλασικό, το έργο του οποίου θα αντέξει στο πέρασμα του χρόνου· μια πρόβλεψη μηδενικού ρίσκου.

υγ.1 η πρώτη γνωριμία με τον σπουδαίο αυτό συγγραφέα υπήρξε το μυθιστόρημα Πόλεμος και πόλεμος (περισσότερα εδώ), ακολούθησε Η μελαγχολία της αντίστασης (εδώ), Το τανγκό του Σατανά (εδώ) και Η επιστροφή του βαρόνου Βένκχαϊμ (εδώ).

υγ.2 Το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών.

υγ.3 Αυτή η ανάρτηση αποτελεί την υπ' αριθμό χιλιοστή πεντακοσιοστή αυτού του ψηφιακού τόπου.  

Μετάφραση Μανουέλα Μπέρκι
Εκδόσεις Πόλις

Δευτέρα 8 Φεβρουαρίου 2021

Η επιστροφή του βαρόνου Βένκχαϊμ - László Krasznahorkai

Στη Διόρθωση του Τόμας Μπέρνχαρντ, ο σαρανταδυάχρονος Ρόιτχαμερ, μετά από τριετή μελέτη, κατασκευάζει σε διάστημα επίσης τριών ετών το οικοδόμημα που θεωρούσε πως ταίριαζε στην αδερφή του, τον επονομαζόμενο «κώνο», όμως εκείνη, η αδερφή του, μόλις το αντίκρισε ολοκληρωμένο, πέθανε, κι εκείνος, ο Ρόιτχαμερ, αφού πρώτα κληροδότησε το οικοδόμημα στο κράτος, θέτοντας τον όρο να εγκαταλειφθεί στη φύση, αυτοκτόνησε, κάποια χρόνια μετά, στο μυθιστόρημα του Κρασναχορκάι, Η επιστροφή του βαρόνου Βένκχαϊμ, κάπου στην κεντρική Ευρώπη, ένας άλλος φυσικός επιστήμονας, καθηγητής αυτός με αντικείμενο εξειδίκευσης την πλέον ταπεινή μορφή χλωρίδας, με σπουδαία φήμη να τον ακολουθεί, αηδιασμένος απ' όλα, παραδομένος στη ματαιότητα της έρευνας, εγκαταλείπει την πόλη, αφού πρώτα επιχειρήσει να εξαφανισθεί γραφειοκρατικά, ρευστοποιεί την περιουσία του και πηγαίνει στο προάστιο Βάτα, όνομα και πράγμα, όπου στο κέντρο τους υπάρχει μια κατασκευή από λαμαρίνες, το οικοδόμημα που του ταιριάζει, παραδομένο από καιρό στη φύση, το κατάλληλο, με λίγες μόνο επεμβάσεις, κρησφύγετο από τον κόσμο.

Την ίδια στιγμή, ο βαρόνος Μπέλα Βένκχαϊμ, που για χρόνια ζούσε στο Μπουένος Άιρες, γόνος μιας αριστοκρατικής οικογένειας, θα βρεθεί μπλεγμένος σε χρέη προς το καζίνο, η φυλάκιση σε σχέση με το σκάνδαλο μοιάζει να είναι το μικρότερο κακό, θα καταφέρει, όπως οι άτακτοι γόνοι καταφέρνουν, να ξεφύγει από τη δυσάρεστη αυτή θέση, χάρη στην επέμβαση της οικογένειας, η πληρωμή του χρέους, το κλείσιμο της υπόθεσης, ο όρος που του τίθεται από τους σωτήρες συγγενείς και διαχειριστές της περιουσίας είναι να εγκαταλείψει την Αργεντινή, να επιστρέψει στη Μαδρίτη, να πάψει να κηλιδώνει το οικογενειακό όνομα, και εκείνος, πάντοτε αμίλητος, σε μια φαινομενική τουλάχιστον κατάσταση απάθειας, υπακούει, περνάει ώρες στο γραφείο του δωματίου του σβήνοντας και σκίζοντας επιστολόχαρτα, θυμάται τον νεανικό του έρωτα, πριν εγκαταλείψουν την Ουγγαρία μετά από όσα συνέβησαν τότε, θα στείλει εν τέλει την επιστολή, όμως αμέσως θα μετανιώσει για την παρόρμησή του αυτή, θα βιαστεί να συντάξει μια δεύτερη, απολογητική της πρώτης, θα απαιτήσει, ναι, αυτός ο αμίλητος και άβουλος άνθρωπος θα απαιτήσει, να επιστρέψει εκεί, όπου η φήμη του ήδη προηγείται, τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων, κυβερνητικών και αντιπολιτευτικών, έχουν καταστήσει την επικείμενη άφιξή του ως το πλέον σημαντικό γεγονός, οι τοπικές αρχές εποφθαλμιούν την περιουσία του, ορέγονται επενδύσεις, ετοιμάζουν μια μεγαλειώδη υποδοχή, μια υποδοχή αντάξια ενός βαρόνου ευπατρίδη.

Στον ρόλο του παντογνώστη αφηγητή αυτής της ιστορίας ο Κρασναχορκάι τοποθετεί έναν ιμπρεσάριο, που καθόλου δεν αγαπάει τη μουσική, κι όμως είναι υπεύθυνος να συντονίσει τη φάλτσα ορχήστρα για μια και μοναδική παράσταση, αυτό εξηγεί στους μουσικούς, τη στιγμή που τρώει ένα μήλο, το οποίο λάμπει στο φως του ήλιου, επισημαίνοντάς τους πως αν και εκείνος γνωρίζει τα πάντα, εκείνοι, οι μουσικοί, οφείλουν να του ομολογήσουν ακόμα και την πλέον ελάχιστη λεπτομέρεια, τι χορδές χρησιμοποιούν, για παράδειγμα, τι όνειρα βλέπουν ή σε τι ελπίζουν, παρότι κάτι τέτοιο καμία σημασία δεν έχει, γιατί κάθε ελπίδα θα διαψευστεί, και αν κάποιος αποχωρήσει άμεσα θα αντικατασταθεί, διότι εγώ είμαι απλώς εκείνος που εδώ επιτηρεί τα πάντα, εγώ είμαι εκείνος που δεν δημιουργεί, αλλά απλώς παρίσταται πριν από κάθε μία φωνή, διότι εγώ είμαι εκείνος που, μα τον Θεό, περιμένει μονάχα να τελειώσουν όλα αυτά.

