Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορικοί δίσκοι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορικοί δίσκοι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 25 Ιουλίου 2009

Ψαχουλεύοντας στη δισκοθήκη #3 - "Η εκδίκηση της γυφτιάς"

Μία φορά το μήνα θα παρουσιάζω παλιούς, ιστορικούς δίσκους που έπαιξαν και συνεχίζουν να παίζουν σημαντικό ρόλο στο ελληνικό τραγούδι. Δίσκοι-ορόσημα που άφησαν ανεξίτηλο το σημάδι τους στο χρόνο, υπό τον τίτλο της μόνιμης μηνιαίας στήλης "Ψαχουλεύοντας στη δισκοθήκη".


Μουσική: Νίκος Ξυδάκης (σε 2 τραγούδια τη μουσική έγραψε ο Ν. Παπάζογλου)
Στίχοι: Μανώλης Ρασούλης (στο "Κανείς εδώ δεν τραγουδά" τους στίχους έγραψε ο Τάκης Σιμώτας)
Ερμηνεία: Νίκος Παπάζογλου, Σοφία Διαμαντή, Δημήτρης Κοντογιάννης, Διονύσης Σαββόπουλος
Ενορχήστρωση: Διονύσης Σαββόπουλος
Πρώτη Έκδοση: 22/3/1978


Σκηνή πρώτη. Αύγουστος 2004 στη Λέσβο. Εγώ πρωτοετής προς δευτεροετής φοιτητής, ξεκινάω τις διακοπές μου μαζί με τα δύο κολλητάρια. Λίγες μέρες πριν φύγουμε για Λέσβο κατέβηκα στο κέντρο της Αθήνας για να αγοράσω κανα cd για τις διακοπές. Ανάμεσα στα άλλα πήρα και την "Εκδίκηση της γυφτιάς", που τόσα είχα διαβάσει για αυτήν και το είχα αποφασισμένο από καιρό να την αποκτήσω σε cd "αυθεντικό" που λένε. Τον Παπάζογλου σαν καλλιτέχνη τον έμαθα στο Λύκειο, όταν αφήνοντας πίσω μου σιγά-σιγά τα ροκ ακούσματα της πρώτης εφηβείας, ανακάλυπτα από την αρχή τον πλούτο της λαϊκής μας μουσικής και έψαχνα μανιωδώς για σύγχρονα τραγούδια που να κινούνται ανάμεσα στο λαϊκό και το έντεχνο. Ο Παπάζογλου αυτό το εξέφραζε τέλεια και είχα γίνει φανατικός ακροατής του. Νωρίς το πρωί, γύρω στις 7-8 πατάμε λιμάνι Μυτιλήνης. Μπαίνουμε σ’ ένα ΚΤΕΛ κομματιασμένοι από την αϋπνία. Όλο το βράδυ στο ταξίδι από Πειραιά χαζολογούσαμε και χαβαλεδιάζαμε. Προορισμός ο Μόλυβος. Χύνομαι στο κάθισμα του λεωφορείου γλαρωμένος. Ο ήλιος γλυκός, πρωινός μπαίνει από το παράθυρο. Πατάω play και αρχίζει το cd να παίζει στα αυτιά μου. Μαγεύτηκα! Ανεβαίναμε στα βουνά της Λέσβου κι εγώ να ακούω "Μη μ’ αποκαλείς τεμπέλη και μου σπας το ηθικό" και "Σαν το δασάκι καίγομαι". Λιόδεντρα και πρασινάδα κιτρινισμένη απλώνεται από κάτω. Το μυαλό μου ταξιδεύει με τις μελωδίες και τους ρυθμούς της γυφτιάς. Τι παράξενος τίτλος ε; Η εκδίκηση της γυφτιάς σου λέει. Ταιριαστός όμως. Ήχοι από την Ανατολή, από την Τουρκία, τη Μικρασία. Εκεί που κοιτά ο Έλληνας στα δύσκολα. Εκεί που κοιτά και η Λέσβος που σεργιανάμε εμείς τώρα την πλάτη της με ένα λεωφορείο. Τα τραγούδια του δίσκου αυτού έγιναν το soundtrack του καλοκαιριού εκείνου για μένα. Ακόμα και τώρα όταν τα ακούω το μυαλό μου τρέχει εκεί και συγκινούμαι. Το ερώτημα μπαίνει αβίαστα. Τι ήταν αυτό που έκανε έναν 20άρη του 2004 να μαγευτεί με έναν δίσκο του 1978; Με έναν δίσκο που ήταν επανάσταση για τη δεκαετία του '70, αλλά μάλλον ξεπερασμένος για το 2000. Η απάντηση ίσως βρεθεί κάπου στα παρακάτω.

