ΑΓΑΠΗΜΕΝΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γεώργιος Φλορόφσκι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γεώργιος Φλορόφσκι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 24 Ιανουαρίου 2012

π. Γεώργιος Φλορόφσκυ: "Ο Βίος του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου"

Ο Γρηγόριος άφησε πολλά αυτοβιογραφικά κείμενα, και οι περιγραφές που μας δίνει για τη ζωή του είναι γεμάτες από λυρισμό και δραματικότητα. Εκ φύσεως έρρεπε προς τη σιωπή και την αποχώρηση, και πάντα ζητούσε την απομόνωση για να μπορέσει να αφιερωθεί στην προσευχή. Όμως εκλήθη από το θέλημα του Θεού και τις επιθυμίες των άλλων προς λόγους, έργα, και ποιμαντική διακονία σε μια περίοδο υπερβολικής συγχύσεως και αναταραχής. Σε όλη του τη ζωή, που ήταν γεμάτη από θλίψεις και επιτεύγματα, υποχρεώνονταν συνεχώς να καταπνίγει τις φυσικές του επιθυμίες και τους φυσικούς του πόθους.


Τετάρτη 2 Φεβρουαρίου 2011

π. Γεώργιος Φλορόφσκι: Το πνεύμα του Μονοφυσιτισμού - μέρος 4ο


Η ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΔΙΤΤΟΤΗΤΑ ΣΤΗ ΜΟΝΟΦΥΣΙΤΙΚΗ ΚΙΝΗΣΗ 

Είναι αναγκαίο να ξαναθυμίσουμε δτι και για την ορθόδοξη θεολογία αυτό ήταν ένα αναπάντητο ερώτημα. Εντούτοις, κα για τους Μονοφυσίτες ήταν αναπάντητο. Με άλλα λόγια, μέσα στα όρια των Μονοφυσιτικών λογικών προϋποθέσεων αυτό μπορούσε να απαντηθεί μόνο με την παραδοχή της παθητικής αφομοιώσεως του ανθρωπίνου από το Θείον.

Όλες αυτές oι συζητήσεις φανερώνουν τη σύγχυση και την ασάφεια ενός θρησκευτικού δράματος που επλήγη από τον άνθρωπολογικό ησυχασμό. Υπάρχει μια εσωτερική διττότητα στη Μονοφυσιτική κίνηση, μια διχοτομία αισθήματος και σκέψεως, θα μπορούσε κανείς να πει ότι η Μονοφυσιτική θεολογία ήταν πιο ορθόδοξη από τα ιδεώδη τους ή, για να το πούμε διαφορετικά, ότι oι θεολόγοι στο Μονοφυσιτισμό ήταν πιο ορθόδοξοι από τους περισσότερους πιστούς αλλά oι θεολόγοι εμποδίζονταν να επιτύχουν την ύψιστη σαφήνεια από την ακατάλληλη «Μονοφυσιτική» γλώσσα. Γι' αυτό, ο Μονοφυσιτισμός γίνεται «περισσότερο ορθόδοξος» κατά έναν αναπάντεχο τρόπο ακριβώς όταν το θρησκευτικό κύμα υποχώρησε και η θεολογία έδωσε τη θέση της στο σχολαστικισμό.

Είναι σ' αυτήν την εποχή που η Μονοφυσιτική εγγύτητα προς τον Άγ. Κύριλλο φαίνεται τόσο προφανής γιατί αυτή είναι εγγύτητα στους λόγους, όχι στο πνεύμα. Η πηγή του Μονοφυσιτισμού δεν μπορεί να βρεθεί στις δογματικές διατυπώσεις αλλά στο θρησκευτικό πάθος. Όλο το πάθος του Μονοφυσιτισμού βρίσκεται στην αυτο-ταπείνωση του ανθρώπου, σε μια έντονη ανάγκη να υπερνικήσει το ανθρώπινο ως ανθρώπινο, και γι' αυτό στον ενστικτώδη αγώνα να διακρίνει τον Θε-Ανθρωπο από τον άνθρωπο πιο καθαρά ακόμα και μέσα στην ανθρωπότητά του. Αυτός ο αγώνας μπορεί να εκδηλωθεί με διάφορες μορφές και με διάφορη δύναμη, που εξαρτάται από το πόσο σαφής και πόσο περιορισμένη είναι αυτή η καίουσα δίψα για ανθρώπινη αυτο-ταπείνωση η οποία ξεσπά από τα σκοτεινά βάθη του υποσυνειδήτου.

Δεν είναι τυχαίο που ο Μονοφυσιτισμός συνδέονταν τόσο στενά με τον ασκητικό φανατισμό, με τον ασκητικό αυτο-βασανισμό και με τη βία των αισθημάτων. Ούτε είναι τυχαίο ότι Ωριγενιστικά θέματα μιας καθολικής αποκαταστάσεως αναβίωσαν για μια ακόμα φορά σε Μονοφυσιτικούς κύκλους. Από αυτήν την άποψη η μοναχική μορφή του Σύρου μυστικού Στέφανου Bar-Sudhaile και η διδασκαλία του για καθολική αποκατάσταση και για μια «ομοουσιότητα» όλων των δημιουργημάτων με τον Θεό είναι ιδιαίτερα σημαντική.

Ο Νεοπλατωνικός μυστικισμός διασταυρώνεται παραδόξως με την ανατολική μοιρολατρία. Μια αποθέωση της αυτο-ταπεινώσεως - τέτοιο είναι το παράδοξο του Μονοφυσιτισμού, και μόνο με αυτές τις ψυχολογικές προδιαθέσεις μπορεί κανείς να καταλάβει την τραγική ιστορία του Μονοφυσιτισμού. Ο αργοπορημένος επίλογος στη Μονοφυσιτική κίνηση θα είναι η τραγική Μονοθελητική λογομαχία.


Η ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΛΟΓΟΜΑΧΙΑ ΚΑΙ Η ΕΜΦΑΣΗ ΣΤΗΝ ΕΠΙΚΛΗΣΗ ΤΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΕΩΣ

Στις δογματικές συζητήσεις του πέμπτου και έκτου αιώνα τέθηκε με πολλή δριμύτητα το ερώτημα της σημασίας των θεολογικών παραδόσεων. Η διδασκαλία της Εκκλησίας ήταν αμετάβλητη. Γι' αυτό ένα επιχείρημα βασισμένο στην αρχαιότητα, μια αναφορά στο παρελθόν, έχει μια ιδιαίτερη αποδεικτική ισχύν. Στις θεολογικές συζητήσεις αυτήν την εποχή η μαρτυρία από τους πατέρες παρατίθεται και μελετάται με ιδιαίτερη προσοχή.

Πράγματι, τώρα συντίθενται κώδικες και συλλογές των κειμένων των Πατέρων. Εντούτοις, την ίδια εποχή ανακαλύπτεται η ανάγκη να εκτιμηθεί το παρελθόν με κριτικόν τρόπο. Όλες οι ιστορικές παραδόσεις δεν μπορούν να γίνουν δεκτές. Το ερώτημα τέθηκε για πρώτη φορά ήδη τον τέταρτο αιώνα σε σχέση με τις διδασκαλίες του Ωριγένη. Αλλά ο Ωριγενισμός στην Τριαδολογική θεολογία υπερνικήθηκε σχεδόν σιωπηλά και το όνομα του Ωριγένη μνημονεύθηκε πολύ σπάνια.

Διαφορετικό ήταν ένα ερώτημα της Αντιοχειανής παραδόσεως. Στις Νεστοριανικές φιλονικίες καχυποψία επέπεσε πάνω σε όλο το θεολογικό παρελθόν της Ανατολής. Και εις απάντηση ετέθη το αντίθετο ερώτημα - για την Αλεξανδρινή παράδοση. Με την πάροδο του χρόνου γίνονταν όλο και περισσότερο προφανής η ανάγκη για μια κριτική σύνθεση και για μια αναθεώρηση των παραδόσεων, και κατά τους χρόνους του Ιουστινιανού έγινε η πρώτη προσπάθεια που κατέληξε σε μια Ιστορική σύνοψη.

Αυτή είναι η σημασία της Πέμπτης Οικουμενικής Συνόδου, το 553. Αυτή συγκλήθηκε για να κρίνει Τα Τρία Κεφάλαια - δηλαδή, να κρίνει κατ' ουσίαν την Αντιοχειανή θεολογία. Δεν είναι παράδοξο, εντούτοις, ότι σ' αυτήν τη σύνοδο τέθηκε επίσης και ένα γενικώτερο ερώτημα - το ερώτημα των «εγκρίτων πατέρων».

Ένας κατάλογος των πατέρων προτάθηκε από τον αυτοκράτορα σε μια του επιστολή που ο ίδιος διάβασε στην εναρκτήρια συνεδρίαση της Πέμπτης Οικουμενικής Συνόδου και ξαναδιαβάστηκε στην τρίτη συνεδρίασή της. Αυτός ο κατάλογος ρίχνει φως πάνω στη γενική και αόριστη αναφορά: «σύμφωνα με τις διδασκαλίες των Πατέρων», «επόμενοι ταις διδασκαλίαις των Αγίων Πατέρων».

Τα ακόλουθα ονόματα δόθηκαν: Αθανάσιος, Ιλάριος, Βασίλειος, Γρηγόριος Ναζιανζηνός, Γρηγόριος Νύσσης, Αμβρόσιος, Αυγουστίνος, Ιωάννης Χρυσόστομος, Θεόφιλος, Κύριλλος, Πρόκλος, καί Λέων. Αισθάνεται κανείς ένα ορισμένο σχήμα στην εκλογή των ονομάτων.

Φυσικά, οι δυτικοί ονομάζονται ακριβώς προς χάριν της Δύσεως - αυτοί δεν είχαν ποτέ καμιά αισθητή επίδραση στην Ανατολή και ήταν πολύ λίγο γνωστοί στην Ανατολή. Αλλά είναι χαρακτηριστικό ότι από τους «Ανατολικούς» μόνο ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος κατονομάστηκε - παραδόξως ακριβώς κοντά με τον Θεόφιλο! Αυτό είναι ό,τι σήμαινε η κρίση για την «Ανατολή». Τα ονόματα των μεγάλων πατέρων του τέταρτου αιώνα δεν χρειάζονται καμιά εξήγηση αλλά υπήρχε νέα δριμύτητα στην απαρίθμηση των Αλεξανδρινών: Θεοφίλου και Κυρίλλο· και το όνομα του Πρόκλου τους συνοδεύει - είχαν κατά νουν, φυσικά, τον Τόμο του προς τους Αρμενίους.


Ο ΙΟΥΣΤΙΝΙΑΝΟΣ ΚΑΙ Η ΔΙΑΘΕΣΗ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ

Αυτός ο κατάλογος (των ονομάτων) κάνει κάτι περισσότερο από το να αποκαλύπτει απλώς τις προσωπικές εκτιμήσεις και συμπάθειες του Ιουστινιανού - είναι χαρακτηριστικός της όλης εποχής. Ο Ιουστινιανός εξέφρασε απλώς την κυριαρχούσα διάθεση, δεν ήταν κανένας καινοτόμος. Προσπαθούσε να συνοψίσει. Αγωνίζονταν να ολοκληρώσει ένα πλήρες σύστημα Χριστιανικής κουλτούρας και ζωής. Αυτό το σχήμα έχει το δικό του μεγαλείο και περιλαμβάνει τη δική του μεγάλη αναλήθεια.

Οπωσδήποτε, ο Ιουστινιανός είχε στο νου του πάντοτε τη Χριστιανική αυτοκρατορία παρά την Εκκλησία. Η κυριαρχούσα ιδέα του ήταν ότι όλος ο κόσμος έπρεπε να γίνει Χριστιανικός - όλη η «κατοικημένη γη», η «γη οικουμένη». Γι' αυτήν θεωρούσε πως είχε κληθεί - για την άγια θεοκρατική κλήση ενός παγκόσμιου Χριστιανού αυτοκράτορα. Στα μάτια του αυτή η κλήση ήταν μια ιδιαίτερη δωρεά του Θεού, μια δεύτερη δωρεά, ανεξάρτητη από την ιερωσύνη. Είναι ακριβώς ο αυτοκράτορας που καλείται να πραγματοποιήσει το σύστημα του Χριστιανικού πολιτισμού (culture).

Κατά πολλούς τρόπους ο Ιουστινιανός προέτρεξε βίαια των γεγονότων. Βιάστηκε να ολοκληρώσει το οίκοδόμημά του. Αυτό εξηγεί την πολιτική του για την ενότητα και τον αγώνα του για την αποκατάσταση της καθολικής ενότητας της πίστεως που διασπάστηκε μετά τη Σύνοδο της Χαλκηδόνας. Αυτό συνδέεται επίσης με την ανάμιξή του στις ενγένει θεολογικές συζητήσεις. Ο Ιουστινιανός δεν ανέχονταν διαφωνίες, και στις συζητήσεις, χάριν της ενότητας, περισσότερο από μια φορά μεταβλήθηκε από «έναν Χριστιανικώτατον ηγεμόνα» σ' έναν Διοκλητιανό - σύγκριση του Πάπα Αγάθωνος το 536.

Πολύ συχνά η σύνθεση θα εκφυλίζονταν σε έναν βίαιο και άκαρπο συμβιβασμό. Υπήρξαν πολλοί τραγικοί σπασμοί οδύνης στην ιστορία της Πέμπτης Οικουμενικής Συνόδου, ιδιαίτερα στην προ-ϊστορία της. Είναι ενμέρει σωστό ότι το θέμα των Τριών Κεφαλαίων ετέθη σχεδόν συμπτωματικά και ότι η συζήτηση για τις Αντιοχειανικές παραδόσεις άρχισε και ανανεώθηκε τεχνητά. Ο Ιουστινιανός είχε τους στρατηγικούς του λόγους για τη δημοσίευση του περίφημου Διατάγματος του 544. Οι σύγχρονοι ισχυρίστηκαν ότι αυτό το διάταγμα υποκινήθηκε και ακόμα συντάχθηκε από τους Παλαιστίνιους Ωριγενιστές -τον Θεόδωρο Ασκιδά- oι οποίοι υπολόγιζαν να στρέψουν αλλού την προσοχή, μακριά από τον εαυτό τους. Αυτή η εξήγηση είναι πολύ απλοϊκή.