Ο βαρόνος Μπέλα Βένκχαϊμ διετέλεσε πρωθυπουργός της χώρας για λίγους μήνες το 1875, κι αυτό το νήμα συνωνυμίας μόνο τυχαία δεν τοποθετείται εδώ από τον συγγραφέα, όπως και κανένα άλλο άλλωστε, καθώς η τυχαιότητα εδώ δεν υφίσταται, τα πάντα είναι προσχεδιασμένα μέχρι την παραμικρή λεπτομέρεια, και είναι ένα μόνο από τα νήματα που καθιστούν και αυτό το μυθιστόρημα του Κρασναχορκάι πρωτίστως πολιτικό, κάτι μάλλον αναπόφευκτο από τη στιγμή που η πλοκή λαμβάνει χώρα στη σημερινή Ουγγαρία, που διαθέτει ίσως την πλέον ακροδεξιά κυβέρνηση του δυτικού κόσμου, υπό τον πρωθυπουργό Κόρμπαν, κυβέρνηση που προήλθε μέσα από εκλογική διαδικασία και που η πολιτική της δεν θα μπορούσε να σταθεί αν δεν είχε έρεισμα στην κοινωνία, κάτι στο οποίο αν και στενάχωρα σκληρό οφείλει κανείς να σταθεί και να το επισημάνει, τη στιγμή που στα κλειστά σύνορα βρίσκονται εγκλωβισμένοι εκατοντάδες μετανάστες, ο ρατσισμός επελαύνει, οπλισμένες φασιστικές ομάδες περιπολούν, το βιωτικό και μορφωτικό επίπεδο είναι σε συνεχή πτώση, δικαιώματα και ελευθερίες υπό εξαφάνιση, η υποδοχή που ετοιμάζεται για τον βαρόνο δείχνει σε μεγάλο βαθμό τον τρόπο που λειτουργούν και σκέφτονται, όχι μόνο οι αρχές αλλά και μεγάλο μέρος του πληθυσμού, διατεθειμένοι να ωραιοποιήσουν την κατάσταση για χάρη του υψηλού επισκέπτη, απομακρύνοντας από τους δρόμους άστεγους και ζητιάνους, εκκενώνοντας ιδρύματα και προετοιμάζοντας εκδηλώσεις χαρούμενες, και ο συγγραφέας χρησιμοποιεί αυτή την αναμενόμενη αντίδραση του κρατικού μηχανισμού και της τοπικής κοινωνίας για να δείξει το σαθρό υπόβαθρο και την επικράτηση του φαίνεσθαι, τον τρόπο με τον οποίο ο πληθυσμός ασχολείται με τα κοινά, τον ρόλο των δημοσιογράφων, την επίδραση της ποπ κουλτούρας, τον ιδεατό και ανέφικτο έρωτα, τη σχέση πατέρας κόρης και τόσα άλλα ακόμα.

Είναι εντυπωσιακό το πόσο σύγχρονο και συνάμα παλιακό δείχνει αυτό το μυθιστόρημα, ο τρόπος με τον οποίο το μεταμοντέρνο συνομιλεί με το κλασικό, γεγονός που επιβάλλει μια άχρονη αναγνωστική πρόσληψη, έτσι κάπως, σκέφτεσαι, ήταν πάντοτε τα πράγματα, και κάπως έτσι, σκέφτεσαι, θα συνεχίσουν να 'ναι, και πάντοτε θα υπάρχουν εκείνοι που σαν τον καθηγητή της ιστορίας αυτής θα καταφεύγουν κάποια στιγμή αηδιασμένοι στον αναχωρητισμό, έχοντας χάσει κάθε πίστη και προσδοκία ανθρώπινη, την ίδια στιγμή που στον σταθμό του τρένου το πλήθος κρατώντας σημαιάκια θα περιμένει να υποδεχτεί κάποιον σωτήρα, έναν σύγχρονο μεσσία, σε μια σκηνή που από μόνη της προκαλεί το γέλιο, ένα γέλιο όμως που αποδεικνύεται βιαστικό και πικρό, που σε δεύτερο χρόνο γίνεται ένας κόμπος στον λαιμό, γέλιο που αποτελεί το έσχατο, θαρρείς, καταφύγιο μπροστά σε μια συνθήκη που προκαλεί θλίψη και τρόμο, τέτοιο είναι το χιούμορ στο οποίο καταφεύγει ο συγγραφέας, ο τρόπος του να μιλήσει για όσα συμβαίνουν στη χώρα του, γιατί μπορεί ο χρόνος, παρότι εμφανώς και με ακρίβεια προσδιορισμένος, να φαντάζει αόριστος και παντοτινός, όμως ο τόπος είναι διαρκώς παρών, η Ουγγαρία, με τα τροποποιημένα ονόματα των προαστίων, είναι πανταχού παρούσα. Η Ουγγαρία δεν μοιάζει διόλου μακρινή στον αναγνώστη.

