Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 2218. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 2218. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

21 Απριλίου, 2023

Ο ΚΟΣΜΟΣ ΤΩΝ ΑΓΓΕΛΩΝ

 

Α΄

Ὅλα ὅσα βλέπουμε καὶ ἀντιλαμβανόμαστε γύρω μας, ἀποτελοῦν τὴν ὁρατὴ κτίση: ἡ γῆ μὲ ὅλο τὸ ζωικὸ καὶ φυτικὸ βασίλειο ποὺ τὴν κοσμεῖ· καὶ ὁ οὐρανός, οἱ ἀστέρες καὶ πλανῆτες, οἱ γαλαξίες· ὅλα δημιουργήματα τοῦ Θεοῦ. Πέρα ὅμως ἀπὸ τὸν ὑλικὸ κόσμο ὑπάρχει καὶ ὁ πνευματικός, ὁ κόσμος τῶν ἀγγέλων. Οἱ ἄγγελοι δὲν εἶναι κατασκεύασμα τῆς ἀνθρώπινης φαντασίας, παιδικὸ παραμύθι ἢ λαϊκὸς θρύλος. Ἡ ὕπαρξή τους ἀποτελεῖ σταθερὴ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας, ἔστω καὶ ἂν δὲν γνωρίζουμε πολλὰ γι᾿ αὐτούς. Ἐπιπλέον δὲν ἔχουν καμία σχέση μὲ τὰ φτερωτὰ εὐτραφὴ γυμνὰ παιδάκια ποὺ συναντοῦμε σὲ ζωγραφικὰ ἔργα δυτικῆς τεχνοτροπίας. Εἶναι μεγαλειώδεις προσωπικὲς πνευματικὲς ὑπάρξεις, ἀνώτερες ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο, τρόπον τινὰ ἡ βασιλικὴ αὐλὴ τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, ὑμνητὲς τοῦ Ὑψίστου καὶ βοηθοὶ τῶν ἀνθρώπων… Τί πιστεύουμε λοιπὸν ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοὶ σχετικὰ μὲ τοὺς ἀγγέλους; Ἂς καταφύγουμε στὶς δύο πηγὲς γιὰ νὰ ξεδιψάσουμε, στοὺς δύο φορεῖς τῆς Χάριτος καὶ τῆς Ἀληθείας, τοὺς ὁποίους κατέχει καὶ φυλάσσει ἀναλλοίωτους μόνη ἡ Μία Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ἡ Ὀρθόδοξη· δηλαδὴ στὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ στὴν ἱερὰ Παράδοση. 

ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΓΡΑΦΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΠΑΡΑΔΟΗΣ 

Σὲ ὅλα σχεδὸν τὰ βιβλία τῆς Ἁγίας Γραφῆς ὑπάρχουν ἀναφορὲς σὲ ἀγγέλους1 . Στὸ πρῶτο καὶ ἀρχαιότερο βιβλίο της, τὴ Γένεση, ἀναφέρεται ὅτι μετὰ τὴν ἔξωση τῶν πρωτοπλάστων ἀπὸ τὸν παράδεισο ὁ Θεὸς ἔταξε τὰ Χερουβίμ (ἕνα ἀπὸ τὰ ἀγγελικὰ τάγματα) νὰ φυλάττουν τὸν δρόμο πρὸς τὸ δένδρο τῆς ζωῆς (βλ. Γεν. γ´ 24). Ἀργότερα ἄγγελος μιλᾶ στὴν Ἄγαρ, ἄγγελοι σώζουν τὸν Λὼτ κατὰ τὴν καταστροφὴ τῶν Σοδόμων (βλ. κεφ. ις´ 7 κ.ἑ., ιθ´) κ.ο.κ. Στὴν Καινὴ Διαθήκη ὁ Κύριος διαβεβαιώνει ὅτι «οἱ ἄγγελοι αὐτῶν (“τῶν μικρῶν τούτων”)», οἱ ἄγγελοι φύλακες τῶν πιστῶν ποὺ εἶναι ἁπλοὶ καὶ ταπεινοὶ σὰν τὰ παιδιά, «διὰ παντὸς βλέπουσι τὸ πρόσωπον τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς», βλέπουν πάντοτε τὸ πρόσωπο τοῦ ἐπουράνιου Πατέρα μου, δηλαδὴ ἔχουν πολλὴ παρρησία ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ (Ματθ. ιη´ 10). Ἐπίσης προφητεύει ὅτι κατὰ τὴ Δευτέρα Του Παρουσία θὰ Τὸν συνοδεύουν «πάντες οἱ ἅγιοι ἄγγελοι» (Ματθ. κε´ 31). Ὅσον ἀφορᾶ τὴν ἱερὰ Παράδοση, νὰ σημειώσουμε τὸ γνωστὸ σὲ ὅλους μας Σύμβολο τῆς Πίστεως. Στὸ 1ο ἄρθρο του ὁμολογοῦμε πίστη «εἰς ἕνα Θεόν… ποιητὴν οὐρανοῦ καὶ γῆς, ὁρατῶν τε πάντων καὶ ἀοράτων». Τὰ «ἀόρατα» εἶναι ὁ κόσμος τῶν ἀγγέλων. Ἐξάλλου οἱ ἅγιοι Πατέρες ὁμόφωνα μαρτυροῦν τὴν ὕπαρξή τους. Περιοριζόμαστε στὴ μαρτυρία δύο ἀρχαίων Πατέρων. Ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος ὁ Θεοφόρος, Ἀποστολικὸς Πατήρ (1ος μ.Χ. αἰ. ­ ἀρχὲς 2ου), γράφει ἐπανειλημμένως γιὰ «ἀγγέλους»2. Ὁ ἅγιος Ἰουστῖνος ὁ φιλόσοφος καὶ μάρτυς (2ος αἰ.) γράφει ὅτι σεβόμαστε «τὸν στρατὸν τῶν ἀγαθῶν ἀγγέλων»3. 

ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΤΩΝ ΑΓΓΕΛΩΝ 

Οἱ ἄγγελοι εἶναι καὶ αὐτοὶ δημιουργήματα τοῦ Θεοῦ, ὅπως καὶ ὁτιδήποτε ἄλλο ὑπάρχει. Διαβάζουμε στὴν πρὸς Κολασσαεῖς ἐπιστολή (α´ 16): «Ἐν αὐτῷ (τῷ Υἱῷ) ἐκτίσθη τὰ πάντα, τὰ ἐν τοῖς οὐρανοῖς καὶ τὰ ἐπὶ τῆς γῆς, τὰ ὁρατὰ καὶ τὰ ἀόρατα, εἴτε θρόνοι εἴτε κυριότητες εἴτε ἀρχαὶ εἴτε ἐξουσίαι· τὰ πάντα δι᾿ αὐτοῦ καὶ εἰς αὐτὸν ἔκτισται». Διαμέσου Αὐτοῦ (δηλαδὴ τοῦ Υἱοῦ) δημιουργήθηκαν ὅλα, ὅσα ὑπάρχουν στοὺς οὐρανοὺς καὶ ὅσα εἶναι πάνω στὴ γῆ· ἐκεῖνα ποὺ φαίνονται μὲ τὰ σωματικά μας μάτια καὶ ἐκεῖνα ποὺ δὲν φαίνονται καὶ εἶναι ἀόρατα· εἴτε τὰ ἀόρατα αὐτὰ εἶναι οἱ θρόνοι, εἴτε οἱ κυριότητες, εἴτε οἱ ἀρχές, εἴτε οἱ ἐξουσίες (αὐτὰ τὰ τέσσερα εἶναι ὀνομασίες ἀγγελικῶν ταγμάτων). Ὅλα γενικὰ τὰ οὐράνια τάγματα τῶν ἀγγέλων διαμέσου Αὐτοῦ καὶ γι᾿ Αὐτὸν ἔχουν δημιουργηθεῖ. Ἀπὸ Αὐτὸν πῆραν τὴν ὕπαρξη καὶ μέσῳ Αὐτοῦ θὰ τελειοποιηθοῦν. Ὡστόσο ἡ Ἁγία Γραφὴ σιωπᾶ σχετικὰ μὲ τὸν χρόνο δημιουργίας τους. Ἡ μόνη ἔνδειξη ποὺ ἔχουμε εἶναι ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Ἰώβ (λη´ 7) – ὁμιλεῖ ὁ Θεός: «Ὅτε ἐγενήθησαν ἄστρα, ᾔνεσάν με φωνῇ μεγάλῃ πάντες ἄγγελοί μου». Ὅταν ἔγιναν τ᾿ ἀστέρια (τὴν τέταρτη ἡμέρα τῆς δημιουργίας [βλ. Γεν. α´ 14­19]), ὅλοι οἱ ἄγγελοί μου μὲ ἀνύμνησαν μὲ μεγάλη φωνή. Ἄρα εἶχαν δημιουργηθεῖ πρίν. Οἱ ἅγιοι Πατέρες συμφωνοῦν ὅτι ὁ οὐράνιος κόσμος δημιουργήθηκε πρὶν ἀπὸ τὴν ὁρατὴ δημιουργία· πρὶν ἀπὸ τὸν χρόνο, κατὰ τοὺς «αἰῶνας» (ὄχι μὲ τὴν ἔννοια τῆς ἑκατονταετίας). Οἱ «αἰῶνες» εἶναι ἐκφραστικὰ σχήματα ἀντίστοιχα μὲ τὸν χρόνο· ὅ,τι εἶναι γιὰ τὰ αἰσθητὰ ὁ χρόνος, εἶναι γιὰ τὰ ὑπερκόσμια οἱ «αἰῶνες», κατὰ τοὺς ὁποίους ὁ Θεὸς ἔφερε στὴν ὕπαρξη ἐκ τοῦ μὴ ὄντος τὰ ἀγγελικὰ τά γματα4 . Σχετικὰ μὲ τὴν αἰτία τῆς δημιουργίας τους, ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος σημειώνει ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι «ἀνενδεής», δηλαδὴ δὲν δεσμεύεται ἀπὸ καμία ἀνάγκη. Ἐφόσον λοιπὸν ὁ Θεὸς δὲν εἶχε ἀνάγκη ἀπὸ τὴν ὑπηρεσία τῶν ἀγγέλων, δὲν θὰ τοὺς ἔφερνε στὴν ὕπαρξη, ἂν δὲν ἦταν «σφόδρα ἀγαθός», πάρα πολὺ ἀγαθός5 . Ἡ αἰτία ἑπομένως τῆς δημιουργίας τῶν ἀγγέλων, ὅπως ἐξάλλου καὶ ὅλων τῶν πλασμάτων Του, εἶναι ἡ ἐλεύθερη βούληση καὶ ἡ ἄπειρη ἀγαθότητα τοῦ Θεοῦ. 

