Ο δε Ιησούς κάτω κύφας τω δακτύλω έγραφεν εις την γήν. (Ιωάν. η΄ 6).
Κάποτε ο πανάγαθος Κύριος καθόταν μπροστά στο ναό της Ιερουσαλήμ. Μιλούσε σε κάποιους ανθρώπους και η γλυκιά διδασκαλία Του έτρεφε τις πεινασμένες καρδιές. Γύρω Του σιγά σιγά μαζεύτηκε ένα μεγάλο πλήθος (βλ. Ιωάν. η' 2). Μιλούσε στους ανθρώπους ο Κύριος για την αιώνια μακαριότητα, για την ατελεύτητη χαρά που περιμένει τους δίκαιους στην αιώνια κατοικία, στους ουρανούς. Οι άνθρωποι χαίρονταν με τη διδασκαλία Του, με τα θεϊκά Του λόγια.
Η πίκρα πολλών απογοητευμένων ψυχών κι η έχθρα πολλών ανθρώπων που τους είχαν προσβάλει, έσβηναν όπως το χιόνι μόλις τ' αγγίξουν οι θερμές ακτίνες του ήλιου. Ποιος ξέρει πόσο θα κρατούσε η υπέροχη αυτή σκηνή ειρήνης κι αγάπης που έσμιγε τη γη με τον ουρανό, αν δεν την είχε διακόψει κάτι αναπάντεχο. Ο Μεσσίας αγαπά τους ανθρώπους και δεν κουράζεται ποτέ να τους διδάσκει. Και οι ευλαβείς πιστοί δεν κουράζονται ποτέ ν' ακούν την θαυμάσια θεραπευτική και σοφή διδασκαλία του.
Μα ξαφνικά έγινε κάτι φοβερό, μεσολάβησε μια ενέργεια εχθρική. Κι αιτία ήταν, ως συνήθως, οι γραμματείς κι οι φαρισαίοι.