Η επιστροφή του βαρόνου Βένκχαϊμ είναι πάνω και πέρα απ' όλα ένα εντυπωσιακό μυθιστόρημα από το οποίο τίποτα δεν λείπει και κανένα κείμενο παρουσίασης δεν θα μπορούσε να σταθεί αντάξιο υποκατάστατο της αναγνωστικής εμπειρίας, μυθιστόρημα στο οποίο ο Κρασναχορκάι καταφέρνει, παρότι φαινομενικά χρησιμοποιεί τα ίδια γνώριμα και στα υπόλοιπα μυθιστορήματά του υλικά, να μην επαναληφθεί, όμως, το να σταθεί κάποιος μόνο στις τεχνικές αρετές του μυθιστορήματος, επικεντρώνοντας ίσως την αναφορά του στον τρομακτικής δεξιότητας μακροπερίοδο λόγο, θα αδικούσε την ιστορία, καθώς Η επιστροφή του βαρόνου Βένκχαϊμ είναι ένα από τα μυθιστορήματα εκείνα στα οποία μορφή και περιεχόμενο στέκουν ισάξια, υπηρετώντας το συγγραφικό όραμα, και απαντούν εμφατικά στο κίβδηλο ερώτημα για το αν γράφεται σπουδαία λογοτεχνία στις μέρες μας.

Ξεχωριστή μνεία για τον άθλο της μετάφρασης στη Μανουέλα Μπέρκι αλλά και στον Δημήτρη Αθηνάκη για την επιμέλεια. 

υγ. Όλα ξεκίνησαν με την ανάγνωση του Πόλεμος και πόλεμος, για το οποίο περισσότερα μπορείτε να διαβάσετε εδώ, συνέχισαν με τη Μελαγχολία της αντίστασης (εδώ) και Το τανγκό του σατανά (εδώ και εδώ).

Μετάφραση Μανουέλα Μπέρκι
Εκδόσεις Πόλις

           

Δευτέρα 10 Δεκεμβρίου 2018

Το τανγκό του Σατανά - László Krasznahorkai





Ένα πρωί, κοντά στα τέλη του Οκτώβρη, λίγο πριν αρχίσουν να πέφτουν οι πρώτες σταγόνες των ανελέητων, ατέρμονων φθινοπωρινών βροχών πάνω στο ραγισμένο και αλατούχο έδαφος στη δυτική πλευρά του συνεταιριστικού αγροτικού οικισμού (και μια θάλασσα δυσώδους κίτρινης λάσπης καταστήσει τα μονοπάτια αδιάβατα και την πόλη απροσπέλαστη), ο Φούτακι ξύπνησε από ήχους καμπάνας. Η κοντινότερη προέλευσή τους θα μπορούσε να είναι ένα ερημικό ξωκλήσι σε απόσταση περίπου τεσσάρων χιλιομέτρων νοτιοδυτικά του παλιού οικισμού Χόχμεϊς, το οποίο όμως, όχι μόνο δεν είχε καμπάνα, αλλά και το καμπαναριό του είχε γκρεμιστεί κατά τη διάρκεια του πολέμου, εξάλλου από μια τόσο μακρινή απόσταση, ήταν αδύνατον ν' ακουστεί το οτιδήποτε.
Αυτό το απομονωμένο χωριό, κάπου στην ουγγρική πεδιάδα, το οποίο μετά το κλείσιμο του συνεταιρισμού εγκαταλείφθηκε μαζικά από τους κατοίκους του, όχι από όλους, από τους περισσότερους, από εκείνους που είχαν τη δυνατότητα και τη θέληση να αναζητήσουν αλλού την τύχη τους, αφήνοντας πίσω τους μία χούφτα ανθρώπων να μάχονται ενάντια στην υγρασία και την ανία της ζωής, σιχτιρίζοντας τη μοίρα τους, να παρακολουθούν ο ένας τον άλλον πίσω από παράθυρα καλυμμένα με ιστούς αράχνης, να σκαρφίζονται μικροαπατεωνιές ικανές, στη φαντασία τους, να τους εξασφαλίσουν ένα καλύτερο αύριο, ενώ για το σήμερα μοιάζει να αρκεί λίγη πάλινκα ή μια επίσκεψη στον άλλοτε μύλο του χωριού, που πλέον λειτουργεί ως πορνείο, αυτό το απομονωμένο χωριό αποτελεί το σκηνικό για το μυθιστόρημα με το οποίο έκανε το λογοτεχνικό του ντεμπούτο ο σπουδαίος Λάζλο Κρασναχορκάι.  

Τον φαινομενικό ρεαλισμό στην απεικόνιση της καθημερινότητας σε ένα μέρος όπως αυτό σκιάζει,  από την πρώτη κιόλας σελίδα με τους ήχους από καμπάνες, μια αίσθηση μεταφυσικού, αίσθηση η οποία κορυφώνεται με την επανεμφάνιση στο χωριό τού, θεωρούμενου για κάποιους μήνες νεκρού, Ιερεμία -με την επιλογή του ονόματος να είναι σαφώς συμβολική-, επανεμφάνιση που στα μάτια των κατοίκων συνοδεύεται ταυτόχρονα από ελπίδα αλλά και φόβο. 

Τα φίλτρα μέσα από τα οποία επιλέγει ο Κρασναχορκάι να προσλάβει και να αποδώσει την ιστορία του, αποφεύγοντας να καταφύγει σε έναν στείρο ρεαλισμό, χωρίς όμως ταυτόχρονα να παρασύρεται  από το μεταφυσικό εφόσον του αντιστέκεται, έχουν ως αποτέλεσμα Το τανγκό του Σατανά να είναι τελικά ένα πολιτικό  βιβλίο. Όπως σε κάθε σπουδαίο μυθιστόρημα -και Το τανγκό του Σατανά είναι ένα σπουδαίο μυθιστόρημα- η ιστορία αυτή καθεαυτήν στέκει σε δεύτερο επίπεδο σπουδαιότητας. Εδώ κυριαρχεί ο τρόπος με τον οποίο ο Κρασναχορκάι τοποθετεί τη μία λέξη μετά την άλλη, ο ευφυής τρόπος με τον οποίο συνθέτει την πλοκή και χτίζει τους χαρακτήρες, ο μοναδικός τρόπος με τον οποίο ταυτόχρονα προκαλεί ετερόκλητα συναισθήματα στον αναγνώστη -με χαρακτηριστικότερα όλων παραδείγματα το γέλιο και τον τρόμο.