Υπήρχαν Τρία Κεφάλαια στο Διάταγμα: ένα για τον Θεόδωρο Μοψουεστίας και τα βιβλία του- ένα για τις αντιρρήσεις του Θεοδωρήτου προς τον Άγ. Κύριλλο· και ένα για την «ασεβή» επιστολή του Ίβα Εδέσσης προς τον Μάριν τον Πέρσην. Ο αυτοκράτορας πρότεινε αυτοί να αναθεματιστούν. Το Διάταγμα προκάλεσε μεγάλη έξαψη παντού. Φάνηκε ότι δημοσιεύθηκε για να ωφελήσει τους Μονοφυσίτες. Σ' αυτό φαίνονταν κρυμμένη η καταδίκη της Συνόδου της Χαλκηδόνας, αν και ο αυτοκράτορας άμεσα αναθεμάτιζε εκείνους που θα ερμήνευαν τα Κεφάλαιά του υπό αυτήν την έννοια.

Η αγανάκτηση ήταν ιδιαίτερα βίαιη στην Αφρική και στη Δύση γενικά. Οι αντίπαλοι του Διατάγματος δεν υποστήριζαν τόσο πολύ τους Αντιοχειανούς όσο θεωρούσαν ότι το ίδιο το Διάταγμα ήταν άκαιρο και επικίνδυνο στην πράξη. Είναι σωστό να αναθεωρούμε και να προσαρμόζουμε τις αποφάσεις των παλαιοτέρων συνόδων; Επιπλέον, ένα γενικό ερώτημα εγέρθηκε: είναι, γενικά, δυνατό να καταδικάζουμε μετά θάνατο πεθαμένους αδελφούς που βρίσκονται εν ειρήνη; Έχοντας αυτοί εμφανιστεί ενώπιον του δικαστηρίου του Θεού, δεν απομακρύνθηκαν από κάθε ανθρώπινο δικαστήριο; Οι υποστηρικτές του Διατάγματος φαίνονταν να είναι «διώκτες των νεκρών». Αυτοί αγωνίστηκαν γι' αυτό το θέμα περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο θέμα. Ήταν οι Δυτικοί που δεν υποχωρούσαν. Ο Πάπας Βιγίλιος, ευρισκόμενος σε σύγχυση, αμφιταλαντεύονταν ανάμεσα στη βούληση του αυτοκράτορα και τη γνώμη της δικής του Εκκλησίας.

Η αμφιβολία διήρκεσε για πολλά χρόνια. Ο αυτοκράτορας επέμενε τα πράγματα να γίνουν όπως αυτός ήθελε και κατά καιρούς έγινε πράγματι σχεδόν ένας Διοκλητιανός. Τελικά, συγκλήθηκε μια Οικουμενική Σύνοδος το 553. Δεν ήταν εύκολο να πεισθούν οι Δυτικοί επίσκοποι, οι οποίοι είχαν ήδη συνέλθει στην Κωνσταντινούπολη, να εμφανιστούν στην Οικουμενική Σύνοδο, και οι αποφάσεις της Συνόδου έγιναν δεκτές στη Δύση μόνο ύστερα από έναν μακρόχρονο και επίμονο αγώνα.

Η Σύνοδος αναγνώρισε ως δυνατή την μετά θάνατον καταδίκη, συμφώνησε με τα επιχειρήματα του αυτοκράτορα, και εξέδωσε δεκατέσσερες αναθεματισμούς που επαναλάμβαναν τους περισσότερους αναθεματισμούς του 551. Στην αρχή του διατάγματος προηγείτο μια λεπτομερής ανάλυση των θεολογικών κειμένων που ήταν ύποπτα και η αντιπαραβολή τους με τα αναμφισβήτητα πρότυπα της ορθόδοξης πίστεως. Η επικίνδυνη ανακρίβεια των Αντιοχειανικών βιβλίων αποκαλύπτονταν για να την δουν όλοι.

Σε ορισμένο βαθμό αυτό ήταν μια αναθεώρηση του θέματος της Συνόδου της Εφέσου, όχι του θέματος της Συνόδου της Χαλκηδόνας. Θα μπορούσε κανείς να αμφισβητήσει την επικαιρότητα μιας τέτοιας αναθεωρήσεως. Πολλοί αισθάνθηκαν πως δεν υπήρχε ανάγκη γι' αυτήν, ότι ψυχολογικά αυτή μπορούσε να ήταν επωφελής μόνο στους Μονοφυσίτες. Φαίνονταν ότι δεν είχε νόημα να πολεμά κανείς το Νεστοριανικό κίνδυνο όταν υπήρχε κίνδυνος που απειλούσε από την αντίθετη πλευρά.

Όλα αυτά τα επιχειρήματα ήταν πρακτικής φύσεως και εκείνοι που τα διατύπωναν δεν προχωρούσαν πέρα από τυπικές προκλήσεις. Αλλά ασχέτως των κινήτρων που έκαναν τον Ιουστινιανό να θέσει το θέμα των Τριών Κεφαλαίων, αυτός στην ουσία είχε δίκιο. Γι' αυτό η Σύνοδος δέχθηκε τους αναθεματισμούς του. Αυτοί αναιρούν και καταδικάζουν το Νεστοριανισμό λεπτομερώς, καθώς και τις εσφαλμένες διδασκαλίες του Απολιναρίου και του Ευτυχούς. Αυτό ήταν μια επίσημη επιβεβαίωση της Συνόδου της Εφέσου και μια νέα κρίση κατά των «Ανατολικών».

Είναι πολύ χαρακτηριστικό ότι και ο Ωριγενισμός καταδικάστηκε στη Σύνοδο. Για μια ακόμα φορά η πρωτοβουλία για την καταδίκη ανήκε στον αυτοκράτορα. Ήδη από το 543 ο αυτοκράτορας είχε εκδόσει δέκα αναθεματισμούς κατά του Ωριγένη και όλων εκείνων που υποστήριζαν τις ακάθαρτες γνώμες του. Αυτό το Διάταγμα έγινε δεκτό στην Κωνσταντινούπολη, στην Παλαιστίνη, και στη Ρώμη. Πριν από τη Σύνοδο ο Ιουστινιανός έστειλε μια νέα επιστολή για τον Ωριγένη στούς επισκόπους. Προφανώς, η καταδίκη του Ωριγένη διακηρύχθηκε από τους πατέρες που είχαν συνέλθει ενωρίτερα από την επίσημη έναρξη της Συνόδου. Γι' αυτό δεν λέγεται τίποτα γι' αυτήν στα «πρακτικά» της Συνόδου.

Οπωσδήποτε, αυτή περιλαμβάνεται στους αναθεματισμούς της Συνόδου (Αναθεματισμός 11), και ο Θεόδωρος Ασκιδάς την μνημονεύει κατά τη διάρκεια της ίδιας της Συνόδου. Λίγο μετά τη Σύνοδο ο Κύριλλος ο Σκυθοπολίτης μιλά για την καταδίκη του Ωριγένη και των Ωριγενιστών στο έργο του: «Βίος Σάβα» (« Vila Sabae») και κατά λέξη την εναποτυπώνει στην Οικουμενική Σύνοδο. Ο Δίδυμος και ο Ευάγριος καταδικάστηκαν μαζί με τον Ωριγένη. Καταδικάστηκαν επίσης και ορισμένες «ασεβείς γνώμες»» που εκφράστηκαν από τον ίδιο τον Ωριγένη και τους οπαδούς του.

Η καταδίκη αναφέρονταν πρωτίστως στους Παλαιστίνιους Ωριγενιστές που είχαν διαταράξει την ηρεμία μέσα στα τοπικά μοναστήρια. Αυτοί είχαν ήδη επικριθεί το 542 από τον Πατριάρχη Εφραίμ σε μια τοπική σύνοδο στην Αντιόχεια. Ακόμα ενωρίτερα ο Αντίπατρος, επίσκοπος Βόστρων στην Αραβία, έγραψε κατά του Ωριγενισμού. Ο Παλαιστινιακός Ωριγενισμός συνδέονταν με τον Σύρο Στέφανο Bar-Sudhaile. Στο Διάταγμά του ο Ιουστινιανός επαναλαμβάνει μόνο τις κατηγορίες που είχαν διατυπωθεί στις επαρχίες.

Όχι πολύ πριν από τη Σύνοδο μια ιδιαίτερη ομάδα έφθασε στην Κωνσταντινούπολη από το μοναστήρι του σεβάσμιου Σάβα με αρχηγό τον Ηγούμενο Κόνωνα. Οι μοναχοί παρουσίασαν στον αυτοκράτορα μια ιδιαίτερη αναφορά που περιλάμβανε μια έκθεση «όλης της ασεβείας». Είναι δύσκολο να πει κανείς με πόση ακρίβεια παρουσιάστηκε ο Ωριγένης από τους κατηγόρους του. Οπωσδήποτε, οι γνώμες που καταδικάστηκαν απορρέουν πράγματι από τις λογικές του προϋποθέσεις.

Το Διάταγμα του 543 καταδίκασε το δόγμα της προϋπάρξεως των ψυχών και της μετεμψυχώσεως· το δόγμα της αιώνιας ψυχής του Χριστού που ενώθηκε με το Θείο Λόγο πριν από την Ενσάρκωση· το δόγμα ότι αυτός δεν ήταν μόνο ένας άνθρωπος προς χάριν των ανθρώπων αλλά και ένα Σεραφίμ για τα Σεραφίμ, και ότι αυτός θα σταυρώνονταν για τους δαίμονες· και το δόγμα της αποκαταστάσεως. Αυτοί προχωρούν σε περισσότερες λεπτομέρειες στην επιστολή του 552.

Εδώ δίνεται μια σκιαγραφία όλου του συστήματος. Βασική του ιδέα είναι ότι τα πάντα δημιουργήθηκαν προαιωνίως με τέλεια πνευματικότητα και ότι ο σημερινός ετερογενής και σωματικός κόσμος εμφανίστηκε διαμέσου της Πτώσεως. Η κοσμική πορεία θα τερματιστεί με μια παγκόσμια αποκατάσταση και απενσωμάτωση παντός ό,τι υπάρχει. Αυτή είναι η σκιαγράφηση του ίδιου του Ωριγένη. Μπορούμε να πούμε με ακρίβεια τι είλκυσε σ' αυτό το σύστημα τους Ωριγενιστές του έκτου αιώνα. Ο Κύριλλος ο Σκυθοπολίτης μιλά για τη διαίρεση των Παλαιστίνιων Ωριγενιστών σε «ισοχρίστους» και «πρωτοκτίστους».

Οι λέξεις (αυτές) είναι εντελώς διαφανείς. Το «ισόχριστοι» βεβαίωνε ότι στην αποκατάσταση των πάντων καθένας θα γίνει «ίσος τω Χριστώ». Αυτό το συμπέρασμα δεν εξάγεται άμεσα από τις ανθρωπολογικές και Χριστολογικές ιδέες του Ωριγένη. Το «πρωτόκτιστοι» προφανώς μιλούσε όχι τόσο πολύ για την αποκατάσταση όσο για την προΰπαρξη, ιδιαίτερα την προΰπαρξή της ψυχής του Ιησού ως του «πρώτου κτίσματος». Δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς γιατί αυτές οι ιδέες μπόρεσαν να διαδοθούν μεταξύ ακριβώς των μοναχών - οδηγούν κατά φυσικό τρόπο σε συμπεράσματα πρακτικής φύσεως για τις ατραπούς των ασκητικών επιτευγμάτων.


Η ΚΑΤΑΔΙΚΗ TOΥ ΩΡΙΓΕΝΙΣΜΟΥ ΩΣ ΚΑΤΑΔΙΚΗ ΤΩΝ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ ΠΕΙΡΑΣΜΩΝ ΤΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΙΝΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ

Αφετέρου θα μπορούσε κανείς να αμφισβητήσει την ανάγκη που ανακίνησε το θέμα του Ωριγένη σε μια Οικουμενική Σύνοδο. Αλλά η σφαλερότητα του Ωριγένη δεν ήγειρε καμιά αμφιβολία. Η καταδίκη του Ωριγενισμού στην Πέμπτη Οικουμενική Σύνοδο ήταν μια καταδίκη των εσωτερικών πειρασμών της αρχαίας Αλεξανδρικής θεολογίας η οποία δεν είχε χάσει ακόμα την επίδρασή της σε διάσημους και μάλλον ευρείς κύκλους. Οι απαγορεύσεις της Πέμπτης Οικουμενικής Συνόδου σήμαιναν μια κρίση για τα λάθη του παρελθόντος. Είναι μαρτυρία μιας «κρίσεως» μέσα στη Θεολογική συνείδηση. Οι παραδόσεις της Αντιόχειας και της Αλεξάνδρειας διασπάζονται. Η Βυζαντινή εποχή έχει αρχίσει.

Τρίτη 1 Φεβρουαρίου 2011

π. Γεώργιος Φλορόφσκι: Το πνεύμα του Μονοφυσιτισμού - μέρος 3ο


Ο ΙΟΥΛΙΑΝΟΣ ΑΛΙΚΑΡΝΑΣΣΟΥ 

Και ο Ιουλιανός φαίνονταν στό Σεβήρο ότι ήταν Δοκητιστής. Είναι αλήθεια ότι στην πολεμική του με τον Ιουλιανό ο Σεβήρος δεν ήταν απροκατάληπτος. Μεταγενέστεροι ορθόδοξοι αντιρρητικοί συζητούσαν όχι τόσο πολύ με τον Ιουλιανό όσο με τους απομακρυνθέντας οπαδούς του.