Σκηνή δεύτερη: Χειμώνας 1978. Ο Σαββόπουλος, ο Ρασούλης κι ο Ξυδάκης σε ένα τρένο Αθήνα-Θεσσαλονίκη. Έχουν στα χέρια τους την έγκριση της "Λύρας" του Πατσιφά για δίσκο. Ο Σαββόπουλος γυρνάει άυπνος στα βαγόνια ανάμεσα σε φαντάρους και ταξιδιώτες. Συλλογιέται τι όνομα να δώσουν στο δίσκο. Θυμάται και σημειώνει στην επανέκδοση του 2003: "(...) Μισώ το τραγούδι της κουλτούρας. Γίνεται συνεχώς και πιο άχαρο, περιγράφει τις πραγματικότητες και καθόλου δεν τις εκφράζει. Το ελαφρολαϊκό πάλι ποτέ μου δεν το χώνεψα.(...) Ο Χιώτης το κατάφερε καλούτσικα. Μ’ αυτά και μ’ αυτά φτάσαμε στα "γαλλικά" με λίγο μπουζούκι. Η πλέμπα αντέδρασε αμέσως με ένα λιγδερό είδος που αργότερα ονομάστηκε από τους υπερασπιστές της καθαρότητας της φυλής Ινδοπρεπές, τουρκογύφτικο ή γυφτιά. (...) Μα δεν είναι η πρώτη φορά που όταν οι άνθρωποι εδώ αγανακτούν, μουτζώνουν την Ευρώπη και λένε "καλύτεροι οι Τούρκοι." Το έχουμε αυτό και στον Μακρυγιάννη και στον Παπαδιαμάντη, το έχουμε και στον Καζαντζίδη, τηρουμένων βεβαίως των αναλογιών. (...) Γύρισα πίσω. Ο Μανώλης (σ.σ. Ρασούλης) και ο Νίκος (σ.σ. Ξυδάκης) κοιμόντουσαν. Πρώτη φορά βλέπω παιδιά με ανησυχίες και ιδεολογίες και απ’ όλα, να διαλέγουν όχι το κουλτουριάρικο αλλά το ντιπ λαϊκό. (...) "Καλημερούδια. Πώς σας φαίνεται για τίτλος η εκδίκηση της γυφτιάς;" (...) Ήταν αγουροξυπνημένοι και το δέχτηκαν".

Σκηνή τρίτη: Οι τρεις ταξιδιώτες μας έχουν φτάσει στη Θεσσαλονίκη. Πάνε να βρουν τον Πουσπούλ (από το push και pull), δηλαδή τον Νικόλα τον Παπάζογλου που του είχαν κολλήσει παλιότερα το παρατσούκλι αυτό λόγω της μανίας του με τα μηχανικά και τα ηλεκτρονικά. Έρχονται και οι Κοντογιάννηδες από τη Λειβαδιά για τον δίσκο. Βολεύονται όλοι στο σπίτι του Παπάζογλου. Ύπνος στρωματσάδα στο πάτωμα ο ένας πλάι στον άλλο. Πού λεφτά για ξενοδοχείο. Η ηχογράφηση γίνεται στο πρώτο στούντιο της Θεσσαλονίκης. Κάτω ακριβώς από το Ταχυδρομείο της Κάτω Τούμπας. Όλα τα μηχανήματα αποκτημένα με κόπο και "πειραγμένα" από τον Παπάζογλου. Σχεδόν χειροποίητα! Αυτός αναλαμβάνει και την ηχοληψία και τα τεχνικά. Ο Σαββόπουλος διεύθυνση και ενορχήστρωση. Η Βαρβάρα - γυναίκα του Παπάζογλου - έγγυος τότε, γράφει αυτή όταν ο άντρας της τραγουδά και αναλαμβάνει και τις φωτογραφίες! Το πρώτο καθαρά θεσσαλονικιώτικο στούντιο είναι γεγονός! Ο Σαββόπουλος το βάφτισε "Αγροτικόν" επειδή ήταν μακριά από την Αθήνα. Το Αγροτικόν έμελλε να είναι το λίκνο ενός νέου ρεύματος στο ελληνικό τραγούδι, αφενός γιατί εκεί ηχογραφήθηκε η "Εκδίκηση της γυφτιάς" και αφετέρου γιατί συνέβαλε τα μέγιστα στην ανάδειξη καλλιτεχνών που έβρισκαν αδιέξοδα στις μεγάλες εταιρίες (Χειμερινοί Κολυμβητές, Θανάσης Παπακωνσταντίνου, Σωκράτης Μάλαμας, Ορφέας Περίδης κ.ά.). Η λεγόμενη "Σχολή της Θεσσαλονίκης" μόλις είχε γεννηθεί...

Σαββόπουλος-Παπάζογλου στην Τούμπα κατά τη δημιουργία της "Εκδίκησης της γυφτιάς" το 1978

Σκηνή τέταρτη: Ο δίσκος δεν "τραβάει". Ή έτσι νομίζουν οι δημιουργοί του. Οι κριτικές από τις εφημερίδες και τα περιοδικά αποκαρδιωτικές. Τα τραγούδια χαρακτηρίζονται δήθεν λαϊκά. Ώσπου μια μέρα, σε κεντρικό δρόμο της Θεσσαλονίκης, ένα ζευγάρι νεαρών πάνω σε μοτοσυκλέτα σταματούν τον Παπάζογλου που είναι κι αυτός αναβάτης στη δική του μηχανή. Τον ρωτούν αν είναι ο Παπάζογλου και αν ενδιαφέρεται να παρουσιάσει την "Εκδίκηση της γυφτιάς" σε συναυλία του Φοιτητικού Συλλόγου της Θεσσαλονίκης. Η συναυλία γίνεται και χαλάει κόσμο. Και τι κόσμο. Φοιτητόκοσμο. Ο δίσκος που όλοι νόμιζαν ότι πάει κατά διαόλου είχε κάνει τη δουλιά του. Σιγόβραζε στο λαϊκό υποσυνείδητο και όχι μόνο. Οι φοιτητές ξέρανε τα τραγούδια καλύτερα κι από τους δημιουργούς τους!

