Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τραγουδιών Ιστορίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τραγουδιών Ιστορίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 14 Αυγούστου 2011

Τραγουδιών Ιστορίες #9 - Πάντα γελαστοί

Σαν σήμερα πριν 15 χρόνια δολοφονήθηκε ο Ελληνοκύπριος Σολωμός Σολωμού στο οδόφραγμα της Δερύνειας στην Κύπρο. Ήταν 14 Αυγούστου του 1996, ημέρα μνήμης της κατάληψης της Αμμοχώστου, αλλά και η ημέρα που κηδευόταν ο - επίσης δολοφονηθείς τρεις μέρες πριν - Τάσος Ισαάκ.

Τη θυμάμαι εκείνη τη μέρα γιατί παρακολουθούσαμε τα τραγικά γεγονότα μέσα από τις τηλεοράσεις. Στο οδόφραγμα της Δερύνειας είχαν συγκεντρωθεί διαδηλωτές που προσπαθούσαν να προσεγγίσουν το σημείο της δολοφονίας του Ισαάκ. Ομάδα "γκρίζων λύκων" ήταν και πάλι από την πλευρά των κατεχομένων και ξέσπασαν επεισόδια. Ξαφνικά, ο Σολωμού ξεφεύγει από τους Κυανόκρανους και περνά στη "νεκρή ζώνη". Με το τσιγάρο στο στόμα, σκαρφαλώνει στον ιστό της τουρκικής σημαίας με σκοπό να την κατεβάσει. Ένας από τους ελεύθερος σκοπευτές του κατοχικού στρατού τον πυροβόλησε με αποτέλεσμα να πέσει νεκρός.

Η σκηνή με τον Σολωμού να ανεβαίνει στον ιστό με το τσιγάρο, που ήξερε πως θα είναι το τελευταίο του, ήταν σίγουρα συγκλονιστική και φαίνεται πως κινητοποίησε τα συναισθήματα του ποιητή και στιχουργού Άλκη Αλκαίου, ο οποίος έγραψε εύστοχα: όσοι με το Χάρο γίναν φίλοι / με τσιγάρο φεύγουνε στα χείλη




Είναι στίχος από το Πάντα γελαστοί, τραγούδι που συμπεριλήφθηκε στο δίσκο Στου αιώνα την παράγκα, ο οποίος κυκλοφόρησε την ίδια χρονιά, με συνθέτη τον Θάνο Μικρούτσικο και ερμηνευτή τον Δημήτρη Μητροπάνο. Μέσα σε αυτόν τον καταπληκτικό δίσκο, ίσως την καλύτερη δουλειά του Μικρούτσικου την τελευταία 15ετία, υπάρχει λοιπόν και αυτό το καλοφτιαγμένο και αισιόδοξο ζεϊμπέκικο που τα λόγια του πιθανώς να εμπνεύστηκε ο Αλκαίος από τα παραπάνω τραγικά περιστατικά.

Και λέω "πιθανώς" γιατί δεν νομίζω ότι μπορεί κανείς να πει με σιγουριά αν ο Αλκαίος έγραψε το τραγούδι με αφορμή τα γεγονότα ή αν το τραγούδι το είχε ήδη γράψει και το αφιέρωσε μετέπειτα στους δολοφονημένους Ισαάκ και Σολωμού. Οι ημερομηνίες αφήνουν ανοιχτά και τα δύο ενδεχόμενα, αφού ο δίσκος κυκλοφόρησε το χειμώνα του 1996, περίπου 3 μήνες μετά τα γεγονότα.

Πάντως, στο ένθετο βιβλιαράκι του cd, κάτω από τον τίτλο του τραγουδιού, ο Αλκαίος έχει σημειώσει: "Ισαάκ και Σολωμού και Μαρίνου Μαρτύρων". Αν αναρωτιέσαι για αυτό το "Μαρίνου", είναι γιατί το καλοκαίρι εκείνο υπήρξε άλλη μία δολοφονία (;). Ο λόγος για τον Χριστόφορο Μαρίνο, κοινωνικό αγωνιστή του λεγόμενου αναρχικού χώρου, ο οποίος έχασε τη ζωή του στις 23 Ιουλίου του 1996, λίγο πριν τα γεγονότα της Κύπρου.

Νομίζω πως δεν έχουν ακόμα διευκρινιστεί οι ακριβείς συνθήκες του θανάτου του. Η διαμάχη για το αν αυτοκτόνησε στα χέρια της αντιτρομοκρατικής, μέσα στην καμπίνα 53 του πλοίου "Πήγασσος" ή αν τον δολοφόνησαν, δημιούργησε τις φράσεις "τον αυτοκτόνησαν" και "δολοκτονία". Στον Μαρίνο είχαν τότε επιβληθεί περιοριστικά μέτρα (κατ'οίκον περιορισμός και υποχρεωτικές παρουσιάσεις σε αστυνομικό τμήμα) μετά από κατηγορία που του είχε απαγγελθεί περί συμμετοχής του σε ληστεία στο Γενικό Κρατικό Πειραιά και στη δολοφονία του εκεί ταμία Δημήτρη Μαντούβαλου. Ο Μαρίνος είχε φύγει εκείνη την περίοδο για διακοπές σε νησιά του Αιγαίου και στην επιστροφή με το "Πήγασος" έγιναν τα παραπάνω γεγονότα καθώς η "αντιτρομοκρατική" τον παρακολουθούσε στενά.

Όπως και να'χει, είτε το τραγούδι γράφτηκε για τους τρεις αυτούς ανθρώπους, είτε ήρθε και ταίριαξε και αφιερώθηκε σε αυτούς μετά τα γεγονότα, σημασία έχει ότι μιλάμε για ένα εξαιρετικό τραγούδι με σπουδαίους στίχους και καταπληκτική ερμηνεία.

Αξίζει να πούμε κάτι τελευταίο, μιας και ασχοληθήκαμε με το συγκεκριμένο κομμάτι. Ο πρώτος του στίχος (της νύχτας οι αμαρτωλοί και της αυγής οι μόνοι) είναι πιθανότατα παραλλαγή του παραδοσιακού "κλέφτικου" στίχου "της νύχτας οι αμαρτωλοί και της αυγής οι κλέφτες". Η παραλλαγή παραδοσιακών στίχων έχει λειτουργήσει και άλλες φορές σαν αφετηρία δημιουργιών του Αλκαίου, όπως στα τραγούδια "Όλα ζουν αν τα θυμάσαι" (στης πικροδάφνης τον ανθό) και "Του έρωτα" (στου Χάρου τις λαβωματιές βότανα δεν χωρούνε).

~~~

Χαρακτηριστικό και το βίντεο κλιπ του τραγουδιού με την ορχήστρα πάνω σε μια ταράτσα...




~~~

Της νύχτας οι αμαρτωλοί και της αυγής οι μόνοι
θέλουν βαρύ ζεϊμπέκικο και νευρικό τιμόνι
σε τόπους τριγυρίζουνε σβησμένους απ' το χάρτη
για μια σταγόνα ουρανό για μιαν αγάπη σκάρτη

Όσοι με το Χάρο γίναν φίλοι
με τσιγάρο φεύγουνε στα χείλη
στα τρελά τους όνειρα δοσμένοι
πάντα γελαστοί, πάντα γελαστοί
πάντα γελαστοί και γελασμένοι

Τα νιάτα μας διαδρομή Αθήνα - Σαλονίκη
μια πόλη χτίσαμε μαζί κι ακόμα ζω στο νοίκι
έπεσα να σ' ονειρευτώ σε ψάθα από φιλύρα
κι είδα πως βγάζει η νύχτα φως και τ' όστρακο πορφύρα

Όσοι με το Χάρο γίναν φίλοι
με τσιγάρο φεύγουνε στα χείλη
στα τρελά τους όνειρα δοσμένοι
πάντα γελαστοί, πάντα γελαστοί
πάντα γελαστοί και γελασμένοι

Όσοι με το Χάρο γίναν φίλοι
με τσιγάρο φεύγουνε στα χείλη
στα τρελά τους όνειρα δοσμένοι
πάντα γελαστοί, πάντα γελαστοί
πάντα γελαστοί και γελασμένοι

Κυριακή 24 Ιουλίου 2011

Τραγουδιών Ιστορίες #8 - Το βαπόρι απ'την Περσία

Τραγουδιών Ιστορίες
Κάθε τραγούδι κρύβει μια ιστορία. Πολλές φορές δεν είναι μόνο μία...
Ψάχνουμε να βρούμε "τι εννοεί ο ποιητής", πώς και με ποιά αφορμή γράφτηκε ένα τραγούδι, τι περιπέτειες πέρασε και αν τελικά "πίσω από τις λέξεις έρχεται ο Αλέξης"...





Στις 7 Γενάρη του 1977 οι εφημερίδες είχαν βρει την ιστορία που θα τους έδινε ένα θελκτικό πρωτοσέλιδο. Την επομένη κυκλοφόρησαν με τεράστιους τίτλους που συγκλόνισαν το αναγνωστικό κοινό και την ελληνική κοινωνία.

Στα Ίσθμια της Κορίνθου οι λιμενικές αρχές ελέγχουν ένα υπό κυπριακή σημαία καράβι με την ονομασία M/S (μότορ - σιπ) Γκλόρια, το οποίο είχε ξεκινήσει από το Λίβανο έχοντας δηλώσει ότι μεταφέρει κεντήματα.