Οπωσδήποτε, oι γνήσιες συνθέσεις του Ιουλιανού δεν περιέχουν εκείνον τον ακραίο Δοκητισμό για τον οποίον oι αντίπαλοί του μιλούσαν τόσο πολύ όταν τον κατηγορούσαν ότι η διδασκαλία του για την έμφυτη «αφθαρσία» του σώματος του Σωτήρος μετέτρεψε το μυστήριο της Απολυτρώσεως σε κάποια «φαντασία και κάποιο όνειρο» (εξ ου και η ονομασία «φαντασιαστές»).

Το σύστημα του Ιουλιανού για την αφθαρσία του σώματος του Χριστού συνδέεται όχι με την κατανόηση από αυτόν της ενότητας του Θε-Ανθρώπου, αλλά με την κατανόηση από αυτόν της προπατορικής αμαρτίας, μαζί με τις γενικές ανθρωπολογικές προϋποθέσεις της. Εδώ ο Ιουλιανός είναι πολύ κοντά στον Άγ. Αυγουστίνο - αυτό είναι, φυσικά, μιά ομοιότητα και όχι μια εξάρτηση από τον Αυγουστίνο. Από τους Μονοφυσίτες θεολόγους ο Ιουλιανός είναι πλησιέστερα προς τον Φιλόξενο.

Ο Ιουλιανός θεωρεί ότι η αρχέγονη φύση του ανθρώπου είναι «άφθαρτη», «α-παθής», «α-θάνατη» και ελεύθερη επίσης από τα καλούμενα «αδιάβλητα πάθη» - δηλαδή, από την αδυναμία ή τις καταστάσεις του «πάθους» γενικά. Η Πτώση βλάπτει ουσιαστικά και κληρονομικά την ανθρώπινη φύση - η ανθρώπινη φύση εξασθένισε, έγινε θνητή και φθαρτή. Στήν Ενσάρκωση ο Θεός Λόγος προσλαμβάνει τη φύση του αρχέγονου Αδάμ, μια φύση που είναι «απαθής» και «άφθαρτη».

Έτσι αυτός γίνεται ο Νέος Αδάμ. Γι' αυτό ο Χριστός έπαθε και πέθανε όχι «εξ αιτίας της αναγκαιότητας της φύσεως» -όχι «εξ ανάγκης φυσικής», αλλά με τη θέλησή του, «χάριν της οικονομίας» - «λόγω οικονομίας», «με τη θέληση της Θεότητας», «μέσω ενός θαύματος».

Εντούτοις, τα πάθη και ο θάνατος του Χριστού ήταν πραγματικά και αυθεντικά, όχι μια «γνώμη» ή «φαντασία». Αλλά αυτά ήταν εντελώς ελεύθερα, αφού αυτός ο θάνατος δεν ήταν θάνατος ενός «φθαρτού» και ενός «εμ-παθούς» («πάσχοντος») ανθρώπου, καί αφού δεν περιλάμβαναν τη θανάσιμη καταδίκη της Πτώσεως.

Δεν υπάρχει ακόμα αίρεση σ' αυτή τη διδασκαλία. Αλλά αυτή πλησιάζει σε μια άλλη (διδασκαλία). Η αντίληψη του Ιουλιανού για την ενότητα του Θε-Ανθρώπου είναι πληρέστερη από την αντίληψη του Σεβήρου. Αυτός αρνείται να «απαριθμήσει» ή να διακρίνει τις «φυσικές ιδιότητες» στη σύνθεση του Θε-Ανθρώπου.

Αρνείται ακόμα να διακρίνει «επί πλέον» «δύο ουσίες» μετά την ένωση. Γι' αυτόν, η έννοια της «ουσίας» είχε το ίδιο συγκεκριμένο («ατομικό») νόημα όπως η έννοια της «φύσεως» ή της «υποστάσεως».

Στην ενσάρκωση του Λόγου η «αφθαρσία» του προσληφθέντος σώματος είναι τόσο εξασφαλισμένη λόγω της στενής του ένωσης με τη Θεότητα, ώστε στο πάθος και τον θάνατο αυτή απομακρύνεται με κάποια οικονομική ανοχή εκ μέρους του Θεού.

Όπως το κατάλαβε ο Ιουλιανός, αυτό δεν παραβίασε την ανθρώπινη «ομοουσιότητα» του Σωτήρος. Οπωσδήποτε, όμως, αυτό σαφώς μεγαλοποίησε την «δυνητική αφομοίωση» του ανθρωπίνου από το Θείον δυνάμει της ίδιας της Ενσαρκώσεως.

Και πάλιν, αυτό σχετίζεται με μια έλλειψη αισθήματος για ελευθερία και με μια παθητική κατανόηση της «θεώσεως». Ο Ιουλιανός αντιλήφθηκε την «αφθαρσία» της αρχέγονης ανθρώπινης φύσεως ως αντικειμενική κατάστασή της μάλλον παρά ως μια ελεύθερη δυνατότητα, και κατάλαβε την «απάθεια» και την «αφθαρσία» στο Χριστό πολύ παθητικά.

Είναι αυτός ο ησυχασμός που παραβιάζει την ισορροπία του συστήματος του Ιουλιανού. Αυτός δεν ξεκινά από μια ανάλυση των μεταφυσικών εννοιών. Στο σύοτημά του αισθάνεται κανείς καθαρά την αποφασιστική σημασία του σωτηριολογικού ιδεώδους.

Οι οπαδοί του Ιουλιανού προχώρησαν ακόμα πιο πέρα. Ονομάζονταν «αφθαρτοδοκήτες» («aphtartodocetists» ή imperishable valetudinarians») και «φαντασιαστές». Αυτά τα ονόματα περιγράφουν εκεΐνον τον ησυχασμό - μάλλον παρά τον «Δοκητισμό»- που είναι τόσο χτυπητός στον τρόπο σκέψεώς τους. Το ανθρώπινο μεταμορφώνεται παθητικά. Άλλοι από τους οπαδούς του Ιουλιανού αισθάνονταν ότι ήταν αδύνατο να το ονομάσουν αυτό μεταμόρφωση και αδύνατο να πουν ότι η θεωθείσα ανθρωπότητα μέσα στην ενότητα του Θεανθρώπου ανήκει σε δημιούργημα (ότι είναι «creatural»).

Έτσι εμφανίστηκε η αίρεση των Ακτιστιτών (εκείνων που δεν παραδέχονταν ως «κτίσμα» την ανθρώπινη φύση του Χριστού). Μερικοί από τους οπαδούς του Σεβήρου, στις συζητήσεις τους για την ανθρώπινη διαγωγή του Χριστού, κατέληξαν επίσης σε ένα τέτοιο συμπέρασμα. Στην ενότητα του Θε-Ανθρώπου, το περιορισμένο της ανθρώπινης γνώσεως πρέπει να εξαφανιστεί αμέσως και κατά έναν παθητικό τρόπο. Διαφορετικά, εμφανίζεται ο διχασμός της ανθρώπινης «άγνοιας» και της Θείας παγγνωσίας, και η «ενότητα της φύσεως» καταστρέφεται.

Έτσι σκέφτονταν oι οπαδοί κάποιου Στέφανου στην Αλεξάνδρεια. Αυτός ο τρόπος σκέψεως μας θυμίζει εν μέρει τα επιχειρήματα -όχι το συμπέρασμα- του Απολιναρίου σχετικά με το αδύνατο μιας ενώσεως «δύο τελείων πραγμάτων» εξαιτίας ακριβώς του περιορισμένου και της έσχατης ασυνέπειας του ανθρώπινου νου. Εντούτοις, oι οπαδοί του Στεφάνου βρήκαν έναν άλλον τρόπο να βγουν από τη δυσκολία - αρνήθηκαν κάθε διαφορά στο Χριστό μετά την ένωση, στην οποία ακόμα και ο ανθρώπινος νους αμέσως ανυψώθηκε στη Θεία Παγγνωσία.

Εντούτοις, εδώ πάλι αναγγέλλεται μια ησυχαστική κατανόηση της ανθρώπινης σκέψεως. Σ' αυτό το θέμα η πλειονότητα των οπαδών του Σεβήρου ήταν «κρυπτικοί» - η παγγνωσία του Χριστού απλώς δεν φανερώνονταν στην ανθρώπινη φύση. Φαίνονταν ασεβές να υποθέσουν ότι η ανθρώπινη «άγνοια» του Χριστού -ιδιαίτερα για την Ημέρα της Κρίσεως- μπορούσε να ήταν πραγματική και όχι μια σκόπιμη μόνο αποσιώπηση.

Διαβάστε επίσης: 
π. Γεώργιος Φλορόφσκι: Το πνεύμα του Μονοφυσιτισμού - μέρος 1ο

π. Γεώργιος Φλορόφσκι: Το πνεύμα του Μονοφυσιτισμού - μέρος 2ο

Αύριο, το τέταρτο και τελευταίο μέρος

Παρασκευή 28 Ιανουαρίου 2011

π. Γεώργιος Φλορόφσκι: Το πνεύμα του Μονοφυσιτισμού - μέρος 2ο

 (πρώτη φορά στο διαδίκτυο) 

ΤΟ ΕΘΝΙΚΟ ΚΑΙ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΟ ΣΤΟΙΧΕΙΟ ΣΤΗΝ ΕΜΦΑΝΙΣΗ ΤΟΥ ΜΟΝΟΦΥΣΙΤΙΣΜΟΥ

Φυσικά, διαιρέσεις μέσα στην Εκκλησία είναι πολύ πιθανές ακόμα και χωρίς δογματικές διαφωνίες. Πολιτικός ενθουσιασμός και σκοτεινότερα πάθη μπορούν επίσης να διασπάσουν και να συντρίψουν την ενότητα της Εκκλησίας. Από αυτήν την αρχή της Μονοφυσιτικής κινήσεως εθνικά και περιφερειακά κίνητρα συνόδευαν τα θρησκευτικά κίνητρα.


Πέμπτη 27 Ιανουαρίου 2011

π. Γεώργιος Φλορόφσκι: Το πνεύμα του Μονοφυσιτισμού - μέρος 1ο


Ο ΟΡΟΣ ΤΗΣ ΧΑΛΚΗΔΟΝΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΤΡΑΓΙΚΟ ΣΧΙΣΜΑ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ

Ο όρος ή ο ορισμός της πίστεως της Χαλκηδόνας έγινε η αιτία ενός τραγικού σχίσματος στην Εκκλησία. Ο ιστορικός Μονοφυσιτισμός είναι ακριβώς η μη αποδοχή και η απόρριψη της Συνόδου της Χαλκηδόνας, ένα σχίσμα και μια διάσταση με τους πατέρες της συνόδου.


Κυριακή 16 Ιανουαρίου 2011

Γεωργίου Φλωρόφσκυ: Ο Άγιος Αντώνιος και η αναχωρητική ζωή


Ο «Βίος τον Αντωνίου» (Vita Antonii) δεν είναι μόνο μια πλούσια πηγή για τη ζωή του Αγ. Αντωνίου, δεν είναι μόνο μια πλούσια πηγή για τις αρχές του μοναχισμού, αλλά είναι και η αρχαιότερη μοναστική βιογραφία που έχουμε. Κατά την παράδοση η συγγραφή της έχει αποδοθεί στον Αγ. Αθανάσιο. Αυτό είναι ένα αμφισβητούμενο θέμα. Εντούτοις, δεν υπάρχει ακόμα σοβαρός λόγος για να αποκλείσουμε το να έχει γράψει ο Άγ. Αθανάσιος ένα αρχικό σχετικό κείμενο, η ένα μέρος ενός αρχικού κειμένου, στο οποίο άλλοι αργότερα έχουν ίσως κάνει προσθήκες. 

Οπωσδήποτε, δεν έχει τόση σπουδαιότητα το ποιος έγραψε αυτό το βιβλίο, όσο το περιεχόμενο του. Ο Αγ, Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός έγραψε ότι ο «Βίος του Αντωνίου» μας δίνει την εικόνα, τη μορφή, το χαρακτήρα της πρώτης μοναστικής ζωής. Ο «Βίος» αποκαλύπτει ένα δυναμισμό στην πνευματική ζωή του μοναχισμού, μια μέθοδο που γεννά όλο και πιο βαθιά πνευματική ανάπτυξη η οποία τελικά καταλήγει στη μορφή μιας πνευματικής «πατρότητας».

Ο συγγραφέας γράφει ότι του ζήτησαν να «περιγράψει τον τρόπο ζωής του μακαρίου Αντωνίου». Αυτοί που του ζήτησαν αυτή την περιγραφή ήθελαν να μάθουν «αν αυτά που ειπώθηκαν γι’ αυτόν είναι αληθινά». Υπήρχε μια επιθυμία «να μιμηθούν» τον τρόπο ζωής του αγ. Αντωνίου και ο συγγραφέας συμφωνεί ότι «η ζωή του Αντωνίου είναι ένα επαρκές υπόδειγμα πειθαρχίας (discipline)» -πραγματικά η ελληνική λέξη που χρησιμοποιείται στο «Βίο» για την «πειθαρχία» είναι η λέξη «άσκησις». 

Ο συγγραφέας τους συμβουλεύει να πιστέψουν αυτά που άκουσαν και τους ενθαρρύνει επιπλέον να ανακαλύψουν περισσότερα για τη ζωή του «αλλά σκεφθείτε μάλλον ότι σας έχουν πει μόνο λίγα πράγματα, γιατί οπωσδήποτε αυτοί δύσκολα μπορούσαν να σας έχουν δώσει λεπτομέρειες για τόσο σπουδαία γεγονότα. 