***

Ενώστε τα παραπάνω και θα βγάλετε όλα τα απαραίτητα συμπεράσματα για τον δίσκο αυτό. Έναν δίσκο-ορόσημο που έγινε η αφετηρία ενός είδους που εξελίσσεται μέχρι και σήμερα. Μέσα στο απόγειο της "έντεχνης", "κουλτουριάρικης" και λίγο θολής πραγματικότητας των πρώτων μεταπολιτευτικών χρόνων, μια παρέα ανθρώπων, που και μορφωμένοι ήταν και ιδεολογικά φορτισμένοι και ανήσυχοι, φτιάχνουν έναν δίσκο που πηγαίνει εντελώς κόντρα στο ρεύμα. Με ήχους και ρυθμούς ατόφια λαϊκούς, ανατολίτικους, προσαρμοσμένους στα ελληνικά δεδομένα και με τους στίχους του Μανώλη Ρασούλη ερωτικούς, γνήσια αισθησιακούς και λαϊκά φιλοσοφημένους. Είναι το είδος αυτό που κινείται ανάμεσα στο λαϊκό και το έντεχνο, που πατάει γερά στο λαϊκό και βάζει λόγο απλό, αλλά σύγχρονο. Είναι το τραγούδι που σε κάνει να θέλεις να χορέψεις, να γλεντήσεις, να το ρίξεις έξω, αλλά όχι με τον απαράδεκτο αισθητικά τρόπο των λεγόμενων Ινδοευρωπαϊκών ή αργότερα των "σκυλάδικων".

Νίκος Ξυδάκης

Ο δίσκος ξεκινά με την μόλις 80 δευτερολέπτων κιθαριστική μπαλάντα "Βρέχει στην Εθνική Οδό", ερμηνευμένη από τον Σαββόπουλο, με το δίστιχο "κάποια τραγούδια γύφτικα / από ένα κέντρο εδώ κοντά / λένε για αγάπες και φιλιά / μου βαλαντώνουν την καρδιά " και το μπάσιμο που κάνει το τουμπερλέκι στα μισά του τραγουδιού να σε βάζουν για τα καλά στο νόημα του δίσκου αυτού τόσο μουσικά όσο και θεματολογικά. Τραγούδια "γύφτικα" λοιπόν που θα μιλήσουν για έρωτα. Ακολουθεί σχεδόν χωρίς παύση το εξαιρετικά αδικημένο "Κυρ διευθυντά των δίσκων" σαν φυσική συνέχεια του εναρκτήριου. Ένα από τα καλύτερα του δίσκου που ουδέποτε έγινε τόσο γνωστό όσο τα υπόλοιπα. Το θέμα σαφές. Θέλω να εκφράσω τον έρωτά μου μέσα από τα τραγούδια μου, γι’αυτό κυρ διευθυντά της δισκογραφικής βιάσου να κυκλοφορήσουμε το δίσκο. Η φωνή του Παπάζογλου, νεαρός, σχεδόν πρωτοεμφανιζόμενος τότε, σε καθηλώνει. Ακατέργαστη, με τον ανεπανάληπτο χαρακτηριστικό λιγμό της και το ιδιαίτερο χρώμα της είναι το ιδανικό μέσο για να εκτοξευθούν τα συγκεκριμένα τραγούδια. Ο δίσκος εξελίσσεται σαν ιστορία με ενιαίο θέμα. Ίσως φανεί υπερβολή, αλλά παρότι μιλάμε για λαϊκά τραγούδια, ο δίσκος μοιάζει με αυτό που λέμε "κύκλο τραγουδιών", χαρακτηριστικό των καθαρά "έντεχνων" δίσκων. Εδώ είναι ίσως και το μυστικό του...