Δεν ξέρω γιατί δυσκολεύομαι να γράψω πως ο Κρασναχορκάι δεν αγαπάει τους χαρακτήρες του, για την ακρίβεια δεν τους αγαπάει με έναν τρόπο συγχωρητικό ή παρηγορητικό, με έναν τρόπο ο οποίος ίσως να μας είναι οικείος, όχι γιατί είναι μοχθηρός ή μισάνθρωπος, αλλά γιατί δεν είναι ή καλύτερα δεν νιώθει Θεός, ικανός να επαναχαράξει τις ζωές τους ή να απλώσει μία χείρα βοήθειας, παρά ένας απλός παρατηρητής της αφέλειας ή της ανάγκης των ανθρώπων για έναν σωτήρα, είτε αυτός βρίσκεται στον ουρανό είτε στη γη, καθισμένος πίσω από κάποιο γραφείο. 
      
Λογοτεχνία υψηλή, λαϊκή και απολαυστική.

υγ. είχε προηγηθεί ένα κείμενο πιο συναισθηματικό (περισσότερα εδώ)


Μετάφραση Ιωάννα Αβραμίδου
Εκδόσεις Πόλις
  

Πέμπτη 6 Δεκεμβρίου 2018

Το τανγκό του Σατανά - László Lrasznahorkai (συναισθηματικά)





Είναι που πάντα το μυαλό σου πάει στο καλό, μου είπε εκείνη· ενώ εγώ θα απέδιδα τον αναγραμματισμό του Satantango σε Santatango στην ταινία του Χοντορόφσκι (Santa Sangre). Θα είχε, ίσως, ενδιαφέρον η άποψη ενός ψυχαναλυτή γι' αυτό.

Στις αρχές του 2012 θα γινόταν μία προβολή της ομώνυμης ταινίας του Μπέλα Ταρ στο Τριανόν. Είχα σκεφτεί τότε πως δεν θα ήταν άσχημη ιδέα για πρώτο ραντεβού με μια κοπέλα που μου άρεσε τότε. Δεν της ανέφερα, παρά αργότερα και αφού τελικά δεν είχαμε πάει στην προβολή εκείνη, αλλά είχαμε δει το Κολαστήριο στη μικρή αίθουσα της Ταινιοθήκης, πως η ταινία διαρκεί επτάμισι ώρες. Ο θεός με γλίτωσε, αναφώνησε, όταν το έμαθε. 

Τη σχέση του Κρασναχορκάι με τον Μπέλα Ταρ την ανακάλυψα μετά την κυκλοφορία του Πόλεμος και Πόλεμος, όταν, έχοντας υποστεί βαρύ αναγνωστικό σοκ, αναζητούσα πληροφορίες για τον συγγραφέα με το τρομακτικά ευθύβολο βλέμμα στη φωτογραφία.

Όταν κυκλοφόρησε το Πόλεμος και πόλεμος, το 2015, δεν γνώριζα τον Κρασναχορκάι και τα γενναιόδωρα για εκείνον σχόλια βιάστηκα να τα θεωρήσω αναπόσπαστο συνοδευτικό της έκδοσης. Δεν ήξερα πού έμπλεκα ο αδαής. Και ίσως, σκέφτομαι τώρα με μια διάθεση καθησυχασμού, έτσι να έπρεπε να γίνει, χωρίς προσδοκίες. 

Και μόλις το δέος από την ανάγνωση υποχώρησε, έμεινε το ερώτημα: και τώρα, τι κάνουμε τώρα; Γιατί υπάρχουν βιβλία για τα οποία κάποιοι αναγνώστες μοιράζονται το άγχος του εκδότη· να διαμορφωθούν οι κατάλληλες συνθήκες, εύχονται, ώστε να κυκλοφορήσουν και τα υπόλοιπα βιβλία τού συγγραφέα. Στην προκειμένη περίπτωση, ευτυχώς, συνέβη. Ακολούθησε η Μελαγχολία της αντίστασης το 2016 και φέτος Το Τανγκό του Σατανά.

Τώρα υπάρχουν οι προσδοκίες και η αναμονή για την επόμενη έκδοση. Κυρίως όμως υπάρχει μία ανάγκη για τη δημιουργία των κατάλληλων αναγνωστικών συνθηκών. Είχα το βιβλίο στην κορυφή της στοίβας με τα προς ανάγνωση. Ολοένα μετέθετα όμως την ανάγνωση. Τώρα νιώθω κουρασμένος. Τώρα δεν έχω επαρκή χρόνο. Το διάβασε ένας φίλος. Ζήλεψα. Θα το ξεκινήσω απόψε, του έγραψα. Κάποια βιβλία διαμορφώνουν τις συνθήκες, φέρνουν την καθημερινότητα στα μέτρα τους. Και αυτό κάθε φορά το ξεχνάω. 

Πώς σου φάνηκε; με ρώτησε σήμερα. Με αυτό το κείμενο παλεύω τώρα, του απάντησα. Γράψε απλώς ΕΠΟΣ, με συμβούλευσε. 

Ο τρόπος με τον οποίο ο Κρασναχορκάι -και κατά επέκταση η μεταφράστρια Ιωάννα Αβραμίδου- τοποθετεί τις λέξεις στο χαρτί, τη μία μετά την άλλη, ασκεί πάνω μου μία έλξη μαγνητική, εγκλωβίζει πλήρως την εγκεφαλική μου προσοχή, μην επιτρέποντάς μου οποιαδήποτε άλλη σκέψη, απλή, καθημερινή, πεζή. Και ίσως, σκέφτομαι, να έπρεπε να αναθεωρήσει κανείς χαρακτηρισμούς όπως απαιτητικό ή ευκολοδιάβαστο, να επικεντρωθεί, όπως εκείνη σωστά διέκρινε όταν της μίλησα σχετικά με αυτή μου τη σκέψη, στο πόσο μας ενδιαφέρει ή όχι τελικά ένα δημιούργημα, ακόμα και αν, θα πρόσθετα εγώ, δεν είναι καθόλου εύκολο να εξηγήσουμε γιατί μας ενδιαφέρει, καθιστώντας ακόμα πιο υποκειμενικό τον ορισμό της σπουδαίας λογοτεχνίας.