Β΄

Πνευματικοί  Ασώματοι και Αθάνατοι.

 Ἀλλὰ τί εἶναι οἱ ἄγγελοι; Ὁ προφητάναξ Δαβὶδ στὸν 103ο Ψαλμὸ θεοπνεύστως γράφει: «Ὁ ποιῶν τοὺς ἀγγέλους αὐτοῦ πνεύματα καὶ τοὺς λειτουργοὺς αὐτοῦ πυρὸς φλόγα» (Ψαλ. ργ´ [103] 4). Ὁ Θεὸς δημιούργησε τοὺς ἀγγέλους τόσο γρήγορους καὶ λεπτοὺς σὰν τοὺς ἀνέμους, καὶ τοὺς ὑπηρέτες Του (ἐννοοῦνται πάλι οἱ ἄγγελοι) σὰν τὴ φλόγα τῆς φωτιᾶς. Μὲ αὐτὲς τὶς ἐκφράσεις δηλώνεται, κατὰ τὸν ἅγιο Ἰωάννη τὸν Δαμασκηνό, ὅτι οἱ ἄγγελοι εἶναι ἀσώματοι, ἄϋλοι· ἐπιπλέον εἶναι εὐκίνητοι καὶ γρήγοροι σὰν τοὺς ἀνέμους καὶ τὴ φωτιά, καὶ ἔχουν τέλεια προθυμία καὶ φλογερὴ ἐπιθυμία νὰ ἐκτελέσουν τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, ὅποια ἐντολὴ λάβουν ἀπὸ τὸν Κύριο1 . Ὁ ἅγιος Πατὴρ συνοψίζει τὰ βασικὰ γνωρίσματά τους ὡς ἑξῆς: «Ἄγγελός ἐστιν οὐσία νοερά, ἀεικίνητος, αὐτεξούσιος, ἀσώματος, Θεῷ λειτουργοῦσα, κατὰ χάριν ἐν τῇ φύσει τὸ ἀθάνατον εἰληφυῖα, ἧς οὐσίας τὸ εἶδος καὶ τὸν ὅρον μόνος ὁ κτίστης ἐπίσταται»2. Δηλαδή: Ὁ ἄγγελος εἶναι ὕπαρξη νοερή, δηλαδὴ πνευματικὴ καὶ λογική· ἀεικίνητη· αὐτεξούσια, δηλαδὴ ἐλεύθερη· ἀσώματη· ἔχει λάβει κατὰ χάριν τὴν ἀθανασία· ἀλλὰ «τὰ οὐσιώδη γνωρίσματα καὶ τὴ σύσταση τῆς φύσεώς τους»3 ἐπακριβῶς γνωρίζει μόνο ὁ Κύριος. Οἱ ἄγγελοι βέβαια εἶναι ἄυλοι καὶ ἀσώματοι σὲ σύγκριση μ᾿ ἐμᾶς, ποὺ ἔχουμε ὑλικὸ σῶμα. Σὲ σύγκριση μὲ τὸν Θεὸ εἶναι «παχεῖς τε καὶ ὑλικοί», διότι μόνο ὁ Θεὸς εἶναι «ὄντως ἄϋλος καὶ ἀσώματος». Γι᾿ αὐτὸ πολλοὶ Πατέρες ἀποδίδουν στοὺς ἀγγέλους λεπτό, αἰθέριο καὶ ἄϋλο σῶμα4 . Ἐπίσης μᾶς διδάσκουν ὅτι ἐμφανίζονται στοὺς ἀξίους μὲ τὴ μορφὴ τοῦ σώματός τους, τὸ ὁποῖο ἔχουν τὴ δύναμη νὰ μεταβάλουν στὴ μορφὴ ποὺ εἶναι κατάλληλη στὴν ἑκάστοτε ἐνέργειά τους5 . Εἶναι γι᾿ αὐτὸν τὸν λόγο περιγραπτοὶ καὶ δὲν εἶναι πανταχοῦ παρόντες – πανταχοῦ παρὼν εἶναι μόνο ὁ Θεός. Ὅταν βρίσκονται στὸν οὐρανό, δὲν βρίσκονται στὴ γῆ, καὶ ὅταν ἀποστέλλονται στὴ γῆ, δὲν ἀπομένουν στὸν οὐρανό. Δὲν περιορίζονται ἀπὸ τοίχους, πόρτες καὶ κλειδαριές6 . Κινοῦνται ταχύτατα. Διαβάζουμε στὸ βιβλίο τοῦ προφήτη Δανιὴλ ὅτι Ἄγγελος Κυρίου μετέφερε σὲ κλάσμα χρόνου ἀπὸ τὴν Ἰουδαία στὴ Βαβυλώνα ἄνθρωπο γιὰ νὰ δώσει τροφὴ στὸν προφήτη, ποὺ βρισκόταν σὲ λάκκο μὲ λιοντάρια. Τὸν μετέφερε «ἐν τῷ ροίζῳ τοῦ πνεύματος αὐτοῦ», μὲ τὴν ταχύτητα καὶ ὁρμὴ τῆς ἀσώματης πνευματικῆς φύσεώς του (Δαν. Βὴλ 31­36). Ὡς ἀσώματοι δὲν ἔχουν ἀνάγκη ἀπὸ ὑλικὴ τροφή. Δὲν εἶναι ὅμως καὶ τελείως ἀνενδεεῖς, δηλαδὴ χωρὶς ἀνάγκες – μόνος ὁ Θεὸς εἶναι ἀνενδεής. Τρέφονται μὲ τὴ θέα τοῦ Θεοῦ, τὸν Ὁποῖον βλέπουν καὶ κοινωνοῦν κατὰ τὸ δυνατὸν στὴ φύση τους. Ἐπιπλέον δὲν ἔχουν τὶς μεταβολὲς καὶ ἡλικίες ποὺ παρουσιάζουμε ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι, ἀλλὰ εἶναι ἀναλλοίωτοι καὶ ἄφθαρτοι, παραμένοντας στὴν κατάσταση στὴν ὁποία δημιουργήθηκαν7 . Δὲν ἔχουν φύλο (ἄρσεν καὶ θήλυ) οὔτε ἔρχονται εἰς γάμου κοινωνίαν8 . Ἐπιπλέον εἶναι ἀθάνατοι «οὐ φύσει ἀλλὰ χάριτι»· τοὺς ἔχει δοθεῖ ὡς δωρεὰ ἡ ἀθανασία – φύσει ἀθάνατος εἶναι μόνον ὁ Θεός. Ἐκεῖνος ἀπὸ τὴν ἄπειρη ἀγαθότητά Του χάρισε στοὺς ἀγγέλους τὴν ἀθανασία9 .

