Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα τεχνες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα τεχνες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

17 Φεβρουαρίου, 2023

Γιώργος Δουατζής: «Πώς Ξεκίνησα να Ζωγραφίζω, ενώ δεν Είχα Πιάσει Ποτέ Πινέλο»

Η έκθεση έργων μου στην γκαλερί Περιτεχνών Καρτέρης, είναι αποτέλεσμα της έντονης παρότρυνσης φίλων ζωγράφων και ιστορικών τέχνης. Δεν είχα διανοηθεί ποτέ να κάνω μία εκθεση ζωγραφικής.

Ήταν καλοκαίρι του 2019 στις διακοπές στο Ρέθυμνο, που η γυναίκα μου Χρυσοξένη έφερε από ένα πολυκατάστημα ένα σετ από μικρά σωληνάρια με ακρυλικά χρώματα και τέσσερα-πέντε μικρά τελάρα με καμβά «για να παίξουμε με τα χρώματα». Πού να ξέραμε κι οι δυό ότι εκεί άρχιζε για μένα μια μεγάλη όμορφη περιπέτεια.

«Τέλος του 2022 μέτρησα ξαφνιασμένος 450 πίνακες και δεν πίστευα ότι βγήκαν από τα χέρια μου».

Με την επιστροφή στην Αθήνα αγόρασα μεγαλύτερα σωληνάρια με χρώματα και μικρά τελάρα 40Χ30 εκατοστών δειλά στην αρχή. Ακολούθησαν μεγαλύτερα τελάρα και με την προτροπή φίλου μου ζωγράφου ακόμα μεγαλύτερα 130Χ100 εκατοστών. Μετέτρεψα ένα καλοφωτισμένο δωμάτιο σε εργαστήρι, ένωσα δύο μεγάλα τραπέζια να ακουμπάω τα τελάρα, προστέθηκαν, δύο καβαλέτα άπλωσα μια παλιά μοκέτα στο πάτωμα και άρχισαν να σωρεύονται τα έργα ζωγραφικής. Τέλος του 2022 μέτρησα ξαφνιασμένος 450 πίνακες και δεν πίστευα ότι βγήκαν από τα χέρια μου.


«Δεν είχα πιάσει ποτέ στη ζωή μου πινέλο, δεν είχα ιδέα για τον χειρισμό των χρωμάτων, δεν ξέρω σχέδιο και παρά ταύτα τόλμησα συνθέσεις αφηρημένες».

Στην αρχή δεν έλεγα σε κανέναν ότι ζωγραφίζω. Ντρεπόμουν, γιατί έμπαινα στα χωράφια μιας τέχνης για την οποία πάντα ένιωθα δέος. Το ίδιο έκανα και με την ποίηση. Τόλμησα να πω τη λέξη ποιητής και τα γραπτά μου ποιήματα στην ηλικία των πενήντα, παρότι έγραφα συστηματικά από τα δεκατρία μου. Αυτή η υπερβολική σεμνότητα ή ταπεινότητα πάντα έχει δύο όψεις. Η μία είναι ακριβώς της ταπεινότητας μπροστά στο μέγεθος αυτού που αποπειράσαι και η άλλη μπορεί να εκληφθεί από τους άλλους ως έλλειψη αυτοεκτίμησης. Η ισορροπία ανάμεσά τους είναι η σωτήρια οδός, νομίζω, για να μην παρασυρθείς στο λεγόμενο «καβάλημα του καλαμιού».

Δεν είχα πιάσει ποτέ στη ζωή μου πινέλο, δεν είχα ιδέα για τον χειρισμό των χρωμάτων, δεν ξέρω σχέδιο και παρά ταύτα τόλμησα συνθέσεις αφηρημένες, δοκιμάζοντας και προχωρώντας μόνος μου σε κάθε λογής ανακαλύψεις. Να, όπως πώς διαλύεις ένα χρώμα, με πόσο νερό, με ποιο πινέλο στρώνει το χρώμα, ποια χρώματα αναμειγνύονται για να δώσουν τι, πώς δουλεύεται η σπάτουλα και πολλά άλλα.

Συμφωνία σε μαύρο 18.

