του Θανάση Παπαθανασίου
Το 2011 είχα δημοσιεύσει ένα
μελέτημα για τη σχέση της κοινωνίας και της πολιτείας με τις διάφορες
κοινότητες (θρησκευτικές και πολιτισμικές πρωτίστως, αλλά και πολιτικές). Ένα
βασικό ερώτημά του είναι αν και με ποιους όρους τα αξιώματα της κάθε κοινότητας
(δηλαδή τα χαρακτηριστικά που την ορίζουν ως συγκεκριμένη κοινότητα) έχουν
προτεραιότητα έναντι του ευρύτερου κοινωνικού - πολιτειακού. Μια εύκολη εκδοχή
αυτού του ερωτήματος έχουμε όποτε το βασικό αξίωμα κάποιας κοινότητας είναι
κάτι απάνθρωπο, κάτι το οποίο κάποιους τους καθιστά θύματα (π.χ. η εξουσία των
θρησκευτικών λειτουργών της να επιβάλει θανατική ποινή κατά διαφωνούντων). Σ'
αυτή την περίπτωση εύκολα μπορεί να υποστηριχτεί η προτεραιότητα του κοινωνικού
κανόνα έναντι του κοινοτικού. Αλλά οι δύσκολες περιπτώσεις είναι άλλες. Έγραφα
λοιπόν:
«Σε περίπτωση πανδημίας νόσου
θανατηφόρου και μεταδοτικής, πώς θα αντιμετωπιστεί η απαίτηση μιας κυβέρνησης
να ανασταλεί η τέλεση της θείας Ευχαριστίας για λόγους προστασίας της δημόσιας
υγείας; Προφανώς, ο πιστός μπορεί να βιώνει ως υπερεπαρκή την όποια μεταφυσική
πίστη του, δεν μπορεί όμως να περιμένει ότι η επίκληση της αποτελεί
ικανοποιητική απάντηση για το κράτος. Το ζήτημα, λοιπόν, είναι ποιά στάση θα
μπορέσει να τηρήσει η Εκκλησία σε περίπτωση τέτοιας κρίσης. Θα εμμείνει στην
τέλεση της Ευχαριστίας αποδεχόμενη το κόστος του πιο οξέως κοινωνικού
οστρακισμού της (δηλαδή την απόσυρση των μελών της από κάθε κοινωνική σχέση και
δραστηριότητα); Ή μήπως, αντιλαμβανόμενη τον εαυτό της πρωτίστως ως πραγμάτωση
της διακονικής αγάπης, θα προχωρήσει ενσυνείδητα στην πιο επώδυνη κένωσή της,
δηλαδή την αναστολή τέλεσης του μυστηρίου, χάριν της αγάπης των τρομοκρατημένων
ανθρώπων; Αλλά, θα κατόρθωνε, άραγε, να το αποτολμήσει αυτό με τρόπο ώστε να
μαρτυρηθεί το πρωτείο της θυσιαστικής αγάπης και να μην εκληφθεί αυτή η κίνηση
ως βολική συναίνεση στο πνεύμα του κόσμου, το οποίο ειδωλοποιεί την υγεία και
την επιβίωση;»*.