Το βαπόρι απ'τη Περσία
πιάστηκε στην Κορινθία

Ο έλεγχος αποκαλύπτει ότι κάτω απ'τα κεντήματα υπήρχαν 11 τόνοι χασίς, εξαιρετικής μάλιστα ποιότητας, όπως αναφέρουν τα ρεπορτάζ της εποχής.
"Το χασίς, σε τρεις ποιότητες, συσκευασμένο σε πλάκες του ενός κιλού (...) και χαρακτηριστικά της ποιότητος 'ελεγκάν', 'πιούαρ' και κοιονό. Το φορτίο ήταν στην πλώρη κανονικά με διάταξη αισθητική και σε εμφάνιση άριστη" αναφέρει το πρωτοσέλιδο της εφημερίδας "Μακεδονία" στις 8/1/1977. Στις εσωτερικές σελίδες βρίσκει κανείς γλαφυρές περιγραφές του ρεπόρτερ που αναφέρει πως τέτοια ήταν η ποσότητα και η ποιότητα του χασίς, που όταν το μύρισε του ήρθε "έντονη ζάλη".

Τόνοι έντεκα γεμάτο
με χασίσι μυρωδάτο


Η αξία των 11 τόνων (για την ακρίβεια, 10.765 κιλών) χασίς υπολογιζόταν μεταξύ τεσσάρων και πέντε δισεκατομμυρίων δραχμών! Θεωρήθηκε ως η μεγαλύτερη, ως τότε, υπόθεση λαθρεμπορίου χασίς σε παγκόσμιο επίπεδο. Το δικαστήριο θα αποφάσιζε για τη δήμευση και καταστροφή του φορτίου που είχε μεταφερθεί στις αποθήκες των τελωνείων του Πειραιά.

Βρε κουρνάζε μου τελώνη
τη ζημιά ποιός τη πληρώνει


Τα πρώτα ρεπορτάζ αναφέρουν πως οι αρχές είχαν λάβει από καιρό πληροφορίες για κάποιο πλοίο που θα πέρναγε τον Ισθμό φορτωμένο με ναρκωτικά. "Όλοι ήταν σε επιφυλακή" γράφει η "Μακεδονία" στο προαναφερθέν φύλλο της και συνεχίζει δίνοντας τις λεπτομέρειες της δράσης των διωκτικών αρχών: "Η εκκίνηση του 'στόλου' έγινε από τη Μαρίνα Ζέας. Ένα μεγάλο πλωτό του λιμενικού σώματος, άλλα μικρότερα ταχύπλοοα, οι αξιωματικοί, οι υπαξιωματικοί, οι βατραχάνθρωποι. Η επιχείρηση 'Γκλόρια' άρχιζε και η βεβαιότης ότι θα πετύχαινε υπήρχε σε όλους, από τον ανώτερο μέχρι τον κατώτερο. (...) Ο λιμενάρχης Ισθμίας, ευγενικά όπως είχε εντολές, διεπεραιώθη στο σκάφος, έκανε έλεγχο στα ναυτικά έγγραφα (...)".

Και σ' αυτή την ιστορία
μπήκαν τα λιμεναρχεία


Αργότερα αποδείχτηκε ότι η ιστορία του Γκλόρια ήταν στημένη από το ξεκίνημα. Ο πλοίαρχος ήταν συνεργάτης των υπηρεσιών δίωξης ναρκωτικών και η επιχείρηση ελέγχου, κατάσχεσης του παράνομου φορτίου και σύλληψης του πληρώματος ήταν σκηνοθετημένη ώστε να μην προδωθεί ο συνεργάτης.

Το πλήρωμα αποτελούνταν από τον πλοίαρχο Νικόλαο Ξανθόπουλο και δύο ακόμη Έλληνες. Συμπληρωνόταν από δύο Τούρκους, έναν 42χρονο και τον νεαρό ανιψιό του, που φέρονταν ως συνοδοί φορτίου και βρέθηκαν κρυμμένοι μέσα σε μια καμπίνα μαζί με δύο όπλα και σφαίρες. Οι Τούρκοι δήλωσαν ότι επιβιβάστηκαν έναντι αμοιβής με σκοπό να πάνε στη Γερμανία και να δουλέψουν σε ευκατάστατο συγγενή τους. Ισχυρίστηκαν ότι δεν ήξεραν τίποτα για τα ναρκωτικά και ότι στην καμπίνα με τα όπλα τους κλείδωσαν οι Έλληνες ναυτικοί μόλις ξεκίνησε η έφοδος των λιμενικών.

Ήταν προμελετημένοι
καρφωτοί και λαδωμένοι
Δυο μεμέτια, τα καημένα,
μεσ' στο κόλπο ήταν μπλεγμένα


Μελετώντας δημοσιεύματα της εποχής παρατήρησα πόσο σοκαριστική ήταν για την τότε κοινωνία μία υπόθεση διακίνησης ναρκωτικών σε σχέση με σήμερα που δύσκολα μπορεί να γίνει θέμα συζήτησης κάτι τέτοιο. Τα ρεπορτάζ κάνουν λόγο για "νέους που γλίτωσαν" υπολογίζοντας μάλιστα τον αριθμό με βάση την ποσότητα που κατασχέθηκε. Το πλοίο δήλωνε πως είχε προορισμό τα βόρεια λιμάνια, πιθανώς το Άμστερνταμ, το Ρόττερνταμ ή την Αμβέρσα.

Τώρα κλαίν' όλα τ' αλάνια
που θα μείνουνε χαρμάνια


***
Επέλεξα την παραπάνω μορφή κειμένου με τους στίχους ενδιάμεσα γιατί πραγματικά σοκάρει η ικανότητα του Τσιτσάνη, που χώρεσε μέσα σε λίγους στίχους σελίδες επί σελίδων ρεπορτάζ. Είναι ένας γνήσια ρεμπέτικος τρόπος γραφής. Ο Τσιτσάνης πιάνει το θέμα από τη σκοπιά του περιθωρίου, από μια αθώα λούμπεν οπτική, χωρίς να παραλείπει σχεδόν καμία λεπτομέρεια της ιστορίας!

Αυτή είναι λοιπόν η ιστορία του τραγουδιού "Το βαπόρι απ'την Περσία" που πιάστηκε κάποτε στην Κορινθία. Ήταν ίσως το τελευταίο μεγάλο σουξέ του Βασίλη Τσιτσάνη, ο οποίος το έγραψε μέσα στο 1977, λίγες μέρες μετά τα γεγονότα, αποτυπώνοντας την υπόθεση "Γκλόρια" που συγκλόνιζε τότε την ελληνική κοινωνία. Ο μάλλον παραγκωνισμένος εκείνη την εποχή Τσιτσάνης έπαιζε το τραγούδι στο "Σκοπευτήριο" όπου εμφανιζόταν. Γρήγορα και πολύ πριν δισκογραφηθεί έγινε τεράστια επιτυχία με τον κόσμο να παραληρεί γι' αυτό το "παραβατικό" τραγούδι. Πρωτοακούστηκε και δισκογραφήθηκε με τη φωνή του Τσιτσάνη και τις "δεύτερες" της Λιζέτας Νικολάου.

Για το τραγούδι τέθηκε φυσικά θέμα λογοκρισίας το οποίο λύθηκε στα δικαστήρια όπου η απόφαση έκανε λόγο για "απλοϊκό τραγούδι που περιγράφει ένα πραγματικό γεγονός". Ήταν ίσως μια πρώτη νίκη στη μάχη για την απελευθέρωση των λεγόμενων "χασικλίδικων" ρεμπέτικων.

Το τραγούδι το ακούς παρακάτω:Σύνδεσμος

http://www.youtube.com/watch?v=XZuNjs7SKek

Κι ένα σύντομο video όπου Τσιτσάνης το τραγουδά ζωντανά σε συναυλία του το 1982:

http://www.youtube.com/watch?v=hjtXVzYbZUM

~~~

ΠΗΓΕΣ:
- Ψηφιακό αρχείο εφημερίδων "Μακεδονία" και "Ριζοσπάστης" (φύλλα 8-9/1/1977): http://www.nlg.gr/digitalnewspapers/ns/main.html
- http://panosz.wordpress.com/2008/02/24/tsitsanis/
- youtube.com
- stixoi.info
-Σκιτσο: http://syllektiko-pazari.blogspot.com/2010/07/blog-post_12.html
~~~

ΣύνδεσμοςΌλες οι αναρτήσεις της στήλης "Τραγουδιών Ιστορίες" εδώ

Δευτέρα 6 Ιουνίου 2011

Τραγουδιών Ιστορίες #7 - Οι δύο συμμετοχές του Θανάση Βέγγου στη δισκογραφία

Τραγουδιών Ιστορίες
Κάθε τραγούδι κρύβει μια ιστορία. Πολλές φορές δεν είναι μόνο μία...
Ψάχνουμε να βρούμε "τι εννοεί ο ποιητής", πώς και με ποιά αφορμή γράφτηκε ένα τραγούδι, τι περιπέτειες πέρασε και αν τελικά "πίσω από τις λέξεις έρχεται ο Αλέξης"...