«Στις ζωγραφιές μου βλέπει ο καθένας αυτό που θέλει ή κουβαλάει μέσα του και δεν το ξέρει».

Το ταξείδι είναι υπέροχο. Τελείως άλλη η διαδικασία από αυτήν της ποίησης ή της συγγραφής. Ζωγραφίζω ενστικτωδώς, πάντα με συνοδεία μουσικής, χάνομαι από τον χρόνο, δεν σκέπτομαι τίποτα και αφήνω τον εαυτό μου χωρίς προσχέδια και προβλέψεις να ρίχνει τα χρώματα στον καμβά. Θα έλεγα πως με πηγαίνουν αυτά στο δρόμο που θέλουν όπως οι ήρωες που πλάθω στις μυθιστορίες μου.

Η αίσθηση ζωγραφίζοντας είναι αυτή της ελευθερίας στην παραγωγή όπως και μετά στην πρόσληψη του έργου από τον θεατή. Δεν είναι σαν την ποιητική γραφή όπου οι λέξεις αναζητούν την σωστή τους θέση για να ολοκληρώσουν ένα νόημα με ουσία και ομορφιά, δεν υπάρχει αυτός ο εγκλωβισμός στο ανθρώπινο αλφάβητο -για να θυμηθώ και τον Λαπαθιώτη- αλλά μια αίσθηση απόλυτης ελευθερίας. Κι όπως με τη γραφή, έτσι και με τα χρώματα, ολοκληρώνοντας το έργο ξαφνικά νιώθεις μεγάλη ικανοποίηση, αλλά και σωματική κούραση κι εγκαταλείπεις για την επομένη.


«Ομολογώ, πως πριν πολλά χρόνια, δεν εκτιμούσα ιδιαίτερα την αφηρημένη ζωγραφική».

Ομολογώ, πως πριν πολλά χρόνια, δεν εκτιμούσα ιδιαίτερα την αφηρημένη ζωγραφική και κατάλαβα ότι κάτι σημαντικό πρέπει να συμβαίνει όταν διαπίστωσα πως σημαντικοί ζωγράφοι με σπουδαίο έργο στην παραστατική ζωγραφική έφτασαν στην αφηρημένη, προκαλώντας στο έσχατο τη φαντασία μου. Τότε σκέφτηκα ότι στην αφηρημένη ζωγραφική κάθε θεατής οδηγείται πιο εύκολα να δει τον δικό του πίνακα, τις δικές του παραστάσεις περισσότερο από τις ιστορίες που θα μπορούσε να πλάσει η φαντασία του στη θέα της παραστατικής ζωγραφικής, όπου το σπίτι είναι ένα σπίτι, το δέντρο ένα δέντρο κ.ο.κ. Στην αφηρημένη ζωγραφική ο θεατής εισπράττει τις κατάδικές του εικόνες, τα δικά του μηνύματα. Νομίζω. Στις ζωγραφιές μου, λοιπόν, βλέπει ο καθένας αυτό που θέλει ή κουβαλάει μέσα του και δεν το ξέρει. Βλέπει τα δικά του τοπία, τις δικές του μορφές που δεν τις βλέπουν οι άλλοι. Κι αυτό, δεν ξέρω γιατί, με χαροποιεί ιδιαιτέρως.

Άρχισα κάποτε να κρεμάω τους πίνακες στο σπίτι μου και στη θέα τους ένιωθα πραγματικά σαστισμένος, διερωτώμενος πώς είναι δυνατόν να τους έφτιαξα εγώ. Ψάχνω, χωρίς αποτέλεσμα, να βρω ποιες δυνάμεις με παρακινούν, κάνω αποτυχημένες προσπάθειες συσχετισμού με την ποίηση που με κυρίευε πάντα, μένω άφωνος μπροστά στον καταιγισμό των χρωμάτων που άπλωσα στον καμβά σχεδόν ασυνείδητα και παραμένω με την απορία στα μάτια. Αλλά, σκέπτομαι, τι νόημα έχουν οι αναλύσεις και οι διεισδύσεις, το αποτέλεσμα μετράει. Κι όταν με ικανοποιεί αισθητικά, αυτό πρέπει να μου φτάνει. Πώς έφτασα ως εδώ;