Α΄

1. Βλ. Π. Ν. Τρεμπέλα, Δογματικὴ τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας (στὸ ἑξῆς: Δογματική), τόμ. 1ος, ἔκδ. Ἀδελφότητος Θεολόγων «Ὁ Σωτήρ», Ἀθῆναι, Ἰούνιος 19973 , σελ. 408. 

2. Ἁγίου Ἰγνατίου τοῦ Θεοφόρου, Τραλλιανοῖς V, Σμυρναίοις VI, ΒΕΠΕΣ 2, 272, 281 ἀντίστοιχα. 

3. «Τὸν τῶν… ἀγαθῶν ἀγγέλων στρατόν… σεβόμεθα καὶ προσκυνοῦμεν» (Ἁγίου Ἰουστίνου μάρτυρος, Ἀπολογία Α´, § 6, 2, ΒΕΠΕΣ 3, 164). 

4. Μεγάλου Βασιλείου, Ἀνατρεπτικὸς τοῦ Ἀπολογητικοῦ τοῦ δυσσεβοῦς Εὐνομίου, Λόγος Β´, ΕΠΕ 10, 154­156· 172: «Ἡ μὲν γὰρ κοινὴ συνήθεια ἢ χρόνοις ἢ αἰῶσιν ἅπαν διάστημα ὑποβάλλει· ἐπειδὴ ὅπερ ἐν τοῖς αἰσθητοῖς ὁ χρόνος, τοῦτο ἐν τοῖς ὑπερκοσμίοις ἡ τοῦ αἰῶνος φύσις ἐστίν… ἀΐδιον δὲ τὸ χρόνου παντὸς καὶ αἰῶνος κατὰ τὸ εἶναι πρεσβύτερον». Παρόμοια σημειώνει καὶ ὁ ὅσιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης: «Οἱ αἰῶνες νοητὰ κτίσματά εἰσι κατὰ τὸν Θεσσαλονίκης Γρηγόριον» (Κεφάλαια ἑκατὸν πεντήκοντα 68, [στό: Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, Συγγράμματα, τόμ. Ε´, ἐκδίδει Παν. Κ. Χρήστου, ἐκδ. οἶκος Κυρομάνου, Θεσσαλονίκη 1992, σελ. 74, 15­18]· Ἑορτοδρόμιον, Ἑρμ. εἰς τὸν πεζὸν κανόνα τῆς Χριστοῦ Γεννήσεως, ᾨδὴ γ´, «Τῷ πρὸ τῶν αἰώνων», ὑποσημ.). 

5. Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, Πρὸς Σταγείριον δαιμονιῶντα Λόγος Α´, PG 47, 427.

Β΄

1. Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως 17, ΕΠΕ 1, 142. 

2. Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ, ὅ.π. 

3. Οὐράνιες Δυνάμεις (Οἱ Ἅγιοι Ἄγγελοι), ἔκδ. Ἱ.Μ. Παμμεγίστων Ταξιαρχῶν, Ἅγιος Γεώργιος Νηλείας, Πήλιο 2013, σελ. 27.

 4. Βλ. Π. Ν. Τρεμπέλα, Δογματική, τόμ. 1ος, σελ. 415­416. 

5. Βλ. ὅ.π., σελ. 416 (γνώμη ἁγίου Αὐγουστίνου).

 6. Ὅ.π. 416 καὶ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ, ὅ.π., ΕΠΕ 1, 144­146. 

7. Μ. Βασιλείου, ΕΠΕ 5, 256, Ὁμιλία εἰς τὸν Ψαλμὸν μδ´ [44] 1: «Οὐ γὰρ ἄγγελοι ἐπιδέχονται τὴν ἀλλοίωσιν. Οὐδεὶς γὰρ παρ᾽ ἐκείνοις παῖς, οὐδὲ νεανίσκος, οὐδὲ πρεσβύτης, ἀλλ᾽ ἐν ᾗπερ ἐξ ἀρχῆς ἐκτίσθησαν καταστάσει, ἐν ταύτῃ διαμένουσιν, ἀκεραίας αὐτοῖς καὶ ἀτρέπτου τῆς συστάσεως σωζομένης». 

8. Πρβλ. Λουκ. κ´ 35­36: «Οἱ δὲ καταξιωθέντες τοῦ αἰῶνος ἐκείνου τυχεῖν καὶ τῆς ἀναστάσεως τῆς ἐκ νεκρῶν οὔτε γαμοῦσιν οὔτε γαμίζονται· οὔτε γὰρ ἀποθανεῖν ἔτι δύνανται· ἰσάγγελοι γάρ εἰσιν καὶ υἱοί εἰσι Θεοῦ, τῆς ἀναστάσεως υἱοὶ ὄντες». 

9. Βλ. Π. Ν. Τρεμπέλα, ὅ.π., σελ. 418.

 ΟΣΩΤΗΡ2218,2219

15 Απριλίου, 2023

ΤΟ ΜΕΓΑ ΣΑΒΒΑΤΟΝ (ΤΩΡΑ ΕΧΟΥΜΕ ΓΙΝΕΙ ΑΘΑΝΑΤΟΙ ! )