Ο σπουδαίος ηθοποιός Θανάσης Βέγγος έφυγε από κοντά μας πριν περίπου ένα μήνα, στις 3 του Μάη, σε ηλικία 84 ετών. Σαν έναν ακόμα αποχαιρετισμό, σκέφτηκα να θυμηθούμε τις δύο συμμετοχές του σε ηχογραφήσεις τραγουδιών καθώς και τις ιστορίες που τις συνοδεύουν.

Το ’πα - το ’κανα

Μουσική - Στίχοι: Φοίβος Δεληβοριάς
Πρώτη εκτέλεση: Φοίβος Δεληβοριάς & Θανάσης Βέγγος
Δίσκος: «Η ζωή μόνο έτσι είναι ωραία» (1995)

Οι στίχοι του τραγουδιού εδώ

Το τραγούδι το ακούς εδώ

Είναι γνωστό πως ο Θανάσης Βέγγος ήταν μανιώδης με την καθαριότητα και ειδικά με τη σκόνη, ενδεχομένως και λόγω της περιόδου που πέρασε στη Μακρόνησο, όπου, λόγω δαιμονισμένων ανέμων η ατμόσφαιρα είναι μονίμως γεμάτη σκόνη και χώματα. Πάμε να δούμε λοιπόν πώς επέδρασε αυτό στην ηχογράφηση του παραπάνω τραγουδιού, μέσα από την περιγραφή του ίδιου του Φοίβου Δεληβοριά:


«Ήταν 1994 και είχα φτιάξει ένα τραγούδι ραπ, επηρεασμένος από τις πρώτες ακροάσεις χιπ-χοπ με φίλους απ’την Καλλιθέα (ένας απ’αυτούς ήταν κι ο Πρύτανης των μετέπειτα Ημισκουμπρίων). Όταν είδα πως δυσκολευόμουν να καβαλήσω τρέχοντας τον χρόνο με τον οποίο έπεφταν οι συλλαβές πάνω στο μπιτ, σκέφτηκα πως μόνο ένας άνθρωπος μπορούσε να με βοηθήσει.

Το πώς τον βρήκαμε και πώς δέχτηκε να τραγουδήσει, είναι μια ιστορία με τη δική της αξία στη ζωή μου, οπότε δεν βρίσκω το λόγο –ακόμα- να την μοιραστώ.

Αυτό όμως που μπορώ να σας διηγηθώ, είναι το τι συνέβη όταν ήρθε τελικά στο στούντιο. Ανήσυχοι, ο Θύμιος, ο Σωτήρης Παπαδόπουλος κι εγώ, βάλαμε το τραγούδι να παίζει.

Ο Βέγγος είχε μια σχεδόν πανικόβλητη έκφραση στο πρόσωπό του, κοίταζε δεξιά κι αριστερά σαν χαμένος. Αισθάνθηκα φρικτά. Το ψέμα της παιδικής μου ηλικίας, μάλλον ήταν γραφτό να παραμείνει ψέμα. Σηκώθηκα αποφασιστικά και του είπα « Κύριε Βέγγο, αν δεν σας αρέσει το τραγούδι, στ’ αλήθεια δεν υπάρχει κανένας λόγος να αισθάνεστε υποχρεωμένος να το πείτε.» Με κοίταξε σαν να τον ξυπνούσα από όνειρο και είπε «Όχι, δεν φταίει το τραγούδι. Το στούντιο θέλει σφουγγάρισμα!»

Μας ζήτησε, λοιπόν, σφουγγαρίστρα και κουβά και αφού έκανε τον θάλαμο λαμπίκο, μπήκε και το τραγούδησε με την πρώτη.

Δεν έβγαλα καμιά φωτογραφία εκείνη τη μέρα. Θα ήταν πολύ χαζό να προσπαθήσω να παγώσω τον χρόνο και μ’αυτόν τον τρόπο. Ειχαμε αποτυπώσει το τρέξιμο του Βέγγου σε μια ηχογράφηση. Κι αυτό ήταν αρκετό.»