Και επειδή Εγώ, με δική σας παράκληση, έχω κληθεί να θυμηθώ μερικά γεγονότα σχετικά με αυτόν, και θα στείλω όσα μπορώ να πω σ' ένα γράμμα, μην αμελήσετε να ρωτήσετε εκείνους που αποπλέουν από εδώ: γιατί πιθανόν, όταν όλοι θα έχουν αφηγηθεί ό,τι γνωρίζουν γι’ αυτόν, η περιγραφή να μην είναι ανάλογη προς τα κατορθώματα του». Ο συγγραφέας γράφει ότι «είχε διακαή πόθο να μάθει οποιαδήποτε νεότερη πληροφορία» όταν έλαβε το αίτημα τους, και ήθελε να στείλει ορισμένους μοναχούς που είχαν γνωρίσει καλά τον Αντώνιο να ρωτήσουν για τη ζωή του. 

Αλλά η «εποχή για θαλασσινά ταξίδια έφθανε στο τέλος της» και ο συγγραφέας «βιαζόταν να γράψει … ό,τι ο ίδιος γνωρίζει, αφού τον είχε δει πολλές φορές». Ο συγγραφέας βεβαιώνει ότι ήταν «ακόλουθος για πολύν καιρό» του Αντωνίου. 

Ο συγγραφέας είναι συνετός και συμβουλεύει ότι αυτοί θα έπρεπε να έχουν ως αντικειμενικό τους σκοπό την αλήθεια, «ώστε κανένας τους να μην δυσπιστήσει επειδή θα ακούει περισσότερα, ούτε πάλι να καταφρονήσει του ανδρός επειδή θα ακούει λιγότερα του δέοντος».

Η περιγραφή της πρώτης ζωής του Αντωνίου και ό,τι τον οδήγησε στη «δοκιμασία» του μεταφέρει μια ρεαλιστική εικόνα του ασκητισμού εκείνης της εποχής. «Ο Αντώνιος … ήταν εκ καταγωγής Αιγύπτιος. 

Οι γονείς του ήταν από καλή οικογένεια και είχαν σημαντική περιουσία (στην Κόμα της Μέσης Αιγύπτου, κατά τον Ιστορικό Σωζόμενον). Αφού οι γονείς του ήταν Χριστιανοί, ο Αντώνιος ανατράφηκε στην ίδια πίστη». Ο συγγραφέας γράφει ότι ο Αντώνιος δεν αγαπούσε το σχολείο «δεν ανεχόταν να μάθει γράμματα». Ο λόγος που δίνεται είναι ασαφής «μη ενδιαφερόμενος να συναναστρέφεται με άλλα παιδιά». 

Το κείμενο υπονοεί ότι ο Αντώνιος ήταν, τρόπον τινά, από τον χαρακτήρα του, επιρρεπής στη μοναξιά και την απομόνωση. Ο Αντώνιος παρακολουθούσε τις εκκλησιαστικές ακολουθίες κανονικά «με τους γονείς του πήγαινε στον οίκο του Κυρίου, και ούτε σαν παιδί ήταν οκνηρός ούτε όταν μεγάλωσε τις καταφρονούσε». Ήταν «προσεκτικός» στις εκκλησιαστικές ακολουθίες και «φύλαγε ό,τι διαβαζόταν μέσα στην καρδιά του». Τονίζεται ότι ήταν υπάκουος γιος. 

Ο συγγραφέας έχει άμεσα απεικονίσει τον χαρακτήρα του: είχε τάση προς απομόνωση, ενδιαφερόταν σοβαρά για τη θρησκεία του και ήταν υπάκουος. Η στάση του Αντωνίου έναντι της οικονομικής ανέσεως της οικογενείας του είναι σπουδαία «αν και ως παιδί μεγάλωσε μέσα σε αρκετή οικονομική άνεση, δεν ταλαιπώρησε τους γονείς του ζητώντας τους ποικίλα και πολυτελή φαγητά, ούτε αυτά ήταν γι’ αυτόν πηγή ευχαριστήσεως».

Ύστερα ήρθε ο θάνατος και των δυο γονιών. «Έμεινε μόνος με μια μικρή αδελφή: η ηλικία του ήταν περίπου δεκαοκτώ η είκοσι ετών, και έπεσε πάνω του η φροντίδα του σπιτιού και της αδελφής του. «Έξι μήνες ύστερα από το θάνατο των γονέων του ο Αντώνιος ήταν, ως συνήθως, στον οίκο του Κυρίου «συγκεντρωμένος στον εαυτό του και σκεπτόμενος».

Σκεφτόταν «πως οι Απόστολοι άφησαν τα πάντα και ακολούθησαν το Σωτήρα (Ματθαίος 4:20), και πως οι πρώτοι Χριστιανοί πούλησαν τα υπάρχοντα τους και τα έφεραν και τα έθεσαν στα πόδια των Αποστόλων για να διανεμηθούν στους φτωχούς (Πράξεις 4:35)». 

«Αναλογιζόμενος αυτά τα πράγματα μπήκε στην Εκκλησία και συνέβη να διαβάζεται το ευαγγέλιο και άκουσε τον Κύριο να λέγει στον πλούσιο, αν θέλεις να γίνεις τέλειος, πήγαινε και πούλησε τα υπάρχοντα σου και μοίρασε τα στους φτωχούς, και ακολούθησε με, και θα έχεις θησαυρό στον ουρανό' (Ματθαίος 19:21). 

Ο Αντώνιος, σαν να τον είχε βάλει ο Θεός να θυμηθεί τους αγίους, και σαν να είχε διαβαστεί η περικοπή γι’ αυτόν, βγήκε αμέσως από την Εκκλησία και έδωσε όλα τα κτήματα των προγόνων του στους χωρικούς -αυτά ήταν τριακόσια στρέμματα («άρουραι») «παραγωγικής και πολύ καλής γης». 

Ο συγγραφέας γράφει ότι το έκανε αυτό «ώστε αυτά να μην είναι πια βάρος σ' αυτόν και την αδελφή του». Μερικοί ερμηνεύουν αυτό με μια έννοια που υπάρχει στο γράμμα η στο πνεύμα του κειμένου ότι το έκανε αυτό για να αποφύγει τους φόρους. Ο Αντώνιος ύστερα μάζεψε τα υπόλοιπα «κινητά υπάρχοντα», τα πούλησε, και τα έδωσε στους φτωχούς, «κρατώντας λίγα για την αδελφή του».

Και πάλι στην Εκκλησία, ο Αντώνιος ακούει την ευαγγελική προτροπή «Μη μεριμνάτε λοιπόν για την αυριανή ημέρα» (Ματθαίος 6:34). «Φαίνεται ότι αυτό ήταν εκείνο που τον παρακίνησε να δώσει, ό,τι είχε απομείνει στους φτωχούς και να ξεκινήσει για τη «δοκιμασία» του. Από το κείμενο γίνεται φανερό ότι υπήρχε ήδη ένας καθιερωμένος θεσμός για την άσκηση, ιδιαίτερα για τις παρθένες. 

«Αφού ανέθεσε την αδελφή του σε γνωστές και πιστές παρθένες, και βάζοντας την σ' ένα σπίτι για παρθένες «εις παρθενώνα» για να την μεγαλώσουν, ο ίδιος αφιερώθηκε εκείνο τον καιρό σε άσκηση έξω από το σπίτι του, αδιαφορώντας για τον εαυτό του και ασκώντας τον με υπομονή». Ο συγγραφέας ύστερα προσθέτει τη σημαντική δήλωση «επειδή δεν υπήρχαν τότε ακόμα τόσο πολλά μοναστήρια στην Αίγυπτο, και κανένας απολύτως μοναχός δεν ήταν γνωστός στην μακρινή έρημο». 

Το κείμενο καθίστα σαφές ότι υπήρχε ήδη μια ασκητική παράδοση για παρθένες και μια μη συστηματικά οργανωμένη μοναστική ζωή. «Όλοι όσοι ήθελαν να προσέξουν τον εαυτό τους ησκούντο μόνοι τους κοντά στο χωριό τους».

Ο Αντώνιος μιμήθηκε τη ζωή «ενός γέροντος» σ' ένα γειτονικό χωριό. Όποτε ο Αντώνιος άκουγε «για έναν καλό άνθρωπο οπουδήποτε, σαν σοφή μέλισσα, πήγαινε και τον αναζητούσε». Αν και η λέξη «όρκος» δεν χρησιμοποιείται (στο κείμενο) φανερά, είναι φανερό ότι ο Αντώνιος είχε ήδη πάρει αποφάσεις που εμπίπτουν μέσα στο πνεύμα του όρκου. 

Μια τέτοια απόφαση η ένας τέτοιος «όρκος» είναι ότι «επιβεβαίωσε την απόφαση του να μην γυρίσει στο πατρικό του σπίτι ούτε να θυμάται τους συγγενείς του, αλλά να διαθέσει όλη την επιθυμία και την ενέργεια του στην τελειοποίηση της ασκήσεώς του». Εκείνο που θα ευχαριστούσε το Λούθηρο και τον Καλβίνο, τουλάχιστον μερικώς, είναι ότι ο Αντώνιος «εργαζόταν με τα χέρια του, γιατί είχε ακούσει, αυτός που είναι οκνηρός, να μην τρώει» (Β΄ Θεσ. 3:10). 

Τα χρήματα που ο Αντώνιος έπαιρνε από την εργασία του τα χρησιμοποιούσε για να αγοράζει ψωμί, και τα υπόλοιπα «τα έδινε στους φτωχούς» (Ματθαίος 5:7). Την ώρα που ο Αντώνιος εργαζόταν, συνέχιζε την πνευματική ζωή της προσευχής: «Προσευχόταν συνεχώς, γιατί ήξερε ότι ο άνθρωπος έπρεπε αδιαλείπτως να προσεύχεται κατ' ιδίαν» (Α' Θεσ. 5:17).

Ύστερα στο κείμενο περιγράφεται το ιδεώδες της εν αγάπη πνευματικής αδελφότητας. Ο Αντώνιος «ηγαπάτο από όλους». Πρόσεχε τις ιδιαίτερες περιοχές «του ζήλου και της ασκήσεως» όπου άλλοι ήταν πιο προχωρημένοι από αυτόν. 

«Έβλεπε τη φιλανθρωπία του ενός· την ακατάπαυστη προσευχή του άλλου- μάθαινε την απαλλαγή κάποιου από την οργή και την αγαθότητα ενός αλλού. Πρόσεχε κάποιον καθώς αγρυπνούσε, και άλλον καθώς μελετούσε· τον έναν τον θαύμαζε για την υπομονή του, τον άλλον για τη νηστεία του και για το ότι κοιμόταν στο έδαφος· την πραότητα του ενός και τη μακροθυμία του άλλου τις παρατηρούσε με προσοχή, ενώ πρόσεχε την προς τον Χριστό ευσέβεια και την αμοιβαία αγάπη που εμψύχωνε όλους».

Το κείμενο του «Βίου του Αντωνίου» τονίζει επίσης ότι ο Αντώνιος θυμόταν τις Αγιογραφικές περικοπές που διαβάζονταν στην Εκκλησία «κανένα από όσα ήταν γραμμένα δεν άφηνε να πέσει στο έδαφος, αλλά τα θυμόταν όλα, κι ύστερα η μνήμη του, του χρησίμευε ως βιβλίο». Το κείμενο μιλά αλλού για το σεβασμό του προς το διάβασμα. Εκείνο που συχνά παραλείπεται από μερικούς σχολιαστές του Αντωνίου είναι η ζωή της προφορικής παραδόσεως. 

Ο σύγχρονος άνθρωπος είναι πολύ συχνά σκλάβος του γραπτού κειμένου, ξεχνά πολύ συχνά ότι οι κοινωνίες ήκμαζαν κάποτε στηριζόμενες μόνο στον προφορικό λόγο. Οι άνθρωποι της αρχαιότητας μπορούσαν να απομνημονεύσουν τεράστια τμήματα του παραδοσιακού τους πνευματικού πολιτισμού. Είναι απλώς το φαινόμενο του γραπτού λόγου που επέτρεψε στο σύγχρονο άνθρωπο να υποδουλωθεί, τρόπον τινά, σ' αυτόν, να διαβάζει μάλλον ένα κείμενο παρά να το ακούει και να το απομνημονεύει. 

Ένας συγγραφέας γράφει ότι «ένας αριθμός Αγιογραφικών χωρίων ήταν γνωστός (στον Αντώνιο), αλλά για μια συνεχόμενη και βαθειά γνώση της Αγίας Γραφής από αυτόν, η από αυτούς γενικά τους αναχωρητές, δεν έχουμε ίχνη». 

Μια τέτοια εκτίμηση δεν είναι ακριβής και βασίζεται πάνω στη σύγχρονη προσέγγιση της αναλύσεως της Αγίας Γραφής ως γραπτού λόγου. Ο Αντώνιος — και γενικά οι πρώτοι μοναχοί γνώριζε την περισσότερη, αν όχι όλη την Καινή Διαθήκη «από στήθους». 

Επιπλέον, η γνώση τους, για την Αγία Γραφή επεκτεινόταν και στην Παλιά Διαθήκη, μεγάλα τμήματα της οποίας απομνημόνευαν. 

Το ότι αυτός δεν ήταν ικανός να «συνδέει λογικά» τα διάφορα τμήματα της Αγίας Γραφής, είναι μια κρίση που δεν ανταποκρίνεται στα γεγονότα και προϋποθέτει ότι ο άνθρωπος είναι ανίκανος να δομεί ή να συνδέει λογικά υλικό που απομνημονεύεται «εν τη καρδία».

Το επόμενο βήμα του Αντωνίου για την οδό της «δοκιμασίας» του ήταν να «αγωνιστεί να ενώσει τις ιδιότητες του καθενός». Το ιδεώδες της ασκητικής αναζητήσεως είναι να προοδεύει χωρίς ζηλοτυπία για τους άλλους και χωρίς να προκαλεί τη ζηλοτυπία των άλλων. 