 Ἀπὸ τότε, ἀπὸ τὴν Παλαιὰ Διαθήκη, ποὺ καθιερώθηκε ὁ θεσμὸς τοῦ Σαββάτου, δὲν ὑπῆρξε ποτὲ οὔτε θὰ ὑπάρξει στὸ μέλλον τέτοιο Σάββατο σὰν τὸ πρῶτο ἐκεῖνο Μέγα Σάββατο. Γιὰ τοὺς Μαθητὲς τοῦ Κυρίου ὑπῆρξε ἡ πλέον θλιβερὴ ἡμέρα τῆς ζωῆς τους, γεμάτη πίκρα, δάκρυα καὶ φόβο. Μέχρι τὴ στιγμὴ ποὺ ἄλλαξαν τὰ πάντα. Γιὰ μᾶς, τοὺς πιστοὺς ὅλων τῶν αἰώνων, εἶναι τὸ «ὑπερευλογημένον Σάββατον». Ἡμέρα μυστηρίου, ἱερῆς σιγῆς καὶ προσευχητικῆς ἀναμονῆς. Μέσα στὰ σπλάχνα τῆς γῆς συντρίβονται δεσμὰ αἰώνια. «Ὑπνοῖ ἡ ζωὴ καὶ ᾍδης τρέμει καὶ Ἀδὰμ τῶν δεσμῶν ἀπολύεται». Κοιμᾶται τὸν ὕπνο τοῦ θανάτου Αὐτὸς ποὺ εἶναι ἡ ζωή, γι᾿ αὐτὸ καὶ τρέμει ἀπὸ φόβο ὁ Ἅδης, ἐνῶ ὁ Ἀδὰμ μὲ ὅλο τὸ ἀνθρώπινο γένος ἐλευθερώνεται ἀπὸ τὰ δεσμὰ τοῦ θανάτου. Ὁ Κύριος μετὰ τὸ «Τετέλεσται» ἐπὶ τοῦ Σταυροῦ κατὰ τὴν Ταφή Του, κατέρχεται στὸν Ἅδη. Ἡ παρουσία Του στὸ βασίλειο τῶν νεκρῶν ἦταν ἀποκάλυψη, φανέρωση ὅτι Αὐτὸς εἶναι τὸ φῶς τοῦ κόσμου, ὁ μοναδικὸς ἀληθινὸς Σωτήρας καὶ Λυτρωτὴς τῶν ἀνθρώπων. Διὰ τῶν παθημάτων Του ἔφερε εἰς πέρας τὸ θεῖο σχέδιό Του γιὰ τὴ δική μας σωτηρία ἀπὸ τὴν ἁμαρτία καὶ τὸν θάνατο. Καὶ τώρα αὐτὴ τὴ σωτηρία τὴν κηρύττει καὶ στὸν Ἅδη. Καὶ ὅσοι εἶχαν πολιτευθεῖ κατὰ τὸν θεῖο νόμο στὴ ζωή τους, πιστεύουν τώρα στὸν Σωτήρα Χριστό. Ὁ Θεάνθρωπος Λυτρωτὴς κατέρχεται στὸν Ἅδη παντοδύναμος, διότι εἶναι ὁ ἐνανθρωπήσας Θεός. Εἶναι ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ, ὁ Σωτὴρ τῶν ἀνθρώπων. Εἶναι ὁ Βασιλεὺς τῶν αἰώνων. Κατέρχεται ἐκεῖ ἡ τεθεωμένη ψυχή Του, τὴν ὥρα ποὺ τὸ σῶμα Του ἀναπαύεται στὸν τάφο. Διότι κατὰ τὸ διάστημα τοῦ τριημέρου θανάτου Του, θανατώθηκε μὲν τὸ σῶμα Του, ἀλλὰ δὲν χωρίσθηκε ἀπ᾿ αὐτὸ οὔτε ἀπὸ τὴν ψυχὴ ἡ θεότητά Του. Καὶ τὸ μὲν σῶμα τοποθετήθηκε στὸν τάφο, ἡ δὲ ψυχὴ κατέβηκε στὸν Ἅδη. Γι᾿ αὐτὸ καὶ κατὰ τὸν θάνατό Του παραμένει ἕνας καὶ ἀδιαίρετος, ἀφοῦ καὶ τὸ σῶμα καὶ ἡ ψυχή Του εἶναι ἑνωμέ να μὲ τὴ θεότητά Του. «Μία ὑπῆρχεν ἡ ἐν τῷ ᾍδῃ ἀχώριστος καὶ ἐν τάφῳ καὶ ἐν τῇ Ἐδὲμ θεότης, Χριστοῦ σὺν Πατρὶ καὶ Πνεύματι» (Κανὼν Μεγάλου Σαββάτου, ᾠδὴ ζ´). Δηλαδή, μία καὶ ἀδιαίρετη ἦταν ἡ θεότητα τοῦ Χριστοῦ. Αὐτὴ ἡ μία θεότητα, κατὰ τὸ διάστημα τοῦ τριημέρου θανάτου καὶ τῆς ταφῆς Του ἦταν καὶ στὸν Ἅδη μαζὶ μὲ τὴν ψυχή Του, καὶ στὸν τάφο μὲ τὸ σῶμα Του, καὶ στὸν Παράδεισο ἑνωμένη ἀχώριστα μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα. Ἔτσι ὁ Κύριος μὲ τὸ τεθεωμένο σῶμα Του ποὺ παραμένει ἄφθαρτο στὸν τάφο, καταργεῖ τὴ σωματικὴ φθορά. Πλέον «βασιλεύει, ἀλλ᾿ οὐκ αἰωνίζει, ᾍδης τοῦ γένους τῶν βροτῶν». Ἡ ἐξουσία τοῦ θανάτου εἶναι προσωρινή. Δὲν «αἰωνίζει», δὲν προεκτείνεται στὴν αἰωνιότητα. Γιὰ λίγο μόνο κυριαρχεῖ. Διότι τὰ πάντα, τὰ οὐράνια, τὰ ἐπίγεια καὶ τὰ καταχθόνια τὰ ἐξουσιάζει γιὰ πάντα «ὁ Βασιλεὺς τῶν βασιλευόντων καὶ Κύριος τῶν κυριευόντων». Αὐτὴ εἶναι ἡ ἱερὴ ἡμέρα τὴν ὁποία ἑορτάζουμε μὲ βαθιὰ σιωπὴ καὶ ἱερὸ δέος κάθε χρόνο μετὰ τὸ Πάθος τοῦ Σταυροῦ καὶ λίγο πρὶν τὴν Ἀνάσταση. «Τῷ ἁγίῳ καί Μεγάλῳ Σαββάτῳ τὴν θεόσωμον ταφὴν τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν εἰς ᾍδου κάθοδον ἑορτάζομεν, δι᾿ ὧν τῆς φθορᾶς τὸ ἡμέτερον γένος ἀνακληθὲν πρὸς αἰωνίαν ζωὴν μεταβέβηκε». Ταφὴ τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ, κάθοδος τῆς ψυχῆς Του στὸν Ἅδη. Τὸ ἀνθρώπινο γένος ἀνασταίνεται, ἔχει πιὰ μεταφερθεῖ στὴν αἰώνια ζωή. Τώρα πλέον δὲν εἴμαστε αἰχμάλωτοι. Ἔχουμε νικήσει τὸν θάνατο. Νίκησε ὁ Χριστὸς γιὰ μᾶς. Τώρα ἔχουμε γίνει ἀθάνατοι!ΟΣΩΤΗΡ2218

14 Απριλίου, 2023

«Στέφανον ἐξ ἀκανθῶν...»