Απόσπασμα από κείμενο του Φοίβου Δεληβοριά το οποίο δημοσιεύτηκε στο Θεσσαλονικιώτικο περιοδικό "Pepper" το Δεκέμβρη του 2010 και αναδημοσιεύτηκε στο foidel.gr


~~~

Η μπαλάντα των σκουπιδιών

Μουσική: Νίκος Κυπουργός
Στίχοι: Σταμάτης Δαγδελένης
Πρώτη εκτέλεση: Θανάσης Βέγγος & Άρης Χριστοφέλλης & Έλλη Πασπαλά
Δίσκος: «Τα μυστικά του κήπου» (2001)

Οι στίχοι του τραγουδιού εδώ

Το τραγούδι στο ακούς εδώ: www.youtube.com/watch?v=99mQgtMvnWI


Το 2001 κυκλοφόρησε ο δίσκος «Τα μυστικά του κήπου» με συθέτη τον Νίκο Κυπουργό και συμμετέχοντες πολλούς εξαιρετικούς καλλιτέχνες μεταξύ των οποίων ο Αηδονίδης, η Γαλάνη, η Αλεξίου, ο Ψαραντώνης, ο Βασίλης (αλλά και ο Θανάσης) Παπακωνσταντίνου, ο Αλκίνοος Ιωαννίδης, οι Κατσιμιχαίοι, η Κανά, η Φαραντούρη κ.ά. Ανάμεσα σε όσους έβαλαν ένα χεράκι για να γίνει αυτός ο υπέροχος κύκλος παιδικών τραγουδιών, ήταν και ο Θανάσης Βέγγος. Για τη συμμετοχή του στο δίσκο μίλησε ο συνθέτης Νίκος Κυπουργός, σε δηλώσεις του στον Αντώνη Μποσκοϊτη, οι οποίες δημοσιεύτηκαν στο blog «Άσματα και μιάσματα» και τις αναδημοσιεύω και παρακάτω:

« Όταν κάναμε το casting για το άλμπουμ, νομίζω ότι ο στιχουργός Σταμάτης Δαγδελένης είχε την ιδέα της συμμετοχής του Βέγγου. Δεν ήταν καθόλου θετικός στην αρχή και μου έλεγε όλο επιφύλαξη "Μαέστρο μου, θα σας απογοητεύσω, έχω μεγαλώσει και δε θα μπορώ να τα πω όπως παλιά"...Εγώ πάλι του έλεγα "Ας το δοκιμάσουμε κι αν δεν σας αρέσει, δεν θα το κρατήσουμε". Πιστεύω όμως ότι οι όποιοι φόβοι του παρακάμφθηκαν από τη στιγμή που του είπα να το κάνει για τον εγγονό του. Ήρθε στο στούντιο, γράψαμε μόνο το δικό του μέρος κι έπειτα μπήκαν οι φωνές των άλλων δύο ερμηνευτών. Μάλιστα, ο Δαγδελένης τράβηξε κι ένα ωραίο βίντεο απ' τη συγκεκριμένη συνάντηση μας. Του έλεγα "Καθίστε να πιούμε ένα καφέ" κι απαντούσε "Δεν κάθομαι ποτέ εγώ, φοβάμαι μη με πιάσουν" (γέλια). Και πραγματικά, στο αυτοκίνητο μέσα τον θυμάμαι να κάθεται, αφού μόνο εκεί δε μπορούσε να είναι όρθιος! "Αχ, πολύ σας βασανίζω" μας έλεγε, κατά τη διάρκεια των εγγραφών του τραγουδιού. Όταν του το έστειλα λίγο καιρό μετά, τελειωμένο, έδειξε να το έχει ευχαριστηθεί πολύ! Κάτι άλλο που θέλω να καταθέσω είναι ότι πρωτογνώρισα τον Θανάση Βέγγο μεσ' στη χούντα, το 1972 ή το ΄73, όταν πήγα και τον είδα στην ανατρεπτική παράσταση "Ο τρελός του λούνα-παρκ", όπου μετά του έδωσα συγχαρητήρια στα καμαρίνια. Τριάντα χρόνια μετά, μού είπε "Κι όμως, μαέστρο μου, εγώ σας θυμάμαι", πράγμα που θεωρώ τελείως απίθανο, αλλά και πολύ ενδεικτικό της γλυκύτητας και ευγένειας του (...) »

Στο τραγούδι αυτό ο Βέγγος... ραπάρει και πάλι, διότι ποιός άλλος θα μπορούσε να «τρέξει» τα λόγια, όπως απαιτείται στο είδος αυτό και σωστά παρατηρεί και ο Φοίβος Δεληβοριάς στο πρώτο απόσπασμα. Αυτό εξηγεί και ο Νίκος Κυπουργός στο βίντεο που ακολουθεί, όπου έχει αποτυπωθεί και η προσπάθεια ηχογράφησης του χαρακτηριστικού γέλιου του Βέγγου για να μπει στο τέλος του τραγουδιού:
Σύνδεσμος
www.youtube.com/watch?v=dH-uKOfB51A

Τρίτη 3 Μαΐου 2011

Κρυμμένα διαμάντια #24 & Τραγουδιών Ιστορίες #6: Η βρύση της Μυρσίνης (Η Ανέκδοτη ηχογράφηση του Ν.Παπάζογλου & η ιστορία της)

Οι δύο στήλες έσονται εις σάρκαν μίαν σήμερα για να αναφερθώ σε ένα άγνωστο και "αδικημένο" τραγούδι που ταυτόχρονα κρύβει πίσω του μια συγκλονιστική ιστορία, συνεχίζοντας τις αναφορές στην καλλιτεχνική πορεία του Νίκου Παπάζογλου.

Το τραγούδι και την ιστορία του μου τα αποκάλυψε η Tsipouraki, μια αναγνώστρια του blog που σχολίασε την προηγούμενη ανάρτηση και είχε την καλή διάθεση να επικοινωνήσει μαζί μου και να μου χαρίσει το υπέροχο (και σε απειροελάχιστους γνωστό) τραγούδι στο οποίο θα αναφερθούμε σήμερα. Την ευχαριστώ και από εδώ πάρα πάρα πολύ.

Η βρύση της Μυρσίνης

Μουσική: Κώστας Μπραβάκης
Στίχοι: Ποίημα του Νίκου Θ. Γαρεφαλάκη
Πρώτη εκτέλεση: Νίκος Παπάζογλου (αδισκογράφητη)
Άλλες εκτελέσεις: Κώστας Μπραβάκης (στο δίσκο "Η αγκαλιά της Μυρσίνης")

Μίλησε βρύση να μου πεις
πού πήγε το νερό σου
κι έχω δυο χρόνους να το δω
να στραφταλίζει ομπρός σου

Σε ποιο εγκρεμό γκρεμίζεται
ποια σου το πήραν ρυάκια
ποιος ποταμός ποια λαγκαδιά
ποια ριζιμιά χαράκια*;

Το καρτερούνε οι δεσπολιές**,
τα μήλα, τα λεμόνια
το καρτερούνε κι οι ρογδιές,
τα κίτρα τα κυδώνια

Κι εγώ γυρνώ ξαναγυρνώ
καθίζω στο μπεντένι***
κι όλο ξανοίγομαι να δω
νερό να ξαναβγαίνει

Να ξαναδώ τον κυνηγό
να πιεί να σπολλατίσει
να ξαναδώ τη Δεσποινιά
να ρθει για να γιομίσει


*χαράκια: μεγάλοι βράχοι
**δεσπολιές: μουσμουλιές
***μπεντένι: πέτρινο πεζούλι, έπαλξη, πολεμίστρα

Το τραγούδι το ακούς εδώ: http://www.youtube.com/watch?v=akE_vg8-Z58


Ο Νίκος Παπάζογλου και η μπάντα του, η περίφημη Λοξή Φάλαγγα, είχε αναπτύξει κατά τη δεκαετία του ’90 μια πολύ ιδιαίτερη σχέση με το χωριό Μυρσίνη της Κρήτης. Είναι γνωστό πως ο Παπάζογλου πήγαινε σε κάθε πιθανό και απίθανο μέρος της ελληνικής επαρχίας, πολλές φορές χωρίς να εξετάζει το οικονομικό, βοηθώντας μάλιστα πολλά από αυτά τα μέρη με διάφορους τρόπους. Με τη Μυρσίνη Σητείας ωστόσο τον έδεσαν πολλά πράγματα και η περίπτωση αυτή είναι ίσως η πιο χαρακτηριστική για την αμεσότητα, την απλότητα και τη γενναιοδωρία του καλλιτέχνη αυτού.

Όλα ξεκινούν όταν μια μικρή ομάδα νεολαίων της Μυρσίνης συστήνει έναν άτυπο σύλλογο φίλων Νίκου Παπάζογλου. Φτιάχνουν μάλιστα και καταστατικό με στιχάκια από τραγούδια του. Σκοπός του άτυπου αυτού συλλόγου είναι να φέρουν τον αγαπημένο τους καλλιτέχνη στο χωριό για να δώσει συναυλία. Το χιουμοριστικά φτιαγμένο καταστατικό φτάνει κάποτε στα χέρια του Παπάζογλου ο οποίος ενθουσιάζεται και αποφασίζει να κατέβει στη Μυρσίνη.

Η πρώτη ζωντανή εμφάνιση του Νίκου Παπάζογλου και της Λοξής Φάλαγγας στη Μυρσίνη γίνεται το 1992. Αν και οι άνθρωποι του χωριού είχαν φτιάξει με τα ίδια τους τα χέρια μία μεγάλη σκηνή, ο Παπάζογλου και οι μουσικοί του έπαιξαν τελικά στο έδαφος, στο κέντρο του χωριού, ανάμεσα σε πλήθος κόσμου που προσπαθούσε να δει με κάθε τρόπο. Η συναυλία μετατράπηκε σε γλέντι που κράτησε μέχρι το ξημέρωμα.

Έκτοτε, και για όλη τη δεκαετία του ’90, ο Παπάζογλου επισκεφτόταν σχεδόν κάθε χρόνο τη Μυρσίνη χτίζοντας με τους κατοίκους της μια πολύ ιδιαίτερη σχέση. Διάβασα κάπου ότι είχε φτάσει στο σημείο να ξέρει προσωπικά τους περισσότερους από αυτούς, ενώ βοήθησε ώστε να αποκτηθεί και να καθαριστεί ένας χώρος λίγο πιο έξω απ’το χωριό, όπου γίνονταν από ένα σημείο και έπειτα οι συναυλίες.

Το 1993, στη δεύτερη από τις επισκέψεις του στη Μυρσίνη, οι κάτοικοι δώρισαν στον ίδιο και στους μουσικούς του ένα βιβλίο με ποιήματα και την ιστορία του χωριού, του λαογράφου Νίκου Γαρεφαλάκη. Ο κιθαρίστας της τότε Λοξής Φάλαγγας Κώστας Μπραβάκης μελοποιεί ένα από τα ποιήματα αυτά, που αναφέρεται στο στέρεμα της βρύσης του χωριού.

Ο Μπραβάκης δίνει το τραγούδι στον Παπάζογλου ο οποίος το 1998, λίγο πριν τη συναυλία του στη Μυρσίνη, το ηχογραφεί εκεί. Η ζωντανή εκτέλεση που παρέθεσα παραπάνω είναι από τη συναυλία εκείνης της χρονιάς, όπου ο Νίκος τραγούδησε ζωντανά το κομμάτι σαν δώρο προς τους κατοίκους του χωριού. Λένε πως μετά τη δημιουργία του τραγουδιού η βρύση της Μυρσίνης έβγαλε και πάλι νερό...

Η αφίσα της συναυλίας του 1998 για... το νερό της Μυρσίνης


Ο Παπάζογλου δεν δισκογράφησε ποτέ αυτό το πολύ ομορφο κομμάτι. Έτσι έμεινε κρυμμένο και δεν έγινε ποτέ γνωστό. Το δισκογράφησε ωστόσο ο δημιουργός του, ο Κώστας Μπραβάκης, συμπεριλαμβάνοντάς το στο δίσκο του "Η αγκαλιά της Μυρσίνης" (AnoKato Records) στον οποίο συμμετέχει και η Μαρία Παπανικολάου.

________________________________________________________________
ΠΗΓΕΣ:
http://www.104fm.gr/ Σύνδεσμοςhttp://athens.indymedia.org/
http://www.youtube.com/
http://manoussakis.blogspot.com/
http://vlado-koev.net/video/akE_vg8-Z58/-.html

Ευχαριστώ και πάλι από καρδιάς την μπλογκο-φίλη Tsipouraki που μου αποκάλυψε το τραγούδι και πολλές απ’τις πληροφορίες γύρω από αυτό.