Αυτό το ιδεώδες αποτυπώνεται καθαρά μέσα στο «Βίο τον Αντωνίου». «Και αυτό το έκανε κατά τέτοιο τρόπο ώστε να μη θίξει τα αισθήματα κανενός, και τους έκανε να χαίρονται γι’ αυτόν. Έτσι όλοι σ' εκείνο το χωριό και οι καλοί άνθρωποι με τους όποιους σχετιζόταν, όταν έβλεπαν ότι ήταν άνθρωπος αυτού του είδους, συνήθιζαν να τον ονομάζουν Αγαπημένο του Θεού ('θεοφιλή'). Και μερικοί τον υποδέχονταν σαν γιο, και άλλοι σαν αδελφό».

Ο «Βίος του Αντωνίου» αποκαλύπτει ότι η αντίθεση προς την ασκητική και μοναστική ζωή αρχίζει από τις εισηγήσεις του διαβόλου, ο οποίος αγωνίζεται πάντα να εμποδίσει αυτήν την οδό, αυτήν τη «δοκιμασία». 

Τα δαιμονικά μέσα με τα οποία επιχειρείται να εμποδιστεί αυτή η οδός μπορεί να είναι άλλοτε λεπτά και άλλοτε χονδροειδή, και πάντοτε υποβάλλουν στον υποψήφιο ασκητή την αμφιβολία για την ορθότητα της οδού, πάντοτε υποβάλλουν τη σκέψη ότι αυτή μπορεί να μην είναι λογική. 

Η προσπάθεια του διαβόλου είναι «να του ψιθυρίσει την ανάμνηση του πλούτου του, την φροντίδα για την αδελφή του, τις απαιτήσεις των συγγενών, την αγάπη του χρήματος, την αγάπη της δόξας, τις διάφορες ευχαριστήσεις του τραπεζίου και τις άλλες ανέσεις της ζωής». 

Και ύστερα έρχονται οι υπομνήσεις «της δυσκολίας της αρετής και των κόπων που αυτή απαιτεί, της αδυναμίας του σώματος, και του μάκρους της ζωής». Αυτό, διακηρύσσει ο «Βίος του Αντωνίου», δεν απέδωσε, ακριβώς εξαιτίας του «καθορισμένου σκοπού» του Αντωνίου.

Ύστερα ακολουθεί η περιγραφή του πνευματικού αγώνα του Αντωνίου κατά της προσπάθειας του διαβόλου να αποτρέψει τον Αντώνιο από την οδό της «δοκιμασίας» του φέρνοντας τον αντιμέτωπο με την αδυναμία της σάρκας, και με τον σεξουαλικό πειρασμό. «Γιατί αυτά είναι η πρώτη παγίδα για τους νέους αυτός επιτίθεται κατά του νέου, (του Αντωνίου), ενοχλώντας τον τη νύχτα και βασανίζοντας τον την ημέρα, έτσι ώστε ακόμα και οι θεατές είδαν τον αγώνα που γινόταν μεταξύ τους. 

Ο διάβολος του υπέβαλε αχρείες σκέψεις και ο Αντώνιος τις αντιμετώπιζε με προσευχές. Ο διάβολος του άναβε τη λαγνεία και ο Αντώνιος, κοκκινίζοντας από ντροπή, οχύρωνε το σώμα του με πίστη, προσευχές και νηστείες. 

Και μια νύχτα ο διάβολος … μεταβλήθηκε ακόμα και σε γυναίκα και μιμείτο όλα τα φερσίματα της μόνο και μόνο για να παγιδεύσει τον Αντώνιο. Αλλά ο Αντώνιος, έχοντας γεμάτο το νου του με τον Χριστό και με την ευγένεια που εμπνέεται από το Χριστό, και σεβόμενος την πνευματικότητα της ψυχής του, έσβησε τον αναμμένο άνθρακα της απάτης του διαβόλου. Και πάλι ο εχθρός του υπέβαλε 'το λείον της ηδονής'. Αλλά ο Αντώνιος, γεμάτος θλίψη και οργή, έστρεψε τις σκέψεις του στο απειλούμενο πυρ και τον κατατρώγοντα σκώληκα … και πέρασε μέσα από τον πειρασμό αβλαβής». 

Το σχόλιο μέσα στο «Βίο του Αντωνίου» γι’ αυτόν τον αγώνα είναι οπωσδήποτε του Αθανασίου. «Γιατί ο Κύριος εργαζόταν μαζί με τον Αντώνιο, ο Κύριος που για μας έγινε σαρξ και έδωσε στο σώμα τη νίκη κατά του διαβόλου, ώστε όλοι όσοι αληθινά πολεμούν να μπορούν να λένε: όχι εγώ, αλλά η χάρη του Θεού που είναι μαζί μου (Α' Κορινθίους 15:10)». Εδώ ο «Βίος του Αντωνίου» όχι μόνο εκφράζει τη συνεργιστική οδό δηλώνοντας ότι «ο Κύριος συνεργούσε με τον Αντώνιο», αλλά το υποστηρίζει καθαρά αυτό από τον Απ. Παύλο, από ένα χωρίο που μίλα για την προτεραιότητα της χάριτος του Θεού. 

Αυτό το χωρίο δεν πρέπει να λησμονείται όταν κανείς συναντά τον πνευματικό αγώνα στην Ανατολική και Βυζαντινή ασκητική και μοναστική πνευματικότητα. Η ουσία του οράματος, η ουσία του αγώνα, πάντα γνωρίζει για την πρωτοβουλία του Θεού και για την προτεραιότητα της χάριτος, ανεξάρτητα από το πόσο τα κείμενα μπορεί συχνά να τονίζουν την πλευρά της ανθρώπινης δραστηριότητας.

Ο «Βίος του Αντωνίου» ύστερα περιγράφει πως παρουσιάστηκε ο διάβολος στον Αντώνιο ως παιδί -παίρνοντας ένα ορατό σχήμα «σύμφωνα με το νου του» και μιλώντας σ' αυτόν «με ανθρώπινη φωνή». «Είμαι ο φίλος της πορνείας και έχω πάρει μαζί μου για τους νέους διεγερτικά που οδηγούν σ’ αυτήν. Ονομάζομαι πνεύμα πορνείας». 

Οι λέξεις του κειμένου που σχολιάζουν τις προηγούμενες προτάσεις είναι σπουδαίες. Ο Αντώνιος έχει θριαμβεύσει κατά του διαβόλου στην πρώτη συμπλοκή που είχε μαζί του. Εν τούτοις το κείμενο εξηγεί: «Αυτή ήταν η πρώτη πάλη του Αντωνίου κατά του διαβόλου, ή μάλλον αυτή η νίκη ήταν του Σωτήρος εν τω Αντωνίω». Σ’ αυτήν τη δήλωση βρίσκεται η ουσία της βασικής και θεμελιώδους θεολογικής κατανοήσεως της πνευματικής «δοκιμασίας» στην Ανατολική και Βυζαντινή ασκητική και μοναστική σκέψη. 

Το δεύτερο μέρος του σχολίου προστίθεται σχεδόν παρενθετικά. Πράγματι, σε πολλά κείμενα της ασκητικής και μοναστικής γραμματείας αυτό αργότερα θα παραλείπεται. Αλλά εάν παραλείπεται, παραλείπεται γιατί αυτό αποτελεί προφανή προϋπόθεση ολόκληρης της Χριστιανικής ζωής, ολόκληρης της πνευματικής «δοκιμασίας». 

Αυτός είναι ο αυθεντικός συνεργισμός της Ανατολικής και Βυζαντινής παραδόσεως και ο Αντώνιος «εργάζεται» και ο Θεός «εργάζεται», όμως είναι σαφές ότι όλα προέρχονται από τον Θεό, ότι ακόμα και στην πνευματική «δοκιμασία» του ανθρώπου το έργο, η ενέργεια, η δύναμη, και η νίκη προέρχονται από τον Κύριο μας, είναι στ' αλήθεια το έργο του Κυρίου μας. Ο συγγραφέας ύστερα παραθέτει το χωρίο Ρωμαίους 8:3-4.

Αλλά η «δοκιμασία» συνεχίζεται. Η πνευματική ζωή δεν σταματά ποτέ, όπως ολοφάνερα διευκρινίζεται από την Καινή Διαθήκη. «Αλλά ούτε ο Αντώνιος, αν και ο πονηρός δαίμονας είχε νικηθεί, σταμάτησε στο εξής την προσπάθεια του … , ούτε ο εχθρός, αν και ηττήθηκε, σταμάτησε να στήνει παγίδες στον Αντώνιου. 

Και πάλι ο συγγραφέας επικαλείται τη γνώση της Καινής Διαθήκης από τον Αντώνιο. «Αλλά ο Αντώνιος, έχοντας μάθει από τις Γραφές (Εφεσίους 6:11) ότι οι μέθοδοι (αι μεθοδείαι) του διαβόλου είναι πολλές, συνέχιζε με ζήλο την άσκησή του, κατανοώντας ότι, αν και ο διάβολος δεν μπόρεσε να απατήσει την καρδιά του με την ηδονή του σώματος, θα προσπαθούσε να τον δελεάσει με άλλα μέσα». 

Ο Αντώνιος αποφάσισε να αυξήσει την καταστολή «του σώματος» για να το κρατήσει «σε υποταγή» (Α' Κορινθίους 9:27). «γι’ αυτό σχεδίαζε να συνηθίσει τον εαυτό του σ’ έναν αυστηρότερο τρόπο ζωής». Ο σκοπός αυτής της αυστηρότερης μορφής ασκήσεως είναι να εξασθενίσει το σώμα για να έλθει το αποτέλεσμα των λόγων του Αγ. Παύλου: «όταν ασθενώ, τότε είμαι ισχυρός» (Β΄ Κορινθίους 12:10). Ο Αντώνιος έλεγε ότι «ο τόνος της ψυχής τότε υγιαίνει όταν οι ηδονές του σώματος είναι ασθενείς».

Ο συγγραφέας λέγει ότι ο Αντώνιος είχε φθάσει «σ' αυτόν τον αληθινά θαυμάσιο σκοπό του» «ότι η πρόοδος στην αρετή, και η απάρνηση του κόσμου για χάρη της, δεν θα έπρεπε να μετρείται με το χρόνο, αλλά με τον πόθο και τη σταθερότητα του σκοπού». 

Ο Αντώνιος, σαν να ήταν στην «αρχή της ασκήσεως του», απέρριπτε σκέψεις του παρελθόντος και «αναλάμβανε μεγαλύτερους πόνους για την προκοπή του, επαναλαμβάνοντας συχνά τους λόγους του Παύλου: «ξεχνώντας τα περασμένα, και προχωρώντας προς τα εμπρός» (Φιλιπ. 3:14). Αν και η δεύτερη άποψη της σκέψεως του Απ. Παύλου στο στίχο 14 δεν περιέχεται στο «Βίο τον Αντωνίου», όμως προϋποτίθεται από το κείμενο: «Τρέχω προς το τέρμα, προς το βραβείο της επουράνιας κλήσεως του Θεού δια Ιησού Χριστού». 

Ο Απ. Παύλος ύστερα προσθέτει: «Όσοι λοιπόν είμαστε τέλειοι, ας σκεφτόμαστε κατ' αυτόν τον τρόπο» («όσοι ουν τέλειοι, τούτο φρονώμεν»). Είναι σαφές ότι τέτοια κείμενα του Απ. Παύλου εκφράζουν έναν πνευματικό δυναμισμό, μια ανάπτυξη στην πνευματικότητα. Είναι ακόμα φανερό ότι το τέρμα είναι η «άνω κλήσις» — και αυτή η «άνω κλήσις» ή η «κλήσις άνωθεν» συνδέεται με την «τελείωση». Ο Αντώνιος, όπως φαίνεται, εφαρμόζει τη διδασκαλία της Καινής Διαθήκης. 

Ο συγγραφέας ύστερα παραθέτει το στίχο 18:15 από την Α' Βασιλειών «Ζη ο Κύριος, μπροστά στον οποίο σήμερα στέκομαι». Ο συγγραφέας υπογραμμίζει τη σπουδαιότητα του «σήμερα» για τη δυναμική πορεία της πνευματικής «δοκιμασίας». «Γιατί ο Αντώνιος παρατήρησε ότι, λέγοντας 'σήμερα' ο προφήτης [Ηλίας], δεν μετρούσε τον χρόνο που πέρασε, αλλά την κάθε μέρα την έπαιρνε ως αρχή, σαν να άρχιζε πάντα από την αρχή». 

Και πάλι η προτεραιότητα της θελήσεως του Θεού τοποθετείται στη σωστή της προοπτική: «αυτός πρόθυμα προσπαθούσε να κάνει τον εαυτό του να φαίνεται κατάλληλος προ του Θεού, όντας καθαρός στην καρδιά και πάντα έτοιμος να υποταγεί στη βουλή του Θεού και στον Θεό μόνο». Και ο Αντώνιος βρήκε στον Ηλία ένα πρότυπο του ερημίτη: «Και αυτός συνήθιζε να λέγει ότι στη ζωή του μεγάλου Ηλία ο ερημίτης έπρεπε να βλέπει τη δική του ζωή σαν σε καθρέπτη».

Το επόμενο βήμα στο δρόμο της «δοκιμασίας» του Αντωνίου είναι η είσοδος του στα «μνήματα». Ο «εχθρός φοβήθηκε ότι σε λίγο χρόνο ο Αντώνιος θα γέμιζε την έρημο με την άσκησή» του. Το κείμενο ισχυρίζεται ότι ένα πλήθος δαιμόνων επιτέθηκε κατά του σώματος του Αντωνίου μέσα στα μνήματα και «τόσο πολύ τον καταπλήγωσε ώστε αυτός έπεσε στο έδαφος άφωνος από τον υπερβολικό πόνο». Εκείνο που ακολουθεί στο κείμενο είναι και πάλι η «πρόνοια του Θεού» η οποία προστατεύει εκείνους «που ελπίζουν στον Θεό». 