Μεγάλη Παρασκευή! Ὁ Κύριός μας ἐπάνω στὸν Σταυρό. Ἡμέρα τοῦ μεγάλου πόνου καὶ τῆς ὀδύνης τοῦ Θεανθρώπου Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Τὸ μεγαλύτερο ἔγκλημα τῆς Ἱστορίας. Ὁ ἄνθρωπος σταυρώνει τὸν Θεό του! Ἐκεῖνος αἱμόφυρτος, κάτωχρος, ἀκίνητος, σιωπηλός, χωρὶς «εἶδος καὶ κάλλος», προσηλωμένος στὸ ξύλο τῆς ἀτιμίας ὑποφέρει τοὺς βασανιστικοὺς πόνους τοῦ φρικτοῦ μαρτυρίου Του μὲ ὑποδειγματικὴ καρτερία καὶ ὑπομονή. Καὶ ἐνῶ βρίσκεται ἐπάνω στὸν Σταυρὸ καὶ δέχεται τὸν πόνο τῶν καρφιῶν, τὴν ἀχαριστία τῶν ἀνθρώπων, τὴν εἰρωνεία τῶν σταυρωτῶν, τὸν ἐμπαιγμὸ τῶν στρατιωτῶν, ὑποφέρει καὶ διότι φέρει ἀκόμη στὴν κεφαλή Του τὸν ἀκάνθινο στέφανο. Ἀφοῦ ἀφήρεσαν τὴ χλαμύδα, τὸ καλάμι, τὰ ἱμάτιά Του, ἄφησαν τὸ ἀκάνθινο στεφάνι. Πληγώνεται ἔτσι ἀκόμη βαθύτερα ἡ θεία Του κεφαλή, καθὼς Τὸν ὑψώνουν ἐπάνω στὸν Σταυρό. Εἶναι τὸ ἀκάνθινο στεφάνι ποὺ ἔπλεξαν οἱ στρατιῶτες, ὅταν τοὺς Τὸν παρέδωσε ὁ Πιλάτος ἐκεῖνο τὸ βράδυ, μέχρι νὰ ἐκδώσει τὴν τελικὴ καταδικαστική του ἀπόφαση. Τὸν ἔγδυσαν τότε ἀπὸ τὰ ροῦχα ποὺ φοροῦσε καὶ Τὸν ἔντυσαν μὲ κόκκινη χλαμύδα, γιὰ νὰ μοιάζει ὑποτυπωδῶς μὲ τὴν αὐτοκρατορικὴ πορφύρα ποὺ φοροῦσαν οἱ βασιλιάδες. Ἔπειτα ἔπλεξαν στεφάνι ἀπὸ ἀγκάθια καὶ τὸ ἔβαλαν ἐπάνω στὸ κεφάλι Του ἀντὶ γιὰ στέμμα καὶ στὸ δεξί Του χέρι Τοῦ ἔδωσαν ἕνα καλάμι ἀντὶ γιὰ σκῆπτρο. «Τὸν ἐξ ἀκανθῶν ἐπέθηκαν στέφανον ἀντὶ διαδήματος καὶ τὸν κάλαμον ἀντὶ σκήπτρου», σημειώνει ὁ ἑρμηνευτὴς Ζιγαβηνός. Μὲ ὅλα αὐτὰ ποὺ Τοῦ ἔκαναν, «ὡς βασιλέα αὐτὸν διέπαιζον»! Κατόπιν γονάτισαν μπροστά Του, ὅπως συνήθιζαν τὴν ἐποχὴ ἐκείνη νὰ προσκυνοῦν τοὺς βασιλεῖς, καὶ Τὸν ἐνέπαιζαν λέγοντας: «Χαῖρε ὁ βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων» (Ματθ. κζ΄ 29)! Τὸν ἔφτυναν, πῆραν τὸ καλάμι καὶ Τὸν χτυποῦσαν μ᾿ αὐτὸ στὸ κεφάλι. Σ᾿ αὐτὴ τὴν κατάσταση τῆς πλήρους ἐξουθενώσεως Τὸν παρουσίασε ὁ Πιλάτος στὰ πλήθη καὶ φώναξε: «Ἴδε ὁ βασιλεὺς ὑμῶν» (Ἰω. ιθ΄ 14). Δεῖτε ποῦ κατάντησε ὁ Βασιλιάς σας! Ὁ ἀκάνθινος στέφανος ὑμνολογεῖται καὶ στοὺς ὕμνους τῶν ἡμερῶν: «Στέφανον ἐξ ἀκανθῶν περιτίθεται ὁ τῶν ἀγγέλων Βασιλεύς», «Ἐξέδυσάν με τὰ ἱμάτιά μου... ἔθηκαν ἐπὶ τὴν κεφαλήν μου στέφανον ἐξ ἀκανθῶν...», «Ἕκαστον μέλος τῆς ἁγίας σου σαρκὸς ἀτιμίαν δι᾿ ἡμᾶς ὑπέμεινε· τὰς ἀκάνθας ἡ κεφαλή, ἡ ὄψις τὰ ἐμπτύσματα, αἱ σιαγόνες τὰ ραπίσματα...». Ποιὸς δέχεται καὶ ὑπομένει ὅλα αὐτά; Ὁ Βασιλεὺς τῶν ἀγγέλων! ὁ Βασιλεὺς τῶν βασιλευόντων καὶ Κύριος τῶν κυριευόντων! Ὁ μόνος καθαρὸς καὶ ἀκήρατος Κύριος. Ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ. Ὁ Κύριος καὶ Θεός μας. Ποιοῦ Χριστιανοῦ ἡ καρδιὰ μένει ἀσυγκίνητη καὶ ἀπαθὴς τέτοια μέρα; Ποιοῦ πιστοῦ τὰ μάτια δὲν χύνουν θερμὰ δάκρυα σήμερα μπροστὰ στὸν ἐσταυρωμένο μας Λυτρωτή; Σιωπηλὰ συμμετέχουμε στὸ φρικτὸ μαρτύριο τοῦ Σωτῆρος μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, καθὼς ἀναλογιζόμαστε πώς, ἐνῶ ἐμεῖς οἱ ἀγνώμονες καὶ ἀχάριστοι θέτουμε «στέφανον ἐξ ἀκανθῶν» στὴν παναγία Του κεφαλή, Ἐκεῖνος, ὁ Ἐσταυρωμένος καὶ Λυτρωτὴς Κύριος, ὄχι μόνο μᾶς συγχωρεῖ, ἀλλὰ καὶ μᾶς ὑπόσχεται «στέφανον ζωῆς» (Ἰακ α΄ 12· Ἀποκ β΄ 10). Πρόκειται γιὰ τὸ στεφάνι τῆς νίκης ποὺ χαρίζει σὲ ὅλους τοὺς νικητὲς τῆς ζωῆς πιστούς, καθὼς εἰσέρχονται στὴ θριαμβεύουσα Ἐκκλησία, στὴν ἔνδοξη καὶ αἰώνια ζωή. Μεγάλη Παρασκευή! Ἡμέρα πένθους ἀλλὰ καὶ ἡμέρα θριάμβου καὶ χαρᾶς. Πένθους γιὰ τὴν ἀμέτρητη ἀχαριστία ἡμῶν, τῶν ἀνθρώπων· ποὺ ἀνεβάσαμε στὸν Σταυρὸ τὸν ἴδιο τὸν Θεό μας. Θριάμβου καὶ χαρᾶς, διότι ἀπὸ τὸ Πάθος Του πήγασε ἡ λύτρωσή μας. Ἀπὸ τὸν θάνατό Του ἡ ζωή μας! Ἂς Τὸν εὐγνωμονοῦμε ὁλόψυχα σὲ ὅλη τὴ ζωή μας.ΟΣΩΤΗΡ2218