~~~
Όλες οι αναρτήσεις της στήλης "Κρυμμένα διαμάντια" εδώ
Όλες οι αναρτήσεις της στήλης "Τραγουδιών Ιστορίες" εδώ
~~~

Σάββατο 5 Μαρτίου 2011

Τραγουδιών Ιστορίες #5 - Η Αργυρώ της Αριστοτέλους

Τραγουδιών Ιστορίες
Κάθε τραγούδι κρύβει μια ιστορία. Πολλές φορές δεν είναι μόνο μία...
Ψάχνουμε να βρούμε "τι εννοεί ο ποιητής", πώς και με ποιά αφορμή γράφτηκε ένα τραγούδι, τι περιπέτειες πέρασε και αν τελικά "πίσω από τις λέξεις έρχεται ο Αλέξης"...


Οδός Αριστοτέλους

Μουσική: Γιάννης Σπανός
Στίχοι: Λευτέρης Παπαδόπουλος
Πρώτη εκτέλεση: Χάρις Αλεξίου
Δίσκος: Οδός Αριστοτέλους (1974)

Σάββατο κι απόβραδο και ασετυλίνη
στην Αριστοτέλους που γερνάς
έβγαζα απ' τις τσέπες μου φλούδες μανταρίνι
σου 'ριχνα στα μάτια να πονάς

Παίζαν οι μικρότεροι κλέφτες κι αστυνόμους
κι ήταν αρχηγός η Αργυρώ
και φωτιές ανάβανε στους απάνω δρόμους
τ' Άη Γιάννη θα 'τανε θαρρώ

Βγάζανε τα δίκοχα οι παλιοί φαντάροι
γέμιζ' η πλατεία από παιδιά
κι ήταν ένα πράσινο, πράσινο φεγγάρι
να σου μαχαιρώνει την καρδιά

Παίζαν οι μικρότεροι κλέφτες κι αστυνόμους
κι ήταν αρχηγός η Αργυρώ
και φωτιές ανάβανε στους απάνω δρόμους
τ' Άη Γιάννη θα 'τανε θαρρώ


Το ακούς εδώ: www.youtube.com/watch?v=5oDiFJCuvKE

«Η Αργυρώ...

Κάθε Σάββατο, κατεβαίνω στην παλιά μου γειτονιά εκεί, στην Πλατεία Κυριακού ... Κατέβηκα και χθες κι ας ήταν Παρασκευή. Κατέβηκα χθες σα να μ’ έσπρωχνε κάτι, προς τα παιδικά μου λημέρια. Και συνάντησα, στην τύχη, τη Φωτεινή, που μου πε για την Αργυρώ και με φαρμάκωσε ...

Θα ’χετε ακούσει, ίσως, κάποιο τραγούδι μου, με μουσική του Γιάννη Σπανού που ’χει τίτλο "Οδός Αριστοτέλους". Σ αυτό το τραγούδι, δυο στίχοι, λένε, "παίζαν οι μικρότεροι κλέφτες και αστυνόμους κι ήταν αρχηγός η Αργυρώ ...". Καιρός να πω, ότι η Αργυρώ, δεν γεννήθηκε στη φαντασία μου. Υπήρξε. Ήταν ένα κορίτσι της γειτονιάς μου.

Ήταν ένα κορίτσι, που ντυνόταν αγορίστικα, κι έκανε το λουστράκι, κείνα τα χρόνια της Κατοχής. Κάποιο πρωί, καθώς πήγαινε για δουλειά, τη χτύπησε ένα γερμανικό αυτοκίνητο και την ετραυμάτισε σοβαρά. Την πήγαν στο νοσοκομείο. Εκεί, αποκαλύφθηκε ότι το λουστράκι δεν ήταν αγόρι. Κι ο αυστριακός οδηγός, που τη χτύπησε συνταράχτηκε. Κι αποφάσισε, να σταθεί πλάι στην Αργυρώ και την οικογένειά της.

Ο Αυστριακός, το πε και το ‘κανε. Η Αργυρώ, έγινε καλά, μεγάλωσε, παντρεύτηκε. Μα τα δύσκολα τα μαρτυρικά χρόνια, που πέρασε, σαν παιδί, άφησαν στην ψυχή της, τα ίχνη τους. Κι η παλιά μου γειτονοπούλα κάποια στιγμή χτυπήθηκε απ’ την αρρώστια και κατέληξε, ψυχοπαθής, στο Δαφνί. Όπου, όπως με πληροφόρησε η Φωτεινή, πέθανε, πριν από μερικούς μήνες ...»
Λευτέρης Παπαδόπουλος

Το παραπάνω κείμενο δημοσιεύτηκε στη στήλη του Λ.Παπαδόπουλου στα Νέα, "Ματιές", καθώς και στο ομώνυμο βιβλίο του (εκδ. Κάκτος).

~~~
Όλες οι αναρτήσεις της στήλης "Τραγουδιών ιστορίες": κλικ

Σάββατο 20 Νοεμβρίου 2010

Τραγουδιών Ιστορίες #4 - Δύο τραγούδια του Ορφέα Περίδη

Τραγουδιών Ιστορίες
Κάθε τραγούδι κρύβει μια ιστορία. Πολλές φορές δεν είναι μόνο μία...
Ψάχνουμε να βρούμε "τι εννοεί ο ποιητής", πώς και με ποιά αφορμή γράφτηκε ένα τραγούδι, τι περιπέτειες πέρασε και αν τελικά "πίσω από τις λέξεις έρχεται ο Αλέξης"...



Για πού το ’βαλες καρδιά μου


Μουσική: Ορφέας Περίδης
Στίχοι: Νατάσσα Μεσσήνη - Ορφέας Περίδης
Πρώτη εκτέλεση: Ορφέας Περίδης
Άλλες εκτελέσεις: Γιάννης Κότσιρας, Βασίλης Καρράς, Παύλος Παυλίδης
Δισκογραφία: "Για πού το ’βαλες καρδιά μου" (1999), "Γιάννης Κότσιρας Live" (2002), "Οπως παλιά" (2009), "Ορφέας Περίδης - Live και με τους φίλους του" (2009)

Για πού το βαλες καρδιά μου μ' ανοιχτά πανιά
για ποια πέλαγα ουράνια άστρα μαγικά
για πού το βαλες καρδιά μου μ' ανοιχτά πανιά

Για ποια μακρινή πατρίδα έρμη ξενητειά
θάλασσα ουρανός μ' αστέρια πουθενά στεριά
για πού το βαλες καρδιά μου μ' ανοιχτά πανιά

Ποια αγάπη ποιο λιμάνι ποια παρηγοριά
θα ’χεις αγκαλιά το κύμα χάδι το νοτιά
για πού το βαλες καρδιά μου μ' ανοιχτά πανιά


www.youtube.com/watch?v=OBMeGzdDBZY


Αν και οι περισσότεροι νομίζουν ότι αναφέρεται στο θάνατο κάποιου αγαπημένου προσώπου, το τραγούδι γράφτηκε για άλλο λόγο...

«Το “Για πού το ’βαλες καρδιά μου” ήταν ένα κομμάτι που “συνόδευσε” τα ρεπορτάζ για το θάνατο του Αλέξη Γρηγορόπουλου. Προφανώς, επειδή μιλά για “πέλαγα ουράνια κι άστρα μαγικά”. Αυτή η χρήση του δεν με συγκινεί περισσότερο από το ίδιο το γεγονός. Εχω ξαναζήσει κάτι παρόμοιο με τη Μαλβίνα Κάραλη. Οσοι ήξεραν ότι αγαπούσε πολύ αυτό το τραγούδι το χρησιμοποίησαν για να ντύσουν μουσικά ρεπορτάζ που την αφορούσαν. Εγώ, πάντως, όταν το έγραφα δεν πενθούσα, αλλά τελικά ο κόσμος δεν λαθεύει. Η πραγματική ιστορία πίσω από αυτό το κομμάτι είναι πως τους στίχους τους έγραψα παρέα με μια φίλη που ήθελε να το αφιερώσει στον άντρα της που ήταν ναυτικός και της έλειπε.»
(Από συνέντευξη του Ορφέα Περίδη στην Ελευθεροτυπία, 3/2009)


~~~

Κυψέλη

Μουσική - Στίχοι: Ορφέας Περίδης
Πρώτη εκτέλεση: Ορφέας Περίδης
Δίσκος: "Live και με τους φίλους του" (2009)

Στο καφενείο στην Κυψέλη
ανταμώσανε τα μέλη
ούζο, τσιγάρο, τέλη Σεπτεμβρη
βαθύ ποτάμι, Φωκίωνος Νέγρη.

Το λένε και είναι απαρτία
όλα σε σπρώχνουν στην αμαρτία
όλοι εργένηδες κι όλοι θλιμμένοι
μες στη πλατεία, στην οικουμένη.

Γύπες πετάνε στα Τουρκοβούνια
τώρα ανθίζει η νέα κομμούνα
Αχμέτ, Χασάν, Αλί, Τσεντάι
η επανάσταση αρχινάει.

Θα ’ν’ ο Κανάρης, θα ’ν’ο Καρόρης
ο Εγγονόπουλος, ο Καραντώνης
ο Γιαννακάς θα’ναι ο Άλκης
θα’ναι κι ο Χρήστος ο Ασημάκης.

Στο καφενείο στην Κυψέλη

ανταμώσανε τα μέλη.



Το τραγούδι αυτό για έναν τουλάχιστον χρόνο το άκουγα καθημερινά. Το είχα πρώτο-πρώτο στο mp3 μου και με συνόδευε στις διαδρομές μου με το μετρό. Θα σου ξαναμιλήσω γι’αυτό, να ξέρεις! Θα στο κοτσάρω και στα "αδικημένα" κάποια στιγμή γιατί με κέρδισε απ’την πρώτη ακρόαση και λυπάμαι που έχει περάσει σχεδόν απαρατήρητο...

Κάποια στιγμή αναρωτήθηκα και τι σημαίνουν οι φαινομενικά περίεργοι στίχοι του. Πάμε να δούμε τι λέει ο ίδιος ο Ορφέας Περίδης σε μια συνέντευξή του στον Γιάννη Θ. Πετρίδη (Δίφωνο, τ.161, 5/2009):


«Γιατί η Κυψέλη; Τυχαία, από μια διήγηση ενός φίλου. (...) Γίνονταν πάλι φασαρίες στην Αθήνα γύρω στη δεκαετία του ’80. Μια παρέα ανένταχτων πολιτικά βρέθηκαν στην Κυψέλη - άγνωστο πώς - και ανέλυαν τα γεγονότα σ’ένα καφενείο (Στο καφενείο στην Κυψέλη / ανταμώσανε τα μέλη). Η απόφαση ελήφθη. Έφεραν πολιτική ευθύνη. Η συνείδησή τους δεν τους επέτρεπε να μείνουν στο περιθώριο, απαθείς. Σηκώθηκαν, αλλά συντελούντος και του ούζου, τα πόδια κάποιων είχαν βαρύνει (ούζο, τσιγάρο, τέλη Σεπτέμβρη). Ευχήθηκε τότε ένας η Φωκίωνος Νέγρη να ήταν ποτάμι και να τους μετέφεραν βάρκες στην καρδιά των γεγονότων (βαθύ ποτάμι Φωκίωνος Νέγρη). Όπως κατάλαβες, η τόσο "συνειδητή" παρέα ήθελε, αλλά δεν μπορούσε... (Το λένε κι είναι απαρτία / όλα σε σπρώχνουν στην αμαρτία). Δεν είχε δυνάμεις. Δεν θα κατάφερνε να προσθέσει τίποτα στον παλμό των κινητοποιήσεων. Αυτή η ασήμαντη ιστορία μού επεφύλασσε μια έκπληξη. Έμαθα αργότερα πως η Φωκίωνος Νέγρη ήταν κάποτε ρέμα.»

Αυτά διηγείται ο Ορφέας Περίδης για το τραγούδι. Τα ονόματα της τελευταίας στροφής (Εγγονόπουλος κλπ) προφανώς και δεν αποτελούν την παρέα της πραγματικής ιστορίας, αλλά πιθανόν να τα επέλεξε ο δημιουργός επειδή ήταν με τον έναν ή τον άλλο τρόπο άνθρωποι του πνεύματος και είχαν κάποια σχέση με την Κυψέλη.

Εντύπωση μου προκάλεσε η αναφορά στον Άλκη Γιαννακά. Αν πρόκειται για τον ηθοποιό Γιαννακά, μιλάμε για έναν... χολιγουντιανών προδιαγραφών Έλληνα που δεν εκμεταλλεύτηκε, όσο θα μπορούσε, τη λάμψη του. Ίσως τον θυμάσαι από την ταινία "Η σωφερίνα" όπου υποδύεται τον - ονόματι Πάκη! - δικηγόρο και μνηστήρα της Καίτης Λαμπροπούλου (κλικ στο 0.30 & στο 3.20 και κλακ). Έπαιξε σε λίγες ταινίες (φιλμογραφία εδώ) και σήμερα είναι ελάχιστα γνωστός, ενώ είναι σχεδόν αδύνατο να ανακαλύψεις τι απέγινε.


Δεν ξέρω αν η συμμετοχή του στην ταινία "Το ρεμάλι της Φωκίωνος Νέγρη" (φράση που έχει επιβιώσει μέχρι τις μέρες μας...) έπαιξε ρόλο στο να τον συμπεριλάβει ο Περίδης στη μυθοπλασία του τραγούδιού του. Το βρίσκω πολύ πιθανό. Η ταινία αυτή μίλαγε για την Κυψέλη και ειδικά για τη Φωκίωνος Νέγρη που τη δεκαετία του ’6ο ήταν κατά κάποιο τρόπο το μέρος στο οποίο "ξέδιναν" οι νέοι, πράγμα που έφτανε για να χαρακτηρίζονται "ρεμάλια".

Σε κούρασα, αλλά θέλω να πω και κάτι άλλο που ανακάλυψα τυχαία ψάχνοντας στοιχεία για την ιστορία του τραγουδιού. Ο στίχος "γύπες πετάνε στα Τουρκοβούνια / τώρα ανθίζει η νέα Κομμούνα" μοιάζει παράταιρος. Κι όμως έχει απόλυτη σχέση με το θέμα του τραγουδιού: Η ονομασία Κυψέλη προήλθε από το Γυψέλη, εξαιτίας των αρπακτικών πουλιών που πετούσαν πάνω από τα Τουρκοβούνια!

Όσο για τις αναφορές σε επανάσταση και σε ονόματα όπως Αχμέτ και Χασάν, είναι ανοιχτά σε ερμηνείες... Προσωπικά τα βλέπω ως σύνδεση της παλιάς ιστορίας που διηγείται το τραγούδι με το σήμερα της Κυψέλης με τους χιλιάδες μετανάστες που είναι αντικείμενο της πιο άθλιας εκμετάλλευσης... (άρα και απόλυτα δικαιολογημένοι να επαναστατήσουν)...