Να, και πάλι οι δυο θελήσεις, οι δυο δραστηριότητες, του Θεού και του ανθρώπου, που συμμετέχουν στην πορεία. Αυτή τη φορά η γλώσσα είναι η ίδια με εκείνη που θα εύρισκε κανείς στις Γραφές. Αν και καθεαυτήν η γλώσσα θα μπορούσε να υπονοεί ότι η ελπίδα του ανθρώπου προκαλεί τη δραστηριότητα του Θεού, τα συμφραζόμενα όπως τα συμφραζόμενα γενικώς της Γραφής- παραπέμπουν κάποιον στην προϋπόθεση της πρωτοβουλίας του Θεού. Η γλώσσα αντανακλά απλώς τον ανθρώπινο ρεαλισμό.

Ο Αντώνιος μεταφέρεται πίσω στην Εκκλησία σε κατάσταση σχεδόν πτώματος. Αλλά ανέλαβε αρκετά, ώστε να μπορέσει, με βοήθεια, να γυρίσει στα μνήματα για να αντιμετωπίσει πάλι τον εχθρό. Ο Αντώνιος αναφωνεί ότι δεν θα ξαναφύγει από «τα χτυπήματα τους» και παραθέτει από την Προς Ρωμαίους επιστολή 8:35 «τίποτα δεν θα με χωρίσει από την αγάπη του Χριστού». 

Ο Αντώνιος ύστερα ψάλλει από τους Ψαλμούς (26:3) «Εάν παραταχθεί εναντίον μου ένα ολόκληρο στρατόπεδο, δεν θα φοβηθεί η καρδιά μου». Ο Αντώνιος προκαλεί τους δαίμονες, οι οποίοι παρουσιάστηκαν με τη μορφή θηρίων και ερπετών», αναφωνώντας: «Γιατί η πίστη στον Κύριο μας είναι για μας σφραγίδα και τείχος ασφαλείας». 

Το κείμενο παρατηρεί ότι ο «Κύριος ήταν κοντά του». Ο Αντώνιος προκαλεί τον Θεό: «Που ήσουνα; Γιατί δεν εμφανίστηκες στην αρχή να σταματήσεις τους πόνους μου;» Το κείμενο αναφέρει ότι «η φωνή» του Θεού του μίλησε: «Αντώνιε, ήμουνα εδώ, αλλά περίμενα να δω το αγώνισμα σου. Αφού, λοιπόν, έχεις αντέξει… θα είμαι πάντα βοηθός σου, και θα κάνω γνωστό παντού το όνομά σου». Η απάντηση του Αντωνίου ήταν να σηκωθεί και να προσευχηθεί. «Έλαβε τόση δύναμη ώστε να αισθάνεται πως είχε περισσότερη τώρα δύναμη στο σώμα του από όση είχε προηγουμένως».

Το επόμενο βήμα του Αντωνίου στην οδό της «δοκιμασίας» του είναι να φύγει για την έρημο. Πρέπει να σημειωθεί ότι ο Αντώνιος απαντά σχεδόν πάντα στην επίθεση του εχθρού παραθέτοντας χωρία από την Αγία Γραφή. Στην πρώτη του συμπλοκή στην έρημο παραπέμπει στο χωρίο Πράξεις 8:20. 

Ο Αντώνιος «όλο και πιο σταθερός στο σκοπό του», εγκαταστάθηκε σ’ ένα εγκαταλελειμμένο φρούριο, μέσα στο οποίο «αυτός κατέβηκε σαν σε άσυλο, και έμεινε μόνος μέσα, χωρίς ποτέ να βγαίνει έξω ή να βλέπει κάποιον που ερχόταν. Έτσι πέρασε πολύν καιρό ασκούμενος, και παίρνοντας άρτους, που τους έριχναν από πάνω προς τα κάτω δυο φορές το χρόνο». Όταν έρχονταν γνωστοί του, αντί να τον βρουν νεκρό, τον άκουγαν να ψάλλει από τους ψαλμούς. 

«Ας εγερθεί ο Θεός και ας διασκορπιστούν οι εχθροί του! Και ας φύγουν από μπροστά του αυτοί που τον μισούν! όπως χάνεται ο καπνός, ας χαθούν αυτοί! όπως το κερί λιώνει μπροστά στη φωτιά, έτσι και οι κακοί ας χαθούν από το πρόσωπο του Θεού!» (Ψαλμοί 67:2-3). Και από τον Ψαλμό 117:10: «όλα τα έθνη με εκύκλωσαν, και με το όνομα του Θεού αμύνθηκα εναντίον τους».

Το αποτέλεσμα της «δοκιμασίας» του Αντωνίου ήταν γόνιμο. Αυτός έγινε «ο άτεκνος πατέρας πολυάριθμων απογόνων». Όπως ένας συγγραφέας έχει σωστά παρατηρήσει: «μετά τη μετάβαση από τη συνήθη ζωή στην κοινοβιακή ζωή, ύστερα από το πέρασμα από αυτήν σε όλο και πληρέστερο αναχωρητισμό, έως ότου αυτός ο ίδιος ο αναχωρητισμός αναπτυχθεί πλήρως σε πνευματική πατρότητα. Δεν υπάρχει τίποτε το στατικό σ’ αυτήν την ιδέα· αντίθετα το κάθε τι τείνει διαρκώς να υπερβεί ό,τι έχει ήδη επιτευχθεί… . [αυτός είναι] ο καθαρά ευαγγελικός χαρακτήρας της κλήσεως του Αντωνίου». 

Όπως αναφέρει ο «Βίος του Αντωνίου», ο Αντώνιος «συνέχισε την εν απομονώσει άσκησή του επί είκοσι σχεδόν χρόνια». Ήλθε ο καιρός που εκείνοι οι οποίοι ήθελαν να μιμηθούν την άσκησή του και οι γνωστοί του «άρχισαν να γκρεμίζουν και να βγάζουν την πόρτα με τη βία».

Η περιγραφή που ακολουθεί στο «Βίο του Αντωνίου» δείχνει ότι ο Αντώνιος είναι ένα πολύ καλά ισορροπημένο πνευματικό πρόσωπο. «Τότε για πρώτη φορά τον είδαν έξω από το φρούριο εκείνοι που ήλθαν να τον δουν. 

Και αυτοί, όταν τον είδαν, παραξενεύτηκαν για ό,τι είδαν, γιατί αυτός φορούσε το ίδιο ένδυμα όπως και πριν, και δεν ήταν ούτε παχύς, όπως ένας άνθρωπος που δεν ασκείται, ούτε ισχνός από τη νηστεία και τους αγώνες του με τους δαίμονες, αλλά ήταν όπως ακριβώς τον ήξεραν πριν από την απομόνωση του. 

Και πάλι, η ψυχή του ήταν απαλλαγμένη από ελαττώματα, γιατί ούτε συστέλλετο σαν να ήταν θλιμμένη, ούτε αναπαυόταν με ευχαρίστηση, ούτε κατεχόταν από γέλιο η κατήφεια, γιατί δεν ενοχλείτο όταν έβλεπε το πλήθος, ούτε υπερευφραινόταν όταν τον χαιρετούσαν τόσο πολλοί. Αλλά ήταν απόλυτα ήρεμος, γιατί οδηγείτο από τη λογική και βρίσκόταν σε μια φυσιολογική κατάσταση. 

Δια μέσου αυτού ο Κύριος θεράπευε τις σωματικές ασθένειες πολλών παρόντων, και καθάριζε άλλους από τα πονηρά πνεύματα. Και ο Θεός έδινε χάρη στον Αντώνιο όταν μιλούσε, ώστε να παρηγορεί πολλούς που ήταν λυπημένοι, και να συμφιλιώνει αμέσως αυτούς που διαφωνούσαν, προτρέποντας όλους να προτιμούν την αγάπη του Χριστού από ό,τιδήποτε μέσα στον κόσμο. 

Και ενώ τους παρότρυνε και τους συμβούλευε να θυμούνται τα μέλλοντα αγαθά, και την αγάπη και φιλανθρωπία του Θεού προς εμάς, «ο οποίος δεν λυπήθηκε τον δικό του Υιό, αλλά τον παρέδωσε σε θάνατο για χάρη όλων μας» (Ρωμαίους 8:32), έπειθε πολλούς να ακολουθήσουν την ερημική ζωή. Και έτσι συνέβη στο τέλος να εμφανιστούν κελιά ακόμα και στα βουνά, και η έρημος αποικίστηκε από μοναχούς, οι οποίοι απομακρύνθηκαν από τους συγγενείς τους, και κατέγραψαν τους εαυτούς τους στη βασιλεία των ουρανών».

«Όταν ο Αντώνιος μιλούσε κατ' αυτόν τον τρόπο, όλοι χαίρονταν. Σε μερικούς μεγάλωνε η αγάπη της αρετής, σε άλλους απομακρυνόταν η αδιαφορία, και σε άλλους σταματούσε η μεγάλη ιδέα που είχαν για τον εαυτό τους. 

Και όλοι επείθονταν να καταφρονούν τις επιθέσεις του Πονηρού, και θαύμαζαν για τη χάρη που δινόταν στον Αντώνιο από τον Κύριο για τη διάκριση των πνευμάτων. Έτσι τα κελιά τους ήταν στα βουνά, σαν ιερά σκηνώματα, γεμάτα από ιερούς ομίλους ανδρών οι οποίοι έψαλλαν Ψαλμούς, αγαπούσαν τη μελέτη, νήστευαν, προσεύχονταν, χαίρονταν με την ελπίδα των μελλόντων, ασκούνταν στην ελεημοσύνη, και είχαν αγάπη και αρμονία μεταξύ τους. 

Και πραγματικά, ήταν δυνατό, τρόπον τινά, να δει κανείς μια ιδιαίτερη χώρα, γεμάτη με ευσέβεια και δικαιοσύνη. Γιατί τότε δεν υπήρχε ούτε ο άδικων ούτε οι αδικούμενοι, ούτε οι επιπλήξεις του φοροσυλλέκτη. Αλλ' αντί αυτών υπήρχε ίνα πλήθος ασκητών, και ο κοινός σκοπός όλων τους ήταν να επιτύχουν την αρετή».

Ο Αντώνιος μιλά πολύ για την εμπειρία του με τους δαίμονες. Εντούτοις, θέτει ακόμα και την εμπειρία του μέσα σε σωστή ισορροπία όταν μιλά γι’ αυτήν στους άλλους. Τους προειδοποιεί να μην φοβούνται τους δαίμονες, για το πως να διακρίνουν αν ένα δράμα η μια εμφάνιση είναι εκ Θεού η είναι έργο των δαιμονικών δυνάμεων, και να μην υποκύπτουν στον πειρασμό να «εκβάλλουν δαιμόνια». «δεν είναι πρέπον να καυχάται κανείς όταν εκβάλει δαιμόνια, ούτε να το παίρνει επάνω του όταν θεραπεύει ασθένειες. 

Ούτε είναι πρέπον εκείνος μόνο που εκβάλλει δαιμόνια να εκτιμάται πολύ, ενώ αυτός που δεν τα εκβάλλει να μην εκτιμάται καθόλου. Αλλά ο άνθρωπος ας μαθαίνει την άσκησή του καθενός και ή να την μιμείται, ή να την αμιλλάται, ή να την διορθώνει. Γιατί η επιτέλεση «σημείων» δεν είναι δικό μας έργο, αλλά έργο του Σωτήρος. Και αυτός έτσι έλεγε στους μαθητές του: 'Μη χαίρεστε για το ότι σας υποτάσσονται τα πνεύματα, αλλά να χαίρεστε γιατί τα ονόματα σας είναι γραμμένα στους ουρανούς' [Λουκάς 10:20}. Γιατί το γεγονός ότι τα ονόματα μας είναι γραμμένα στον ουρανό είναι μια απόδειξη της ενάρετης ζωής μας, αλλά το να εκβάλλεις δαιμόνια είναι μια χάρη του Σωτήρος που σου δίνεται. 

Γι’ αυτό σ' αυτούς που καυχώνταν για τα 'σημεία' και όχι για την αρετή, και έλεγαν: 'Κύριε, στο όνομά σου δεν εκβάλαμε δαιμόνια, και στο όνομα σου δεν κάναμε πολλά θαύματα;' [Ματθαίος 7:22], Εκείνος απάντησε, αλήθεια, σας λέγω, δεν σας γνωρίζω', γιατί ο Κύριος δεν γνωρίζει τας οδούς των κακών. Αλλά θα πρέπει πάντα να προσευχόμαστε, όπως σας είπα προηγουμένως, ώστε να λάβουμε τη δωρεά της διακρίσεως των πνευμάτων ώστε να μπορούμε, όπως γράφεται στην Α' Ιωάν. 4:1, να μην πιστεύουμε σε κάθε πνεύμα».

Υπάρχουν εμφανίσεις αγγέλων, κατά τον Αντώνιο, και αυτός συμβουλεύει πως να διακρίνουμε αν ένα δράμα η μια εμφάνιση είναι εκ Θεού η είναι έργο δαιμονικών δυνάμεων. «Η οπτασία των αγίων δεν είναι τεταραγμένη». 

Ο Αντώνιος παραθέτει από το Κατά Ματθαίον ευαγγέλιο (12:19): «γιατί αυτοί δεν θα φιλονεικούν, ούτε θα φωνάζουν ούτε θα ακούει κανένας τη φωνή τους». «Αλλά αυτή έρχεται τόσο ήσυχα και απαλά ώστε αμέσως χαρά, ευχαρίστηση και θάρρος έρχονται στην ψυχή. Γιατί ο Κύριος, που είναι η χαρά μας, είναι μαζί τους, και η δύναμη του Θεού Πατέρα. 