12 Απριλίου, 2023

ΔΡΟΜΟΙ ΔΙΠΛΟΙ

 .

Στὴν ἐποχή μας, ἐποχὴ συμβιβασμῶν, παρακμῆς τοῦ θάρρους, ἐλλείψεως τόλμης καὶ ἐπικρατήσεως τῆς δειλίας, ὅσοι θέλουμε νὰ εἴμαστε ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ, εὔκολα κινδυνεύουμε νὰ χάσουμε τὸν δρόμο μας. Διότι μπορεῖ νὰ μᾶς ἐνθουσιάζει ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, νὰ μᾶς συγκινοῦν τὰ παραδείγματα τῆς ζωῆς τῶν Ἁγίων, νὰ προσπαθοῦμε νὰ βαδίζουμε κατὰ τὸ θέλημά Του. Συγχρόνως ὅμως εἶναι δυνατὸν νὰ μᾶς ἐπηρεάζει ὁ κόσμος μὲ τὰ θέλγητρά του, νὰ μᾶς σαγηνεύουν οἱ χαρές, οἱ ἄνομες ἀπολαύσεις καὶ ἡ νοοτροπία του. Ὑπάρχουν, πράγματι, ἐκεῖνοι ποὺ θέλουν νὰ ζοῦν στὸ φῶς τῆς ἀλήθειας. Στὴ δύσκολη ὥρα ὅμως θὰ ἐπιχειρήσουν νὰ ξεφύγουν μὲ ἕνα ψέμα. Τοὺς συγκινεῖ ἡ ἰδέα τῆς φιλανθρωπίας. Κάποτε ὅμως μπορεῖ νὰ προσπαθήσουν νὰ κερδίσουν ἀδικώντας τοὺς ἄλλους. Ἀποφασίζουν νὰ ζήσουν ἁπλὰ καὶ ταπεινά, χωρὶς ἐπίδειξη καὶ πολυτέλεια. Ἡ μόδα ὅμως καὶ ἡ μάταιη δόξα τοῦ κόσμου κερδίζουν τὴν ψυχή τους καὶ ἀλλάζουν τὴν ἐμφάνιση καὶ τὴ συμπεριφορά τους. Δὲν παραλείπουν τὸν ἐκκλησιασμό, δὲν ἀπουσιάζουν ὅμως καὶ ἀπὸ κοσμικὲς ἐκδηλώσεις σὲ χώρους ποὺ ποικίλες προκλήσεις θέτουν σὲ πειρασμὸ τὴν ψυχή τους. Ποθοῦν νὰ ἀπολαύσουν τὴ χαρὰ τοῦ Παραδείσου, χωρὶς ὅμως νὰ στερηθοῦν καὶ τὶς ψεύτικες χαρὲς τοῦ κόσμου. Ἀλίμονο, ὅμως. Ἀλίμονο, λέει ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ: «οὐαὶ καρδίαις δειλαῖς καὶ χερσὶ παρειμέναις καὶ ἁμαρτωλῷ ἐπιβαίνοντι ἐπὶ δύο τρίβους» (Σ. Σειρ. β΄ 12). Ἀλίμονο στὶς δειλὲς καρδιὲς καὶ στὰ παράλυτα χέρια, σ’ ἐκείνους δηλαδὴ ποὺ μὲ τὴν πρώτη ἀπειλὴ φοβοῦνται καὶ παραλύουν καὶ ἐγκαταλείπουν τὸ καθῆκον. Ἀλίμονο καὶ στὸν ἁμαρτωλὸ ποὺ βαδίζει δύο δρόμους, ἄλλοτε τὸν δρόμο τοῦ καθήκοντος καὶ ἄλλοτε τὸν δρόμο τῆς ματαιότητος καὶ τοῦ ψεύδους. «Οὐαὶ καρδίαις δειλαῖς», τονίζει ὁ λό­γος τοῦ Θεοῦ. Ἡ αἰτία δηλαδὴ βρίσκεται στὴν καρδιά. Ἡ καρδιὰ δειλιάζει, ἀμφιταλαντεύεται, στρέφεται ἐδῶ καὶ ἐκεῖ, καὶ αὐτὴ ὁδηγεῖ τὸν ἄνθρωπο στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ ἢ στοὺς δρόμους τοῦ κόσμου. «Μὴ ἀπειθήσῃς φόβῳ Κυρίου καὶ μὴ προσέλθῃς αὐτῷ ἐν καρδίᾳ δισσῇ» (Σ. Σειρ. α΄ 28). Μὴν ἀπειθήσεις ποτὲ στὸν φόβο τοῦ Κυρίου μὲ τὴν παράβαση τῶν ἐντολῶν Του καὶ μὴν Τὸν πλησιάσεις μὲ διπλὴ καρδιά, μὲ καρδιὰ ποὺ εἶναι διχασμένη καὶ ταλαντεύεται κατὰ τὴν προσευχὴ μεταξὺ πίστεως καὶ ἀπιστίας, ποὺ βασανίζεται στὶς ἐπιλογές της. Μὲ καρδιὰ ποὺ κυριαρχεῖται ἄλλοτε ἀπὸ τὴν ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸ καὶ ἄλλοτε ἀπὸ τὴν ἀγάπη πρὸς τὸν μάταιο κόσμο, ποὺ ἐξωθεῖ σὲ συμπεριφορές, οἱ ὁποῖες κάποιες φορὲς εἶναι σύμφωνες μὲ τὸν ἅγιο νόμο Του καὶ ἄλλες ἀκολουθοῦν τὶς ὀλέθριες ὑποβολὲς τοῦ διαβόλου. Ὁ ἄνθρωπος ἔτσι γίνεται ἀναποφάσιστος, διπλοπρόσωπος καὶ ὑποκριτής. Ὁ ἀδελφόθεος Ἰάκωβος τὸν ὀνομάζει δίψυχο (βλ. α΄ 8, δ΄ 8). Σὰν νὰ ἔχει δύο ψυχές, οἱ ὁποῖες τὸν κατευθύνουν ἡ καθεμιὰ στὸν δικό της δρόμο. Ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς μοιάζει μὲ τὸ κύμα τῆς θάλασσας, ποὺ οἱ ἄνεμοι τὸ συνταράσσουν καὶ τὸ στρέφουν σὲ ποικίλες κατευθύνσεις, ἀνάλογα μὲ τὴ φορά τους. Ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς εἶναι «ἀκατάστατος ἐν πάσαις ταῖς ὁδοῖς αὐτοῦ». Δὲν μένει σταθερὸς σὲ μιὰ ἀπόφαση, εἶναι ἀκατάστατος καὶ ἀσταθὴς σ’ ὅσα ἀποφασίζει καὶ ἐνεργεῖ, σ’ ὅλη γενικὰ τὴ συμπεριφορά του. «Οὐαὶ καρδίαις δειλαῖς». Ἀλλὰ γιατί «οὐαί»; Γιὰ ποιὸν λόγο «ἀλίμονο στοὺς δειλοὺς καὶ δίψυχους ἀνθρώπους»; Διότι εἶναι διχασμένοι, ἀναποφάσιστοι, μὲ ταλαντευόμενη τὴ διάθεση, μὲ κομματιασμένη τὴν καρδιά τους. Καὶ γι’ αὐτὸ μένουν ἀνειρήνευτοι, ἀνικανοποίητοι, ἀπογοητευμένοι. Αἰσθάνονται πὼς δὲν ἔχουν ταυτότητα, πὼς δὲν ἀνήκουν πουθενά. Ἕνα μεγάλο κενὸ ὑπάρχει στὴν ψυχή τους. Δὲν ἔχουν σταθερὴ πορεία στὴ ζωή τους καὶ χάνουν τελικὰ τὸν ἑαυτό τους. «Οὐαὶ καρδίαις δειλαῖς». «Οὐαί», διότι χάνουν καὶ τὸν Θεό. Ὁ Θεὸς δὲν ζητεῖ ποσοστά. Ἀπαιτεῖ νὰ ἀνήκουμε σ’ Αὐτὸν «ἐξ ὅλης τῆς καρδίας». Καί, ὅπως γράφει ὁ Μέγας Βασίλειος, «τὸ ἐξ ὅλης, μερισμὸν εἰς ἕτερα οὐκ ἐπιδέχεται» (PG 29, 392). Δὲν μπορεῖ νὰ μοιρασθεῖ ἡ ἀνθρώπινη καρδιά, δὲν μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νὰ δουλεύει σὲ δύο κυρίους, μάλιστα ὅταν ὁ ἕνας ἀπ’ αὐτοὺς εἶναι ὁ Θεός. Δὲν μπορεῖ νὰ ἀνήκει καὶ στὸν Θεὸ καὶ στὸν μαμωνά, στὸ χρῆμα. Δὲν μπορεῖ νὰ ἀνήκει καὶ στὴν Ἐκκλησία καὶ στὸν κόσμο. Δὲν γίνεται νὰ ἀκούει τὸν λόγο τοῦ Χριστοῦ, καὶ νὰ ὑποτάσσεται καὶ στὰ θελήματα τοῦ διαβόλου. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ βαδίζει ὁ ἄνθρωπος καὶ στὴ στενὴ ὁδὸ τοῦ Κυρίου, ποὺ ὁδηγεῖ στὴ ζωή, καὶ στὸν εὐρύχωρο δρόμο τῆς ἁμαρτίας, ποὺ ὁδηγεῖ στὴν ἀπώλεια. Δὲν μπορεῖ νὰ ἐπιβαίνει, νὰ βαδίζει, «ἐπὶ δύο τρίβους». Νὰ μὴν πλησιάζουμε τὸν Θεὸ μὲ διπλὴ καρδιά. Εἶναι ἀνάγκη ἕνα δρόμο νὰ γνωρίζουμε καὶ αὐτὸν μὲ ἀκρίβεια νὰ ἀκολουθοῦμε: τὴν ὁδὸ τῶν ἐντολῶν τοῦ Κυρίου. Καὶ τότε Ἐκεῖνος θὰ δίνει ἄνεση καὶ εὐρυχωρία στὴν ψυχή μας, θὰ τὴν πλουτίζει μὲ τὴ δική Του χαρά, ἐνίσχυση καὶ παρηγοριά. Καὶ ἐμεῖς θὰ δοξάζουμε τὸ ὄνομά Του καὶ μὲ εὐγνωμοσύνη θὰ ἐπαναλαμβάνουμε τὸν λόγο τοῦ Ψαλμωδοῦ: «Ὁδὸν ἐντολῶν σου ἔδραμον, ὅταν ἐπλάτυνας τὴν καρδίαν μου» (Ψαλ. ριη΄ [118] 32) ΟΣΩΤΗΡ2218

10 Απριλίου, 2023

''ΕΛΗΛΥΘΕΝ Η ΩΡΑ ΙΝΑ ΔΟΞΑΣΘΗ Ο ΥΙΟΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ''