Δημήτρης Κοντογιάννης

Για τα υπόλοιπα του δίσκου απλώς θα σας πω ότι τραγούδια όπως τα "Τρελή κι αδέσποτη" και "Κανείς εδώ δεν τραγουδά" θα τα τραγουδάνε και τα δισέγγονά μας! Θεωρούνται ήδη διαχρονικά και κλασικά. Όλος ο δίσκος ακούγεται από την αρχή μέχρι το τέλος χωρίς να πετάξεις τίποτα. Δυστυχώς, πέραν των δύο προαναφερομένων, τα υπόλοιπα δεν ακούγονται πλέον τόσο πολύ, παρότι είναι εξίσου καλά. Το "Χαβαλεδιάρικο" με τη χαρακτηριστική ερμηνεία των Νίκου Παπάζογλου, Δημήτρη Κοντογιάννη, Σοφίας Διαμαντή, το "Μη μ’ αποκαλείς τεμπέλη" , το "Του χάρου το παράπονο" με τον εξαίρετο ερμηνευτικό διάλογο Παπάζογλου-Κοντογιάννη και πάει λέγοντας. Και ποιός δεν έχει πει τη φράση "Τι να τα κάνεις τα λεφτά άμα δεν έχεις φράγκο"; Από τους νεότερους λίγοι ξέρουν ότι πρόκειται για στίχο από το προτελευταίο κομμάτι της "Εκδίκησης" με τίτλο "Το Τροχαίο". Ο δίσκος κλείνει τον πρώτο αυτό κύκλο της "καλής παρέας" (Ρασούλης-Ξυδάκης-Παπάζογλου) και πάλι με μια μικρής διάρκειας μπαλάντα από τον Σαββόπουλο. Ο κύκλος θα ολοκληρωθεί λίγους μήνες αργότερα με τα "Δήθεν", την απάντηση των νέων τότε δημιουργών στις κριτικές περί δήθεν λαϊκών...






Ψαχουλεύοντας στη δισκοθήκη #1 : "Ο Σταυρός του Νότου"
Ψαχουλεύοντας στη δισκοθήκη #2 : "Τα τραγούδια της Χαρούλας"

-----------------------------------------------------------
Πληροφορίες (και η 2η φωτο) αντλήθηκαν από το ένθετο της επανέκδοσης του δίσκου το 2003 από τη Lyra και την Εταιρία Γενικών Εκδόσεων.

Κυριακή 15 Μαρτίου 2009

Ψαχουλεύοντας στη δισκοθήκη #2 - "Τα τραγούδια της Χαρούλας"

Στις 15 του κάθε μήνα θα παρουσιάζω παλιούς, ιστορικούς δίσκους που έπαιξαν και συνεχίζουν να παίζουν σημαντικό ρόλο στο ελληνικό τραγούδι. Δίσκοι-ορόσημα που άφησαν ανεξίτηλο το σημάδι τους στο χρόνο λοιπόν, υπό τον τίτλο της μόνιμης μηνιαίας στήλης "Ψαχουλεύοντας στη δισκοθήκη".

Μουσική: Μάνος Λοϊζος
Στίχοι: Μανώλης Ρασούλης, Πυθαγόρας
Ερμηνεία: Χαρούλα Αλεξίου
Έτος κυκλοφορίας: 1979

Σήμερα θα κάνω μια αναφορά στον δίσκο του Μάνου Λοϊζου "Τα τραγούδια της Χαρούλας" με αφορμή τη συμπλήρωση 30 χρόνων από την πρώτη φορά που κυκλοφόρησε.

Φωτο με το εξώφυλλο της επανέκδοσης σε cd (από τη δισκοθήκη μου βεβαίως!)

Είναι πολύ δύσκολο να μιλήσει κανείς για "Τα τραγούδια της Χαρούλας" χωρίς να κατανοήσει το κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο της εποχής εκείνης και την επίδραση που αυτό είχε στη μουσική και το τραγούδι. Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.

Τα τελευταία χρόνια της Χούντας αλλά και τα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης επικρατούσαν στα μουσικά πράγματα της χώρας τραγούδια με έντονο το χρώμα των φλογερών εκείνων χρόνων του αγώνα. Τραγούδια εμβατηριακά, με πολλά έντεχνα και "δωρικά" στοιχεία και στίχους που μιλούσαν μια γλώσσα πολλές φορές επιτηδευμένα "πολιτική" και "αγωνιστική". Όλο αυτό το κλίμα είχε αρχίσει να ατονίζει κάπως την περίοδο ακριβώς που ο Μάνος Λοϊζος ήταν στη διαδικασία δημιουργίας του δίσκου για τον οποίο μιλάμε σήμερα. Είχε φανεί μια κόπωση στον κόσμο από την ένταση όλων εκείνων των χρόνων και μια στροφή του προς πιο "εύκολα" και ξένοιαστα ακούσματα, χωρίς αυτό να σημαίνει βεβαίως ότι θα ήταν εύκολο για κάποιον δημιουργό εκείνης της εποχής να πάει κόντρα στο ρεύμα των τραγουδιών με σαφές πολιτικό περιεχόμενο.

Αυτό το μεταίχμιο της εποχής κατάφερε να ισορροπήσει τελικά στο δίσκο του ο Μάνος Λοϊζος με την πολύτιμη συμβολή του Μανώλη Ρασούλη στους στίχους και της Χαρούλας Αλεξίου στις ερμηνείες. Ο Ρασούλης είχε ήδη φέρει φρέσκο αέρα στο τραγούδι με την "Εκδίκηση της γυφτιάς", όπου παρουσιάζονται - ίσως για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια - τραγούδια πάνω σε λαϊκούς δρόμους με στίχο που να μιλά για τον έρωτα και την καθημερινότητα με μια γλώσσα απλή αλλά όχι ευτελή. Ο Λοϊζος γνωριζόταν με το Ρασούλη ήδη αρκετά χρόνια. Μετά την "Εκδίκηση της γυφτιάς" ο Λοϊζος του ζήτησε αμέσως να κάνουν μαζί έναν λαϊκό δίσκο με τη Χαρούλα Αλεξίου στις ερμηνείες. Υπήρχε ωστόσο ένα κομβικό πρόβλημα. Ο Λοϊζος δεν γνώριζε τόσο καλά τους λαϊκούς δρόμους, δηλαδή τους ρυθμούς και την τεχνοτροπία των ανατολίτικων ακουσμάτων με πιο απλά λόγια. Έτσι ζήτησε από τον Χρήστο Νικολόπουλο να του γράψει μια κασέτα με τους λαϊκούς δρόμους (ουσάκ, Νιαβέντι, σαμπάχ, μινόρε κτλ) την οποία μελετούσε καθημερινά επί πολλή καιρό.