 //Η έκθεση με έργα του Γιώργου Δουατζή θα φιλοξενηθεί στην γκαλερί Περιτεχνών Καρτέρης (Ηροδότου 5, Κολωνάκι, 2108239465) και θα διαρκέσει από τις 11 Φεβρουαρίου έως 4 Μαρτίου 2023.

 https://www.andro.gr/empneusi/giorgos-douatzis-painting/

05 Ιουνίου, 2017

Σύρος ζωγράφος αντιστρέφει τους ρόλους...

.......φέρνει τους ισχυρούς του κόσμου σε αδύναμη θέση.  Σύρος ζωγράφος αντιστρέφει τους ρόλους...


Ιφιγένεια Κοντού

Ομπάμα, Πούτιν, Κάμερον στην ουρά για το συσσίτιο...
Οι ηγέτες του κόσμου στην ουρά για το συσσίτιο... Με ένα άδειο πιάτο στο χέρι κι ένα ακόμη πιο άδειο βλέμμα στο πρόσωπο.

Πίσω από τα παιδιά που λιμοκτονούν είτε στην Αφρική είτε στο Χαλέπι. Πίσω κι από τον ίδιο τον ζωγράφο...
Είναι ένα έργο του Abdalla Al Omari, του Σύρου ζωγράφου που αντιστρέφει τους ρόλoυς στα έργα του.
Ο Obama άστεγος… Ο Putin επαίτης... Ο Trump πρόσφυγας... Ο Najad πολιτικός κρατούμενος... Ο Cameron μεθυσμένος χουλιγκάνος... Oι πολιτικοί ηγέτες που κρατούν τις ζωές των ανθρώπων στα χέρια τους, όπως τους φαντάζεται ο Abdalla Al Omari, στη έκθεσή του με τίτλο: The Vulnerability Series.











Ζωγραφική, performance και video art είναι οι τέχνες του Abdalla Al Omari που γεννήθηκε στη Δαμασκό το 1986, σπούδασε παράλληλα Αγγλική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο της Δαμασκού και Ζωγραφική στο Ινστιτούτο Καλών Τεχνών Adham Ismail αποφοιτώντας ταυτόχρονα το 2009 και από τις δύο σχολές.



Έργα του έχουν παρουσιαστεί σε εκθέσεις σε Dubai, Παρίσι, Λος Άντζελες, Βηρυττό, Λονδίνο, Βερολίνο και φυσικά στη Δαμασκό.
Την περίοδο 2011 έως 2013 ζωγράφισε τα παιδιά του πολέμου και τώρα, στα πρόσφατα έργα του, φέρνει τους ισχυρούς του κόσμου σε αδύναμη θέση. Στους ρόλους που φέρνουν οι ίδιοι τους απλούς πολίτες των λαών τους.
Στη Γκαλερί: Ayyam Gallery Dubai, έως τις 6 Ιουλίου 2017.

10 Μαρτίου, 2017

10 Μαρτίου 1992: πεθαίνει ο Γιώργος Ζαμπέτας, λαϊκός συνθέτης και βιρτουόζος του μπουζουκιού.

