(π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός)
Στην αρχή του Τριωδίου η Εκκλησία μας έχει ορίσει να διαβάζεται η παραβολή του τελώνη και του Φαρισαίου. Ο Χριστός, απευθυνόμενος σε εκείνους που είχαν εμπιστοσύνη στον εαυτό τους και κατέκριναν τους άλλους, διηγείται την άνοδο δύο ανθρώπων στον ναό των Ιεροσολύμων και την προσευχή τους. Και οι δύο μίλησαν αληθινά για τον τρόπο που έβλεπαν τον εαυτό τους. Ο Φαρισαίος είπε στο Θεό και στους ανθρώπους ότι ήταν διαφορετικός από όλους τους αμαρτωλούς, ότι τηρούσε τον μωσαϊκό νόμο και δεν έμοιαζε ειδικά με τον τελώνη. Δεν ήταν άδικος, άρπαγας και μοιχός. Δεν αδικούσε δηλαδή τους ανθρώπους ούτε με τη σκέψη, ούτε με την πράξη, ούτε με τις επιθυμίες. Δεν άρπαζε τα αγαθά τους ούτε προσέβαλε την οικογενειακή τιμή και υπόληψή τους. Ο Φαρισαίος ανήκε στην τάξη των ευσεβών, των καθαρών, των τελείων εξωτερικά και σύμφωνα με το γράμμα του νόμου. Ο τελώνης έβλεπε την αμαρτωλότητά του και ενώπιον του Θεού ομολογούσε ότι δεν είχε τίποτε καλό να παρουσιάσει. Πενθούσε γι’ αυτό. Και παρακαλούσε το Θεό να τον ευσπλαχνισθεί. Από τους δύο αλήθειες η μία οδήγησε στην άφεση, την συγχώρεση, την δικαίωση. Η άλλη, η οποία είχε οδηγήσει τον Φαρισαίο στην αυτο-ύψωση, δεν έγινε αποδεκτή από το Θεό και ο Φαρισαίος κατακρίθηκε.