Και οι σκέψεις της ψυχής παραμένουν γαλήνιες και ατάραχες, ώστε αυτή, φωτιζόμενη τρόπον τινά από αυτήν με ακτίνες, να βλέπει αυτούς που εμφανίζονται. Γιατί την διακατέχει η αγάπη για ό,τι είναι θεϊκό και για τα μέλλοντα, και θα ήθελε πολύ να ενωθεί πλήρως με αυτά αν μπορούσε να πάει μαζί τους. 

Αλλά αν, επειδή είναι άνθρωποι, μερικοί φοβούνται την οπτασία των καλών, εκείνοι που εμφανίζονται (στην οπτασία) αφαιρούν αμέσως το φόβο όπως έκανε ο Γαβριήλ στην περίπτωση του Ζαχαρία (Λουκάς 1:13)· και όπως έκανε ο Άγγελος (Ματθαίος 28:5) που εμφανίστηκε στις γυναίκες στο ιερό μνημείο1 και όπως έκανε αυτός που είπε στους ποιμένες στο ευαγγέλιο, «Μη φοβάσθε» (Λουκάς 1:41). Γιατί ο φόβος σ’ αυτούς προξενήθηκε όχι από δειλία, αλλά από την αναγνώριση της παρουσίας ανωτέρων όντων. Τέτοια λοιπόν είναι η φύση των οπτασιών των αγίων».

Ο Αντώνιος έχει πολλά να πει για το φόβο, για το αβλαβές αποτέλεσμα του στον άνθρωπο, για την εκρίζωση του με τη σταθερή πίστη. «Και αυτό ας είναι μια ακόμα απόδειξη για σας: όσες φορές η ψυχή παραμένει φοβισμένη υπάρχει μια παρουσία των εχθρών. 

Γιατί οι δαίμονες δεν απομακρύνουν το φόβο της παρουσίας τους όπως έκανε ο μεγάλος αρχάγγελος Γαβριήλ για τη Μαρία και τον Ζαχαρία, και όπως έκανε αυτός που εμφανίστηκε στις γυναίκες στο μνημείο. Άλλα μάλλον, όποτε βλέπουν φοβισμένους ανθρώπους, αυξάνουν τα απατηλά τους τεχνάσματα ώστε οι άνθρωποι να φοβηθούν περισσότερο. Και τελικά ορμούν εναντίον τους και τους κοροϊδεύουν λέγοντας, 'πέσετε κάτω και προσκυνείστε μας… '. 

Αλλά ο Κύριος δεν το ανέχεται να μας απατά ο διάβολος, γιατί τον επιπλήττει όσες φορές σχεδιάζει τέτοια απατηλά τεχνάσματα εναντίον του, λέγοντας, 'Πήγαινε πίσω μου, Σατανά, γιατί είναι γραμμένο, πρέπει να προσκυνήσεις Κύριο, τον Θεόν σου, και αυτόν μόνον να λατρεύσεις' - Ματθαίος 4:10. Γι’ αυτό, καταφρονείτε όλο και περισσότερο τον πανούργο (διάβολο), γιατί ό,τι ο Κύριος έχει πει, το είπε για μας, ώστε οι δαίμονες, ακούγοντας παρόμοια λόγια από μας, να τρέπονται σε φυγή δια του Κυρίου ο οποίος τους επιτίμησε μ' αυτά τα λόγια».

«Αλλά η επιδρομή και η 'τεταραγμένη φαντασία' των πονηρών πνευμάτων είναι φορτωμένες από σύγχυση, από θορύβους, από ήχους και κραυγές τέτοιες όπως η ταραχή που προξενούν οι αγροίκοι νεκροί ή οι ληστές. Από αυτά δημιουργείται φόβος στην καρδιά, ταραχή και σύγχυση σκέψεως, αθυμία, μίσος εναντίον εκείνων που ζουν μια ζωή ασκήσεως, αδιαφορία, θλίψη, ανάμνηση των συγγενών και φόβος θανάτου, και τέλος επιθυμία κακών πραγμάτων, αμέλεια για την αρετή και ακατάστατα ήθη. 

Γι’ αυτό, όποτε έχετε δει κάτι και είστε φοβισμένοι, αν ο φόβος σας αφαιρείται αμέσως και στη θέση του έρχεται ανείπωτη χαρά, φαιδρότης, θάρρος, ανανεωμένη δύναμη, ηρεμία σκέψεως και όλα εκείνα που πριν ανέφερα, τόλμη και αγάπη προς το Θεό πάρετε θάρρος και προσευχηθείτε. Γιατί η χαρά και η σταθερή κατάσταση της ψυχής δείχνουν την αγιότητα εκείνου που είναι παρών.

Έτσι χάρηκε ο Αβραάμ, όταν είδε τον Κύριο, (Ιωάννης 8:56). Έτσι και ο Ιωάννης εσκίρτησε από χαρά στη φωνή της Μαρίας, της Θεοτόκου (Λουκάς 1:41). Αλλά αν με την εμφάνιση κάποιου υπάρχει σύγχυση, χτυπήματα απέξω, κοσμική επίδειξη, φόβοι θανάτου και άλλα που έχω ήδη μνημονεύσει, γνώριζε τότε ότι αυτό είναι μια επίθεση πονηρών πνευμάτων». Επανειλημμένα ο Αντώνιος τονίζει ότι «ο Κύριος είναι μαζί μας».

Ο «Βίος τον Αντωνίου» περιέχει πολλές διεισδυτικές, γνωστικές και αισθηματικά σταθερές συμβουλές. Αλλά πρέπει να δοθεί προσοχή σε μερικές άλλες πλευρές του «Βίου». Ο συγγραφέας γράφει ότι ο Αντώνιος «ήταν ανεκτικός στη διάθεση και ταπεινός στο πνεύμα» και ότι «τηρούσε τον κανόνα της Εκκλησίας με πολλή αυστηρότητα, και ήθελε όλοι οι κληρικοί να τιμούνται πάνω από αυτόν. 

Γιατί δεν ντρεπόταν να σκύβει το κεφάλι του σε Επισκόπους και ιερείς, και αν ερχόταν κάποτε σ' αυτόν ένας διάκονος για βοήθεια συζητούσε μαζί του για το τι ήταν ωφέλιμο, αλλά του έδινε το προβάδισμα στην προσευχή, γιατί δεν ντρεπόταν να μαθαίνει από αυτόν … και επιπλέον η όψη του είχε μεγάλη και θαυμάσια χάρη. Αυτό το δώρο το είχε επίσης από τον Κύριο».

Ο «Βίος του Αντωνίου» περιγράφει τη στάση του Αντωνίου έναντι των Αρειανών. «Και κάποτε επίσης αυτός, όταν Οι Αρειανοί ισχυρίστηκαν ψευδώς ότι οι γνώμες του Αντωνίου ήταν ίδιες με τις δικές τους, δυσαρεστήθηκε πολύ και έπνεε μένεα εναντίον τους. Ύστερα, όταν κλήθηκε από τους Επισκόπους και όλους τους αδελφούς, κατέβηκε από το όρος, και μπαίνοντας στην Αλεξάνδρεια, κατήγγειλε τους Αρειανούς, λέγοντας ότι η αίρεση τους ήταν η τελευταία από όλες και πρόδρομος του αντίχριστου. 

Και δίδαξε στους ανθρώπους ότι ο Υιός του Θεού δεν ήταν ένα δημιούργημα, ούτε είχε έρθει στην ύπαρξη από την ανυπαρξία, αλλά ότι αυτός ήταν ο Αιώνιος Λόγος και η Σοφία της Ουσίας του Πατρός. Και γι’ αυτό είναι ασέβεια να λέμε, ήταν μια εποχή που αυτός δεν υπήρχε, γιατί ο Λόγος συνυπήρχε πάντοτε με τον Πατέρα. 

Γι’ αυτό να μην έχετε επαφή με τους ασεβέστατους Αρειανούς. Γιατί δεν υπάρχει κοινωνία ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι (Β΄ Κορινθίους 6:14)… Όταν αυτοί λένε ότι ο Υιός του Πατρός, ο Λόγος του Θεού, είναι ένα δημιούργημα, δεν διαφέρουν καθόλου από τους ειδωλολάτρες, αφού αυτοί λατρεύουν αυτό που δημιουργήθηκε μάλλον παρά το Δημιουργό Θεό, τον Κύριο των πάντων».

Ο «Βίος του Αντωνίου» δίνει ενδιαφέρουσες συναντήσεις του Αντωνίου με τους Έλληνες, με τους οποίους συζητούσε με την βοήθεια διερμηνέως. Μια συζήτηση ήταν για την πίστη και τους αποδεικτικούς λόγους. Ο Αντώνιος έρωτα μερικούς «σοφούς» Έλληνες που είχαν έρθει σ' αυτόν ζητώντας «ένα λόγο για την πίστη μας στο Χριστό»: «Επειδή εσείς προτιμάτε να στηρίζεστε στους αποδεικτικούς λόγους, και επειδή εσείς, έχοντας αυτήν την τέχνη, θέλετε και εμείς να μη λατρεύουμε τον Θεό παρά μόνο ύστερα από τέτοια απόδειξη, πέστε μας πρώτα πως ακριβώς γνωρίζονται τα πράγματα γενικά και Ιδιαίτερα η γνώση του Θεού. 

Με αποδεικτικό λόγο ή με την ενέργεια της πίστεως; Και ποιο είναι καλύτερο, η πίστη που έρχεται δια της ενεργείας του Θεού, ή η δια λόγων απόδειξη; … Σ' αυτούς που έχουν την «δια πίστεως ενέργειαν», ο αποδεικτικός λόγος είναι άχρηστος, η ακόμα και περιττό . Γιατί ό,τι γνωρίζουμε με την πίστη αυτό προσπαθείτε να το αποδείξετε με τα λόγια, και συχνά δεν μπορείτε ούτε να εκφράσετε τι νοούμε. Έτσι η δια πίστεως ενέργεια είναι καλύτερη και ισχυρότερη από τους σοφιστικούς σας συλλογισμού,. 

Εμείς λοιπόν οι Χριστιανοί έχουμε το μυστήριο όχι με τη σοφία των Ελληνικών λόγων, αλλά με τη δύναμη της πίστεως που μας δίνεται πλούσια από τον Θεό δια του Ιησού Χριστού… Εμείς πείθουμε με την πίστη η οποία ολοφάνερα προηγείται της δια επιχειρημάτων αποδείξεως». Ο Αντώνιος ύστερα τους ζήτα να εκβάλουν τους δαίμονες «ιδού, υπάρχουν εδώ μερικοί που ενοχλούνται από τους δαίμονες». Μόλις ο Αντώνιος καθάρισε τους ανθρώπους από τους δαίμονες, οι φιλόσοφοι «εθαύμαζον». 

Και η απάντηση του Αντωνίου προς αυτούς είναι ουσιώδης: «Γιατί θαυμάζετε γι’ αυτό; δεν είμαστε εμείς αυτοί που κάνουμε αυτά τα πράγματα, αλλά ο Χριστός που τα κάνει αυτά μέσω εκείνων που πιστεύουν σ' αυτόν … είναι η πίστη δια της αγάπης που ενεργείται μέσα μας προς τον Χριστό». Εδώ για άλλη μια φορά δίνεται η αυθεντική προοπτική, μια προοπτική που είναι πάντα παρούσα, πάντα τόσο σύμφυτα προφανής και γνωστή ώστε να γίνεται απλά μια προϋπόθεση για την ασκητική και μοναστική ζωή.

Ο συγγραφέας θεωρεί το θάνατο του Αντωνίου σπουδαίο. «Αξίζει εγώ να διηγηθώ και σεις να ακούσετε ποιο ήταν το τέλος του. Γιατί αυτό το δικό τον τέλος αξίζει να το μιμηθούμε. Κατά τη συνήθεια του, αυτός επισκέφτηκε τους μοναχούς που βρίσκονταν στο «έξω όρος». Έχοντας μάθει από την πρόνοια ότι το τέλος του πλησιάζει, είπε στους αδελφούς, 'Αυτή είναι η τελευταία μου επίσκεψη σε σας. Και θα εκπλαγώ αν ξαναειδωθούμε σ’ αυτήν τη ζωή'. 

Και όταν αυτοί το άκουσαν αυτό, έκλαιγαν, αγκάλιαζαν και φιλούσαν τον γέροντα. Αλλά αυτός, σαν να απέπλεε από ξένη πόλη για να γυρίσει στην πατρίδα του, μίλησε χαρούμενα, και τους παρότρυνε «να μην ολιγωρούν στους κόπους, να μην λιποψυχούν στην άσκησή τους, αλλά να ζουν σαν να πεθαίνουν κάθε μέρα». Και όπως τους είχε πριν πει, 'να φυλάγουν την ψυχήν από ρυπαρούς λογισμούς, να μιμούνται πρόθυμα τους αγίους, και να μην προσεγγίζουν τους Μελετιανούς σχισματικούς … ούτε να έχουν καμιά σχέση με τους Αρειανούς… 

Να τηρούν, τις παραδόσεις των πατέρων, και κυρίως την αγία πίστη στον Κύριο μας Ιησού Χριστό, την οποία μάθατε από τις Γραφές, και την οποία Εγώ σας υπενθύμησα πολλές φορές'. Αλλά όταν οι αδελφοί τον παρακάλεσαν θερμά να μείνει μαζί τους και να πεθάνει εκεί, αυτός δεν το δέχτηκε για πολλούς μεν άλλους λόγους… 

Αφού αποχαιρέτησε τους μοναχούς στο έξω Όρος, ήρθε στο «μέσα όρος» όπου συνήθιζε να μένει. Και ύστερα από μερικούς μήνες ασθένησε. Και αφού κάλεσε αυτούς που ήταν εκεί…, τους είπε: Εγώ, όπως έχει γραφεί, πορεύομαι την οδόν των πατέρων, γιατί βλέπω να με καλεί ο Κύριος. Προσέχετε και μη χάσετε τη μακρόχρονη άσκησή σας, αλλά σαν να αρχίζετε τώρα, διατηρήσετε με ζήλο την προθυμία σας. 