    Ο Γιώργος Ζαμπέτας, Έλληνας μουσικοσυνθέτης, ερμηνευτής και ένας από τους σπουδαιότερους δεξιοτέχνες του μπουζουκιού γεννήθηκε στο Μεταξουργείο, στις 25 Ιανουαρίου του 1925.
    Γονείς του ήταν ο Μιχάλης Ζαμπέτας, που ήταν κουρέας και η Μαρίκα Μωραΐτη, ανηψιά γνωστού βαρύτονου της εποχής.
    Από πολύ μικρή ηλικία ο Γιώργος Ζαμπέτας έδειξε μεγάλο ενδιαφέρον για τη μουσική, αφού παράλληλα με την απασχόλησή του στο κουρείο του πατέρα του ως βοηθός, «σκάρωνε» κρυφά στο μπουζούκι τις πρώτες του μελωδίες. Οτιδήποτε στη φύση παρήγε ήχο, τον συνάρπαζε και τον βοηθούσε στις συνθέσεις του, σύμφωνα με όσα ο ίδιος εκμυστηρεύτηκε στη βιογραφία του, λίγο πριν το θάνατό του.
    Το 1932, σε ηλικία μόλις 7 ετών κερδίζει το πρώτο του βραβείο, ως μαθητής της α’ δημοτικού, παίζοντας το πρώτο του τραγούδι σε σχολικό διαγωνισμό.
    Παρά τις αντιδράσεις, ο μικρός Γιώργος συνέχισε με απόλυτη προσήλωση να υπηρετεί τη μεγάλη του αγάπη, ενώ η γνωριμία του στα 1938 με το μεγάλο Βασίλη Τσιτσάνη έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της καλλιτεχνικής του προσωπικότητας.
    Το 1940 η οικογένεια Ζαμπέτα μετακόμισε στο Αιγάλεω και από τη στιγμή εκείνη ο Ζαμπέτας απόκτησε ένα άρρηκτο δεσμό με την πόλη, της οποίας εμπνεύστηκε και χάρισε το προσωνύμιο «Σίτι», κατά τη διάρκεια μια περιοδείας του στη Βρετανία.
    Στα 1942 και κάτω από συνθήκες ανέχειας λόγω της Κατοχής, ο Ζαμπέτας δημιουργεί το πρώτο του συγκρότημα, με το οποίο τραγουδούσαν καντάδες στα κορίτσια.
Τα χρόνια της δημιουργίας
    Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’50 ο Ζαμπέτας γράφει τα πρώτα του γνήσια ρεμπέτικα τραγούδια με γνωστούς ερμηνευτές όπως οι Πρόδρομος Τσαουσάκης («
Σαν σήμερα, σαν σήμερα...»), Στέλιος Καζαντζίδης («Βαθειά στη θάλασσα θα πέσω»), Μανώλης Καναρίδης («Όταν θα λάβεις αυτό το γράμμα»), Πόλυ Πάνου («Να πας να πεις στη μάνα μου») κ.α. Έκδηλο ήταν από τότε το ταλέντο και το εκπληκτικό του παίξιμο, ωστόσο ακόμη δεν είχε κατασταλάξει στο πασίγνωστο ιδιαίτερο στυλ, που τον καθιέρωσε σαν ένα μοναδικό «σώου-μαν» στο χώρο.
    Την επόμενη δεκαετία, τα τραγούδια του γνωρίζουν τεράστια επιτυχία καθώς πραγματοποιεί εμφανίσεις στα σπουδαιότερα λαϊκά κέντρα διασκέδασης, ενώ ταξιδεύει στο εξωτερικό (
Ευρώπη και Αμερική) και παράλληλα συμμετέχει σε περισσότερες από 100 ταινίες του ακμάζοντα εκείνο τον καιρό Ελληνικού Κινηματογράφου .
    Δημιουργίες του όπως «
Τα δειλινά», «Τα ξημερώματα», «Δεν έχει δρόμο να διαβώ» κ.α. παραμείναν αξεπέραστες και τον κατατάσσουν στις υψηλότερες βαθμίδες του μουσικού στερεώματος, σύμφωνα και με τη δήλωση του Λευτέρη Παπαδόπουλου: «Ο Ζαμπέτας ως συνθέτης χωράει μέσα στην πρώτη δεκάδα των μεγάλων μορφών του ρεμπέτικου και λαϊκού μας τραγουδιού. Ως μπουζουκτσής ήταν ο καλύτερος, από την άποψη του προσωπικού ήχου, αλλά σαν σώου-μαν ήταν μοναδικός. Ένας καλλιτέχνης που αν είχε γεννηθεί στην Αμερική θα πρωταγωνιστούσε, πιθανότατα, στην παγκόσμια σκηνή!».
    Χαρακτηριστική του ήθους του μεγάλου δημιουργού ήταν και η δήλωση του Δημήτρη Μητροπάνου, ο οποίος τον θεωρούσε δεύτερο πατέρα του: «
ο Ζαμπέτας είναι ο μόνος άνθρωπος στο τραγούδι ο οποίος με βοήθησε χωρίς να περιμένει κάτι. Με όλους τους υπόλοιπους συνεργάτες μου κάτι πήρα και κάτι έδωσα».
    Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’70, όταν τα ήθη αρχίζουν να αλλάζουν, ο Ζαμπέτας κάνει στροφή στη σάτιρα υπό μορφή σώου, με τις γνωστές του επιτυχίες «
Ο Θανάσης», «Ο πενηντάρης», «Μάλιστα κύριε» κ.λ.π. να δημιουργούν και πάλι αίσθηση στο κοινό.
Οι δύσκολες δεκαετίες της ζωής του
    Τα χρόνια του ’80 αρχίζει η παρακμή του είδους αυτού, με το Ζαμπέτα να αντιμετωπίζει προβλήματα στις συνεργασίες του αφού η εποχή δεν αναγνωρίζει πια τις αξίες του παρελθόντος.
    Ωστόσο, από το 1990 και μετά, οι δισκογραφικές εταιρείες και τα Μ.Μ.Ε. «ανακαλύπτουν» τα τραγούδια του, τα οποία κυριαρχούν ξανά, γνωρίζοντας νέα άνθηση, στις προτιμήσεις των ακροατών.
    Δυστυχώς, ο ίδιος δεν βρίσκεται μόνο στη δύση της καριέρας, αλλά και της ζωής του. Μετά από πολύμηνη ασθένεια, θα αφήσει την τελευταία του πνοή στο νοσοκομείο «Σωτηρία», στις
10 Μαρτίου του 1992. Ήταν μόνο 67 ετών.
    Ο Δήμος Αιγάλεω, τίμησε δις εν ζωή το μεγάλο συνθέτη, σε εκδηλώσεις που διοργάνωσε τον Απρίλιο του 1988 και το Σεπτέμβριο του 1990, ενώ και μια πλατεία της πόλης, πλησίον του σπιτιού του, φέρει το όνομά του.
    Από σύμπτωση, απεβίωσε την ίδια ημερομηνία (
10 Μαρτίου) και ο γιος του, Μιχάλης, το 2008.