 υγ. Το Satantango παραμένει σε εκκρεμότητα, τώρα όμως η προβολή θα γίνει, ακόμα και αν χρειαστούν παραπάνω μέρες.

    

Δευτέρα 24 Απριλίου 2017

Η μελαγχολία της αντίστασης - Laszlo Krasznahorkai





Το βιβλίο που αναζητούσα εκείνο το βράδυ θα έπρεπε να μου μουδιάσει το μυαλό, να μου περιχαρακώσει την προσοχή και να μου προσφέρει ένα αισθητικό καταφύγιο. Διάφορες επιλογές πέρασαν από το μυαλό μου, αρκετά βιβλία από τη στοίβα με τα αδιάβαστα φλέρταρα, ξεφυλλίζοντάς τα και νιώθοντας το βάρος τους στα χέρια μου, αναρωτήθηκα αρκετά μήπως θα έπρεπε να επιστρέψω στην ασφάλεια κάποιου ήδη γνωστού κειμένου -Το τούνελ του Ερνέστο Σάμπατο για παράδειγμα ή τον Ξένο του Αλμπέρ Καμύ-, τέτοια αναγνωστική αναζήτηση βίωνα. Ευτυχώς έκανα τη σωστή επιλογή: Η μελαγχολία της αντίστασης.

Η προηγούμενη εμπειρία με το Πόλεμος και πόλεμος, η αίσθηση οικειότητας και η δεδομένη πίστη στη δύναμη του Κρασναχορκάι πως θα μπορούσε να ικανοποιήσει το τρίπτυχο των αναγνωστικών μου αιτημάτων από τη μία, και από την άλλη η δυναμική του τίτλου, η μελαγχολία όσων αντιστέκονται, η μοναξιά και η ματαιότητα που βιώνουν, ανεξάρτητα από το διακύβευμα της αντίστασης. Ήταν Δευτέρα βράδυ όταν διάβασα τις πρώτες σελίδες.
Γύριζε συστηματικά κάθε σελίδα του σπιράλ σημειωματάριου που διάβαζε αχόρταγα και, όταν έφτασε στο τέλος, ξαναβρέθηκε στην αρχική σελίδα, λες και αυτό το απόσπασμα της αφήγησης, αφήγηση που θα είχε σοκάρει υπερβολικά αυτόν που ήταν μέχρι χθες αλλά δεν ήταν πια σήμερα, παρά τον τρόμο που του προκαλούσε, ήταν ένα διδακτικό μήνυμα το οποίο τον είχε αναγκάσει να κάνει στροφή και να επανέλθει στην αρχή, να κάνει μια στροφή πριν ξαναρχίσει, υπονοώντας μ' αυτό τον τρόπο, πως ό,τι δεν είχε εμπεδώσει την πρώτη φορά, θα αφομοιωνόταν με τη δεύτερη ανάγνωση.
Υπάρχει μια παρανόηση. Αρκετοί λένε: το Χ βιβλίο μου άρεσε τόσο πολύ που δεν μπορούσα να το αφήσω από τα χέρια μου, το τελείωσα το ίδιο βράδυ. Και αυτό, ισχυρίζονται, αποτελεί ένδειξη αδιαμφισβήτητη και ακλόνητη για την ποιότητα του βιβλίου. Δεν είναι όμως ακριβώς έτσι. Η αχόρταγη ανάγνωση ως ένδειξη απόλαυσης δεν έχει να κάνει με την ταχύτητα. Κάθε βιβλίο ορίζει τον ρυθμό ανάγνωσής του. Το αργό βύθισμα στον κόσμο του, οι συμπυκνωμένες προτάσεις, το αίσθημα πληρότητας μετά από λίγες μόνο σελίδες, η διαρκής και επαναλαμβανόμενη επιθυμία να διαβάσω ξανά ένα προηγούμενο απόσπασμα, να αφήσω το βιβλίο για λίγο στην άκρη κοιτώντας ευθεία μπροστά, η αυτονομία της αναγνωστικής εμπειρίας στο σύνολο της κάθε ημέρας. Δέκα ημέρες μετά, επιταχύνοντας και επιβραδύνοντας, επιστρέφοντας και ανυπομονώντας, έφτασα στο τέλος. Απόλαυση.

Όλα θα ξεκινήσουν στο βαγόνι ενός τρένου, τρένο το οποίο θα περάσει με τερατώδη καθυστέρηση από τον έρημο σταθμό, εξοργίζοντας την κυρία Πφλάουμ, που υπολόγιζε να φτάσει σπίτι της νωρίτερα, μετά την ολιγοήμερη παραμονή της σε κάποιους συγγενείς, έχοντας την επιθυμία να επιστρέψει στην καθημερινότητα και τη σειρά της. Η κυρία Πφλάουμ δυσανασχετεί έντονα, μα χωρίς να έχει κάποια επιλογή αντίδρασης, συνειδητοποιώντας πως το εισιτήριο πρώτης θέσης τής είναι άχρηστο και πως θα πρέπει να νιώθει και τυχερή από πάνω που βρήκε μια θέση για να κάτσει στο γεμάτο βαγόνι και, σαν να μην έφταναν όλα αυτά, έχει να αντιμετωπίσει τη σεξουαλική παρενόχληση ενός άγνωστου άντρα. Με αυτό το αργό κινηματογραφικό τράβελινγκ ο Κρασναχορκάι, ακολουθώντας το τρένο που διασχίζει αργά μέσα στη νύχτα την ουγγρική ύπαιθρο, οδηγεί τον αναγνώστη μέχρι την ανώνυμη επαρχιακή πόλη της Ουγγαρίας, όπου και τοποθετείται η ιστορία που πρόκειται να διηγηθεί, μια ιστορία γεμάτη τρόμο, τρόμο που αιωρείται πάνω από την πόλη, με τα φώτα του δρόμου σβηστά για κάποιον άγνωστο λόγο, τρόμο που παίρνει τη μορφή ενός περιπλανώμενου τσίρκου που επισκέπτεται την πόλη, με κεντρικό θέαμα μια τεράστια φάλαινα και κάποιες τρομακτικές φήμες να συνοδεύουν τον θίασο.