~~~
Όλες οι αναρτήσεις της στήλης "Τραγουδιών ιστορίες": κλικ

Κυριακή 12 Σεπτεμβρίου 2010

Τραγουδιών Ιστορίες #3 - Το "Α.Μάνθος" του Θ. Παπακωνσταντίνου



Α.Μάνθος

Μουσική: Θανάσης Παπακωνσταντίνου
Στίχοι: Ποίημα του Χρήστου Μπράβου - Διασκευή Θ.Παπακωνσταντίνου
Πρώτη εκτέλεση: Θανάσης Παπακωνσταντίνου
Δισκογραφία: "Βραχνός Προφήτης" (2000), Θ.Παπακωνσταντίνου και οι Λαϊκεδέλικα: "Τα ζωντανά" (2004)

"Όπου, στα 1923 ο επικυρηγμένος Θωμάς Γκαντάρας ο ληστής,
αποφασίζει να φωτογραφηθεί..."

Ο φωτογράφος των Τρικάλων
Α.
Μάνθος
έπαιρνε νύχτα τα στενά
γυρνώντας σπίτι του

Τους γάμους θα σκεφτότανε
αλλά και τους θανάτους
που εκράτησε παντοτινά
στο ακριβό χαρτί


Μα πιο πολύ θυμότανε το
βράδυ του Αυγούστου
που πόρτες έκλεισε βαριά,
έλυσε τα σκυλιά

Κλέφτης μην έρθει κι έπεσε
για του δικαίου τον ύπνο
κλέφτης μην έρθει κι έπεσε
όπως κάθε φορά


Μήτε που άκουσε σκυλί,
θυρόφυλλο να τρίζει
και απ' το φεγγίτη της σκεπής
τον είδε να γλιστρά

Από την Άκρη Άγγελος,
στα δόντια το μαχαίρι

Άγγελος, Εξάγγελος,
μας ήρθε από μακριά


Από το "Βραχνό Προφήτη": www.youtube.com/watch?v=n4GZfF88tS4
Από "Τα ζωντανά": www.youtube.com/watch?v=v5a7K0HVkAw

~~~
Το τραγούδι περιγράφει μία πραγματική ιστορία. Πράγματι, ένα βράδυ του 1923 ο επικυρηγμένος ληστής Θωμάς Γκαντάρας, αφού φόρεσε τη φουστανέλα και τα ασημένια τσαπράζια του, πήγε κρυφά στο σπίτι του περίφημου τρικαλινού φωτογράφου Αθανάσιου Μάνθου. Μπήκε απ'τη στέγη και τον ξύπνησε προκειμένου να τον φωτογραφίσει με τη συμμορία του, πιθανώς επειδή πίστευαν ότι το τέλος πλησιάζει. Και πραγματικά, λίγο καιρό μετά την παρακάτω φωτογραφία, ο Γκαντάρας σκοτώθηκε...



Αριστερά ο Περικλής Παπαγεωργίου (που λέγεται ότι ήταν "σταρ" ληστής, αφού τον είχαν ερωτευτεί όλες οι γυναίκες της επαρχίας!) και δεξιά ο Θωμάς Γκαντάρας

Οι αφοι Παπαγεωργίου, ο Ελευθέριος Πλάτανος και ο Θωμάς Γκαντάρας (πηγή)

~~~
Ο Θωμάς Γκαντάρας, αποκαλούμενος και "Μαύρος Λήσταρχος", καταγόταν από την Άκρη Ελασσόνος (..."από την Άκρη Άγγελος, στα δόντια το μαχαίρι"...) . Είχε λιποτακτήσει απ'το στρατό και βγήκε στο βουνό το 1918 με σκοπό να σκοτώσει έναν τσιφλικά που είχε βιάσει τη γυναίκα του. Έδρασε κυρίως στην περιοχή των Χασίων (βουνά ΒΔ της Καλαμπάκας). Το κεφάλι του επικηρύχθηκε το 1922 με το ποσό των 40.000. Σκοτώθηκε στις 5 Αυγούστου 1923 στη θέση Οξιά της Δεσκάτης Γρεβενών, κοντά στο Μαυρέλι. Το κεφάλι του κόπηκε και εκτέθηκε σε κοινή θέα στην Καλαμπάκα για παραδειγματισμό.

~~~
Πολλές φορές στα live του, ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου ξεκινά το τραγούδι με την εξής απαγγελία:

Από τα υψίπεδα του Κιλκίς, κοντά στη λίμνη της Δοϊράνης, ο ακούραστος και ακαταμάχητος ανθυπαστυνόμος Ιωάννης Πετράκης, μετά από απηνή μεν, μάταια δε, καταδίωξη των ληστάρχων στις 7 Απριλίου του 1923 γύρισε στο Κιλκίς και έστειλε την εξής αναφορά: "Λαμπυριζούσης και σελαγιζούσης της σελήνης παρά την λίμνην της Δοϊράνης, εωράκαμεν τους ληστάς. Κράζων δε προς αυτούς 'Σταθείτε, ρε πούστηδες γαμώ το σταυρό σας' και αυτών απαντησάντων 'Κλάστε μας τα αρχίδια', ούτοι απέδρασαν."

Η παραπάνω αναφορά είναι απολύτως πραγματική!