23 Αυγούστου, 2016

Μαρια Καλλας η φωνη του αιωνα, δειτε ενα μικρο βιντεακι με την ζωη της !


Παρόλο που η Μαρία Κάλλας πέθανε, σε ηλικία μόλις 53  ετων , ήδη από το Σεπτέμβριο του 1977,  παραμένει  μια  εικονα : ως η  υπέρτατη τραγουδίστρια-ηθοποιός ! ως διασημότητα, και ως γυναίκα με υψηλο στυλ και  κομψότητα. Η επιτομή της οπερατικής ντίβα, η Ελληνοαμερικανιδα υψίφωνος αναγνωρίζεται ως τραγουδιστρια η οποία ορίσε,  και επαναπροσδιόρισε την όπερα του 20ου αιώνα και ποτέ δεν έχει χάσει τη θέση της μεταξύ των κορυφαίων σε πωλήσεις κλασικών καλλιτέχνών  του κόσμου.

03 Οκτωβρίου, 2015

Ο ΚΕΜΑΝΕΣ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

ΤΕΧΝΕΣ
Katpatuka στα Farsi/Περσικά, Καππαδοκία στα Ελληνικά και Kapadokya στα Τούρκικα, σημαίνει «η χώρα των όμορφων αλόγων». Πέραν όμως των ωραίων αλόγων και των ωραίων τοπίων και νόστιμων τροφίμων, όπως το παστόν/ pastırma et, η Καππαδοκία έγινε γνωστή στο διάβα των αιώνων για την εξ αρχής μύησή της στον Χριστιανισμό και την ανάδειξη πνευματικών αναστημάτων όπως ο Μέγας Βασίλειος και ο Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός.
ΚΕΜΑΝΕΣ   ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

Οι καλλικέλαδοι φιλόμουσοι κάτοικοι της Καππαδοκίας διακρίνονταν και ως γλεντιστάδες , αλλά και ως ψαλτάδες, καθώς και ως καλοί οργανοποιοί και οργανοπαίχτες. Τα κρουστά τύπου νταϊρέ ή ταψιού και στάμνας, τα κουτάλια, τα ταμπουροειδή/λαουτοειδή/ουτοειδή νυκτά έγχορδα και κυρίως ο φιαλόσχημος Kemane/Κεμανές παιζόμενος με «τοξάριον/δοξάριον» έδιναν το ρυθμό και τον τόνο του μουσικού πολιτισμού της περιοχής, αλλά και της γειτονικής Λυκαονίας με το Ικόνιο και την Σύλλη.