Ο δίσκος πέρασε από χίλια-δυο κύματα μέχρι τελικά να εκδωθεί. Υπήρξαν πολλές διαφωνίες ανάμεσα στους δημιουργούς αλλά και από άλλους που ήταν στον περίγυρό τους. Υπήρχαν αμφιβολίες για το αν θα πρέπει ο δίσκος να κινηθεί εντελώς εκτός των πλαισίων που είχε τότε το τραγούδι ή αν κάτι τέτοιο θα ήταν καταστροφικό τόσο για την επιτυχία του δίσκου όσο και για το πρόσωπο του Λοϊζου που ήταν ένας καλλιτέχνης με σαφέστατη πολιτική τοποθέτηση στην Αριστερά και πιο συγκεκριμένα στο ΚΚΕ. Τελικά ο Λοϊζος τόλμησε και διακαιώνεται για αυτήν του την επιλογή μέχρι και σήμερα. Ο πολύ σημαντικός αυτός δημιουργός κατανόησε ή "μύρισε" στον αέρα την ανάγκη που είχε ο κόσμος για ένα τραγούδι με περισσότερο αισθησιασμό και λιγότερη επαναστατικότητα. Έλεγε χαρακτηριστικά: "Επέστρεψα στα τέλια, στις χορδές δηλαδή των λαϊκών οργάνων, που δίνουν ένα πανέμορφο συναίσθημα. Γύρω απ' αυτό έχω μια ολόκληρη θεωρία. Είναι κάτι που ταυτίζεται με την αγνή λαϊκή έκφραση, που δεν έχει ίσως πολλή σκέψη, που δεν έχει ίσως πολύ έντεχνο στοιχείο με το οποίο πολύ ταλαιπωρήσαμε τον εαυτό μας και τον κόσμο. Απ' την άλλη όμως δεν είμαι αφελής να πιστέψω ότι εμείς είμαστε έτσι απλοϊκοί και αγνοί, γιατί σε μας υπάρχει το σπέρμα της διανόησης, αυτό που λέμε μορφωμένος και υποψιασμένος άνθρωπος. Ένα πάντρεμα λοιπόν αυτών των δύο στοιχείων, του διανοητή με τη ζωή, τη λαϊκή μουσική και το ερωτικό πάθος - που η γενιά μας αρκετά το έθαψε - είναι Τα τραγούδια της Χαρούλας, που δεν είναι όλα ερωτικά. Υπάρχουν και μερικά κοινωνικού προβληματισμού οπως πια τον αισθάνομαι σήμερα" (Ελευθεροτυπία, 13 Αυγούστου 1979, λίγο μετά την κυκλοφορία του δίσκου).

Μετά το παραπάνω απόσπασμα από τη συνέντευξη του Λοϊζου νομίζω πως γίνεται εύκολα αντιληπτό τόσο το ύφος του δίσκου όσο και οι προθέσεις του δημιουργού. Πρόκειται για έναν δίσκο που ισορροπεί ανάμεσα στην έντεχνη μπαλάντα και στους λαϊκούς ήχους και ρυθμούς. Ανάμεσα στον αισθησιασμό και τον κοινωνικό προβληματισμό. Θεωρώ ότι το τραγούδι "Μες στο πλήθος" συνοψίζει με πολύ παραστατικό τρόπο τις προθέσεις του Λοϊζου και του Ρασούλη. Ξεκινάει με τη φωνή της Αλεξίου, σαν μια έντεχνη μπαλάντα με πολιτικές αναφορές "
Μες στο πλήθος σ’ είχα δει το ’62 / στη διαδήλωση που βάφτηκε στο αίμα / κι η μορφή σου μου ’χε μείνει στο μυαλό / κι ούτε τ’ όνομα δεν ήξερα από σένα / Και στης λήθης το σεντόνι το λευκό / σε τυλίξαν τα πιο δύσκολά μου χρόνια / μα μια μέρα κάπου το ’68 / σε ξανάδα μες στο τρένο στην Oμόνοια." για να παρεμβληθεί η χαρακτηριστική λαϊκή φωνή του Δημήτρη Κοντογιάννη που προτρέπει "Κάνε διάλειμμα, Χαρούλα / πες μας τον καρσιλαμά / να γλυκάνεις τις καρδιές μας / και τα βρίσκουμε μετά." Με δυο λόγια ο δίσκος αυτός έλεγε στον κόσμο ότι υπάρχουν προβλήματα, υπάρχουν αγώνες στην πρώτη γραμμή, αλλά ας κάνουμε κι ένα διάλειμμα ενδιάμεσα, να βρούμε λίγο χρόνο να γλεντήσουμε με γνήσιο λαϊκό τρόπο.