Η μελαγχολία της αντίστασης είναι πιο προσβάσιμη συγκριτικά με το Πόλεμος και πόλεμος, χωρίς αυτό να αποτελεί ποιοτικό σχόλιο. Όλα τα στοιχεία της γραφής του Ούγγρου συγγραφέα είναι παρόντα, ο μακροπερίοδος -δουλεμένος μέχρι την ελάχιστη λεπτομέρεια- λόγος, η ποιητικότητα των περιγραφών, το χτίσιμο των χαρακτήρων, ο μίτος που παρασύρει τον αναγνωστη στον λαβύρινθο με ασφάλεια, ο στοχασμός, η επιμονή ενάντια στα τείχη τις ματαιότητας, η μελαγχολία, η πάντοτε καλοδεχούμενη μπερνχαρντική επιρροή, το διαρκές παιχνίδι με το παράλογο. Όμως, κυρίως και πάνω απ' όλα, η ικανότητα του συγγραφέα να αφήνει την αίσθηση του άχρονου και του άτοπου, προσδίδοντας έτσι στην κάθε μικρή αντίσταση έναν χαρακτήρα οικουμενικό, δίνοντας την ελευθερία στον αναγνώστη να προσαρμόσει την ιστορία στα δικά του βιώματα, στον δικό του κόσμο. Παρά το γεγονός πως η μετάφραση -με τη σύμφωνη γνώμη του συγγραφέα- έγινε από τη γαλλική έκδοση με όσες απώλειες μπορεί να συνεπάγεται αυτό, Η μελαγχολία της αντίστασης είναι ένα μυθιστόρημα δείγμα υψηλής λογοτεχνίας ενός σπουδαίου σύγχρονου συγγραφέα.

υγ. Να δείτε και την ταινία του τεράστιου Μπέλα Ταρ, Οι αρμονίες του Βερκμάιστερ, που βασίστηκε στο μυθιστόρημα.

(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)


Μετάφραση Ιωάννα Αβραμίδου
Εκδόσεις Πόλις



Δευτέρα 31 Οκτωβρίου 2016

Όλες τις μέρες - Terézia Mora





Ονομάζουμε τον χρόνο τώρα, ονομάζουμε τον τόπο εδώ. Περιγράφουμε αυτά τα δύο ως εξής.
Μια πόλη, μια συνοικία της στα ανατολικά.
Πρωινό Σαββάτου, το φθινόπωρο μόλις έχει μπει.

Εκείνος μου έλεγε, επέμενε δηλαδή, με διακριτική έμφαση, να διαβάσω αυτό το βιβλίο, έτσι μου έλεγε, θα σου αρέσει, έλεγε, έτσι πιστεύω, συμπλήρωνε. Πέρασαν έτσι αρκετοί μήνες.

Η εβδομάδα που ξεκινούσε έμοιαζε ήρεμη, μία ακόμα, όπως όλες. Δεν θα ήταν. Αυτό όμως ήρθε αργότερα στο προσκήνιο. Δεν ήταν μια σκέψη λογική, περισσότερο παρόρμηση θα έλεγα, η απόφαση να διαβάσω, ή να δοκιμάσω να διαβάσω, και να το παρατήσω αν δεν μου ταίριαζε, το βιβλίο της Μόρα, έτσι το μετέφερα από τη βιβλιοθήκη του χολ στο δωμάτιο πηγαίνοντας να ξαπλώσω. Κυριακή βράδυ. Δεν μου άρεσε το εξώφυλλο. Να το πω; Ή μήπως όχι; Θα το πω, κυρίως για να περιγράψω την αναγνωστική μου διάθεση για κάτι φρέσκο και σπινθηροβόλο, τέτοιο βιβλίο ήθελα, και το εξώφυλλο δεν έδινε τροφή στις προσδοκίες μου. Το αντίθετο, θα έλεγα.

(Όμως σου άρεσε, έτσι δεν είναι; Με ρώτησε εκείνη. Ναι, είπα και κατάλαβα το νόημα: τι γκρινιάζεις τότε; Μα γι' αυτά που αγαπάμε γκρινιάζουμε, τα υπόλοιπα μας αφήνουν να πλέουμε μακάριοι στην αδιαφορία μας, όχι;)

Διάβασα λίγες σελίδες εκείνο το βράδυ, όχι πάνω από είκοσι, τόσες άντεξα. Διφορούμενη πρόταση προηγήθηκε, το ξέρω. Τόσες άντεξα λόγω κούρασης. Και ας ήταν Κυριακή βράδυ. Την επόμενη μέρα το πρωί έστειλα μήνυμα στον επίμονο τελάλη: είναι γαμάτο. Είχα μπροστά μου εξακόσιες σελίδες και τον κίνδυνο να έρθω αντιμέτωπος με μια οδυνηρή κατάρρευση αναγνωστικών προσδοκιών. Δεν το σκέφτηκα ως ενδεχόμενο εκείνη τη στιγμή, τώρα μόνο.

Μετά το μυθιστόρημα της Μόρα αποφάσισα να διαβάσω ένα αστυνομικό, για διάλειμμα, κάτι ευκολοδιάβαστο. Οι ορισμοί αυτού του είδους είναι σχετικοί. Σιγά τη σκέψη, θα πείτε και θα έχετε δίκιο. Ανυπομονησία να επιστρέψω, να βρω χρόνο, να δημιουργήσω χώρο, να χωθώ ξανά στις σελίδες. Μια έλξη ισχυρή, αντιμέτωπος με ένα μαγνητικό πεδίο, αυτό ένιωθα. Πρόταση την πρόταση, μια σελίδα ακόμα. Για το μυθιστόρημα της Μόρα λέω, στο αστυνομικό μετά δυσκολεύτηκα περισσότερο.