Ο Kemane/Κεμανές, θυμίζει την Ποντιακή λύρα, αλλά σε μεγαλύτερο σχήμα φιάλης ( Φιαλόσχημο ). Φέρει έξι κύριες χορδές κουρδισμένες σε πέμπτες και τέταρτες, καθώς και έξι συμπαθητικές χορδές, σε ταυτοφωνία ή σε διάστημα οκτάβας με τις κύριες.

Ο όρος συμπαθητικές , αφορά τις χορδές που δονούνται «συμπαθητικά/παράλληλα» και χωρίς δική τους νύξη, – όταν παίζονται οι κύριες χορδές -, που πλουτίζουν σε αρμονικές τον ήχο του οργάνου. Όπως προαναφέρθηκε , ο Kemane/Κεμανές ( που στα Τούρκικα σημαίνει βιολί ) φέρει μακρόστενο φιαλόσχημο ηχείο, κοντό χέρι/μάνικο με ταστιέρα χωρίς τάστα ( δηλ. μεταλλικές ή εντέρινες διαιρέσεις, μπερντέδες ), κεφαλή/καράβολο παρόμοιο με του βιολιού και ανάλογα με τις χορδές κλειδιά , τοποθετημένα από τα πλάγια, ενώ συνήθως φέρει και δύο εσωτερικά ξυλαράκια, τις λεγόμενες ψυχές.

Η κατασκευή του, θυμίζει την συγγενική του αχλαδόσχημη λύρα, ( Κρήτης, Δωδεκανήσου, Μακεδονίας, Θράκης κ.λ.π ), χρησιμοποιώντας συχνά τα ίδια υλικά,, όπως σκληρά ξύλα για το ηχείο, (π.χ μουριά) το χέρι και την κεφαλή, που γίνονται από μονοκόμματο ξύλο, αλλά και μαλακά ξύλα για το καπάκι (π.χ έλατο ή κέδρο από το Λίβανο παλαιότερα) .

Οι συμπαθητικές χορδές προχωρούν κάτω από την ταστιέρα, περνούν μέσα από τρύπες ανοιγμένες στον καβαλάρη και δένονται κάτω από τον χορδοδέτη.

Το τοξάριον/δοξάρι του ήταν τοξοειδές κυρτό, με τρίχες από ουρά αρσενικού αλόγου, ενώ σήμερα χρησιμοποιείται και δοξάρι βιολιού. Παίζεται, όπως η λύρα, ακουμπισμένος δηλ. πάνω στο αριστερό πόδι. Τα δάχτυλα πατούν τις χορδές με την ψίχα του δακτύλου και όχι με το νύχι (σχετ.: Ελληνικά Λαϊκά Μουσικά όργανα- Φοίβος Ανωγειανάκης, εκδ. Μέλισσα).

Καταφανώς , όλα τα “λυροειδή” μουσικά όργανα της ανατολικής μεσογείου, είναι μετεξέλιξη της Βυζαντινής λύρας με τοξάριον/δοξάρι (lyra, lira,lura ), είτε πρόκειται για αχλαδόσχημες είτε για φιαλόσχημες λύρες που χρησιμοποιούνται σε διάφορες περιοχές των Βαλκανίων και της Μικράς Ασίας, την Πόλη, τον Πόντο, την Κρήτη , τα Δωδεκάνησα, την Μακεδονία, τη Θράκη και παλαιότερα ( 19ος αι. ) την Ρούμελη και τον Μοριά (βλ σχετ.: «Τα τραγούδια τα έκαμναν οι χωριάτες, οι στραβοί με τες λύρες», αναφέρει στη «Διήγηση συμβάντων της ελληνικής φυλής» ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης)