Τὶς τελευταῖες ἡμέρες πρὶν ἀπὸ τὸ ἑκούσιο Πάθος τοῦ Κυρίου μας, μερικοὶ Ἕλληνες προσήλυτοι ποὺ ἀνέβηκαν στὰ Ἱεροσόλυμα νὰ προσκυνήσουν κατὰ τὴν ἑορτὴ τοῦ Πάσχα, πλησίασαν τὸν ἀπόστολο Φίλιππο καὶ τὸν παρακάλεσαν λέγοντας: «Κύριε, θέ­λομεν τὸν Ἰησοῦν ἰδεῖν» (Ἰω. ιβ΄ 21). Ὁ ἀπόστολος Φίλιππος τὸ εἶπε στὸν ἀπόστολο Ἀνδρέα, καὶ οἱ δυό τους διεβίβασαν τὴν ἐπιθυμία τῶν Ἑλλήνων προσηλύτων στὸν Κύριο. Καὶ ὁ Χριστὸς τοὺς ἀπάντησε: «Ἐλήλυθεν ἡ ὥρα ἵνα δοξασθῇ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου». Ἦλθε ἡ ὥρα ποὺ ὅρισε ὁ Θεός, σύμφωνα μὲ τὸ προκαθορισμένο σχέδιό Του, γιὰ νὰ δοξασθεῖ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν σταυρικὸ θάνατό Του, μὲ τὴν λαμπροφόρο Ἀνάστασή Του καὶ μὲ τὴν ἔνδοξη Ἀνάληψή Του στοὺς οὐρανούς, ὁπότε θὰ ἀναγνωρισθεῖ ὡς Μεσσίας καὶ ἀπὸ τοὺς ἐθνικούς (Ἰω. ιβ΄ 23). Ὡς Υἱὸς τοῦ Θεοῦ πάντοτε ἦταν δοξασμένος ὁ Κύριος. Ὡς ἐνανθρωπήσας Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ δὲν δοξάστηκε τόσο ἀπὸ τὰ θαύματα καὶ τὴν ὑπέροχη διδασκαλία Του, ὅσο δοξάστηκε ἀπὸ τὴ σταυρικὴ θυσία Του. Οἱ θρησκευτικοὶ ἄρχοντες τῶν Ἰουδαίων καὶ ὁ σατανᾶς ποὺ τοὺς ὑποκινοῦσε, νόμιζαν ὅτι, ἐὰν Τὸν σταυρώσουν, θὰ Τὸν ταπεινώσουν καὶ θὰ Τὸν ἐξουθενώσουν. Ἀλλὰ συνέβη τὸ ἀκριβῶς ἀντίθετο: Ὁ Κύριος μὲ τὴ σταυρικὴ θυσία, τὴν λαμπροφόρο Ἀνάσταση καὶ τὴν ἔνδοξη Ἀνάληψή Του στοὺς οὐρανοὺς δοξάστηκε ὅσο ποτὲ ἄλλοτε. «Ὁ Θεὸς αὐτὸν ὑπερύψωσε καὶ ἐχαρίσατο αὐτῷ ὄνομα τὸ ὑπὲρ πᾶν ὄνομα» (Φιλιπ. β΄ 9). Τὸν κατέστησε Κύριο τῶν ἐπουρανίων, τῶν ἐπιγείων καὶ τῶν καταχθονίων (βλ. Φιλιπ. β΄ 10). Τὸν ἀνέδειξε Βασιλέα τῆς δόξης, ὅπως Τὸν εἰκονίζει ἐπάνω στὸν Σταυρὸ ἡ Ὀρθόδοξη ἁγιογραφία μας. Ὁ Σταυρὸς εἶναι «ἡ τοῦ Μονογενοῦς δόξα», τονίζει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος (PG 49, 396). Γιατί εἶναι ἡ δόξα τοῦ Μονογενοῦς; Πρωτίστως διότι ὁ Χριστὸς  ἐπάνω στὸν Σταυρὸ ἐπέφερε θανατηφόρο κτύπημα κατὰ τοῦ διαβόλου. «Συνέτριψε τὴν κεφαλὴν τοῦ ὄφεως». Χρησιμοποιώντας ὡς ἄλλο ξίφος Του τὸν Σταυρό, «τὸν ὄφιν ἐκέντησε». Τὸν τραυμάτισε θανάσιμα. «Τοῦ διαβόλου τὴν ἰσχὺν ἐξενεύρωσεν» (PG 51, 35). Ἐξασθένησε τὴν ἰσχύ του. Ἐξουδετέρωσε τὸν τύραννο ποὺ καταδυνάστευε τὸ ἀνθρώπινο γένος. Ἐπίσης ὁ Σταυρὸς εἶναι «ἡ τοῦ Μονογενοῦς δόξα», διότι ὁ Χριστὸς νίκησε ἐπάνω στὸν Σταυρὸ καὶ τὸν δεύτερο μεγάλο ἐχθρό μας, «τὸν ἔσχατον ἐχθρόν» (Α΄ Κορ. ιε΄ 26), ὅπως ὀνομάζεται δηλαδὴ ὁ θάνατος. «Ἀπὸ θανάτου γεγόναμεν ἀθάνατοι», λέει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος (PG 49, 396). Γίναμε ἀθάνατοι ἐξαιτίας τοῦ σταυρικοῦ θανάτου τοῦ Κυρίου μας, ὁ Ὁποῖος κατέβηκε ὡς ἐξουσιαστὴς στὸν ἅδη, κατέλυσε τὴν ἐξουσία του καὶ ἐλευθέρωσε τοὺς ἀπ᾿ αἰῶνος δεσμίους. Ἀκόμη ὁ Σταυρὸς εἶναι «ἡ τοῦ Μονογενοῦς δόξα», διότι ὁ Χριστὸς μὲ «τὴν μάχαιραν τοῦ σταυροῦ» «ἀνεῖλε τὴν ἁμαρτίαν» (PG 48, 867). Ἐξόντωσε τὴν ἁμαρτία! Ἔκοψε τὰ νεῦρα της, σταμάτησε τὴ μάστιγα ποὺ βασάνιζε τὴν ἀνθρώπινη φύση. «Τὸ χειρόγραφον τῶν ἁμαρτιῶν ἡμῶν», «διέρρηξε καὶ διέφθειρεν, ἵνα ἄχρηστον γένηται τοῦ λοιποῦ», λέει στὴ συνέχεια ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος. Ἔσχισε τὸ χειρόγραφο τῶν ἁμαρτιῶν μας καὶ τὸ ἀχρήστευσε! Τέλος, ὁ Σταυρὸς εἶναι «ἡ τοῦ Μονογενοῦς δόξα», διότι ὁ Χριστὸς μὲ τὸν σταυρικὸ θάνατο καὶ τὴν λαμπροφόρο Ἀνάστασή Του ἄνοιξε τὶς πύλες τοῦ Παραδείσου. «Τοὺς μισουμένους φίλους ἐποίησεν, εἰς τὸν οὐρανὸν ἐπανήγαγεν, ἐν δεξιᾷ τοῦ θρόνου ἐκάθισε τὴν ἡμετέραν φύσιν, μύρια ἕτερα παρέσχεν ἡμῖν ἀγαθά» (PG 48, 867). Δημιούργησε Ἐκκλησία καὶ πανήγυρι πρωτοτόκων ἀδελφῶν ἐν οὐρανοῖς ἀπογεγραμμένων, ἀνθρώπων ποὺ ἔχουν καταγραφεῖ ὡς πολίτες στοὺς οὐρανούς (Ἑβρ. ιβ΄ 23). Γέμισε τὸν Παράδεισο μὲ Ἁγίους, οἱ ὁποῖοι θὰ Τὸν δοξάζουν μαζὶ μὲ τοὺς ἀγγέλους στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Μετὰ τὴ σταυρικὴ θυσία, τὴν Ἀνάσταση καὶ τὴν ἵδρυση τῆς Ἐκκλησίας Του, ὁ Κύριος δοξάζεται ἀπ᾿ ὅλα τὰ ἔθνη, διότι προστίθενται ὡς μέλη σ᾿ αὐτὴν ὄχι μόνο οἱ πρώην Ἰουδαῖοι, ἀλλὰ καὶ οἱ πιστοὶ ποὺ προέρχονται ἀπ᾿ ὅλα τὰ ἔθνη. Πόσο εὐγνώμονες ὀφείλουμε νὰ εἴμαστε πρὸς τὸν Ἐσταυρωμένο, ποὺ μᾶς ὑψώνει καὶ μᾶς δοξάζει ὡς μέλη τῆς ἁγίας Ἐκκλησίας Του καὶ ὡς πολίτες τῆς θείας Του Βασιλείας! Ἀλλὰ νὰ μὴ λησμονοῦμε ὅτι γιὰ νὰ συνδοξασθοῦμε μὲ τὸν Χριστό, ὀφείλουμε νὰ συμπορευόμεθα μαζί Του πρὸς τὸ ἑκούσιο Πάθος Του καὶ νὰ συσταυρούμεθα μὲ Αὐτόν! Γιὰ νὰ γινόμαστε κοινωνοὶ τῆς Ἀναστάσεώς Του, ὀφείλουμε νὰ γινόμαστε καὶ κοινωνοὶ τῶν παθημάτων Του! Ὅπως ὁ Σταυρὸς εἶναι ἡ δόξα τοῦ Μονογενοῦς, ἔτσι καὶ τὸ ὑπὲρ Χριστοῦ πάσχειν εἶναι ἡ δόξα τῶν Χριστιανῶν. Ὑπάρχει κάτι ἐνδοξότερο ἀπὸ τὸ νὰ φέρουμε κι ἐμεῖς στὸ σῶμα μας κάποια στίγματα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ; Ὑπάρχει τιμητικότερο ἀπὸ τὸ νὰ συμμετέχουμε στὸ Πάθος Του μὲ τὴ δύναμή Του; Τὸ συμπέρασμα στὸ ὁποῖο καταλήγουμε εἶναι νὰ μάθουμε νὰ ζοῦμε σταυρικά. Ζοῦμε σὲ ἀντισταυρικὴ ἐποχή, ἀλλὰ ὅσοι πιστεύουμε ἀληθινὰ στὸν Ἐσταυρωμένο, νὰ ζοῦμε ζωὴ σταυροῦ καὶ θυσίας. Αὐτὸς εἶναι ὁ σωστὸς τρόπος ζωῆς ποὺ ὁδηγεῖ στὴν ἀνύψωση καὶ στὴ δόξα.ΟΣΩΤΗΡ2218

09 Απριλίου, 2023

Ο ΑΜΝΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ!

  
Καθὼς μπηκαμε στὴ Μεγάλη Ἑβδομάδα τῶν Ἁγίων Παθῶν του Κυρίου, ας στρεψουμε  τὴν προσοχή μας στὴ μεγάλη θυσία ποὺ προσέφερε ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς μὲ τὴ Σταύρωσή Του καὶ στὰ αἰώνια ἀγαθὰ ποὺ ἐξασφάλισε μὲ αὐτὴν στοὺς ἀνθρώπους. 