Για τα τραγούδια του δίσκου τι να πει κανείς. Είναι όλα ένα κι ένα. Είναι από εκείνους τους δίσκους που τους ακούς από την αρχή μέχρι το τέλος χωρίς να "πετάξεις" τίποτα. Είναι χαρακτηριστικό ότι περιέχονται μερικά από τα μεγαλύτερα και πιο διαχρονικά τραγούδια τόσο του ίδιου του Λοϊζου όσο και του ελληνικού τραγουδιού γενικότερα όπως το υπέροχο και πασίγνωστο "Όλα σε θυμίζουν", το απίστευτης διορατικότητας και κοινωνικού προβληματισμού "Τίποτα δεν πάει χαμένο" που έχει μείνει ανεξίτηλο και θα μείνει για πολλές δεκαετίες ακόμα, τα πιο γλεντζέδικα και λαϊκά "Τέλι τέλι τέλι", ο "Φαντάρος", "Πες μου πώς γίνεται", "Την όγδοη μέρα" που άνετα θα μπορούσαν να συμπεριλαμβάνονται στα κορυφαία λαϊκά μας τραγούδια. Ειδική μνεία θα πρέπει να γίνει στη συμβολή του σπουδαίου στιχουργού Πυθαγόρα στο δίσκο με το υπέροχο "Σε πέντε ώρες ξημερώνει Κυριακή" (ένα τραγούδι εκπληκτικό κατά τη γνώμη μου που αναρωτιέμαι για ποιό λόγο ακούγεται λιγότερο από τα άλλα σήμερα) και τα "Τέλι τέλι τέλι" και "Τι να πω". Γενικά, σχεδόν όλα τα τραγούδια ακούγονται μέχρι και σήμερα σαν να γράφτηκαν χτες και όχι πριν 30 ολόκληρα χρόνια. Γνωρίζουν μεγάλη αποδοχή και από το σημερινό κοινό, πράγμα που σημαίνει ότι είναι διαχρονικά και μας δίνει το δικαίωμα να θεωρούμε το δίσκο αυτό έναν από τους κορυφαίους στην ιστορία του ελληνικού τραγουδιού.

"Τα τραγούδια της Χαρούλας" είναι ένας δίσκος κομβικός. Έφερε στο προσκήνιο νέα πράγματα για την εποχή του, σε στιχουργικό και συνθετικό επίπεδο. Ανέδειξε το ερμηνευτικό μεγαλείο της Χαρούλας Αλεξίου και την καθιέρωσε στις μεγάλες φωνές. Ήταν το αποτέλεσμα μιας στροφής που επιχείρησε ένας πολύ σπουδαίος δημιουργός όπως ο Μάνος Λοϊζος, που σαν γνήσιος προοδευτικός καλλιτέχνης έψαχνε το καινούριο όχι για να εντυπωσιάσει ή να προκαλέσει, αλλά για να επικοινωνήσει καλύτερα με το λαό, για να σπάσει στερεότυπα και ταμπέλες που οδηγούν σε "αγκυλώσεις". Δυστυχώς, όμως αυτός έμελλε να είναι ο προτελευταίος δίσκος του μεγάλου Μάνου Λοϊζου. Σε μια πολύ ώριμη στιγμή του καλλιτεχνικά, ατύχησε να αρρωστήσει και 3 χρόνια αργότερα να αφήσει την τελευταία του πνοή στη Μόσχα. Αλλά όπως είπαμε, όλα τον θυμίζουν, αφού τίποτα δεν πάει χαμένο...


Σχεδόν πενήντα χρόνια βάσανα και διωγμοί
Τώρα στη μαύρη αρρώστια ανάξια πλερωμή
Το δίκιο του αγώνα πολλά σου στέρησε
μα η ζωή η λεχώνα ελπίδες γέννησε

Τίποτα δεν πάει χαμένο στη χαμένη σου ζωή
Τ’ όνειρό σου ανασταίνω και το κάθε σου γιατί

Ποτέ δε λες η μοίρα πως σε αδίκησε
μα μόνο η ιστορία αλλιώς σου μίλησε
Σκυφτός στα καφενεία, στους δρόμους σκεφτικός
μα χτες μες στην πορεία περνούσες γελαστός

Τίποτα δεν πάει χαμένο στη χαμένη σου ζωή
Τ’ όνειρό σου ανασταίνω και το κάθε σου γιατί




~Η στήλη "Ψαχουλεύοντας στη δισκοθήκη" θα εμφανίζεται στις 15 του κάθε μήνα~

Για να δείτε όλα τα άρθρα της στήλης "Ψαχουλεύοντας στη δισκοθήκη" κάντε κλικ εδώ

Κυριακή 15 Φεβρουαρίου 2009

Ψαχουλεύοντας στη δισκοθήκη #1 - "Ο Σταυρός Του Νότου"

Όπως είχα πει και στο εισαγωγικό σημείωμα του μπλογκ, στις 15 του κάθε μήνα θα παρουσιάζω παλιούς, ιστορικούς δίσκους που έπαιξαν και συνεχίζουν να παίζουν σημαντικό ρόλο στο ελληνικό τραγούδι. Δίσκοι-ορόσημα που άφησαν ανεξίτηλο το σημάδι τους στο χρόνο λοιπόν, υπό τον τίτλο της μόνιμης μηνιαίας στήλης "Ψαχουλεύοντας στη δισκοθήκη".