~~~
Ο Αθανάσιος Μάνθος, όπως ήδη είπαμε, είναι επίσης υπαρκτό πρόσωπο. Ήταν ο πρώτος φωτογράφος των Τρικάλων, ξακουστός στην εποχή του. Ξεκίνησε το 1919 και δούλεψε στο διάσημο φωτογραφείο του έως και το 1960 που έφυγε από τη ζωή. Μάλιστα ο συνονόματος εγγονός του συνεχίζει την επαγγελματική παράδοση της οικογένειας στα Τρίκαλα μέχρι και σήμερα.
~~~

Στην πρώτη εκτέλεση του τραγουδιού, όπως αποτυπώνεται στο δίσκο "Βραχνός Προφήτης", την εισαγωγή του κομματιού απαγγέλλει ο Θανάσης Γκαντάρας, απόγονος του ληστή και μακρινός συγγενής του ίδιου του Θανάση Παπακωνσταντίνου!

~~~
Η φωτογραφία έγινε έμπνευση για το ποίημα του Χρήστου Μπράβου. Το ποίημα έγινε έμπνευση για τραγούδι. Το τραγούδι αποκάλυψε την ιστορία για τον Γκαντάρα. Το τραγούδι και η ιστορία που κουβαλά έγιναν αφορμή για ταινία μικρού μήκους!

~~~
Δημοτικά τραγούδια για τον Θωμά Γκαντάρα: κλικ και κλακ


~~~
Όλες οι αναρτήσεις της στήλης "Τραγουδιών ιστορίες": κλικ

Πέμπτη 22 Ιουλίου 2010

Τραγουδιών Ιστορίες #2 - Δύο τραγούδια του Αλκίνοου Ιωαννίδη

Όνειρο ήτανε

Μουσική-Στίχοι-Πρώτη εκτέλεση: Αλκίνοος Ιωαννίδης
Άλλες εκτελέσεις: Χάρις Αλεξίου
Δισκογραφία: "Ανεμοδείκτης" (1999), "Αλεξίου-Μάλαμας-Ιωαννίδης. Λυκαβηττός Live" (2007)

Ο ουρανός ανάβει τα φώτα
τίποτα πια δεν θα 'ναι όπως πρώτα
Ξημέρωσε πάλι

Ξυπνάω στο φως τα μάτια ανοίγω
για λίγο νεκρός χαμένος για λίγο
Ξημέρωσε πάλι

Κι έχεις χαθεί μαζί με τον ύπνο
μαζί με του ονείρου τον πολύχρωμο κύκνο
Μην ξημερώνεις ουρανέ

Άδεια η ψυχή μου το δωμάτιο άδειο
κι από τo όνειρό μου ακούω καθάριο
Το λυγμό σου να λέει όνειρο ήτανε, όνειρο ήτανε

Θα ξαναρθείς μόλις νυχτώσει
και τ' όνειρο πάλι την αλήθεια θα σώσει
Θα 'μαι κοντά σου

Μόνο εκεί σε βλέπω καλή μου
εκεί ζυγώνεις κι ακουμπάς τη ψυχή μου
Με τα φτερά σου

Μα το πρωί χάνεσαι φεύγεις
ανοίγω τα μάτια κι αμέσως πεθαίνεις
Μην ξημερώνεις ουρανέ

Άδεια η ψυχή μου το δωμάτιο άδειο
κι από τo όνειρό μου ακούω καθάριο
Το λυγμό σου να λέει όνειρο ήτανε, όνειρο ήτανε


"Ένας φίλος μου υπήρξε ερωτευμένος για μεγάλο διάστημα με μια κοπέλα, την οποία έβλεπε μόνο στον ύπνο του. Στον ξύπνιο δεν την είχε συναντήσει ποτέ. Παρ' όλα αυτά είχαν μια κανονική ερωτική ιστορία, με τα πάνω και τα κάτω, με τις χαρές και τις λύπες. Από καιρού εις καιρό τον έβλεπα και εκείνος μου έλεγε: ‘Ξέρεις, την ξαναείδα, μου είπε αυτό, εγώ της είπα το άλλο, συνέβη εκείνο, έγινε τούτο’. Μια μέρα, ένα βράδυ μάλλον, ενώ κοιμόταν πάλι, ήρθε ξανά στον ύπνο του η κοπέλα, κλαίγοντας αυτή τη φορά και του είπε ότι δεν θα την ξανάβλεπε... Και πράγματι έκτοτε δεν την ξαναείδε. Αυτή η ιστορία κρύβεται πίσω από το τραγούδι..."


Καθρέφτης

Μουσική-Στίχοι-Πρώτη εκτέλεση: Αλκίνοος Ιωαννίδης
Δισκογραφία: "Ο δρόμος, ο χρόνος και ο πόνος" (1997), "Εκτός τόπου και χρόνου" (2000)

Μια μέρα ήρθε στο χωριό γυναίκα ταραντούλα
κι όλοι τρέξαν να τη δουν.
άλλος της πέταξε ψωμί
κι άλλοι της ρίξαν πέτρα
απ' την ασχήμια να σωθούν.

Κι ένα παιδί της χάρισε ένα κόκκινο λουλούδι,
ένα παιδί
Ένα παιδί της ζήτησε να πει ένα τραγούδι,
ένα παιδί

Κι είπε ποτέ σου μην τους πεις
τι άσχημοι που μοιάζουν,
αυτοί που σε σιχαίνονται
μα στέκουν και κοιτάζουν.

Κι είπε ποτέ σου μην κοιτάς
τον άλλον μες τα μάτια,
γιατί καθρέφτης γίνεσαι
κι όλοι σε σπαν' κομμάτια.

Μια μέρα ήρθε στο χωριό
άγγελος πληγωμένος.
Τον φέρανε σε ένα κλουβί
κι έκοβε εισιτήριο ο κόσμος αγριεμένος,
την ομορφιά του για να δει.

Κι ένα παιδί σαν δάκρυ ωραίο αγγελούδι,
ένα παιδί
Ένα παιδί του ζήτησε να πει ένα τραγούδι,
ένα παιδί

Κι είπε αν θέλεις να σωθείς
από την ομορφιά σου,
πάρε τσεκούρι και σπαθί
και κόψε τα φτερά σου.

Κι είπε ποτέ σου μην κοιτάς
τον άλλο μες τα μάτια,
γιατί καθρέφτης γίνεσαι
κι όλοι σε σπαν' κομμάτια.


"Πριν από αρκετά χρόνια ζούσα σε ένα διαμέρισμα στο Βύρωνα. Ήμουν κρυωμένος, με πολύ πυρετό και έμεινα στο κρεβάτι για μέρες. Δεν άντεχα άλλο να ξαπλώνω άπραγος. Προσπάθησα λοιπόν να διαβάσω κάτι, αν και ήταν πάρα πολύ δύσκολο. Διάβασα ένα διήγημα του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, ένα νεανικό του διήγημα που λεγόταν ‘Ένας πολύ γέρος κύριος με τεράστια φτερά’. Αυτό που κατάλαβα διαβάζοντας το διήγημα, μέσα στον πυρετό μου, ήταν πως όταν δούμε κάτι το εξαιρετικά ωραίο ή κάτι το εξαιρετκά άσχημο το μισούμε και το πετροβολάμε γιατί εκεί αναγνωρίζουμε ένα μέρος του εαυτού μας που δεν θέλουμε να ξερουμε ότι υπάρχει. Αργότερα έγινα καλά βέβαια, ξαναδιάβασα το διήγημα και κατάλαβα ότι για άλλα πράγματα μιλούσε... Ήδη όμως είχα γράψει το τραγούδι και έτσι έμεινε."

~~~
Πηγή
Πηγή της πηγής, η εκπομπή του Δεύτερου Προγράμματος της ΕΡΑ "Ένα τραγούδι και η ιστορία του" επιμέλειας Σπύρου Οικονομάκου.
Σημείωση: Οι εξιστορίσεις είναι του ίδιου του Αλκίνοου Ιωαννίδη και έγιναν στην παραπάνω εκπομπή. Τα λόγια ΔΕΝ ειπώθηκαν ακριβώς έτσι (δεν είναι ακριβής απομαγνητοφώνηση) αλλά δεν έχει αλλάξει κάτι ουσιαστικό από το νόημα των ιστοριών. Απλά μου φάνηκε γελοίο να τις βάλω σε γ’ πρόσωπο.

~~~

Όλες οι αναρτήσεις της στήλης "Τραγουδιών Ιστορίες" εδώ

Κυριακή 18 Απριλίου 2010

Τραγουδιών ιστορίες #1: "Το πολλαπλό σου είδωλο" & "Από το πάρκο στη Μυροβόλο" - Χειμερινοί Κολυμβητές

Το πολλαπλό σου είδωλο

Μουσική-Στίχοι: Αργύρης Μπακιρτζής (Χειμερινοί Κολυμβητές)
Πρώτη εκτέλεση: Αργύρης Μπακιρτζής (Χειμερινοί Κολυμβητές)
Άλλες ερμηνείες: Γιώργος Νταλάρας
Δισκογραφία: "Χειμερινοί Κολυμβητές" (1981), "Ζωντανή ηχογράφηση στο Αττικόν" (1991)

Ἦρθες κι ἀπόψε ξαφνικὰ
γιὰ λίγα χάδια καὶ φιλιὰ
καὶ χάθηκες στὴ νύχτα.
Σ᾿ αὐτὸν τὸν κρύο τὸν καιρό,
μέσα στὸ σπίτι μοναχός,
διαβάζω, τραγουδάω.
Κι ἐνῷ ἀκούω τὸ χιονιᾶ,
τὸ πολλαπλό σου εἴδωλο
στὰ κρύσταλλα κοιτάζω.