Ο Άμπελ, που ξέρει δέκα γλώσσες και όμως μιλάει ελάχιστα, έφυγε από τον τόπο του για να γλιτώσει τον πόλεμο, ο πατέρας του τους είχε παρατήσει πριν από χρόνια, εκείνον και τη μητέρα του, εκείνη έμεινε πίσω, μιλούσαν σποραδικά στο τηλέφωνο, κουβέντες που κάνουν οι μητέρες με τους γιους. Ο ξένος, που αφήνει ένα μέρος της μοίρας του, ίσως το μεγαλύτερο, στους άλλους και στην τύχη, συναντά τις συνθήκες και δεν τις δημιουργεί, αποδέχεται με στωικότητα το σήμερα.

Η ζωή του Άμπελ, οι μέρες του, αυτό πραγματεύεται το μυθιστόρημα -και τι να προσθέσει κανείς που να βγάζει νόημα- την ιστορία του θέλησε να διηγηθεί η γεννημένη στην Ουγγαρία γερμανόφωνη συγγραφέας, και μέσα στη ζωή του Άμπελ να χωρέσει και άλλες ζωές, όλες τις μέρες.

Έτσι και ανακαλύψεις την αφηγηματική σου φωνή, σκέφτομαι, τότε όλα γίνονται πιο απλά, αρκεί απλώς να γράψεις. Αν διαθέτεις αφηγηματική φωνή και αν την ανακαλύψεις, βέβαια. Τότε δεν θα χρειαστεί να ψάξεις για λέξεις σπάνιες και ιστορίες πρωτότυπες, τεχνάσματα και πυροτεχνήματα, που εντείνουν απλώς το ακόλουθο σκοτάδι. Η Μόρα διαθέτει αφηγηματική φωνή, δική της. Και η μεταφράστρια, η απαραίτητη διαμεσολαβήτρια, Μαρίνα Αγαθαγγελίδου τη βοηθάει να ακουστεί και στα ελληνικά.

Ας κάνω και μια παρατήρηση τεχνικής. Η μετάβαση από την τριτοπρόσωπη αφήγηση του παντογνώστη αφηγητή στην εσωτερική πρωτοπρόσωπη των σκέψεων και των διαλόγων των ηρώων είναι εκπληκτική, χωρίς να νιώθεις στιγμή ως αναγνώστης εκτός. Άνεση και μαεστρία. Και δουλειά στη λεπτομέρεια. Η κάθε πρόταση ακολουθεί την προηγούμενη, τίποτα δεν περισσεύει. Και αυτό το ρυζόχαρτο πίσω από το οποίο εκτυλίσσεται η αφήγηση, με σκιές παχιές, γεμάτες από λεπτομέρειες, το άχρονο και το άτοπο σε μια πόλη, σε μια συνοικία της στα ανατολικά, ένα πρωινό Σαββάτου, ενώ το φθινόπωρο μόλις έχει μπει, τοποθετημένο επί τούτου για να υπηρετήσει κάτι πέρα από την ιστορία του Άμπελ.

Ο Κονσταντίν θα ήθελε πολύ να ξέρει πώς έβλεπε η Έκα τον Άμπελ, αλλά εκείνη δεν καταλάβαινε την ερώτηση. Δεν ξέρω, είπε ο Κονσταντίν, ενώ έκαναν βόλτα στο πάρκο, αλλά μου ήρθε αυτή η σκέψη: δεν του λείπει τίποτα εκτός από... Δεν του 'ρχόταν η λέξη, την έφτιαξε μόνος του: ανθρωπινότητα. Δεν είμαι σίγουρος αν μπορούμε να το πούμε αυτό. Ένας άνθρωπος χωρίς ανθρωπινότητα, καταλαβαίνεις; Η Έκα δεν καταλάβαινε ούτε αυτό, ούτε εκείνο που ήθελε βασικά να της πει, χαμογέλασε απλώς και συνέχισε το περπάτημα.

Μα γίνεται, αναλογίζομαι ρητορικά, να διατηρήσει κάποιος τον πήχη τόσο ψηλά σε εξακόσιες σελίδες; Αναγνωστική απόλαυση, ένα μυθιστόρημα μοντέρνα κλασικό. Και ένα παράπονο: μα να μην έχει εκδοθεί τίποτε άλλο δικό της στα ελληνικά;

Η ανάγνωση του Όλες τις μέρες ήρθε να με βρει μία εβδομάδα που εξέλιχθηκε διαφορετικά απ' ό,τι περίμενα, ήρθε να με βρει και να διχοτομήσει την καθημερινότητα, από τη μία το άγχος, από την άλλη η ομορφιά, όχι πως δεν έχει ομορφιά το άγχος και άγχος η ομορφιά, αλλά καταλαβαίνετε τι θέλω να πω, έτσι δεν είναι;