Μουσική: Θάνος Μικρούτσικος
Στίχοι: Ποιήματα του Νίκου Καββαδία
Ερμηνεία: Γιάννης Κούτρας, Αιμιλία Σαρρή, Βασίλης Παπακωνσταντίνου
Έτος κυκλοφορίας: 1979

Ντεμπούτο σήμερα για τη στήλη "Ψαχουλεύοντας στη δισκοθήκη" όπου θα μιλήσουμε για τον δίσκο "Ο Σταυρός του Νότου" με αφορμή τη συμπλήρωση 30 χρόνων από την κυκλοφορία των πρώτων αντιτύπων του.

Φωτο από το εξώφυλλο του βινυλίου φιλοτεχνημένο από τον Αλέκο Φασιανό (από τη δισκοθήκη του πατέρα μου παρακαλώ!)


Μία πολύ συχνή ερώτηση που γίνεται προς τους συνθέτες είναι το πώς γράφουν τα τραγούδια. Προηγείται η μουσική της αναζήτησης στίχων ή το ανάποδο; Γράφουν με βάση την έμπνευσή τους ή κατόπιν "παραγγελίας"; Πολλοί συνθέτες έχουν τονίσει ότι, παρόλο που δεν ακούγεται και πολύ λογικό, αρκετές φορές όταν καλούνται να γράψουν κατά παραγγελία (πχ για τις ανάγκες μιας ταινίας ή ενός θεατρικού) με συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα και συγκεκριμένες απαιτήσεις, καταφέρνουν να εργαστούν πιο ενταντικά, πιο συγκεντρωμένα και να γράψουν εξαιρετικά τραγούδια.

Κάπως έτσι έγινε και με τον δίσκο-ορόσημο για την ελληνική δισκογραφία "Ο Σταυρός του Νότου". Ο Θάνος Μικρούτσικος, έχοντας εργαστεί τα προηγούμενα χρόνια πάνω σε ποίηση Γιάννη Ρίτσου, Μπρεχτ, Μπίρμαν κ.ά. με εξαιρετικά αποτελέσματα, άρχισε να ασχολείται με την ποίηση του Νίκου Καββαδία το 1977 μετά από μία πρόταση του σκηνοθέτη Τάσου Ψαρρά για τη μουσική επένδυση του "ναυτικού" σήριαλ "Πορεία 090" . Όπως ο ίδιος έχει πει διάβαζε και αγαπούσε την ποίηση του Καββαδία ήδη από τα Γυμνασιακά του χρόνια, αλλά ασχολήθηκε στα σοβαρά μόνο κατόπιν της πρότασης του Ψαρρά. Ο Μικρούτσικος δέχτηκε την πρόταση και πρότεινε στον Ψαρρά την ποίηση του Καββαδία. Η συνεργασία έγινε κι έτσι προέκυψαν επτά τραγούδια τα οποία ακούγονταν στην προαναφερθείσα τηλεοπτική σειρά. Ωστόσο, ο Μικρούτσικος συνέχισε να εργάζεται πάνω στην ποίηση του Καββαδία και μετά τη σειρά, δηλαδή και μετά το 1977.

Έτσι, έχοντας στα χέρια του 13-14 τραγούδια ο Μικρούτσικος αποφάσισε να προτείνει στον Αλέκο Πατσιφά (τον ιστορικό διευθυντή της δισκογραφικής εταιρίας "Lyra") τη δημιουργία ενός δίσκου με τραγούδια σε ποίηση Καββαδία. Ο Πατσιφάς δεν ενθουσιάστηκε από το υλικό που άκουσε. Όπως έχει πει χαρακτηριστικά ο Μικρούτσικος σε συνεντεύξεις του, ο Πατσιφάς του είχε πει "Αυτόν τον δίσκο σου τον κάνω δώρο. Δεν πρόκειται όμως να πουλήσει ούτε 2000 κομμάτια". Ο Πατσιφάς ήταν ένας άνθρωπος με πολλές γνώσεις πάνω στο τραγούδι. Το αυτί του "έκοβε" και η εταιρία του, η Lyra, είχε συνεισφέρει πολλά στο τραγούδι με πολύ ποιοτικούς δίσκους. Παρολαυτά με τον "Σταυρό του Νότου" φαίνεται πως έπεσε έξω. Την ίδια και χειρότερη αντιμετώπιση είχε ο δίσκος από τους πιο επιφανείς "κριτικούς" εκείνης της εποχής, οι οποίοι μάλιστα εκτιμούσαν ιδιαίτερα το μέχρι τότε έργο του Θάνου Μικρούτσικο και τον είχαν επαινέσει για τους προηγούμενους δίσκους του (το τονίζουμε αυτό για να γίνει κατανοητό ότι δεν υπήρχε θέμα "θαψίματος" του δίσκου λόγω εμπάθειας απέναντι στον Μικρούτσικο).