Θέλεις; - Θέλω πάντα.
Ἔχεις κέφι; - Ἔχω πάντα.
Ἴσως ἔρθω... - Ἔλ᾿ ἀμέσως, μωρό μου.
Δὲ θέλω. - Μὴν ἔρθεις.
Δὲν ἔχω κέφι. - Μὴν ἔρθεις.
Ἴσως ἔρθω. - Μὴν περάσεις, μωρό μου.

Συχνάζεις στὸ «Μικρὸ καφὲ» κι ἐγὼ στὴ «Μυροβόλο»,
ἔτσι ποὺ ὅσο κι ἂν θέλουμε, ποτὲς δὲ θὰ ἰδωθοῦμε.

Ἐγὼ ξυπνάω ἀπ᾿ τὶς ἑφτά, ἐσὺ τὸ μεσημέρι
κι ὅταν τινάζω τὰ χαλιά, στὸ βόλεϊ πάντα τρέχεις.

Στὴν πὰμπ πηγαίνεις στὶς ἐννιά, ἐγὼ ἕντεκα μὲ μία,
ἔτσι ποὺ ὅσο κι ἂν θέλουμε, ποτὲς δὲ θὰ ἰδωθοῦμε.

Μὰ ποὺ θὰ πάει ὁ καιρὸς κι οἱ βουλισμένοι χρόνοι,
θὲ νά ῾ρθει κάποιο σούρουπο, ξανὰ ν᾿ ἀνταμωθοῦμε.








Από διηγήσεις του Αργύρη Μπακιρτζή:

Το πολλαπλό σου είδωλο
(...)«Η ιστορία της πρώτης εγγραφής του έχει πολύ ενδιαφέρον. Την πρώτη πλευρά του πρώτου μας δίσκου, την είχαμε γράψει σε διάστημα ενός μηνός περίπου, ενώ τη δεύτερη δεν προλάβαμε. Ενδιάμεσα αλλάξαμε κιθαρίστα, ο Παπάζογλου δεν είχε κονσόλα για να μας ηχογραφήσει κι έτσι καθυστερούσαμε πάνω από έξι μήνες να ολοκληρώσουμε το δίσκο. Ένα μεσημέρι παίρνει τηλέφωνο ο Παπάζογλου και μας λέει ότι βρήκε κονσόλα για μερικές ώρες, από μια άλλη ηχογράφηση που είχε τελειώσει πιο γρήγορα. Πήγαμε στο στούντιο και η δεύτερη πλευρά γράφτηκε όλη σε ένα απόγευμα, σε τρεις ώρες! Το τραγούδι αυτό το είχαμε αφήσει τελευταίο, επειδή είναι αρκετά δύσκολο για τη φωνή μου, ανεβαίνει πολύ ψηλά προς το τέλος. Το παίξαμε μια φορά, δεν μου άρεσε και είπα στον Παπάζογλου να το ξαναγράψουμε. Εκείνος είχε ένα ραντεβού, μάλλον με καμιά κοπέλα, και βιαζόταν, οπότε εξοργίστηκε και μίλησε άπρεπα. Ένοιωσα πολύ άσχημα. Ή έπρεπε να μαλώσω και να μη γίνει ο δίσκος, ή να σκύψω το κεφάλι και να το αφήσω να περάσει. Δεν ήξερα τι να κάνω. Οπότε, εκείνη ακριβώς τη στιγμή, η κοπέλα για την οποία είχα γράψει το τραγούδι και με την οποία είχα χαθεί , ως από μηχανής θεός, κατέβαινε τις σκάλες του στούντιο στο βάθος. Μόλις την είδα ξεχάστηκα και γράφτηκε η πολύ ωραία, συγκρατημένα δραματική, εκτέλεση του δίσκου.

Το τραγούδι μιλά για το σπίτι μου στην 7ης Μεραρχίας, ένα από τα τέσσερα που έχω αλλάξει σε 27 χρόνια στην Καβάλα. Ο στίχος "...το πολλαπλό σου είδωλο, στα κρύσταλλα κοιτάζω" αναφέρεται στα κρύσταλλα με κατακόρυφες λωρίδες, που πολλαπλασιάζουν τις σκιές, της εξώπορτας του διαμερίσματος. Ακόμη χρησιμοποίησα λέξεις και εκφράσεις που είχε πει εκείνη: "θέλεις, θέλω πάντα, έχεις κέφι, έχω πάντα, έλα απόψε, μην περάσεις, μωρό μου, δε θέλω, μην έρθεις, δεν έχω κέφι, μην έρθεις, ίσως έρθω, μην περάσεις, μωρό μου". Με το στίχο "συχνάζεις στο Μικρό Καφέ κι εγώ στη Μυροβόλο" γίνεται μια αντιπαράθεση ανάμεσα στα δυο αυτά στέκια της Καβάλας. Το Μικρό Καφέ ήταν, κατά κάποιο τρόπο, πιο σινιέ, κι εκεί σύχναζαν κυριλέ, της πλάκας κυριλέ, τύποι, ενώ οι θαμώνες της Μυροβόλου ήταν, θα έλεγα, πιο αδέσμευτοι μέχρι οριακά φρικιά. Το τραγούδι περιγράφει επακριβώς αληθινές καταστάσεις. Ο στίχος "στην παμπ πηγαίνεις στις εννιά" αναφέρεται στο παλιό μπαράκι του Σαλαβάτη στη Βενιζέλου, το Vanitas, στο οποίο πήγαινα κάπου-κάπου (ένα από τα ελάχιστα μαγαζιά της Καβάλας, στα οποία σύχναζα).»

Από το πάρκο στη Μυροβόλο

Μουσική - Στίχοι: Αργύρης Μπακιρτζής (Χειμερινοί Κολυμβητές)
Πρώτη εκτέλεση: Αργύρης Μπακιρτζής - Κώστας Σιδέρης - Ισίδωρος Παπαδάμου (Χειμερινοί Κολυμβητές)
Δίσκος: "Από το πάρκο στη Μυροβόλο" (1985)

Από το πάρκο στη Μυροβόλο
Το μηχανάκι αστράφτει στον ήλιο
Αντανακλά το χαμόγελό σου
Και με διαλύει στο φως

Τα αχτένιστα μαλλιά σου καλέ μου
Χτες ήταν καλοχτενισμένα
- δείχναν πως θα παχύνεις
κι οι μπότες που δεν φοράς ποτέ σου
είχανε γίνει σύμβολο

Ένα φιλάκι δεν είναι δράμα
μη το παιδεύεις με τόσες ιδέες
κι έτσι από δράμα σε δράμα ξεπέφτεις
και επανάσταση πάλι ζητάς

πες στου μπαμπά σου όποιος σε φιλάει
να μη φοράει τα μαύρα γυαλιά
γιατί σκιάζουν τα ωραία σου μάτια
και μες στην σκιά τους τούς άλλους κοιτάς

Από το πάρκο στη Μυροβόλο
Το μηχανάκι αστράφτει στον ήλιο
Αντανακλά το χαμόγελό σου
Και με εκτινάσσει στο φως



Από το πάρκο στη Μυροβόλο
«Συμπληρωματικό του προηγούμενου, για τη διαδρομή από το πάρκο, με το γήπεδο του βόλεϊ, μέχρι τη Μυροβόλο, όπου σύχναζα, και η ηρωϊδα ερχόταν ή ήλπιζα να έλθει να με συναντήσει. Το τραγούδι αυτό στάθηκε η αφορμή της συνεργασίας μας με τη Μπάντα της Φλώρινας. Ψάχναμε να βρούμε μια μπάντα και μας είπαν ότι κάπου στην Κοζάνη ζει ο μάγος του κλαρίνου Χάρι Τζέιμς. ΄Επαθα πλάκα. "Ποιος είναι αυτός ο Χάρι Τζέιμς;" ρώτησα παντού. Τελικά ήταν ένας ντόπιος, τσιγγάνος που είχε πάει στην Αμερική και γύρισε μ' αυτό το ψευδώνυμο. Έπαιζε κλαρίνο, σπουδαίος μουσικός, αλλά δεν μπόρεσα να τον βρω. Μετά φτιάξαμε μια μπάντα με καθηγητές από ωδεία της Θεσσαλονίκης, αλλά το αποτέλεσμα ήταν μάλλον τυπικό και σφιγμένο, ενώ από παλιά ονειρευόμουνα μια μπάντα λαϊκή που θα έπαιζε πολύ ελεύθερα. Τη βρήκαμε στη Φλώρινα, μετά από ένα επεισοδιακό ταξίδι, όπου η παλιά Μερσεντές μου 170S, του 1949, τα έφτυσε στην τελευταία ανηφοριά, στο πρόσωπο του Τάσου το Βαλκάνη, "άρχοντα" της Δυτικής Μακεδονίας στο κλαρίνο, και στη μπάντα του. Η συνάντηση και η συνεργασία μαζί τους μας χάρισαν αξέχαστες στιγμές και μια βαθιά φιλία.»

Αργύρης Μπακιρτζής