Γιατί γνωρίζετε την επιβουλή των δαιμόνων, πόσο άγριοι αυτοί είναι, αλλά πόσο λίγη δύναμη έχουν. Γι’ αυτό μην τους φοβάστε, αλλά μάλλον αναπνέετε πάντοτε τον Χριστό και πιστεύετε σ' αυτόν. Ζήσετε σαν να πεθαίνετε καθημερινά. Προσέχετε τον εαυτό σας και να θυμάστε τις παραινέσεις που ακούσατε από μένα… γι’ αυτό να είστε πάντα όλο και προθυμότεροι να είστε οπαδοί πρώτα του Θεού και ύστερα όλων των αγίων, ώστε, μετά το θάνατο, να σας δεχτούν και αυτοί ως γνωστούς και φίλους 'εις τας αιωνίους σκηνάς' … . Θάψετε, λοιπόν, το σώμα μου και κρύψετε το κάτω από τη γη, και κάνετε αυτό που σας είπα, ώστε να μην γνωρίζει κανείς τον τόπο της ταφής μου παρά μόνον εσείς. 

Γιατί κατά την ανάσταση των νεκρών θα το ξαναπάρω άφθαρτο από τον Σωτήρα. Μοιράσετε τα ενδύματα μου. Στον Αθανάσιο τον επίσκοπο δώσετε μια μηλωτή (δέρμα προβάτου) και το ιμάτιο πάνω στο οποίο κοιμάμαι, το οποίο ο ίδιος μου το έδωσε καινούριο, αλλά το οποίο πάλιωσε μαζί μου. Στον Σεραπίωνα τον Επίσκοπο δώσετε την άλλη μηλωτή, και σεις κρατείστε το τρίχινο ένδυμα. Λοιπόν, σας αποχαιρετώ, παιδιά μου, γιατί ο Αντώνιος φεύγει, και δεν θα είναι πια μαζί σας'. Η όψη φαινόταν χαρούμενη πέθανε και προστέθηκε στους πατέρες … η φήμη του έφθασε παντού … Γιατί ο Αντώνιος φημίστηκε όχι για τα συγγράμματα, ή για την κοσμική σοφία, ή για καμιά τέχνη, αλλά μόνο για την ευσέβεια του προς τον Θεό. Το ότι αυτό ήταν δώρο Θεού κανένας δεν θα το αρνηθεί… 

Διάβαζε λοιπόν αυτούς τους λόγους στους υπόλοιπους αδελφούς ώστε να μπορέσουν κι αυτοί να μάθουν ποια έπρεπε να είναι η ζωή των μοναχών και να μπορέσουν να πιστέψουν ότι ο Κύριος και Σωτήρας μας Ιησούς Χριστός δοξάζει αυτούς που τον δοξάζουν».


Αρνητικές εκτιμήσεις του «Βίου του Αντωνίου»

Ο Harnack φέρνει τον «Βίο του Αντωνίου» ως παράδειγμα κειμένου που στερείται κάθε αξίας. «Αν μου επιτρεπόταν να χρησιμοποιήσω σκληρή γλώσσα, δεν θα δίσταζα να πω ότι κανένα βιβλίο δεν είχε ασκήσει πιο αποβλακωτική –verdummender- επίδραση στην Αίγυπτο, την Δυτική Ασία, και την Ευρώπη από το «Βίο τον Αντωνίου». Θα ήταν αδύνατο να πιστεύει κανείς πιο ειλικρινά στους δαίμονες από τους Χριστιανούς του δεύτερου αιώνα. 

Αλλά εκείνη η εποχή αγνοούσε ακόμα τα φανταστικά μ' αυτούς τεχνάσματα, που σχεδόν μετέτρεψαν τον Χριστιανικό κόσμο σε μια κοινωνία απατημένων απατεώνων (αυτή η έκφραση χρησιμοποιήθηκε πρώτα για τους Χριστιανούς από τον Πλωτίνο εξηπάτων και αυτοί ηπατημένοι»). Όταν σκεφτόμαστε ότι ο «Βίος του Αντωνίου» γράφτηκε από έναν Αθανάσιο, τίποτε άλλο δεν μπορεί πια να μας εκπλήξει».

Ο Harnack επιβεβαιώνει τη μεγάλη επίδραση του «Βίου τον Αντωνίου», μια επίδραση που αυτός, φυσικά, θεωρεί ότι ήταν άκρως επιζήμια. Το σχόλιο του Nygren για την επίδραση του «Βίου του Αντωνίου» στηρίζεται στα γεγονότα, δεν είναι παράφορο όπως του Harnack. Εντούτοις καταφέρνει να το χρωματίσει αρνητικά. «Ο Αθανάσιος είναι ο μεγάλος συνήγορος της Παρθενίας -βρίσκει μια από τις καλύτερες αποδείξεις της θεότητας του Χριστού στο γεγονός ότι ο Χριστός πέτυχε όσο κανένας άλλος να κερδίσει τους ανθρώπους στην αρετή της Παρθενίας- και της μοναστικής ευσέβειας — ένα γεγονός ιδιαίτερα αποκαλυπτικό της δομής της σκέψεως του. 

Ως συγγραφέας του «Βίου τον Αντωνίου», ο Αθανάσιος βοήθησε περισσότερο ίσως από κάθε άλλον να διαμορφωθεί το ασκητικό ιδεώδες του Χριστιανισμού. Είναι σημαντικό ότι η ιστορία του ερημίτη Αντωνίου ήταν η αιτία της μεταστροφής του Αυγουστίνου». Ο Nygren βρίσκει στη διήγηση του Αυγουστίνου γι’ αυτήν στο έργο του De Confessione 8, 6, 15 την «τάση του Έρωτος». 

Ο Nygren συγκρίνει τη ζωή του ερημίτη με την οικοδομή ενός πύργου, ενδεικτικού του Ερωτικού τρόπου σκέψεως, και παραθέτει από το έργο του Holl «Gesammelte Aufsatze zur Kirchengeschichte» (II, σελ. 396), την εξής μαρτυρία: «στον αγώνα του μοναχού να πλησιάσει τον Θεό δίνεται μια αφελής, εξωτερική εξήγηση όταν ο Στυλίτης ανεβαίνει σ' ένα στύλο για να μειώσει την απόσταση ανάμεσα στον εαυτό του και τον ουρανό».

Ο Nygren προχώρησε από την επίδραση του Βίου του Αντωνίου πάνω στον Αγ. Αυγουστίνο στο Στυλίτη για να δηλώσει ότι κατά την εκτίμηση του «Βίου του Αντωνίου» από τον Άγ. Αυγουστίνο υπήρχε μια Ερωτική τάση, μια τάση που φυσικά δεν ήταν αυθεντικά Χριστιανική. Ένας άλλος Προτεστάντης συγγραφέας γράφει ότι ο Άγ. Αντώνιος «είναι ο πιο περίφημος, ο πιο γνήσιος, ο πιο σεβάσμιος εκπρόσωπος αυτής της αφύσικης και εκκεντρικής αγιότητας … 

Όλη η εποχή της Νικαίας τιμούσε τον Αντώνιο ως πρότυπο αγίου. Αυτό το γεγονός τονίζει πολύ χαρακτηριστικά την τεράστια διαφορά ανάμεσα στην αρχαία και τη σύγχρονη, την παλιά καθολική και την ευαγγελική Προτεσταντική αντίληψη της φύσεως της Χριστιανικής θρησκείας. Το ιδιάζον Χριστιανικό στοιχείο στη ζωή του Αντωνίου, ιδιαίτερα μετρούμενο με τα μέτρα του Παύλου, είναι πολύ μικρό».

Δυστυχώς το μέτρο με το οποίο κρίνουν αυτοί οι συγγραφείς τον Άγ. Αντώνιο και όλον τον αρχαίο Χριστιανισμό είναι ένα μέτρο εντελώς ξένο προς το μέτρο της αρχαίας Εκκλησίας, ένα μέτρο μιας τελείως διαφορετικής κατανοήσεως του Χριστιανισμού, που παρεισέφρυσε για πρώτη φορά μέσα στη ζωή του Χριστιανισμού με το Λούθηρο. 

Οι ορθολογιστές και οι υλιστές βρίσκουν επίσης το μοναχισμό αποκρουστικό. Τα σχόλια του Γίββωνος είναι πολύ γνωστά. «δεν υπάρχει ίσως καμιά φάση στην ηθική ιστορία της ανθρωπότητας που να έχει βαθύτερο και πιο οδυνηρό ενδιαφέρον από αυτήν την ασκητική επιδημία. 

Ένας βδελυρός, διεστραμμένος και κάτισχνος μανιακός, χωρίς γνώση, χωρίς πατριωτισμό, χωρίς φυσική στοργή, που ξοδεύει τη ζωή του μέσα σε μια μακροχρόνια ρουτίνα ενός αχρήστου και στυγερού αυτοβασανισμού, και που δειλιάζει μπροστά στα φρικαλέα φαντάσματα του παραληρούντος μυαλού του, είχε γίνει το ιδεώδες των εθνών που είχαν γνωρίσει τα κείμενα του Πλάτωνος και του Κικέρωνος και τις ζωές του Σωκράτη και του Κάτωνος».


Τα κείμενα του Αγ. Αντωνίου

Ο Αντώνιος είχε επίσης αλληλογραφία με μοναχούς, αυτοκράτορες, και ανθρώπους με υψηλά αξιώματα. Κανένα από τα γράμματα που έστειλε σε πολιτικά πρόσωπα, που τα υπαγόρευε στην Κοπτική γλώσσα, δεν σώζονται. Υπάρχουν επτά επιστολές, που απευθύνονται σε Αιγυπτιακά μοναστήρια. 

Ο Αγ. Ιερώνυμος είναι ο πρώτος που μνημονεύει αυτές τις επιστολές στο έργο του De νiris illustribus (88). Ο Αγ. Ιερώνυμος τις είχε διαβάσει σε Ελληνική μετάφραση. Η συλλογή έχει φθάσει ως εμάς σε μεταγενέστερες Λατινικές μεταφράσεις άλλων μεταφράσεων. Η πρώτη από τις επτά γνήσιες επιστολές επιζεί επίσης στα Συριακά. Στα Κοπτικά επιζεί η έβδομη, καθώς και το πρώτο μέρος της πέμπτης επιστολής και το τέλος της έκτης. Μια μετάφραση στη Γεωργιανή γλώσσα έχει ανακαλυφθεί πρόσφατα.

Αυτό που είναι γνωστό ως ο «Κανόνας του Ay. Αντωνίου» δεν είναι γνήσιο. Ενώ σώζεται σε δυο Λατινικές μεταφράσεις, η ίδια η φύση του φανερώνει ότι συντέθηκε από αρκετά χέρια. Επίσης πολυάριθμα κηρύγματα έχουν αποδοθεί στον Αντώνιο. 

Είναι προφανές ότι έκανε κηρύγματα ή ομιλίες. Μια συλλογή είκοσι ομιλιών υπάρχει σε Λατινική μετάφραση, αλλά καμιά από αυτές δεν είναι γνήσια - Sermones ad filios suos monachos. Ένα άλλο κήρυγμα, που διασώζεται επίσης στα Λατινικά, είναι επίσης νόθο - Sermo de vanitate mundi et resurrectione mortuorum (Κήρυγμα Περί της Ματαιότητος του κόσμου και της Αναστάσεως των Νεκρών)


πηγή: Απόσπασμα από το βιβλίο: "Οι Βυζαντινοί Ασκητικοί και Πνευματικοί Πατέρες". (Μετάφραση Παναγιώτη Κ. Πάλλη. Εκδόσεις Πουρναρά. Θεσσαλονίκη 1992, σελ. 166-189).
 

Πέμπτη 21 Οκτωβρίου 2010

Γεωργίου Φλορόφσκι: Ιοβινιανός, ένας αρχαίος εχθρός του Μοναχισμού


  Η γνώση μας για τον Ιοβινιανό προέρχεται πρωτίστως από τον Άγ. Ιερώνυμο. Εκτός αυτού, έχουμε πληροφορίες γι' αυτόν από τον Άγ. Αυγουστίνο και από τις συνόδους στις οποίες οι ιδέες του καταδικάστηκαν. Ο περίφημος Ιουδαίος προσήλυτος David Mendel, που ονομάστηκε Neander (1789-1850) κατά τη μεταστροφή του στον Προτεσταντισμό, συνέκρινε τον Ιοβινιανό με το Λούθηρο γιατί και οι δύο αντέδρασαν στον ασκητισμό από την προσωπική τους εμπειρία μέσα στο μοναχισμό. Το έργο του Ιερωνύμου Adversus Jovinianum («Κατά Ιοβινιανού») είναι το εκτενέστερο από τα πολεμικά του έργα και από πολλές απόψεις το καλύτερο έργο του, παρ' όλο που κι' αυτό έχει την τυπική δηκτική γλώσσα και τη βίαιη εξύβριση που είναι τόσο χαρακτηριστική του αγ. Ιερωνύμου αναφέρει το έργο του Ιοβινιανού ως εμετό και ονομάζει τον Ιοβινιανό δούλο της διαφθοράς, βάρβαρο συγγραφέα, και Χριστιανό επικούρειο, ο οποίος αγαπά περισσότερο τη γη από τον ουρανό, την κακία από την αρετή, την κοιλιά του από το Χριστό.

Στηρίξτε......

  • Ο εύκολος πόλεμος - Κανείς από εμάς δεν ξέρει τι είναι ο πόλεμος. Έχουμε ακούσει ιστορίες, έχουμε δει βίντεο και εικόνες, έχουμε διαβάσει για αυτόν, Οι παππούδες μας, μας με...
    Πριν από 7 χρόνια