Όπως μας πληροφορεί σε σχετική εργασία του, ο αείμνηστος Φοίβος Ανωγειανάκης, στις ανασκαφές απ’ την ‘Αμερικανική Σχολή Κλασικών Σπουδών ( American School of Classical Studies at Athens) στην αρχαία Κόρινθο, στις 27 ‘Απριλίου 1961 , βρέθηκε ένα ξύλινο αντικείμενο, του οποίου ή εξέταση, οδήγησε στο συμπέρασμα πως πρόκειται για μουσικό όργανο: «Έπειτα απ’ τον καθαρισμό του, ό καθηγητής Robinson, για να αποτρέψει τη βέβαιη διάλυση του, λόγω της επαφής του με το οξυγόνο της ατμοσφαίρας, το έβαλε για μερικούς μήνες, πρώτα σε οινόπνευμα και μετά σε διάλυση carbowax, είδος πλαστικής ύλης πού διώχνει την υγρασία και κλείνει τους πόρους.

Για την εξακρίβωση της ηλικίας του βοήθησαν τα αγγεία πού βρέθηκαν μαζί του, στο ίδιο στρώμα, μέσα στο πηγάδι και σύμφωνα με τη γνώμη της αρχαιολόγου Stilwell, ανήκουν στα τέλη του 10ου μέ αρχές τοΰ 11° π.Χ. αιώνα. Της ίδιας, συνεπώς, εποχής είναι και το μουσικό όργανο του βυζαντινού συνοικισμού της αρχαίας Κορίνθου».

Το όργανο της Κορίνθου είναι κατασκευασμένο από μονοκόμματο ξύλο, χωρίς καμία διακόσμηση και μόνον ό χορδοστάτης αποτελεί ξεχωριστό κομμάτι, προσαρμοσμένο στο κάτω μέρος της σκάφης του οργάνου . Δεν γνωρίζουμε εάν είχε καπάκι ξύλινο ή δερμάτινο και πόσες ακριβώς χορδές ( ίσως 1-3 ) , προσομοιάζει δε στα μουσικά όργανα τύπου rebec, τα οποία ενίοτε παιζόντουσαν σε υπτία θέση, ως μικρά ταμπουροειδή με πλήκτρο/πένα, ενίοτε σε κάθετη θέση με τοξάριον/δοξάριον σαν τις λύρες και ενίοτε στο στήθος με τοξάριον/δοξάριον περίπου σαν τα βιολιά.

Προφανώς η σχέση πανδουρίδας/θαμπούρας/λύρας τύπου rebec είναι στενή , όπως έχει αναφέρει και ο καθηγ. Λάμπρος Λιάβας..

Επαγωγικά πρέπει να θεωρηθεί και ο Kemane/Κεμανές ως απόγονος αυτών των βυζαντινών μουσικών οργάνων.
Σημ.: Στους αρχαίους Έλληνες , η τριβή των χορδών με τοξάριον/δοξάριον δεν άρεσε και θεωρούσαν τα όργανα αυτά μάλλον “βάρβαρα” . Από το Βυζάντιο και μετά και κυρίως με τη χρήση τους από τους Ακρίτες , έγιναν κοινά και αρεστά στο ευρύ κοινό. Σε κάθε περίπτωση οι αρχαίοι Έλληνες λύρες ονόμαζαν μουσικά όργανα που παιζόντουσαν αρποειδώς , ενώ οι βυζαντινές και μεταβυζαντινές λύρες με τοξάριον/δοξάριον είναι διαφορετικά όργανα και ανήκουν στην οικογένειατων ταμπουροειδών ή πιό εξειδικευμένα στα μουσικά όργανα τύπου rebec.

του Δημήτρη Σταθακόπουλου Δρα Κοινωνιολογίας της ιστορίας και του πολιτισμού, οθωμανικής περιόδου- Παντείου Πανεπιστημίου, Διπλωματούχου Βυζαντινής μουσικής – μουσικού, Δικηγόρου παρ’Αρείω Πάγω
http://neinnewsgr.blogspot.gr