Μετάφραση Μαρίνα Αγαθαγγελίδου
Εκδόσεις Ίνδικτος     


Πέμπτη 23 Απριλίου 2015

Πόλεμος και πόλεμος - László Krasznahorkai




Μια μέρα, όπως οι προηγούμενες, αν και αργότερα μάλλον θα διατύπωνε ενστάσεις επ' αυτού, αν τον ρωτούσε βέβαια κανείς, ίσως μάλιστα και να τη χαρακτήριζε μια μέρα ξεχωριστή, κομβική ή ίσως απλώς όμορφη, μια μέρα, λοιπόν, ο Κόριμ, τριγυρνώντας ανάμεσα σε στοίβες από σκονισμένα αρχεία μιας περιόδου όχι τόσο μακρινής, ώστε να μην αποτελεί πια παράδειγμα προς αποφυγή, θα ανακαλύψει ένα χειρόγραφο, δύσκολο να κατηγοροποιηθεί και ακολούθως να αρχειοθετηθεί, και ίσως γι' αυτό αφημένο στη λήθη του -σε ένα μέρος ανάδειξης της μνήμης, η λήθη είναι πιο τελεσίδικη- γεγονός που όμως δεν θα το ανακαλύψει παρά αργότερα, αφού πρώτα το μεταφέρει στο γραφείο του με σκοπό να το διαβάσει, να διορθώσει μια αβλεψία, υπακούοντας ανακλαστικά στην επαγγελματική ευσυνειδησία του αρχειοθέτη, ενάντια στη λήθη και το χάος, θα απομείνει έκπληκτος από την ομορφιά, κάτι τέτοιο δεν έχει ξανααντικρίσει, και ας μην είναι πολυδιαβασμένος, δεν χρειάζεται να είναι πολυδιαβασμένος κανείς, για να αντιληφθεί την ομορφιά και να υποκλιθεί μπροστά της, και τότε θα κοιτάξει έξω από το παράθυρο, και η νύχτα θα έχει πέσει, το ρολόι θα το επιβεβαιώσει, έντεκα το βράδυ, και εκείνος είναι ακόμα εκεί, ώρες μετά τη λήξη του ωραρίου εργασίας του, με ένα αταξινόμητο χειρόγραφο στα χέρια, ένα χειρόγραφο που για την υπηρεσία δεν υπάρχει, δίχως δεύτερη σκέψη θα το διπλώσει και θα το πάρει μαζί του, στο σπίτι του, καταπατώντας και συντρίβοντας μια για πάντα την επαγγελματική και προσωπική ηθική του, είναι αδύνατο να μην το διαβάσω ξανά, θα σκεφτεί κάποια στιγμή, ενώ βαδίζει προς την έξοδο της υπηρεσίας, συνειδητοποιώντας, στην αρχή αφηρημένα, μα γρήγορα με ακρίβεια, πως πρωτίστως η διάσωση του χειρογράφου και εν συνεχεία η παράδοσή του στην ανθρωπότητα αποτελούν για εκείνον τον μοναδικό σκοπό, σκοπός που θα τον οδηγήσει ως το κέντρο του νέου κόσμου, τη Νέα Υόρκη.

Τώρα, λίγο με νοιάζει αν θα πεθάνω, είπε ο Κόριμ, κι ύστερα, μετά από μακρά παύση, έδειξε ένα πλημμυρισμένο λατομείο: είναι κύκνοι αυτοί εκεί κάτω;

Τέτοια είναι η λαχτάρα του Κόριμ να διασώσει το χειρόγραφο, ένας αφελής σε έναν κόσμο όπως αυτός, που απλώνεται έξω από το παράθυρο του καθενός, που εγκαταλείπει πίσω του τα πάντα, που για εκείνον όμως δεν είναι τίποτα, και αφήνει εμάς τους λογικούς να κρίνουμε την πράξη του με όρους ρίσκου, εμάς, που στοιχηματίζουμε για την εγκατάλειψη του σχεδίου, πλημμυρισμένοι από χαιρεκακία για ακόμα έναν αφελή, που μέλλει να φάει τα μούτρα του, προσπαθώντας εκεί που δεν τολμάμε να πατήσουμε εμείς, εκ του ασφαλούς κριτές, η λαχτάρα του όμως θα μας παρασύρει, καθώς παλεύει να διηγηθεί με σπαστά αγγλικά την ιστορία των τεσσάρων συντρόφων και να μεταδώσει τον δικό του ενθουσιασμό σε εκείνη την ταλαίπωρη κοπέλα, που στέκει πάντα σκυμμένη πάνω από το κουζινάκι γκαζιού, με τις κατσαρόλες να ξεφυσούν, καθώς οι μέρες περνούν και τίποτα δεν μοιάζει να μπορεί να αλλάξει.

Ταινίες του Μπέλα Ταρ είχα υπόψη μου, όμως -και ας παραδεχτεί κανείς ενίοτε την άγνοια ή την ατέλειά του- ποτέ δεν είχα δώσει την πρέπουσα προσοχή στους υπόλοιπους συντελεστές, ίσως λόγω της χώρας προέλευσης, ίσως λόγω της λάμψης του ονόματος του μεγάλου αυτού δημιουργού, και κάπως έτσι αγνοούσα την ύπαρξη του συγγραφέα Λάσλο Κρασναχορκάι. Και αυτή η συνεργασία, περισσότερο από τα διθυραμβικά σχόλια που συνόδευσαν -και- αυτήν την έκδοση, σχόλια εν πολλοίς αναμενόμενα και ύποπτα, ήταν που κίνησε την περιέργεια, να ωθήσει με τη σειρά της το βλέμμα στη δεύτερη σελίδα, μετά το υπέροχο εξώφυλλο, και να αντικρίσει: ο παράδεισος είναι λυπημένος. Και μπορεί όντως να είναι λυπημένος, όχι μόνο ο παράδεισος, αλλά και ο κόσμος όλος, και ίσως γι' αυτό διηγήσεις όπως του Μαγυάρου δημιουργού να είναι απαραίτητες, για να απαλυνθεί ο πόνος και να οδηγηθεί η ομορφιά στην τελική -και αναπόφευκτη- επικράτηση. Ο καθηλωτικός μακροπερίοδος λόγος του Κρασνοχορκάι μουδιάζει τον εγκέφαλο, ακόμα και τον πλέον επιρρεπή στην απώλεια συγκέντρωσης, και τον αναγκάζει να ακολουθήσει μέχρι το τέλος μια πτώση υπό συνθήκες ελεγχόμενης βαρύτητας, με τον συγγραφέα να πειράζει τις ρυθμίσεις, να αφομοιώνει γόνιμα τις επιρροές, όχι μόνο του Μπέρνχαρντ, αλλά και της κεντροευρωπαϊκής μυθιστορίας εν γένει, με μια διάθεση εξελικτική και τελικά να παραδίδει ένα μυθιστόρημα όπως αυτό, ονειρικό και γήινο.


Μετάφραση από τα γαλλικά: Ιωάννα Αβραμίδου
Εκδόσεις Πόλις