Ο "Σταυρός του Νότου" κυκλοφόρησε βεβαίως (με 11 τραγούδια) και πούλησε πολύ παραπάνω από τα 2000 αντίτυπα που προέβλεπε ο Πατσιφάς. Με τα χρόνια καθιερώθηκε στη συνείδηση του κοινού και έγινε ένας από τους πιο πετυχημένους δίσκους στην ιστορία του ελληνικού τραγουδιού, τόσο εμπορικά όσο και καλλιτεχνικά. Οι λιτές ερμηνείες του Γιάννη Κούτρα, που ήταν ο κεντρικός ερμηνευτής του δίσκου, ήταν κάτι το εντυπωσιακό για εκείνη την εποχή που κυριαρχούσαν τα "εμβατηριακά" και φλογερά τραγούδια στον απόηχο της πτώσης της Χούντας και της Μεταπολίτευσης. Ο Θάνος Μικρούτσικος κατάφερε με τις συνθέσεις του να κάνει κτήμα του απλού λαού την εξαιρετική και γεμάτη χυμούς ποίηση του Νίκου Καββαδία, πράγμα πολύ σημαντικό για τον Πολιτισμό της χώρας μας. Εκατομμύρια Ελλήνων αυτά τα 30 χρόνια που υπάρχει ο "Σταυρό του Νότου" γνώρισαν τον Νίκο Καββαδία μέσα από τα τραγούδια του Μικρούτσικου και τις ερμηνείες του Γιάννη Κούτρα και του Βασίλη Παπακωνσταντίνου. Ανάμεσα σε αυτούς κι εγώ που μέσα από τα τραγούδια αυτά ανακάλυψα τον μαγικό κόσμο της ποίησης του Καββαδία, ο οποίος στα ποιήματά του δεν κάνει απλά μια έμμετρη "ημερολογιακή" απεικόνιση της ζωής των ναυτικών (όπως πολλοί νομίζουν), αλλά με έναν υπερβατικό ποιητικό λόγο γεμάτο εικόνες μιλά για αξίες όπως η φιλία και ο έρωτας και φυσικά ο θάνατος και η σκληρή ζωή των ναυτικών.

Tα τραγούδια του "Σταυρού" γνώρισαν πολλές επανεκτελέσεις και είναι μέχρι σήμερα ευρέως γνωστά παρόλο που οι στίχοι του Καββαδία είναι κάπως δυσκολομνημόνευτοι. Ο Θάνος Μικρούτσικος επανήλθε δύο ακόμη φορές πάνω στον ποιητή αυτό με τις "Γραμμές των Οριζόντων" το 1991 και με τη ζωντανή ηχογράφηση "Σταυρός του Νότου-2005" από την παρουσίαση του έργου στο Μέγαρο Μουσικής Αθήνας (6 sold out συναυλίες!) στην επανεμφάνιση του Γιάννη Κούτρα μετά από πολλά χρόνια και την επανεκτέλεση των τραγουδιών από νεότερους ερμηνευτές (Μαχαιρίτσας, Θηβαίος, Κότσιρας).


Έβραζε το κύμα του γαρμπή
είμαστε σκυφτοί κι οι δυο στο χάρτη
γύρισες και μου 'πες πως το Μάρτη
σ' άλλους παραλλήλους θα 'χεις μπει

Κούλικο στο στήθος σου τατού
που όσο κι αν το καις δε λέει να σβήσει
είπαν πως την είχες αγαπήσει
σε μια κρίση μαύρου πυρετού

Βάρδια πλάι σε κάβο φαλακρό
κι ο Σταυρός του Νότου με τα στράλια
Κομπολόι κρατάς από κοράλλια
κι άκοπο μασάς καφέ πικρό

Το ʼλφα του Κενταύρου μια νυχτιά
με το παλλινώριο πήρα κάτου
μου 'πες με φωνή ετοιμοθανάτου
να φοβάσαι τ' άστρα του Νοτιά

ʼλλοτε απ' τον ίδιον ουρανό
έπαιρνες τρεις μήνες στην αράδα
με του καπετάνιου τη μιγάδα
μάθημα πορείας νυχτερινό

Σ' ένα μαγαζί του Nossi Be
πήρες το μαχαίρι δυο σελίνια
μέρα μεσημέρι απά στη λίνια
ξάστραψες σαν φάρου αναλαμπή

Κάτω στις ακτές της Αφρικής
πάνε χρόνια τώρα που κοιμάσαι
τα φανάρια πια δεν τα θυμάσαι
και το ωραίο γλυκό της Κυριακής

Ακούστε το τραγούδι "Γυναίκα" από τον Γιάννη Κούτρα:








~Στις 15 κάθε μήνα θα παρουσιάζω έναν παλιό, ιστορικό δίσκο~