1. Ὁ Τελειοτερος  Ναός του Θεοῦ 

Γιὰ νὰ φανεῖ ἡ ἀνωτερότητα, ἡ σημασία καὶ τὸ βάρος τῆς θυσίας τοῦ Κυρίου, ὁ θεόπνευστος Αποστολος Παυλος τὴ συγκρίνει μὲ τὶς θυσίες ποὺ προσέφεραν οἱ Ἑβραῖοι κατὰ τὴν ἑορτὴ τοῦ Ἐξιλασμοῦ. Ἡ ἡμέρα τῆς ἑορτῆς αὐτῆς ἦταν ἡ μοναδικὴ μέσα στὸ ἔτος, ποὺ ὁ ἀρχιερέας τῶν Ἰουδαίων καὶ μόνο αὐτὸς εἰσερχόταν στὸν ἱερότερο χῶρο τῆς Σκηνῆς τοῦ Μαρτυρίου, στὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων. Ὁ ἀρχιερέας θυσίαζε προηγουμένως τράγους καὶ μόσχους γιὰ νὰ ραντίσει μὲ τὸ αἷμα τους τὴν Κιβωτὸ τῆς Διαθήκης καὶ τὸν λαὸ καὶ νὰ τὸν ἐξαγνίσει ἀπὸ τὶς παραβάσεις τοῦ Νόμου. Ὁ Μέγας Ἀρχιερέας Ἰησοῦς Χριστός, ὅμως, γιὰ νὰ προσφέρει τὴν ἀνυπέρβλητη θυσία Του, εἰσῆλθε στὰ ἐπουράνια Ἅγια τῶν Ἁγίων, «διὰ τῆς μείζονος καὶ τελειοτέρας σκηνῆς» δηλαδή, μέσα ἀπὸ μιὰ ἀνώτερη καὶ τελειότερη Σκηνή. Ἡ Σκηνὴ αὐτὴ εἶναι τὸ τίμιο Σῶμα ποὺ ἔλαβε ὡς ἄνθρωπος καὶ κατοίκησε σὲ αὐτὸ ὅλο τὸ πλήρωμα τῆς θεότητος. Ἡ Σκηνὴ αὐτὴ δὲν κατασκευάσθηκε ἀπὸ χέρια ἀνθρώπων, ἀλλὰ τὴν κατασκεύασε τὸ ἴδιο τὸ Ἅγιον Πνεῦμα κατὰ τὸν Εὐαγγελισμὸ τῆς Θεοτόκου. Ὁ αἰώνιος Ἀρχιερέας Χριστός, λοιπόν, δὲν προσέφερε τὴν ἀπολυτρωτικὴ θυσία Του σὲ ἕνα ἐπίγειο θυσιαστήριο, ὅπως οἱ ἀρχιερεῖς τῶν Ἰουδαίων κατὰ τὴν ἡμέρα τοῦ Ἐξιλασμοῦ. Ἀλλὰ μὲ τὸ ἄχραντο Σῶμα Του, ποὺ ἦταν ὁ τελειότερος Ναὸς τῆς θεότητος, εἰσῆλθε στὰ ἀληθινὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων, στὸ ὑπερουράνιο θυσιαστήριο καὶ ἐκεῖ προσέφερε τὴν ἀτίμητη θυσία Του. Ἀπὸ ἐκεῖ πλέον μεσιτεύει γιὰ ὅλους μας· γιὰ τὴ λύτρωση καὶ τὴ σωτηρία τῶν ψυχῶν μας. 

2. «Προσφερόμενος  και προσδεχόμενος » 

Οἱ θυσίες ποὺ προσέφεραν οἱ ἀρχιερεῖς τῶν Ἰουδαίων κατὰ τὴν ἑορτὴ τοῦ Ἐξιλασμοῦ χορηγοῦσαν μόνο «σαρκὸς καθαρότητα» στοὺς ἀνθρώπους, ὅπως σημειώνει ὁ  Ἀπόστολος Παυλος. Τοὺς ἔδιναν, δηλαδή, ἕναν ἐξωτερικὸ ἁπλῶς ἐξαγνισμό, ὥστε νὰ μποροῦν νὰ λατρεύουν τὸν Θεὸ χωρὶς νὰ κινδυνεύουν νὰ τιμωρηθοῦν ἐξαιτίας τῶν ἁμαρτιῶν τους. Ὅλο αὐτὸ τὸ αἷμα τῶν χιλιάδων ζώων δὲν καθάριζε τὸν ἐσωτερικὸ μολυσμὸ τῆς ψυχῆς. Δὲν μποροῦσε νὰ συγχωρήσει οὔτε μία ἁμαρτία ἑνὸς ἀνθρώπου. Ὁ Κύριός μας, ἀντίθετα, κατὰ τὴν ἀτίμητη θυσία Του, δὲν προσέφερε αἷμα ταύρων καὶ τράγων, ἀλλὰ τὸ δικό Του πανακήρατο Αἷμα. Ὁ Ἴδιος ἔγινε «ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ» καὶ «διὰ τοῦ ἰδίου αἵματος»,  εἰσῆλθε μιὰ γιὰ πάντα στὰ ἐπουράνια Ἅγια τῶν Ἁγίων. Ὁ ἄνθρωπος ἔχει πλέον τὴ δυνατότητα νὰ πλένει τὴν ψυχή του «ἐν τῷ αἵματι τοῦ ἀρνίου» (Ἀποκ. ζ΄ 14), ὅπως ὑπογραμμίζει ὁ ἱερὸς εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης, καὶ νὰ τὴ λευκαίνει μὲ τὸ φιλανθρωπότατο Μυστήριο τῆς ἱερᾶς Ἐξομολογήσεως. Τὸ ἀμόλυντο ἀπὸ κάθε ἁμαρτία θεϊκὸ Αἷμα τοῦ Χριστοῦ μας εἶναι αὐτὸ ποὺ χαρίζει τὴν ἀληθινὴ λύτρωση καὶ τὴν αἰώνια σωτηρία. Ὁ ἴδιος ὁ Κύριός μας, λοιπόν, ἔγινε ὁ προσφερόμενος Ἀμνός, ἐνῶ Ἐκεῖνος ἦταν παράλληλα καὶ ὁ προσδεχόμενος τὴν τέλεια θυσία Θεός. Ἐκεῖνος ἔγινε τὸ θυσιαστήριο, ἐνῶ ταυτόχρονα ἦταν καὶ ὁ θύτης τῆς θυσίας αὐτῆς. Ἐκεῖνος ἔγινε τὰ πάντα γιὰ τὸν ἁμαρτωλὸ ἄνθρωπο· καὶ «ὁ προσφέρων καὶ ὁ προσφερόμενος καὶ ὁ προσδεχόμενος» τὴ μοναδικὴ θυσία Του, ὅπως λέει ἡ Εὐχὴ τοῦ Χερουβικοῦ ὕμνου τῆς θείας Λειτουργίας. Αὐτὴ τὴ μοναδικὴ θυσία Του θὰ προβάλλει ἡ Ἐκκλησία ἐνώπιόν μας τὶς ἅγιες ἡμέρες ποὺ πλησιάζουν. Ἀλλὰ καὶ τὴν ἴδια αὐτὴ θυσία Του ἐπαναλαμβάνει ὁ Μέγας Ἀρχιερέας Ἰησοῦς Χριστὸς καὶ σὲ κάθε θεία Λειτουργία ποὺ τελεῖται στοὺς Ὀρθόδοξους ἱεροὺς Ναούς μας. Μᾶς προσφέρει τὸ ἄχραντο Σῶμα Του καὶ τὸ τίμιο Αἷμα Του καὶ καθαρίζει τὴ συνείδησή μας ἀπὸ τὰ νεκρὰ ἔργα τῆς ἁμαρτίας, ὥστε νὰ Τὸν λατρεύουμε ἀκατακρίτως ὡς ζωντανὸ Θεό. Ἐκεῖνος μᾶς χαρίζει τὸν ἀληθινὸ ἐξιλασμό· τὴν ἄφεση ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες μας. Ἀρκεῖ μὲ κατάλληλη προετοιμασία, «μετὰ φόβου Θεοῦ, πίστεως καὶ ἀγάπης» νὰ προσερχόμαστε καὶ νὰ μεταλαμβάνουμε τὸ τίμιο Σῶμα καὶ Αἷμα Του, ὥστε νὰ μένουμε ἑνωμένοι μαζί Του.ΟΣΩΤΗΡ2218